Κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων και εφαρμοστικές διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Άρθρο πρώτο Κύρωση Συμφωνίας Δήλωση
ΤΜΗΜΑ 1 Ορισμοί
ΤΜΗΜΑ 2 Ανταλλαγή Πληροφοριών όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα
ΤΜΗΜΑ 3 Χρόνος και Τρόπος Ανταλλαγής Πληροφοριών
ΤΜΗΜΑ 4 Συνεργασία για τη Συμμόρφωση και την Επιβολή
ΤΜΗΜΑ 5 Εμπιστευτικότητα και Διασφάλιση Δεδομένων
ΤΜΗΜΑ 6 Διαβουλεύσεις και Τροποποιήσεις
ΤΜΗΜΑ 7 Γενικοί Όροι
ΤΜΗΜΑ 8 Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Άρθρο δεύτερο Καθορισμός αρμόδιας αρχής, περιορισμοί και διαδικασία κοινοποίησης στοιχείων Άρθρο τρίτο Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΗΛΟΥΝΤΕΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Άρθρο τέταρτοΥποχρεώσεις των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων Άρθρο πέμπτο Απαιτήσεις υποβολής στοιχείων Άρθρο έκτο Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας Άρθρο έβδομο Ορισμοί
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Β΄ Άρθρο όγδοο Εξουσιοδοτικές διατάξεις
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Άρθρο ένατο Έναρξη ισχύος
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Άρθρο πρώτο Κύρωση Συμφωνίας Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος, η Πολυμερής Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών (ΠΣΑΑ) για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών Σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), που υπεγράφη από την Ελληνική Δημοκρατία μέσω σχετικής Δήλωσης στις 19 Νοεμβρίου 2024, των οποίων τα κείμενα σε πρωτότυπο, της Δήλωσης, στην αγγλική γλώσσα, και της ΠΣΑΑ, στην αγγλική και γαλλική γλώσσα, και σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα έχουν ως εξής: ΔΗΛΩΣΗ Εγώ, ο Κωστής Χατζηδάκης, Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και Αρμόδια Αρχή της Ελλάδας, δηλώνω ότι με την παρούσα συμφωνώ να συμμορφωθώ με τις διατάξεις της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων εφεξής καλούμενη «Συμφωνία» και συνημμένη στην παρούσα Δήλωση. Με την παρούσα Δήλωση, η Αρμόδια Αρχή της Ελλάδας θεωρείται ότι έχει υπογράψει τη Συμφωνία από τις 19 Νοεμβρίου 2024. Η Συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ όσον αφορά την Αρμόδια Αρχή της Ελλάδας σύμφωνα με το Τμήμα 7 αυτής. Υπεγράφη στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2024 3 MULTILATERAL COMPETENT AUTHORITY AGREEMENT ON AUTOMATIC EXCHANGE OF INFORMATION PURSUANT TO THE CRYPTO-ASSET REPORTING FRAMEWORK Whereas, the Jurisdictions of the signatories to this Multilateral Competent Authority Agreement on the Automatic Exchange of Information pursuant to the Crypto-Asset Reporting Framework (the “Agreement”) are Parties to, or territories covered by, the Convention on Mutual Administrative Assistance in Tax Matters or the Convention on Mutual Administrative Assistance in Tax Matters, as amended by the Protocol amending the Convention on Mutual Administrative Assistance in Tax Matters (the “Convention”); collectively the “Convention”, individually the “original Convention” or the “amended Convention” respectively); Whereas, the Jurisdictions intend to improve international tax compliance by further building on their relationship with respect to mutual assistance in tax matters; Whereas, the Crypto-Asset Reporting Framework was developed by the OECD, with G20 countries, to tackle tax avoidance and evasion and improve tax compliance; Whereas, the laws of the respective Jurisdictions require or are expected to require Reporting Crypto-Asset Service Providers to report information with respect to certain Crypto-Assets and follow related due diligence procedures, consistent with the scope of exchange contemplated by Section 2 of this Agreement and the reporting and due diligence procedures set out in the Crypto-Asset Reporting Framework; Whereas, it is expected that the laws of the Jurisdictions would be amended from time to time to reflect updates to the Crypto-Asset Reporting Framework and once such amendments are enacted by a Jurisdiction the term Crypto-Asset Reporting Framework would be deemed to refer to the updated version in respect of that Jurisdiction; Whereas, Chapter III of the Convention authorises the exchange of information for tax purposes, including the exchange of information on an automatic basis, and allows the competent authorities of the Jurisdictions to agree to the procedures to be applied to such automatic exchanges; Whereas, Article 6 of the Convention provides that two or more Parties can mutually agree to exchange specified information automatically, the actual exchange of the information will be on a bilateral basis; Whereas, the Jurisdictions have in place (i) appropriate safeguards to ensure that the information received pursuant to this Agreement remains confidential and is used solely for the purposes set out in the Convention, and (ii) the infrastructure for an effective exchange relationship (including established processes for ensuring timely, accurate, and confidential information exchanges, effective and reliable communications, and capabilities to promptly resolve questions and concerns about exchanges or requests for exchanges and to administer the provisions of Section 4 of this Agreement); Whereas, the Competent Authorities of the Jurisdictions desire to conclude this Agreement to improve international tax compliance with respect to Crypto-Assets based on automatic exchange pursuant to the Convention, without prejudice to national legislative procedures (if any), and subject to the confidentiality, data safeguards and other protections provided for therein, including the provisions limiting the use of the information exchanged under the Convention; Now, therefore, the Competent Authorities have agreed as follows: 4 SECTION 1 Definitions
For the purposes of the Agreement, the following terms have the following meanings: a) the term “Jurisdiction” means a country or a territory in respect of which the Convention is in force or in effect under the original or amended Convention, respectively, either through signature and ratification in accordance with Article 28, or through territorial extension in accordance with Article 29, and which is a signatory to this Agreement. b) the term “Competent Authority” means, for each respective Jurisdiction, the persons and authorities listed in Annex B of the Convention. c) the term “Crypto-Asset Reporting Framework” means the international framework for the automatic exchange of information with respect to Crypto-Assets (which includes the Commentaries) developed by the OECD, with G20 countries. d) the term “Co-ordinating Body Secretariat” means the OECD Secretariat that, pursuant to paragraph 3 of Article 24 of the Convention, provides support to the coordinating body that is composed of representatives of the competent authorities of the Parties to the Convention. e) the term “Agreement in effect” means, in respect of any two Competent Authorities, that both Competent Authorities have provided notification to the Co-ordinating Body Secretariat under paragraph 1 of Section 7, including listing the other Competent Authority’s Jurisdiction pursuant to subparagraph 1g) of Section 7. A list of Competent Authorities between which this Agreement is in effect is to be published on the OECD Website.
Any capitalised term not otherwise defined in this Agreement will have the meaning that it has at that time under the law of the Jurisdiction applying the Agreement, such meaning being consistent with the meaning set forth in the Crypto-Asset Reporting Framework. Any term not otherwise defined in this Agreement or in the Crypto-Asset Reporting Framework will, unless the context otherwise requires or the Competent Authorities agree to a common meaning (as permitted by domestic law), have the meaning that it has at that time under the law of the Jurisdiction applying this Agreement, any meaning under the applicable tax laws of that Jurisdiction prevailing over a meaning given to the term under other laws of that Jurisdiction. SECTION 2 Exchange of Information with Respect to Reportable Persons
Pursuant to the provisions of Article 6 and 22 of the amended or original Convention, as applicable, and subject to the applicable reporting and due diligence rules consistent with the Crypto-Asset Reporting Framework, each Competent Authority will annually exchange with the other Competent Authorities on an automatic basis the information obtained pursuant to such rules and specified in paragraph 3.
Notwithstanding paragraph 1, the Competent Authorities of the Jurisdictions that have indicated that they are to be listed as non-reciprocal jurisdictions on the basis of their 5 notification pursuant to subparagraph 1b) of Section 7 will send, but not receive, the information specified in paragraph 3. Jurisdictions that are not listed as non-reciprocal Jurisdictions will receive the information specified in paragraph 3, but will not send such information to the Jurisdictions included in the aforementioned list of non-reciprocal Jurisdictions.
The information to be exchanged is, with respect to each Reportable Person of another Jurisdiction: a) the name, address, jurisdiction(s) of residence, TIN(s) and date and place of birth (in the case of an individual) of each Reportable User and, in the case of any Entity that, after application of the due diligence procedures, is identified as having one or more Controlling Persons that is a Reportable Person, the name, address, jurisdiction(s) of residence and TIN(s) of the Entity and the name, address, jurisdiction(s) of residence, TIN(s) and date and place of birth of each Controlling Person of the Entity that is a Reportable Person, as well as the role(s) by virtue of which each such Reportable Person is a Controlling Person of the Entity; b) the name, address and identifying number (if any) of the Reporting Crypto-Asset Service Provider; c) for each type of Relevant Crypto-Asset with respect to which the Reporting CryptoAsset Service Provider has effectuated Relevant Transactions during the relevant calendar year or other appropriate reporting period: i) the full name of the type of Relevant Crypto-Asset; ii) the aggregate gross amount paid, the aggregate number of units and the number of Relevant Transactions in respect of acquisitions against Fiat Currency; iii) the aggregate gross amount received, the aggregate number of units and the number of Relevant Transactions in respect of disposals against Fiat Currency; iv) the aggregate fair market value, the aggregate number of units and the number of Relevant Transactions in respect of acquisitions against other Relevant Crypto-Assets; v) the aggregate fair market value, the aggregate number of units and the number of Relevant Transactions in respect of disposals against other Relevant Crypto-Assets; vi) the aggregate fair market value, the aggregate number of units and the number of Reportable Retail Payment Transactions; vii) the aggregate fair market value, the aggregate number of units and the number of Relevant Transactions, and subdivided by transfer type where known by the Reporting Crypto-Asset Service Provider, in respect of Transfers to the Reportable User not covered by subparagraphs c)(ii) and (iv); viii) the aggregate fair market value, the aggregate number of units and the number of Relevant Transactions, and subdivided by transfer type where known by the Reporting Crypto-Asset Service Provider, in respect of Transfers by the Reportable User not covered by subparagraphs c)(iii), (v) and (vi); and ix) the aggregate fair market value, as well as the aggregate number of units in respect of Transfers by the Reportable User effectuated by the Reporting Crypto-Asset Service Provider to wallet addresses not known by the Reporting Crypto-Asset Service Provider to be associated with a virtual asset service provider or financial institution. 6 SECTION 3 Time and Manner of Exchange of Information
With respect to paragraph 3 of Section 2, and subject to the notification procedure set out in Section 7, including the dates specified therein, information is to be exchanged commencing from the year specified in the notification pursuant to subparagraph 1a) of Section 7 within nine months after the end of the calendar year to which the information relates. Notwithstanding the foregoing sentence, information is only required to be exchanged with respect to a calendar year if both Jurisdictions have legislation in place to give effect to the Crypto-Asset Reporting Framework that requires reporting with respect to such calendar year that is consistent with the scope of exchange provided for in Section 2 and the reporting and due diligence procedures contained in the Crypto-Asset Reporting Framework.
The Competent Authorities will automatically exchange the information described in Section 2 in a common schema.
The Competent Authorities will transmit the information through the OECD Common Transmission System and in compliance with the related encryption and file preparation standards, or through another transmission method specified in the notification pursuant to subparagraph 1d) of Section 7. SECTION 4 Collaboration on Compliance and Enforcement A Competent Authority will notify the other Competent Authority when the first-mentioned Competent Authority has reason to believe that an error may have led to incorrect or incomplete information reporting or there is non-compliance by a Reporting Crypto-Asset Service Provider with the applicable reporting requirements and due diligence procedures consistent with the Crypto-Asset Reporting Framework. The notified Competent Authority will take all appropriate measures available under its domestic law to address the errors or non-compliance described in the notice. SECTION 5 Confidentiality and Data Safeguards
All information exchanged is subject to the confidentiality rules and other safeguards provided for in the amended or original Convention, as applicable, including the provisions limiting the use of the information exchanged and, to the extent needed to ensure the necessary level of protection of personal data, in accordance with the safeguards which may be specified by the supplying Competent Authority as required under its domestic law and as set out in the notification pursuant to subparagraph 1e) of Section 7. 7
A Competent Authority will notify the Co-ordinating Body Secretariat immediately regarding any breach of confidentiality or failure of safeguards and any sanctions and remedial actions consequently imposed. The Co-ordinating Body Secretariat will notify all Competent Authorities with respect to which this is an Agreement in effect with the first mentioned Competent Authority. SECTION 6 Consultations and Amendments
If any difficulties in the implementation or interpretation of this Agreement arise, a Competent Authority may request consultations with one or more of the Competent Authorities to develop appropriate measures to ensure that this Agreement is fulfilled. The Competent Authority that requested the consultations shall ensure that the Co-ordinating Body Secretariat is notified of any appropriate measures that were developed and the Coordinating Body Secretariat will notify all Competent Authorities, even those that did not participate in the consultations, of any measures that were developed.
This Agreement may be amended by consensus by written agreement of all of the Competent Authorities. Unless otherwise agreed upon, such an amendment is effective on the first day of the month following the expiration of a period of one month after the date of the last signature of such written agreement. SECTION 7 General Terms
A Competent Authority must provide, at the time of signature of this Agreement or as soon as possible thereafter, notifications to the Co-ordinating Body Secretariat: a) confirming that its Jurisdiction has the necessary laws in place to give effect to the CryptoAsset Reporting Framework and specifying the relevant effective dates, or any period of provisional application of the Agreement due to pending national legislative procedures (if any); b) confirming whether the Jurisdiction is to be listed as a non-reciprocal Jurisdiction; c) requesting consent from the other Competent Authorities to use the information received for the assessment, collection or recovery of, the enforcement or prosecution in respect of, or the determination of appeals in relation to taxes with respect to which its Jurisdiction made a reservation pursuant to subparagraph 1(a) of Article 30 of the Convention and, if so, specifying these taxes and confirming that the use will be in line with the terms of the Convention; d) specifying one or more alternative methods, if any, for data transmission including encryption; e) specifying safeguards, if any, for the protection of personal data; f) confirming that it has in place adequate measures to ensure the required confidentiality and data safeguards standards are met; and 8 g) a list of the Jurisdictions of the Competent Authorities with respect to which it intends to have this Agreement in effect, following national legislative procedures for entry into force (if any). Competent Authorities must notify the Co-ordinating Body Secretariat, promptly, of any subsequent change to be made to the above-mentioned notifications.
This Agreement will come into effect between two Competent Authorities on the date on which the second of the two Competent Authorities has provided notification to the Co-ordinating Body Secretariat under paragraph 1, of this Section, including listing the other Competent Authority’s Jurisdiction pursuant to subparagraph 1g) of this Section.
The Co-ordinating Body Secretariat will maintain a list that will be published on the OECD website of the Competent Authorities that have signed the Agreement and between which Competent Authorities this is an Agreement in effect.
The Co-ordinating Body Secretariat will publish on the OECD website the information provided by Competent Authorities pursuant to subparagraphs 1a), b) and e) of this Section. The information provided pursuant to subparagraphs 1c), d), f) and g) of this Section will be made available to other signatories upon request in writing to the Coordinating Body Secretariat.
A Competent Authority may suspend the exchange of information under this Agreement by giving notice in writing to another Competent Authority that it has determined that there is or has been significant noncompliance by the second-mentioned Competent Authority with this Agreement. Such suspension will have immediate effect. For the purposes of this paragraph, significant non-compliance includes, but is not limited to, non-compliance with the confidentiality and data safeguard provisions of this Agreement and the Convention, or a failure by the Competent Authority to provide timely or adequate information as required under this Agreement.
A Competent Authority may terminate its participation in this Agreement, or with respect to a particular Competent Authority, by giving notice of termination in writing to the Co-ordinating Body Secretariat. Unless specified otherwise by the Competent Authority, such termination will become effective on the first day of the month following the expiration of a period of 12 months after the date of the notice of termination. In the event of termination, all information previously received under this Agreement will remain confidential and subject to the terms of the Convention. SECTION 8 Co-ordinating Body Secretariat Unless otherwise provided for in the Agreement, the Co-ordinating Body Secretariat will notify all Competent Authorities of any notifications that it has received under this 9 Agreement and will provide a notice to all signatories of the Agreement when a new Competent Authority signs the Agreement. Done in English and French, both texts being equally authentic. 10 ACCORD MULTILATÉRAL ENTRE AUTORITÉS COMPÉTENTES CONCERNANT L’ÉCHANGE AUTOMATIQUE DE RENSEIGNEMENTS RELATIFS AU CADRE DE DÉCLARATION APPLICABLE AUX CRYPTO-ACTIFS Considérant que les Juridictions des signataires du présent Accord multilatéral entre autorités compétentes concernant l’échange automatique de renseignements relatifs au Cadre de déclaration des Crypto-actifs (l’« Accord ») sont des Parties à la Convention concernant l’assistance administrative mutuelle en matière fiscale ou à la Convention concernant l’assistance administrative mutuelle en matière fiscale telle que modifiée par le Protocole portant modification de la Convention concernant l’assistance administrative mutuelle en matière fiscale (conjointement la « Convention » ; individuellement la « Convention originale » ou la « Convention modifiée » respectivement) ; Considérant que les Juridictions ont l’intention d’améliorer le respect des obligations fiscales à l’échelle internationale en approfondissant davantage leur relation concernant l’assistance mutuelle en matière fiscale ; Considérant que le Cadre de déclaration des Crypto-actifs a été élaboré par l’OCDE, en collaboration avec les pays du G20, pour lutter contre l’évasion et la fraude fiscales et améliorer la discipline fiscale ; Considérant que la législation des Juridictions respectives impose ou est censée imposer aux Prestataires de services sur Crypto-actifs déclarants de communiquer des informations concernant certains Crypto-actifs et de suivre les procédures de diligence raisonnable qui s’y rattachent, conformément à la portée des échanges définie à la section 2 du présent Accord et aux procédures de déclaration et de diligence raisonnable énoncées dans le Cadre de déclaration des Crypto-actifs ; Considérant que la législation des Juridictions doit être modifiée périodiquement afin de tenir compte des mises à jour du Cadre de déclaration des Crypto-actifs, et qu’une fois ces modifications promulguées par une Juridiction, l’expression « Cadre de déclaration des Crypto-actifs » est réputée faire référence à la version mise à jour pour cette Juridiction ; Considérant que le chapitre III de la Convention autorise l’échange de renseignements à des fins fiscales, y compris de manière automatique, et autorise les autorités compétentes des Juridictions à définir les procédures à appliquer à ces échanges automatiques ; Considérant que l’article 6 de la Convention prévoit que deux ou plusieurs Parties peuvent convenir mutuellement d’échanger automatiquement certains renseignements, et que l’échange effectif des renseignements s’effectuera sur une base bilatérale entre Autorités compétentes ; Considérant que les Juridictions ont mis en place (i) les protections adéquates pour faire en sorte que les renseignements reçus conformément au présent Accord restent confidentiels et soient utilisés uniquement aux fins prévues par la Convention, et (ii) les infrastructures nécessaires à un échange efficace (y compris les processus garantissant un échange de renseignements en temps voulu, exact et confidentiel, des communications efficaces et fiables, et les moyens permettant de résoudre rapidement les questions et préoccupations relatives aux échanges ou aux demandes d’échanges et d’appliquer les dispositions de la section 4 du présent Accord) ; Considérant que les Autorités compétentes des Juridictions ont l’intention de conclure le présent Accord afin d’améliorer le respect des obligations fiscales à l’échelle internationale, en ce qui concerne les Crypto-actifs, sur la base d’échanges automatiques en application de 11 la Convention, sans préjudice des procédures législatives nationales (éventuelles), et sous réserve de la confidentialité, de la protection des données et des garanties prévues par la Convention, y compris les dispositions qui limitent l’utilisation des renseignements échangés en vertu de celle-ci ; Les Autorités compétentes sont convenues des dispositions suivantes : SECTION 1 Définitions
Aux fins de l’Accord, les expressions et termes suivants ont le sens défini ci-après : a) Le terme « Juridiction » désigne un pays ou un territoire pour lequel la Convention est en vigueur ou a pris effet au titre de la Convention originale ou modifiée, respectivement, par signature et ratification conformément à l’article 28, ou par extension territoriale conformément à l’article 29, et qui est signataire du présent Accord ; b) L’expression « Autorité compétente » désigne, pour chaque Juridiction respective, les personnes et autorités énumérées à l’annexe B de la Convention ; c) L’expression « Cadre de déclaration des Crypto-actifs » désigne le cadre international régissant l’échange automatique de renseignements relatifs aux Crypto-actifs (Commentaires compris) élaboré par l’OCDE en collaboration avec les pays du G20 ; d) L’expression « Secrétariat de l’Organe de coordination » désigne le Secrétariat de l’OCDE qui, conformément au paragraphe 3 de l’article 24 de la Convention, appuie l’Organe de coordination, qui est composé de représentants des Autorités compétentes des Parties à la Convention ; e) L’expression « Accord qui a pris effet » désigne, pour deux Autorités compétentes, quelles qu’elles soient, le fait que l’une et l’autre ont adressé au Secrétariat de l’Organe de coordination la notification visée au paragraphe 1 de la section 7, chaque Autorité compétente ayant inscrit la Juridiction de l’autre Autorité compétente sur la liste, conformément à l’alinéa 1g) de la section 7. La liste des Autorités compétentes pour lesquelles le présent Accord a pris effet sera publiée sur le site Internet de l’OCDE.
Tout terme en majuscule qui n’est pas défini dans le présent Accord a le sens que lui attribue au moment considéré la législation de la Juridiction qui applique l’Accord, cette définition étant conforme à celle figurant dans le Cadre de déclaration des Crypto-actifs. Tout terme qui n’est pas défini dans le présent Accord ou dans le Cadre de déclaration des Crypto-actifs a, sauf si le contexte exige une interprétation différente ou si les Autorités compétentes s’entendent sur une signification commune (comme le prévoit le droit national), le sens que lui attribue au moment considéré la législation de la Juridiction qui applique le présent Accord, toute définition figurant dans la législation fiscale applicable de cette Juridiction l’emportant sur une définition contenue dans une autre législation de la même Juridiction. 12 SECTION 2 Échange de renseignements concernant les Personnes devant faire l’objet d’une déclaration
Conformément aux dispositions des articles 6 et 22 de la Convention modifiée ou originale, selon le cas, et sous réserve des règles applicables en matière de déclaration et de diligence raisonnable définies dans le Cadre de déclaration des Crypto-actifs, chaque Autorité compétente échangera chaque année avec les autres Autorités compétentes, de manière automatique, les renseignements obtenus conformément à ces règles et précisés dans le paragraphe 3.
Nonobstant le paragraphe 1, les Autorités compétentes des Juridictions qui ont indiqué qu’elles doivent être inscrites sur la liste des juridictions pour lesquelles il n’y a pas de réciprocité, en adressant la notification prévue à l’alinéa 1b) de la section 7, transmettront mais ne recevront pas les renseignements visés au paragraphe 3. Les Juridictions qui ne sont pas inscrites sur la liste des Juridictions pour lesquelles il n’y a pas de réciprocité recevront les informations visées au paragraphe 3, mais ne les transmettront pas aux Juridictions figurant sur cette liste.
Les renseignements qui doivent être échangés, concernant chaque Personne devant faire l’objet d’une déclaration d’une autre Juridiction, sont les suivants : a) Le nom, l’adresse, la ou les juridiction(s) de résidence, le NIF, la date et le lieu de naissance (pour une personne physique) de chaque Utilisateur soumis à déclaration et, dans le cas d’une Entité pour laquelle, après application des procédures de diligence raisonnable, il apparaît qu’une ou plusieurs Personnes qui en détiennent le contrôle sont des Personnes devant faire l’objet d’une déclaration, le nom, l’adresse, la ou les juridiction(s) de résidence et le NIF de cette Entité et le nom, l’adresse, la ou les juridiction(s) de résidence, le NIF et les date et lieu de naissance de chaque Personne détenant le contrôle de l’Entité qui est une Personne devant faire l’objet d’une déclaration, ainsi que la ou les fonction(s) au titre de la/desquelles chacune des Personnes devant faire l’objet d’une déclaration est une Personne détenant le contrôle de l’Entité ; b) Le nom, l’adresse et le numéro d’identification (éventuel) du Prestataire de services sur Crypto-actifs déclarant ; c) Pour chaque type de Crypto-actif concerné pour lequel le Prestataire de services sur Crypto-actifs déclarant a effectué des Transactions concernées au cours de l’année civile considérée ou de toute autre période de référence adéquate : i) Le nom complet du type de Crypto-actif concerné ; ii) Le montant brut total acquitté, le nombre total d’unités et le nombre de Transactions concernées portant sur des acquisitions en contrepartie de Monnaies fiduciaires ; iii) Le montant brut total reçu, le nombre total d’unités et le nombre de Transactions concernées portant sur des cessions en contrepartie de Monnaies fiduciaires ; 13 iv) La juste valeur marchande totale, le nombre total d’unités et le nombre de Transactions concernées portant sur des acquisitions en contrepartie d’autres Crypto-actifs concernés ; v) La juste valeur marchande totale, le nombre total d’unités et le nombre de Transactions concernées portant sur des cessions en contrepartie d’autres Crypto-actifs concernés ; vi) La juste valeur marchande totale, le nombre total d’unités et le nombre des Transactions de paiement au détail déclarables ; vii) La juste valeur marchande totale, le nombre total d’unités et le nombre de Transactions concernées portant sur les transferts vers l’Utilisateur soumis à déclaration non couvert par les alinéas c)(ii) et (iv), réparties par type de transfert dès lors que le Prestataire de services sur Crypto-actifs déclarant a connaissance de cette information ; viii) La juste valeur marchande totale, le nombre total d’unités et le nombre de Transactions concernées portant sur des Transferts par l’Utilisateur soumis à déclaration non couvert par les alinéas c)(iii), (v) et (vi), réparties par type de transfert dès lors que le Prestataire de services sur Crypto-actifs déclarant a connaissance de cette information ; ix) La juste valeur marchande totale, ainsi que le nombre total d’unités correspondant aux Transferts de l’Utilisateur soumis à déclaration effectués par le Prestataire de services sur Crypto-actifs déclarant vers des adresses de portefeuille dont le Prestataire déclarant n’a pas connaissance de ce qu’elles sont associées à un prestataire de services liés aux actifs virtuels ou à une Institution financière. SECTION 3 Calendrier et modalités des échanges de renseignements
En ce qui concerne le paragraphe 3 de la section 2, et sous réserve de la procédure de notification prévue à la section 7, y compris les dates qui y sont énoncées, les renseignements doivent être échangés à partir de l’année indiquée dans la notification, conformément à l’alinéa 1a) de la section 7, dans les neuf mois suivant la fin de l’année civile à laquelle ils se rapportent. Nonobstant la phrase précédente, l’obligation d’échanger les renseignements pour une année civile s’applique uniquement si les deux juridictions sont dotées d’une législation donnant effet au Cadre de déclaration des Crypto-actifs qui prévoit la communication d’informations pour cette année civile conformément à la portée de l’échange définie à la section 2 et aux procédures de déclaration et de diligence raisonnable stipulées dans le Cadre de déclaration des Crypto-actifs.
Les Autorités compétentes échangeront automatiquement les renseignements décrits à la section 2 selon un schéma commun.
Les Autorités compétentes transmettront les renseignements par l’intermédiaire du Système commun de transmission de l’OCDE, et conformément aux normes de cryptage et de préparation des fichiers afférentes, ou par l’intermédiaire d’une autre méthode de transmission précisée dans la notification conformément à l’alinéa 1d) de la section 7. 14 SECTION 4 Collaboration en matière d’application et de mise en œuvre Une Autorité compétente transmet une notification à l’Autorité compétente de l’autre partie lorsque la première Autorité compétente a des raisons de croire qu’une erreur peut avoir eu pour conséquence la communication de renseignements erronés ou incomplets ou qu’un Prestataire de services sur Crypto- actifs déclarant ne respecte pas les obligations déclaratives en vigueur et les procédures de diligence raisonnable définies dans le Cadre de déclaration des Crypto-actifs. L’Autorité compétente ainsi informée applique toutes les dispositions appropriées de son droit interne pour corriger ces erreurs ou remédier aux manquements décrits dans la notification. SECTION 5 Confidentialité et protection des données
Tous les renseignements échangés sont soumis aux obligations de confidentialité et autres protections prévues par la Convention modifiée ou originale, selon le cas, y compris aux dispositions qui limitent l’utilisation des renseignements échangés et, dans la mesure où cela est nécessaire pour garantir le degré requis de protection des données personnelles, conformément aux protections qui peuvent être exigées par l’Autorité compétente qui communique les données en vertu de son droit interne et spécifiées dans la notification prévue par l’alinéa 1e) de la section 7.
Chaque Autorité compétente notifiera immédiatement au Secrétariat de l’Organe de coordination toute violation de l’obligation de confidentialité ou des protections et l’informera de toute sanction et action corrective qui en résultent. Le Secrétariat de l’Organe de coordination informera toutes les Autorités compétentes pour lesquelles cet Accord a pris effet avec la première Autorité compétente mentionnée. SECTION 6 Consultations et modifications
En cas de difficulté dans l’application ou l’interprétation du présent Accord, chaque Autorité compétente peut solliciter des consultations avec une ou plusieurs Autorités compétentes en vue d’élaborer des mesures appropriées pour garantir l’exécution du présent Accord. L’Autorité compétente qui a sollicité les consultations doit veiller à ce que le Secrétariat de l’Organe de coordination soit informé de toutes mesures appropriées ainsi élaborées, et le Secrétariat de l’Organe de coordination informera l’ensemble des Autorités compétentes, même celles qui n’ayant pas pris part aux consultations, de ces mesures. 15
Le présent Accord peut être modifié, par consensus, par accord écrit de toutes les Autorités compétentes. Sauf disposition contraire, une telle modification prend effet le premier jour du mois suivant l’expiration d’une période d’un mois après la date de la dernière signature d’un tel accord écrit. SECTION 7 Conditions générales
Une Autorité compétente doit, au moment de la signature du présent Accord ou le plus tôt possible par la suite, adresser une notification au Secrétariat de l’Organe de coordination : a) Confirmant que sa Juridiction a mis en place la législation nécessaire pour donner effet au Cadre de déclaration des Crypto-actifs et précisant les dates d’entrée en vigueur correspondantes, ou toute période d’application provisoire de l’Accord en raison de procédures législatives nationales (éventuelles) en cours ; b) Confirmant que la Juridiction doit figurer dans la liste des Juridictions pour lesquelles il n’y a pas de réciprocité ; c) Demandant aux autres Autorités compétentes l’autorisation d’utiliser les renseignements reçus aux fins de l’établissement, de la perception ou du recouvrement des impôts, des procédures ou poursuites pénales concernant ces impôts ou des décisions sur les recours se rapportant à ces impôts, au titre desquels sa Juridiction a formulé une réserve conformément à l’alinéa 1(a) de l’article 30 de la Convention et, le cas échéant, précisant ces impôts et confirmant que l’utilisation sera conforme aux dispositions de la Convention ; d) Indiquant, le cas échéant, une ou plusieurs autres méthodes de transmission électronique des données, y compris le cryptage ; e) Précisant, le cas échéant, les garanties applicables à la protection des données personnelles ; f) Confirmant qu’elle a mis en place les mesures adéquates pour assurer la confidentialité requise et le respect des normes de protection des données ; et g) Précisant la liste des Juridictions des Autorités compétentes à l’égard desquelles elle a l’intention que le présent Accord prenne effet, conformément aux procédures législatives nationales concernant l’entrée en vigueur (le cas échéant). Les Autorités compétentes devront notifier rapidement au Secrétariat de l’Organe de coordination toute modification ultérieure qu’elles comptent apporter aux notifications mentionnées ci-dessus.
Le présent Accord prendra effet entre deux Autorités compétentes à la date à laquelle la seconde des deux Autorités compétentes aura adressé au Secrétariat de l’Organe de coordination la notification visée au paragraphe 1 de la présente section, chaque Autorité compétente ayant inscrit la Juridiction de l’autre Autorité compétente sur la liste conformément à l’alinéa 1g) de la présente section. 16
Le Secrétariat de l’Organe de coordination conservera et publiera sur le site web de l’OCDE une liste des Autorités compétentes qui ont signé l’Accord et entre lesquelles le présent Accord a pris effet.
Le Secrétariat de l’Organe de coordination publiera sur le site web de l’OCDE les renseignements fournis par les Autorités compétentes conformément aux alinéas 1a), b) et e) de la présente section. Les renseignements fournis conformément aux alinéas 1c), d), f) et g) de la présente section seront mis à la disposition des autres signataires sur demande écrite adressée au Secrétariat de l’Organe de coordination.
Une Autorité compétente peut suspendre l’échange de renseignements visé par le présent Accord moyennant préavis écrit adressé à une autre Autorité compétente indiquant que cette dernière commet ou a commis un manquement grave au présent Accord. Cette suspension est à effet immédiat. Aux fins du présent paragraphe, l’expression « manquement grave » désigne notamment le non-respect des dispositions relatives à la confidentialité et à la protection des données du présent Accord et de la Convention ou le fait pour l’Autorité compétente de ne pas communiquer des informations appropriées ou en temps voulu comme le prévoit le présent Accord.
Une Autorité compétente peut mettre fin à sa participation au présent Accord ou vis-à-vis d’une autre Autorité compétente moyennant un préavis écrit adressé au Secrétariat de l’Organe de coordination. Sauf indication contraire de l’Autorité compétente, cette dénonciation prend effet le premier jour du mois suivant l’expiration d’un délai de douze mois à compter de la date du préavis. En cas de dénonciation, toutes les informations déjà reçues au titre du présent Accord restent confidentielles et soumises aux dispositions de la Convention. SECTION 8 Secrétariat de l’Organe de coordination Sauf disposition contraire contenue dans l’Accord, le Secrétariat de l’Organe de coordination informera l’ensemble des Autorités compétentes de toute notification qu’il reçoit au titre du présent Accord et donnera notification à tous les signataires de l’Accord de la signature de l’Accord par une nouvelle Autorité compétente. Fait en français et en anglais, les deux textes faisant également foi. 17 ΠΟΛΥΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Επειδή, οι δικαιοδοσίες των υπογραφόντων την παρούσα Πολυμερή Συμφωνία Αρμόδιων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων (η «Συμφωνία») είναι Συμβαλλόμενα Μέρη, ή εδάφη που καλύπτονται από τη Σύμβαση για την Αμοιβαία Διοικητική Συνδρομή σε Φορολογικά Θέματα ή τη Σύμβαση για την Αμοιβαία Διοικητική Συνδρομή σε Φορολογικά Θέματα, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο για την τροποποίηση της Σύμβασης για την Αμοιβαία Διοικητική Συνδρομή σε Φορολογικά Θέματα (η «Σύμβαση»), συλλογικά η «Σύμβαση», μεμονωμένα η «αρχική Σύμβαση» ή η «τροποποιημένη Σύμβαση» αντίστοιχα, Επειδή, οι Δικαιοδοσίες προτίθενται να βελτιώσουν τη διεθνή φορολογική συμμόρφωση με την περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεών τους όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή σε φορολογικά θέματα, Επειδή, το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων αναπτύχθηκε από τον ΟΟΣΑ, με τις χώρες της G20, για την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής και της φοροδιαφυγής και τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, Επειδή, οι νόμοι των αντίστοιχων Δικαιοδοσιών απαιτούν ή αναμένεται να απαιτούν από τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με ορισμένα Κρυπτοστοιχεία και να ακολουθούν σχετικές διαδικασίες δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής της ανταλλαγής που προβλέπεται στο Τμήμα 2 της παρούσας Συμφωνίας και τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων, Επειδή, αναμένεται ότι οι νόμοι των Δικαιοδοσιών θα τροποποιούνται κατά καιρούς ώστε να αντικατοπτρίζουν τις επικαιροποιήσεις του Πλαισίου Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων και ότι μόλις οι εν λόγω τροποποιήσεις θεσπιστούν από μια Δικαιοδοσία, ο όρος Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων θα θεωρείται ότι αναφέρεται στην επικαιροποιημένη έκδοση όσον αφορά την εν λόγω Δικαιοδοσία, Επειδή το Κεφάλαιο ΙΙΙ της Σύμβασης επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σε αυτόματη βάση, και επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των Δικαιοδοσιών να συμφωνήσουν σχετικά με τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται στις εν λόγω αυτόματες ανταλλαγές, Επειδή το Άρθρο 6 της Σύμβασης προβλέπει ότι δύο ή περισσότερα Μέρη μπορούν να συμφωνήσουν αμοιβαία να ανταλλάσσουν αυτόματα συγκεκριμένες πληροφορίες, η πραγματική ανταλλαγή των πληροφοριών θα γίνεται σε διμερή βάση, Επειδή, οι Δικαιοδοσίες διαθέτουν: i) κατάλληλες διασφαλίσεις για να εξασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα Συμφωνία παραμένουν εμπιστευτικές και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τους σκοπούς που ορίζονται στη Σύμβαση αυτή και ii) την υποδομή για μια αποτελεσματική σχέση ανταλλαγής (συμπεριλαμβανομένων καθιερωμένων διαδικασιών για τη διασφάλιση της έγκαιρης, ακριβούς και εμπιστευτικής ανταλλαγής πληροφοριών, αποτελεσματικών και αξιόπιστων επικοινωνιών και δυνατοτήτων για την άμεση επίλυση ερωτήσεων και προβληματισμών σχετικά με τις ανταλλαγές ή τα αιτήματα ανταλλαγής και για τη διαχείριση των διατάξεων του Τμήματος 4 της παρούσας Συμφωνίας), 18 Επειδή, οι Αρμόδιες Αρχές των Δικαιοδοσιών επιθυμούν να συνάψουν την παρούσα Συμφωνία για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης όσον αφορά τα Κρυπτοστοιχεία με βάση την αυτόματη ανταλλαγή σύμφωνα με τη Σύμβαση, με την επιφύλαξη των εθνικών νομοθετικών διαδικασιών (εάν υπάρχουν), και με την επιφύλαξη της εμπιστευτικότητας, των εγγυήσεων δεδομένων και άλλων προστατευτικών μέτρων που προβλέπονται σε αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που περιορίζουν τη χρήση των πληροφοριών που ανταλλάσσονται βάσει της Σύμβασης, Τώρα, ως εκ τούτου, οι Αρμόδιες Αρχές συμφώνησαν τα ακόλουθα:
ΤΜΗΜΑ 1
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της Συμφωνίας, οι ακόλουθοι όροι έχουν τις ακόλουθες έννοιες:
- α) ο όρος «Δικαιοδοσία» σημαίνει χώρα ή έδαφος για το οποίο η Σύμβαση είναι σε ισχύ ή
σε εφαρμογή σύμφωνα με την αρχική ή την τροποποιημένη Σύμβαση, αντίστοιχα, είτε μέσω υπογραφής και επικύρωσης σύμφωνα με το Άρθρο 28, είτε μέσω εδαφικής επέκτασης σύμφωνα με το Άρθρο 29, και το οποίο έχει υπογράψει την παρούσα Συμφωνία.
- β) ο όρος «Αρμόδια Αρχή» σημαίνει, για κάθε αντίστοιχη Δικαιοδοσία, τα πρόσωπα και τις
αρχές που απαριθμούνται στο Παράρτημα Β της Σύμβασης.
- γ) ο όρος «Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων» σημαίνει το διεθνές πλαίσιο για την
αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα Κρυπτοστοιχεία (το οποίο περιλαμβάνει τα Σχόλια) που έχει αναπτύξει ο ΟΟΣΑ, με τις χώρες της G20.
- δ) ο όρος «Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου» σημαίνει τη Γραμματεία του ΟΟΣΑ που,
σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Άρθρου 24 της Σύμβασης, παρέχει υποστήριξη στο συντονιστικό όργανο που αποτελείται από εκπροσώπους των αρμόδιων αρχών των Μερών της Σύμβασης.
- ε) ο όρος «Συμφωνία σε ισχύ» σημαίνει, σε σχέση με δύο οποιεσδήποτε Αρμόδιες Αρχές,
ότι και οι δύο Αρμόδιες Αρχές έχουν παράσχει κοινοποίηση στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Τμήματος 7, συμπεριλαμβανομένης της καταχώρισης της Δικαιοδοσίας της άλλης Αρμόδιας Αρχής σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1ζ) του Τμήματος 7. Ο κατάλογος των Αρμόδιων Αρχών μεταξύ των οποίων ισχύει η παρούσα Συμφωνία δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του ΟΟΣΑ.
Κάθε όρος με κεφαλαίο που δεν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα Συμφωνία θα έχει την έννοια που έχει εκείνη τη στιγμή σύμφωνα με το δίκαιο της Δικαιοδοσίας που εφαρμόζει τη Συμφωνία, η οποία έννοια συνάδει με την έννοια που ορίζεται στο Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων. Κάθε όρος που δεν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα Συμφωνία ή στο Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων, εκτός εάν τα συμφραζόμενα απαιτούν διαφορετικά ή οι Αρμόδιες Αρχές συμφωνήσουν σε μια κοινή έννοια (όπως επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο), θα έχει την έννοια που έχει εκείνη τη στιγμή σύμφωνα με το δίκαιο της Δικαιοδοσίας που εφαρμόζει την παρούσα Συμφωνία, οποιαδήποτε έννοια σύμφωνα με τους ισχύοντες φορολογικούς νόμους της εν λόγω Δικαιοδοσίας υπερισχύει της έννοιας που δίνεται στον όρο σύμφωνα με άλλους νόμους της εν λόγω Δικαιοδοσίας.
TΜΗΜΑ 2
Ανταλλαγή Πληροφοριών όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα
Σύμφωνα με τις διατάξεις των Άρθρων 6 και 22 της τροποποιημένης ή της αρχικής Σύμβασης, ανάλογα με την περίπτωση, και με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων 19 υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που συνάδουν με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων, κάθε Αρμόδια Αρχή θα ανταλλάσσει ετησίως με τις άλλες Αρμόδιες Αρχές σε αυτόματη βάση τις πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες και προσδιορίζονται στην παράγραφο 3.
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι Αρμόδιες Αρχές των Δικαιοδοσιών που έχουν δηλώσει ότι πρόκειται να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των μη αμοιβαίων δικαιοδοσιών βάσει της κοινοποίησής τους σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1β) του Τμήματος 7, θα αποστέλλουν, αλλά δεν θα λαμβάνουν, τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο 3. Οι Δικαιοδοσίες που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των μη αμοιβαίων Δικαιοδοσιών θα λαμβάνουν τις πληροφορίες που καθορίζονται στην παράγραφο 3, αλλά δεν θα αποστέλλουν τις πληροφορίες αυτές στις Δικαιοδοσίες που περιλαμβάνονται στον προαναφερόμενο κατάλογο των μη αμοιβαίων Δικαιοδοσιών.
Οι πληροφορίες που πρέπει να ανταλλάσσονται είναι, όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο άλλης Δικαιοδοσίας: (α) το όνομα, η διεύθυνση, η δικαιοδοσία(ες) κατοικίας, ο/οι ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου) κάθε Δηλωτέου Χρήστη και, στην περίπτωση κάθε Οντότητας που, μετά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, εντοπίζεται ότι έχει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, η επωνυμία, η διεύθυνση, η δικαιοδοσία(ες) κατοικίας και ο / οι ΑΦΜ της Οντότητας και το όνομα, η διεύθυνση, η δικαιοδοσία(ες) κατοικίας, ο/οι ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης κάθε Ελέγχοντος Προσώπου της Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, καθώς και ο ρόλος(οι) βάσει του οποίου κάθε τέτοιο Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας, (β) η επωνυμία, η διεύθυνση και ο αριθμός αναγνώρισης (εάν υπάρχει) του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, (γ) για κάθε είδος Σχετικού Κρυπτοστοιχείου σε σχέση με το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων έχει πραγματοποιήσει Σχετικές Συναλλαγές κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου αναφοράς: i) η πλήρης ονομασία του είδους του Σχετικού Κρυπτοστοιχείου, ii) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος, iii) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος, iv) η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων Σχετικών Κρυπτοστοιχείων, v) η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων Σχετικών Κρυπτοστοιχείων, vi) η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των Δηλωτέων Συναλλαγών Πληρωμών Λιανικής, vii) η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των Σχετικών Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις στον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπαραγράφους γ) (ii) και (iv), 20 viii) η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των Σχετικών Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις από τον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπαραγράφους γ) (iii), (v) και (vi)· και ix) η συνολική πραγματική εμπορική αξία, καθώς και ο συνολικός αριθμός μονάδων όσον αφορά Μεταβιβάσεις από τον Δηλωτέο Χρήστη που πραγματοποιεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε διευθύνσεις πορτοφολιού που δεν είναι γνωστό στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων ότι συνδέονται με πάροχο υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
ΤΜΗΜΑ 3
Χρόνος και Τρόπος Ανταλλαγής Πληροφοριών
Όσον αφορά την παράγραφο 3 του Τμήματος 2 και με την επιφύλαξη της διαδικασίας κοινοποίησης που ορίζεται στο Τμήμα 7, συμπεριλαμβανομένων των ημερομηνιών που ορίζονται σε αυτό, οι πληροφορίες πρέπει να ανταλλάσσονται αρχής γενομένης από το έτος που ορίζεται στην κοινοποίηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1 α) του Τμήματος 7 εντός εννέα μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους το οποίο αφορούν οι πληροφορίες. Κατά παρέκκλιση από το προηγούμενο εδάφιο, η ανταλλαγή πληροφοριών σε σχέση με ένα ημερολογιακό έτος απαιτείται μόνο εάν και οι δύο Δικαιοδοσίες διαθέτουν νομοθεσία για την εφαρμογή του Πλαισίου Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων που απαιτεί την υποβολή στοιχείων σχετικά με το εν λόγω ημερολογιακό έτος που συνάδει με το πεδίο ανταλλαγής που προβλέπεται στο Τμήμα 2 και τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που περιέχονται στο Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων.
Οι Αρμόδιες Αρχές ανταλλάσσουν αυτόματα τις πληροφορίες που περιγράφονται στο Τμήμα 2 σε ένα κοινό σχήμα.
Οι Αρμόδιες Αρχές διαβιβάζουν τις πληροφορίες μέσω του Κοινού Συστήματος Διαβίβασης του ΟΟΣΑ και σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα κρυπτογράφησης και προετοιμασίας αρχείων ή μέσω άλλης μεθόδου διαβίβασης που καθορίζεται στην κοινοποίηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1δ) του Τμήματος 7.
ΤΜΗΜΑ 4
Συνεργασία για τη Συμμόρφωση και την Επιβολή Μια Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την άλλη Αρμόδια Αρχή όταν η πρώτη Αρμόδια Αρχή έχει λόγους να πιστεύει ότι ένα σφάλμα ενδέχεται να έχει οδηγήσει σε εσφαλμένη ή ελλιπή αναφορά πληροφοριών ή σε μη συμμόρφωση Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που συνάδουν με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων. Η Αρμόδια Αρχή στην οποία απευθύνεται η γνωστοποίηση λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που είναι διαθέσιμα βάσει της εθνικής της νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των σφαλμάτων ή της μη συμμόρφωσης που περιγράφονται στη γνωστοποίηση.
ΤΜΗΜΑ 5
Εμπιστευτικότητα και Διασφάλιση Δεδομένων
Όλες οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται υπόκεινται στους κανόνες εμπιστευτικότητας και άλλες διασφαλίσεις που προβλέπονται στην τροποποιημένη ή αρχική Σύμβαση, 21 ανάλογα με την περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που περιορίζουν τη χρήση των ανταλλασσόμενων πληροφοριών και, στον βαθμό που απαιτείται για την εξασφάλιση του αναγκαίου επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις που μπορεί να καθορίσει η Αρμόδια Αρχή που παρέσχε τα δεδομένα, όπως απαιτείται από το εθνικό της δίκαιο και όπως ορίζεται στην κοινοποίηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1ε) του Τμήματος 7.
Μια Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως τη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου σχετικά με οποιαδήποτε παραβίαση της εμπιστευτικότητας ή παράλειψη διασφαλίσεων και τυχόν κυρώσεις και διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται κατά συνέπεια. Η Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου ενημερώνει όλες τις Αρμόδιες Αρχές για τις οποίες ισχύει Συμφωνία με την πρώτη Αρμόδια Αρχή που αναφέρεται.
ΤΜΗΜΑ 6
Διαβουλεύσεις και Τροποποιήσεις
Εάν προκύψουν δυσκολίες στην εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας Συμφωνίας, μια Αρμόδια Αρχή μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις με μία ή περισσότερες από τις Αρμόδιες Αρχές για την ανάπτυξη κατάλληλων μέτρων για να εξασφαλιστεί η τήρηση της παρούσας Συμφωνίας. Η Αρμόδια Αρχή που ζήτησε τις διαβουλεύσεις διασφαλίζει ότι η Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου ενημερώνεται για τυχόν κατάλληλα μέτρα που αναπτύχθηκαν και η Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου κοινοποιεί σε όλες τις Αρμόδιες Αρχές, ακόμη και σε εκείνες που δεν συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις, τυχόν μέτρα που αναπτύχθηκαν.
Η παρούσα Συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί με συναίνεση κατόπιν γραπτής συμφωνίας όλων των Αρμόδιων Αρχών. Εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά, η τροποποίηση αυτή τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη λήξη περιόδου ενός μηνός μετά την ημερομηνία της τελευταίας υπογραφής της εν λόγω γραπτής συμφωνίας.
ΤΜΗΜΑ 7
Γενικοί Όροι
Μια Αρμόδια Αρχή πρέπει να παρέχει, κατά την υπογραφή της παρούσας Συμφωνίας ή το συντομότερο δυνατόν μετά από αυτήν, κοινοποιήσεις στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου:
- α) επιβεβαιώνοντας ότι η Δικαιοδοσία της διαθέτει τους απαραίτητους νόμους για την
εφαρμογή του Πλαισίου Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων και προσδιορίζοντας τις σχετικές ημερομηνίες έναρξης ισχύος ή οποιαδήποτε περίοδο προσωρινής εφαρμογής της Συμφωνίας λόγω εκκρεμών εθνικών νομοθετικών διαδικασιών (εάν υπάρχουν),
- β) επιβεβαιώνοντας εάν η Δικαιοδοσία πρέπει να καταχωριστεί ως μη αμοιβαία
Δικαιοδοσία,
- γ) ζητώντας τη συγκατάθεση των άλλων Αρμόδιων Αρχών για τη χρήση των πληροφοριών
που λαμβάνονται για την εκτίμηση, είσπραξη ή ανάκτηση, την επιβολή ή τη δίωξη ή την εκδίκαση προσφυγών σε σχέση με φόρους για τους οποίους η Δικαιοδοσία της διατύπωσε επιφύλαξη σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1 α) του Άρθρου 30 της Σύμβασης και εάν ναι, προσδιορίζοντας αυτούς τους φόρους και επιβεβαιώνοντας ότι η χρήση θα είναι σύμφωνη με τους όρους της Σύμβασης,
- δ) προσδιορίζοντας μία ή περισσότερες εναλλακτικές μεθόδους, εάν υπάρχουν, για τη
διαβίβαση δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της κρυπτογράφησης, 22
- ε) καθορίζοντας τυχόν εγγυήσεις για την προστασία των δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα,
- στ) επιβεβαιώνοντας ότι διαθέτει επαρκή μέτρα για τη διασφάλιση της τήρησης των
απαιτούμενων προτύπων εμπιστευτικότητας και διασφάλισης των δεδομένων, και
- ζ) έναν κατάλογο των Δικαιοδοσιών των Αρμόδιων Αρχών σε σχέση με τις οποίες προτίθεται
να θέσει σε ισχύ την παρούσα Συμφωνία, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές διαδικασίες για την έναρξη ισχύος (εάν υπάρχουν). Οι Αρμόδιες Αρχές πρέπει να κοινοποιούν αμέσως στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου κάθε μεταγενέστερη αλλαγή που πρέπει να επέλθει στις προαναφερόμενες κοινοποιήσεις.
Η παρούσα Συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ δύο Αρμόδιων Αρχών την ημερομηνία κατά την οποία η δεύτερη από τις δύο Αρμόδιες Αρχές έχει προβεί σε κοινοποίηση στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος Τμήματος, συμπεριλαμβανομένης της καταχώρισης της Δικαιοδοσίας της άλλης Αρμόδιας Αρχής σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1ζ) του παρόντος Τμήματος.
Η Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου τηρεί κατάλογο που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του ΟΟΣΑ των Αρμόδιων Αρχών που έχουν υπογράψει τη Συμφωνία και μεταξύ των οποίων Αρμόδιων Αρχών αυτή αποτελεί μια ισχύουσα Συμφωνία.
Η Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου δημοσιεύει στον ιστότοπο του ΟΟΣΑ τις πληροφορίες που παρέχονται από τις Αρμόδιες Αρχές σύμφωνα με τις υποπαραγράφους 1α), β) και ε) του παρόντος Τμήματος. Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με τις υποπαραγράφους 1γ), δ), στ) και ζ) του παρόντος Τμήματος τίθενται στη διάθεση των άλλων υπογραφόντων κατόπιν γραπτού αιτήματος στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου.
Μια Αρμόδια Αρχή μπορεί να αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών βάσει της παρούσας Συμφωνίας ειδοποιώντας γραπτώς μια άλλη Αρμόδια Αρχή ότι διαπίστωσε ότι υφίσταται ή υπήρξε σημαντική μη συμμόρφωση της δεύτερης Αρμόδιας Αρχής με την παρούσα Συμφωνία. Η σχετική αναστολή θα έχει άμεση ισχύ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η σημαντική μη συμμόρφωση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη μη συμμόρφωση με τις διατάξεις περί εμπιστευτικότητας και διασφάλισης δεδομένων της παρούσας Συμφωνίας και της Σύμβασης ή την παράλειψη της Αρμόδιας Αρχής να παράσχει έγκαιρες ή επαρκείς πληροφορίες, όπως απαιτείται βάσει της παρούσας Συμφωνίας.
Μια Αρμόδια Αρχή μπορεί να τερματίσει τη συμμετοχή της στην παρούσα Συμφωνία, ή σε σχέση με συγκεκριμένη Αρμόδια Αρχή, κοινοποιώντας εγγράφως την καταγγελία στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από την Αρμόδια Αρχή, η εν λόγω καταγγελία θα τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί τη λήξη περιόδου 12 μηνών μετά την ημερομηνία της ειδοποίησης καταγγελίας. Σε περίπτωση καταγγελίας, όλες οι πληροφορίες που έχουν ληφθεί προηγουμένως βάσει της παρούσας Συμφωνίας θα παραμείνουν εμπιστευτικές και θα υπόκεινται στους όρους της Σύμβασης.
ΤΜΗΜΑ 8
Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη Συμφωνία, η Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου γνωστοποιεί σε όλες τις Αρμόδιες Αρχές τυχόν κοινοποιήσεις που έχει λάβει βάσει της παρούσας Συμφωνίας και ειδοποιεί όλους τους υπογράφοντες τη Συμφωνία όταν μια νέα Αρμόδια Αρχή υπογράφει τη Συμφωνία. 23 Συνετάχθη στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα και αμφότερα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. 24
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Άρθρο δεύτερο Καθορισμός αρμόδιας αρχής, περιορισμοί και διαδικασία κοινοποίησης στοιχείων
Ως Αρμόδια Αρχή της Ελλάδας που ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών (ΠΣΑΑ) για την Αυτόματη Ανταλλαγή Πληροφοριών σύμφωνα με το Πλαίσιο Αναφοράς Κρυπτοστοιχείων, με την επιφύλαξη των παρ. 1, 5 και 6 του Τμήματος 7 της ΠΣΑΑ, ορίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).
Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.:
- α) να αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών βάσει της ΠΣΑΑ, ειδοποιώντας εγγράφως μια άλλη Αρμόδια
Αρχή, και
- β) να τερματίσει τη συμμετοχή της Ελλάδας στην ΠΣΑΑ, ή σε σχέση με συγκεκριμένη Αρμόδια Αρχή,
κοινοποιώντας εγγράφως την καταγγελία στη Γραμματεία Συντονιστικού Οργάνου της περ. δ) της παρ. 1 του Τμήματος 1 της ΠΣΑΑ, σύμφωνα με τις παρ. 5 και 6 του Τμήματος 7 της ΠΣΑΑ, αντίστοιχα.
Για τα ημερολογιακά έτη από την 1η Ιανουαρίου 2026 και εξής, η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής και εντός της προθεσμίας της παρ. 1 του Τμήματος 3 της ΠΣΑΑ, τις πληροφορίες της παρ. 3 του Τμήματος 2, που αφορούν Δηλωτέα Πρόσωπα στις Αρμόδιες Αρχές των Δικαιοδοσιών με τις οποίες η ΠΣΑΑ είναι σε ισχύ δυνάμει της παρ. 2 του Τμήματος 7 της ΠΣΑΑ, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της.
Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων της παρ. Β του άρθρου έβδομου υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Αρμόδια Αρχή τις πληροφορίες του άρθρου πέμπτου, σύμφωνα με τους κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου.
Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούνται να θεσπίζουν ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά εσωτερικά συστήματα και διαδικασίες συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ΠΣΑΑ και το Κεφάλαιο Β΄ του παρόντος. Άρθρο τρίτο Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Όλες οι ανταλλαγές πληροφοριών δυνάμει της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών (ΠΣΑΑ) υπόκεινται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (L 119), καθώς και στον ν. 4624/2019 (Α΄ 137). Οι υποχρεώσεις ενημέρωσης του άρθρου 13 και της παρ. 1 του άρθρου 14 και το δικαίωμα πρόσβασης των υποκειμένων των δεδομένων του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 περιορίζονται στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που ο περιορισμός τους συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για τη διασφάλιση σημαντικών στόχων γενικού δημοσίου συμφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ελλάδας ή άλλου κράτους μέλους, ιδίως επί σημαντικών οικονομικών ή χρηματοοικονομικών, νομισματικών, δημοσιονομικών και φορολογικών στόχων. Οι αρμόδιες αρχές της Ελλάδας:
- α) αποφασίζουν τον περιορισμό των εν λόγω υποχρεώσεων και δικαιωμάτων τεκμηριώνοντας τους πραγματικούς ή νομικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται αυτή η απόφαση, κατόπιν γνώμης του Υπευθύνου
Προστασίας Δεδομένων της Φορολογικής Διοίκησης. Οι πληροφορίες αυτές τίθενται στη διάθεση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον ζητηθούν,
- β) ενημερώνουν εγγράφως το υποκείμενο των δεδομένων για κάθε άρνηση ή περιορισμό της ενημέρωσης
ή της πρόσβασης και για τον λόγο αυτής. Η εν λόγω ενημέρωση μπορεί να παραλείπεται εάν η παροχή των σχετικών πληροφοριών υπονομεύει έναν από τους ως άνω σκοπούς,
- γ) ενημερώνουν το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα να προβεί σε καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.
Οι Δηλούντες Πάροχοι Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων και η Αρμόδια Αρχή αποτελούν υπευθύνους επεξεργασίας δεδομένων, ενεργώντας μεμονωμένα ή από κοινού.
Κάθε Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων:
- α) ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ότι οι πληροφορίες που το αφορούν συλλέγονται
και διαβιβάζονται σύμφωνα με την ΠΣΑΑ και το Κεφάλαιο Β΄ του παρόντος, και
- β) παρέχει σε κάθε ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο όλες τις πληροφορίες που δικαιούται να λάβει από
τον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων, ώστε να έχει επαρκή χρόνο να ασκήσει τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων του και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την υποβολή των πληροφοριών.
Οι πληροφορίες που υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με την ΠΣΑΑ και το Κεφάλαιο Β΄ του παρόντος, διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τους κανόνες περί παραγραφής κάθε υπευθύνου επεξεργασίας. Τα αρχεία των πληροφοριών που λαμβάνονται μέσω αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με την ΠΣΑΑ, διατηρούνται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο, αλλά σε κάθε περίπτωση όχι λιγότερο από πέντε (5) έτη από την ημερομηνία παραλαβής τους για την επίτευξη των σκοπών της.
Στην περίπτωση παραβίασης δεδομένων στην Ελλάδα, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές ερευνούν την παραβίαση δεδομένων και λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τον περιορισμό των συνεπειών της και την αποκατάστασή της σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΗΛΟΥΝΤΕΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Άρθρο τέταρτο Υποχρεώσεις των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων Α. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, εάν είναι: 1) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που κατοικεί για φορολογικούς σκοπούς στην Ελλάδα, 2) Οντότητα η οποία:
- α) έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ελλάδας και
- β) είτε έχει νομική προσωπικότητα στην Ελλάδα, είτε έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικών δηλώσεων
ή δηλώσεων φορολογικών στοιχείων στις φορολογικές αρχές της Ελλάδας, όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας, 3) Οντότητα της οποίας η διοίκηση ασκείται στην Ελλάδα, ή 4) Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που έχει συνήθη τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. B. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υπόκειται στις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, όσον αφορά τις Σχετικές Συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω Υποκαταστήματος εγκατεστημένου στην Ελλάδα. Γ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις περ. 2, 3 ή 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στην εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου. Δ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις περ. 3 ή 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι είναι Οντότητα η οποία: (α) έχει συσταθεί ή οργανωθεί σύμφωνα με τους νόμους της εν λόγω Δικαιοδοσίας Εταίρου και (β) είτε έχει νομική προσωπικότητα στη Δικαιοδοσία Εταίρου είτε έχει υποχρέωση υποβολής φορολογικών δηλώσεων ή δηλώσεων φορολογικών στοιχείων στις φορολογικές αρχές της Δικαιοδοσίας Εταίρου όσον αφορά το εισόδημα της Οντότητας. E. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα, σύμφωνα με την περ. 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι η διοίκησή του ασκείται από την εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου. ΣΤ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο, δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, στην Ελλάδα, σύμφωνα με την περ. 4 της παρ. Α, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε Δικαιοδοσία Εταίρου λόγω του ότι έχει τη φορολογική του κατοικία στην εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου. Ζ. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, στην Ελλάδα, όσον αφορά τις Σχετικές Συναλλαγές που πραγματοποιεί μέσω Υποκαταστήματος σε μια Δικαιοδοσία Εταίρου, εάν οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από το εν λόγω Υποκατάστημα στην εν λόγω Δικαιοδοσία Εταίρου. H. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται να εκπληρώσει τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, στην Ελλάδα σύμφωνα με τις περ. 1, 2, 3, 4 της παρ. Α, εάν έχει υποβάλει κοινοποίηση στην Ελλάδα σε μορφότυπο που καθορίζεται από την Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας ότι οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνονται από τον εν λόγω Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τους κανόνες μιας Δικαιοδοσίας Εταίρου βάσει ουσιαστικά παρόμοιου δεσμού στον οποίο υπόκειται στην Ελλάδα. Άρθρο πέμπτο Απαιτήσεις υποβολής στοιχείων Α. Για κάθε σχετικό ημερολογιακό έτος, και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων του άρθρου τέταρτου και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας του άρθρου έκτου, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά στους Χρήστες Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέοι Χρήστες ή έχουν Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:
Το όνομα, τη διεύθυνση, τη δικαιοδοσία(ες) κατοικίας, τον/τους Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου) κάθε Δηλωτέου Χρήστη και, στην περίπτωση Οντότητας η οποία, μετά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση, τη δικαιοδοσία(ες) κατοικίας και τον/τους ΑΦΜ της οντότητας και το όνομα, τη διεύθυνση, τη δικαιοδοσία(ες) κατοικίας, τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Ελέγχοντος Προσώπου της Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, καθώς και τον ρόλο(ους) δυνάμει του οποίου(ων) κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας.
Το όνομα, τη διεύθυνση και τον αριθμό ταυτοποίησης (εάν υπάρχει) του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
Για κάθε είδος Σχετικού Κρυπτοστοιχείου σε σχέση με το οποίο έχει πραγματοποιήσει Σχετικές Συναλλαγές κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους:
- α) την πλήρη ονομασία του είδους του Σχετικού Κρυπτοστοιχείου,
- β) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των
Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,
- γ) το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των
Σχετικών Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι Παραστατικού Νομίσματος,
- δ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών
Συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων Σχετικών Κρυπτοστοιχείων,
- ε) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών
Συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων Σχετικών Κρυπτοστοιχείων,
- στ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Δηλωτέων
Συναλλαγών Πληρωμών Λιανικής,
- ζ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών
Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο Μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις στον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπερ. β΄ και δ΄,
- η) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, τον συνολικό αριθμό μονάδων και τον αριθμό των Σχετικών
Συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο Μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον Δηλούντα Πάροχο Υπη ρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όσον αφορά Μεταβιβάσεις από τον Δηλωτέο Χρήστη που δεν καλύπτονται από τις υποπερ. γ΄, ε΄ και στ΄, και
- θ) τη συνολική πραγματική εμπορική αξία, καθώς και τον συνολικό αριθμό Μεταβιβάσεων από τον Δηλωτέο
Χρήστη που πραγματοποιεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε διευθύνσεις πορτοφολιού που δεν είναι γνωστό στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων ότι συνδέονται με πάροχο υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Β. Κατά παρέκκλιση της περ. 1 της παρ. Α, ο ΑΦΜ δεν απαιτείται να αναφέρεται εάν:
Δεν έχει εκδοθεί ΑΦΜ από την οικεία Δηλωτέα Δικαιοδοσία ή
το εθνικό δίκαιο της οικείας Δηλωτέας Δικαιοδοσίας δεν απαιτεί τη συλλογή του ΑΦΜ που έχει εκδοθεί από την εν λόγω Δηλωτέα Δικαιοδοσία. Γ. Κατά παρέκκλιση της περ. 1 της παρ. Α΄, ο τόπος γέννησης δεν απαιτείται να δηλωθεί, εκτός εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται άλλως να τον λάβει και να τον αναφέρει βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Δ. Για τους σκοπούς των υποπερ. β΄ και γ΄ της περ. 3 της παρ. Α, το καταβληθέν ή εισπραχθέν ποσό πρέπει να αναφέρεται στο Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε. Σε περίπτωση που τα ποσά καταβλήθηκαν ή ελήφθησαν σε πολλαπλά Παραστατικά Νομίσματα, τα ποσά πρέπει να αναφέρονται σε ένα μόνο Παραστατικό Νόμισμα, μετατρεπόμενο κατά τη στιγμή κάθε Σχετικής Συναλλαγής με τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. E. Για τους σκοπούς των υποπερ. δ΄ έως θ΄ της περ. 3 της παρ. Α΄, η πραγματική εμπορική αξία πρέπει να προσδιορίζεται και να αναφέρεται σε ενιαίο Παραστατικό Νόμισμα, αποτιμώμενο κατά τον χρόνο κάθε Σχετικής Συναλλαγής κατά τρόπο που εφαρμόζεται με συνέπεια από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. ΣΤ. Οι πληροφορίες που αναφέρονται πρέπει να προσδιορίζουν το Παραστατικό Νόμισμα στο οποίο αναφέρεται κάθε ποσό. Ζ. Οι πληροφορίες σύμφωνα με την παρ. Α΄ πρέπει να υποβάλλονται έως τις 31 Μαρτίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους στο οποίο αναφέρονται οι πληροφορίες. Άρθρο έκτο Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας Ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζεται ως Δηλωτέος Χρήστης από την ημερομηνία ταυτοποίησής του σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στο παρόν άρθρο. A. Διαδικασίες Δέουσας Επιμέλειας για Ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων Οι ακόλουθες διαδικασίες εφαρμόζονται προκειμένου να προσδιοριστεί αν ο Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης.
Κατά τη σύναψη της σχέσης με τον Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή όσον αφορά τους Προϋπάρχοντες Ιδιώτες Χρήστες Κρυπτοστοιχείων εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των παρόντων κανόνων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να λάβει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC).
Εάν, σε οποιοδήποτε σημείο, υπάρξει μεταβολή των περιστάσεων σε σχέση με Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει ή να έχει λόγο να γνωρίζει ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και πρέπει να λάβει έγκυρη αυτοπιστοποίηση, ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, τεκμηρίωση που να υποστηρίζει την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης. B. Διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Οντότητες - Χρήστες Κρυπτοστοιχείων Οι ακόλουθες διαδικασίες εφαρμόζονται προκειμένου να προσδιοριστεί αν η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης ή Οντότητα, πλην Εξαιρούμενου Προσώπου ή Ενεργής Οντότητας, με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.
Προσδιορισμός του αν η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέος Χρήστης.
- α) Κατά τη σύναψη της σχέσης με την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή σε σχέση με Προϋπάρχουσες Οντότητες - Χρήστες Κρυπτοστοιχείων έως δώδεκα (12) μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των
παρόντων κανόνων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να λάβει αυτοπιστοποίηση που επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται από τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εγγράφων που συλλέγονται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC). Εάν η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων πιστοποιήσει ότι δεν έχει φορολογική κατοικία, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασιστεί στον τόπο άσκησης της πραγματικής διοίκησης ή στη διεύθυνση του κεντρικού γραφείου για να προσδιορίσει την κατοικία της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.
- β) Εάν από την αυτοπιστοποίηση προκύπτει ότι η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι κάτοικος
Δηλωτέας Δικαιοδοσίας, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων αντιμετωπίζει την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ως Δηλωτέο Χρήστη, εκτός εάν κρίνει ευλόγως, βάσει της αυτοπιστοποίησης ή πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Εξαιρούμενο Πρόσωπο.
Προσδιορισμός του αν η Οντότητα έχει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, πλην Εξαιρούμενου Προσώπου, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να προσδιορίζει αν διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εκτός εάν κρίνει ότι η Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων είναι Ενεργή Οντότητα, βάσει αυτοπιστοποίησης από την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.
- α) Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων.
Για τους σκοπούς του προσδιορισμού των Ελεγχόντων Προσώπων της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέγονται και διατηρούνται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες συνάδουν με τις Συστάσεις της Financial Action Task Force (FATF) (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012. Εάν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν υποχρεούται εκ του νόμου να εφαρμόζει τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC) που συνάδουν με τις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012, πρέπει να εφαρμόζει ουσιαστικά παρόμοιες διαδικασίες για τους σκοπούς του προσδιορισμού των Ελεγχόντων Προσώπων.
- β) Προσδιορισμός του αν ένα Ελέγχον Πρόσωπο μιας Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων είναι Δηλωτέο
Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσο ένα Ελέγχον Πρόσωπο είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση από την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το εν λόγω Ελέγχον Πρόσωπο, η οποία επιτρέπει στον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να προσδιορίσει τη φορολογική κατοικία ή τις φορολογικές κατοικίες του Ελέγχοντος Προσώπου και να επιβεβαιώσει τον εύλογο χαρακτήρα της εν λόγω αυτοπιστοποίησης με βάση τις πληροφορίες που έλαβε ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένης τυχόν τεκμηρίωσης που συλλέγεται σύμφωνα με τις Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/ Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC).
Εάν, σε οποιοδήποτε σημείο, υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με μια Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή τα Ελέγχοντα Πρόσωπά της, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων να γνωρίζει ή να έχει λόγο να γνωρίζει ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και πρέπει να λάβει έγκυρη αυτοπιστοποίηση, ή εύλογη εξήγηση και, κατά περίπτωση, τεκμηρίωση που να υποστηρίζει την εγκυρότητα της αρχικής αυτοπιστοποίησης. Γ. Απαιτήσεις για την εγκυρότητα των αυτοπιστοποιήσεων
Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή Ελέγχον Πρόσωπο είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή άλλως επιβεβαιωθεί θετικά από τον Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο, φέρει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τον Ιδιώτη Χρήστη Κρυπτοστοιχείων ή το Ελέγχον Πρόσωπο:
- α) όνομα και επώνυμο,
- β) διεύθυνση κατοικίας,
- γ) δικαιοδοσία(ες) φορολογικής κατοικίας,
- δ) όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον ΑΦΜ όσον αφορά κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, και
- ε) ημερομηνία γέννησης.
Η αυτοπιστοποίηση που παρέχεται από μια Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων είναι έγκυρη μόνον εφόσον έχει υπογραφεί ή άλλως επιβεβαιωθεί θετικά από τον Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, φέρει ημερομηνία το αργότερο κατά την ημερομηνία παραλαβής και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά την Οντότητα - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων:
- α) επωνυμία,
- β) διεύθυνση,
- γ) δικαιοδοσία(ες) φορολογικής κατοικίας,
- δ) όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο, τον ΑΦΜ όσον αφορά κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία,
- ε) στην περίπτωση μιας Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων που δεν είναι Ενεργή Οντότητα ή Εξαιρούμενο
Πρόσωπο, τις πληροφορίες που περιγράφονται στην περ. 1 της παρ. Γ όσον αφορά κάθε Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας - Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, εκτός εάν το εν λόγω Ελέγχον Πρόσωπο έχει παράσχει αυτοπιστοποίηση σύμφωνα με την περ. 1 της παρ. Γ, καθώς και τον ρόλο(ους) δυνάμει του οποίου(ων) κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο είναι Ελέγχον Πρόσωπο της Οντότητας, εάν δεν έχει ήδη καθοριστεί βάσει των Διαδικασιών Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC), και
- στ) κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια που πληροί για να αντιμετωπίζεται ως Ενεργή
Οντότητα ή Εξαιρούμενο Πρόσωπο.
Κατά παρέκκλιση των περ. 1 και 2 της παρ. Γ, ο ΑΦΜ δεν απαιτείται να συλλέγεται εάν η δικαιοδοσία κατοικίας του Δηλωτέου Προσώπου δεν εκδίδει ΑΦΜ στο Δηλωτέο Πρόσωπο ή το εθνικό δίκαιο της οικείας Δηλωτέας Δικαιοδοσίας δεν απαιτεί τη συλλογή του ΑΦΜ που εκδίδεται από την εν λόγω Δηλωτέα Δικαιοδοσία. Δ. Γενικές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας
Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που είναι επίσης Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα για τους σκοπούς του Κοινού Προτύπου Αναφοράς του άρθρου τρίτου του ν. 4428/2016 (Α΄ 190) μπορεί να βασίζεται στις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ολοκληρώνονται σύμφωνα με τα Τμήματα IV και VI του Παραρτήματος Ι του άρθρου τρίτου του ν. 4428/2016 του ανωτέρω Κοινού Προτύπου Αναφοράς, για τους σκοπούς των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας του παρόντος. Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί επίσης να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση που έχει ήδη συλλεχθεί για άλλους φορολογικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αυτοπιστοποίηση πληροί τις απαιτήσεις της παρ. Γ.
Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων μπορεί να βασίζεται σε τρίτο μέρος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο παρόν, αλλά οι υποχρεώσεις αυτές παραμένουν ευθύνη του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
Ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται να διατηρεί όλα τα έγγραφα και τα δεδομένα για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών μετά τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει να αναφέρει τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο πέμπτο. Άρθρο έβδομο Ορισμοί A. Σχετικά Κρυπτοστοιχεία
Ως «Κρυπτοστοιχείο» νοείται η ψηφιακή αναπαράσταση αξίας που βασίζεται σε κρυπτογραφικά ασφαλές κατανεμημένο καθολικό ή παρόμοια τεχνολογία για την επικύρωση και την ασφάλεια των συναλλαγών.
Ως «Σχετικό Κρυπτοστοιχείο» νοείται κάθε κρυπτοστοιχείο που δεν είναι Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας, ένα Συγκεκριμένο Προϊόν Ηλεκτρονικού Χρήματος ή Κρυπτοστοιχείο για το οποίο ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που υποβάλλει στοιχεία έχει διαπιστώσει επαρκώς ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληρωμής ή για επενδυτικούς σκοπούς.
Ως «Ψηφιακό Νόμισμα Κεντρικής Τράπεζας» νοείται κάθε ψηφιακό Παραστατικό Νόμισμα που εκδίδεται από Κεντρική Τράπεζα.
Ως «Συγκεκριμένο Προϊόν Ηλεκτρονικού Χρήματος» νοείται κάθε Κρυπτοστοιχείο το οποίο:
- α) είναι ψηφιακή αναπαράσταση ενός ενιαίου Παραστατικού Νομίσματος,
- β) εκδίδεται κατά την παραλαβή χρηματικών ποσών με σκοπό την πραγματοποίηση πράξεων πληρωμής,
- γ) αντιπροσωπεύεται από απαίτηση έναντι του εκδότη εκφρασμένη στο ίδιο Παραστατικό Νόμισμα,
- δ) γίνεται δεκτό έναντι πληρωμής από φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαφορετικό από τον εκδότη, και
- ε) δυνάμει των κανονιστικών απαιτήσεων στις οποίες υπόκειται ο εκδότης, εξαγοράζεται ανά πάσα στιγμή
και στην ονομαστική αξία για το ίδιο Παραστατικό Νόμισμα κατόπιν αιτήματος του κατόχου του προϊόντος. Ο όρος «Συγκεκριμένο Προϊόν Ηλεκτρονικού Χρήματος» δεν περιλαμβάνει προϊόν που δημιουργήθηκε με μοναδικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών από έναν πελάτη σε άλλο πρόσωπο σύμφωνα με τις οδηγίες του πελάτη. Ένα προϊόν δεν δημιουργείται με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της μεταφοράς χρηματικών ποσών εάν, κατά τη συνήθη πορεία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της μεταβιβάζουσας Οντότητας, είτε τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται περισσότερο από εξήντα (60) ημέρες μετά την παραλαβή των οδηγιών για τη διευκόλυνση της μεταφοράς είτε, εάν δεν ληφθούν οδηγίες, τα κεφάλαια που συνδέονται με το εν λόγω προϊόν διατηρούνται περισσότερο από εξήντα (60) ημέρες μετά την παραλαβή τους. B. Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων Ως «Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων» νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που, ως επιχείρηση, παρέχει υπηρεσία πραγματοποιώντας Συναλλαγές Ανταλλαγής για ή εκ μέρους πελατών, μεταξύ άλλων ενεργώντας ως αντισυμβαλλόμενος ή ως διαμεσολαβητής στις εν λόγω Συναλλαγές Ανταλλαγής ή καθιστώντας διαθέσιμη μια πλατφόρμα συναλλαγών. Γ. Σχετική Συναλλαγή
Ως «Σχετική Συναλλαγή» νοείται οποιαδήποτε:
- α) Συναλλαγή Ανταλλαγής, και
- β) Μεταβίβαση Σχετικών Κρυπτοστοιχείων.
Ως «Συναλλαγή Ανταλλαγής» νοείται οποιαδήποτε:
- α) ανταλλαγή μεταξύ Σχετικών Κρυπτοστοιχείων και Παραστατικών Νομισμάτων, και
- β) ανταλλαγή μεταξύ μίας ή περισσότερων μορφών Σχετικών Κρυπτοστοιχείων.
Ως «Δηλωτέα Συναλλαγή Πληρωμών Λιανικής» νοείται η Μεταβίβαση Σχετικών Κρυπτοστοιχείων έναντι αγαθών ή υπηρεσιών αξίας άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων ΗΠΑ.
Ως «Μεταβίβαση» νοείται η συναλλαγή με την οποία μετακινείται ένα Σχετικό Κρυπτοστοιχείο από ή προς τη διεύθυνση ή τον λογαριασμό ενός Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, διαφορετικό από εκείνον που τηρεί ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό του ίδιου Χρήστη Κρυπτοστοιχείων, όταν, βάσει των γνώσεων που διαθέτει ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τον χρόνο της συναλλαγής, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων δεν μπορεί να προσδιορίσει ότι η συναλλαγή είναι Συναλλαγή Ανταλλαγής.
Ως «Παραστατικό Νόμισμα» νοείται το επίσημο νόμισμα μιας δικαιοδοσίας, το οποίο εκδίδεται από μια δικαιοδοσία ή από την ορισθείσα Κεντρική Τράπεζα ή νομισματική αρχή μιας δικαιοδοσίας, όπως αντιπροσωπεύεται από τραπεζογραμμάτια ή κέρματα ή από χρήμα σε διάφορες ψηφιακές μορφές, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών αποθεμάτων και των Ψηφιακών Νομισμάτων Κεντρικής Τράπεζας. Ο όρος περιλαμβάνει επίσης το χρήμα εμπορικών τραπεζών και τα προϊόντα ηλεκτρονικού χρήματος, συμπεριλαμβανομένων των Συγκεκριμένων Προϊόντων Ηλεκτρονικού Χρήματος. Δ. Δηλωτέος Χρήστης
Ως «Δηλωτέος Χρήστης» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
Ως «Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που είναι πελάτης Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της διενέργειας Σχετικών Συναλλαγών. Φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα, πλην Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ή Παρόχου Δηλούντων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, που ενεργεί ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου φυσικού προσώπου ή Οντότητας ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή διαμεσολαβητής, δεν αντιμετωπίζεται ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων και το εν λόγω άλλο φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα αντιμετωπίζεται ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων. Όταν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων παρέχει υπηρεσία με την οποία πραγματοποιεί Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής για λογαριασμό ή εκ μέρους εμπόρου, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει επίσης να αντιμετωπίζει τον πελάτη που είναι αντισυμβαλλόμενος του εμπόρου για την εν λόγω Δηλωτέα Συναλλαγή Λιανικών Πληρωμών ως Χρήστη Κρυπτοστοιχείων όσον αφορά την εν λόγω Δηλωτέα Συναλλαγή Πληρωμών Λιανικής, υπό την προϋπόθεση ότι ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται να επαληθεύει την ταυτότητα του εν λόγω πελάτη δυνάμει της Δηλωτέας Συναλλαγής Πληρωμών Λιανικής σύμφωνα με τους εγχώριους κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Ως «Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο.
Ως «Προϋπάρχων Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Ως «Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα.
Ως «Προϋπάρχουσα Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται μια Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Ως «Δηλωτέο Πρόσωπο» νοείται Δηλωτέο Πρόσωπο Δικαιοδοσίας διαφορετικό από το Εξαιρούμενο Πρόσωπο.
Ως «Πρόσωπο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας» νοείται Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που κατοικεί σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της εν λόγω δικαιοδοσίας, ή περιουσία θανόντος που ήταν κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτόν, Οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.
Ως «Δηλωτέα Δικαιοδοσία» νοείται κάθε δικαιοδοσία:
- α) με την οποία μια συμφωνία ή ρύθμιση ισχύει δυνάμει της οποίας η Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει τις
πληροφορίες που προσδιορίζονται στο άρθρο πέμπτο όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα που διαμένουν στην εν λόγω δικαιοδοσία, και
- β) η οποία προσδιορίζεται ως τέτοια σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ελλάδα.
Ως «Ελέγχοντα Πρόσωπα» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο σε μια Οντότητα. Στην περίπτωση ενός καταπιστεύματος, ο όρος αυτός σημαίνει τον ιδρυτή ή τους ιδρυτές, τον ή τους καταπιστευματοδόχους, τους προστάτες, εάν υπάρχουν, τον δικαιούχο ή τους δικαιούχους ή την κατηγορία δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα που ασκούν τελικό αποτελεσματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος, και στην περίπτωση μιας νομικής ρύθμισης εκτός του καταπιστεύματος, ο όρος αυτός σημαίνει πρόσωπα σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή με τις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012, όπως επικαιροποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2019 σχετικά με τους παρόχους υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων.
Ως «Ενεργή Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα που πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:
- α) λιγότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι παθητικό εισόδημα και λιγότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των
περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η Οντότητα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι περιουσιακά στοιχεία που παράγουν ή κατέχονται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος,
- β) ουσιαστικά, όλες οι δραστηριότητες της Οντότητας συνίστανται στην κατοχή, εν όλω ή εν μέρει, των
εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μιας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές. Στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί Οντότητα η οποία λειτουργεί ή εμφανίζεται ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο, εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς,
- γ) η Οντότητα δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται
στην Οντότητα μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία της αρχικής σύστασης της Οντότητας,
- δ) η Οντότητα δεν ήταν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την τελευταία πενταετία και βρίσκεται σε διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να
δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων,
- ε) η Οντότητα ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για Συνδεδεμένες Οντότητες που δεν είναι Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης
ή αντιστάθμισης κινδύνου σε οποιαδήποτε Οντότητα που δεν είναι Συνδεδεμένη Οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας Συνδεδεμένης Οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, ή
- στ) η Οντότητα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
i. είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί στη δικαιοδοσία κατοικίας της αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, είτε είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί στη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της και είναι επαγγελματική οργάνωση, ένωση επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργασίας, γεωργική ή κηπευτική οργάνωση, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προώθηση της κοινωνικής πρόνοιας, ii. απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία της κατοικίας της, iii. δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων, iv. η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της Οντότητας σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική Οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελός τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της Οντότητας ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η Οντότητα, και v. η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας σε Κρατική Οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στην κυβέρνηση της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση. Ε. Εξαιρούμενο Πρόσωπο
Ως «Εξαιρούμενο Πρόσωπο» νοείται:
- α) Οντότητα της οποίας οι μετοχές αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών,
- β) κάθε Οντότητα που είναι Συνδεδεμένη Οντότητα μιας Οντότητας της υποπερ. α΄,
- γ) μια Κρατική Οντότητα,
- δ) ένας Διεθνής Οργανισμός,
- ε) μια Κεντρική Τράπεζα, ή
- στ) ένα Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα διαφορετικό από μια Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην
υποπερ. β΄ της περ. 5.
Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται ένα Ίδρυμα Θεματοφυλακής, ένα Ίδρυμα Καταθέσεων, μια Επενδυτική Οντότητα ή μια Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.
Ως «Ίδρυμα Θεματοφυλακής» νοείται κάθε Οντότητα που κατέχει, ως σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της, Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία για λογαριασμό τρίτων. Μια Οντότητα κατέχει Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία για λογαριασμό άλλων ως σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της, εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας που αναλογεί στην κατοχή Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων και συναφών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ισούται ή υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας κατά τη διάρκεια της μικρότερης από:
- α) την τριετή περίοδο που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας
λογιστικής περιόδου, πριν από το έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται ο προσδιορισμός, ή
- β) την περίοδο κατά την οποία υφίσταται η Οντότητα.
Ως «Ίδρυμα Καταθέσεων» νοείται κάθε Οντότητα η οποία:
- α) δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων, ή
- β) κατέχει Συγκεκριμένα Προϊόντα Ηλεκτρονικού Χρήματος ή Ψηφιακά Νομίσματα Κεντρικών Τραπεζών
προς όφελος των πελατών.
Ως «Επενδυτική Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα:
- α) που ασκεί πρωτίστως ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για
λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη: i. συναλλαγές σε μέσα χρηματαγοράς, σε συνάλλαγμα, σε μέσα συναλλάγματος, επιτοκίων και δεικτών, μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, ή μελλοντικές συναλλαγές εμπορευμάτων, ii. διαχείριση ατομικών και συλλογικών χαρτοφυλακίων, ή iii. άλλως επένδυση, διοίκηση ή διαχείριση Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό άλλων προσώπων, ή
- β) της οποίας το ακαθάριστο εισόδημα αποδίδεται πρωτίστως στην επένδυση, επανεπένδυση ή εμπορία
Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων, εάν η Οντότητα τελεί υπό τη διαχείριση άλλης Οντότητας που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην υποπερ. α΄. Μια Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί πρωτίστως ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που περιγράφονται στην υποπερ. α΄ ή το ακαθάριστο εισόδημα μιας Οντότητας αποδίδεται κυρίως στην επένδυση, επανεπένδυση ή εμπορία Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της παρούσας, εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας που αναλογεί στις σχετικές δραστηριότητες ισούται ή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας κατά τη διάρκεια του μικρότερου από: i) την τριετή περίοδο που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους κατά το οποίο έγινε η διαπίστωση, ή ii) την περίοδο κατά την οποία υφίσταται η Οντότητα. Για τους σκοπούς του στοιχείου iii της υποπερ. α΄, ο όρος «άλλως επένδυση, διοίκηση ή διαχείριση Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό άλλων προσώπων» δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής εκ μέρους ή για λογαριασμό πελατών. Ο όρος «Επενδυτική Οντότητα» δεν περιλαμβάνει Οντότητα που είναι Ενεργή Οντότητα επειδή πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια των υποπερ. β΄ έως ε της περ. 11 της παρ. Δ. Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την παρεμφερή διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του «χρηματοπιστωτικού οργανισμού» στις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012.
Ως «Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία» νοείται κάθε Οντότητα που είναι ασφαλιστική εταιρεία ή εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία, που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.
Ως «Κρατική Οντότητα» νοείται η κυβέρνηση μιας δικαιοδοσίας, οποιαδήποτε πολιτική υποδιαίρεση μιας δικαιοδοσίας (η οποία, για την αποφυγή αμφιβολιών, περιλαμβάνει ένα κράτος, επαρχία, περιφέρεια ή δήμο) ή οποιαδήποτε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα μιας δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσότερων από τα παραπάνω. Αυτή η κατηγορία αποτελείται από τα συνιστώντα μέρη, τις ελεγχόμενες οντότητες και τις πολιτικές υποδιαιρέσεις μιας δικαιοδοσίας.
- α) Ως «συνιστών μέρος» μιας δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο,
όργανο ή άλλος φορέας, ανεξάρτητα από τον ορισμό του, που αποτελεί διοικούσα αρχή μιας δικαιοδοσίας. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πρέπει να πιστώνονται σε δικό της λογαριασμό ή σε άλλους λογαριασμούς της δικαιοδοσίας, χωρίς κανένα μέρος να αποβαίνει προς όφελος οποιουδήποτε ιδιώτη. Ένα συνιστών μέρος δεν περιλαμβάνει φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.
- β) Ως «ελεγχόμενη οντότητα» νοείται μια Οντότητα που είναι χωριστή ως προς τη μορφή της από τη δικαιοδοσία ή που συνιστά με άλλο τρόπο χωριστή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:
i. η Οντότητα ανήκει εξ ολοκλήρου και ελέγχεται από μία ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες άμεσα ή μέσω μίας ή περισσότερων ελεγχόμενων οντοτήτων, ii. τα καθαρά έσοδα της Οντότητας πιστώνονται στον δικό της λογαριασμό ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσότερων Κρατικών Οντοτήτων, χωρίς μέρος του εισοδήματός της να καταλήγει προς όφελος οποιουδήποτε ιδιώτη, και iii. τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας περιέρχονται σε μία ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες κατά τη διάλυσή της.
- γ) Το εισόδημα δεν αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι ενός κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται για το ευρύ κοινό
σε σχέση με την κοινή ευημερία ή σχετίζονται με τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της κυβέρνησης. Παρά τα ανωτέρω, ωστόσο, το εισόδημα θεωρείται ότι αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών εάν προέρχεται από τη χρήση μιας κρατικής οντότητας για τη διεξαγωγή μιας εμπορικής δραστηριότητας, όπως μια εμπορική τραπεζική δραστηριότητα, η οποία παρέχει χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.
Ως «Διεθνής Οργανισμός» νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητά του. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει κάθε διακυβερνητικό οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου ενός υπερεθνικού οργανισμού: α) που αποτελείται κυρίως από κυβερνήσεις, β) που έχει συνάψει συμφωνία έδρας ή ουσιαστικά παρόμοια συμφωνία με τη δικαιοδοσία, και γ) του οποίου το εισόδημα δεν αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών.
Ως «Κεντρική Τράπεζα» νοείται ίδρυμα το οποίο, βάσει νόμου ή κυβερνητικής κύρωσης, αποτελεί την κύρια αρχή, εκτός από την κυβέρνηση της ίδιας της δικαιοδοσίας, η οποία εκδίδει τίτλους προοριζόμενους να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Ένα τέτοιο ίδρυμα μπορεί να περιλαμβάνει όργανο χωριστό από την κυβέρνηση της δικαιοδοσίας, είτε ανήκει εν όλω είτε όχι στη δικαιοδοσία.
Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» περιλαμβάνονται οι τίτλοι (όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών, εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα· γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής), εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής, ασφαλιστήρια συμβόλαια ή συμβόλαια προσόδων, ή κάθε δικαίωμα επί τίτλου, Σχετικού Κρυπτοστοιχείου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.
Ως «Συμμετοχικό Δικαίωμα» νοείται, στην περίπτωση προσωπικής εταιρείας που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών της εταιρείας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, συμμετοχικό δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Το Δηλωτέο Πρόσωπο λογίζεται δικαιούχος καταπιστεύματος εάν έχει το δικαίωμα να λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα υποχρεωτική διανομή ή μπορεί να λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.
Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο» νοείται ένα συμβόλαιο, εκτός από Συμβόλαιο Προσόδων, βάσει του οποίου ο εκδότης συμφωνεί να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένου απρόβλεπτου γεγονότος που συνεπάγεται θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.
Ως «Συμβόλαιο Προσόδων» νοείται ένα συμβόλαιο βάσει του οποίου ο εκδότης συμφωνεί να πραγματοποιεί πληρωμές για χρονικό διάστημα που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων ατόμων. Ο όρος περιλαμβάνει επίσης συμβόλαια που θεωρούνται Συμβόλαια Προσόδων σύμφωνα με τον νόμο, τον κανονισμό ή την πρακτική της δικαιοδοσίας στην οποία εκδόθηκε το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο εκδότης συμφωνεί να πραγματοποιεί πληρωμές για περίοδο ετών.
Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς» νοείται ένα Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, εκτός από ένα αντασφαλιστικό συμβόλαιο αποζημίωσης μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών, που έχει Αξία Εξαγοράς.
Ως «Αξία Εξαγοράς» νοείται το μεγαλύτερο από:
- α) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο αντισυμβαλλόμενος κατά την παραίτηση ή τη λύση της σύμβασης,
που καθορίζεται χωρίς μείωση για οποιαδήποτε επιβάρυνση εξαγοράς ή δάνειο ασφαλιστηρίου και
- β) το ποσό που μπορεί να δανειστεί ο αντισυμβαλλόμενος βάσει της σύμβασης ή σε σχέση με αυτή. Παρά τα
ανωτέρω, ο όρος «Αξία Εξαγοράς» δεν περιλαμβάνει ποσό πληρωτέο βάσει ενός Ασφαλιστήριου Συμβολαίου: i. αποκλειστικά λόγω θανάτου ατόμου ασφαλισμένου βάσει σύμβασης ασφάλισης ζωής, ii. ως παροχή σωματικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που παρέχει αποζημίωση για οικονομική ζημία που προκλήθηκε κατά την επέλευση του ασφαλισμένου γεγονότος, iii. ως επιστροφή προηγουμένως καταβληθέντος ασφαλίστρου, αφαιρουμένου του κόστους των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, είτε έχουν πράγματι επιβληθεί είτε όχι, βάσει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, εκτός από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ή προσόδου που συνδέεται με επενδύσεις, λόγω ακύρωσης ή καταγγελίας του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κίνδυνο κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου ή που προκύπτει από διόρθωση καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος όσον αφορά το ασφάλιστρο του συμβολαίου, iv. ως μέρισμα κατόχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εκτός από μέρισμα τερματισμού, εφόσον το μέρισμα αφορά Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο βάσει του οποίου οι μόνες καταβλητέες παροχές περιγράφονται στην παρούσα υποπερίπτωση ή v. ως επιστροφή προκαταβολής ασφαλίστρου ή κατάθεσης ασφαλίστρου για Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό της προκαταβολής ασφαλίστρου ή της κατάθεσης ασφαλίστρου δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα καταβληθεί βάσει του συμβολαίου. ΣΤ. Διάφορα
Ως «Δικαιοδοσία Εταίρου» νοείται κάθε δικαιοδοσία που έχει θεσπίσει ισοδύναμες νομικές απαιτήσεις και περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ελλάδα.
Ως «Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC)» νοούνται οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τις απαιτήσεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή παρόμοιες απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται ο εν λόγω Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.
Ως «Οντότητα» νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, προσωπική εταιρεία, καταπίστευμα ή ίδρυμα.
Μια Οντότητα είναι «Συνδεδεμένη Οντότητα» άλλης Οντότητας εάν μία από τις δύο Οντότητες ελέγχει την άλλη Οντότητα ή οι δύο Οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο. Για τον σκοπό αυτόν, ο έλεγχος περιλαμβά νει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου και της αξίας της Οντότητας.
Ως «ΑΦΜ» νοείται ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει Αριθμού Φορολογικού Μητρώου.
Ως «Υποκατάστημα» νοείται μονάδα, επιχείρηση ή γραφείο Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που αντιμετωπίζεται ως υποκατάστημα βάσει του ρυθμιστικού καθεστώτος δικαιοδοσίας ή ρυθμίζεται άλλως βάσει της νομοθεσίας μιας δικαιοδοσίας ως χωριστή από άλλα γραφεία, μονάδες ή υποκαταστήματα του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. Όλες οι μονάδες, οι επιχειρήσεις ή τα γραφεία ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε μία μόνο δικαιοδοσία αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο υποκατάστημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Β’ Άρθρο όγδοο Εξουσιοδοτικές διατάξεις
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται ο κατάλογος με τις Δικαιοδοσίες των Αρμόδιων Αρχών σε σχέση με τις οποίες η Ελλάδα προτίθεται να θέσει σε ισχύ την Πολυμερή Συμφωνία Αρμοδίων Αρχών (ΠΣΑΑ) σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 1 του Τμήματος 7 αυτής, καθώς και κάθε τροποποίηση του καταλόγου.
Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται:
- α) Η αρμόδια αρχή στην οποία ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στην περ. 1
της παρ. Β του άρθρου έβδομου, υποβάλλει τις πληροφορίες του άρθρου πέμπτου, σύμφωνα με τους κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου.
- β) Οι διαδικασίες για την εξαίρεση των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται
στην περ. 1 της παρ. Β του άρθρου έβδομου, από την υποχρέωση ολοκλήρωσης των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, σύμφωνα με τις παρ. Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, και Η του άρθρου τέταρτου.
- γ) Οι διαδικασίες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα
άρθρα πέμπτο και έκτο.
- δ) Οι διαδικασίες για επακόλουθες ενέργειες έναντι των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων,
όταν υποβάλλονται ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία.
- ε) Τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση από τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, αρχείων
σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και πληροφορίες στις οποίες βασίζονται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά, τον χρόνο και τον τρόπο τήρησής τους, καθώς και για την υποβολή των ανωτέρω στοιχείων στην αρμόδια αρχή.
- στ) Κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την αποτελεσματική εφαρμογή και συμμόρφωση των Δηλούντων
Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που επιβάλλονται στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων που σχετίζονται με τον χρόνο και τρόπο υποβολής στοιχείων στην αρμόδια αρχή.
Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. εκδίδεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος για τις Δηλωτέες Δικαιοδοσίες προς τις οποίες η Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στο άρθρο πέμπτο, όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα που κατοικούν στις εν λόγω δικαιοδοσίες, σύμφωνα με την περ. 9 της παρ. Δ του άρθρου έβδομου.
ΜΕΡΟΣ Γ’
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Άρθρο ένατο Έναρξη ισχύος
Με την επιφύλαξη της παρ. 2, ο παρών νόμος ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμφωνίας που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 2 του Τμήματος 7 αυτής.
Το Μέρος Β΄ ισχύει από την 1η.1.2026. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2026 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ Οι Υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗΣ Εξωτερικών ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ Ανάπτυξης ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΙΚΑΚΟΣ Δικαιοσύνης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ Πολιτισμού ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΕΝΔΩΝΗ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2026 Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ Καποδιστρίου 34, 104 32 Αθήνα