Νόμοι — ΦΕΚ A' 101/2018

Type Νόμος
Publication 2018-06-12
Τελευταία ενημέρωση 2018-06-11
State In force
Source ΦΕΚ
articles 64
Reform history JSON API

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4546

Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ «περί θεσπίσεως πλαισίου για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό» και άλλες διατάξεις .

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ Α΄

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/89/ΕΕ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Σκοπός των άρθρων 1 έως και 15 είναι: α) η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014, «Περί θεσπίσεως πλαισίου για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό» (ΕΕ L 257/135/28.8.2014) και β) ο καθορισμός ενός πλαισίου για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, με σκοπό την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης των θαλάσσιων οικονομιών, τη βιώσιμη ανάπτυξη των θαλάσσιων περιοχών και τη βιώσιμη χρήση των θαλάσσιων πόρων.

2.

Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός εντάσσεται στην ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως το διατομεακό μέσο πολιτικής που επιτρέπει στις δημόσιες αρχές και τους ενδιαφερομένους να εφαρμόζουν συντονισμένη, ολοκληρωμένη και διασυνοριακή προσέγγιση και συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων του άρθρου 3, σύμφωνα και με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση UNCLOS), που κυρώθηκε με το ν. 2321/1995 (Α’ 136).

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στα θαλάσσια ύδατα και στις παράκτιες ζώνες, όπως ορίζονται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 3.

2.

Ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται σε δραστηριότητες με αποκλειστικό σκοπό την άμυνα ή την εθνική ασφάλεια.

3.

Η εφαρμογή του παρόντος δεν θίγει τη χάραξη και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Άρθρο 3

Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ) Α. Για τους σκοπούς του παρόντος ισχύουν οι εξής ορισμοί:

1.

«ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική»: η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ως στόχο να προαγάγει τη συντονισμένη και συνεπή λήψη αποφάσεων με σκοπό τη μεγιστοποίηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής των κρατώνμελών, ιδίως σε οτιδήποτε αφορά τις παράκτιες, νησιωτικές και εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τους θαλάσσιους τομείς της, μέσω συνεκτικών και συνδεόμενων με τη θάλασσα πολιτικών και μέσω της διεθνούς συνεργασίας,

2.

«θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός»: η διαδικασία με την οποία η αρμόδια αρχή αναλύει και οργανώνει τις ανθρώπινες δραστηριότητες στις θαλάσσιες και παράκτιες περιοχές για να επιτευχθεί η σύνθεση οικολογικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών παραμέτρων με στόχο την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης,

3.

«θαλάσσια περιοχή ή υποπεριοχή»: η θαλάσσια περιοχή ή υποπεριοχή, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3983/2011 (Α’ 144), 4.α. «θαλάσσια ύδατα»: τα ύδατα, ο θαλάσσιος βυθός και το υπέδαφος, όπως ορίζονται στην περίπτωση α’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3983/2011, β. «παράκτια ύδατα»: τα ύδατα, ο θαλάσσιος βυθός και το υπέδαφος, όπως ορίζονται στην περίπτωση β’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3983/2011. Β. Λοιποί ορισμοί

5.

«Παράκτια ζώνη»: η γεωμορφολογική περιοχή εκατέρωθεν της ακτογραμμής, στην οποία η αλληλεπίδραση μεταξύ του θαλάσσιου και του χερσαίου τμήματος αποκτά τη μορφή πολύπλοκων συστημάτων οικολογικών στοιχείων και πόρων αποτελούμενων από βιοτικές και

6.

«Ολοκληρωμένη διαχείριση• της παράκτιας ζώνης»: δυναμική διαδικασία με σκοπό την αειφόρο διαχείριση και χρήση των παράκτιων ζωνών, κατά την οποία λαμβάνονται ταυτόχρονα υπόψη η ευπαθής φύση των παράκτιων οικοσυστημάτων και τοπίων, η ποικιλομορφία των δραστηριοτήτων και χρήσεων, οι αλληλεπιδράσεις τους, ο θαλάσσιος προσανατολισμός ορισμένων δραστηριοτήτων και χρήσεων και ο αντίκτυπός τους στο θαλάσσιο και το χερσαίο τμήμα.

Άρθρο 4

Στόχοι του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Η στήριξη και προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και της χωρικής συνοχής μεταξύ του θαλάσσιου και του παράκτιου χώρου, μέσα από τη σύνθεση των οικολογικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών παραμέτρων, λαμβάνοντας υπόψη τις αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας, την οικοσυστημική προσέγγιση και γενικότερα τις αρχές της αειφορικής διαχείρισης.

2.

Η ορθολογική και ολοκληρωμένη χωρική ανάπτυξη δραστηριοτήτων στο θαλάσσιο και παράκτιο χώρο, όπως είναι μεταξύ άλλων οι μεταφορές, η ναυτιλία, ο ενεργειακός τομέας, η εξόρυξη πρώτων υλών, ορυκτών και αδρανών υλικών, η αλιεία, η υδατοκαλλιέργεια και ο τουρισμός, καθώς και η διατήρηση, προστασία και βελτίωση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, λαμβάνοντας υπόψη εν γένει την ενάλια πολιτιστική κληρονομιά. Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκεται η αρμονική συνύπαρξη όλων των σχετικών δραστηριοτήτων και χρήσεων και διασφαλίζεται η ανθεκτικότητα στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Άρθρο 5

Θέσπιση και εφαρμογή του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (άρθρα 4, 6 παρ. 3 και 15 παρ. 3 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 έχει την ευθύνη για την κατάρτιση, εφαρμογή και αξιολόγηση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις ιδιαιτερότητες των θαλάσσιων περιοχών και παράκτιων ζωνών, καθώς και τις συναφείς υπάρχουσες και μελλοντικές δραστηριότητες και χρήσεις και επιπτώσεις τους στο περιβάλλον, στους φυσικούς πόρους και εν γένει στην πολιτιστική κληρονομιά. Λαμβάνει επίσης υπόψη τις αλληλεπιδράσεις ξηράς - θάλασσας.

2.

Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός περιλαμβάνει:

  • α) την εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο

του άρθρου 6,

  • β) τα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια του άρθρου 6.

Κατά την εκπόνηση της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων, μπορεί να περιλαμβάνονται και να αξιοποιούνται υφιστάμενες εθνικές πολιτικές και ιδίως η νησιωτική πολιτική, κανονισμοί και μηχανισμοί που έχουν θεσπιστεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφόσον συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής και συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 7.

3.

Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου 2021.

4.

Η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 αξιολογεί κάθε πέντε (5) έτη την εφαρμογή του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, με την κατάρτιση σχετικής έκθεσης αξιολόγησης, με την οποία τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα ή μη της αναθεώρησής του. Η έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, διαβιβάζεται στα εμπλεκόμενα Υπουργεία και τις Περιφέρειες και δημοσιοποιείται στο διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, αναθεωρείται τουλάχιστον κάθε δέκα (10) έτη, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη έκθεσης αξιολόγησής του, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 4, 5 και 6 του άρθρου 6.

Άρθρο 6

Δομή του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού

1.

Η εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο αποτελεί μέρος της εθνικής χωρικής στρατηγικής του άρθρου 3 του ν. 4447/2016. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, είναι δυνατή η κατάρτιση και έγκριση της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο, χωρίς την ύπαρξη εγκεκριμένης εθνικής χωρικής στρατηγικής. Η εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο:

  • α) προσδιορίζει τις στρατηγικές κατευθύνσεις για τις

θαλάσσιες περιοχές και τις παράκτιες ζώνες, που στοχεύουν στη βιώσιμη ανάπτυξη,

  • β) υποδεικνύει και αιτιολογεί τις προτεραιότητες για

την εκπόνηση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων σε επιμέρους χωρικές ενότητες με βάση:

  • αα) τις υποδιαιρέσεις του θαλάσσιου χώρου, που προβλέπονται στα άρθρα 5 και 20 του ν. 3983/2011, ή
  • ββ) διαφορετικές από τις προαναφερόμενες υποδιαιρέσεις, εφόσον προκύπτει ότι ο προσδιορισμός τους είναι

αναγκαίος για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 4.

2.

Η εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο καταρτίζεται από την αρμόδια αρχή του άρθρου 14, εγκρίνεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και ανακοινώνεται στη Βουλή.

3.

Πριν από την υποβολή της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο προς το Υπουργικό Συμβούλιο απαιτείται:

  • α) τήρηση της διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης και

συμμετοχής του κοινού, σύμφωνα με την περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9,

  • β) γνωμοδότηση του εθνικού συμβουλίου χωροταξίας του άρθρου 4 του ν. 4447/2016, η οποία παρέχεται

εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας. Για τις ανάγκες εφαρμογής της διάταξης αυτής, στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας μπορεί να συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του, εκπρόσωποι και άλλων δημόσιων αρχών και φορέων, καθώς και επαγγελματικών και επιστημονικών φορέων για να αναπτύξουν τις απόψεις τους κατά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου,

  • γ) γνωμοδότηση των εμπλεκόμενων Υπουργείων μέσα

σε δύο (2) μήνες από την υποβολή του σχεδίου προς αυτά. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας.

4.

Τα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια αντιστοιχούν στο περιφερειακό επίπεδο σχεδιασμού του άρθρου 2 του ν. 4447/2016. Αναφέρονται σε θαλάσσιες και παράκτιες χωρικές ενότητες, οι οποίες μπορεί να είναι υποπεριφερειακού, περιφερειακού ή διαπεριφερειακού επιπέδου. Καθορίζονται από την εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο, σύμφωνα με την περίπτωση β ’ της παραγράφου 1. Αν η εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο δεν έχει εγκριθεί, ο καθορισμός χωρικών ενοτήτων για την εκπόνηση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από εισήγηση του Γενικού Γραμματέα Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος, λαμβάνοντας υπόψη και τις υποδιαιρέσεις του θαλάσσιου χώρου που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 και στο άρθρο 20 του ν. 3983/2011.

5.

Κατά την κατάρτιση των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις του άρθρου 7, οι κατευθύνσεις της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο, εφόσον έχει θεσμοθετηθεί, οι άξονες και οι στόχοι της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής, το περιφερειακό πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, τα προγράμματα περιφερειακής ανάπτυξης, καθώς και άλλα γενικά ή ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα ή μη, στρατηγικές περιφερειακές συμβάσεις, διεθνείς, ευρωπαϊκές και εθνικές συμφωνίες και στρατηγικές που επηρεάζουν τη διάρθρωση και ανάπτυξη του χώρου, οι κατευθύνσεις του υφιστάμενου Χωρικού Σχεδιασμού του ν. 4447/2016, στο βαθμό που αφορούν τον παράκτιο και θαλάσσιο χώρο.

6.

Τα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια υπόκεινται σε διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, σύμφωνα με την ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Β’ 1225) και εγκρίνονται μαζί με τις Στρατηγικές Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) με ενιαία απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Πριν από την έγκριση τους απαιτείται:

  • α) τήρηση της διαδικασίας της δημόσιας διαβούλευσης με τις δημόσιες αρχές, τους ενδιαφερόμενους φορείς

και το κοινό, σύμφωνα με την περίπτωση β ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9,

  • β) γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας του άρθρου 4 του ν. 4447/2016, η οποία παρέχεται

εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας. Για τις ανάγκες εφαρμογής της διάταξης αυτής, στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας μπορεί να συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του, εκπρόσωποι και άλλων δημόσιων αρχών και φορέων, καθώς και επαγγελματικών και επιστημονικών φορέων, για να αναπτύξουν τις απόψεις τους κατά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου,

  • γ) γνωμοδότηση των εμπλεκόμενων Υπουργείων μέσα

σε δύο (2) μήνες από την υποβολή του σχεδίου προς αυτά. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας εγκρίνονται οι προδιαγραφές για την εκπόνηση, αξιολόγηση και τροποποίηση των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 7

Ελάχιστες απαιτήσεις για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ) Για να επιτευχθούν οι στόχοι του άρθρου 4 και η συνεκτικότητα μεταξύ του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και του χωροταξικού σχεδιασμού του χερσαίου χώρου, η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 κατά την κατάρτιση της «Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για το Θαλάσσιο Χώρο» και των «Θαλάσσιων Χωροταξικών Σχεδίων»:

1.

Λαμβάνει υπόψη:

  • α) τις σχετικές δραστηριότητες και χρήσεις στα θαλάσσια ύδατα και στις παράκτιες ζώνες, σύμφωνα με τις

παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 2,

  • β) τις αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας,
  • γ) τις περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές παραμέτρους, καθώς και ζητήματα κλιματικής

αλλαγής και ασφάλειας,

  • δ) τον ασφαλή ενεργειακό εφοδιασμό των νησιωτικών

περιοχών και του ηπειρωτικού τμήματος της χώρας,

2.

εξασφαλίζει τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων φορέων, σύμφωνα με το άρθρο 9,

3.

οργανώνει τη χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 10,

4.

εξασφαλίζει τη διασυνοριακή συνεργασία με άλλα κράτη-μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 11,

5.

προωθεί τη συνεργασία με τρίτες χώρες, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Άρθρο 8

Περιεχόμενο του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (άρθρο 8 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός προσδιορίζει την κατανομή υφιστάμενων και μελλοντικών δραστηριοτήτων και χρήσεων στις θαλάσσιες περιοχές και στις παράκτιες ζώνες, για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3.

2.

Στο πλαίσιο της παραγράφου 1 και κατ’ εφαρμογή της περίπτωσης α ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 14, λαμβάνονται υπόψη οι αλληλεπιδράσεις των δραστηρι

  • α) την αλιεία, β) την υδατοκαλλιέργεια, γ) τις εγκαταστάσεις, τις υποδομές και τα υποθαλάσσια έργα για την

έρευνα, την εκμετάλλευση και την εξόρυξη πετρελαίου, φυσικού αερίου, καθώς και άλλων ενεργειακών πόρων, πρώτων υλών, ορυκτών και αδρανών υλικών και για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και συμβατικές πηγές, δ) τις θαλάσσιες οδούς και τις κυκλοφοριακές ροές, ε) τις λιμενικές εγκαταστάσεις κάθε είδους,

  • στ) τις περιοχές διεξαγωγής στρατιωτικών ασκήσεων,
  • ζ) τις προστατευόμενες περιοχές και τις περιοχές όπου

εφαρμόζεται η νομοθεσία για την προστασία της βιοποικιλότητας και τα κρίσιμα ενδιαιτήματα των ειδών (ν. 3937/2011, Α’ 60), καθώς και οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες, η) την επιστημονική έρευνα,

  • θ) τις οδεύσεις υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών, ι) τον

τουρισμό, ια) τους προστατευόμενους ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους και τα ενάλια μνημεία, σύμφωνα με το ν. 3028/2002, ιβ) τις παράκτιες χρήσεις γης.

Άρθρο 9

Δημόσια διαβούλευση- Συμμετοχή του κοινού (άρθρο 9 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 εξασφαλίζει, ήδη κατά το πρώιμο στάδιο κατάρτισης του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, τη δυνατότητα συμμετοχής σε δημόσια διαβούλευση των δημόσιων αρχών, των ενδιαφερόμενων φορέων, καθώς και του κοινού. Η διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης πραγματοποιείται ως εξής:

  • α) ως προς την εθνική χωρική στρατηγική για το θαλάσσιο χώρο:
  • αα) η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 ενημερώνει τα

κατά περίπτωση αρμόδια Υπουργεία σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας εκπόνησης της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο, ώστε να διασφαλίζει, κατά τη διαμόρφωση του σχεδίου, τη συνεργασία με όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές,

  • ββ) το σχέδιο της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το

θαλάσσιο χώρο τίθεται σε δημόσια διαβούλευση, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. 4048/ 2012 (Α’ 34), χρονικής διάρκειας δύο (2) μηνών,

  • β) ως προς τα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια:
  • αα) η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 ενημερώνει τα συναρμόδια Υπουργεία σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας εκπόνησης του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδίου,

ώστε να διασφαλίζει, σε επίπεδο συνδιαμόρφωσης σχεδίου, τη συνεργασία με όλες τις εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές. Παράλληλα, ενημερώνει τις οικείες Περιφέρειες,

  • ββ) το θαλάσσιο χωροταξικό σχέδιο τίθεται σε δημόσια

διαβούλευση σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. 4048/2012, χρονικής διάρκειας ενός (1) μήνα.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διαδικασία για την εφαρμογή της παραγράφου 1.

Άρθρο 10

Χρήση και ανταλλαγή δεδομένων (άρθρο 10 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 οργανώνει και χρησιμοποιεί τα βέλτιστα διαθέσιμα δεδομένα και συντονίζει τη διαδικασία της απαιτούμενης ανταλλαγής των πληροφοριών, για την κατάρτιση των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων.

2.

Τα δεδομένα της παραγράφου 1 είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

  • α) περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα, καθώς και εν γένει δεδομένα της πολιτιστικής κληρονομιάς, που έχουν συλλεχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις

της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας που διέπει τις δραστηριότητες του άρθρου 8,

  • β) φυσικά δεδομένα για τα θαλάσσια ύδατα.
3.

Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 χρησιμοποιεί τα σχετικά μέσα και εργαλεία, περιλαμβανομένων αυτών που είναι ήδη διαθέσιμα σύμφωνα με το ν. 3882/2010 (Α’ 166), την Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική και άλλες συναφείς πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού μπορεί να καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 11

Συνεργασία μεταξύ κρατών-μελών (άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας σχεδιασμού και διαχείρισης, η αρμόδια αρχή συνεργάζεται με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα οποία η Ελληνική Δημοκρατία μοιράζεται θαλάσσια ύδατα με σκοπό να διασφαλίζεται ότι ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός είναι συντονισμένος και έχει συνοχή σε όλη την εν λόγω θαλάσσια περιοχή. Η συνεργασία λαμβάνει υπόψη, ιδίως, ζητήματα διακρατικού χαρακτήρα.

2.

Η συνεργασία σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιδιώκεται μέσω:

  • α) υφιστάμενων περιφερειακών θεσμικών δομών

συνεργασίας, όπως οι περιφερειακές συμβάσεις για τη θάλασσα, ή/και

  • β) δικτύων ή δομών των αρμόδιων αρχών των κρατώνμελών, ή/και
  • γ) οποιασδήποτε άλλης μεθόδου που πληροί τις

προϋποθέσεις της παραγράφου 1, όπως στο πλαίσιο των στρατηγικών για τις θαλάσσιες λεκάνες.

Άρθρο 12

Συνεργασία με τρίτες χώρες (άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ) Η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 όταν αναπτύσσει δράσεις που αφορούν το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό στις οικείες θαλάσσιες περιοχές καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη δημιουργία πλαισίου συνεργασίας με τρίτες χώρες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συμβάσεις, όπως με την αξιοποίηση υφιστάμενων διεθνών φόρουμ ή με περιφερειακή θεσμική συνεργασία, μεταξύ των οποίων εντάσσεται η Περιφερειακή Σύμβαση για τη Μεσόγειο Θάλασσα (Σύμβαση της Βαρκελώνης). χωροταξικού σχεδιασμού (άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ) Η αρμόδια αρχή του άρθρου 14 διαβιβάζει υποχρεωτικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σε οποιαδήποτε άλλα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη, ύστερα από αίτημα, αντίγραφα της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων, συμπεριλαμβανομένου σχετικού επεξηγηματικού υλικού για την εφαρμογή του νόμου, μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έγκρισή τους. Η ίδια υποχρέωση ισχύει και για τις επακόλουθες επικαιροποιήσεις και αναθεωρήσεις της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΘΝΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/89/ΕΕ

Άρθρο 14

Αρμόδια αρχή (άρθρο 13 της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ)

1.

Αρμόδια αρχή με αποκλειστική ευθύνη την εφαρμογή του παρόντος ορίζεται ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ειδικότερα, η αρμόδια αρχή έχει τις εξής αρμοδιότητες:

  • α) σχεδιάζει, εντός των θαλάσσιων υδάτων και παράκτιων ζωνών, την έκταση και το περιεχόμενο του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού,
  • β) μεριμνά για την κατάρτιση της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος,
  • γ) αξιολογεί την εφαρμογή του θαλάσσιου χωροταξικού

σχεδιασμού κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου 5 και εκκινεί τη διαδικασία τροποποίησης ή αναθεώρησής του, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 6,

  • δ) διαβουλεύεται με τις συναφείς αρχές άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών

στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 11 και 12 για τη διαμόρφωση συνεργασίας και κοινής προσέγγισης, καθώς και το συντονισμό των δράσεων τους που αφορούν το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, σύμφωνα με τις γενικές κατευθύνσεις της εθνικής χωρικής στρατηγικής για το θαλάσσιο χώρο,

  • ε) εξασφαλίζει κάθε πρόσφορο μέσο, διαδικασία, μηχανισμό ή πρόγραμμα για την εφαρμογή του παρόντος,
  • στ) λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση

της συντονισμένης εφαρμογής του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού από τις εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές και φορείς σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης (εθνικό, περιφερειακό και διεθνές ή διακρατικό επίπεδο),

  • ζ) αποτελεί σημείο επαφής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα αρμόδια όργανα της για θέματα που αφορούν

την εφαρμογή της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ,

  • η) συμμετέχει σε εθνικά, διακρατικά και διασυνοριακά

προγράμματα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της,

  • θ) εποπτεύει και συντονίζει προγράμματα και μελέτες

που άπτονται του χωρικού σχεδιασμού και υλοποιούνται στον εθνικό θαλάσσιο και παράκτιο χώρο,

  • ι) οφείλει να ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για

μεταβολές των πληροφοριών που αφορούν τη νομική και διοικητική της υπόσταση, σύμφωνα με το Παράρτημα του παρόντος, μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της μεταβολής. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται η αρμόδια Υπηρεσία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και μεταβιβάζεται σε αυτήν η άσκηση των σχετικών αρμοδιοτήτων.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να συνιστώνται στη Γενική Γραμματεία Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος για την υποστήριξη του έργου της μη αμειβόμενες ομάδες εργασίας εμπειρογνωμόνων με συμμετοχή, κατά περίπτωση, εκπροσώπων εμπλεκόμενων δημόσιων αρχών και φορέων, καθώς επίσης και επιστημονικών φορέων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 15

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Κατά την πρώτη έκδοση των κανονιστικών πράξεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 6 του άρθρου 6 για την έγκριση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, λαμβάνονται υπόψη οι κατευθύνσεις των εγκεκριμένων χερσαίων χωροταξικών σχεδίων και προγραμμάτων.

2.

Μετά την έκδοση των κανονιστικών πράξεων για την έγκριση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, οι κανονιστικές πράξεις χωροταξικού σχεδιασμού του χερσαίου χώρου λαμβάνουν υπόψη τις κατευθύνσεις του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, σχετικά με τη χωρική ανάπτυξη και ρύθμιση των θαλάσσιων περιοχών και την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων ζωνών, στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης ξηράς-θάλασσας.

3.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, προγράμματα, μελέτες και έργα εμπλεκόμενων αρχών και φορέων που άπτονται του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή του άρθρου 14 για να διευκολύνεται ο συντονισμός των τομεακών πολιτικών.

4.

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους Α’ διατηρούνται σε ισχύ οι ειδικότερες διατάξεις του ν.δ. 420/1970 (Α’ 27).

ΜΕΡΟΣ Β’

ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 16

(παρ. 8 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513)

1.

Η παρ. 3 του άρθρου 15Α του ν. 3054/2002 (Α’230) καταργείται.

2.

Το άρθρο 17 του ν. 4062/2012 (Α’70) καταργείται.

Άρθρο 17

Τροποποίηση του άρθρου 1 του ν. 3468/2006 (παρ. 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2009/28/ ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση α’ της παρ. 2 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513) Στην περίπτωση α της παρ. 3 του άρθρου 1 του «Για τη συμμόρφωση με το στόχο, το μέγιστο από κοινού μερίδιο των βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά και από φυτά που καλλιεργούνται ως βασικές καλλιέργειες κυρίως για ενεργειακούς σκοπούς σε γεωργικές γαίες δεν υπερβαίνει την ποσότητα ενέργειας η οποία αντιστοιχεί στο μέγιστο μερίδιο που ορίζεται στην περίπτωση δ ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 2Α.».

Άρθρο 18

Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 3468/2006 (περιπτώσεις ιγ’, ιδ’ και ιε του άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ και άρθρο 2 παρ. 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513) Μετά την παρ. 32ε του άρθρου 2 του ν. 3468/2006 (Α’ 129) προστίθενται παράγραφοι 32στ έως 32ιθ ως εξής: «32στ. Πραγματική τιμή: η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για ορισμένες ή όλες τις φάσεις μιας συγκεκριμένης διαδικασίας παραγωγής βιοκαυσίμου, η οποία υπολογίζεται με τη μεθοδολογία του Παραρτήματος 4 Μέρος Γ’. 32ζ. Τυπική τιμή: εκτίμηση της μείωσης των αντιπροσωπευτικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για συγκεκριμένη οδό παραγωγής βιοκαυσίμων. 32η. Προκαθορισμένη τιμή: τιμή η οποία προκύπτει βάσει τυπικής τιμής με την εφαρμογή προκαθορισμένων παραγόντων και η οποία, υπό συνθήκες που καθορίζονται στον παρόντα νόμο, μπορεί να χρησιμοποιείται αντί της πραγματικής τιμής. 32θ. Ο όρος «απόβλητα» ορίζεται όπως στο άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 4042/2012. Ουσίες που έχουν σκοπίμως τροποποιηθεί ή μολυνθεί για να εμπίπτουν στον εν λόγω ορισμό δεν εντάσσονται στον παρόντα ορισμό. 32ι. Αμυλούχα φυτά: φυτά στα οποία συγκαταλέγονται κυρίως τα σιτηρά (ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται μόνο ο σπόρος ή ολόκληρο το φυτό, όπως στην περίπτωση του χλωρού αραβοσίτου), οι κόνδυλοι και τα ριζώματα (όπως οι πατάτες, το κολοκάσι, οι γλυκοπατάτες, η μανιόκα και η διοσκουρέα), καθώς και οι βολβοί (όπως η κολοκασία η εδώδιμος και το ξανθόσωμα το βελόφυλλο). 32ια. Λιγνοκυτταρινούχες ύλες: οι ύλες που συντίθενται από λιγνίνη, κυτταρίνη και ημικυτταρίνη, όπως η βιομάζα που προέρχεται από τα δάση, οι ξυλώδεις ενεργειακές καλλιέργειες, καθώς και τα κατάλοιπα και τα λύματα των δασοπονικών βιομηχανιών. 32ιβ. Μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες: ύλες που συντίθενται κυρίως από κυτταρίνη και ημικυτταρίνη και η περιεκτικότητα τους σε λιγνίνη είναι χαμηλότερη σε σχέση με αυτή των λιγνοκυτταρινούχων υλών σε αυτές περιλαμβάνονται κατάλοιπα φυτών που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές (όπως το άχυρο, τα φύλλα και οι μίσχοι, οι φλοιοί και τα κελύφη), φυτά ενεργειακών χορτοκαλλιεργειών με χαμηλή περιεκτικότητα σε άμυλο (όπως η ήρα, το Panicum virgatum, ο μίσχανθος, το καλάμι και οι καλλιέργειες εδαφοκάλυψης πριν και μετά τις κύριες καλλιέργειες), βιομηχανικά υπολείμματα (επίσης από φυτά που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές μετά την εκχύλιση φυτικών ελαίων, σακχάρων, αμύλων και πρωτεϊνών), καθώς και ύλες από βιολογικά απόβλητα. 32ιγ. Υπόλειμμα μεταποίησης: η ουσία που δεν αποτελεί το τελικό προϊόν ή τα τελικά προϊόντα, την παραγωγή των οποίων επιδιώκει άμεσα η διεργασία παραγωγής. δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο της διεργασίας παραγωγής και η διεργασία αυτή δεν έχει τροποποιηθεί σκόπιμα με στόχο την παραγωγή του. 32ιδ. Ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης: υγρά ή αέρια καύσιμα πλην των βιοκαυσίμων, το ενεργειακό περιεχόμενο των οποίων προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πλην της βιομάζας και τα οποία χρησιμοποιούνται στις μεταφορές. 32ιε. Υπολείμματα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία: τα υπολείμματα που δημιουργούνται άμεσα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία- δεν περιλαμβάνουν τα υπολείμματα από τις συναφείς βιομηχανίες ή τη συναφή μεταποίηση. 32ιστ. Βιοκαύσιμα και βιορευστά χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης: τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά των οποίων οι πρώτες ύλες παράχθηκαν στο πλαίσιο συστημάτων που μειώνουν τον εκτοπισμό της παραγωγής για άλλους σκοπούς εκτός της παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορευστών και παράχθηκαν σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας για βιοκαύσιμα και βιορευστά που θεσπίζονται στο άρθρο 32ζ. 32ιζ. Οικονομικός φορέας: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμπλέκεται σε ένα ή περισσότερα στάδια της διαδικασίας παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορευστών από τις πρώτες ύλες μέχρι και το τελικό προϊόν, καθώς και της διάθεσής τους έως και τον προμηθευτή, για τους σκοπούς των άρθρων 32ζ έως 32θ. 32ιη. Φορέας επαλήθευσης: το ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο-οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, όπως ορίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) 765/2008, το οποίο έχει διαπιστευθεί από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (Ε.ΣΥ.Δ. Α.Ε.) ή άλλο ισότιμο οργανισμό-εγκεκριμένο σύστημα διαπίστευσης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την επαλήθευση των πληροφοριών που υποχρεούνται να υποβάλουν οι οικονομικοί φορείς και οι προμηθευτές, για τους σκοπούς των άρθρων 32ζ έως 32θ. 32ιθ. Προμηθευτής: ο φορέας που είναι υπεύθυνος για τη διέλευση των καυσίμων από σημείο επιβολής ειδικού φόρου κατανάλωσης ή, εάν δεν οφείλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης, κάθε άλλος σχετικός φορέας σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις.».

Άρθρο 19

Τροποποίηση του άρθρου 2Α του ν. 3468/2006 (παρ. 4 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2009/28/ ΕΚ όπως τροποποιήθηκε με τις περιπτώσεις β’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513 και παρ. 5 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513) Τροποποιείται το άρθρο 2Α του ν. 3468/2006, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4062/2012, ως εξής:

1.

Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 διαγράφεται. «α) για τον υπολογισμό του παρονομαστή, δηλαδή της συνολικής ποσότητας ενέργειας που καταναλίσκεται στις μεταφορές για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη μόνον η βενζίνη, το πετρέλαιο ντίζελ, τα βιοκαύσιμα που καταναλίσκονται στις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές και η ηλεκτρική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή υγρών και αερίων καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης,».

3.

Στην περίπτωση β ’ της παραγράφου 6 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Το παρόν στοιχείο ισχύει με την επιφύλαξη της περίπτωσης δ ’ και της περίπτωσης α ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 32ζ.».

4.

Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 6 αντικαθίσταται «γ) για τον υπολογισμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και καταναλίσκεται από όλα τα είδη ηλεκτρικών οχημάτων και για την παραγωγή υγρών και αερίων καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης, για τους σκοπούς των περιπτώσεων α’ και β’, χρησιμοποιείται είτε το μέσο μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση είτε το μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ελλάδα, όπως μετρήθηκε δύο (2) έτη πριν από το υπό συζήτηση έτος. Επιπλέον, για τον υπολογισμό της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκεται από ηλεκτροκίνητες αμαξοστοιχίες, αυτή η κατανάλωση υπολογίζεται ως το γινόμενο επί 2,5 του ενεργειακού περιεχομένου της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Για τον υπολογισμό της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκεται από ηλεκτρικά οδικά οχήματα στην περίπτωση β’, αυτή η κατανάλωση υπολογίζεται ως το γινόμενο επί πέντε του ενεργειακού περιεχομένου της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές,».

5.

Στην παράγραφο 6 προστίθενται περιπτώσεις δ , ε’ και στ’ ως εξής: «δ) για τον υπολογισμό των βιοκαυσίμων στον αριθμητή, το μερίδιο της ενέργειας από τα βιοκαύσιμα που παράγονται από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά, καθώς και από φυτά που καλλιεργούνται ως βασικές καλλιέργειες κυρίως για ενεργειακούς σκοπούς σε γεωργικές γαίες, δεν υπερβαίνει το 2020 το 7% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές. Βιοκαύσιμα που παράγονται από πρώτες ύλες που εκτίθενται στο Παράρτημα 6 δεν προσμετρώνται στο όριο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης αυτής. Το μερίδιο ενέργειας από βιοκαύσιμα που παράγονται από φυτά που καλλιεργούνται ως βασικές καλλιέργειες κυρίως για ενεργειακούς σκοπούς σε γεωργικές γαίες, εκτός από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά, δεν προσμετράται στο όριο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας περίπτωσης υπό τον όρο ότι:

  • αα) η επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια

αειφορίας των παραγράφων 2 εώς 5 του άρθρου 32ζ έγινε σύμφωνα με το άρθρο 32η, και

  • ββ) τα φυτά αυτά καλλιεργήθηκαν σε έδαφος που εμπίπτει στο σημείο 8 του Μέρους Γ’ του Παραρτήματος 4, η

δε αντίστοιχη προσαύξηση «eB» που ορίζεται στο σημείο 7 του Μέρους Γ’ του Παραρτήματος 4, συμπεριλήφθηκε στον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, για τους σκοπούς απόδειξης συμμόρφωσης με την παράγραφο 2 του άρθρου 32ζ.

  • ε) Το ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης των βιοκαυσίμων

που παράγονται από πρώτες ύλες και των άλλων καυσίμων που απαριθμούνται στο Μέρος Α’ του Παραρτήματος 6 ορίζεται σε 0,2% σε ενεργειακό περιεχόμενο του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλες τις μορφές μεταφορών το 2020, το οποίο αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, λαμβάνοντας υπόψη την ιεράρχηση των αποβλήτων που ορίζεται στο άρθρο 29 του ν. 4042/2012, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων σχετικά με την ανάλυση κύκλου ζωής ως προς το συνολικό αντίκτυπο της παραγωγής και διαχείρισης των διαφορετικών ροών αποβλήτων. Επιπλέον, τα παραγόμενα από πρώτες ύλες βιοκαύσιμα που δεν απαριθμούνται στο Παράρτημα 6 και που έχουν προσδιοριστεί ως απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες και λιγνοκυτταρινούχες ύλες και χρησιμοποιούνται σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις πριν τις 9.9.2015, μπορεί να συνυπολογιστούν για την επίτευξη του ανωτέρω υποστόχου.

  • στ) Βιοκαύσιμα παραγόμενα από τις πρώτες ύλες που

απαριθμούνται στο Παράρτημα 6 θεωρούνται ως το διπλάσιο του ενεργειακού περιεχομένου τους για την εκπλήρωση του στόχου που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.».

6.

Προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πολλαπλής διεκδίκησης μεμονωμένων παρτίδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αρμόδια αρχή για θέματα τήρησης των κριτηρίων αειφορίας βιοκαυσίμων και βιορευστών, που προβλέπονται στο άρθρο 32ζ, συνεργάζεται με τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών-μελών και με εθελοντικά συστήματα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ανταλλαγής δεδομένων. Η αποτροπή της σκόπιμης τροποποίησης ή απόρριψης υλικών, ώστε να εμπίπτουν στο Παράρτημα 6, βασίζεται στην ανάπτυξη και τη χρήση συστημάτων παρακολούθησης και εντοπισμού των πρώτων υλών και των παραγόμενων βιοκαυσίμων σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας βάσει των δεδομένων των εθελοντικών συστημάτων που καθορίζονται με το άρθρο 18 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Σε περίπτωση εντοπισμού φαινομένων απάτης εφαρμόζονται οι προβλέψεις της απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 32η. Με την έκθεση του άρθρου 21 υποβάλλονται στοιχεία σχετικά με την αξιοπιστία και την προστασία από απάτες.».

Άρθρο 20

Τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 3468/2006 (παρ. 1 του άρθρου 22 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513, παρ. 2 του άρθρου 22 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, παρ. 2 του άρθρου 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513) Το άρθρο 21 του ν. 3468/2006 τροποποιείται ως έξης:

1.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται Γραμματείας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε συνεργασία με τη Ρ.Α.Ε., συντάσσεται έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται ως προς την προώθηση και τη χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανά διετία, κατόπιν έγκρισης της από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας.».

2.

Η περίπτωση θ’ της παραγράφου 1 αντικαθίσταται «θ) την ανάπτυξη και το μερίδιο των βιοκαυσίμων που παράγονται από τις πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο Παράρτημα 6, μεταξύ άλλων και αξιολόγηση των πόρων που εστιάζει στις σχετικές με την αειφορία πτυχές που συνδέονται με τον αντίκτυπο της αντικατάστασης προϊόντων διατροφής και ζωοτροφών για την παραγωγή βιοκαυσίμων, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αρχών της ιεράρχησης των αποβλήτων που θεσπίζονται στο ν. 4042/2012 και της αρχής της διαδοχικής χρήσης της βιομάζας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές και τοπικές οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες, τη διατήρηση των αναγκαίων αποθεμάτων άνθρακα στο έδαφος και την ποιότητα του εδάφους και των οικοσυστημάτων».

3.

Στην παράγραφο 1 προστίθεται περίπτωση ιε’ ως «ιε) οι ποσότητες βιοκαυσίμων και βιορευστών σε μονάδες ενέργειας που αντιστοιχούν σε κάθε κατηγορία ομάδας πρώτων υλών του Μέρους Α’ του Παραρτήματος 5 που λαμβάνονται υπόψη για την εκπλήρωση των στόχων που προβλέπονται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 και στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 2Α».

4.

Προστίθενται παράγραφοι 5 και 6 ως εξής: «5. Για την εκτίμηση της καθαρής μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων, για τους σκοπούς της έκθεσης του παρόντος άρθρου, μπορούν να χρησιμοποιούνται οι τυπικές τιμές του Παραρτήματος 4 Μέρη Α’ και Β’.

6.

Το 2020 υποβάλλεται έκθεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ύστερα από έγκριση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ως προς την επίτευξη του υποστόχου που ορίζεται στην περίπτωση ε της παραγράφου 6 του άρθρου 2Α, διευκρινίζοντας τους λόγους οποιασδήποτε ανεπάρκειας.».

Άρθρο 21

Τροποποίηση του άρθρου 32Α του ν. 3468/2006 (παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 6 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513) Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 32Α του ν. 3468/ 2006, που προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4062/2012, αντικαθίστανται ως εξής: «1. Είναι δυνατή η συμφωνία με κράτη-μέλη με την οποία μπορεί να ρυθμίζεται η στατιστική μεταβίβαση συγκεκριμένης ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ή προς άλλο κράτος-μέλος. Η μεταβιβαζόμενη ποσότητα: Αν μεταβιβάζεται από την Ελλάδα, αφαιρείται από την ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 2Α. Αν μεταβιβάζεται προς την Ελλάδα, προστίθεται στην ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 2Α.

2.

Οι ρυθμίσεις της παραγράφου 1, όσον αφορά την περίπτωση α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 2Α, μπορεί να ισχύουν επί ένα ή περισσότερα έτη. Κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες μετά το τέλος κάθε έτους κατά το οποίο ισχύουν. Στις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκαταλέγονται η ποσότητα και η τιμή της συγκεκριμένης ενέργειας.».

Άρθρο 22

Μετά το άρθρο 32στ του ν. 3468/2006 προστίθενται άρθρα 32ζ, 32η, 32θ και 32ι ως εξής: «Άρθρο 32ζ Κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά (άρθρο 17 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση α ’ της παρ. 5 του άρθρου 2 της (ΕΕ) 2015/1513)

1.

Ασχέτως αν οι πρώτες ύλες καλλιεργούνται εντός ή εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ενέργεια από τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’, μόνον εφόσον πληρούν τα κριτήρια αειφορίας των παραγράφων 2 έως και 6:

  • α) για την αξιολόγηση της τήρησης των απαιτήσεων

του παρόντος νόμου ως προς τους εθνικούς στόχους,

  • β) για την αξιολόγηση της τήρησης των υποχρεώσεων

που αφορούν την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές,

  • γ) για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας για χρηματοδοτική υποστήριξη για την κατανάλωση βιοκαυσίμων

και βιορευστών. Ωστόσο, για να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’, τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που παράγονται από απόβλητα και υπολείμματα, πλην των υπολειμμάτων υδατοκαλλιεργειών και αλιείας και των γεωργικών και δασικών υπολειμμάτων, χρειάζεται να τηρούν μόνον τα κριτήρια αειφορίας που ορίζονται στην παράγραφο 2.

2.

Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1, είναι τουλάχιστον 60% για βιοκαύσιμα και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά τις 5 Οκτωβρίου 2015. Μια εγκατάσταση θεωρείται ότι είναι σε λειτουργία αν έχει διεξαχθεί πραγματική παραγωγή βιοκαυσίμων ή βιορευστών. τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά πρέπει να επιτυγχάνουν μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 35% έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 και κατά τουλάχιστον 50% από την 1η Ιανουαρίου 2018. Η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών, υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 32θ.

3.

Τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1, δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας και ειδικό καθεστώς προστασίας, δηλαδή από εδάφη που είχαν έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς τον Ιανουάριο 2008 ή μετέπειτα, ανεξαρτήτως εάν τα εδάφη αυτά εξακολουθούν να έχουν αυτόν τον χαρακτηρισμό:

  • α) πρωτογενή δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις,

ήτοι δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις γηγενών ειδών (όπως θαμνώνες), εφόσον δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν έχουν διαταραχθεί σημαντικά οι οικολογικές διεργασίες, και εν γένει δάση, δασικά οικοσυστήματα και δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση που προστέθηκε στο άρθρο 24 του Συντάγματος με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 και το άρθρο 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289), καθώς και αναδασωτέες εκτάσεις,

  • β) περιοχές:
  • αα) των οποίων η φύση έχει κηρυχθεί ως προστατευόμενη εκ του νόμου ή από τη σχετική αρμόδια αρχή,

όπως οι περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης και οι περιοχές προστασίας της φύσης, όπως ορίζονται με βάση τους νόμους 3937/2011 (Α’ 60) και 1650/1986 (Α’ 160) και με δεδομένο ότι έχουν οριοθετηθεί, ή

  • ββ) για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό

εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων, με την επιφύλαξη της αναγνώρισής τους, σύμφωνα με τη διαδικασία του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 (Ζώνες Ειδικής Προστασίας και Ειδικές Ζώνες Διατήρησης), οι οποίες εξαιρούνται στο σύνολό τους και μέχρι την ολοκλήρωση των σχεδίων διαχείρισης και τον καθορισμό των χρήσεων γης και των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων, οι οποίες θα ισχύουν στο εξής. Για τις περιοχές αυτές και για το χρονικό διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση των σχεδίων διαχείρισης, με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δύναται, μετά από αιτιολογημένη γνωμοδότηση του αρμόδιου φορέα, να καθορίζονται οι χρήσεις γης και οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες στο μεταβατικό στάδιο, κατά προτεραιότητα στις περιοχές όπου ήδη καλλιεργούνται ενεργειακά φυτά, εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η παραγωγή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους ανωτέρω σκοπούς προστασίας της φύσης,

  • γ) λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας (highly biodiverse

grassland):

  • αα) φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι

λειμώνες οι οποίοι θα παραμείνουν λειμώνες, ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στους οποίους διατηρούνται η σύνθεση των φυσικών ειδών και τα οικολογικά χαρακτηριστικά και διεργασίες, ή

  • ββ) μη φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι

λειμώνες οι οποίοι θα παύσουν να είναι λειμώνες, ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο ειδών και καμία υποβάθμιση, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η συγκομιδή πρώτων υλών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του χαρακτηρισμού τους ως λειμώνων.

4.

Τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εκτάσεις υψηλών αποθεμάτων άνθρακα, δηλαδή από εκτάσεις που είχαν τον Ιανουάριο του έτους 2008 και δεν έχουν πλέον ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • α) υγρότοποι (wetlands), δηλαδή εκτάσεις καλυπτόμενες ή κορεσμένες από νερό είτε μόνιμα είτε για σημαντικό μέρος του έτους,
  • β) συνεχώς δασωμένες περιοχές, δηλαδή εκτάσεις με

επιφάνεια μεγαλύτερη από ένα (1) εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των πέντε (5) μέτρων και με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30%, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά,

  • γ) εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από ένα (1)

εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των πέντε (5) μέτρων και με συγκόμωση μεταξύ 10% και 30%, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά, εκτός αν παρασχεθούν στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία τα αποθέματα άνθρακα στη συγκεκριμένη περιοχή πριν και μετά τη μετατροπή είναι τέτοια που, εάν εφαρμοστεί η μεθοδολογία που καθορίζεται στο Μέρος Γ’ του Παραρτήματος 4, πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που κατά το χρόνο λήψης των πρώτων υλών η έκταση είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα που είχε τον Ιανουάριο 2008.

5.

Τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1, δεν πρέπει να παράγονται από πρώτες ύλες που προέρχονται από εκτάσεις που είχαν χαρακτηριστεί τυρφώνες τον Ιανουάριο του έτους 2008, εκτός εάν αποδειχτεί ότι η καλλιέργεια και η συγκομιδή της συγκεκριμένης πρώτης ύλης δεν συνεπάγεται την αποξήρανση προηγουμένως μη αποξηραμένου εδάφους. παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1, πρέπει να λαμβάνονται τηρώντας τις δεσμεύσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και τις κανονιστικές απαιτήσεις και πρότυπα διαχείρισης που προβλέπονται στο Σημείο Α «Περιβάλλον» και στην παράγραφο 9 του Παραρτήματος II του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (EEL 30) και σύμφωνα με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις για την καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση που καθορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και το Παράρτημα III του ίδιου Κανονισμού. Η επαλήθευση της τήρησης του κριτηρίου αυτού βασίζεται στους ελέγχους που διενεργεί ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.). Το ελεγκτικό σύστημα της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται υποχρεωτικά και στους γεωργούς που προμηθεύουν πρώτες ύλες για βιοκαύσιμα ή βιορευστά και δεν καλύπτονται από αυτό υπό άλλες συνθήκες.

7.

Με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δύναται να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Άρθρο 32η Επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά (άρθρο 18 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ)

1.

Όταν βιοκαύσιμα και βιορευστά πρόκειται να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 32ζ, οι οικονομικοί φορείς οφείλουν να αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως και 5 του ίδιου άρθρου. Για το σκοπό αυτόν, οι οικονομικοί φορείς οφείλουν να χρησιμοποιούν ένα σύστημα ισοζυγίου μάζας, το οποίο:

  • α) επιτρέπει παρτίδες πρώτων υλών ή βιοκαυσίμων

με διαφορετικά χαρακτηριστικά αειφορίας να αναμειγνύονται,

  • γ) προβλέπει ότι το σύνολο όλων των παρτίδων που

αποσύρονται από το μείγμα περιγράφεται ως έχον τα ίδια χαρακτηριστικά αειφορίας, στις ίδιες ποσότητες, με το σύνολο όλων των παρτίδων που προστίθενται στο μείγμα.

2.

Οι οικονομικοί φορείς οφείλουν, για κάθε αποστολή βιοκαυσίμων ή βιορευστών, να υποβάλλουν αξιόπιστες πληροφορίες ιδίως:

  • α) για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας των παραγράφων 2 έως και 5 του άρθρου 32ζ,
  • β) για τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία

του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών και την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, εφόσον διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, και

  • γ) για τα μέτρα που λαμβάνονται για να συνυπολογισθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο

της παρ. 7 του άρθρου 17 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Ο οικονομικός φορέας είναι υπεύθυνος για την ακρίβεια των πληροφοριών που υποβάλλει μόνο για τα στάδια της διαδικασίας παραγωγής και διάθεσης βιοκαυσίμων και βιορευστών στα οποία εμπλέκεται.

3.

Όταν ένας οικονομικός φορέας υποβάλλει αποδείξεις ή δεδομένα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο συμφωνίας ή συστήματος για τα οποία έχει ληφθεί απόφαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ και στο βαθμό που καλύπτονται από την εν λόγω απόφαση, δεν απαιτείται από τον προμηθευτή να υποβάλει περαιτέρω αποδείξεις της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως και 5 του άρθρου 32ζ ή τις πληροφορίες για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

4.

Οι πληροφορίες που οι οικονομικοί φορείς οφείλουν να υποβάλλουν επαληθεύονται από φορείς επαλήθευσης βάσει προτύπων που αφορούν την πιστοποίηση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας.

5.

Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο αυτό ισχύουν ανεξάρτητα αν τα βιοκαύσιμα ή τα βιορευστά παράγονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εισάγονται από τρίτες χώρες.

6.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθορίζεται η διαδικασία και οι απαιτήσεις πιστοποίησης των οικονομικών φορέων και επαλήθευσης των πληροφοριών που υποβάλλουν σχετικά με την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά, η διαδικασία και το είδος των πληροφοριών που διακινούνται μεταξύ των οικονομικών φορέων, η διαδικασία υποβολής και το είδος των πληροφοριών που υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Με ίδια απόφαση γίνονται αποδεκτά εθελοντικά εθνικά ή διεθνή συστήματα, τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, καθώς και πρότυπα αειφορίας και διαδικασίες επαλήθευσης και πιστοποίησης των οικονομικών φορέων εγκεκριμένες από άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο σχετικό θέμα.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιβάλλεται πρόστιμο σε όσους παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 32ζ, του παρόντος άρθρου και του άρθρου 32θ, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότησή τους εκδιδομένων κανονιστικών πράξεων, το οποίο αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο. Το ύψος του προστίμου είναι ανάλογο της βαρύτητας, της συχνότητας και των συνεπειών της παράβασης, του ανωτέρω παραβάσεις, τελεί νέα παράβαση. Το πρόστιμο κυμαίνεται από χίλια (1.000) έως και ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Τα όρια του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του ανωτέρω Υπουργού.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις της παραγράφου 7 και τα όρια του προστίμου κάθε κατηγορίας ή και κάθε επί μέρους παράβασης εντός των ορίων των προστίμων που καθορίζονται στην ίδια παράγραφο. Επίσης, καθορίζονται η διαδικασία επιβολής των προστίμων, τα κριτήρια επιμέτρησής τους, η διαδικασία υποβολής και εξέτασης ενστάσεων κατά της απόφασης επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Η επιβολή προστίμου δεν αποκλείει την επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων που τυχόν προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις. Άρθρο 32θ Υπολογισμός του αντικτύπου των βιοκαυσίμων και βιορευστών στα αέρια θερμοκηπίου (άρθρο 19 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση α’ της παρ. 7 του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513)

1.

Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 2 του άρθρου 32ζ, υπολογίζεται ως εξής:

  • α) στην περίπτωση των βιοκαυσίμων, εάν στο Μέρος Α’

ή Β’ του Παραρτήματος 4 προβλέπεται προκαθορισμένη τιμή για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για την οδό παραγωγής και όταν η τιμή el για τα εν λόγω βιοκαύσιμα ή βιορευστά που έχει υπολογισθεί σύμφωνα με το σημείο 7 του Μέρους Γ’ του ως άνω Παραρτήματος ισούται ή είναι μικρότερη του μηδενός, χρησιμοποιώντας αυτή την προκαθορισμένη τιμή,

  • β) χρησιμοποιώντας μια πραγματική τιμή, η οποία έχει

υπολογισθεί σύμφωνα με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στο Μέρος Γ’ του Παραρτήματος 4, ή

  • γ) χρησιμοποιώντας μια τιμή που υπολογίζεται ως το

άθροισμα των παραγόντων του τύπου ο οποίος αναφέρεται στο σημείο 1 του Μέρους Γ’ του Παραρτήματος 4, όταν μπορούν να χρησιμοποιούνται αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές του Μέρους Δ’ ή Ε’ του ίδιου Παραρτήματος για ορισμένους παράγοντες, και πραγματικές τιμές που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία του Μέρους Γ’ του ίδιου Παραρτήματος, για όλους τους άλλους παράγοντες.

2.

Οι τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών που περιλαμβάνονται στην εθνική έκθεση που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 19 της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, μπορούν να υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3.

Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Άρθρο 32ι

1.

Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος νόμου τα Παραρτήματα 1 έως 6.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύναται να προσαρμόζονται στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο τα Παραρτήματα 1,2 και 3, καθώς και το Μέρος Α’ του Παραρτήματος 6, μετά από σχετική πράξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να τροποποιείται το Παράρτημα 4 με την προσθήκη τιμών για περαιτέρω οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων για τις ίδιες ή για άλλες πρώτες ύλες μετά από σχετική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Με ίδια απόφαση μπορεί να προστίθενται εκτιμώμενες τυπικές και προκαθορισμένες τιμές στο Παράρτημα 4 Μέρη Α’, Β’, Δ’ και Ε’ για τις οδούς βιοκαυσίμων και βιορευστών για τις οποίες δεν προβλέπονται ακόμη συγκεκριμένες τιμές στο εν λόγω παράρτημα μετά από σχετική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατόπιν επανεξέτασης των προκαθορισμένων τιμών για το βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη.».

Άρθρο 23

Αντικατάσταση του άρθρου 19 του ν. 4062/2012 (άρθρο 2 της Οδηγίας 98/70/ΕΚ όπως τροποποιείται με την παρ. 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2009/30/ΕΚ και την παρ. 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2015/1513 (ΕΕ) και άρθρο 2 της Οδηγίας 2015/652 (ΕΕ)) Το άρθρο 19 του ν. 4062/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Για τους σκοπούς των άρθρων 19Α έως 22 εφαρμόζονται οι κάτωθι ορισμοί:

1.

Βενζίνη: όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 της 316/2010 απόφασης του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου που εγκρίθηκε με την 316/2010/24.2.2012 κοινή υπουργική απόφαση (Β’ 501).

2.

Ντίζελ: όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 της 316/2010 απόφασης του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου που εγκρίθηκε με την 316/2010/24.2.2012 κοινή υπουργική απόφαση (Β’ 501).

3.

Πετρέλαια εσωτερικής καύσης που προορίζονται για χρήση από κινητά μη οδικά μηχανήματα (συμπεριλαμβανομένων των σκαφών εσωτερικής ναυσιπλοΐας), γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και σκάφη αναψυχής: όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 2 της 316/ 2010 απόφασης του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου που εγκρίθηκε με την 316/2010/24.2.2012 κοινή υπουργική απόφαση (Β’ 501).

4.

Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής: όλες οι καθαρές τιμές εκπομπών CO2 , CH4 και Ν2 Ο που μπορούν να αποδοθούν στα καύσιμα (περιλαμβανομένων τυχόν συστατικών ανάμειξης) ή στην παρεχόμενη ενέργεια. Σε αυτές περιλαμβάνονται όλα τα σχετικά στάδια, από τη λήψη ή την καλλιέργεια, περιλαμβανομένων των αλλαγών στη χρήση γης, έως τις μεταφορές και τη διανομή, την επεξεργασία και την καύση, ανεξάρτητα από το στάδιο κατά το οποίο παράγονται. που συνδέονται με το καύσιμο ή με την παρεχόμενη ενέργεια, διαιρούμενη διά του συνολικού ενεργειακού περιεχομένου του καυσίμου ή της παρεχόμενης ενέργειας (το καύσιμο εκφρασμένο στη χαμηλή θερμογόνο δύναμή του).

6.

Προμηθευτής: ο φορέας ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διέλευση των καυσίμων από σημείο επιβολής ειδικού φόρου κατανάλωσης ή, εάν δεν οφείλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης, κάθε άλλος σχετικός φορέας σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις.

7.

Βιοκαύσιμα: όπως ορίζονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 3468/2006.

8.

Ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης: υγρά ή αέρια καύσιμα πλην των βιοκαυσίμων το ενεργειακό περιεχόμενο των οποίων προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πλην της βιομάζας, και τα οποία χρησιμοποιούνται στις μεταφορές.

9.

Αμυλούχα φυτά: τα φυτά στα οποία συγκαταλέγονται κυρίως τα σιτηρά (ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται μόνο ο σπόρος ή ολόκληρο το φυτό, όπως στην περίπτωση του χλωρού αραβοσίτου), οι κόνδυλοι και τα ριζώματα (όπως οι πατάτες, το κολοκάσι, οι γλυκοπατάτες, η μανιόκα και η διοσκουρέα), καθώς και οι βολβοί (όπως η κολοκασία η εδώδιμος και το ξανθόσωμα το βελόφυλλο).

10.

Βιοκαύσιμα χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης: τα βιοκαύσιμα των οποίων οι πρώτες ύλες παράχθηκαν στο πλαίσιο συστημάτων που μειώνουν τον εκτοπισμό της παραγωγής για άλλους σκοπούς εκτός της παραγωγής βιοκαυσίμων και παράχθηκαν σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας για βιοκαύσιμα που θεσπίζονται στο άρθρο 20.

11.

Υπόλειμμα μεταποίησης: η ουσία που δεν αποτελεί το τελικό προϊόν ή τα τελικά προϊόντα την παραγωγή των οποίων επιδιώκει άμεσα η διεργασία παραγωγής, δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο της διεργασίας παραγωγής και η διεργασία αυτή δεν έχει τροποποιηθεί σκόπιμα με στόχο την παραγωγή του.

12.

Υπολείμματα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία: τα υπολείμματα που δημιουργούνται άμεσα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία, δεν περιλαμβάνουν τα κατάλοιπα από τις συναφείς βιομηχανίες ή τη συναφή μεταποίηση.

13.

Εκπομπές κατά το πρώτο στάδιο: κάθε εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου που πραγματοποιείται προτού η πρώτη ύλη εισέλθει στο διυλιστήριο ή στην εγκατάσταση επεξεργασίας όπου παρήχθη το καύσιμο που αναφέρεται στο Παράρτημα Δ’.

14.

Φυσική άσφαλτος: κάθε πηγή πρώτων υλών διυλιστηρίου η οποία:

  • α) έχει πυκνότητα κατά API (American Petroleum

Institute) 10 βαθμών ή μικρότερη, η οποία μετράται στο κοίτασμα, στον τόπο εξόρυξής του, σύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμής D287 της American Society for Testing and Materials (ASTM),

  • β) έχει ετήσιο μέσο ιξώδες σε θερμοκρασία κοιτάσματος μεγαλύτερο από εκείνο που υπολογίζεται με την εξίσωση: ιξώδες (centipoise) = 518,98e-0,038T, όπου Τ είναι

η θερμοκρασία σε βαθμούς Κελσίου,

  • γ) εμπίπτει στον ορισμό για τις ασφαλτούχες άμμους

με τον κωδικό ΣΟ 2714 της συνδυασμένης ονοματολογίας (ΣΟ), όπως αναφέρεται στον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/1987 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 (ΕΕ L 256 της 7.9.1987) και

  • δ) χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η αξιοποίηση της

πηγής της πρώτης ύλης επιτυγχάνεται με την εξόρυξη ή τη θερμικώς υποβοηθούμενη στράγγιση με βαρύτητα, κατά την οποία η θερμική ενέργεια προέρχεται κυρίως από καύσιμα διαφορετικά από την ίδια την πρώτη ύλη.

15.

Πισσούχος σχιστόλιθος: κάθε πηγή πρώτης ύλης διυλιστηρίου που βρίσκεται σε σχηματισμό πετρωμάτων που περιέχει στερεά κηροζίνη και εμπίπτει στον ορισμό για τον πισσούχο σχιστόλιθο με τον κωδικό ΣΟ 2714, όπως αναφέρεται στον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/1987. Η αξιοποίηση της πηγής της πρώτης ύλης επιτυγχάνεται με την εξόρυξη ή τη θερμικώς υποβοηθούμενη στράγγιση με βαρύτητα.

16.

Βασικό πρότυπο καυσίμου: βασικό πρότυπο καυσίμου βασιζόμενο στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενεργείας από ορυκτά καύσιμα το 2010.

17.

Συμβατικό αργό πετρέλαιο: κάθε πρώτη ύλη διυλιστηρίου με πυκνότητα κατά API μεγαλύτερη από 10 βαθμούς, η οποία μετράται στο κοίτασμα, στον τόπο προέλευσής του, σύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμής D287 της ASTM και δεν εμπίπτει στον ορισμό για τον κωδικό ΣΟ 2714, όπως αναφέρεται στον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/1987.

18.

Οικονομικός φορέας: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμπλέκεται σε ένα ή περισσότερα στάδια της διαδικασίας παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορευστών από τις πρώτες ύλες μέχρι και το τελικό προϊόν, καθώς και της διάθεσής τους έως και τον προμηθευτή.

19.

Φορέας επαλήθευσης: το ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο-οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης όπως ορίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) 765/2008, το οποίο έχει διαπιστευθεί από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (Ε.ΣΥ.Δ. Α.Ε.) ή άλλο ισότιμο οργανισμό-εγκεκριμένο σύστημα διαπίστευσης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την επαλήθευση των πληροφοριών που υποχρεούνται να υποβάλουν οι οικονομικοί φορείς και οι προμηθευτές.».

Άρθρο 24

(άρθρο 7α της Οδηγίας 98/70/ΕΚ όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 περίπτωση 5 της Οδηγίας 2009/30/ΕΚ και όπως τροποποιείται με τις περιπτώσεις α’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513, άρθρα 1 και 3 έως 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/652) Μετά το άρθρο 19 του ν. 4062/2012 προστίθεται άρθρο 19Α ως εξής: «Άρθρο 19Α

1.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αφενός στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για την κί εσωτερικής ναυσιπλοΐας όταν δεν βρίσκονται στη θάλασσα), των γεωργικών και δασικών ελκυστήρων, των σκαφών αναψυχής όταν δεν βρίσκονται στη θάλασσα και αφετέρου στον ηλεκτρισμό που χρησιμοποιείται στα οδικά οχήματα.

2.

Οι προμηθευτές της παραγράφου 3 καταρτίζουν ετησίως έκθεση για την ένταση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου των καυσίμων και της ενέργειας που προμηθεύουν στην εγχώρια αγορά, παρέχοντας τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

  • α) το συνολικό όγκο κάθε τύπου παρεχόμενου καυσίμου ή ενέργειας, αναφέροντας τον τόπο αγοράς και την

προέλευσή του,

  • β) τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των καυσίμων ανά μονάδα

ενέργειας και

  • γ) στοιχεία σχετικά με τις οδούς παραγωγής των βιοκαυσίμων, τον όγκο των βιοκαυσίμων που προέρχονται

από τις πρώτες ύλες όπως είναι ταξινομημένες στο Μέρος Α ’ του Παραρτήματος Γ ’ και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής των καυσίμων ανά Μονάδα ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέσων τιμών των εκτιμώμενων εκπομπών λόγω έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης από τα βιοκαύσιμα.

3.

Υποχρέωση παρακολούθησης και υποβολής της έκθεσης της παραγράφου 2 σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενέργειας από τα παρεχόμενα καύσιμα και ενέργεια και για τις ποσότητες καυσίμων που εκτελωνίζουν οι ίδιοι και διοχετεύουν στην εγχώρια αγορά, έχουν οι κάτωθι προμηθευτές:

  • α) οι κάτοχοι άδειας εμπορίας κατηγορίας Α’ της παρ.

4 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002,

  • β) οι κάτοχοι άδειας εμπορίας κατηγορίας Γ ’ της παρ.

4 του άρθρου 6 του ν. 3054/2002,

  • γ) οι κάτοχοι άδειας διάθεσης βιοκαυσίμων του άρθρου 5Α του ν. 3054/2002,
  • δ) οι μεγάλοι τελικοί καταναλωτές της παρ. 13 του άρθρου 3 του ν. 3054/2002,
  • ε) οι κάτοχοι άδειας λιανικής εμπορίας των περιπτώσεων α’ και β’ της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3054/ 2002,
  • στ) οι προμηθευτικοί συνεταιρισμοί και κοινοπραξίες

της παρ. 10 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002,

  • ζ) οι κάτοχοι άδειας προμήθειας φυσικού αερίου του

άρθρου 81 του ν. 4001/2011. Την ανωτέρω υποχρέωση έχει και κάθε άλλος προμηθευτής που διαθέτει καύσιμα σε χρήσεις της παραγράφου 1.

4.

Οι κάτοχοι άδειας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας του άρθρου 134 του ν. 4001/2011, που προμηθεύουν ηλεκτρική ενέργεια για χρήση σε οδικά οχήματα, μπορούν να επιλέγουν να συμβάλλουν στην υποχρέωση μείωσης εκπομπών της παραγράφου 5 εάν μπορούν να αποδείξουν ότι μπορούν να μετρούν και να παρακολουθούν καταλλήλως την παρεχόμενη ηλεκτρική ενέργεια για χρήση σε αυτά τα οχήματα, σύμφωνα με την παράγραφο 12. Οι προμηθευτές βιοκαυσίμων που προορίζονται για χρήση στις αερομεταφορές μπορούν να επιλέγουν να συμβάλλουν στην υποχρέωση μείωσης της παραγράφου 5 εφόσον τα εν λόγω βιοκαύσιμα πληρούν τα κριτήρια αειφορίας που ορίζονται στο άρθρο 20.

5.

Οι προμηθευτές της παραγράφου 3 οφείλουν να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενέργειας από το παρεχόμενο καύσιμο ή ενέργεια κατά τουλάχιστον 6% και έως 10% έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, με ενδιάμεσο ενδεικτικό στόχο 3% έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019, σε σύγκριση με το βασικό πρότυπο καυσίμου που καθορίζεται στο Παράρτημα Ε’. Για την επίτευξη ενδεικτικού στόχου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020 επιπλέον της αναφερομένης στο προηγούμενο εδάφιο μείωσης 6% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής ανά μονάδα ενέργειας από το παρεχόμενο καύσιμο ή ενέργεια και μέχρι 4% επιπλέον, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι κατωτέρω μέθοδοι, σε ποσοστό 2% η καθεμία:

  • α) παροχή ενέργειας για μεταφορές προς χρήση σε

οποιοδήποτε τύπο οδικού οχήματος ή μη οδικού κινητού μηχανήματος (περιλαμβανομένων των πλοίων εσωτερικής ναυσιπλοΐας), σε γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες και σκάφη αναψυχής ή/και χρήση οποιασδήποτε τεχνολογίας (περιλαμβανομένης της τεχνολογίας δέσμευσης και αποθήκευσης του άνθρακα) ικανής να μειώσει τις ανά μονάδα ενέργειας εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής του καυσίμου ή της παρεχόμενης ενέργειας,

  • β) χρήση πιστωτικών μορίων, τα οποία αγοράζονται

διά του μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης του Πρωτοκόλλου του Κιότο, δυνάμει των όρων που τίθενται στην 181478/965/2017 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Υποδομών και Μεταφορών (Β’ 3763).

6.

Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στον κύκλο ζωής από βιοκαύσιμα υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 22. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής άλλων καυσίμων και ενέργειας υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που ορίζεται στο Παράρτημα Δ’.

7.

Ομάδα προμηθευτών μπορεί να επιλέξει να εκπληρώσει από κοινού τις υποχρεώσεις μείωσης της παραγράφου 5. Στην περίπτωση αυτή η ομάδα προμηθευτών θεωρείται ως ένας και μόνο προμηθευτής για τους σκοπούς της παραγράφου 5. Η ομάδα προμηθευτών εκπληρώνει την ανωτέρω υποχρέωση εντός της Ελληνικής Επικράτειας.

8.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 οι προμηθευτές εφαρμόζουν τη μέθοδο υπολογισμού που ορίζεται στο Παράρτημα Δ’ για να προσδιορίσουν την ένταση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τα καύσιμα που προμηθεύουν. Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 5 οι προμηθευτές υποβάλουν τα στοιχεία χρησιμοποιώντας τους ορισμούς και τη μέθοδο υπολογισμού που καθορίζονται στο Παράρτημα Δ’. Τα στοιχεία υποβάλλονται σε ετήσια βάση σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο Παράρτημα Ζ’. 2003, υποβάλλουν τα στοιχεία εφαρμόζοντας την απλουστευμένη μέθοδο που παρατίθεται στο Παράρτημα Δ’.

9.

Για την επαλήθευση της συμμόρφωσης των προμηθευτών με την υποχρέωση της παραγράφου 5 οι προμηθευτές συγκρίνουν τις μειώσεις που έχουν επιτύχει όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κύκλου ζωής από τα καύσιμα και τον ηλεκτρισμό με το βασικό πρότυπο καυσίμου που ορίζεται στο Παράρτημα Ε’.

10.

Το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου κάθε έτους, κάθε προμηθευτής της παραγράφου 3 οφείλει να υποβάλλει την έκθεση της παραγράφου 2, με τα στοιχεία του προηγούμενου έτους (έτος αναφοράς) στον φορέα της παραγράφου 15, κατόπιν επαλήθευσης σύμφωνα με την παράγραφο 11. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το 2019 και περιλαμβάνει τα στοιχεία του έτους 2018. Τα στοιχεία των εκθέσεων υποβάλλονται ως εξής: α) με τη μορφή ηλεκτρονικού αρχείου τύπου λογιστικών φύλλων σε ηλεκτρονική διεύθυνση του φορέα της παραγράφου 15, σύμφωνα με ηλεκτρονικό υπόδειγμα το οποίο αναρτάται στο δικτυακό τόπο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και

  • β) σε έντυπη μορφή υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο του προμηθευτή ή από τους νομίμους

εκπροσώπους των προμηθευτών στην περίπτωση ομάδας προμηθευτών, η οποία συνοδεύεται από πόρισμα επαλήθευσης του φορέα επαλήθευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 11.

11.

Τα στοιχεία των εκθέσεων επαληθεύονται από κατάλληλα αναγνωρισμένους φορείς (φορείς επαλήθευσης), οι οποίοι οφείλουν να είναι διαπιστευμένοι, από το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (Ε.ΣΥ.Δ. Α.Ε.) ή άλλο ισότιμο εγκεκριμένο σύστημα διαπίστευσης κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες εκδόσεις των ακόλουθων προτύπων:

  • α) κατά το πρότυπο ISO 14065 το οποίο ορίζει απαιτήσεις για τους φορείς επικύρωσης και επαλήθευσης των

εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προς χρήση στη διαπίστευση ή σε άλλες μορφές αναγνώρισης, ή

  • β) κατά το πρότυπο ISO 17065 το οποίο ορίζει απαιτήσεις για τους φορείς πιστοποίησης προϊόντων, διαδικασιών και υπηρεσιών.
12.

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η συμβολή της ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχεται για χρήση σε οδικά οχήματα, με την έκθεση της παραγράφου 2 απαιτείται η συνυποβολή βεβαίωσης του κατόχου άδειας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας του άρθρου 134 του ν. 4001/2011 για την επιβεβαίωση της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση. Επιπλέον, απαιτείται η συνυποβολή βεβαίωσης του ΔΕΔΔΗΕ για τη συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που διέθεσε ο κάτοχος άδειας προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας για χρήση σε οδικά οχήματα. Εφόσον ο ΔΕΔΔΗΕ δεν διαθέτει σχετικά στοιχεία για την έκδοση της βεβαίωσης η συμβολή της ηλεκτρικής ενέργειας δεν λαμβάνεται υπόψη.

13.

Κατά την υποβολή της εθνικής έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 9 της 316/2010 απόφασης του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου (Α.Χ.Σ.) που εγκρίθηκε με την 316/2010/24.2.2012 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β’ 501) παρέχονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωση με το παρόν άρθρο, όπως ορίζεται στο Παράρτημα ΣΤ’. Για την υποβολή των στοιχείων που ορίζονται στο Παράρτημα ΣΤ’ χρησιμοποιούνται τα εργαλεία του ReportNet του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, τα οποία παρέχονται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 401/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009. Τα στοιχεία διαβιβάζονται ηλεκτρονικά στο κεντρικό αποθετήριο δεδομένων (Central Data Repository), το οποίο διαχειρίζεται ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος. Τα στοιχεία υποβάλλονται έως τις 31 Αυγούστου κάθε έτους από τη Διεύθυνση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και Εναλλακτικών Καυσίμων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από έγκριση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με το υπόδειγμα που ορίζεται στο Παράρτημα Ζ’. Η Διεύθυνση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και Εναλλακτικών Καυσίμων, που είναι αρμόδια για την επαλήθευση και την υποβολή των στοιχείων, κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ημερομηνία διαβίβασης. Επιπλέον, κατά την υποβολή της εθνικής έκθεσης υποβάλλονται τα στοιχεία του σημείου γ ’ της παραγράφου 2.

14.

Η Διεύθυνση Κλιματικής Αλλαγής και Ποιότητας της Ατμόσφαιρας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι αρμόδια για τον έλεγχο της επιλεξιμότητας των μειώσεων εκπομπών κατά το πρώτο στάδιο (UERs) που υποβάλλονται σύμφωνα με το σημείο 1 του Μέρους 2 του Παραρτήματος Δ ’ καθώς και για οποιαδήποτε συνεργασία με αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών-μελών που κρίνεται απαραίτητη στο πλαίσιο του ελέγχου των UERs. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορούν να εξειδικεύονται οι απαιτήσεις του σημείου δ της παρ. 3 του Μέρους 1 του Παραρτήματος Δ’ σχετικά με την επιλεξιμότητα και τον τρόπο υπολογισμού των μειώσεων εκπομπών κατά το πρώτο στάδιο (UERs).

15.

Η Διεύθυνση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και Εναλλακτικών Καυσίμων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι αρμόδια για τη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παρόν άρθρο και την εισήγηση για την επιβολή κυρώσεων της παραγράφου 17 για μη τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων. Το Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (Κ.Α.Π.Ε.) ορίζεται ως ο φορέας για την υποστήριξη της Διεύθυνσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και Εναλλακτικών Καυσίμων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι απαιτούμενες δράσεις που υλοποιεί το Κ.Α.Π.Ε. και ιδίως η κατάρτιση και επικαιροποίηση Μητρώου των προμηθευτών των παραγράφων 3 και 4, η παραλαβή και ο έλεγχος των εκθέσεων της πα τήρηση στατιστικών και λοιπών στοιχείων που σχετίζονται με τον έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων του παρόντος άρθρου, η υλοποίηση δράσεων ενημέρωσης. Οι δαπάνες για τις δράσεις της παρούσας παραγράφου μπορεί να θεωρηθούν επιλέξιμες στο πλαίσιο υλοποίησης συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.

16.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατόπιν σχετικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δύναται να καθορίζονται προκαθορισμένες τιμές για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με:

  • α) καύσιμα κίνησης από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης, τα οποία έχουν υγρή ή αέρια μορφή,
  • β) δέσμευση και χρήση του διοξειδίου του άνθρακα

στις μεταφορές.

17.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιβάλλεται πρόστιμο στους προμηθευτές οι οποίοι δεν τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο, το οποίο αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο. Το ύψος του προστίμου είναι ανάλογο της βαρύτητας, της συχνότητας και των συνεπειών της παράβασης, του βαθμού υπαιτιότητας και της τυχόν υποτροπής του παραβάτη. Σε υποτροπή βρίσκεται όποιος σε τρία (3) χρόνια από την επιβολή σε αυτόν προστίμου για κάποια παράβαση τελεί νέα παράβαση. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατηγοριοποιούνται οι παραβάσεις και τα όρια του προστίμου κάθε κατηγορίας ή και κάθε επί μέρους παράβασης. Επίσης, καθορίζονται ο τρόπος υπολογισμού του προστίμου στην περίπτωση ομάδας προμηθευτών, ο τρόπος υπολογισμού του προστίμου για μη τήρηση της υποχρέωσης μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου της παραγράφου 5 για το έτος αναφοράς 2020 στην περίπτωση που ο υπόχρεος προμηθευτής δεν έχει υποβάλει την έκθεση της παραγράφου 2 ή η έκθεση είναι ελλιπής, η διαδικασία επιβολής των προστίμων, η διαδικασία υποβολής και εξέτασης ενστάσεων κατά της απόφασης επιβολής των προστίμων και κάθε άλλο σχετικό θέμα.».

Άρθρο 25

Αντικατάσταση του άρθρου 20 του ν. 4062/2012 Το άρθρο 20 του ν. 4062/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 20 Κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα (άρθρο 7β της Οδηγίας 98/70/ΕΚ όπως προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2009/30/ΕΚ και τροποποιήθηκε με την περίπτωση α’ της παρ. 3 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513)

1.

Ασχέτως αν οι πρώτες ύλες καλλιεργούνται εντός ή εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ενέργεια από βιοκαύσιμα λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 19Α, μόνον εφόσον πληρούν τα κριτήρια αειφορίας των παραγράφων 2 έως και 6. Ωστόσο, για να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 19Α, τα βιοκαύσιμα που παράγονται από απόβλητα και υπολείμματα, πλην των υπολειμμάτων υδατοκαλλιεργειών και αλιείας και των γεωργικών και δασικών υπολειμμάτων, χρειάζεται να τηρούν μόνον τα κριτήρια αειφορίας που ορίζονται στην παράγραφο 2.

2.

Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 είναι τουλάχιστον 60% για βιοκαύσιμα παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά τις 5 Οκτωβρίου 2015. Μια εγκατάσταση θεωρείται ότι είναι σε λειτουργία αν έχει διεξαχθεί πραγματική παραγωγή βιοκαυσίμων. λειτουργία κατά ή πριν από τις 5 Οκτωβρίου 2015, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα βιοκαύσιμα θα πρέπει να επιτυγχάνουν μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 35% έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 και κατά τουλάχιστον 50% από την 1η Ιανουαρίου 2018. Η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 22.

3.

Τα βιοκαύσιμα που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας και ειδικό καθεστώς προστασίας, δηλαδή από εδάφη που είχαν έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς τον Ιανουάριο 2008 ή μετέπειτα, ανεξαρτήτως εάν τα εδάφη αυτά εξακολουθούν να έχουν αυτόν τον χαρακτηρισμό:

  • α) πρωτογενή δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις,

ήτοι δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις γηγενών ειδών (όπως θαμνώνες), εφόσον δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν έχουν διαταραχθεί σημαντικά οι οικολογικές διεργασίες, και εν γένει δάση, δασικά οικοσυστήματα και δασικές εκτάσεις, σύμφωνα με την ερμηνευτική δήλωση που προστέθηκε στο άρθρο 24 του Συντάγματος με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 και το άρθρο 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289), καθώς και αναδασωτέες εκτάσεις,

  • β) περιοχές:
  • αα) των οποίων η φύση έχει κηρυχθεί ως προστατευόμενη εκ του νόμου ή από τη σχετική αρμόδια αρχή,

όπως οι περιοχές απόλυτης προστασίας της φύσης και οι περιοχές προστασίας της φύσης όπως ορίζονται με βάση τους ν. 3937/2011 (Α’ 60) και ν. 1650/1986 (Α’ 160) και με δεδομένο ότι έχουν οριοθετηθεί, ή

  • ββ) για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό

εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων, με την επιφύλαξη της αναγνώρισής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 παρ. 4 και μέχρι την ολοκλήρωση των σχεδίων διαχείρισης και τον καθορισμό των χρήσεων γης και των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων, οι οποίες θα ισχύουν στο εξής. Για τις περιοχές αυτές και για το χρονικό διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση των σχεδίων διαχείρισης, με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δύναται, μετά από αιτιολογημένη γνωμοδότηση του αρμόδιου φορέα, να καθορίζονται οι χρήσεις γης και οι επιτρεπόμενες δραστηριότητες στο μεταβατικό στάδιο, κατά προτεραιότητα στις περιοχές όπου ήδη καλλιεργούνται ενεργειακά φυτά, εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η παραγωγή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους ανωτέρω σκοπούς προστασίας της φύσης,

  • γ) λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας (highly biodiverse

grassland):

  • αα) φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι

λειμώνες οι οποίοι θα παραμείνουν λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στους οποίους διατηρούνται η σύνθεση των φυσικών ειδών και τα οικολογικά χαρακτηριστικά και διεργασίες, ή

  • ββ) μη φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι

λειμώνες οι οποίοι θα παύσουν να είναι λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο ειδών και καμία υποβάθμιση, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η συγκομιδή πρώτων υλών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του χαρακτηρισμού τους ως λειμώνων.

4.

Τα βιοκαύσιμα που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εκτάσεις υψηλών αποθεμάτων άνθρακα, δηλαδή από εκτάσεις που είχαν τον Ιανουάριο του έτους 2008 και δεν έχουν πλέον ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • α) υγρότοποι (wetlands), δηλαδή εκτάσεις καλυπτόμενες ή κορεσμένες από νερό είτε μόνιμα είτε για σημαντικό μέρος του έτους,
  • β) συνεχώς δασωμένες περιοχές, δηλαδή εκτάσεις με

επιφάνεια μεγαλύτερη από 1 εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30%, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά,

  • γ) εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από 1 εκτάριο,

με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεταξύ 10% και 30%, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά, εκτός αν παρασχεθούν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τα αποθέματα άνθρακα στη συγκεκριμένη περιοχή πριν και μετά τη μετατροπή είναι τέτοια που, εάν εφαρμοστεί η μεθοδολογία που καθορίζεται στο Μέρος Γ’ του Παραρτήματος Β’, πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που κατά τον χρόνο λήψης των πρώτων υλών η έκταση είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα που είχε τον Ιανουάριο 2008.

5.

Τα βιοκαύσιμα που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πρέπει να παράγονται από πρώτες ύλες που προέρχονται από εκτάσεις που είχαν χαρακτηριστεί τυρφώνες τον Ιανουάριο του έτους 2008, εκτός εάν αποδειχτεί ότι η καλλιέργεια και η συγκομιδή της συγκεκριμένης πρώτης ύλης δεν συνεπάγεται την αποξήρανση προηγουμένως μη αποξηραμένου εδάφους. της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 19Α, πρέπει να λαμβάνονται τηρώντας τις δεσμεύσεις της πολλαπλής συμμόρφωσης και τις κανονιστικές απαιτήσεις και πρότυπα διαχείρισης που προβλέπονται στο Σημείο Α «Περιβάλλον» και στην παράγραφο 9 του Παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ L 30) και σύμφωνα με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις για την καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση που καθορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφο 1 και το Παράρτημα III του ίδιου Κανονισμού. Η επαλήθευση της τήρησης του κριτηρίου αυτού βασίζεται στους ελέγχους που διενεργεί ο Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.). Το ελεγκτικό σύστημα της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται υποχρεωτικά και στους γεωργούς που προμηθεύουν πρώτες ύλες για βιοκαύσιμα και δεν καλύπτονται από αυτό υπό άλλες συνθήκες.

7.

Με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, δύναται να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου αυτού.».

Άρθρο 26

Αντικατάσταση του άρθρου 21 του ν. 4062/2012 Το άρθρο 21 του ν. 4062/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 21 Επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα (άρθρο 7γ της Οδηγίας 98/70/ΕΚ όπως προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2009/30/ΕΚ)

1.

Όταν βιοκαύσιμα πρόκειται να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 19Α, οι οικονομικοί φορείς οφείλουν να αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως και 5 του άρθρου 20. Για το σκοπό αυτόν, οι οικονομικοί φορείς οφείλουν να χρησιμοποιούν ένα σύστημα ισοζυγίου μάζας, το οποίο:

  • α) επιτρέπει παρτίδες πρώτων υλών ή βιοκαυσίμων

με διαφορετικά χαρακτηριστικά αειφορίας να αναμειγνύονται,

  • γ) προβλέπει ότι το σύνολο όλων των παρτίδων που

αποσύρονται από το μείγμα περιγράφεται ως έχον τα ίδια χαρακτηριστικά αειφορίας, στις ίδιες ποσότητες, με το σύνολο όλων των παρτίδων που προστίθενται στο μείγμα.

2.

Οι οικονομικοί φορείς οφείλουν, για κάθε αποστολή βιοκαυσίμων, να υποβάλλουν αξιόπιστες πληροφορίες ιδίως:

  • α) για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας των παραγράφων 2 έως και 5 του άρθρου 20,
  • β) για τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία

του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών και την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, εφόσον διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, και

  • γ) για τα μέτρα που λαμβάνονται για να συνυπολογισθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο

της παρ. 7 του άρθρου 7β της Οδηγίας 98/70/ΕΚ. Ο οικονομικός φορέας είναι υπεύθυνος για την ακρίβεια των πληροφοριών που υποβάλλει μόνο για τα στάδια της διαδικασίας παραγωγής και διάθεσης βιοκαυσίμων στα οποία εμπλέκεται.

3.

Όταν ένας οικονομικός φορέας υποβάλλει αποδείξεις ή δεδομένα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο συμφωνίας ή συστήματος για τα οποία έχει ληφθεί απόφαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 7γ της Οδηγίας 98/70/ΕΚ και στο βαθμό που καλύπτονται από την εν λόγω απόφαση, δεν απαιτείται από τον προμηθευτή να υποβάλει περαιτέρω αποδείξεις της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως και 5 του άρθρου 20, ή τις πληροφορίες για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)