Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 174/2024

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2024-11-06
State In force
Source ΦΕΚ
Reform history JSON API

Τροποποίηση διατάξεων του π.δ.  120/2008 «Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού» (Α΄ 182).

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις:

άλλες διατάξεις» (Α΄ 184),

«Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49),

Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα (π.δ. 63/2005, Α΄ 98), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με την περ. 22 του άρθρου 119 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133).

2.

Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

3.

Την 80/2024 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Τροποποίηση διατάξεων π.δ. 120/2008 «Πειθαρχικό δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού» (Α΄ 182)

1.

Στην παρ. 4 του άρθρου 2 του π.δ. 120/2008 προστίθεται έκτο εδάφιο ως εξής: «Δεν είναι άδικη η μη υπακοή σε προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη διαταγή.».

2.

Η παρ. 3 του άρθρου 6 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η πειθαρχική διαδικασία που έχει αρχίσει για πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν ανώτερη πειθαρχική ποινή, συνεχίζεται και μετά την έξοδο του αστυνομικού από το Σώμα, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Στις περιπτώσεις αυτές το πειθαρχικό συμβούλιο επιβάλλει, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, μόνο τις ανώτερες πειθαρχικές ποινές. Η μεν ποινή της απόταξης μετατρέπεται, από το αρμόδιο όργανο για την εκτέλεση των αποφάσεων επιβολής των ανώτερων πειθαρχικών ποινών στους απόστρατους, σε ποινή προστίμου ύψους τριών (3) μηνιαίων βασικών μισθών, όπως είχαν καθοριστεί κατά την τελευταία μισθοδοσία τους, πριν από την έξοδο τους από το Σώμα, οι δε ποινές της αργίας με απόλυση και της αργίας με πρόσκαιρη παύση, μετατρέπονται σε ποινή προστίμου ύψους μισού (1/2) μηνιαίου βασικού μισθού για κάθε μήνα αργίας με απόλυση και ένα όγδοο (1/8) μηνιαίου βασικού μισθού για κάθε δεκαπέντε (15) ημέρες αργίας με πρόσκαιρη παύση, όπως είχαν καθοριστεί κατά την τελευταία μισθοδοσία τους, πριν από την έξοδο τους από το Σώμα, αντίστοιχα. Η εκτέλεση των αποφάσεων επιβολής ανώτερων πειθαρχικών ποινών που μετατρέπονται σε πρόστιμο, λόγω της αποστρατείας των αστυνομικών, γίνεται με αποφάσεις του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας για τους εγκαλουμένους ανώτατους Αξιωματικούς και του Προϊσταμένου Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας για τους υπολοίπους εγκαλουμένους. Οι αποφάσεις εκτέλεσης και τα πρακτικά των Πειθαρχικών Συμβουλίων διαβιβάζονται στις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες, οι οποίες μεριμνούν για την είσπραξη των προστίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη δημοσίων εσόδων. Για την καταβολή βαρύνεται αποκλειστικά ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και όχι οι κληρονόμοι του. Επιπλέον, σε περίπτωση που επιβληθεί η ποινή της απόταξης σε απόστρατο αστυνομικό, η διαγραφή από το στέλεχος της εφεδρείας γίνεται με τις ανωτέρω αποφάσεις εκτέλεσης των αποφάσεων επιβολής ποινών, οι οποίες δημοσιεύονται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως.».

3.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 9 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Κατά την επιμέτρηση του είδους και του ύψους των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη:».

4.

Η περ. η της παρ. 1 του άρθρου 10 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «η) Η τέλεση, η με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή ή η απόπειρα τέλεσης κακουργημάτων ή πλημμελημάτων, που διαπράχθηκαν με δόλο και προβλέπονται στις διατάξεις για τα αδικήματα: των βασανιστηρίων (άρθρο 137Α Π.Κ.), της κατασκοπίας (άρθρο 148 Π.Κ.), της βίας κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων (άρθρο 167 Π.Κ.), υποστήριξης (άρθρο 187Β Π.Κ.), της παραχάραξης νομίσματος και άλλων υλικών μέσων πληρωμής (άρθρο 207 Π.Κ.), της κυκλοφορίας πλαστών νομισμάτων και άλλων μέσων πληρωμής (άρθρο 208 Π.Κ.), της πλαστογραφίας (άρθρο 216 Π.Κ.), της πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), της υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρο 222 Π.Κ.), της ψευδούς κατάθεσης (άρθρο 224 Π.Κ.), της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.), της υπόθαλψης (άρθρο 231 Π.Κ.), της δωροληψίας υπαλλήλου (άρθρο 235 Π.Κ.), της δωροδοκίας υπαλλήλου (άρθρο 236 Π.Κ.), της εμπορίας επιρροής - μεσάζοντες (άρθρο 237Α Π.Κ.), της κατάχρησης εξουσίας (άρθρο 239 Π.Κ.), της ψευδούς βεβαίωσης, νόθευσης κ.λπ. (άρθρο 242 Π.Κ.), της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), του εμπρησμού (άρθρο 264 Π.Κ.), της πλημμύρας (άρθρο 268 Π.Κ.), της έκρηξης (άρθρο 270 Π.Κ.), της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών και εμπρηστικών υλών (άρθρο 272 Π.Κ.), της κοινώς επικίνδυνης βλάβης (άρθρο 273 Π.Κ.), των εγκλημάτων κατά της ασφάλειας των τηλεφωνικών επικοινωνιών (άρθρων 292Α Π.Κ.), της παρακώλυσης λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων (άρθρο 292Β-292Γ Π.Κ.), των προσβολών του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών του κοινού (άρθρο 292Δ Π.Κ.), της έκθεσης (άρθρο 306 Π.Κ.), της σωματικής βλάβης αδυνάμων ατόμων (άρθρο 312 Π.Κ.), της εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 323Α Π.Κ.), της παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.), της παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.), της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 Π.Κ.), των γενετήσιων πράξεων με ανηλίκους ή ενώπιόν τους (άρθρο 339 Π.Κ.), της κατάχρησης ανηλίκων (άρθρο 342 Π.Κ.), της κατάχρησης σε γενετήσια πράξη (άρθρο 343 Π.Κ.), της διευκόλυνσης προσβολών της ανηλικότητας (άρθρο 348 Π.Κ.), της πορνογραφίας ανηλίκων (άρθρο 348Α Π.Κ.), της προσέλκυσης παιδιών για γενετήσιους λόγους (άρθρο 348Β Π.Κ.), των πορνογραφικών παραστάσεων ανηλίκων (άρθρο 348Γ Π.Κ.), της μαστροπείας (άρθρο 349 Π.Κ.), της γενετήσιας πράξης με ανήλικο έναντι αμοιβής (άρθρο 351Α Π.Κ.), της προσβολής γενετήσιας ευπρέπειας (άρθρο 353 Π.Κ.), της παραβίασης απορρήτου εγγράφων (άρθρο 370 Π.Κ.), της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας (άρθρο 370Α Π.Κ.), της κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.), της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 Π.Κ.), της εκβίασης (άρθρο 385 Π.Κ.), της απάτης (άρθρο 386 Π.Κ.), της απάτης με υπολογιστή (άρθρο 386Α Π.Κ.), της απιστίας (άρθρο 390 Π.Κ.), της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος (άρθρο 394 Π.Κ.), της παρακώλυσης συναγωνισμού (άρθρο 395 Π.Κ.), της τοκογλυφίας (άρθρο 404 Π.Κ.), των παραβάσεων της νομοθεσίας περί ζωοκλοπής, ναρκωτικών, αλλοδαπών, αρχαιοτήτων, λαθρεμπορίας και ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και των παραβάσεων της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών, εφόσον οι τελευταίες παραβάσεις, που δεν αναφέρονται σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα, τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους.».

5.

Η παρ. 3 του άρθρου 10 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Για τα πειθαρχικά παραπτώματα της τέλεσης ή της με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχής ή της απόπειρας τέλεσης των πλημμελημάτων, που διαπράχθηκαν με δόλο, της απείθειας (άρθρο 169 Π.Κ.), της κυκλοφορίας πλαστών νομισμάτων και άλλων μέσων πληρωμής (άρθρο 208 Π.Κ.), της πλαστογραφίας (άρθρο 216 Π.Κ.), της πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), της υπεξαγωγής εγγράφων (άρθρο 222 Π.Κ.), της ψευδούς κατάθεσης (άρθρο 224 Π.Κ.), της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.), της υπόθαλψης (άρθρο 231 Π.Κ.), της ψευδούς βεβαίωσης, νόθευσης κ.λπ. (άρθρο 242 Π.Κ.), της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), του εμπρησμού (άρθρο 264 Π.Κ.), της πλημμύρας (άρθρο 268 Π.Κ.), της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικών και εμπρηστικών υλών (άρθρο 272 Π.Κ.), της κοινώς επικίνδυνης βλάβης (άρθρο 273 Π.Κ.), της έκθεσης (άρθρο 306 Π.Κ.), της σωματικής βλάβης αδυνάμων ατόμων (άρθρο 312 Π.Κ.), της παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.), της παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.), της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 Π.Κ.), της προσβολής γενετήσιας ευπρέπειας (άρθρο 353 Π.Κ.), περί ενδοοικογενειακής βίας, που προβλέπονται στην περ. η της παρ. 1, το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, εκτιμώντας τη βαρύτητα του παραπτώματος και την προσωπικότητα του υπαιτίου, μπορεί να επιβάλλει, αντί της ποινής της απόταξης, την ποινή της αργίας με απόλυση.».

6.

Η περ. ζ της παρ. 1 του άρθρου 11 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «ζ) Η από πρόθεση τέλεση ή η με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή ή η απόπειρα τέλεσης πλημμελήματος, κατά του οποίου απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εφόσον η πράξη αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου.».

7.

Μετά την περ. δ της παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 120/2008 προστίθεται περ. ε και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα:

ή στη παραγραφή ποινικών αδικημάτων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων,

οποιασδήποτε εργασίας ή δραστηριότητας, που δεν συνάδει με την κατάσταση της υγείας του ή με τη σχετική γνωμάτευση του υπηρεσιακού γιατρού ή μπορεί να επιβραδύνει την ανάρρωσή του ή να επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του,

δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της περ. στ της παρ. 1 του άρθρου 10 και της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 11 και

8.

H περ. ιθ της παρ. 1 του άρθρου 13 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «ιθ) Η λόγω ασυνήθιστης χρήσης φθορά του οπλισμού και άλλων δημοσίων ειδών ή εγγράφων, καθώς και κάθε πράξη με την οποία επέρχεται βλάβη, φθορά ή απώλεια αυτών. Η παράλειψη αναφοράς για βλάβη, φθορά ή απώλεια και η μη ακριβής συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις συντήρησης, χρήσης ή διαχείρισης των υλικών μέσων, εγκαταστάσεων και εγγράφων της Υπηρεσίας.».

9.

Η παρ. 3 του άρθρου 15 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Σε διαθεσιμότητα τίθενται υποχρεωτικά οι αστυνομικοί που εκτίουν στερητική της ελευθερίας ποινή ή τελούν σε προσωρινή κράτηση ή σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή τους επιβάλλεται η ποινή της απόταξης από πειθαρχικό συμβούλιο ή ασκείται πειθαρχική και ποινική δίωξη για την τέλεση, την με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή, την απόπειρα τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος ή πλημμελήματος που προβλέπεται στην περ. η της παρ. 1 του άρθρου 10 και δεν περιλαμβάνεται στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου. Η υποχρεωτική διαθεσιμότητα διατηρείται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πειθαρχικής υπόθεσης των αστυνομικών, με τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων που: α) επιβάλλεται η ποινή της απόταξης από το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, οπότε παραμένουν στην κατάσταση αυτή μέχρι τη διαγραφή τους από το Σώμα,

στην κατάσταση αυτή μέχρι την άρση της, γ) εκτίουν στερητική της ελευθερίας ποινή, οπότε παραμένουν στην κατάσταση αυτή μέχρι την αποφυλάκισή τους και δ) τελούν σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, οπότε παραμένουν στην κατάσταση αυτή μέχρι την άρση του. Εάν συντρέχει η πρώτη περίπτωση με οποιαδήποτε από τις άλλες τρεις, η υποχρεωτική διαθεσιμότητα διατηρείται μέχρι τη διαγραφή των αστυνομικών από το Σώμα. Επίσης, οι τελούντες στην κατάσταση της υποχρεωτικής διαθεσιμότητας δύνανται να υποβάλουν αίτηση για να εξεταστεί από τα αρμόδια διοικητικά όργανα η άρση του διοικητικού μέτρου πριν από την τελεσιδικία της πειθαρχικής υπόθεσής τους, εφόσον εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα ή αθωωτική δικαστική απόφαση έστω και σε πρώτο βαθμό. Η διάρκεια της υποχρεωτικής διαθεσιμότητας δεν υπολογίζεται στη διάρκεια της δυνητικής διαθεσιμότητας.».

10.

Ο τίτλος του άρθρου 18 του π.δ. 120/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 18 Συνέπειες της απόταξης και υποχρεωτική (αυτοδίκαιη) απόταξη».

11.

Στο άρθρο 18 του π.δ. 120/2008 προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «Οι εν ενεργεία αστυνομικοί τίθενται υποχρεωτικώς (αυτοδικαίως) σε απόταξη, οι μεν ανώτατοι Αξιωματικοί με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, οι δε λοιποί αστυνομικοί με απόφαση του Προϊσταμένου Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, εφόσον με δικαστική απόφαση καταδικασθούν αμετάκλητα για την τέλεση, την με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή ή την απόπειρα τέλεσης οποιουδήποτε κακουργήματος ή πλημμελήματος που προβλέπεται στην περ. η της παρ. 1 του άρθρου 10 και δεν περιλαμβάνεται στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου. Η υποχρεωτική (αυτοδίκαιη) απόταξη και οι συνέπειες αυτής επέρχονται από την ημερομηνία που καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Οι ανωτέρω αποφάσεις δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι αστυνομικοί που αποτάσσονται υποχρεωτικώς (αυτοδικαίως) διαγράφονται από το στέλεχος της εφεδρείας. Εάν είναι σε εξέλιξη η αντίστοιχη πειθαρχική διαδικασία αυτή λήγει, κατά τα ισχύοντα, με απόφαση του αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης οργάνου, χωρίς να επιβάλει πειθαρχική ποινή.».

12.

Στην παρ. 2 του άρθρου 21 του π.δ. 120/2008 προστίθεται περ. γ ως εξής: «γ) Με την έκδοση κλήσης προς απολογία, στο πλαίσιο διενεργούμενης ένορκης διοικητικής εξέτασης του άρθρου 27, εφόσον πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή.».

13.

Στην παρ. 3 του άρθρου 21 του π.δ. 120/2008 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και για την απευθείας αρχειοθέτηση προδήλως αβάσιμων καταγγελλομένων αιτιάσεων.».

14.

Η παρ. 1 του άρθρου 22 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με την έκδοση διαταγής προς διενέργεια Ε.Δ.Ε., είναι ο Υπουργός και ο Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης, ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, ο Προϊστάμενος Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας Βορείου και Νοτίου Ελλάδος και οι Προϊστάμενοι των Κλάδων για όλο το αστυνομικό προσωπικό, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας, ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, οι Γενικοί Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές και όλοι οι Αξιωματικοί με τον βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και άνω, προϊστάμενοι Υπηρεσιών τουλάχιστον επιπέδου Διεύθυνσης, για το υφιστάμενο προσωπικό τους. Σε περίπτωση που ασκηθεί πειθαρχική δίωξη από περισσότερους συναρμοδίους για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, κατισχύει η του ιεραρχικά ανωτέρου, στον οποίο υποβάλλονται οι διενεργηθείσες πράξεις, οι οποίες παραμένουν έγκυρες.».

15.

Στο άρθρο 24 του π.δ. 120/2008: α) αντικαθίσταται η περ. β της παρ.1, β) προστίθεται τέταρτο εδάφιο στην παρ. 2, γ) αντικαθίσταται η παρ. 3, δ) αντικαθίσταται η παρ. 6 και ε) προστίθεται παρ. 7 και το άρθρο 24 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 24 Προκαταρκτική Διοικητική εξέταση

1.

Η Προκαταρκτική Διοικητική Εξέταση (Π.Δ.Ε.) διενεργείται:

των αιτιών πάθησης αστυνομικών, προκειμένου να κριθεί αν έχουν σχέση με την υπηρεσία, εφόσον ο τραυματισμός ή η πάθηση έλαβαν χώρα σε διατεταγμένη υπηρεσία και ο αστυνομικός παρακωλύθηκε στην εκτέλεση των καθηκόντων του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) ημερών και

ενδιαφέρουν την Υπηρεσία.

2.

Η Π.Δ.Ε. είναι μυστική διατάσσεται δε από ανώτερο αξιωματικό εκείνου κατά του οποίου στρέφεται και ενεργείται είτε από τον ίδιο τον διατάξαντα ή κατόπιν διαταγής του από άλλον αξιωματικό ανώτερο ή αρχαιότερο εκείνου κατά του οποίου στρέφεται. Σε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία η συμπλήρωση της Π.Δ.Ε., εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 26. Η Π.Δ.Ε. που ενεργείται για να διαπιστωθεί αν τελέσθηκαν πειθαρχικά παραπτώματα που αναφέρονται στην περ. γ της παρ. 1 του άρθρου 10 και στην περ. ια της παρ. 1 του άρθρου 11 σε βάρος πολιτών, ανατίθεται σε αξιωματικό Διεύθυνσης ή Υπηρεσίας που εξομοιώνεται με αυτή, άλλης από εκείνη στην οποία υπάγονται διοικητικά οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί. Ομοίως, η Π.Δ.Ε. ανατίθεται σε Αξιωματικό που δεν έχει διοικητική εξάρτηση με τους ελεγχόμενους αστυνομικούς, εάν αφορά σε χρήση όπλου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή σε εν γένει αιτιάσεις για κακομεταχείριση, κακοποίηση, ρατσιστική ή άλλη ακραία συμπεριφορά σε βάρος πολιτών.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.