Νόμοι — ΦΕΚ A' 104/2002

Type Νόμος
Publication 2002-05-24
Τελευταία ενημέρωση 1900-01-01
State In force
Source ΦΕΚ
articles 28
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 104 2 Μαΐου 2002

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3015

Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρα?τίας και του Βασιλείου της Ισπανίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φορο?διαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δη?μοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας για την αποφυ?γή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φορο?διαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, που υπογράφηκε στη Μαδρίτη στις 4 Δεκεμ?βρίου του 2000, της οποίας το κείμενο σε πρωτότυπο στην ελληνική, ισπανική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΔΙ?ΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΦΟΡΟ?ΔΙΑΦΥΓΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑ?ΤΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Η Ελληνική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας, επιθυμώντας να συνάψουν Σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και της αποτροπής της φοροδιαφυ?γής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφα?λαίου, συμφώνησαν τα ακόλουθα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Άρθρο 1

ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΣΥΜΒΑΣΗ Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επί προσώπων που είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

Άρθρο 2

ΦΟΡΟΙ ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΑΦΟΡΑ Η ΣΥΜΒΑΣΗ

1.

Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους ει?σοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαρια?σμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των διοικητικών υποδιαιρέσεων του ή των τοπικών αρχών του, ανεξάρτη?τα από τον τρόπο που επιβάλλονται.

2.

Φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο, ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επι?βάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας, καθώς και των φόρων επί της υπεραξίας που προκύπτει από την ανατίμηση του κε?φαλαίου.

3.

Οι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση ειδικότερα είναι:

  • α) Στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας:
i)

ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των φυσικών προσώπων, ii) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου των νομικών προσώπων, (εφεξής αναφερόμενος ως «Ελληνικός φόρος»).

  • β) Στην περίπτωση της Ισπανίας:
i)

ο φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων (el Im?puesto sobre la Renta de las Personas Fisicas), ii) ο φόρος εταιριών (el Impuesto sobre Sociedades) iii) ο φόρος εισοδήματος μη κατοίκων (el Impuesto so?bre la Renta de no Residentes), iv) ο φόρος κεφαλαίου (el Impuesto sobre el Patrimo?nio), και

  • ν) τοπικοί φόροι στο εισόδημα και στο κεφάλαιο

(εφεξής αναφερόμενος ως «Ισπανικός φόρος»).

4.

Η Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επι?βάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβα?σης επιπλέον, ή σε αντικατάσταση, των υφιστάμενων φό?ρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών γνωστοποιούν η μια στην άλλη οποιεσδήποτε σημαντικές αλλαγές έχουν επέλθει στις αντίστοιχες φορολογικές νο?μοθεσίες τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 3

ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, εκτός αν η έν?νοια του κειμένου απαιτεί διαφορετικά:

  • α) οι όροι «ένα Συμβαλλόμενο Κράτος» και το «άλλο

1579

  • γ) ο όρος «Ισπανία» σημαίνει το Ισπανικό Κράτος και,

χρησιμοποιούμενος με τη γεωγραφική έννοια, το έδαφος του Ισπανικού Κράτους το οποίο περιλαμβάνει κάθε πε?ριοχή έξω από τα χωρικά ύδατα επί των οποίων, σύμφω?να με το Διεθνές Δίκαιο και σε εφαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας του, το Ισπανικό Κράτος ασκεί ή μπορεί στο μέλλον να ασκήσει δικαιοδοσία ή κυριαρχικά δικαιώματα αναφορικά με το θαλάσσιο βυθό, το υπέδαφος του και τα υπερκείμενα ύδατα και τους φυσικούς πόρους αυτών,

  • δ) ο όρος «πρόσωπο» περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσω?πο, μια εταιρεία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων,
  • ε) ο όρος «εταιρεία» σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική

μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομι?κό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείρι?ση με μια εταιρεία κεφαλαιουχικού χαρακτήρα,

  • ζ) οι όροι «επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους»

και «επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους» υποδηλώνουν αντίστοιχα μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του άλλου Συμβαλ?λόμενου Κράτους,

  • η) ο όρος «υπήκοος» υποδηλώνει:
i)

οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που έχει την υπηκοό?τητα ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, ii) οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, προσωπική εταιρία ή ένωση που αποκτά το νομικό καθεστώς του από τους νό?μους που ισχύουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος,

  • θ) ο όρος «διεθνείς μεταφορές» υποδηλώνει οποιαδή?ποτε μεταφορά με πλοίο ή αεροσκάφος, εκτός αν το

πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστι?κά μεταξύ τοποθεσιών μέσα σε ένα από τα Συμβαλλόμε?να Κράτη,

  • ι) ο όρος «αρμόδια αρχή» υποδηλώνει:
i)

στην Ελληνική Δημοκρατία, τον Υπουργό Οικονομι?κών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, ii) στην Ισπανία, τον Υπουργό Οικονομικών ή τον εξου?σιοδοτημένο αντιπρόσωπο του.

2.

Όσον αφορά στην εφαρμογή της παρούσας Σύμβα?σης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος ο οποίος δεν προσδιορίζεται σ’ αυτή θα έχει, εκτός αν η έννοια του κειμένου απαιτεί διαφορετικά, την έννοια που έχει κατά τη στιγμή της εφαρμογής σύμφωνα με τους νό?μους αυτού του Κράτους αναφορικά με τους φόρους στους οποίους εφαρμόζεται η Σύμβαση, οποιασδήποτε έννοιας σύμφωνα με τους εφαρμοζόμενους φορολογι?κούς νόμους αυτού του Κράτους υπερισχύουσας εκείνης της έννοιας που δίδεται σ’ αυτό τον όρο σύμφωνα με άλ?λους νόμους του Κράτους αυτού.

Άρθρο 4

ΚΑΤΟΙΚΟΣ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «κά?τοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» σημαίνει το πρό?σωπο που, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, υπόκειται σε φορολογία σε αυτό λόγω κατοικίας ή διαμο?νής του ή τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστη?ριοτήτων του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρίου και πε?ριλαμβάνει επίσης αυτό το Κράτος και οποιαδήποτε πολι?τική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού. Αλλά ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που υπό?κειται σε φορολογία στο Κράτος αυτό μόνον όσον αφορά σε εισόδημα που προέρχεται από πηγές μέσα σε αυτό ή σε κεφάλαιο που βρίσκεται σε αυτό.

2.

Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλό?μενων Κρατών, τότε η νομική κατάσταση του καθορίζεται ως εξής:

  • α) θεωρείται ότι είναι κάτοικος του Κράτους στο οποίο

διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία, αν διαθέτει μόνιμη οι?κογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσω?πικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμ?φερόντων),

  • β) αν το Κράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών

συμφερόντων του δεν μπορεί να προσδιορισθεί, ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του,

  • γ) αν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Κράτη ή σε κανέ?να από αυτά, θεωρείται κάτοικος του Κράτους του οποί?ου είναι υπήκοος,
  • δ) αν είναι υπήκοος και των δύο Κρατών ή κανενός από

αυτά, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών δι?ευθετούν το θέμα με αμοιβαία συμφωνία.

3.

Αν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 ένα πρόσω?πο εκτός από φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρεί?ται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρί?σκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησης του.

Άρθρο 5

ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «μό?νιμη εγκατάσταση» υποδηλώνει έναν καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου οι ερ?γασίες μιας επιχείρησης διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει.

2.

Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει ειδικό?τερα:

  • α) τόπο διοίκησης,
  • β) υποκατάστημα,
  • γ) γραφείο,
  • δ) εργοστάσιο,
  • ε) εργαστήριο, και
  • ζ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατομείο ή οποι?ονδήποτε άλλον τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων.
3.

Ένα εργοτάξιο ή ένα έργο κατασκευής ή εγκατάστα?σης συνιστούν μόνιμη εγκατάσταση μόνο αν διαρκεί πε?ρισσότερο από εννέα μήνες.

4.

Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει:

  • α) τη χρήση διευκολύνσεων αποκλειστικά με σκοπό την

αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμά?των που ανήκουν στην επιχείρηση,

  • β) τη διατήρηση αποθέματος αγαθών ή εμπορευμάτων

1580 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,

  • δ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών

δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την αγορά αγα?θών ή εμπορευμάτων ή για τη συλλογή πληροφοριών για την επιχείρηση,

  • ε) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών

δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση για την επιχείρηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα,

  • ζ) τη διατήρηση καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών

δραστηριοτήτων, αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση ενός συνδυασμού δραστηριοτήτων από τις αναφερόμε?νες στις υποπαραγράφους α’ έως ε’, εφόσον η συνολική δραστηριότητα του εν λόγω καθορισμένου τόπου που προκύπτει από αυτόν το συνδυασμό είναι βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα.

5.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 όταν ένα πρόσωπο - εκτός από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο έχει εφαρμογή η παράγραφος 7-ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει εξουσιοδότηση, βάσει της οποίας ενεργεί συστηματικά στο άλλο Συμβαλ?λόμενο Κράτος, για να συνάπτει συμβόλαια στο όνομα της εν λόγω επιχείρησης, αυτή η επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Κράτος αυτό όσον αφορά σε οποιεσδήποτε δραστηριότητες αναλαμβάνει το εν λό?γω πρόσωπο για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριό?τητες αυτού του προσώπου περιορίζονται σ’ εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 4, οι οποίες, και αν ακόμη ασκούνται μέσω καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν αυτόν τον καθορισμένο τόπο μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τις διατάξεις αυ?τής της παραγράφου.

6.

Ανεξάρτητα με τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου και τις διατάξεις του Άρθρου 14, ένα πρόσω?πο που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και διεξάγει δραστηριότητες σχετικά με προκαταρκτικές με?λέτες, εξερεύνηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών πόρων που βρίσκονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρείται ότι ασκεί, όσον αφορά σ’ αυτές τις δραστηριό?τητες, επιχειρηματική δράση σ’ αυτό το άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης ή μιας κα?θορισμένης βάσης που βρίσκεται σ’ αυτό, εκτός εάν οι εν λόγω δραστηριότητες διεξάγονται για περίοδο ή περιό?δους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 60 ημέρες μέσα σε διάστημα 12 μηνών. Εν τούτοις, για τους σκοπούς αυ?τής της παραγράφου:

  • α) όταν μια επιχείρηση που διεξάγει δραστηριότητες

στο άλλο Κράτος συνδέεται με άλλη επιχείρηση και αυτή η άλλη επιχείρηση συνεχίζει ως μέρος του ίδιου έργου τις ίδιες δραστηριότητες, οι οποίες ασκούνται ή ασκούντο από την πρωτοαναφερόμενη επιχείρηση, και οι δραστη?ριότητες που διεξάγονται από τις δύο επιχειρήσεις υπερ?βαίνουν - όταν προστεθούν μαζί - μια περίοδο 60 ημερών, τότε κάθε επιχείρηση θεωρείται ότι διεξάγει τις δραστη?ριότητες της για μια περίοδο που υπερβαίνει τις 60 ημέ?ρες σε μια περίοδο 12 μηνών,

  • β) δύο επιχειρήσεις θεωρείται ότι συνδέονται εάν μια από

αυτές ελέγχεται έμμεσα ή άμεσα από την άλλη ή και οι δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από ένα τρίτο πρόσωπο.

7.

Μια επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατά?σταση σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απλά και μόνο επει?δή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το Κράτος μέσω μεσίτη, γε?νικού αντιπροσώπου επί προμήθεια ή άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητας τους.

8.

Το γεγονός ότι μια επιχείρηση που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος (εί?τε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλον τρόπο), δεν καθιστά την καθεμία από τις εταιρείες αυτές μόνιμη εγκα?τάσταση της άλλης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 6

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

1.

Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλ?λόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμ?βανομένου του εισοδήματος από γεωργία ή δασοκομία) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Ο όρος «ακίνητη περιουσία» θα έχει την έννοια που ορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω περιουσία. Ο όρος περι?λαμβάνει σε κάθε περίπτωση περιουσία παρεπόμενη της ακίνητης περιουσίας, τα ζώα και τον εξοπλισμό που χρη?σιμοποιούνται στη γεωργία και δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού δικαίου για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία ακίνητης περιουσίας και δικαιώματα τα οποία παρέχουν προσόδους μεταβλη?τές ή σταθερές ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση ή δικαίωμα εκμετάλλευσης, μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων. Πλοία, πλοιάρια και αε?ροσκάφη δεν θεωρούνται ως ακίνητη περιουσία.

3.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε ει?σόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθω?ση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής χρήση ακίνητης περι?ουσίας.

4.

Όταν η ιδιοκτησία μετοχών ή άλλων εταιρικών δικαι?ωμάτων σε μία εταιρία άμεσα ή έμμεσα παρέχει το δικαί?ωμα στον ιδιοκτήτη τέτοιων μετοχών ή εταιρικών δικαιω?μάτων απολαβής ακίνητης περιουσίας που ανήκει στην εταιρία, το εισόδημα από την άμεση χρήση, ενοικίαση ή χρήση με κάθε άλλον τρόπο τέτοιου δικαιώματος απολα?βής μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η ακίνητη περιουσία.

5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχεί?ρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρη?σιμοποιείται για την παροχή ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών.

Άρθρο 7

ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

1.

Τα κέρδη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρί?σκεται σ’ αυτό. Αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες ως ανωτέρω, τότε τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φο?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1581 μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, τότε στο καθένα Συμβαλλόμενο Κράτος αποδίδονται στη μόνι?μη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη τα οποία υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε αν ήταν μια διαφορετική και χωρι?στή επιχείρηση που ασχολείται με τις ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθή?κες και συναλλάσσεται εντελώς ανεξάρτητα με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3.

Κατά τον προσδιορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης αναγνωρίζονται προς έκπτωση δαπάνες που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης, περιλαμβανομένων των πραγματοποιού?μενων για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης διαχειριστικών και γενικών διοικητικών εξόδων, είτε στο Κρά?τος που βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.

4.

Κανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει στη μόνιμη εγκατάσταση λόγω απλής αγοράς αγαθών και εμπορευ?μάτων από τη μόνιμη εγκατάσταση για λογαριασμό της επιχείρησης.

5.

Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, τα κέρδη που αποδίδονται στη μόνιμη εγκατάσταση προσδιορίζονται με την ίδια μέθοδο κάθε χρόνο, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι και επαρκείς λόγοι για το αντίθετο.

6.

Σε περίπτωση που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος, η φορολογική μεταχείριση των οποίων ρυθμίζεται χωριστά με άλλα Άρθρα αυτής της Σύμβασης, τότε οι διατάξεις εκείνων των Άρθρων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου.

Άρθρο 8

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

1.

Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμ?βαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι νηολογημένα τα πλοία ή από το οποίο έχουν εφοδιασθεί με ναυτιλιακά έγγραφα.

2.

Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 1, ει?σόδημα που αποκτάται από μια επιχείρηση ενός Συμβαλ?λόμενου Κράτους από την εκμετάλλευση πλοίου σε διε?νείς μεταφορές φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο αυτό Κράτος.

3.

Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση αερο?σκάφους σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διεύθυνσης της επιχείρησης.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτού του Άρθρου έχουν επίσης εφαρμογή σε κέρδη που πραγμα?τοποιούνται από συμμετοχή σε «POOL» σε κοινοπρακτι?κής μορφής εκμετάλλευση ή σε πρακτορείο που λειτουρ?γεί σε διεθνές επίπεδο.

Άρθρο 9

ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

1.

Αν:

  • α) επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφά?λαιο μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κρά?τους,ή
  • β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη

διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, και μιας επιχείρησης άλ?λου Συμβαλλόμενου Κράτους, και σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορι?κές ή οικονομικές σχέσεις τους όροι οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από μια από τις επιχειρήσεις, αλλά, λό?γω αυτών των όρων, δεν έχουν πραγματοποιηθεί, μπο?ρούν να συμπεριλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.

2.

Αν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος περιλαμβάνει στα κέρ?δη μιας επιχείρησης αυτού του Κράτους - και φορολογεί ανάλογα - κέρδη για τα οποία μια επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους έχει φορολογηθεί σ’ αυτό το άλλο Κράτος και αυτό το άλλο Κράτος συμφωνεί ότι τα κέρδη που έχουν έτσι περιληφθεί είναι κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση του πρώτου - μνημονευθέντος Κράτους αν οι όροι που επικρατούν με?ταξύ των δύο επιχειρήσεων ήταν οι ίδιοι με εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τό?τε αυτό το άλλο Κράτος προσαρμόζει ανάλογα το ποσό του φόρου που έχει επιβληθεί μέσα σ’ αυτό το Κράτος επί εκείνων των κερδών. Κατά τον καθορισμό μιας τέτοιας προσαρμογής πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι λοιπές διατάξεις αυτής της Σύμβασης και οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών συμβουλεύονται η μια την άλλη αν κριθεί απαραίτητο.

Άρθρο 10

ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ

1.

Μερίσματα που καταβάλλονται από εταιρεία που εί?ναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορο?λογηθούν σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Τέτοια μερίσματα μπορούν όμως επίσης να φορολο?γούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος και σύμφω?να με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά εάν ο ει?σπράττων είναι ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει:

  • α) το 5% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων, εάν

ο δικαιούχος είναι μία εταιρεία (εκτός από μία προσωπική εταιρεία) η οποία κατέχει άμεσα τουλάχιστον 25% του κε?φαλαίου της εταιρείας που καταβάλλει τα μερίσματα,

  • β) το 10% του ακαθάριστου ποσού των μερισμάτων σε

όλες τις άλλες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθο?ρίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυ?τών των περιορισμών. Η παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει τη φορολογία της εταιρείας όσον αφορά στα κέρδη από τα οποία κατα?βάλλονται τα μερίσματα.

3.

Ο όρος «μερίσματα» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρθρο υποδηλώνει εισόδημα από μετοχές, μετοχές «επι?καρπίας» ή δικαιώματα «επικαρπίας», μετοχές μεταλλεί?ων, ιδρυτικούς τίτλους ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη, που δεν αποτελούν απαιτήσεις από χρέη, καθώς επίσης και εισόδημα από εταιρικά δικαιώματα, το οποίο υπόκειται στην ίδια φορολογική μεταχείριση με το εισό?1582 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των μερισμάτων, όντας κάτοι?κος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργα?σίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εται?ρία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, ή παρέχει ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος μέσω καθορισμένης βάσης που βρίσκεται σ’ αυ?τό, και η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία κα?ταβάλλονται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτή τη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 7 ή 14, ανάλογα με την περίπτωση.

5.

Αν μια εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμε?νου Κράτους πραγματοποιεί κέρδη ή αποκτά εισόδημα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αυτό το άλλο Κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει φόρο στα μερίσματα που κατα?βάλλονται από την εταιρεία, εκτός αν αυτά τα μερίσματα καταβάλλονται σε κάτοικο αυτού του άλλου Κράτους ή η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία καταβάλλο?νται τα μερίσματα συνδέεται ουσιαστικά με μόνιμη εγκα?τάσταση ή καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό το άλλο Κράτος, ούτε μπορεί να υπαγάγει τα μη διανεμόμε?να κέρδη σε φόρο επί μη διανεμόμενων κερδών, ακόμη και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα μη διανεμόμενα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν μέρει από κέρδη ή εισο?δήματα που προκύπτουν σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

6.

Οι διατάξεις αυτού του Άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν ο κύριος σκοπός ή ένας από τους κύριους σκοπούς οποιουδήποτε στο οποίο αφορά η κατοχή ή η συμμετοχή σε σχέση με την οποία καταβάλλεται το μέρισμα, αυτό το όφελος από τις διατάξεις του Άρθρου αυτού μέσω αυτής της κατοχής ή της συμμετοχής.

Άρθρο 11

ΤΟΚΟΙ

1.

Τόκοι που προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμε?νου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Αυτοί οι τόκοι μπορούν όμως επίσης να φορολογού?νται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των τόκων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 8% του ακαθάριστου ποσού των τόκων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.

3.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 2, τό?κοι που προκύπτουν στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος εξαι?ρούνται από το φόρο σ’ αυτό το Κράτος αν:

  • α) οι τόκοι καταβάλλονται από αυτό το Συμβαλλόμενο

Κράτος, μία πολιτική υποδιαίρεση του ή μία τοπική αρχή αυτού, ή

  • β) οι τόκοι καταβάλλονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κρά?τος, μία πολιτική υποδιαίρεση του ή μία τοπική αρχή αυ?τού ή οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή όργανο (περιλαμβα?νομένου και χρηματοπιστωτικού ιδρύματος) που ανήκουν

εξ ολοκλήρου στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μία πολι?τική υποδιαίρεση του ή μία τοπική αρχή αυτού, ή

  • γ) οι τόκοι καταβάλλονται σε οποιαδήποτε άλλη υπηρε?σία ή όργανο (περιλαμβανομένου και χρηματοπιστωτικού

ιδρύματος) σε σχέση με πραγματοποιηθέντα δάνεια, κατ’ εφαρμογή μιας συμφωνίας μεταξύ των δύο Συμβαλλόμε?νων Κρατών.

4.

Ο όρος «τόκοι» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρ?θρο υποδηλώνει εισόδημα από απαιτήσεις από χρέη κά?θε είδους είτε εξασφαλίζονται με υποθήκη ή όχι είτε πα?ρέχουν ή όχι δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφει?λέτη και, ιδιαίτερα, εισόδημα από κρατικά χρεόγραφα και εισόδημα από ομολογίες με ή χωρίς ασφάλεια, περιλαμ?βανομένων των δώρων (premiums) και βραβείων που συ?νεπάγονται τέτοιου είδους χρεόγραφα και ομολογίες, κα?θώς επίσης και οποιοδήποτε εισόδημα που έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με εισόδημα από δάνειο, σύμ?φωνα με τη φορολογική νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο προκύπτει το εν λόγω εισόδημα. Πρό?στιμα για καθυστερημένη πληρωμή δεν θα θεωρούνται τόκοι για τους σκοπούς αυτού του Άρθρου.

5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των τόκων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν οι τόκοι, μέσω μόνιμης εγκατάστασης σ’ αυτό ή παρέχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ανεξάρτητες προσωπι?κές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και η απαίτηση χρέους σε σχέση με την οποία κατα?βάλλονται οι τόκοι συνδέεται ουσιαστικά με αυτήν την μό?νιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτή την περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

6.

Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλό?μενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι κάτοικος αυτού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τους τόκους, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση, σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία κα?ταβάλλονται οι τόκοι και αυτοί οι τόκοι βαρύνουν αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε αυτοί οι τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος που βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

7.

Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών και κά?ποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων, λαμβανομέ?νης υπόψη της απαίτησης από το χρέος για την οποία κα?ταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμ?φωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις αυτού του Άρ?θρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο αναφερθέν ποσό. Σ’ αυτή τη περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπό?ψη και των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.

8.

Οι διατάξεις αυτού του Άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν ο κύριος ή ένας από τους κύριους σκοπούς οποιου?δήποτε προσώπου που έχει σχέση με τη δημιουργία ή την εκχώρηση της απαίτησης από χρέος, αναφορικά με την οποία καταβάλλονται οι τόκοι, ήταν το όφελος από αυτό το Άρθρο μέσω αυτής της δημιουργίας ή της εκχώρησης. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1583 Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμ?βαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ’ αυ?τό το άλλο Κράτος.

2.

Τέτοια δικαιώματα μπορούν, όμως, να φορολογού?νται επίσης στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύ?πτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των δικαιωμά?των, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 6% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμά?των. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών ρυθμίζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.

3.

Ο όρος «δικαιώματα» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρθρο σημαίνει: πληρωμές κάθε είδους που εισπράττονται ως αντάλ?λαγμα για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης οποιουδήποτε δικαιώματος αναπαραγωγής, φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας, περιλαμβανομένων των κινη?ματογραφικών ταινιών και ταινιών ή μαγνητοταινιών ή οποιουδήποτε άλλου μέσου για οπτική ή ηχητική αναπα?ραγωγή, οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικού σήμα?τος, σχεδίου ή προτύπου, μηχανολογικού σχεδίου, μυστι?κού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής ή για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης, βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονι?κού εξοπλισμού ή για πληροφορίες που αφορούν σε βιο?μηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, όντας κά?τοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκε?ται σ’ αυτό, ή παρέχει σ’ αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτη?τες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία καταβάλλονται τα δικαιώματα συνδέεται ου?σιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορι?σμένη βάση. Σ’ αυτή τη περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

5.

Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σ’ ένα Συμ?βαλλόμενο Κράτος αν ο καταβάλλων είναι κάτοικος αυ?τού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέ?ση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων και τα δικαιώματα αυτά βαρύνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε τα εν λόγω δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

6.

Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσό των δικαιω?μάτων, λαμβανομένης υπόψη της χρήσης ή του δικαιώ?ματος χρήσης ή των πληροφοριών για τα οποία καταβάλ?λονται τα δικαιώματα, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσό. Σ’ αυτή τη περίπτωση, το υπερ?βάλλον μέρος της καταβολής φορολογείται σύμφωνα με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμ?βανομένων υπόψη και των λοιπών διατάξεων της παρού?σας Σύμβασης.

7.

Οι διατάξεις αυτού του Άρθρου δεν εφαρμόζονται, εάν ο κύριος ή ένας από τους κύριους σκοπούς οποιου?δήποτε προσώπου, που έχει σχέση με τη δημιουργία ή την εκχώρηση των δικαιωμάτων σε σχέση με τα οποία έχουν γίνει οι πληρωμές, ήταν το όφελος από αυτό το Άρθρο μέ?σω αυτής της δημιουργίας ή της εκχώρησης.

Άρθρο 13

ΩΦΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1.

Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλό?μενου Κράτους από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 6 και βρίσκεται στο άλλο Συμ?βαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλ?λο Κράτος.

2.

Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί τμήμα της επαγγελματικής περιουσίας μιας μό?νιμης εγκατάστασης που έχει μια επιχείρηση ενός Συμ?βαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή κινητής περιουσίας που ανήκει σε καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διαθέ?τει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, για το σκοπό της πα?ροχής ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβα?νομένης της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας μό?νιμης εγκατάστασης (μόνης ή με ολόκληρη την επιχείρηση) ή τέτοιας καθορισμένης βάσης, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

3.

Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητής περιουσίας που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αε?ροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κρά?τος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λό?γω πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

4.

Ωφέλεια από την εκποίηση μετοχών ή άλλων συμ?μετοχικών δικαιωμάτων σε μια εταιρία ή ιδιοκτησία της οποίας αποτελείται, άμεσα ή έμμεσα, κυρίως από ακίνητη περιουσία που βρίσκεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται στο Κράτος αυτό.

5.

Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιου?σίας εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις παραγρά?φους 1, 2, 3 και 4 φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι κάτοικος ο εκποιών την περιου?σία.

Άρθρο 14

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.

Εισόδημα που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι επαγγελματικών υπηρεσιών ή άλλων δραστηριοτήτων ανεξάρτητου χαρακτήρα φορολογού?νται μόνο σ’ αυτό το Κράτος, εκτός αν διατηρεί κατά συ?νήθη τρόπο μια καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος για το σκοπό άσκησης των δραστηριοτήτων του. Αν έχει μια τέτοια καθορισμένη βάση, το εισόδημα μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αλλά μόνο κατά το τμήμα εκείνο που αποδίδεται σ’ αυτήν την καθορισμένη βάση. 1584 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Άρθρο 15

ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 16, 18 και 19, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για εξαρτημένη απασχόληση φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος, εκτός αν η απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμ?βαλλόμενο Κράτος. Αν η απασχόληση ασκείται έτσι, η αμοιβή που αποκτάται από αυτήν μπορεί να φορολογείται στο άλλο Κράτος.

2.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος εάν:

  • α) ο δικαιούχος της αμοιβής βρίσκεται στο άλλο Κράτος

για περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 ημέρες σε οποιαδήποτε περίοδο 12 μηνών που αρχίζει ή τελειώνει στο οικείο οικονομικό έτος,

  • β) η αμοιβή καταβάλλεται από ή για λογαριασμό εργο?δότη που δεν είναι κάτοικος του άλλου Κράτους, και
  • γ) η αμοιβή δεν βαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορι?σμένη βάση που έχει ο εργοδότης στο άλλο Κράτος.
3.

Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, αμοιβή που αποκτάται από εξαρτημένη απα?σχόληση που ασκείται σε πλοίο ή αεροσκάφος σε διε?θνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλ?λόμενο Κράτος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευ?ση του πλοίου ή του αεροσκάφους φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

Άρθρο 16

ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ Αμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες πληρωμές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, υπό την ιδιότητα του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μιας εταιρείας που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 17

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΕΣ

1.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμε?νου Κράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχα?γωγίας, όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή μουσικός ή ως αθλητής, από την άσκηση των προσωπικών δραστηριοτήτων του στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορούν να φορολο?γούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Αν εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστη?ριοτήτων από πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγω?γίας ή έναν αθλητή υπό την ιδιότητα του αυτή δεν περιέρχεται στο πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλητή αλλά σε άλλο πρόσωπο, αυτό το εισόδημα μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 14 και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλητή.

3.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, εισόδημα το οποίο προέρχεται από δραστηριότητες, όπως αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες πραγματοποιούνται μέσα στα πλαίσια μιας πολιτι?στικής σύμβασης ή συμφωνίας μεταξύ των Συμβαλλόμε?νων Κρατών, εξαιρείται από το φόρο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες, εάν η επίσκεψη σε αυτό το Κράτος υποστηρίζεται εξ ολοκλή?ρου ή κατά σημαντικό μέρος από κρατικούς πόρους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή πολιτικής υποδιαίρε?σης ή τοπικής αρχής αυτού.

Άρθρο 18

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΤΗΣΙΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρ?θρου 19, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που κα?ταβάλλονται σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κρά?τους για εργασία που πρόσφερε στο παρελθόν φορολο?γούνται μόνο στο Κράτος αυτό.

Άρθρο 19

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.

α) Μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές, εκτός από σύνταξη, που καταβάλλονται από ένα Συμβαλ?λόμενο Κράτος ή μία πολιτική υποδιαίρεση ή μια τοπική αρχή αυτού σ’ ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό ή προς την υπο?διαίρεση ή προς την τοπική αρχή φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.

  • β) Εν τούτοις, αυτοί οι μισθοί, ημερομίσθια και άλλες

παρόμοιες αμοιβές φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμ?βαλλόμενο Κράτος, αν οι υπηρεσίες παρέχονται μέσα στο Κράτος αυτό και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος αυ?τού του Κράτους και: i) είναι υπήκοος αυτού του Κράτους, ή ii) δεν έγινε κάτοικος αυτού του Κράτους αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό παροχής των υπηρεσιών.

2.

α) Οποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μία πολιτική υποδιαίρεση ή από τοπική αρχή αυτού ή από ταμεία που συστάθηκαν από αυ?τά σ’ ένα φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που παρασχέ?θηκαν προς το Κράτος αυτό ή προς την υποδιαίρεση ή προς την τοπική αρχή φορολογείται μόνο σ’ αυτό το Κρά?τος.

  • β) Μια τέτοια σύνταξη όμως φορολογείται μόνο στο άλ?λο Συμβαλλόμενο Κράτος, αν το φυσικό πρόσωπο είναι

υπήκοος και κάτοικος του Κράτους αυτού.

3.

Οι διατάξεις των άρθρων 15, 16, 17 και 18 εφαρμόζο?νται σε μισθούς, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοι?βές και συντάξεις για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού.

Άρθρο 20

ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ

1.

Αμοιβές τις οποίες λαμβάνει κάτοικος ενός Συμβαλ?λόμενου Κράτους για την ανάληψη μελέτης ή έρευνας σε ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1585

2.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε εισόδημα από έρευνα, εάν αυτή η έρευνα αναλαμβάνεται όχι για το δημόσιο συμφέρον αλ?λά πρωταρχικά για ιδιωτικό όφελος ενός συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων.

3.

Χρηματικά ποσά, τα οποία σπουδαστής ή μαθητευό?μενος ο οποίος είναι ή ήταν, αμέσως πριν από τη μετάβα?ση του σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο - μνημονευόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσης του ή της εξάσκησης του, λαμ?βάνει για το σκοπό της συντήρησης του, της εκπαίδευσης του ή της εξάσκησης του, δεν φορολογείται σ’ αυτό το Κράτος υπό την προϋπόθεση ότι τα χρηματικά αυτά ποσά προκύπτουν από πηγές εκτός του Κράτους αυτού.

Άρθρο 21

ΑΛΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ

1.

Εισοδήματα κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κρά?τους, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, η φορολογική με?ταχείριση των οποίων δεν ρυθμίζεται με τα προηγούμενα άρθρα αυτής της Σύμβασης, φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.

2.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται επί εισοδήματος, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία όπως ορίζεται στη παράγραφο 2 του άρθρου 6, αν ο δικαιούχος αυτού του εισοδήματος, όντας κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει επιχειρηματική δραστηριότητα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, ή ασκεί σ’ αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρε?σίες από μια καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία κατα?βάλλεται το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε μια τέ?τοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του Άρθρου 7 ή του Άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Άρθρο 22

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1.

Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από ακίνητη περιου?σία, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 6, η οποία ανήκει σε κά?τοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από κινητή περιουσία που αποτελεί τμήμα της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης, την οποία μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή από κινητή περιουσία η οποία συνδέεται με κα?θορισμένη βάση, την οποία διαθέτει κάτοικος ενός Συμ?βαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό άσκησης ανεξάρτητων προσωπικών υπηρε?σιών, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

3.

Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από πλοία ή αερο?σκάφη σε διεθνείς μεταφορές ή από κινητή περιουσία που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αε?ροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κρά?τος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των ανω?τέρω μνημονευόμενων πλοίων ή αεροσκαφών φορολο?γούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

4.

Όλα τα άλλα στοιχεία κεφαλαίου κατοίκου ενός Συμ?βαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΜΕΘΟΔΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

Άρθρο 23

ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

1.

Στην Ελληνική Δημοκρατία η διπλή φορολογία απο?φεύγεται τηρουμένων των σχετικών διατάξεων του νόμου της Ελληνικής Δημοκρατίας ως ακολούθως:

  • α) Όταν ένας κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας

αποκτά εισόδημα ή κατέχει κεφάλαιο, το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης μπορεί να φορολο?γηθεί στην Ισπανία, η Ελληνική Δημοκρατία παρέχει ως έκπτωση από το φόρο εισοδήματος ή κεφαλαίου αυτού του κατοίκου, ένα ποσό ίσο με το φόρο που έχει πραγμα?τικά πληρωθεί στην Ισπανία. Μια τέτοια έκπτωση, όμως, δεν υπερβαίνει το τμήμα του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπο?λογίστηκε πριν δοθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί ανάλογα με την περίπτωση στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο το οποίο μπορεί να φορολογείται στην Ισπανία.

  • β) Στην περίπτωση που μέρισμα καταβάλλεται από μια

εταιρία η οποία είναι κάτοικος Ισπανίας σε μια εταιρεία η οποία είναι κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας και η οποία κατέχει τουλάχιστον 25% του κεφαλαίου της εται?ρίας που πληρώνει το μέρισμα ή το ποσοστό που προ?βλέπει η Ελληνική εσωτερική νομοθεσία σε περίπτωση που αυτό είναι χαμηλότερο, κατά τον υπολογισμό της πί?στωσης λαμβάνεται υπόψη, επιπλέον του φόρου που πι?στώνεται κατά την υποπαράγραφο α’ αυτής της παρα?γράφου, εκείνο το τμήμα του φόρου που έχει πραγματικά καταβληθεί από την πρωτομνημονευόμενη εταιρία για τα κέρδη από τα οποία καταβάλλεται το μέρισμα, το οποίο αντιστοιχεί σ’ αυτό το μέρισμα, υπό τον όρο ότι το ως άνω τμήμα του φόρου περιλαμβάνεται γι’ αυτόν τον σκοπό στη φορολογική βάση της εταιρίας που λαμβάνει το μέρισμα. Η ως άνω έκπτωση μαζί με την έκπτωση που αφορά στο μέρισμα σύμφωνα με την υποπαράγραφο α’ αυτής της παραγράφου δεν υπερβαίνουν εκείνο το τμήμα του φό?ρου εισοδήματος, όπως υπολογίσθηκε πριν δοθεί η έκ?πτωση, το οποίο αντιστοιχεί, στο εισόδημα που φορολο?γείται στην Ισπανία. Για την εφαρμογή αυτής της υποπαραγράφου απαιτεί?ται το ποσοστό συμμετοχής στην εταιρία η οποία κατα?βάλλει το μέρισμα να διατηρείται συνεχώς τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους που προηγείται της ημερομηνίας καταβολής του μερίσματος.

  • γ) Εάν, σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη αυτής της

Σύμβασης, εισόδημα που αποκτάται ή κεφάλαιο που ανή?κει σε κάτοικο της Ελληνικής Δημοκρατίας εξαιρείται από το φόρο στην Ελληνική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημο?κρατία, μπορεί εν τούτοις, κατά τον υπολογισμό του πο?σού του φόρου επί του εναπομείναντος εισοδήματος ή κε?1586 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ακολούθως:

  • α) Όταν κάτοικος της Ισπανίας αποκτά εισόδημα ή κατέχει κεφάλαιο το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβα?σης αυτής, μπορεί να φορολογείται στην Ελληνική Δημο?κρατία, η Ισπανία θα παρέχει ως έκπτωση από το φόρο ει?σοδήματος ή κεφαλαίου αυτού του κατοίκου ένα ποσό ίσο

με το φόρο που έχει πραγματικά πληρωθεί στην Ελληνική Δημοκρατία. Μια τέτοια έκπτωση, όμως, δεν υπερβαίνει το τμήμα του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπολο?γίσθηκε πριν δοθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί, ανάλο?γα με την περίπτωση, στο εισόδημα ή στο κεφάλαιο το οποίο μπορεί να φορολογείται στην Ελληνική Δημοκρατία.

  • β) Στην περίπτωση που μέρισμα καταβάλλεται από μια

εταιρία η οποία είναι κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας σε μια εταιρία που είναι κάτοικος της Ισπανίας και η οποία κατέχει τουλάχιστον 25% του κεφαλαίου της εταιρίας η οποία καταβάλλει το μέρισμα ή το προβλεπόμενο ποσοστό από την ισπανική εσωτερική νομοθεσία σε περίπτωση που αυτό είναι χαμηλότερο, κατά τον υπολογισμό της πίστωσης λαμβάνεται υπόψη πλέον του φόρου που πιστώνεται κατά την υποπαράγραφο α’ αυτής της παραγράφου, εκείνο το τμήμα του φόρου που έχει πραγματικά καταβληθεί από την πρωτο-αναφερόμενη εταιρία για τα κέρδη από τα οποία κα?ταβάλλεται το μέρισμα, το οποίο αντιστοιχεί σ’ αυτό το μέ?ρισμα, υπό τον όρο ότι το ως άνω τμήμα του περιλαμβάνε?ται, για το σκοπό αυτόν, στη φορολογική βάση της εταιρίας που λαμβάνει το μέρισμα. Η ως άνω έκπτωση, μαζί με την έκπτωση που αφορά στο μέρισμα σύμφωνα με την υποπαράγραφο α’ αυτής της πα?ραγράφου, υπερβαίνουν εκείνο το τμήμα του φόρου εισο?δήματος, όπως υπολογίστηκε πριν δοθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί στο εισόδημα που φορολογείται στην Ελ?ληνική Δημοκρατία. Για την εφαρμογή αυτής της υποπαραγράφου απαιτείται το ποσοστό συμμετοχής στην εταιρία που καταβάλλει το μέ?ρισμα να διατηρείται συνεχώς τουλάχιστον κατά τη διάρ?κεια του φορολογικού έτους που προηγείται της ημερομη?νίας καταβολής του μερίσματος. Εάν, σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη της Σύμβασης αυ?τής, εισόδημα που αποκτάται ή κεφάλαιο που ανήκει σε κά?τοικο της Ισπανίας εξαιρείται από φόρο στην Ισπανία, η Ισπανία, εν τούτοις, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του πο?σού του φόρου επί του εναπομείναντος εισοδήματος ή κε?φαλαίου αυτού του κατοίκου, να λάβει υπόψη το εξαιρεθέν εισόδημα ή κεφάλαιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 24

ΜΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

1.

Υπήκοοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολο?γία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτή διαδικασία, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τη σχετική διαδικασία στην οποία υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν υπήκοοι αυτού του άλλου Κράτους κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ιδιαίτερα όσον αφορά στην κατοικία. Ανε?ξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 1, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι κάτοι?κοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών.

2.

Η φορολογία επί μιας μόνιμης εγκατάστασης την οποία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διατηρεί στο άλ?λο Συμβαλλόμενο Κράτος δεν επιβάλλεται κατά τρόπο λι?γότερο ευνοϊκό σε αυτό το άλλο Κράτος από τον τρόπο που επιβάλλεται η φορολογία επί επιχειρήσεων αυτού του άλ?λου Κράτους που διεξάγουν τις ίδιες δραστηριότητες. Η διάταξη αυτή δεν ερμηνεύεται ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλ?λόμενο Κράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμ?βαλλόμενου Κράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώ?σεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής κατάστασης ή οικογενειακών υποχρεώ?σεων τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.

3.

Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου 9, της παραγράφου 7 του Άρθρου 11, ή της παραγράφου 6 του Άρθρου 12, εφαρμό?ζονται, τόκοι, δικαιώματα και άλλες πληρωμές που κατα?βάλλονται από μία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κρά?τους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ανα?γνωρίζονται κατά τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών της εν λόγω επιχείρησης, ως έκπτωση με τους ίδι?ους όρους σαν να είχαν καταβληθεί σε κάτοικο του πρώτου - μνημονευόμενου Κράτους. Ομοίως, οποιαδήποτε χρέη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους προς κά?τοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, αναγνωρίζονται κατά τον υπολογισμό της φορολογητέας περιουσίας αυτής της επιχείρησης, αναγνωρίζονται με τους ίδιους όρους σαν να είχαν συμφωνηθεί με κάτοικο του πρώτου - μνημονευό?μενου Κράτους.

4.

Επιχειρήσεις ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, των οποί?ων το κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, άμεσα ή έμμεσα, από έναν ή περισσότερους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο πρώτο μνημο?νευόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδή?ποτε σχετική με αυτή τη διαδικασία η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τη σχετική δια?δικασία στην οποία υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν άλ?λες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου - μνημονευόμενου Κράτους.

5.

Οι διατάξεις αυτού του Άρθρου δεν εμποδίζουν την εφαρμογή από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος του εσωτερικού του νόμου, ο οποίος αφορά σε λανθάνουσα αύξηση κεφα?λαίου μιας εταιρίας (thin capitalization).

6.

Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 2, εφαρμόζονται σε φόρους κάθε εί?δους και μορφής.

Άρθρο 25

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

1.

Αν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών έχουν ή θα έχουν γι’ αυτό ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών, να παρουσιά?σει την υπόθεση του στην αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμε?νου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή, αν εφαρμόζεται γι’ αυτό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του Άρθρου 24, της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Η υπόθεση πρέπει να παρουσιαστεί μέσα σε τρία χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης.

2.

Η αρμόδια αρχή προσπαθεί, αν η ένσταση θεωρηθεί απ’ τις διατάξεις της Σύμβασης. Οποιαδήποτε συμφωνία επι?τευχθεί εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις προθεσμίες που ορίζονται στην εσωτερική νομοθεσία των Συμβαλλόμενων Κρατών.

3.

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών προ?σπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμη?νεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης. Μπορούν επίσης να συμβουλεύονται η μια την άλλη για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τη Σύμβαση.

4.

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών μπο?ρούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας ή μέσω μιας μικτής επιτροπής αποτελούμενης από τις ίδιες ή τους αντι?προσώπους τους, με σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων.

Άρθρο 26

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

1.

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών ανταλ?λάσσουν πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή των εσω?τερικών νομοθεσιών των Συμβαλλόμενων Κρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση στο μέ?τρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζε?ται από το Άρθρο 1. Όλες οι πληροφορίες που λαμβάνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμ?φωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους αυτού και αποκαλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμ?βανομένων δικαστηρίων και διοικητικών οργάνων) που σχε?τίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέ?λεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Τα πρό?σωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μό?νο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.

2.

Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος την υποχρέωση:

  • α) Να λαμβάνει διοικητικά μέτρα αντίθετα με τη νομοθε?σία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλ?λόμενου Κράτους.
  • β) Να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν ν’ αποκτη?θούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη πρακτική

της διοίκησης αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους.

  • γ) Να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιο?δήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπο?ρικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική διαδικασία,

ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη με κανόνα δημόσιας τάξης (ordre public).

Άρθρο 27

ΜΕΛΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΞΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Τίποτα σε αυτή τη Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογι?κά προνόμια των μελών των διπλωματικών ή των προξενι?κών αποστολών τα οποία προβλέπονται από τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή από διατάξεις ειδικών συμ?φωνιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 28

ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ

1.

Το καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη γνωστοποιεί στο άλλο την ολοκλήρωση των συνταγματικών διαδικασιών για τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης. Η Σύμβαση τί?θεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία λήψης της τελευταίας γνωστοποίησης.

2.

Οι διατάξεις της Σύμβασης έχουν εφαρμογή:

  • α) όσον αφορά στους παρακρατούμενους στην πηγή φό?ρους, σχετικά με ποσά που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν κα?τά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου που ακολουθεί

αμέσως κατά την ημερομηνία την οποία τίθεται σε ισχύ η Σύμβαση,και

  • β) όσον αφορά στους λοιπούς φόρους, σε σχέση με οικο?νομικά έτη που αρχίζουν κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του

Ιανουαρίου που ακολουθεί αμέσως κατά την ημερομηνία την οποία τίθεται σε ισχύ η Σύμβαση.

Άρθρο 29

ΛΗΞΗ

1.

Η παρούσα Σύμβαση παραμένει σε ισχύ μέχρι να κα?ταγγελθεί από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος. Καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορεί να καταγγείλει αυτή την Σύμ?βαση, μέσω διπλωματικής οδού, επιδίδοντας στο άλλο Συμ?βαλλόμενο Κράτος έγγραφη γνωστοποίηση της λήξης του?λάχιστον έξι μήνες πριν το τέλος οποιουδήποτε ημερολο?γιακού έτους που αρχίζει τρία έτη μετά το έτος μέσα στο οποίο τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση.

2.

Σε αυτή την περίπτωση η Σύμβαση παύει να έχει εφαρ?μογή:

  • α) όσον αφορά στους παρακρατούμενους στην πηγή φό?ρους, σχετικά με ποσά που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν με?τά το τέλος του ημερολογιακού έτους μέσα στο οποίο επι?δόθηκε η ως άνω γνωστοποίηση, και
  • β) όσον αφορά στους λοιπούς φόρους, σε σχέση με οικο?νομικά έτη που αρχίζουν μετά το τέλος του ημερολογιακού

έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε η ως άνω γνωστοποίηση. ΣΕ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογεγραμμένοι, νόμιμα εξουσιοδοτημένοι για αυτό, υπέγραψαν αυτή τη Σύμβαση. Έγινε σε δύο αντίγραφα στη Μαδρίτη την 4η Δεκεμβρίου του 2000, στην ελληνική, ισπανική και αγγλική γλώσσα, όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Σε περίπτωση αμφιβο?λίας στη μετάφραση, το αγγλικό κείμενο υπερισχύει. Για την Ελληνική Για το Βασίλειο Δημοκρατία της Ισπανίας (υπογραφή) (υπογραφή) 1588 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)