Νόμοι — ΦΕΚ A' 105/2008
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 105 10 Ιουνίου 2008
ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3666
Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς και αντικατάσταση συναφών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει η παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 31 Οκτωβρίου 2003, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής: 1479 ΠΡΟΟΙΜΙΟ Τα Κράτη Μέρη της παρούσας Σύμβασης, Εκτιμώντας τη σοβαρότητα των προβλημάτων και των απειλών που θέτει η διοφθορά στη σταθερότητα και την ασφάλεια των κοινωνιών, που υπονομεύει τους θεσμούς και τις αξίες της δημοκρατίας, τις ηθικές αξίες και τη δικαιοσύνη και διακυβεύει την διαρκή ανάπτυξη και την επικράτηση του δικαίου, Εκτιμώντας επίσης τους δεσμούς μεταξύ της διαφθοράς και άλλων μορφών εγκλήματος, ιδίως του οργανωμένου εγκλήματος κοι του οικονομικού εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, Εκτιμώντας ακόμη τις περιπτώσεις διαφθοράς που αφορούν μεγάλες ποσότητες περιουσιακών στοιχείων, που μπορεί να αποτελούν σημαντικό ποσοστό των πόρων των Κρατών, και που απειλούν την πολιτική σταθερότητα και την διαρκή ανάπτυξη των εν λόγω Κρατών, Πεπεισμένα ότι η διαφθορά δεν αποτελεί πλέον τοπικό ζήτημα, αλλά διεθνικό φαινόμενο που επηρεάζει όλες τις κοινωνίες και τις οικονομίες καθιστώντας απαραίτητη τη διεθνή συνεργασία για την πρόληψη και τον έλεγχό της, Πεπεισμένα επίσης ότι απαιτείται ευρεία και πολυδιάστατη προσέγγιση για την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς, Πεπεισμένα περαιτέρω ότι η διαθεσιμότητα της τεχνικής αρωγής μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για τη βελτίωση της ικανότητας των Κρατών, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της ικανότητας και της δημιουργίας θεσμών, να προλαμβάνουν και να καταπολεμούν αποτελεσματικά τη διαφθορά, Πεπεισμένα ότι η παράνομη απόκτηση ατομικού πλούτου μπορεί να βλάψει ιδιαίτερα τους δημοκρατικούς θεσμούς τις εθνικές οικονομίες και την επικράτηση του νόμου, Αποφασισμένα να προλαμβάνουν, να ανιχνεύουν και να αποτρέπουν με αποτελεσματικότερο τρόπο τις διεθνείς μεταφορές παράνομα αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων και να ενισχύουν τη διεθνή συνεργασία στην ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, Αναγνωρίζοντας τις θεμελιώδεις αρχές της προσήκουσας νομικής διαδικασίας σε ποινικές δίκες, σε αστικές ή διοικητικές δίκες για την επιδίκαση περιουσιακών δικαιωμάτων, Έχοντας υπόψη ότι η πρόληψη και η εκρίζωση της διαφθοράς αποτελεί υποχρέωση όλων των Κρατών και ότι πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, με τη στήριξη και τη συμμετοχή ατόμων και ομάδων εκτός του δημόσιου τομέα, όπως η κοινωνία των πολιτών, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις και οι κοινοτικές οργανώσεις, για να είναι αποτελεσματικές οι προσπάθειές τους στον τομέα αυτό, Έχοντας επίσης υπόψη τις αρχές της ορθής διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων και της δημόσιας περιουσίας, της διαφάνειας, της ευθύνης και της ισότητας ενώπιον του νόμου και την ανάγκη διαφύλαξης της ακεραιότητας και της προώθησης πολιτισμού απόρριψης της διαφθοράς, Επιδοκιμάζοντας το έργο της Επιτροπής για την Πρόληψη του Εγκλήματος και της Ποινικής Δικαιοσύνης και του Γραφείου του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, Υπενθυμίζοντας το έργο που πραγματοποίησαν άλλοι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί στον τομέα αυτόν, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων της Αφρικανικής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας (επίσης γνωστό ως Παγκόσμιος Τελωνειακός Οργανισμός), της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συνδέσμου Αραβικών Κρατών, του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, Σημειώνοντας με ευχαρίστηση τα πολυμερή κείμενα που αφορούν την πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την Ενδο−Αμερικανική Σύμβαση κατά της Διαφθοράς, που υιοθετήθηκε από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών στις 29 Μαρτίου 1996, τη Σύμβαση για τη Καταπολέμηση της Διαφθοράς με εμπλοκή Αξιωματούχων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή Αξιωματούχων των Κρατών−Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υιοθετήθηκε οπό το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 26 Μαίου 1997, τη Σύμβαση για την Καταπολέμηση της Δωροδοκίας Ξένων Δημόσιων Αξιωματούχων σε Διεθνείς Επιχειρηματικές Συναλλαγές, που υιοθετήθηκε από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στις 21 Νοεμβρίου 1997, τη Σύμβαση Ποινικού Δικαίου για τη Διαφθορά, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 27 Ιανουαρίου 1999, τη Σύμβαση Αστικού Δικαίου για τη Διαφθορά, που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 4 Νοεμβρίου 1999, και τη Σύμβαση της Αφρικανικής Ένωσης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Διαφθοράς, που υιοθετήθηκε από τους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων της Αφρικανικής Ένωσης στις 12 Ιουλίου 2003. Καλωσορίζοντας τη θέση σε ισχύ στις 29 Σεπτεμβρίου 2003 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, Συμφώνησαν ως εξής. Κεφάλαιο Ι Γενικές διατάξεις
Άρθρο 1
Δήλωση σκοπού Οι σκοποί της παρούσας Σύμβασης είναι: (α) Να προάγει και να ενισχύει τα μέτρα πρόληψης και καταπολέμησης της διαφθοράς ικανοποιητικότερα και αποτελεσματικότερα, (β) Να προωθήσει, διευκολύνε» και στηρίξει τη διεθνή συνεργασία και την τεχνική αρωγή για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, (γ) Να προωθήσει την ακεραιότητα, την υπευθυνότητα και την ορθή διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και της δημόσιας περιουσίας,
Άρθρο 2
Χρήση όρων Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης: (α) «Δημόσιος λειτουργός» σημαίνει: (i) οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει νομοθετική, εκτελεστική, διοικητική ή (ii) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτελεί δημόσια λειτουργία σε δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση, ή παρέχει δημόσια υπηρεσία, όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία του Κράτους Μέρους και όπως ορίζεται στο δίκαιο του εν λόγω Κράτους Μέρους (iii) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ορίζεται ως «δημόσιος λειτουργός» στην εθνική νομοθεσία Κράτους Μέρους. Ωστόσο, για το σκοπό ορισμένων συγκεκριμένων μέτρων που περιέχονται στο κεφάλαιο II της παρούσας Σύμβασης «δημόσιος λειτουργός» μπορεί να σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο εκτελεί δημόσια λειτουργία ή παρέχει δημόσια υπηρεσία, όπως ορίζονται στην εγχώρια νομοθεσία του Κράτους Μέρους και όπως ορίζεται στο δίκαιο του εν λόγω Κράτους Μέρους. (β) «Ξένος δημόσιος λειτουργός» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει νομοθετική, εκτελεστική, διοικητική ή δικαστική θέση ξένης χώρας, ανεξάρτητα αν είναι διορισμένος ή αιρετός. Σε αυτόν συμπεριλαμβάνονται και τα πρόσωπα που κατέχουν θέση σε δημόσιο οργανισμό και δημόσια επιχείρηση της ξένης χώρας. (γ) «Λειτουργός δημόσιου διεθνούς οργανισμού» σημαίνει διεθνή δημόσιο υπάλληλο ή οποιοδήποτε πρόσωπο είναι εξουσιοδοτημένο από τον εν λόγω οργανισμό να ενεργεί εκ μέρους του. (δ) «Περιουσία» σημαίνει περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα και τίτλοι ή έγγραφα που αποδεικνύουν τη κυριότητα ή τα σχετικά δικαιώματα επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. (ε) «Προϊόντα εγκλήματος» σημαίνει οποιαδήποτε περιουσία προέρχεται ή αποκτάται, άμεσα ή έμμεσα, μέσω της τέλεσης εγκλήματος. (στ) «Πάγωμα» ή «κατάσχεση» σημαίνει την προσωρινή απαγόρευση της μεταβίβασης, μετατροπής, διάθεσης ή μετακίνησης περιουσίας ή προσωρινής ανάληψης της διαχείρισης ή ελέγχου περιουσίας, βάσει διαταγής που εκδίδεται από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή. (ζ) «Δήμευση», σημαίνει τη μόνιμη στέρηση της περιουσίας δυνάμει διαταγής δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής. (η) «Βασικό έγκλημα» σημαίνει οποιοδήποτε αδίκημα από το οποίο παράγονται έσοδα, που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο εγκλήματος όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 23 της παρούσας Σύμβασης. (θ) «Ελεγχόμενη παράδοση» σημαίνει την τεχνική που επιτρέπει την κίνηση παράνομων ή ύποπτων φορτίων εκτός διαμέσου ή εντός της επικράτειας ενός ή περισσοτέρων Κρατών, εν γνώσει και υπό την επίβλεψη των αρμόδιων αρχών τους, με σκοπό την ανίχνευση εγκλήματος και την αποκάλυψη των προσώπων που εμπλέκονται στην τέλεσή του.
Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται, σύμφωνα με τους όρους της για την πρόληψη, ανίχνευση και δίωξη της διαφθοράς και το πάγωμα, την κατάσχεση, τη δήμευση και την επιστροφή των προϊόντων των εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης, τα αδικήματα που παρατίθενται δεν είναι απαραίτητο, εκτός αν αναφέρεται άλλως στην παρούσα, να οδηγούν σε ζημία ή βλάβη της κρατικής περιουσίας.
Άρθρο 4
Προστασία της κυριαρχίας
Τα Κράτη Μέρη εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις αρχές της κυρίαρχης ισότητας και της εδαφικής ακεραιότητας των Κρατών και τις αρχές της μη παρέμβασης στα εσωτερικά ζητήματα άλλων Κρατών.
Καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν δίνει σε Κράτος Μέρος το δικαίωμα να αναλάβει, στην επικράτεια άλλου Κράτους την άσκηση δικαιοδοσίας και την εκτέλεση αρμοδιοτήτων που ασκούνται αποκλειστικά από τις ορχές του άλλου Κρότους, βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας του. Κεφάλαιο II Προληπτικά μέτρα
Άρθρο 5
Πολιτικές και πρακτικές πρόληψης της διαφθοράς
Κάθε Κράτος Μέρος σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος αναπτύσσει, εφαρμόζει ή διατηρεί αποτελεσματικές συντονισμένες πολιτικές κατά της διαφθοράς που προάγουν τη συμμετοχή της κοινωνίας και αντανακλούν τις αρχές της επικράτησης του δικαίου, της ορθής διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων και της δημόσιας περιουσίας της ακεραιότητας της διαφάνειας και της υπευθυνότητας.
Κάθε Κράτος Μέρος θα προσπαθήσει να θεσπίσει και να προωθήσει αποτελεσματικές πρακτικές που αποσκοπούν στην πρόληψη της διαφθοράς.
Κάθε Κράτος Μέρος θα προσπαθήσει να αξιολογεί κατά περιόδους τα σχετικά νομικά κείμενα και διοικητικά μέτρα, με σκοπό να προσδιορίζει αν επαρκούν στην πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Τα Κράτη Μέρη, ανάλογα με τις ανάγκες και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού τους συστήματος συνεργάζονται μεταξύ τους και με τους αρμόδιους διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς για την προώθηση και ανάπτυξη των μέτρων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Η συνεργασία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει τη συμμετοχή σε διεθνή προγράμματα και σχέδια που αποσκοπούν στην πρόληψη της διαφθοράς.
Άρθρο 6
Όργανα πρόληψης της διαφθοράς
Κάθε Κράτος Μέρος, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος, εξοσφαλΐζει την ύπαρξη οργάνου ή οργάνων, ανάλογα με τις ανάγκες, που προλαμβάνουν τη διαφθορά με μέσα, όπως με: (α) Την εφαρμογή των πολιτικών που αναφέρονται στο άρθρο 5 της παρούσας Σύμβασης και, όπου ορμόζει, την επίβλεψη και το συντονισμό της εφαρμογής των εν λόγω πολιτικών, (β) Την αύξηση και τη διάδοση γνώσεων σχετικά με την πρόληψη της διαφθοράς.
Κάθε Κράτος Μέρος χορηγεί στο όργανο ή τα όργανα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου την απαραίτητη ανεξαρτησία, σύμφωνα με τις ΦΕΚ 105 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1567 σουν τα καθήκοντα τους αποτελεσματικά και χωρίς ανάρμοστη επιρροή. Πρέπει να παρέχονται οι απαραίτητοι υλικοί πόροι και το εξειδικευμένο προσωπικό, καθώς και η εκπαίδευση που μπορεί να χρειαστεί το εν λόγω προσωπικό για την εκπλήρωση των καθηκόντων του.
Κάθε Κράτος Μέρος γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέο των Ηνωμένων Εθνών το όνομο και τη διεύθυνση της αρχής ή των αρχών που μπορούν να συνδράμουν άλλο Κράτη Μέρη στην ανάπτυξη και εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων για την πρόληψη της διαφθοράς.
Άρθρο 7
Δημόσιος τομέας
Κάθε Κράτος Μέρος προσπαθεί, ανάλογα με τις ανάγκες και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος, να υιοθετεί, διατηρεί και ενισχύει συστήματα για την επιλογή, πρόσληψη, διατήρηση, προαγωγή και συνταξιοδότηση δημόσιων υπαλλήλων και, όπου αρμόζει, άλλων μη αιρετών δημόσιων λειτουργών: (α) Που να βασίζονται στις αρχές της αποδοτικότητας, της διαφάνειας και σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως η ικανότητα, η δικαιότητα και η καταλληλότητα. (β) Που να περιλαμβάνουν κατάλληλες διαδικασίες για την επιλογή και την εκπαίδευση των ατόμων για δημόσιες θέσεις που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες στη διαφθορά και την εκ περιτροπής τοποθέτηση, όπου αρμόζει, των ατόμων αυτών σε άλλες θέσεις. (γ) Που να προωθούν ικανοποιητική αμοιβή και δίκαιες μισθολογικές κλίμακες λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης του Κράτους Μέρους. (δ) Που να προάγουν προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης έτσι ώστε να μπορούν να εκπληρώνουν τις απαιτήσεις για την ορθή, έντιμη και κατάλληλη εκπλήρωση των δημόσιων καθηκόντων και που να τους παρέχουν εξειδικευμένη και κοτάλληλη κατάρτιση, έτσι ώστε να βελτιωθεί η ενημερότητα τους για τους κινδύνους της διαφθοράς που ενυπάρχουν στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Τα προγράμματα αυτά μπορούν να κάνουν αναφορές σε κώδικες ή πρότυπα συμπεριφοράς στους κατάλληλους τομείς.
Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει επίσης τη δυνατότητα υιοθέτησης κατάλληλων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, που να συμφωνούν με τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης και με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, γιο τη θέσπιση κριτηρίων σχετικών με την υποψηφιότητα και την εκλογή σε δημόσιες θέσεις.
Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει επίσης τη δυνατότητα υιοθέτησης κατάλληλων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, που συμφωνούν με τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης και με τις θεμελιώδας αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, για την ενίσχυση της διαφάνειας στη χρηματοδότηση των υποψηφιοτήτων για αιρετές δημόσιες θέσεις και για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων.
Κάθε Κράτος Μέρος, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, θο προσπαθήσει να υιοθετήσει, να διατηρήσει και να ενισχύσει συστήματα που προάγουν τη διαφάνεια και προλαμβάνουν τη σύγκρουση συμφερόντων.
Άρθρο 8
Κώδικες συμπεριφοράς για δημόσιους λειτουργούς
Για να καταπολεμηθεί η διαφθορά, κάθε Κράτος Μέρος προάγει, μεταξύ άλλων, την ακεραιότητα, την εντιμότητα και την υπευθυνότητα μεταξύ των δημόσιων λειτουργών του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος.
Συγκεκριμένα, κάθε Κράτος Μέρος προσπαθεί να εφαρμόσει, στα πλαίσια των θεσμικών και νομικών του συστημάτων, κώδικες ή πρότυπα συμπεριφοράς για την ορθή, έντιμη και κατάλληλη εκπλήρωση των δημόσιων λειτουργιών.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος όρθρου, κάθε Κράτος Μέρος όπου αρμόζει και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος, λαμβάνει υπόψη τις σχετικές πρωτοβουλίες των περιφερειακών, ενδοπεριφερειακών και πολυμερών οργανισμών, όπως το Διεθνή Κώδικα Συμπεριφοράς των Δημόσιων Λειτουργών που περιέχεται στο παράρτημα της απόφασης 51/59 της Γενικής Συνέλευσης από 12 Δεκεμβρίου 1996.
Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει επίσης τη δυνατότητα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής του νομοθεσίας, θέσπισης μέτρων και συστημάτων που να διευκολύνουν την αναφορά εκ μέρους των δημόσιων λειτουργών πράξεων διαφθοράς στις αρμόδιες αρχές, όταν οι πράξεις αυτές υποπίπτουν στην αντίληψή τους κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
Κάθε Κράτος Μέρος προσπαθεί, όπου αρμόζει και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, να θεσπίζει μέτρα και συστήματα που απαιτούν από τους δημόσιους λειτουργούς να υποβάλλουν δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές σχετικό, μεταξύ άλλων, με τις εξωυπηρεσιακές δραστηριότητες, την οπασχόληση, τις επενδύσεις, τα περιουσιακό στοιχεία και τα σημαντικά δώρα ή οφέλη από τα οποία μπορεί να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τις λειτουργίες τους ως δημόσιων λειτουργών.
Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο να λάβει, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, πειθαρχικά ή άλλα μέτρα κατά των δημόσιων λειτουργών του που παραβιάζουν τους κώδικες ή τα πρότυπα που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Άρθρο 9
Δημόσιες προμήθειες και διαχείριση δημόσιων οικονομικών
Κάθε Κράτος Μέρος σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος κάνει τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να θεσπίσει κατάλληλα συστήματα προμηθειών, με βάση τη διαφάνεια, τον ανταγωνισμό και αντικειμενικά κριτήρια για τη λήψη αποφάσεων, το οποία είναι αποτελεσματικά, μεταξύ άλλων, για την πρόληψη της διαφθοράς. Τα συστήματα αυτά, τα οποία μπορούν να λαμβάνουν υπόψη κατάλληλες τιμές κατωφλίου στην εφαρμογή τους αφορούν, μεταξύ άλλων: (α) Τη δημόσια διάδοση πληροφοριών σχετικό με τις διαδικασίες και τις συμβάσεις προμηθειών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για τις προσκλήσεις προσφοράς σε διαγωνισμούς και σχετικές πληροφορίες για την κατακύρωση των συμβάσεων, οι οποίες θα δίνουν στους προτιθέμενους να διαγωνιστούν επαρκή (β) Τη θέσπιση, εκ των προτέρων, προϋποθέσεων για τη συμμετοχή, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και κατακύρωσης και των κανόνων του διαγωνισμού, και τη δημοσιοποίησή τους. (Υ) Τη χρήση αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων για τις αποφάσεις περί δημόσιων προμηθειών, ώστε να διευκολύνεται η μεταγενέστερη επαλήθευση της ορθής εφαρμογής των κανόνων ή των διαδικασιών. (δ) Ένα αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικής αναθεώρησης, που περιλαμβάνει επίσης ένδικα βοηθήματα σε περίπτωση που δεν ακολουθούνται οι κανόνες ή οι διαδικασίες που θεσπίστηκαν σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. (ε) Όπου αρμόζει, μέτρα για τη ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τις προμήθειες, όπως δήλωση ενδιαφέροντος σε συγκεκριμένες δημόσιες προμήθειες, διαδικασίες ελέγχου και προϋποθέσεις κατάρτισης του προσωπικού.
Κάθε Κράτος Μέρος, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας και της υπευθυνότητας στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Τα μέτρα αυτά περιλομβάνουν, μεταξύ άλλων: (α) Διαδικασίες για την εφαρμογή του εθνικού προϋπολογισμού. (β) Έγκαιρη αναφορά σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες. (γ) Σύστημα λογιστικών και ελεγκτικών προτύπων και σχετικής επίβλεψης. (δ) Αποτελεσματικό και αποδοτικά συστήματα διαχείρισης κινδύνου και εσωτερικού ελέγχου, και (ε) Όπου αρμόζει, διορθωτικές ενέργειες σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζει η παρούσα παράγραφος.
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα αστικά και διοικητικά μέτρα που απαιτούνται, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, για να διατηρηθεί η ακεραιότητα των λογιστικών βιβλίων, αρχείων, οικονομικών καταστάσεων ή άλλων εγγράφων που αφορούν τα δημόσια έξοδα και έσοδα και για να προληφθεί η νόθευση των εγγράφων αυτών.
Άρθρο 10
Δημόσια ενημέρωση Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη καταπολέμησης της διαφθοράς κάθε Κράτος Μέρος, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις ορχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να ενισχυθεί η διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση του, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν την οργάνωση, λειτουργία και διαδικασία λήψης αποφάσεων του, όπου αρμόζει. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: (α) Την υιοθέτηση διαδικασιών ή κανονισμών που να επιτρέπουν στο κοινό να λαμβάνει, όπου αρμόζει, πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της δημόσιας διοίκησής του και, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη η προστασία της ιδιωτικής ζωής κοι των προσωπικών δεδομένων, σχετικά με αποφάσεις και νομικές πράξεις που αφορούν το κοινό. (β) Απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών, όπου αρμόζει, ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση του κοινού στις αρμόδιες αρχές λήψης αποφάσεων, και (γ) Δημοσιοποίηση πληροφοριών, οι οποίες μπορούν νο περιλαμβάνουν περιοδικές αναφορές σχετικά με τους κινδύνους διαφθοράς στη δημόσια διοίκησή του.
Άρθρο 11
Μέτρα που αφορούν τους δικαστές και τις εισαγγελικές υπηρεσίες
Λαμβάνοντας υπόψη την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και τον κρίσιμο ρόλο του στην καταπολέμηση της διαφθοράς, κάθε Κράτος Μέρος, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος και με την επιφύλαξη της δικαστικής ανεξαρτησίας, λαμβάνει μέτρα για να ενισχυθεί η ακεραιότητα και να προληφθούν οι ευκαιρίες για διαφθορά μεταξύ των μελών του δικαστικού σώματος. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για τη συμπεριφορά των μελών του δικαστικού σώματος.
Μέτρα παρόμοια με αυτά που λαμβάνονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μπορούν να εισαχθούν και να εφαρμοστούν και για την εισαγγελική υπηρεσία, στα Κράτη ΜέρηΚράτη Μέρη όπου δεν αποτελεί τμήμα του δικαστικού σώματος, αλλά χαίρει ανεξαρτησίας παρόμοιας με αυτή του δικαστικού σώματος.
Άρθρο 12
Ιδιωτικός τομέας
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει μέτρα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, για την πρόληψη της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα, τη βελτίωση των λογιστικών και ελεγκτικών προτύπων στον ιδιωτικό τομέα και, όπου αρμόζει, για την πρόβλεψη αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών αστικών, διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων για παράλειψη συμμόρφωσης στα μέτρα αυτά.
Τα μέτρα για την επίτευξη των σκοπών αυτών μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: (α) Την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών επιβολής του νόμου και όλων των σχετικών ιδιωτικών φορέων, (β) Την προώθηση της ανάπτυξης προτύπων και διαδικασιών σχεδιασμένων για τη διαφύλαξη της ακεραιότητας των σχετικών ιδιωτικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων των κωδικών συμπεριφοράς για την ορθή, τίμια και σωστή εκτέλεση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων και των σχετικών επαγγελμάτων και την πρόληψη των συγκρούσεων συμφερόντων και την προώθηση της χρήσης καλών εμπορικών πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων και στις συμβατικές σχέσεις των επιχειρήσεων με το κράτος. (γ) Την προώθηση της διαφάνειας μεταξύ ιδιωτικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων, όπου αρμόζει, μέτρων σχετικά με την ταυτότητα των νομικών και φυσικών προσώπων που εμπλέκονται στην ίδρυση και διοίκηση εταιριών. (δ) Την πρόληψη της κακής χρήσης διαδικασιών που ρυθμίζουν ιδιωτικούς φορείς στις οποίες συμπεριλαμβάνονται διαδικασίες που αφορούν επιχορηγήσεις και άδειες που χορηγούνται από δημόσιες αρχές για εμπορικές δραστηριότητες. χρονική περίοδο, στις επαγγελματικές δραστηριότητες πρώην δημόσιων λειτουργών ή στην απασχόληση δημόσιων λειτουργών από τον ιδιωτικό τομέα μετά την παραίτηση ή τη συνταξιοδότησή τους, όταν οι εν λόγω δραστηριότητες ή απασχόληση έχουν σχέση άμεσα με τα καθήκοντα που ασκούσαν ή με την εποπτεία που ασκούσαν δημόσιοι λειτουργοί στη διάρκεια της θητείας τους. (στ) Την εξασφάλιση ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρθρωση και το μέγεθος τους, έχουν επαρκείς εσωτερικούς λογιστικούς ελέγχους για να βοηθούν στην πρόληψη και ανίχνευση πράξεων διαφθοράς και ότι οι λογαριασμοί και οι απαιτούμενες οικονομικές καταστάσεις των εν λόγω ιδιωτικών επιχειρήσεων υποβάλλονται σε κατάλληλες διαδικασίες λογιστικού ελέγχου και πιστοποίησης.
Για να προληφθεί η διαφθορά, κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία και κανονισμούς του που αφορούν την τήρηση βιβλίων και αρχείων, δημοσιεύσεις οικονομικών καταστάσεων και λογιστικά και ελεγκτικά πρότυπα, για να παρεμποδιστούν οι ακόλουθες ενέργειες που γίνονται με σκοπό την τέλεση οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση: (α) Δημιουργία λογαριασμών εκτός βιβλίων. (β) Πραγματοποίηση συναλλαγών εκτός βιβλίων ή με ανεπαρκή προσδιορισμό. (γ) Καταχώρηση ανύπαρκτων δαπανών. (δ) Καταχώρηση παθητικού με ανακριβή προσδιορισμό του αντικειμένου του. (ε) Χρήση πλαστών εγγράφων, και (στ) Σκόπιμη καταστροφή λογιστικών εγγράφων νωρίτερα από ό,τι προβλέπει ο νόμος.
Κανένα Κράτος Μέρος δεν θα επιτρέπει την φορολογική έκπτωση δαπανών που αποτελούν δωροδοκία, η οποία αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 της παρούσας Σύμβασης και, όπου αρμόζει, άλλων δαπανών που πραγματοποιούνται με σκοπό τη διαφθορά.
Άρθρο 13
Συμμετοχή της κοινωνίας
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, εντός των δυνατοτήτων του και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, για να προάγει την ενεργό συμμετοχή ατόμων και ομάδων εκτός του δημόσιου τομέα, όπως η κοινωνία των πολιτών, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις και ενώσεις προσώπων, στην πρόληψη και τον αγώνα κατά της διαφθοράς και για να αυξήσει την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την ύπαρξη, τις αιτίες, τη σοβαρότητα και την απειλή που συνιστά η διαφθορά. Η συμμετοχή αυτή πρέπει να ενισχύεται με μέτρα όπως: (α) Βελτίωση της διαφάνειας και προώθηση της συμβολής του κοινού στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. (β) Εξασφάλιση ότι το κοινό έχει αποτελεσματική πρόσβαση στην ενημέρωση. (γ) Ανάληψη δραστηριοτήτων ενημέρωσης του κοινού, που συμβάλλουν στην μη ανοχή της διαφθοράς καθώς και εκπαιδευτικών προγραμμάτων για το κοινό, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα προγράμματα σπουδών των σχολείων και πανεπιστημίων. (δ) Σεβασμός, προώθηση και προστασία της ελευθερίας αναζήτησης, λήψης, δημοσιοποίησης και διάδοσης πληροφοριών σχετικά με τη διαφθορά. Η ελευθερία αυτή μπορεί να υποβάλλεται σε ορισμένους περιορισμούς, αλλά οι εν λόγω περιορισμοί θα είναι μόνο αυτοί που προβλέπει ο νόμος και όσοι είναι απαραίτητοι: (i) Για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της φήμης άλλων, (ii) Για την προστασία της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας ή των ηθών.
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι σχετικοί φορείς κατά της διαφθοράς που αναφέρονται στην παρούσα Σύμβαση είναι γνωστοί στο κοινό και παρέχει πρόσβαση στους φορείς αυτούς, όπου αρμόζει, για την καταγγελία, και ανωνύμως, ακόμη, περιστατικών που θεωρούνται ότι αποτελούν αδίκημα που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 14
Μέτρα για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
Κάθε Κράτος Μέρος: (α) Θεσπίζει πλήρες εσωτερικό ρυθμιστικό και εποπτικό καθεστώς για τράπεζες και μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στο οποία συμπεριλαμβάνονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν επίσημες ή ανεπίσημες υπηρεσίες για τη μεταφορά χρημάτων ή αξιών και, όπου αρμόζει, για άλλους φορείς ιδιαίτερο επιρρεπείς στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, εντός της αρμοδιότητάς του, με σκοπό να αποτρέποντοι και νο ανιχνεύονται όλες οι μορφές νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο καθεστώς θα δίνει έμφαση στις απαιτήσεις του προσδιορισμού του πελάτη και, όπου αρμόζει, του δικαιούχου, της τήρησης αρχείων και της αναφοράς ύποπτων συναλλαγών. (β) Με την επιφύλαξη του όρθρου 46 της παρούσας Σύμβασης, εξασφαλίζει ότι οι διοικητικές και ρυθμιστικές αρχές, οι αρχές επιβολής του νόμου και άλλες αρχές που ασχολούνται με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, όπου αρμόζει, βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας, οι δικαστικές αρχές) έχουν την ικανότητα να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η εσωτερική νομοθεσία του και, για το σκοπό αυτό, θα εξετάσει τη δυνατότητα ίδρυσης μονάδας χρηματοπιστωτικών πληροφοριών που θα αποτελεί εθνικό κέντρο συλλογής, ανάλυσης και διάδοσης πληροφοριών που αφορούν πιθανές δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Τα Κράτη Μέρη θα εξετάσουν τη δυνατότητα εφαρμογής εφικτών μέτρων για την ανίχνευση και παρακολούθηση της κίνησης των μετρητών και των κατάλληλων διαπραγματεύσιμων χρηματοδοτικών μέσων από τα σύνορά τους, υπό τον όρο εγγυήσεων διασφάλισης της ορθής χρήσης των πληροφοριών και χωρίς να παρεμποδίζεται με κανένα τρόπο η κίνηση νόμιμου να δηλώνουν τη διασυνοριακή μεταφορά σημαντικών ποσών μετρητών και κατάλληλων διαπραγματεύσιμων χρηματοδοτικών μέσων.
Τα Κράτη Μέρη θα εξετάσουν τη δυνατότητα εφαρμογής κατάλληλων και εφικτών μέτρων, ώστε να απαιτούν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις μεταφοράς κεφαλαίων: (α) Να συμπεριλαμβάνουν σε έντυπα για την ηλεκτρονική μεταφορά κεφαλαίων και σχετικών μηνυμάτων ακριβείς και κατανοητές πληροφορίες για τον αποστολέα. (β) Να διατηρούν τις πληροφορίες αυτές καθ’ όλη την αλυσίδα πληρωμής, και (γ) Να εξετάζουν εξονυχιστικά μεταφορές κεφαλαίων που δεν περιλαμβάνουν πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τον αποστολέα.
Κατά τη δημιουργία του εσωτερικού ρυθμιστικού και εποπτικού καθεστώτος, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και με την επιφύλαξη των λοιπών άρθρων της παρούσας Σύμβασης, τα Κράτη Μέρη καλούνται να χρησιμοποιούν ως κατευθυντήρια γραμμή τις σχετικές πρωτοβουλίες περιφερειακών, διαπεριφερειακών και πολυμερών οργανισμών κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Τα Κράτη Μέρη θα προσπαθήσουν να αναπτύξουν και νο προωθήσουν την παγκόσμια, περιφερειακή, υποπεριφερειακή και διμερή συνεργασία μεταξύ των δικαστικών αρχών, των αρχών της επιβολής του νόμου και των χρηματοπιστωτικών ρυθμιστικών αρχών για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κεφάλαιο ΙΙΙ Ποινικοποίηση και επιβολή του νόμου
Άρθρο 15
Δωροδοκία εθνικών δημόσιων λειτουργών Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που αποιτούνται για να ορίσει τα ακόλουθα ως ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση: (α) Υπόσχεση, προσφορά ή παροχή σε δημόσιο λειτουργό, άμεσα ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος γιο τον ίδιο τον λειτουργό ή άλλο πρόσωπο ή φορέα, με σκοπό ο εν λόγω λειτουργός να πράξει ή να παραλείψει ενέργεια κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του. (β) Απαίτηση ή λήψη από δημόσιο λειτουργό, άμεσα ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος, για τον ίδιο τον λειτουργό ή άλλο πρόσωπο ή φορέα, με σκοπό ο εν λόγω λειτουργός να πράξει ή να παραλείψει ενέργεια κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του.
Άρθρο 16
Δωροδοκία ξένων δημόσιων λειτουργών και λειτουργών δημόσιων διεθνών οργανισμών
Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλο μέτρα που απαιτούνται για να ορίσει ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται με πρόθεση, την υπόσχεση, προσφορά ή παροχή σε ξένο δημόσιο λειτουργό ή σε λειτουργό δημόσιου διεθνούς οργανισμού, άμεσα ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος, για τον ίδιο τον λειτουργό ή άλλο πρόσωπο ή φορέα, με σκοπό ο εν λόγω λειτουργός να πράξει ή να παραλείψει ενέργεια κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, ώστε να ληφθεί ή να διατηρηθεί επιχειρηματικό ή άλλο μη οφειλόμενο πλεονέκτημα σε σχέση με τις δραστηριότητες διεθνών επιχειρήσεων. 2, Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ορίσει ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται με πρόθεση, την απαίτηση ή λήψη από ξένο δημόσιο λειτουργό ή σε λειτουργό δημόσιου διεθνούς οργανισμού, άμεσα ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος για τον ίδιο τον λειτουργό ή άλλο πρόσωπο ή φορέα, με σκοπό ο εν λόγω λειτουργός να πράξει ή να παραλείψει ενέργεια κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του.
Άρθρο 17
Κατάχρηση ή ιδιοποίηση από δημόσιο λεπτουργό Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ορίσει ως ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση, την κατάχρηση, ιδιοποίηση ή άλλη εκτροπή από δημόσιο λειτουργό για δικό του όφελος ή προς όφελος άλλου προσώπου ή φορέα, περιουσίας, δημόσιων ή ιδιωτικών κεφαλαίων ή χρεογράφων ή άλλων πραγμάτων αξίας που είναι εμπιστευμένα στον δημόσιο λειτουργό λόγω του λειτουργήματός του.
Άρθρο 18
Προσφορά για άσκηση επιρροής Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ορίσει τα ακόλουθα ως ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση: (α) Υπόσχεση, προσφορά ή παροχή σε δημόσιο λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, άμεσα ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος, με σκοπό ο εν λόγω δημόσιος λειτουργός ή άλλο πρόσωπο να καταχραστεί την πραγματική ή υποτιθέμενη επιρροή του, ώστε να απαιτήσει από τη διοίκηση ή από δημόσια αρχή του Κράτους Μέρους μη οφειλόμενο πλεονέκτημα για τον αρχικό υποκινητή της πράξης ή για άλλο πρόσωπο. (β) Απαίτηση ή λήψη από δημόσιο λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, άμεσο ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο, με σκοπό ο εν λόγω δημόσιος λειτουργός ή άλλο πρόσωπο, να καταχραστεί την πραγματική ή υποτιθέμενη επιρροή του, ώστε να λάβει από τη διοίκηση ή από δημόσια αρχή του Κράτους Μέρους μη οφειλόμενο πλεονέκτημα.
Άρθρο 19
Κατάχρηση εξουσίας Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για τη θέσπιση ως ποινικού αδικήματος, όταν τούτο τελείται με πρόθεση, την κατάχρηση εξουσίας και της θέσης από δημόσιο λειτουργό, δηλαδή την πράξη ή την παράλειψη αυτού, κατά παράβαση των νόμων, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, με σκοπό να λάβει μη οφειλόμενο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή για άλλο πρόσωπο ή φορέα.
Άρθρο 20
Παράνομος πλουτισμός Τηρώντας το Σύνταγμά του και τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος, κάθε Κράτος Μέρος υιοθε τον παράνομο πλουτισμό, δηλαδή τη σημαντική αύξηση των περιουσιακών στοιχείων δημόσιου λειτουργού, την οποία δεν μπορεί να εξηγήσει εύλογα σε σχέση με το νόμιμο εισόδημα του.
Άρθρο 21
Δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπίσει τα ακόλουθα ως ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση, κατά την άσκηση οικονομικών, χρηματοπιστωτικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων: (α) Υπόσχεση, προσφορά ή παροχή, άμεσα ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο που διευθύνει ή εργάζεται, με οποιαδήποτε ιδιότητα, σε φορέα του ιδιωτικού τομέα, για το ίδιο το πρόσωπο ή για άλλο πρόσωπο, με σκοπό να πράξει ή να παραλείψει ενέργεια κατά παράβαση των καθηκόντων του. (β) Απαίτηση ή λήψη, άμεσα ή έμμεσα, μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος από οποιοδήποτε πρόσωπο διευθύνει ή εργάζεται, με οποιαδήποτε ιδιότητα, σε φορέα του ιδιωτικού τομέα, για το Ιδιο το πρόσωπο ή για άλλο πρόσωπο, με σκοπό να πράξει ή να παραλείψει ενέργεια κατά παράβαση των καθηκόντων του.
Άρθρο 22
Ιδιοποίηση περιουσίας στον ιδιωτικό τομέα Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται με πρόθεση, κατά την διεξαγωγή οικονομικών, χρηματοπιστωτικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων, την ιδιοποίηση από ένα πρόσωπο που διευθύνει ή εργάζεται, με οποιαδήποτε ιδιότητα, σε φορέα του ιδιωτικού τομέα, περιουσίας, ιδιωτικών κεφαλαίων ή χρεογράφων ή άλλου πράγματος αξίας που του ανατέθηκε λόγω της θέσης του.
Άρθρο 23
Νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος
Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής του νομοθεσίας, τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπίσει τα ακόλουθα ποινικά αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση: (α) (i) Τη μετατροπή ή μεταφορά περιουσίας, εν γνώσει ότι η περιουσία αυτή αποτελεί προϊόν εγκλήματος με σκοπό την απόκρυψη ή συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της περιουσίας ή την αρωγή σε οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται στην τέλεση του βασικού αδικήματος, ώστε να αποφύγει τις νόμιμες συνέπειες της πράξης του. (ii) Την απόκρυψη ή συγκάλυψη της πραγματικής φύσης πηγής τοποθεσίας διάθεσης κίνησης ή ιδιοκτησίας ή των δικαιωμάτων σε σχέση με περιουσία, εν γνώσει ότι η περιουσία αυτή αποτελεί προϊόν εγκλήματος. (β) Τηρώντας τις βασικές έννοιες του νομικού του συστήματος: (i) Την απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας εν γνώσει, κατά το χρόνο της λήψης ότι η περιουσία αυτή αποτελεί προϊόν εγκλήματος (ii) Τη συμμετοχή, σύσταση συμμορίας για την τέλεση, απόπειρα τέλεσης και συνενοχή, διευκόλυνση και παροχή συμβουλών για την τέλεση οποιουδήποτε από τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Για τους σκοπούς της υλοποίησης ή εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου: (α) Κάθε Κράτος Μέρος εφαρμόζει την παράγραφο αυτή στο ευρύτερο δυνατό φάσμα των βασικών αδικημάτων. (β) Κάθε Κράτος Μέρος συμπεριλαμβάνει ως βασικά αδικήματα τουλάχιστον ένα πλήρες φάσμα ποινικών Σύμβαση. (γ) Για τους σκοπούς της ανωτέρω υποπαραγράφου (β), τα βασικά αδικήματα περιλαμβάνουν αδικήματα που τελέστηκαν τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίος του εν λόγω Κράτους Μέρους. Ωστόσο, το αδικήματα που τελέστηκαν εκτός της δικαιοδοσίας Κράτους Μέρους αποτελούν βασικά αδικήματα, μόνο όταν η σχετική συμπεριφορά αποτελεί ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους όπου τελέστηκε και θα ήταν ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κρότους Μέρους που υλοποιεί ή εφαρμόζει το παρόν άρθρο αν είχε τελεστεί εκεί. (δ) Κάθε Κράτος Μέρος παρέχει αντίγραφο των νόμων του που θέτουν σε ισχύ το παρόν άρθρο και τυχόν μεταγενέστερων μεταβολών των εν λόγω νόμων ή περιγραφή αυτών στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. (ε) Αν απαιτείται από τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας Κρότους Μέρους, μπορεί να προβλέπεται ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν για τα πρόσωπα που τέλεσαν το βασικό αδίκημα.
Άρθρο 24
Απόκρυψη Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 της Σύμβασης, κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται με πρόθεση μετά την τέλεση οποιουδήποτε από τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, χωρίς συμμετοχή στα αδικήματα αυτά, την απόκρυψη ή τη συνεχιζόμενη παρακράτηση περιουσίας όταν το εμπλεκόμενο πρόσωπο γνωρίζει ότι η περιουσία αυτή είναι προϊόν οποιουδήποτε από τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 25
Παρεμπόδιση της δικαιοσύνης Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπιστούν ως ποινικό αδικήματα, όταν τελούνται με πρόθεση: (α) Η χρήση σωματικής βίας, απειλών ή εκφοβισμού ή η υπόσχεση, προσφορά ή παροχή μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος για ψευδομαρτυρία ή επέμβαση στην δόση μαρτυρίας ή την προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων σε διαδικασία που αφορά την τέλεση των αδικημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. (β) Η χρήση σωματικής βίας, απειλών ή εκφοβισμού για την επέμβαση στην άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων δικαστή ή αστυνομικού σε σχέση με την τέλεση των φου δεν θίγει το δικαίωμα των Κρατών Μερών να διαθέτουν νομοθεσία που να προστατεύει άλλες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών.
Άρθρο 26
Ευθύνη νομικών προσώπων
Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα μέτρα που απαιτούνται, σύμφωνα με τις νομικές αρχές του, για να θεσπιστεί η ευθύνη νομικών προσώπων για τη συμμετοχή τους στα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Τηρώντας τις νομικές αρχές του Κράτους Μέρους η ευθύνη των νομικών προσώπων μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική.
Η ευθύνη αυτή ισχύει με την επιφύλαξη της ποινικής ευθύνης των φυσικών προσώπων που τέλεσαν τα αδικήματα.
Κάθε Κράτος Μέρος εξασφαλίζει, ειδικότερα, ότι τα νομικό πρόσωπα που κρίθηκαν υπεύθυνα σύμφωνα με το παρόν άρθρο, υπόκεινται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές ή μη ποινικές κυρώσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι χρηματικές κυρώσεις.
Άρθρο 27
Συμμετοχή και απόπειρα
Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, τη συμμετοχή με οποιοδήποτε ιδιότητα, όπως συνεργού, βοηθού ή ηθικού αυτουργού, σε αδίκημα που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να υιοθετήσει τα νομοθετικό και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, την απόπειρα τέλεσης αδικήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να υιοθετήσει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, τις προπαρασκευαστικές πράξεις για τη τέλεση των αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 28
Γνώση, πρόθεση και σκοπός ως στοιχεία του αδικήματος Η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχείο αδικήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, μπορούν να συναχθούν βάσει αντικειμενικών πραγματικών περιστάσεων.
Άρθρο 29
Παραγραφή Κάθε Κράτος Μέρος, άπου αρμόζει, θεσπίζει, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, μακρό περίοδο παραγραφής στη διάρκεια της οποίας πρέπει να εγερθεί η νομική δράση για οποιοδήποτε αδίκημα ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και θα θεσπίσει μακρύτερη περίοδο παραγραφής ή θα προβλέψει την αναστολή της παραγραφής όταν ο θεωρούμενος ως δράστης φυγοδικεί.
Άρθρο 30
Δίωξη, απόφαση και κυρώσεις
Κάθε Κράτος Μέρος ορίζει ότι η τέλεση αδικήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, υπόκειται σε κυρώσεις που λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος.
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται για τη θέσπιση ή τη διατήρηση, σύμφωνα με το νομικό του σύστημα και τις συνταγματικές του αρχές κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ ασυλιών ή δικαιοδοτικών προνομίων που παρέχονται σε δημόσιους λειτουργούς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και για τη δυνατότητα, όπου απαιτείται, αποτελεσματικής έρευνας δίωξης και καταδίκης για αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Κάθε Κράτος Μέρος προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι η δικαστική διακριτική εξουσία, που παρέχεται, βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας του που αφορά τη δίωξη προσώπων για αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, ασκείται κατά τρόπο ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων επιβολής του νόμου σε σχέση με τα αδικήματα αυτά και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάγκη αποτροπής της τέλεσης των αδικημάτων αυτών.
Στην περίπτωση αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, με σεβασμό και προς τα δικαιώματα της υπεράσπισης για να εξασφαλίσει ότι οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται σε σχέση με αποφάσεις για αποφυλάκιση, ενώ εκκρεμεί δίκη ή η έφεση, λαμβάνουν υπόψη και την ανάγκη εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου σε μεταγενέστερες ποινικές διαδικασίες.
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων όταν κρίνεται η προσωρινή υπό όρους απόλυση σε πρόσωπα που έχουν κατσδικαστεί για το αδικήματα αυτά.
Κάθε Κράτος Μέρος στο βαθμό που το επιτρέπουν οι θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος, εξετάζει τη δυνατότητα θέσπισης διαδικασιών μέσω των οποίων ένας δημόσιος λειτουργός που κατηγορείται για αδίκημα που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση μπορεί, όπου αρμόζει, να απομακρύνεται από τη θέση του, να τίθεται σε διαθεσιμότητα ή να μετατίθεται από την αρμόδια αρχή, λαμβάνοντας υπόψη το σεβασμό προς την αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας.
Όταν αυτό δικαιολογείται από τη σοβαρότητα του αδικήματος κάθε Κράτος Μέρος στο βαθμό που το επιτρέπουν οι θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος εξετάζει τη δυνατότητα θέσπισης διαδικασιών, για να κριθεί με δικαστική εντολή ή με άλλο κατάλληλο μέσο και για χρονική περίοδο που ορίζει η εσωτερική νομοθεσία του, ότι πρόσωπα που καταδικάστηκαν για αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Συνθήκη, στερούνται του δικαιώματος: (α) Να κατέχουν δημόσια θέση, και (β) Να κατέχουν θέση σε επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο Κράτος.
Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου ισχύει με την επιφύλαξη της άσκησης πειθαρχικών εξουσιών από τις αρμόδιες αρχές κατά δημοσίων υπαλλήλων. αδικημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τη Σύμβαση και ης ισχύουσες αρχές υπεράσπισης ή άλλες νομικές αρχές που διέπουν τη νομιμότητα της συμπεριφοράς παραμένει στην εσωτερική νομοθεσία του κάθε Κράτους Μέρους με βάση την οποία τα αδικήματα αυτά διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με την εν λόγω νομοθεσία.
Τα Κράτη ΜέρηΚράτη Μέρη θα προσπαθήσουν να προάγουν την κοινωνική επανένταξη των προσώπων που καταδικάστηκαν για αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 31
Πάγωμα, κατάσχεση και δήμευση
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει, στον ευρύτερο δυνατό βαθμό εντός του εσωτερικού νομικού του συστήματος, τα μέτρα που απαιτούνται, ώστε να καταστεί δυνατή η δήμευση: (α) Των προϊόντων που προέρχονται από εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ή της περιουσίας που η αξία της αντιστοιχεί στην αξία των εν λόγω προϊόντων. (β) Της περιουσίας του εξοπλισμού ή άλλων μέσων που χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται για να καταστεί δυνατή η αναγνώριση, η ανίχνευση, το πάγωμα ή η κατάσχεση οποιουδήποτε αντικειμένου από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, για το σκοπό της ενδεχόμενης δήμευσής του.
Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ρυθμιστεί η διαχείριση, από τις αρμόδιες αρχές, της περιουσίας που υποβλήθηκε σε πάγωμα, κατάσχεση ή δήμευση, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
Αν τα εν λόγω προϊόντα του εγκλήματος έχουν αλλάξει μορφή ή μετατραπεί, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, σε άλλη περιουσία, η εν λόγω περιουσία, αντί για τα προϊόντα, υπόκειται στα μέτρα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Αν τα εν λόγω προϊόντα εγκλήματος έχουν αναμιχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η εν λόγω περιουσία, με την επιφύλαξη των εξουσιών που αφορούν τα πάγωμα ή την κατάσχεση, υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία του αναμειχθέντος προϊόντος.
Το εισόδημα ή άλλα οφέλη που απορρέουν από τα εν λόγω προϊόντα του εγκλήματος, από περιουσία στην οποία έχουν μεταμορφωθεί ή μετατραπεί τα εν λόγω προϊόντα εγκλήματος ή από περιουσία με την οποία έχουν αυτά αναμιχθεί, υπόκειται επίσης στα μέτρα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό όπως τα προϊόντα του εγκλήματος.
Πα τους σκοπούς του πορόντος άρθρου κοι του άρθρου 55 της παρούσας Σύμβασης, κάθε Κράτος Μέρος εξουσιοδοτεί τα δικαστήριά του ή άλλες αρμόδιες αρχές να διατάσσουν τη διάθεση ή την κατάσχεση των τραπεζικών, χρηματοπιστωτικών ή εμπορικών αρχείων. Κανένα Κράτος Μέρος δεν θα αρνηθεί να ενεργήσει, βάσει των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, λόγω τραπεζικού απορρήτου.
Τα Κράτη ΜέρηΚράτη Μέρη μπορούν να εξετάσουν την πιθανότητα να απαιτήσουν από το δράστη να αποδείξει τη νόμιμη προέλευση των φερομένων προϊόντων εγκλήματος ή άλλης περιουσίας που υπόκειται σε δήμευση, στο βαθμό που η απαίτηση αυτή είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας τους και με τη φύση των δικαστικών και άλλων διαδικασιών.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θα ερμηνεύονται με τρόπο που να θίγουν τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν την αρχή κατά την οποία τα μέτρα στα οποία αναφέρονται, ορίζονται και υλοποιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας Κράτους Μέρους και με τη τήρηση των διατάξεων αυτών.
Άρθρο 32
Προστασία μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και θυμάτων
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με το εσωτερικό νομικό του σύστημα και με βάση τις δυνατότητές του, για την παροχή αποτελεσματικής προστασίας έναντι πιθανών αντιποίνων ή εκφοβισμού σε μάρτυρες και πραγματογνώμονες που καταθέτουν σε σχέση με αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση και, όπου αρμόζει, στους συγγενείς τους και σε άλλα πρόσωπα, που συνδέονται στενά με αυτούς.
Τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη και τα ακόλουθα: (α) Τη θέσπιση διαδικασιών για την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των προσώπων αυτών, όπως, στο βαθμό που είναι απαραίτητο και εφικτό, με την εγκατάστασή τους σε άλλο μέρος και την έγκριση, όπου αρμόζει, της μη αποκάλυψης ή με την επιβολή περιορισμών στην αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν την ταυτότητα και το μέρος που βρίσκονται τα πρόσωπα αυτά, (β) Την πρόβλεψη αποδεικτικών κανόνων ώστε να μπορούν οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες να καταθέτουν με τρόπο που να μην θίγεται η ασφάλεια των προσώπων αυτών, όπως η έγκριση να δοθεί η κατάθεση με τη χρήση της τεχνολογίας επικοινωνιών, όπως βίντεο ή άλλο επαρκές μέσο.
Τα Κράτη ΜέρηΚράτη Μέρη εξετάζουν τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών ή ρυθμίσεων με άλλα Κράτη για την εγκατάσταση σε άλλο μέρος των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου θα ισχύουν και για τα θύματα, εφόσον αυτά είναι μάρτυρες.
Κάθε Κράτος Μέρος, υπό τον όρο της εσωτερικής νομοθεσίας του, θα παρέχει τη δυνατότητα παρουσίασης και εξέτασης των απόψεων και των ανησυχιών των θυμάτων σε κατάλληλα στάδια της ποινικής διαδικασίας κατά δραστών, με τρόπο που δεν θα θίγει τα δικαιώματα της υπεράσπισης. τωσης στο εσωτερικό νομικό του σύστημα κατάλληλων μέτρων για την παροχή προστασίας έναντι αδικαιολόγητης μεταχείρισης σε οποιοδήποτε πρόσωπο καταγγέλλει καλόπιστα και με βάσιμους λόγους στις αρμόδιες αρχές, γεγονότα που αφορούν αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 34
Συνέπειες των πράξεων διαφθοράς Λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν καλόπιστα, κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει μέτρα, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της διαφθοράς. Στο πλαίσιο αυτό, τα Κράτη ΜέρηΚράτη Μέρη μπορούν να θεωρήσουν τη διαφθορά ως σχετικό παράγοντα σε νομικές διαδικασίες ακύρωσης ή κατάργησης σύμβασης, ανάκλησης παραχωρηθέντος δικαιώματος ή άλλου παρόμοιου τίτλου ή να λαμβάνουν άλλα διορθωτικά μέτρα.
Άρθρο 35
Αποζημίωση λόγω βλάβης Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνται, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, για να διασφαλίσει ότι οι φορείς ή τα πρόσωπα που υπέστησαν βλάβη ως αποτέλεσμα πράξης διαφθοράς θα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν δικασπκή προστασία κατά των υπευθύνων της βλάβης αυτής για την αποζημίωσή τους.
Άρθρο 36
Εξειδικευμένες αρχές Κάθε Κράτος Μέρος σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού του συστήματος, εξασφαλίζει την ύπαρξη οργάνου ή οργάνων ή προσώπων που είναι εξειδικευμένα στην καταπολέμηση της διαφθοράς δια της επιβολής του νόμου. Το εν λόγω όργανο ή όργανα ή πρόσωπα πρέπει να διαθέτουν την απαραίτητη ανεξαρτησία, σύμφωνα με ης θεμελιώδεις αρχές του νομικού συστήματος του Κράτους Μέρους, ώστε να μπορούν να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους χωρίς ανεπίτρεπτη επιρροή. Τα εν λόγω πρόσωπα ή το προσωπικό του εν λόγω οργάνου ή οργάνων θα πρέπει να έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση και πόρους για να εκπληρώσουν την αποστολή τους.
Άρθρο 37
Συνεργασία με τις αρχές επιβολής νόμου
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να ενθαρρύνει τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή που συμμετείχαν στην τέλεση κάποιου αδικήματος από αυτά που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, να παρέχουν πληροφορίες χρήσιμες στις αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της ανάκρισης και της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων και να παρέχουν πραγματική, συγκεκριμένη βοήθεια στις αρμόδιες αρχές η οποία μπορεί να συμβάλλει στην αποστέρηση των δραστών από τα προϊόντα του εγκλήματος και στην ανάκτησή τους.
Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει την πιθανότητα παροχής δυνατότητας στις κατάλληλες περιπτώσεις μείωσης της ποινής του κατηγορουμένου, ο οποίος παρέχει ουσιαστική συνεργασία στην ανάκριση ή τη δίωξη εγκλήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει την πιθανότητα παροχής δυνατότητας σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας του, χορήγησης ασυλίας από τη δίωξη σε πρόσωπο που παρέχει ουσιαστική συνεργασία στην ανάκριση ή τη δίωξη εγκλήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Η προστασία των προσώπων αυτών θα είναι, mutatis mutandis, αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 32 της Σύμβασης.
Όταν ένα πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το οποίο βρίσκεται σε ένα Κράτος Μέρος μπορεί να παρέχει ουσιαστική συνεργασία στις αρμόδιες αρχές άλλου Κράτους Μέρους, τα εν λόγω Κράτη Μέρη μπορούν να εξετάσουν την πιθανότητα υπογραφής συμφωνιών ή ρυθμίσεων, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία τους σχετικό με την ενδεχόμενη παροχή από το άλλο Κράτος Μέρος της μεταχείρισης που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος.
Άρθρο 38
Συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να ενθαρρύνει, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του, τη συνεργασία μεταξύ, αφενός, των δημόσιων αρχών του, καθώς και των δημόσιων λειτουργών του, και, αφετέρου, των αρχών του που είναι υπεύθυνες για την ανάκριση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων. Η συνεργασία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει: (α) Την αυτεπάγγελτη ενημέρωση των ανακριτικών και διωκτικών αρχών, όταν οι εν λόγω αρχές και δημόσιοι λειτουργοί έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι τελέστηκε οποιοδήποτε από τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 15, 21 και 23 της παρούσας Σύμβασης. (β) Παροχή, μετά από αίτημα, προς τις ανακριτικές και διωκτικές αρχές όλων των απαραίτητων πληροφοριών.
Άρθρο 39
Συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών και του ιδιωτικού τομέα
Κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να ενθαρρύνει, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του, τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών ανακριτικών και διωκτικών αρχών και φορέων του ιδιωτικού τομέα, ιδίως χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, σχετικά με ζητήματα που αφορούν την τέλεση αδικημάτων, που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Κάθε Κράτος Μέρος εξετάζει τη δυνατότητα να ενθαρρύνει τους υπηκόους του και άλλα πρόσωπα με συνήθη κατοικία στην επικράτειά του να καταγγέλλουν στις εθνικές ανακριτικές και διωκτικές αρχές την τέλεση αδικήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 40
Τραπεζικό απόρρητο Κάθε Κράτος Μέρος εξασφαλίζει ότι, σε περίπτωση που ενεργείται ανακριτική έρευνα για αδικήματα που ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1575 κού νομικού συστήματος του, ώστε να υπερνικηθούν εμπόδια που μπορεί να προκύψουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί τραπεζικού απορρήτου.
Άρθρο 41
Ποινικό μητρώο Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί νομοθετικά ή άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να λαμβάνεται υπόψη, υπό τους όρους και για τους σκοπούς που θεωρεί κατάλληλους, κάθε προηγούμενη καταδίκη σε άλλο Κράτος Μέρος ενός φερόμενου ως δράστη, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες αυτές σε ποινικές διαδικασίες που αφορούν αδίκημα που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 42
Δικαιοδοσία
Κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να ιδρύσει τη δικαιοδοσία του έναντι των εγκλημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση όταν: (α) Το έγκλημα τελείται στην επικράτεια του, ή (β)Το έγκλημα τελείται σε πλοίο υπό τη σημαία του ή σε αεροσκάφος που είναι καταχωρημένο βάσει της νομοθεσίας του κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος.
Με την τήρηση του όρθρου 4 της παρούσας Σύμβασης ένα Κράτος Μέρος μπορεί επίσης να ιδρύσει δικαιοδοσία για τα εν λόγω εγκλήματα όταν: (α) Το έγκλημα τελείται κατά υπηκόου του, ή (β) Το έγκλημα τελείται από υπήκοο του ή ανιθαγενή με συνήθη κατοικία στην επικράτειά του, ή (γ) Το έγκλημα περιλαμβάνεται σε αυτά που ορίζονται σύμφωνα με το όρθρο 23, παράγραφος 1 (β) (ii) της παρούσας Σύμβασης και τελείται εκτός της επικράτειάς του με σκοπό την τέλεση εγκλήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1 (α) (i) ή (ii) ή (β) (i), της παρούσας Σύμβασης εντός της επικράτειάς του, ή (δ) Το αδίκημα τελείται κατά του Κράτους Μέρους.
Για τους σκοπούς του άρθρου 44 της παρούσας Σύμβασης, κάθε Κράτος Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιδρύσει τη δικαιοδοσία του σχετικά με τα εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν ο φερόμενος δράστης βρίσκεται στην επικράτειά του και δεν εκδίδει το πρόσωπο αυτό αποκλειστικά και μόνο επειδή είναι υπήκοός του.
Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί επίσης να λάβει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιδρύσει τη δικαιοδοσία του για τα εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν ο φερόμενος δράστης βρίσκεται στην επικράτειά του και δεν τον εκδίδει.
Αν ένα Κράτος Μέρος, που ασκεί τη δικαιοδοσία του με βάση τις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου, ενημερωθεί ή πληροφορηθεί με άλλο τρόπο, ότι άλλα Κράτη Μέρη διεξάγουν ανάκριση, δίωξη ή δικαστική διαδικασία για την ίδια εγκληματική συμπεριφορά, οι αρμόδιες αρχές των εν λόγω Κρατών Μερών, όπως αρμόζει, διαβουλεύονται μεταξύ τους για να συντονίσουν τις ενέργειές τους.
Με την επιφύλαξη των κανόνων του γενικού διεθνούς δικαίου, η παρούσα Σύμβαση δεν αποκλείει την ίδρυση ποινικής δικαιοδοσίας που θεσπίζεται από Κράτος Μέρος σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του. Κεφάλαιο IV Διεθνής συνεργασία
Άρθρο 43
Διεθνής Συνεργασία
Τα Κράτη Μέρη συνεργάζονται σε ποινικές υποθέσεις σύμφωνα με τα άρθρα 44 έως 50 της παρούσας Σύμβασης. Όταν πρέπει και σύμφωνα με το εσωτερικό νομικό τους σύστημα, τα Κράτη Μέρη εξετάζουν το ενδεχόμενο αμοιβαίας αρωγής σε ανακρίσεις και διαδικασίες ποινικών και αστικών υποθέσεων που αφορούν τη διαφθορά.
Σε θέματα διεθνούς συνεργασίας, όταν αποτελεί προϋπόθεση το διπλό αξιόποινο στις δύο χώρες η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι εκπληρώθηκε, ανεξάρτητα αν η νομοθεσία του Κράτους Μέρους, στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα, εντάσσει το έγκλημα στην ίδια κατηγορία ή προσδιορίζει αυτό με την ίδια ορολογία, όπως το αιτούν Κράτος Μέρος, αν η συμπεριφορά που συνιστά το έγκλημα, για το οποίο ζητείται η συνδρομή, αποτελεί ποινικό αδίκημα βάσει της νομοθεσίας και των δύο Κρατών Μερών.
Άρθρο 44
Έκδοση
Το παρόν άρθρο ισχύει για τα αδικήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν το πρόσωπο που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης έκδοσης είναι παρόν στην επικράτεια του Κράτους Μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση, με την προϋπόθεση ότι το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση τιμωρείται βάσει της εγχώριας νομοθεσίας τόσο του αιτούντος Κράτους Μέρους όσο και του Κράτους Μέρους, από το οποίο ζητείται η έκδοση.
Κατά απόκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, Κράτος Μέρος η νομοθεσία του οποίου το επιτρέπει, μπορεί να εγκρίνει την έκδοση προσώπου για οποιοδήποτε από τα εγκλήματα που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση, τα οποία δεν τιμωρούνται βάσει της δικής του εσωτερικής νομοθεσίας.
Αν η αίτηση έκδοσης περιλαμβάνει περισσότερα από ένα συρρέοντα αδικήματα, από τα οποία για ένα τουλάχιστον χωρεί έκδοση σύμφωνα με το παρόν άρθρο και ορισμένα από τα οποία δεν επιτρέπεται η έκδοση, λόγω της διάρκειας της στερητικής ελευθερίας της ποινής, αλλά συνδέονται με εγκλήματα που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, το Κράτος Μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση, μπορεί να εφαρμόσει το παρόν άρθρο και για τα εγκλήματα αυτά.
Κάθε ένα από τα εγκλήματα, για τα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, θεωρείται ότι αποτελεί έγκλημα για το οποίο χωρεί έκδοση σε οποιαδήποτε συνθήκη έκδοσης ισχύει μεταξύ Κρατών Μερών. Τα Κράτη Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμπεριλάβουν τα εγκλήματα αυτά, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, σε κάθε συνθήκη έκδοσης που θα υπογράφεται μεταξύ τους. Κράτος Μέρος που το επιτρέπει η νομοθεσία του, σε περίπτωση που χρησιμοποιεί την παρούσα Σύμβαση ως βάση έκδοσης, δεν θα θεωρήσει κανένα από τα εγκλήματα, που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, ως πολιτικό έγκλημα. Κράτος Μέρος με το οποίο δεν έχει συνθήκη έκδοσης μπορεί να θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως νομική βάση για την έκδοση όσον αφορά τα εγκλήματα για τα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο.
Κάθε Κράτος Μέρος που εξαρτά την έκδοση από την ύπαρξη συνθήκης: (α) Κατά το χρόνο κατάθεσης του κειμένου επικύρωσης αποδοχής έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα Σύμβαση, ενημερώνει το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, αν θα θεωρεί την παρούσα Σύμβαση ως νομική βάση για τη συνεργασία στην έκδοση με άλλα Κράτη Μέρη της παρούσας Σύμβασης, και (β) Αν δεν θεωρεί την παρούσα Σύμβαση ως νομική βάση για τη συνεργασία στην έκδοση, προσπαθεί, όπου αρμόζει, να συνάψει συνθήκες έκδοσης με άλλα Κράτη Μέρη της παρούσας Σύμβασης για να υλοποιήσει το παρόν άρθρο.
Τα Κράτη Μέρη, που δεν εξαρτούν την έκδοση οπό την ύπαρξη συνθήκης αναγνωρίζουν τα εγκλήματα για τα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, ως εκδόσιμα αδικήματα μεταξύ τους.
Η έκδοση υπόκειται σπς προϋποθέσεις που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία του Κράτους Μέρους, από το οποίο ζητείται αυτή, ή τις ισχύουσες συνθήκες έκδοσης στις οποίες συμπεριλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι προϋποθέσεις που αφορούν την απαίτηση ελάχιστης ποινής για την έκδοση και τους λόγους για τους οποίους το αιτούμενο Κράτος Μέρος μπορεί να αρνηθεί την έκδοση.
Τα Κράτη Μέρη, τηρώντας την εσωτερική νομοθεσία τους προσπαθούν να επιταχύνουν τις διαδικασίες έκδοσης και να απλουστεύουν τις σχετικές αποδεικτικές απαιτήσεις για τα εγκλήματα, για τα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο.
Τηρώντας τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας του και τις συνθήκες έκδοσης το Κράτος Μέρος από το οποίο ζητείται η έκδοση, μπορεί, αν πειστεί ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν και είναι επείγουσες και μετά από αίτηση του αιτούντος Κράτους Μέρους μπορεί να θέσει το πρόσωπο, του οποίου ζητείται η έκδοση και το οποίο είναι παρόν στην επικράτειά του, υπό κράτηση ή θα λάβει άλλα κατάλληλα μέτρα γιο να εξασφαλίσει την παρουσία του στη διαδικασία έκδοσης.
Κράτος Μέρος στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται ο φερόμενος ως δράστης αν δεν εκδώσει το πρόσωπο αυτό, για έγκλημα για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι υπήκοός του, μετά από αίτηση του Κράτους Μέρους που ζητά την έκδοση, υποχρεούται να διαβιβάσει την υπόθεση χωρίς καθυστέρηση σης αρμόδιες αρχές του με σκοπό τη δίωξη. Οι αρχές αυτές διεξάγουν τη διαδικασία και αποφασίζουν με τον ίδιο τρόπο, όπως και στην περίπτωση οποιουδήποτε άλλου σοβαρού εγκλήματος σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του εν λόγω Κράτους Μέρους. Τα ενδιαφερόμενα Κράτη Μέρη συνεργάζονται μεταξύ τους ιδίως σε ζητήματα διαδικασίας και απόδειξης, για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της εν λόγω δίωξης.
Όταν ένα Κράτος Μέρος μπορεί, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του, νο εκδώσει ή να παραδώσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο έναν από τους υπηκόους του με την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό θα επιστραφεί σ’ αυτό για να εκτίσει την ποινή που θα επιβληθεί ως αποτέλεσμα της δίκης ή της διαδικασίας, για την οποία ζητήθηκε η έκδοση ή η παράδοσή του και το εν λόγω Κράτος Μέρος και το Κράτος Μέρος που ζήτησε την έκδοση συμφωνήσουν για την επιλογή αυτή και τους άλλους όρους που θεωρούν κατάλληλους, η εν λόγω έκδοση ή παράδοση υπό όρους είναι επαρκής για την εκπλήρωση της υποχρέωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου.
Αν η έκδοση, που ζητείται για την εκτέλεση μιας καταδίκης, απορριφθεί επειδή ο καταζητούμενος είναι υπήκοος του Κράτους Μέρους, από το οποίο ζητείται η έκδοση, το Κράτος Μέρος αυτό, αν το επιτρέπει η εσωτερική νομοθεσία του και σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτής της νομοθεσίας, μετά από αίτηση του αιτούντος Κράτους Μέρους, εξετάζει το ενδεχόμενο εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας του αιτούντος Κράτους Μέρους ή του υπολοίπου αυτής.
Κάθε πρόσωπο, για το οποίο διεξάγεται διαδικασία σε σχέση με τα εγκλήματα, για τα οποία εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, θα έχει εγγυημένη δίκαιη μεταχείριση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλα τα δικαιώματα και εγγυήσεις που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία του Κράτους Μέρους στην επικράτεια του οποίου είναι παρόν το εν λόγω πρόσωπο.
Οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης δεν μπορούν να ερμηνευθούν ότι επιβάλλουν υποχρέωση έκδοσης, αν το Κράτος Μέρος, από το οποίο ζητείται αυτή, έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση έγινε με σκοπό τη δίωξη ή την τιμωρία ενός προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, του θρησκεύματος, της ιθαγένειας, της εθνικής καταγωγής ή των πολιτικών απόψεων του ή ότι η συμμόρφωση προς την αίτηση θα θίξει τη θέση του εν λόγω προσώπου για οποιονδήποτε από τους λόγους αυτούς.
Τα Κράτη Μέρη δεν μπορούν να απορρίψουν αίτημα έκδοσης αποκλειστικά και μόνο επειδή το αδίκημα θεωρείται άτι αφορά και φορολογικά θέματα.
Πριν από την απόρριψη της έκδοσης, το Κράτος Μέρος, από το οποίο ζητείται η έκδοση, όπου αρμόζει, διαβουλεύεται με το αιτούν Κράτος Μέρος για να του παράσχει κάθε δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να παρέχει πληροφορίες σχετικά με το αίτημά του.
Τα Κράτη Μέρη προσπαθούν να συνάψουν διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις για την εκτέλεση ή τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της έκδοσης.
Άρθρο 45
Μεταφορά καταδίκων Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν τη δυνατότητα σύναψης διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων για τη μεταφορά στην επικράτειά τους προσώπων που καταδικάστηκαν σε φυλάκιση ή άλλες στερητικές της ελευθερίας ποινές για αδικήματα, που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, ώστε να εκτίσουν το υπόλοιπο των ποινών τους εκεί.
Τα Κράτη Μέρη παρέχουν μεταξύ τους την ευρύτερη δυνατή αμοιβαία δικαστική συνδρομή σε ανακρίσεις, διώξεις και δικαστικές διαδικασίες, σχετικά με εγκλήματα που καλύπτονται από την παρούσα Σύμβαση.
Η αμοιβαία δικαστική συνδρομή παρέχεται στον πληρέστερο δυνατό βαθμό, σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους συνθήκες, συμφωνίες και ρυθμίσεις του Κράτους Μέρους, από το οποίο αυτή ζητείται, σε σχέση με ανακρίσεις, διώξεις και δικαστικές διαδικασίες που αφορούν τα εγκλήματα για τα οποία ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο, σύμφωνα με το άρθρο 26 της παρούσας Σύμβασης στο αιτούν Κράτος Μέρος.
Η αμοιβαία δικσστική συνδρομή που παρέχεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μπορεί να ζητηθεί για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς: (α) Λήψη αποδεικτικών στοιχείων ή μαρτυρικών καταθέσεων. (β) Κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων. (γ) Εκτέλεση ερευνών, κατασχέσεων και παγώματος. (δ) Εξέταση αντικειμένων και χώρων. (ε) Παροχή πληροφοριών, αποδεικτικών στοιχείων και εκτιμήσεων πραγματογνωμόνων. (στ) Παροχή πρωτότυπων ή επικυρωμένων αντιγράφων σχετικών εγγράφων και αρχείων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα κρατικά, τραπεζικά, χρηματοπιστωτικά, εταιρικά ή επιχειρηματικά αρχεία. (ζ) Αναγνώριση ή ανίχνευση προϊόντων εγκλήματος, περιουσίας οργάνων τέλεσης ή άλλων πραγμάτων για αποδεικτικούς σκοπούς. (η) Διευκόλυνση της εκούσιας εμφάνισης προσώπων στο αιτούν Κράτος Μέρος. (θ) Κάθε άλλο τύπο συνδρομής που δεν αντίκειται στην εσωτερική νομοθεσία του Κράτους Μέρους, από το οποίο ζητείται. (ι) Αναγνώριση, πάγωμα και ανίχνευση προϊόντων εγκλήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V της παρούσας Σύμβασης. (ια) Ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V της παρούσας Σύμβασης.
Τηρούμενης της εσωτερικής νομοθεσίας, οι ορμόδιες αρχές Κράτους Μέρους μπορούν, χωρίς προηγούμενη αίτηση, να διαβιβάσουν πληροφορίες σχετικό με ποινικές υποθέσεις σε αρμόδια αρχή άλλου Κράτους Μέρους, όταν πιστεύουν ότι οι πληροφορίες αυτές μπορούν να βοηθήσουν την αρχή να αναλάβει ή νο ολοκληρώσει επιτυχώς έρευνες και ποινικές διαδικασίες ή μπορούν να οδηγήσουν σε αίτηση που θα διατυπώσει το δεύτερο Κράτος Μέρος, στο οποίο διαβιβάζονται πληροφορίες, σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
Η διαβίβαση πληροφοριών, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, γίνεται με την επιφύλαξη ερευνών και ποινικών διαδικασιών στο Κράτος των αρμόδιων αρχών που παρέχουν τις πληροφορίες. Οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν τις πληροφορίες συμμορφώνονται με το αίτημα ότι οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να παραμείνουν εμπιστευτικές, ακόμη και προσωρινά, ή με τους περιορισμούς στη χρήση τους. Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει το λαμβάνον Κράτος Μέρος να αποκαλύψει στις διαδικασίες του πληροφορίες που είναι αθωωτικές για τον κατηγορούμενο. Στην περίπτωση όμως αυτή, το λαμβάνον Κράτος Μέρος ενημερώνει το Κράτος Μέρος, που διαβίβασε τις πληροφορίες, πριν από την αποκάλυψη και, αν του ζητηθεί, διαβουλεύεται με το τελευταίο. Αν, σε εξαιρετική περίπτωση, δεν είναι δυνατή η προειδοποίηση, το λαμβάνον Κράτος Μέρος ενημερώνει το Κράτος Μέρος που διαβίβασε τις πληροφορίες, σχετικά με την αποκάλυψη χωρίς καθυστέρηση.
Οι διατάξεις του παρόντος όρθρου δεν επηρεάζουν τις υποχρεώσεις βάσει άλλης συνθήκης διμερούς ή πολυμερούς η οποία διέπει ή θα διέπει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, την αμοιβαία δικαστική συνδρομή.
Οι παράγραφοι 9 έως 29 του πορόντος άρθρου θα ισχύουν για αιτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με το όρθρο αυτό, αν τα εν λόγω Κράτη Μέρη δεν δεσμεύονται από συνθήκη αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Αν τα εν λόγω Κράτη Μέρη δεσμεύονται από μια τέτοια συνθήκη, ισχύουν οι αντίστοιχες διατάξεις της εν λόγω συνθήκης, εκτός αν τα Κράτη Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόσουν τις παραγράφους 9 έως 29 του παρόντος άρθρου αντί αυτών. Τα Κράτη Μέρη ενθαρρύνονται να εφαρμόζουν τις παραγράφους αυτές αν διευκολύνουν τη συνεργασία.
Τα Κράτη Μέρη δεν μπορούν να αρνηθούν τη παροχή αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σύμφωνα με το παρόν άρθρο, λόγω του τραπεζικού απορρήτου.
(α) Το Κράτος Μέρος, από το οποίο ζητείται η συνδρομή, ανταποκρινόμενο στο αίτημα σύμφωνα με το παρόν άρθρο, αν δεν υπάρχει διπλό αξιόποινο, λαμβάνει υπόψη τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, όπως παρατίθενται στο άρθρο 1. (β) Το Κράτη Μέρη μπορούν να αρνηθούν τη παροχή συνδρομής, σύμφωνα με το πορόν άρθρο, λόγω της ανυπαρξίας διπλού αξιοποίνου. Ωστόσο, το Κράτος Μέρος, από το οποίο ζητείται η συνδρομή, όταν αυτό είναι σύμφωνο με τις βασικές έννοιες του νομικού του συστήματος, παρέχει συνδρομή αν αυτή δεν αφορά εξαναγκαστικά μέτρα. Το αίτημα αυτό μπορεί να απορριφθεί όταν οι αιτήσεις αφορούν σε ζητήματα ασήμαντης φύσεως ή ζητήματα για τα οποία η αιτούμενη συνεργασία ή συνδρομή παρέχεται με Βάση άλλες διατάξεις της παρούσος Σύμβασης. (γ) Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να υιοθετήσει άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα, ώστε να μπορεί να παρέχει ευρύτερο φάσμα συνδρομής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν δεν υπάρχει διπλό αξιόποινο.
Πρόσωπο το οποίο κρατείται ή εκτίει ποινή στην επικράτεια ενός Κράτους Μέρους, η παρουσία του οποίου σε άλλο Κράτος Μέρος αιτείται για λόγους αναγνώρισης, κατάθεσης ή άλλης παροχής συνδρομής για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων σε ανακρίσεις, διώξεις ή δικαστικές διαδικασίες σε σχέση με εγκλήματα που καλύπτονται από την παρούσα Σύμβαση, μπορεί να μεταφερθεί, αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Αν το πρόσωπο δώσει ελεύθερα τη συγκατάθεσή του αφού ενημερωθεί. (β) Αν συμφωνήσουν οι αρμόδιες αρχές και των δύο Κρατών Μερών, με την τήρηση των προϋποθέσεων που θεωρούν κατάλληλες τα εν λόγω Κράτη Μέρη.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου: (α) Το Κράτος Μέρος, στο οποίο μεταφέρεται το πρόσωπο, έχει την εξουσία και την υποχρέωση να θέσει υπό ρος από το οποίο μεταφέρεται αυτό. (β) Το Κράτος Μέρος, στο οποίο μεταφέρεται το πρόσωπο, εκπληρώνει χωρίς καθυστέρηση την υποχρέωσή του να επιστρέψει το πρόσωπο στη φύλαξη του Κράτους Μέρους από το οποίο μεταφέρθηκε το πρόσωπο, όπως έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ή όπως συμφωνείται άλλως από τις αρμόδιες αρχές και των δύο Κρατών Μερών. (γ) Το Κράτος Μέρος, στο οποίο μεταφέρεται το πρόσωπο, δεν θα ζητήσει από το Κράτος Μέρος, στο οποίο αυτό μεταφέρθηκε, να εγείρει διαδικασία έκδοσης για την επιστροφή του προσώπου. (δ) Ο χρόνος κράτησης στο Κράτος, όπου μεταφέρθηκε το πρόσωπο, συνυπολογίζεται ως χρόνος έκτισης ποινής, στο Κράτος, από το οποίο μεταφέρθηκε.
Εκτός αν δεν συμφωνήσει το Κράτος Μέρος, από το οποίο θα μεταφερθεί το πρόσωπο, σύμφωνα με τις παραγράφους 10 και 11 του παρόντος άρθρου, το πρόσωπο αυτό, ανεξάρτητα από την εθνικότητά του, δεν θα διωχθεί, δεν θα κρατηθεί, δεν θα τιμωρηθεί και δεν θα υποβληθεί σε άλλο περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας του στην επικράτεια του Κράτους όπου μεταφέρεται το εν λόγω πρόσωπο για πράξεις, παραλείψεις ή καταδίκες πριν από την αναχώρησή του από την επικράτεια του Κράτους από το οποίο μεταφέρθηκε.
Κάθε Κράτος Μέρος ορίζει μια κεντρική αρχή που έχει την ευθύνη και την εξουσία να δέχεται αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και είτε να τις εκτελεί είτε να τις διαβιβάζει σης αρμόδιες αρχές για εκτέλεση. Όταν ένα Κράτος Μέρος έχει ειδική περιοχή ή επικράτεια με χωριστό σύστημα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής, μπορεί να ορίσει χωριστή κεντρική αρχή που θα έχει την ίδια λειτουργία για την εν λόγω περιοχή ή επικράτεια. Οι κεντρικές αρχές εξασφαλίζουν την ταχεία και ορθή εκτέλεση ή διαβίβαση των αιτήσεων που λαμβάνουν. Όταν η κεντρική αρχή διαβιβάζει την αίτηση σε αρμόδια αρχή για εκτέλεση, ενθαρρύνει την ταχεία και ορθή εκτέλεση της αίτησης από την αρμόδια αρχή. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών ενημερώνεται σχετικά με την κεντρική αρχή που ορίστηκε για το σκοπό αυτόν κατά το χρόνο που κάθε Κράτος Μέρος καταθέτει το κείμενο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα Σύμβαση. Οι αιτήσεις για αμοιβαία δικαστική συνδρομή και κάθε σχετική επικοινωνία διαβιβάζεται σπς κεντρικές αρχές που ορίζονται από τα Κράτη Μέρη. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει το δικαίωμα Κράτους Μέρους να ζητήσει, οι αιτήσεις και οι επικοινωνίες αυτές να απευθύνονται σε αυτό μέσω της διπλωματικής οδού και, σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν συμφωνούν τα Κράτη Μέρη, μέσω της Διεθνούς Οργάνωσης Εγκληματολογικής Αστυνομίας, αν αυτό είναι δυνατόν.
Οι αιτήσεις θα γίνονται γραπτώς ή, όπου αυτό είναι δυνατόν, με οποιοδήποτε μέσο που μπορεί να παράγει γραπτό αρχείο, σε γλώσσα αποδεκτή από το Κράτος Μέρος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, υπό προϋποθέσεις που επιτρέπουν στο εν λόγω Κράτος Μέρος να εξακριβώσει τη γνησιότητα. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών ενημερώνεται σχετικά με τη γλώσσα ή τις γλώσσες που είναι αποδεκτές από κάθε Κράτος Μέρος κατά το χρόνο κατάθεσης του κειμένου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στην παρούσα Σύμβαση. Σε επείγουσες περιπτώσεις και όταν συμφωνείται από τα Κράτη Μέρη, οι αιτήσεις μπορούν να υποβάλλονται προφορικά, αλλά αμέσως επιβεβαιώνονται γραπτώς.
Η αίτηση για αμοιβαία δικαστική συνδρομή περιλαμβάνει: (α) Την ένδειξη της αρχής που κάνει την αίτηση. (β) Το αντικείμενο και τη φύση της ανάκρισης δίωξης ή δικαστικής διαδικασίας την οποία αφορά η αίτηση και το όνομα και τις λειτουργίες της αρχής που διεξάγει την έρευνα, τη δίωξη ή τη δικαστική διαδικασία. (γ) Περίληψη των σχετικών γεγονότων, με εξαίρεση τις αιτήσεις για κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων. (δ) Περιγραφή της συνδρομής που ζητείται και λεπτομέρειες της συγκεκριμένης διαδικασίας που το αιτούν Κράτος Μέρος επιθυμεί να ακολουθηθεί. (ε) Όπου είναι δυνατόν, την ταυτότητα, την διεύθυνση και την εθνικότητα εμπλεκόμενων προσώπων, και (στ) Το σκοπό για τον οποίο ζητούνται τα αποδεικτικά στοιχεία, οι πληροφορίες ή οι ενέργειες
Το Κράτος Μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες όταν αυτό είναι απαραίτητο για την εκτέλεση της αίτησης σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του ή όταν αυτό μπορεί να διευκολύνει την εκτέλεση αυτής.
Η αίτηση εκτελείται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση και, στο βαθμό που δεν αντίκειται στην εσωτερική νομοθεσία του αιτούμενου Κράτους Μέρους και όπου αυτό είναι δυνατόν, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στην αίτηση.
Αν αυτό είναι δυνατόν και σύμφωνο με τις θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής νομοθεσίας, όταν ένα πρόσωπο βρίσκεται στην επικράτεια Κράτους Μέρους και πρέπει να εξεταστεί ως μάρτυρας ή πραγματογνώμονας από τις δικαστικές αρχές άλλου Κράτους Μέρους, το πρώτο Κράτος Μέρος μπορεί, με αίτημα του άλλου, να επιτρέψει τη διεξαγωγή της εξέτασης με βιντεο−διάσκεψη αν δεν είναι δυνατό ή επιθυμητό να εμφανιστεί αυτοπροσώπως το εν λόγω πρόσωπο στην επικράτεια του αιτούντος Κράτους Μέρους. Τα Κράτη Μέρη μπορούν να συμφωνήσουν ότι η εξέταση θα διεξάγεται από δικαστική αρχή του αιτούντος Κράτους Μέρους με την παρουσία δικαστικής αρχής του Κράτους Μέρους προς το οποίο απευθύνει την αίτηση.
Το αιτούν Κράτος Μέρος δεν διαβιβάζει ούτε χρησιμοποιεί πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που του δόθηκαν από το άλλο Κράτος Μέρος για ανακρίσεις, διώξεις ή δικαστικές διαδικασίες παρά μόνο για αυτές που αναφέρονται στην αίτηση, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του Κράτους Μέρους αυτού. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζουν το αιτούν Κράτος Μέρος να αποκαλύψει στις διαδικασίες του πληροφορίες ή αποδεικτικό στοιχεία που είναι αθωωτικά για τον κατηγορούμενο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το αιτούν Κράτος Μέρος ενημερώνει το Κράτος Μέρος προς το οποίο υπεβλήθη η αίτηση, πριν από την αποκάλυψη και, αν του ζητηθεί, θα διαβουλευτεί με αυτό. Αν, σε εξαιρετική περίπτωση, δεν είναι δυνατή η προειδοποίηση, το αιτούν Κράτος Μέρος θα ενημερώσει το Κράτος Μέρος προς το οποίο υπεβλήθη η αίτηση, για την αποκάλυψη χωρίς καθυστέρηση. να τηρήσει εμπιστευτικά την αίτηση και το περιεχόμενο της πέραν του μέτρου που είναι απαραίτητο για την εκτέλεση της αίτησης. Αν το Κράτος Μέρος προς το οποίο υπεβλήθη η αίτηση δεν μπορεί να συμμορφωθεί με την αξίωση της εμπιστευτικότητας ενημερώνει αμέσως το αιτούν Κράτος Μέρος.
Το αίτημα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής μπορεί να απορριφθεί: (α) Αν η αίτηση δεν γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. (β) Αν το Κράτος Μέρος προς το οποίο υπεβλήθη η αίτηση θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης ενδέχεται νο θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή άλλα ουσιώδη συμφέροντά του. (γ) Αν οι αρχές του Κράτους Μέρους προς το οποίο υπεβλήθη η αίτηση, απαγορεύεται από την εσωτερική νομοθεσία, να εκτελέσουν τις ενέργειες που ζητούνται σε σχέση με παρόμοιο αδίκημα, αν ήταν αντικείμενο ανάκρισης δίωξης ή δικαστικής διαδικασίας βάσει της δικής τους δικαιοδοσίας. (δ) Αν η ικανοποίηση της αίτησης θα ήταν αντίθετη προς το νομικό σύστημα του Κράτους Μέρους στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή.
Τα Κράτη Μέρη δεν μπορούν να απορρίψουν αίτηση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής αποκλειστικά και μόνο επειδή το αδίκημα θεωρείται ότι αφορά επίσης και φορολογικό ζητήματα.
Η απόρριψη τησης αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής πρέπει να αιτιολογείται.
Το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής την εκτελεί το ταχύτερο δυνατόν. Ακόμη λαμβάνει κατά το μέγιστο δυνατόν μέτρο υπόψη τυχόν προθεσμίες που προτείνει αιτιολογημένα το αιτούν Κράτος Μέρος και κατά προτίμηση στην αίτησή του. Το αιτούν Κράτος Μέρος μπορεί να υποβάλλει αιτήσεις όπου τούτο είναι εύλογο, για πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση και την πρόοδο των μέτρων που έλαβε το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, για την ικανοποίησή της. Το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, ανταποκρίνεται στις εύλογες αιτήσεις του αιτούντος Κράτους Μέρους σχετικά με την κατάσταση και την πρόοδο της εκτέλεσης της αίτησης. Το αιτούν Κράτος Μέρος ενημερώνει αμέσως το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, όταν δεν απαιτείται πλέον η αιτούμενη συνδρομή.
Η αμοιβαία δικαστική συνδρομή μπορεί να αναβληθεί από το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη το αίτημα, λόγω του ότι με αυτή γίνεται επέμβαση σε ανάκριση, δίωξη ή δικαστική διαδικασία σε εξέλιξη.
Πριν από την απόρριψη αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 21 του παρόντος άρθρου ή την αναβολή της εκτέλεσής της σύμφωνα με την παράγραφο 25 του παρόντος άρθρου, το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, διαβουλεύεται με το αιτούν Κράτος Μέρος για να εξετάσει αν η συνδρομή μπορεί να χορηγηθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θεωρεί απαραίτητους. Αν το αιτούν Κράτος Μέρος αποδεχθεί τη συνδρομή με τις προϋποθέσεις αυτές, συμμορφώνεται.
Με την επιφύλαξη εφαρμογής της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου, μάρτυρας πραγματογνώμονας ή άλλο πρόσωπο το οποίο, μετά από αίτημα του Κράτους Μέρους, συναινεί να δώσει κατάθεση σε διαδικασία ή να συνδράμει σε ανάκριση, δίωξη ή δικαστική διαδικασία στην επικράτεια του αιτούντος Κράτους Μέρους δεν θα διώκεται, δεν θα κρατείται, δεν θα τιμωρείται και δεν θα υποβάλλεται σε άλλους περιορισμούς της προσωπικής ελευθερίας του στην επικράτεια αυτή για πράξεις, παραλείψεις ή καταδίκες πριν από την αναχώρησή του από την επικράτεια του Κράτους Μέρους, στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση. Η ασυλία παύει όταν ο μάρτυρας, ο πραγματογνώμονας ή άλλο πρόσωπο, αφού είχε, για περίοδο δέκα πέντε συνεχών ημερών ή για οποιαδήποτε περίοδο συμφωνήσουν τα Κράτη Μέρη από την ημερομηνία κατά την οποίο ενημερώθηκε επίσημα ότι δεν απαιτείται πλέον η παρουσία του οπό τις δικαστικές αρχές, ευκαιρία να φύγει και, παρ’ όλα αυτά παρέμεινε εκούσια στην επικράτεια του αιτούντος Κράτους Μέρους ή, αφού έφυγε, επέστρεψε με δική του θέληση.
Οι συνήθεις δαπάνες εκτέλεσης της αίτησης θα βαρύνουν το Κράτος Μέρος, στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, εκτός αν συμφωνηθεί άλλως από τα ενδιαφερόμενα Κράτη Μέρη. Αν απαιτούνται ή απαιτηθούν δαπάνες σημαντικής ή εξαιρετικής φύσεως για την εκτέλεση της αίτησης, τα Κράτη Μέρη διαβουλεύονται για να προσδιορίσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα εκτελεστεί αυτή, καθώς και για τον τρόπο καταβολής των δαπανών.
Το Κράτος Μέρος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση: (α) Παρέχει στο αιτούν Κράτος Μέρος αντίγραφα κρατικών αρχείων, εγγράφων ή πληροφοριών που κατέχει, τα οποία, βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας του, είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό. (β) Μπορεί, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, να παρέχει στο αιτούν Κράτος Μέρος εν όλω, εν μέρει ή υπό τις προϋποθέσεις που θεωρεί κατάλληλες αντίγραφα κρατικών αρχείων, εγγράφων ή πληροφοριών που κατέχει, τα οποία, με βάση την εσωτερική του νομοθεσία, δεν είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.
Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν, ανάλογα με τις ανάγκες τη δυνατότητα σύναψης διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων που εξυπηρετούν τους σκοπούς δίνουν πρακτική ισχύ ή βελτιώνουν τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 47
Μεταφορά ποινικών διαδικασιών Τα Κράτη Μέρη εξετάζουν τη δυνατότητα αμοιβαίας μεταφοράς διαδικασιών δίωξης εγκλημάτων από αυτά που ορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, σε περιπτώσεις που η μεταφορά αυτή θεωρείται ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης ιδίως σε περιπτώσεις όπου εμπλέκονται περισσότερες από μία δικαιοδοσίες με σκοπό να συγκεντρωθεί η δίωξη σε μία από αυτές. Αρθρο 48 Συνεργασία των υπηρεσιών ανίχνευσης και καταστολής
Το Κράτη Μέρη συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, σύμφωνα με τα αντίστοιχα εσωτερικά νομικά και διοικητικά συστήματά τους, για να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα της ανίχνευσης και καταστολής των εγκλημάτων που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση. Τα Κράτη Μέρη λαμβάνουν, ιδίως, αποτελεσματικά μέτρα: αρμόδιων αρχών, υπηρεσιών και φορέων τους με σκοπό τη διευκόλυνση της ασφαλούς και ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών που αφορούν όλες τις πτυχές των αδικημάτων που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων, αν τα ενδιαφερόμενα Κράτη Μέρη το θεωρούν αρμόζον, συνδέσμων με άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. (β) Για τη συνεργασία με άλλα Κράτη Μέρη προς διεξαγωγή ερευνών σχετικά με τα εγκλήματα που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση, οι οποίες αφορούν: (i) Την ταυτότητα, τον εντοπισμό και τις δραστηριότητες προσώπων που είναι ύποπτα για συμμετοχή στα αδικήματα αυτά ή τον εντοπισμό άλλων εμπλεκόμενων προσώπων. (ii) Την κίνηση των προϊόντων εγκλήματος ή περιουσίας που προέρχεται από την τέλεση των αδικημάτων αυτών. (iii) Την κίνηση περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων μέσων που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την τέλεση των αδικημάτων αυτών. (γ) Για να παρέχουν, όπου αρμόζει, απαραίτητα αντικείμενα ή ποσότητες ουσιών για σκοπούς ανάλυσης ή ανάκρισης. (δ) Για να ανταλλάσσουν, όπου αρμόζει, πληροφορίες με άλλα Κράτη Μέρη σχετικά με συγκεκριμένα μέσα και μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την τέλεση εγκλημάτων που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πλαστών ταυτοτήτων, πλαστών, παραποιημένων ή ψευδών εγγράφων και άλλων μέσων απόκρυψης δραστηριοτήτων. (ε) Πα να διευκολύνουν τον αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών, φορέων και υπηρεσιών τους και για να προάγουν την ανταλλαγή προσωπικού και άλλων εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένης, υπό τον όρο διμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων μεταξύ των ενδιαφερόμενων Κρατών Μερών, της τοποθέτησης αξιωματούχων−συνδέσμων. (στ) Για να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συντονίζουν διοικητικά και άλλα μέτρα που λαμβάνονται για την έγκαιρη ταυτοποίηση των εγκλημάτων που καλύπτει η παρούσα Σύμβαση.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)