Νόμοι — ΦΕΚ A' 105/2018

Type Νόμος
Publication 2018-06-14
State In force
Source ΦΕΚ
articles 134
Reform history JSON API
2.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στις καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8».

3.

Η παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Αν ο οφειλέτης καθυστερεί την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, διαδοχικών ή μη, ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επιδώσει στον οφειλέτη εξώδικη όχληση με την οποία τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών. Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προσηκόντως, παύει να ισχύει αυτοδικαίως έναντι όλων των πιστωτών η διαταχθείσα αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων και κάθε άλλου ανασταλτικού μέτρου, από την ημέρα που ο θιγόμενος πιστωτής επιδώσει σχετική δήλωση στους υπόλοιπους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει σχετικό σημείωμα με ενσωματωμένη την ανωτέρω αναφερόμενη εξώδικη όχληση στο φάκελο που τηρείται στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από τον αρμόδιο δικαστή την εκ νέου χορήγηση προσωρινής διαταγής αν αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δόσεων, οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της αρχικής προσωρινής διαταγής ή ότι ο θιγόμενος πιστωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα των προηγούμενων εδαφίων.».

4.

Στο τέλος του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Ο Ειρηνοδίκης ή το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ανάκληση της προσω ορίζονται με αυτήν, χωρίς το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, οπότε επέρχεται η έννομη συνέπεια της παραγράφου 4. Οι διάδικοι καλούνται προ δέκα (10) ημερών.».

Άρθρο 60

Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

1.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 καταργείται.

2.

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 5 εφαρμόζονται αναλόγως.».

3.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 καταργείται.

4.

Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 5 εφαρμόζονται αναλόγως.».

5.

Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά τα πρώτα δύο εδάφια θεωρείται ότι ουδέποτε επήλθαν, αν η αίτηση απορριφθεί τελεσίδικα.».

Άρθρο 61

Δικαστική ρύθμιση χρεών

1.

Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Επίσης δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση, εάν η αρχική αίτηση απορρίφθηκε λόγω δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης κατά το άρθρο 10.».

2.

Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Από το ποσό αφαιρείται ό,τι καταβλήθηκε συνολικά σε εκτέλεση της προσωρινής διαταγής του άρθρου 5 ή της απόφασης αναστολής του άρθρου 6, διαιρούμενο διά το πλήθος των δόσεων της παρούσας παραγράφου.».

Άρθρο 62

Προστασία κύριας κατοικίας

1.

Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/ 2010 διαγράφεται η φράση «η οποία θα εκδοθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος».

2.

Τα πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο εδάφια της παραγράφου 2 του άρθρου 9 αντικαθίστανται ως εξής: «Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη μερική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση, ενημερώνοντας σχετικά τους πιστωτές. Η απόφαση του δικαστηρίου επισημαίνει τη δυνατότητα αυτή στον οφειλέτη. Μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης, οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να υποβάλει την αίτηση του πέμπτου εδαφίου για λογαριασμό του οφειλέτη, ενημερώνοντάς τον εγγράφως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή ελάχιστης συνεισφοράς. Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου στο παραπάνω σχέδιο διευθέτησης οφειλών δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία (3) έτη και καταβάλλεται στους πιστωτές υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης παραμένει συνεπής στην καταβολή της ελάχιστης συνεισφοράς. Αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει εγκαίρως τη συνεισφορά του, ο θιγόμενος πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το αργότερο μέσα σε έναν (1) μήνα την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου και ο οφειλέτης εκπέσει κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 11, τότε ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στο Ελληνικό Δημόσιο με το νόμιμο τόκο της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) τα ποσά που αυτό κατέβαλε μετά την ασυνέπεια του οφειλέτη. Καθυστέρηση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά του ουδέποτε μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του οφειλέτη κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 11. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας.».

3.

Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 9 προστίθενται παράγραφοι 2α και 2β ως εξής: «2α. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο διορίζει ως πραγματογνώμονα πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών της Διεύθυνσης Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. Τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης βαρύνουν το διάδικο που τη ζητεί. Το αίτημα για διορισμό πραγματογνώμονα είναι απαράδεκτο, αν δεν υποβάλλεται είτε με την αίτηση είτε με αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης. Αν το αίτημα υποβληθεί με την αίτηση, ο Ειρηνοδίκης διορίζει πραγματογνώμονα κατά την ημέρα επικύρωσης. Αν υποβληθεί με αυτοτελές δικόγραφο, ο πραγματογνώμονας διορίζεται με πράξη του αρμόδιου δικαστή, η οποία εκδίδεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάθεσή του, με κλήτευση των διαδίκων πριν από είκοσι τέσσερις (24) ώρες. Δεν απαιτείται διορισμός πραγματογνώμονα αν οποιοσδήποτε διάδικος προσκομίσει έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή του δεύτερου εδαφίου. Αν το δικαστήριο δεν εξαιρέσει την κύρια κατοικία από τη ρευστοποίηση, τότε για τρία (3) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης η τιμή πρώτης προσφοράς κατά τον πλειστηριασμό της δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία αξίας για την προστασία της κύριας κατοικίας κατά τη γ΄ περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2, δεν γίνει κατακύρωση, τότε ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει μεταρρύθμιση της απόφασης για τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, προκειμένου να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από τη ρευστοποίηση, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2. Στη δίκη της αίτησης μεταρρύθμισης τεκμαίρεται αμάχητα ότι η εμπορική αξία της κατοικίας είναι κατώτερη του ορίου αξίας για την προστασία της κατά τη γ΄ περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2, ενώ ο χρονικός περιορισμός της παραγράφου 2 κρίνεται με βάση το χρόνο άσκησης της αρχικής αίτησης. 2β. Κατά το χρονικό διάστημα των καταβολών της παραγράφου 2 του άρθρου 8 το δικαστήριο κατανέμει το ποσό που μπορεί να καταβάλει ο οφειλέτης μεταξύ της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 8 και του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, διασφαλίζοντας ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν, στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.».

4.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 η φράση «παραγράφου αυτής» αντικαθίσταται με τη φράση «παράγραφος 2».

5.

Η παρ. 5 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Αν οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει της πρωτοβάθμιας απόφασης υπολείπονται αυτών που ορίζονται με τη δευτεροβάθμια, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει άτοκα το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το δικαστήριο εντάσσει τη διαφορά αυτή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ώστε να μην υπερβαίνεται η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη.».

6.

Στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Οι παράγραφοι 3 έως 6 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου. Η μεταρρύθμιση της απόφασης γίνεται εντός των ορίων της παραγράφου 2 του άρθρου 9, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη μεταρρυθμιζόμενη απόφαση.».

Άρθρο 63

Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης Στην παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3869/2010, μετά τη φράση «η αρμόδια υπηρεσία» προστίθεται η φράση «, τα πιστωτικά ιδρύματα.».

Άρθρο 64

Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την αυτοδίκαιη απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο, με αίτηση που κοινοποιείται στους πιστωτές και εκδικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την πιστοποίηση της απαλλαγής του από το υπόλοιπο των οφειλών.».

2.

Η παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Αν ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων, διαδοχικών ή μη, ο θιγόμενος πιστωτής μπορεί να επιδώσει στον οφειλέτη εξώδικη όχληση με την οποία τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών. Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προσηκόντως, εκπίπτει αυτοδικαίως από τη ρύθμιση έναντι όλων των πιστωτών από την ημέρα που ο θιγόμενος πιστωτής επιδώσει σχετική δήλωση στους υπόλοιπους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταθέσει σχετικό σημείωμα με ενσωματωμένη την ανωτέρω αναφερόμενη εξώδικη όχληση στο φάκελο που τηρείται στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει από το Ειρηνοδικείο την ανατροπή της έκπτωσής του αν αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δόσεων οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί με αίτηση μεταρρύθμισης της απόφασης ή ότι ο θιγόμενος πιστωτής άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της παρούσας παραγράφου.».

Άρθρο 65

Δικαιώματα συνοφειλετών Στο τέλος του άρθρου 12 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν όμως ο εγγυητής, ο εις ολόκληρον υπόχρεος ή άλλο δικαιούχο σε αναγωγή πρόσωπο καταβάλει τόσο το τμήμα της οφειλής από την οποία ο οφειλέτης πρόκειται να απαλλαγεί κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 11 όσο και μέρος της οφειλής που περιλαμβάνεται στην απόφαση ρύθμισης του άρθρου 8 ή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε αυτός υποκαθίσταται αυτοδικαίως για το τελευταίο ποσό στη θέση του πιστωτή στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που η οφειλή αυτή έχει διαμορφωθεί δυνάμει της ρύθμισης ή του σχεδίου διευθέτησης οφειλών που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση.».

Άρθρο 66

Θάνατος του οφειλέτη Μετά το άρθρο 12 του ν. 3869/2010 προστίθεται άρθρο 12α ως εξής: «Άρθρο 12α Θάνατος του οφειλέτη

1.

Αν ο οφειλέτης αποβιώσει όσο η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είναι εκκρεμής, η δίκη καταργείται.

2.

Αν ο οφειλέτης αποβιώσει πριν την απαλλαγή του κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 11, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος, στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, μειωμένο κατά τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον κληρονομούμενο. Η παύση ή ο περιορισμός της τοκογονίας κατά τα πρώτα δύο εδάφια

3.

Αν το δικαστήριο είχε διατάξει την εξαίρεση της πρώτης κατοικίας του κληρονομουμένου από τη ρευστοποίηση, και ο κληρονόμος χρησιμοποιεί το ίδιο ακίνητο ως δική του κύρια κατοικία, μπορεί, εφόσον ασκήσει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 και συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις παραδοχής της, να ζητήσει την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 9 χωρίς το χρονικό περιορισμό του πρώτου εδαφίου αυτής. Στην περίπτωση αυτή εξακολουθεί να ισχύει ο κανόνας της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών σε σχέση με την περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, ωστόσο για τον προσδιορισμό του σχεδίου διευθέτησης οφειλών, το ποσό, το οποίο θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, μειώνεται κατά το αντίστοιχο ποσό που καταβλήθηκε από τον κληρονομούμενο. Η συνολική διάρκεια των σχεδίων διευθέτησης οφειλών του κληρονομουμένου και του κληρονόμου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη διάρκεια που αναφέρεται στο δέκατο ένατο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9.

4.

Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, εφόσον οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 συνέτρεχαν στο πρόσωπό του.».

Άρθρο 67

Αρχείο αιτήσεων Το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3869/ 2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο γραμματέας κάθε Ειρηνοδικείου της επικράτειας με πρόσβαση στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, αποκτά αυτοδικαίως πρόσβαση και στο ως άνω αρχείο για τους σκοπούς του νόμου.».

Άρθρο 68

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Το άρθρο 56 εφαρμόζεται και όταν η αποδοχή κληρονομίας έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

2.

Το άρθρο 57 εφαρμόζεται επί αιτημάτων που υποβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα από την 1η Σεπτεμβρίου 2018. Μέχρι τότε εξακολουθεί να εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της.

3.

Μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, η δήλωση της περίπτωσης γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 λογίζεται ότι υποβλήθηκε, στις αιτήσεις που είναι εκκρεμείς σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, εκτός αν σε αυτό το χρονικό διάστημα ο οφειλέτης παραιτηθεί από την αίτησή του.

4.

Οι παράγραφοι 2 και 4 του άρθρου 58 εφαρμόζονται και σε αιτήσεις, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εφόσον η ημέρα της επικύρωσης κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 απέχει πέραν των δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

5.

Το έβδομο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, όπως προστίθεται με την παράγραφο 3 του άρθρου 58, εφαρμόζεται και στις αιτήσεις, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

6.

Το όγδοο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/ 2010, όπως προστίθεται με την παράγραφο 3 του άρθρου 58, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αιτήσεις, εφόσον η συζήτηση ματαιωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

7.

Στις υποθέσεις που ματαιώθηκαν σε πρώτο βαθμό πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, χωρίς να έχει ζητηθεί προσδιορισμός νέας συζήτησης, θεωρείται ότι οι αιτούντες έχουν παραιτηθεί από τις αιτήσεις τους, αν δεν ζητηθεί προσδιορισμός νέας συζήτησης μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών.

8.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 59, η παράγραφος 5 του άρθρου 60, η παράγραφος 2 του άρθρου 61 και οι παράγραφοι 3 και 5 του άρθρου 62 εφαρμόζονται και στις δίκες, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

9.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 59 και οι παράγραφοι 2 και 4 του άρθρου 60 εφαρμόζονται και στις δίκες, που είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με την προϋπόθεση ότι: α) η όχληση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, επιδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, β) δεν έχει ήδη ανακληθεί η προσωρινή διαταγή. Εκκρεμείς αιτήσεις ανάκλησης της προσωρινής διαταγής κρίνονται κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος.

10.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 61 εφαρμόζεται και όταν η αίτηση του οφειλέτη απορρίφθηκε πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σε δεύτερο βαθμό λόγω δόλου του οφειλέτη ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του ή λόγω δόλιας παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης. Δεν εφαρμόζεται όταν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η αίτηση απορρίφθηκε για τους λόγους αυτούς με απόφαση Ειρηνοδικείου, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.

11.

Οι παράγραφοι 2 και 6 του άρθρου 62 και το άρθρο 66 εφαρμόζονται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

12.

Σε υποθέσεις, στις οποίες η προσδιορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης απέχει λιγότερο από επτά (7) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν το διορισμό πραγματογνώμονα για την εκτίμηση της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Σε υποθέσεις, στις οποίες η προσδιορισθείσα ημερομηνία συζήτησης απέχει λιγότερο από δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, το αίτημα διορισμού πραγματογνώμονα μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις.

13.

Το άρθρο 63 εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφόσον δεν έχει επέλθει απαλλαγή του οφειλέτη από τα υπόλοιπα των οφειλών του.

14.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 64 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο οφειλέτης έχει αποπε

15.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 64 εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, με την προϋπόθεση ότι: α) η όχληση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 3869/2010 επιδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, β) δεν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση έκπτωσης του οφειλέτη. Εκκρεμείς αιτήσεις έκπτωσης του οφειλέτη κρίνονται κατά τις ουσιαστικές διατάξεις του παρόντος.

16.

Το άρθρο 65 εφαρμόζεται και επί αποφάσεων ρύθμισης ή σχεδίων διευθέτησης οφειλών, τα οποία δεν έχουν εκτελεσθεί στο σύνολό τους κατά την έναρξη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

Άρθρο 69

Τροποποιήσεις του ν. 4354/2015

1.

Το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) αντικαθίσταται ως εξής: «Οι παραπάνω εταιρίες, που είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος».

2.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4354/2015, μετά τις λέξεις «από μη εξυπηρετούμενα δάνεια» προστίθενται οι λέξεις «, εφόσον ο δανειολήπτης είναι καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 1α του ν. 2251/1994,».

3.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4354/ 2015 αντικαθίσταται ως εξής: «Αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας».

4.

Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και σε εταιρίες, που έλαβαν άδεια πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται σε μεταβιβάσεις που καταχωρίζονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και σε αναγγελίες που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΜΕΤΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΛΟΓΩ ΑΛΛΑΓΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΓΗΣ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 3325/2005 (Α΄ 68)

Άρθρο 70

Μετεγκατάσταση λόγω αλλαγών χρήσεων γης

1.

Αντικαθίστανται οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 7 του ν. 3325/2005 και προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «1. Οι δραστηριότητες που ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε θεσμοθετημένους υποδοχείς παραγωγικών δραστηριοτήτων δεν υποχρεούνται σε απομάκρυνση στην περίπτωση μεταβολής της χρήσης γης που καθιστά αυτές μη συμβατές με τη νέα χρήση γης. Η επέκταση των δραστηριοτήτων αυτών είναι δυνατή εντός του χώρου ή του γηπέδου όπου λειτουργούσαν πριν τη μεταβολή της χρήσης γης και μέσα στα όρια του βαθμού όχλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται βάσει της τελευταίας ισχύουσας έγκρισης ή γνωστοποίησης λειτουργίας. Στην περίπτωση κτηριακής επέκτασης δεν εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις για την εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση.

2.

Οι δραστηριότητες που ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε περιοχές χωρίς καθορισμένες χρήσεις γης μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών από την ημερομηνία καθορισμού της χρήσης γης, με τον οποίο οι δραστηριότητες αυτές καθίστανται μη συμβατές. Η επέκταση των δραστηριοτήτων αυτών είναι δυνατή εντός του χώρου ή του γηπέδου όπου λειτουργούσαν πριν τον καθορισμό της χρήσης γης και μέσα στα όρια του βαθμού όχλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται βάσει της τελευταίας ισχύουσας έγκρισης ή γνωστοποίησης λειτουργίας και με την προϋπόθεση ότι η επέκταση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τη συμπλήρωση του δωδέκατου έτους από τον καθορισμό της χρήσης γης. Σε περίπτωση κτηριακής επέκτασης δεν εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις για την εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση.

3.

Δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της κοινής υπουργικής απόφασης 172058/2016 (Β΄ 354) και οι οποίες ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε θεσμοθετημένους υποδοχείς παραγωγικών δραστηριοτήτων, μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών από την ημερομηνία μεταβολής της χρήσης γης, με την οποία οι δραστηριότητες αυτές καθίστανται μη συμβατές. Στην περίπτωση που οι δραστηριότητες αυτές ιδρύθηκαν νόμιμα και λειτουργούν σε περιοχές χωρίς καθορισμένες χρήσεις γης, μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών από την ημερομηνία καθορισμού της χρήσης γης. Και στις δύο περιπτώσεις, η επέκταση των δραστηριοτήτων αυτών είναι δυνατή εντός του χώρου ή του γηπέδου όπου λειτουργούσαν πριν τον καθορισμό ή τη μεταβολή της χρήσης γης και μέσα στα όρια του βαθμού όχλησης, όπως αυτά προσδιορίζονται βάσει της τελευταίας ισχύουσας έγκρισης ή γνωστοποίησης λειτουργίας. Στην περίπτωση κτηριακής επέκτασης δεν εφαρμόζονται οι παρεκκλίσεις για την εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση.». ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ - ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ – ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 4442/2016 (Α΄ 230)

Άρθρο 71

Πεδίο εφαρμογής – τροποποίηση άρθρου 17 του ν. 4442/2016

1.

Ο τίτλος του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016 (Α΄ 230) αντικαθίσταται ως εξής: εξής: «Άρθρο 17 Πεδίο εφαρμογής Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν: α) οι μεταποιητικές και συναφείς δραστηριότητες με Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) 10 έως και 33 της 3ης ομάδας, οι δραστηριότητες με ΚΑΔ 49.50 της 7ης ομάδας, οι «δραστηριότητες συσκευασίας» με ΚΑΔ 82.92 της 11ης ομάδας και οι δραστηριότητες με ΚΑΔ 95 και 96.01 της 15ης ομάδας του παραρτήματος του παρόντος και β) οι λοιπές δραστηριότητες που διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 17 έως 40 του ν. 3982/ 2011 (Α΄ 143)».

Άρθρο 72

Γνωστοποίηση λειτουργίας – Τροποποίηση άρθρου 18 του ν. 4442/2016 Το άρθρο 18 του ν. 4442/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 18 Γνωστοποίηση λειτουργίας

1.

Η ίδρυση, επέκταση ή εκσυγχρονισμός των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου, πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 18Α, υπάγονται στο καθεστώς γνωστοποίησης του άρθρου 5.

2.

Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ - ΑΔΕ, η γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, πλην των περιπτώσεων του επόμενου άρθρου, υποβάλλεται από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143), η οποία την κοινοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές.

3.

Για την υποβολή της γνωστοποίησης απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου του άρθρου 11. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 3 του άρθρου 11, εφαρμόζονται αναλογικά η παράγραφος 1 και η υποπερίπτωση i της περίπτωσης Β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης 14684/914/Φ15/2012 (Β΄ 3533).

4.

Κατά την υποβολή της γνωστοποίησης δεν υποβάλλονται δικαιολογητικά. Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για τη λειτουργία της δραστηριότητας τηρούνται στην εγκατάσταση.

5.

Μετά την υποβολή της γνωστοποίησης ή από το χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε υποχρέωση για την υποβολή της, η αρμόδια αρχή της παραγράφου 2 διενεργεί ελέγχους με βάση τον βαθμό επικινδυνότητας των δραστηριοτήτων που υπέβαλαν τη γνωστοποίηση. Η αρμόδια αρχή ελέγχει βάσει βαθμού επικινδυνότητας κατά πρώτον, εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου, και ακολούθως μεσαίου κινδύνου και χαμηλού κινδύνου. Μέχρι την εξειδίκευση των κριτηρίων αξιολόγησης κινδύνου και την κατάταξη των επιχειρήσεων σε βαθμό επικινδυνότητας, σύμφωνα με το άρθρο 137 του ν. 4512/2018 (Α΄ 5), η κατάταξη γίνεται ύστερα από εκτίμηση της αρμόδιας αρχής λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του άρθρου 137.

6.

Για τις δραστηριότητες του παρόντος Κεφαλαίου που υπόκεινται σε καθεστώς γνωστοποίησης, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας» ή «ενημέρωση», ως τέτοια νοείται εφεξής η γνωστοποίηση.».

Άρθρο 73

Έγκριση λειτουργίας Μετά το άρθρο 18 του ν. 4442/2016 προστίθεται άρθρο 18Α ως εξής: «Άρθρο 18Α Έγκριση λειτουργίας

1.

Η λειτουργία των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 7 και 8 του παρόντος.

2.

Η αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η αίτηση για τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) πριν την έναρξη της λειτουργίας. Η αδειοδοτούσα Αρχή εξετάζει το αίτημα για χορήγηση της έγκρισης εντός εξήντα (60) ημερών από την προσήκουσα υποβολή των δικαιολογητικών. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου τεκμαίρεται χορήγηση της έγκρισης.

3.

Για τις δραστηριότητες που υπόκεινται σε καθεστώς έγκρισης λειτουργίας, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται «άδεια λειτουργίας», «υπεύθυνη δήλωση λειτουργίας», «ενημέρωση» ή «γνωστοποίηση», ως τέτοια νοείται εφεξής η έγκριση λειτουργίας.».

Άρθρο 74

Κυρώσεις – Τροποποίηση άρθρου 23 του ν. 4442/2016 Το άρθρο 23 του ν. 4442/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 23 Κυρώσεις

1.

Αν ο φορέας που υποχρεούται σε γνωστοποίηση παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης, όπου αυτή απαιτείται, ή γνωστοποιήσει αναληθή στοιχεία, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 15.

2.

Οι κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και στον φορέα που υπόκειται σε καθεστώς έγκρισης, αν η δραστηριότητα λειτουργήσει χωρίς έγκριση.

3.

Σε περίπτωση παραβίασης των όρων λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, εφαρμόζονται οι κυρώσεις της κείμενης νομοθεσίας από τα αρμόδια όργανα που ορίζονται σε αυτή. άδειας λειτουργίας, ως τέτοια νοείται η προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας με τη σφράγιση της εγκατάστασης και του παραγωγικού της εξοπλισμού από την αρμόδια Αρχή της παραγράφου 2 του άρθρου 18.».

Άρθρο 75

Εξουσιοδοτήσεις – Τροποποίηση άρθρου 24 του ν. 4442/2016

1.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 24 του ν. 4442/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης καθορίζονται τα δικαιολογητικά, η διαδικασία, οι όροι και το περιεχόμενο για τη γνωστοποίηση και την έγκριση. Με την ίδια απόφαση εξειδικεύονται οι επιβαλλόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 15, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου».

2.

Η απόφαση της παραγράφου 1 εκδίδεται μέσα σ’ ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος.

Άρθρο 76

Τροποποίηση του άρθρου 25 του ν. 4442/2016.

1.

Μετά την παράγραφο 5 του άρθρου 25 του ν. 4442/ 2016 προστίθενται παράγραφοι 6, 7, 8, 9 και 10 ως εξής: «6. Η παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση έγκρισης εγκατάστασης τα επαγγελματικά εργαστήρια, οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις παροχής υπηρεσιών χαμηλής όχλησης και οι αποθήκες χαμηλής όχλησης, εφόσον η κινητήρια ή η θερμική ισχύς του μηχανολογικού εξοπλισμού τους δεν υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 17. Για την εγκατάσταση των δραστηριοτήτων υποβάλλεται στην Αδειοδοτούσα Αρχή γνωστοποίηση εγκατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4442/2016 (Α΄ 230). Η Αδειοδοτούσα Αρχή διενεργεί εκ των υστέρων κατά περίπτωση επιτόπιο έλεγχο, σχετικά με τη γνωστοποίηση εγκατάστασης.».

7.

Η παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 20 και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 48Α του ν. 4442/2016 (Α΄ 230), για την εγκατάσταση, την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό των δραστηριοτήτων ανεξαρτήτως βαθμού όχλησης, η Αδειοδοτούσα Αρχή χορηγεί έγκριση εγκατάστασης, σύμφωνα με τις προβλέψεις της παραγράφου 11Α του άρθρου 17, με την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών και εγκρίσεων μετά από έλεγχο.».

8.

Η παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «4.α) Έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο, κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016 (Α΄ 230), απαιτείται στις περιπτώσεις ίδρυσης, επέκτασης ή εκσυγχρονισμού εγκαταστάσεων με ΚΑΔ 49.50, καθώς και των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 (Α΄ 123) που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της κοινής υπουργικής απόφασης 172058/11.2.2016 (Β΄ 354) και του ν. 4409/2016 (A΄ 36).

  • β) Έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο, κατά την

έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016 απαιτείται στις περιπτώσεις ίδρυσης των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 που κατατάσσονται στην κατηγορία Α1 σύμφωνα με την υπουργική απόφαση ΔΙΠΑ/οικ. 37674 (Β΄ 2471) ή που λόγω προσθήκης δραστηριότητας κατατάσσονται για πρώτη φορά στην κατηγορία Α1 ή λόγω μηχανολογικού εκσυγχρονισμού κατατάσσονται από κατηγορία Β΄ σε κατηγορία Α1, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση.».

9.

Η παρ. 5 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «5. Μέχρι την 31η Μαρτίου 2020, η λειτουργία των εγκαταστάσεων των δραστηριοτήτων του άρθρου 17 του ν. 4442/2016 που κατατάσσονται στην κατηγορία Α2 σύμφωνα με την υπουργική απόφαση ΔΙΠΑ/οικ. 37674 (Β΄ 2471) ή των εγκαταστάσεων που μετά από εκσυγχρονισμό ή επέκταση κατατάσσονται για πρώτη φορά στην κατηγορία Α2, υπόκεινται σε έγκριση λειτουργίας μετά από έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 4442/2016. Από την 1η Απριλίου 2021 οι εγκαταστάσεις του προηγούμενου εδαφίου λειτουργούν έπειτα από γνωστοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 5 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4442/2016.».

10.

Μετά το άρθρο 3 του ν. 2244/1994 (Α΄ 168) προστίθεται άρθρο 3Α, ως εξής: «Άρθρο 3Α Εφεδρικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής

1.

Επιτρέπεται η εγκατάσταση εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με σκοπό τη λειτουργία τους σε περίπτωση διακοπής της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας λόγω βλάβης ή αδυναμίας των εγκαταστάσεων του δικτύου διανομής ή του συστήματος μεταφοράς. Για τη λειτουργία των σταθμών αυτών απαιτείται η σύναψη Πρόσθετης Συμφωνίας Σύνδεσης με τον αρμόδιο διαχειριστή.

2.

Για τους καταναλωτές που συνδέονται στο δίκτυο διανομής ή στο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και οι οποίοι εγκαθιστούν εφεδρικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, φορέας ελέγχου της σύνδεσης του εφεδρικού σταθμού είναι ο διαχειριστής του δικτύου διανομής και ο διαχειριστής του συστήματος μεταφοράς, αντίστοιχα. Μετά την κατάθεση της απαιτούμενης υπεύθυνης δήλωσης εγκαταστάτη, πραγματοποιείται έλεγχος των σχεδίων και της λειτουργίας των διατάξεων ασφαλείας, ώστε να εξασφαλίζεται η μη παράλληλη λειτουργία του εφεδρικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής με το Δίκτυο Διανομής ή το Σύστημα Μεταφοράς και συντάσσεται η Πρόσθετη Συμφωνία σύνδεσης για εφεδρική ηλεκτροπαραγωγή.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η διαδικασία και τα δικαιολογητικά για την έναρξη λειτουργίας των εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ανεξαρτήτως ισχύος.

4.

Οι αποφάσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και οι αποφάσεις απαλλαγής από τη λήψη άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας εφεδρικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής που έχουν εκδοθεί δυνάμει του ν. 2244/ 1994 και της υπουργικής απόφασης Δ5/ΗΛ/Γ/Φ6/ της απόφασης της παραγράφου 3.».

2.

Η απόφαση της παρ. 3 του άρθρου 3Α του ν. 2244/ 1994 (Α΄ 168) εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Από την έκδοση της απόφασης αυτής καταργείται η υπουργική απόφαση Δ5/ΗΛ/Γ/Φ6/ οικ.25131/07.12.2009 (Β΄ 2442).».

Άρθρο 77

Εγκατάσταση μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων - Οχλήσεις Τροποποίηση άρθρων 48Α, 48Γ και 48Ε του ν. 4442/ 2016:

1.

Στο άρθρο 48Α του ν. 4442/2016 προστίθενται παράγραφοι 3, 4 και 5 ως εξής: «3. Δεν απαιτείται έγκριση εγκατάστασης για τις δραστηριότητες που εγκαθίστανται, εκσυγχρονίζονται ή επεκτείνονται σε περιοχές που καθορίζονται γενικές κατηγορίες χρήσεων γης βιομηχανίας – βιοτεχνίας από Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ), Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) και Τοπικά Χωρικά Σχέδια (ΤΧΣ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προεδρικό διάταγμα της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1561/ 1985 (Α΄ 148).Οι δραστηριότητες αυτές υπάγονται στο καθεστώς γνωστοποίησης του άρθρου 6.

4.

Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου υποβάλλεται από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143), η οποία υποχρεούται να την κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές. Για την υποβολή της γνωστοποίησης των δραστηριοτήτων της παραγράφου 3 απαιτείται η κατάθεση παραβόλου, για το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά η περίπτωση Α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 της αριθ. κοινής υπουργικής απόφασης 14684/914/Φ15/2012 (Β΄ 3533). Για την υποβολή της γνωστοποίησης των δραστηριοτήτων της παραγράφου 2 δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου. Κατά την υποβολή της γνωστοποίησης δεν υποβάλλονται δικαιολογητικά. Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την εγκατάσταση της δραστηριότητας, τηρούνται από τον φορέα της δραστηριότητας. Από το χρόνο, κατά τον οποίο γεννάται η υποχρέωση υποβολής της γνωστοποίησης, η Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) μπορεί να διενεργεί επιτόπιο έλεγχο σχετικά με τη γνωστοποίηση εγκατάστασης.

5.

Από τις ρυθμίσεις των παραγράφων 2 και 3 εξαιρούνται οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής: α) της κοινής υπουργικής απόφασης 172058/2016 (Β΄ 354), β) του ν. 4409/2016 (Α΄ 136) και γ) της υπουργικής απόφασης Δ3/Α/οικ. 4303 ΠΕ 26510/2012 (Β΄ 603).».

2.

Στο άρθρο 48Γ του ν. 4442/2016 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Η παρ. 9 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) αντικαθίσταται ως εξής: «9. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, αναθεωρούνται οι κατηγορίες όχλησης στις οποίες κατατάσσονται οι μεταποιητικές και συναφείς δραστηριότητες. Η αναθεώρηση των κατηγοριών όχλησης γίνεται στη βάση της κατάταξης της απόφασης της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), καθώς και της χωρικής διάστασης συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων, όπως θόρυβος, οσμές, εκπομπές, δονήσεις, κυκλοφοριακοί φόρτοι, απόσταση από αστικό ιστό.».

3.

Στο άρθρο 48Ε του ν. 4442/2016 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Αιτήσεις για χορήγηση έγκρισης εγκατάστασης που είχαν ήδη υποβληθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και αφορούν στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 48Α, δεν εξετάζονται και ο φάκελος επιστρέφεται στον αιτηθέντα την έγκριση, ο οποίος υποχρεούται στην υποβολή γνωστοποίησης εγκατάστασης. Ως παράβολο της γνωστοποίησης εγκατάστασης θεωρείται το παράβολο που είχε κατατεθεί για την έκδοση της έγκρισης εγκατάστασης.».

Άρθρο 78

Απλούστευση εγκατάστασης και λειτουργίας Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών

1.

Μετά το άρθρο 76 του ν. 4442/2016 προστίθεται Κεφάλαιο ΙΔ΄ ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΕΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ

Άρθρο 77

Πεδίο εφαρμογής

1.

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν τα έργα και οι δραστηριότητες της 4ης Ομάδας «Συστήματα Περιβαλλοντικών Υποδομών» της απόφασης ΔΙΠΑ/οικ. 37674/2016 του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (B’ 2471), που περιλαμβάνονται στην 5η Ομάδα του Παραρτήματος με Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) 37 και 38, καθώς και στην 7η Ομάδα με ΚΑΔ 52.10.

2.

Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 11 του ν. 4042/2012 (Α΄ 24).

Άρθρο 78

Εγκατάσταση έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών»

1.

Τα έργα και οι δραστηριότητες του παρόντος Κεφαλαίου δεν κατατάσσονται στους βαθμούς όχλησης της απόφασης της παρ. 9 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143).

2.

Για την εγκατάσταση των έργων και δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, που υπάγονται στις περιβαλλοντικές κατηγορίες Α και Β του ν. 4014/2011 (Α΄ 209) και είναι συμβατά με τις θεσμοθετημένες χρήσεις γης της περιοχής όπου εγκαθίστανται, δεν απαιτείται έγκριση διατάξεων των άρθρων 5, 7 και 48Β συνίστανται στην έκδοση βεβαίωσης χωροθέτησης. Η βεβαίωση αυτή χορηγείται από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού (ΠΕΧΩΣ) της οικείας Περιφέρειας στη βάση εφαρμογής εξειδικευμένων χωροθετικών κριτηρίων που καθορίζονται με την απόφαση του άρθρου 81.

Άρθρο 79

Λειτουργία έργων και δραστηριοτήτων «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών»

1.

Για τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), απαιτείται η έγκριση του άρθρου 7. Η έγκριση λειτουργίας χορηγείται από τη Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας. Η αίτηση για τη χορήγηση της έγκρισης υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η αίτηση για τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος άρθρου υποβάλλεται από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή της παρ. 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) πριν την έναρξη της λειτουργίας.

2.

Για τη λειτουργία των έργων και δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου, που δεν υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209), απαιτείται η γνωστοποίηση του άρθρου 5 προς την Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας, πριν την έναρξη λειτουργίας της δραστηριότητας. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά από το φορέα της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ - ΑΔΕ) του άρθρου 14. Μέχρι την ενεργοποίηση του ΟΠΣ-ΑΔΕ, η γνωστοποίηση των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου υποβάλλεται από τον φορέα της οικονομικής δραστηριότητας στην Αρχή του πρώτου εδαφίου, η οποία υποχρεούται να την κοινοποιεί στις αρμόδιες Αρχές. Με την απόφαση του άρθρου 81 μπορεί να εξαιρούνται έργα και δραστηριότητες που υπάγονται στην περιβαλλοντική κατηγορία Α2 του ν. 4014/ 2011 και αφορούν σε χώρους υγειονομικής ταφής επικίνδυνων, μη επικίνδυνων και αδρανών αποβλήτων, επεξεργασίας επικίνδυνων και μη επικίνδυνων αποβλήτων (πλην αποθήκευσης που συμπεριλαμβάνει τα Πράσινα Σημεία και τα Κέντρα Διαλογής και Ταξινόμησης Αποβλήτων Ηλεκτρικού και Ηλεκτρονικού Εξοπλισμού, τη διαλογή χωριστά συλλεγέντων ανακυκλώσιμων υλικών και την παραγωγή εδαφοβελτιωτικών) για τα οποία απαιτείται έγκριση λειτουργίας. Η έγκριση λειτουργίας σε αυτή την περίπτωση χορηγείται από τη Διεύθυνση ΠΕΧΩΣ της οικείας Περιφέρειας.

3.

Για τις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου απαιτείται η καταβολή παραβόλου του άρθρου 11, το ύψος του οποίου καθορίζεται με την απόφαση του άρθρου 81.

Άρθρο 80

Κυρώσεις

1.

Στα έργα και τις δραστηριότητες του παρόντος Κεφαλαίου που λειτουργούν χωρίς την απαιτούμενη έγκριση εγκατάστασης ή λειτουργίας, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 15, όπως αυτές καθορίζονται στην απόφαση του άρθρου 81. Αρμόδιο όργανο για την επιβολή των κυρώσεων αυτών είναι ο οικείος Περιφερειάρχης.

2.

Εάν ο υπόχρεος παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης ή γνωστοποιήσει αναληθή στοιχεία ή παραλείψει την υποβολή γνωστοποίησης των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής, επιβάλλονται σε βάρος του φορέα της οικονομικής δραστηριότητας οι κυρώσεις του άρθρου 15, όπως αυτές εξειδικεύονται στην απόφαση του άρθρου

81.

Αρμόδιο όργανο για την επιβολή των κυρώσεων αυτών ορίζεται ο οικείος Περιφερειάρχης.

3.

Κατά των αποφάσεων επιβολής κυρώσεων χωρεί ειδική διοικητική προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 227 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87).

4.

Σε περίπτωση παραβίασης των όρων λειτουργίας των δραστηριοτήτων του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται οι κυρώσεις της κείμενης νομοθεσίας από τα αρμόδια όργανα που ορίζονται σε αυτήν.

5.

Για τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται σε γνωστοποίηση, όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η κύρωση της προσωρινής ή οριστικής αφαίρεσης άδειας ή έγκρισης λειτουργίας, ως τέτοια νοείται η προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας με τη σφράγιση αυτών από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της οικείας Περιφέρειας.

Άρθρο 81

Εξουσιοδοτήσεις Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών καθορίζονται: α) τα δικαιολογητικά, η διαδικασία και το περιεχόμενο της έγκρισης λειτουργίας, οι αναγκαίοι όροι για την έκδοσή τους, οι επιβαλλόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 15, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που είναι αναγκαίο για τη χορήγηση προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας στον φορέα άσκησης οικονομικής δραστηριότητας, β) η διαδικασία έκδοσης της βεβαίωσης χωροθέτησης της παραγράφου 2 του άρθρου 78 και

  • γ) τα δικαιολογητικά, το περιεχόμενο και η διαδικασία

της γνωστοποίησης λειτουργίας, η σχετική διαδικασία σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων που έχουν γνωστοποιηθεί, οι Αρχές στις οποίες υποβάλλεται η γνωστοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες, τα τυχόν έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, οι επιβαλλόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 15, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της υποχρέωσης γνωστοποίησης λειτουργίας από τον φορέα άσκησης οικονομικής δραστηριότητας.

Άρθρο 82

Τροποποιούμενες διατάξεις Στην παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 3982/2011 προστίθεται περίπτωση ως εξής:

Άρθρο 83

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Για τις δραστηριότητες που υπόκεινται εφεξής στο καθεστώς γνωστοποίησης και λειτουργούν με άδεια λειτουργίας ή υπεύθυνη δήλωση, η λειτουργία τους εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις βάσει των οποίων εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας τους ή κατατέθηκε η σχετική υπεύθυνη δήλωση. Αν μεσολαβήσει μεταβολή στοιχείου, ο φορέας της οικονομικής δραστηριότητας υποχρεούται σε γνωστοποίηση κατά τις διατάξεις του άρθρου 79. Μετά την υποβολή της γνωστοποίησης η λειτουργία της δραστηριότητας διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

2.

Οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών» που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος, μετά την λήξη της άδειας λειτουργίας ή μετά τη λήξη της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων τους ή μετά από αίτημα τροποποίησής τους.

3.

Οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις «Συστημάτων Περιβαλλοντικών Υποδομών» για τις οποίες απαιτείται εφεξής έγκριση λειτουργίας, και οι οποίες δεν είχαν αντίστοιχη υποχρέωση κατά την έναρξη λειτουργίας τους, λογίζονται ως νομίμως λειτουργούσες για τις συνέπειες του παρόντος νόμου. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή του στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου με αίτησή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση του άρθρου 81.

4.

Αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης ή λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3982/2011, οι οποίες είχαν ήδη υποβληθεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3982/2011. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή του στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου με αίτησή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στην απόφαση του άρθρου 81.

5.

Η απόφαση του εσωτερικού άρθρου 81 της παραγράφου 1 εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος.

6.

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παραγράφου 2 καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται από αυτό.

7.

Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 1 αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης του εσωτερικού άρθρου 81 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την επιφύλαξη των διατάξεων του εσωτερικού άρθρου 83.

8.

Το άρθρο 77 του ν. 4442/2016 αναριθμείται σε άρθρο 84.».

Άρθρο 79

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Αιτήσεις για χορήγηση άδειας λειτουργίας ή υποβολή υπεύθυνων δηλώσεων λειτουργίας για δραστηριότητες του άρθρου 17 του ν. 4442/2016, που κατά τη δημοσίευση του παρόντος είναι σε εκκρεμότητα, διεκπεραιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4442/2016.

2.

Οι δραστηριότητες του άρθρου 17 του ν. 4442/2016, που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος λειτουργούν νομίμως με καθεστώς γνωστοποίησης ή ενημέρωσης, εξακολουθούν να λειτουργούν με το ίδιο καθεστώς.

ΤΜΗΜΑ Ι΄

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΘΗΣΑΥΡΟΦΥΛΑΚΙΟΥ

Άρθρο 80

Τροποποίηση του άρθρου 69Α του ν. 4270/2014

1.

Το άρθρο 69Α του ν. 4270/2014 (Α΄143) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 69Α Ενιαίος Λογαριασμός Θησαυροφυλακίου

1.

Ο κεντρικός λογαριασμός του Δημοσίου μετονομάζεται σε «Ελληνικό Δημόσιο - Ενιαίος Λογαριασμός Θησαυροφυλακίου» («Ενιαίος Λογαριασμός»). Όλοι οι λογαριασμοί της Κεντρικής Διοίκησης τηρούνται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος και εντάσσονται στον Ενιαίο Λογαριασμό. Ο Υπουργός Οικονομικών μέσω του Ενιαίου Λογαριασμού παρακολουθεί και προγραμματίζει με ενιαίο τρόπο τις ταμειακές ροές από και προς αυτόν, προσδιορίζει το ύψος των διαθεσίμων και τις ανάγκες δανεισμού και διαχειρίζεται τα διαθέσιμα προς τοποθέτηση πλεονάσματα.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται η διαδικασία και οι προθεσμίες μεταφοράς στον Ενιαίο Λογαριασμό των υπολοίπων των λοιπών λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης, η διαδικασία κλεισίματος αυτών, οι όροι και οι προϋποθέσεις εξαίρεσης από τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

3.

Το άνοιγμα οποιουδήποτε λογαριασμού της Κεντρικής Διοίκησης διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου φορέα ή οργάνου, με την οποία καθορίζονται τα όργανα διαχείρισης του λογαριασμού, ο τρόπος εμφάνισής του στην δημόσια ληψοδοσία, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση διενεργείται το κλείσιμο των λογαριασμών του Ελληνικού Δημοσίου σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα. Λογαριασμοί της Κεντρικής Διοίκησης εκτός του Ενιαίου Λογαριασμού ανοίγονται μόνο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της απόφασης της παραγράφου 2.

4.

Η κίνηση των λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης σε πιστωτικά ιδρύματα ενεργείται με έγγραφες εντολές του Υπουργού Οικονομικών, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε νόμους ή συμβάσεις στις οποίες έχει συμπράξει ο Υπουργός Οικονομικών. Στις περιπτώσεις αυτές, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αναγγέλλουν αμέσως τη γενόμενη εγγραφή στο Γενικό Λογιστήριο

5.

Σε περίπτωση δέσμευσης λογαριασμού για ειδικούς σκοπούς του Δημοσίου απαιτείται προηγούμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.

6.

Το σύνολο των ταμειακών διαθεσίμων όλων των φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης, πέραν εκείνων που ανήκουν στην Κεντρική Διοίκηση, μεταφέρονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σε λογαριασμούς υπό τον Ενιαίο Λογαριασμό. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος κίνησης των λογαριασμών, η λειτουργία της ταμειακής τους διαχείρισης, η λογιστική απεικόνιση των κινήσεών τους, η περαιτέρω διάρθρωσή τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με την ίδια ή με όμοια απόφαση δύνανται να καθορίζονται οι λογαριασμοί που εξαιρούνται από την υποχρέωση μεταφοράς στον Ενιαίο Λογαριασμό.

7.

Με την απόφαση της παραγράφου 6 ή με όμοιες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λοιποί φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που υποχρεούνται να μεταφέρουν το σύνολο των ταμειακών διαθεσίμων τους σε λογαριασμούς υπό τον Ενιαίο Λογαριασμό. Η μεταφορά των ταμειακών διαθεσίμων στον Ενιαίο Λογαριασμό πραγματοποιείται με την ανωτέρω απόφαση, με την οποία καθορίζονται επίσης ο τρόπος κίνησης των λογαριασμών, η λειτουργία της ταμειακής τους διαχείρισης, η λογιστική απεικόνιση των κινήσεών τους, η περαιτέρω διάρθρωσή τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Οι φορείς της Κεντρικής και της Γενικής Κυβέρνησης που έχουν υπαχθεί στις αποφάσεις των παραγράφων 6 και 7 λαμβάνουν πληροφόρηση σε καθημερινή βάση αναφορικά με το ύψος των τηρούμενων στον αντίστοιχο υπολογαριασμό ταμειακών διαθεσίμων τους. Οι αποφάσεις των παραγράφων 6 και 7 εκδίδονται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2021.

8.

Το άνοιγμα σε πιστωτικά ιδρύματα, οποιουδήποτε λογαριασμού φορέων της Γενικής Κυβέρνησης που συμμετέχουν στον Ενιαίο Λογαριασμό, επιτρέπεται αποκλειστικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις και διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης του φορέα, με την οποία καθορίζονται τα όργανα διαχείρισης του λογαριασμού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση διενεργείται το κλείσιμο των λογαριασμών, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, των ανωτέρω φορέων.

9.

Οι διατάξεις των παραγράφων 6 έως 8 ενεργοποιούνται με την έκδοση της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 6 σχετικά με την μεταφορά του συνόλου των διαθεσίμων των φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης στον Ενιαίο Λογαριασμό. Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, οι φορείς της Κεντρικής Κυβέρνησης και της Γενικής Κυβέρνησης συμμετέχουν υποχρεωτικά στο Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου (Σ.Λ.Θ.) κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. Το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου περιλαμβάνει, πέραν του Ενιαίου Λογαριασμού, το Κοινό Κεφάλαιο της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 (Α΄ 38), καθώς και την ταμειακή διαχείριση που τηρούν οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, περιλαμβανομένου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο Υπουργός Οικονομικών μέσω του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου παρακολουθεί και προγραμματίζει με ενιαίο τρόπο τις ταμειακές ροές προς και από αυτό και προσδιορίζει το ύψος των διαθεσίμων ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή διενέργεια των πληρωμών των συμμετεχόντων φορέων. Όπου στο παρόν άρθρο γίνεται αναφορά σε «ταμειακή διαχείριση» ή «λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης» που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος, νοούνται οι λογαριασμοί της περίπτωσης η΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997. Η «ταμειακή διαχείριση», περιλαμβανομένης της κατανομής των προσόδων στους δικαιούχους, λειτουργεί κατά τρόπο ανάλογο του Κοινού Κεφαλαίου. Σε ό,τι αφορά τις επιτρεπόμενες επενδύσεις και την κάλυψη τυχόν κεφαλαιακών ζημιών, ισχύουν τα οριζόμενα στην ως άνω περίπτωση η΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997. Οι Φορείς λαμβάνουν πληροφόρηση σε καθημερινή βάση αναφορικά με το ύψος των τηρούμενων στην ταμειακή διαχείριση περιουσιακών τους στοιχείων.

10.

Οι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το εκάστοτε εν ισχύ «Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης» που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, συμπεριλαμβανομένων και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, τηρούν υποχρεωτικά το σύνολο των ταμειακών τους διαθεσίμων στην ταμειακή τους διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η ανωτέρω υποχρέωση δεν ισχύει για τα κεφάλαια που έχουν μεταφερθεί από τους ανωτέρω Φορείς στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Επί των κεφαλαίων που έχουν ήδη μεταφερθεί ή θα μεταφερθούν στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης η΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997. Η διαχείριση των κεφαλαίων που τηρούνται στην ταμειακή διαχείριση της Τράπεζας της Ελλάδος και στο Κοινό Κεφάλαιο, και τα οποία ανήκουν σε φορείς που δεν υπάγονται κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου, διέπεται από τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997. Εξαίρεση από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου είναι δυνατή μόνο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του Φορέα και σύμφωνης γνώμης της εποπτεύουσας Γ.Δ.Ο.Υ..

11.

Τα προς επένδυση ταμειακά διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να μεταφέρονται στο Κοινό Κεφάλαιο με απόφαση των Φορέων.

12.

Το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται σε αποκατάσταση της θετικής ζημίας (penalties) που δύναται να προκύψει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 10 σε βάρος των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από την πρόωρη λήξη των προθεσμιακών τους καταθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία αποκατάστασης της τυχόν θετικής ζημίας των ως άνω φορέων από τη μεταφορά των κεφαλαίων προθεσμιακών καταθέσεων στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος.

13.

Κατ΄ εξαίρεση των οριζόμενων στην παράγραφο 10, οι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δύνανται να διατηρούν λογαριασμούς σε πιστωτικά ιδρύματα για τη διευκόλυνση των συναλλαγών τους. Οι Φορείς Γενικής διενέργεια των συναλλαγών τους.

14.

Το μέγιστο όριο της ρευστότητας που οι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης επιτρέπεται να διατηρούν εκτός του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου ισούται με τις καθαρές ταμειακές τους ανάγκες για το επόμενο δεκαπενθήμερο. Τα ταμειακά διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης πέραν του ανωτέρω μεγίστου ορίζονται ως πλεονάζοντα και τηρούνται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 10 και 11. Εναλλακτικά, το μέγιστο όριο ρευστότητας εκτός του Σ.Λ.Θ. μπορεί να ισούται με ένα σταθερό ποσό, κατόπιν πρότασης του Φορέα και σύμφωνης γνώμης της εποπτεύουσας Γ.Δ.Ο.Υ. και του Γ.Λ.Κ. Με την απόφαση της παραγράφου 18 δύναται να καθορίζονται συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται ο κάθε τρόπος προσδιορισμού του μέγιστου ορίου ρευστότητας. Σε κάθε περίπτωση, η τήρηση του μεγίστου ορίου ρευστότητας δύναται να διασφαλίζεται μέσω της λειτουργίας συστήματος αυτόματης μεταφοράς ποσών, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 22. Το ακριβές ύψος των πλεοναζόντων ταμειακών διαθεσίμων και το μέγιστο ύψος της ρευστότητας που οι φορείς διατηρούν σε πιστωτικά ιδρύματα προκύπτουν μέσω του ταμειακού προγραμματισμού που διενεργούν οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης βάσει των σχετικών οδηγιών του Γ.Λ.Κ.. Ο ταμειακός προγραμματισμός των φορέων υποβάλλεται προς έγκριση στην εποπτεύουσα Γ.Δ.Ο.Υ. και εν συνεχεία αποστέλλεται στο Γ.Λ.Κ.. Η υποχρέωση κατάρτισης και αποστολής ταμειακού προγραμματισμού εκκινεί από την έκδοση της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 18.

15.

Το Γ.Λ.Κ. παρακολουθεί σε τουλάχιστον μηνιαία βάση τις κινήσεις και τα υπόλοιπα των λογαριασμών Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρούνται σε πιστωτικά ιδρύματα, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και στην ταμειακή διαχείριση και στο Κοινό Κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος και τηρεί μητρώο των ανωτέρω λογαριασμών. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι φορείς Γενικής Κυβέρνησης, περιλαμβανομένων της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, υποχρεούνται να αποστέλλουν στο Γ.Λ.Κ. τα σχετικά στοιχεία κατόπιν αιτήματός του. Σε περίπτωση εντοπισμού λογαριασμών με υπόλοιπα τα οποία υπερβαίνουν συστηματικά τις ταμειακές ανάγκες των φορέων κατά ποσοστό μεγαλύτερο του οριζόμενου στην απόφαση της παραγράφου 18, η αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. ενημερώνει τον Υπουργό Οικονομικών και εισηγείται την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου 16.

16.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του εκάστοτε εποπτεύοντος Υπουργού είναι δυνατή, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης φορέα της Γενικής Κυβέρνησης με τις διατάξεις των παραγράφων 10, 14 και 15, η καθαίρεση των μελών του Δ.Σ. του φορέα, των εκτελεστικών του οργάνων και του Προϊσταμένου Οικονομικών Υπηρεσιών. Με την ίδια ή όμοια απόφαση δύναται να μειώνεται το ύψος της ετήσιας επιχορήγησης του φορέα από τον Τακτικό Προϋπολογισμό. Η έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με την απόφαση της παραγράφου 18.

17.

Τα κεφάλαια που μεταφέρονται από κάθε Φορέα Γενικής Κυβέρνησης στην ταμειακή διαχείριση και στο Κοινό Κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος είναι διαθέσιμα προς απόληψη από τον δικαιούχο φορέα, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 20 και της περίπτωσης στ΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/ 1997. Με την απόφαση της παραγράφου 18 δύναται να ορίζεται η υποχρέωση έγκαιρης προειδοποίησης της Τράπεζας της Ελλάδος, του Γ.Λ.Κ. και του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.) σε περίπτωση απόληψης ποσού υψηλότερου από συγκεκριμένο όριο το οποίο καθορίζεται με την ίδια απόφαση. Από τη θέση σε ισχύ της υποχρέωσης έγκαιρης προειδοποίησης του προηγούμενου εδαφίου παύει να ισχύει η αντίστοιχη προς την Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτική διάταξη της περίπτωσης στ΄ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/

1997.

Σε περιπτώσεις ακραίων συνθηκών ρευστότητας και αποκλειστικά για λόγους προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να προσδιορίζει ειδικά όρια απολήψεων για την πληρωμή των ανελαστικών δαπανών των φορέων. Ως έκτακτες συνθήκες ρευστότητας νοούνται αποκλειστικά οι περιστάσεις στις οποίες καθίσταται αδύνατη η χρηματοδότηση ανελαστικών υποχρεώσεων του Κράτους. Η προϋπόθεση της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος θεωρείται ότι εκπληρώνεται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες ο μη προσδιορισμός ειδικών ορίων απολήψεων ποσών από τους ανωτέρω λογαριασμούς θα οδηγούσε σε άμεσο κίνδυνο αθέτησης ανελαστικών υποχρεώσεων του Κράτους ή μη επιτέλεσης στοιχειωδών λειτουργιών του. Η δυνατότητα προσδιορισμού ειδικών ορίων δεν ισχύει σε περιπτώσεις καταβολής τοκοχρεολυσίων. Ο προσδιορισμός των λοιπών ανελαστικών δαπανών, πέραν των καταβολών τοκοχρεολυσίων, καθώς και της σειράς προτεραιότητας αυτών, πραγματοποιείται με την απόφαση της παραγράφου 18. Η απόφαση περί προσδιορισμού ειδικών ορίων απολήψεων αναρτάται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών.

18.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών η οποία εκδίδεται εντός τριάντα (30) ημερών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, καθορίζονται η διαδικασία μεταφοράς των πλεοναζόντων ταμειακών διαθεσίμων στην ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος, οι κανόνες, η διαδικασία και η συχνότητα υποβολής στοιχείων ταμειακού προγραμματισμού από τους φορείς Γενικής Κυβέρνησης, η διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου της συμμόρφωσης των φορέων από τις εποπτεύουσες Γ.Δ.Ο.Υ. και το Γ.Λ.Κ., η μέθοδος προσδιορισμού του μεγίστου ορίου ρευστότητας και το ποσοστό υπέρβασης των ταμειακών αναγκών του φορέα πέραν του οποίου μπορούν να ενεργοποιηθούν οι κυρώσεις της παραγράφου 16, οι βασικές αρχές προσδιορισμού του ελαχίστου ύψους ρευστών διαθεσίμων του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου, η μέγιστη χρονική διάρκεια προσδιορισμού ειδικών ορίων, απολήψεων βάσει της παραγράφου 17 και κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με την εφαρμογή των παραγράφων 9 έως 17 του παρόντος άρθρου και την ομαλή λειτουργία του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου. Οι διατάξεις της παραγράφου 14 περί της υποχρέωσης υποβολής ταμειακού προγραμματισμού ισχύουν για φορείς της παραγράφου.

19.

Οι επιχορηγήσεις των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης από τον Τακτικό Προϋπολογισμό καταβάλλονται σε πίστωση της ταμειακής διαχείρισης που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο χρόνος έναρξης ισχύος της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με την απόφαση της παραγράφου 20.

20.

Η απόληψη ποσών από την ταμειακή διαχείριση στην Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιείται βάσει των εγκεκριμένων κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 14 ταμειακών αναγκών των φορέων. Σε περιπτώσεις επιπλέον απόληψης ποσών από την ταμειακή διαχείριση, ο φορέας υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα την εποπτεύουσα Γ.Δ.Ο.Υ., το Γ.Λ.Κ. και τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ.. Σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα της Ελλάδος ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο για την ακριβή εκτέλεση της εντολής που έχει λάβει από τον φορέα. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της ανωτέρω διαδικασίας, η διαδικασία απόληψης ποσών από την ταμειακή διαχείριση των φορέων, καθώς και όλες οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου λεπτομέρειες. Με την ίδια ή όμοια απόφαση μπορεί να προβλέπεται η πιλοτική εφαρμογή της ανωτέρω διαδικασίας με συμμετοχή συγκεκριμένων φορέων. Οι προβλέψεις των παραγράφων 19 και 20 ισχύουν για φορείς Γενικής Κυβέρνησης οι οποίοι επιχορηγούνται ετησίως από τον Τακτικό Προϋπολογισμό με ποσό υψηλότερο από συγκεκριμένο όριο το οποίο τίθεται με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου.

21.

Οι διατάξεις των παραγράφων 9 έως 20 παύουν να ισχύουν για τους φορείς της Κεντρικής και της Γενικής Κυβέρνησης που μεταφέρουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα στον Ενιαίο Λογαριασμό δυνάμει των υπουργικών αποφάσεων των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος άρθρου. Διά των ίδιων αποφάσεων καθορίζονται όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες της μετάβασης από το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου της παραγράφου 9 στον Ενιαίο Λογαριασμό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις των παραγράφων 9 έως 20 συνεχίζουν να ισχύουν και μετά την έκδοση των υπουργικών αποφάσεων των παραγράφων 6 και 7 για τους φορείς για τους οποίους η μεταφορά των ταμειακών διαθεσίμων στον Ενιαίο Λογαριασμό δεν καθίσταται υποχρεωτική.

22.

Στο πλαίσιο λειτουργίας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου, ο Υπουργός Οικονομικών εξουσιοδοτείται να συνάπτει ειδικές συμφωνίες παροχής υπηρεσιών με πιστωτικά ιδρύματα με σκοπό τον καθορισμό όρων και προϋποθέσεων για την αυτόματη μεταφορά ποσών μεταξύ λογαριασμών φορέων Γενικής Κυβέρνησης στα εν λόγω ιδρύματα και της ταμειακής διαχείρισης των φορέων στην Τράπεζα της Ελλάδος ή μεταξύ λογαριασμών φορέων Γενικής Κυβέρνησης στα εν λόγω ιδρύματα και του Ενιαίου Λογαριασμού. Η ένταξη φορέων της Γενικής Κυβέρνησης στο σύστημα αυτόματης μεταφοράς ποσών πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του φορέα και του Υπουργείου Οικονομικών. Οι προς ένταξη φορείς εξουσιοδοτούν τα πιστωτικά ιδρύματα και την Τράπεζα της Ελλάδος να προβαίνουν στις απαιτούμενες αυτόματες μεταφορές.

23.

Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου για τους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης ισχύουν με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 49 του ν. 4370/2016 (Α΄ 37) και της παρ. 5 του άρθρου 202 του ν. 4389/2016. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου για τη Βουλή των Ελλήνων ισχύουν υπό την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 26 του άρθρου 34 του ν. 4484/2017 (Α΄ 110).».

2.

Με την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου καταργούνται:

  • α) Ο ν. 4323/2015 (Α΄ 43).
  • β) Το άρθρο 3 του ν. 2216/1994 (Α΄ 83).
Άρθρο 81

Τροποποίηση της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 Η παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «11. α. Τα ταμειακά διαθέσιμα των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης (Φ.Γ.Κ.) τα οποία μεταφέρονται στο Κοινό Κεφάλαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69Α του ν. 4270/2014 βρίσκονται υπό την διαχείριση της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄ έως ζ΄ της παρούσας παραγράφου. β. Το Κοινό Κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο αλλά ομάδα περιουσίας, της οποίας τα επί μέρους στοιχεία ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους συμμετέχοντες σε αυτό φορείς ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους. Οι φορείς που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο, εκπροσωπούνται δικαστικώς και εξωδίκως από την Τράπεζα της Ελλάδος ως προς τις έννομες σχέσεις από τη διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου και το δικαιώματά τους επί του ενεργητικού του. γ. Το ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου επενδύεται σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου. Στην έννοια των κινητών αξιών του Ελληνικού Δημοσίου περιλαμβάνονται και κινητές αξίες δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3429/ 2005 (Α΄ 314), που καλύπτονται από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και αποτελούν μέρος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εξειδικεύονται οι κινητές αξίες που ανήκουν στην κατηγορία του προηγούμενου εδαφίου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Το ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου δύναται να επενδύεται και σε τίτλους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κατωτέρω. Εάν κατά το χρόνο πραγματοποίησης των επί μέρους επενδύσεων δεν υπάρχουν διαθέσιμοι τίτλοι στην πρωτογενή αγορά, το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος τίτλους της τελευταίας έκδοσης στην τιμή εγγραφής ή στη μέση τιμή της δημοπρασίας, ανάλογα με τον τρόπο που είχαν διατεθεί οι τίτλοι κατά την ημερομηνία έκδοσης, με συνυπολογισμό των τόκων του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος. Αν από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου δεν υπάρχει ενδιαφέρον για την πρωτογενή διάθεση τίτλων, παρέχεται η ευχέρεια στην Τράπεζα της Ελλάδος να αγοράζει τίτ Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης για την απόκτηση του αναγκαίου εκάστοτε χαρτοφυλακίου, έτσι ώστε τα δημιουργούμενα νέα υπόλοιπα στους λογαριασμούς των φορέων να επενδύονται άμεσα. Η απόφαση συμμετοχής ή μη του Κοινού Κεφαλαίου σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, κατεφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστή του Κοινού Κεφαλαίου, η οποία, καθώς και τα στελέχη της, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, δεν υπέχουν καμία ευθύνη, ποινική, αστική, διοικητική ή άλλη. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να συναλλάσσεται με επαγγελματίες διαμεσολαβητές που συμμετέχουν στη δευτερογενή αγορά, όπως πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και, εν γένει, με μέλη οργανωμένων αγορών και πολυμερών μηχανισμών διαπραγμάτευσης, καθώς και με τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και άλλους παρεμφερείς φορείς και οργανισμούς, καταρτίζοντας μαζί τους συναλλαγές εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς, με όρους αγοράς. Στις συναλλαγές αυτές περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις αγοράς/πώλησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης με σύμφωνο επαναπώλησης/ επαναγοράς (repos, reverse repos, buy/sell back, sell/ buy back). Από την 1.5.2016 τυχόν δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν ή απορρέουν από τίτλους που ανήκουν στο ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου και ιδίως δικαιώματα ψήφου στο πλαίσιο γενικών συνελεύσεων κατόχων τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν απόφαση συμμετοχής ή μη του Κοινού Κεφαλαίου σε πρόγραμμα ανταλλαγής τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, κατ εφαρμογή προγράμματος για την αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα και ασκούνται από τους φορείς που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο διά των αρμοδίων οργάνων τους και κατά το λόγο συμμετοχής τους σε αυτό. Σε περίπτωση κεφαλαιακών ζημιών των φορέων από τη για οποιονδήποτε λόγο μη προσήκουσα και ιδίως μη έγκαιρη ή μη ολοσχερή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου ως αντισυμβαλλομένου σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης με σύμφωνα επαναγοράς, ο φορέας που υπέστη τη ζημία έχει απευθείας αξίωση αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου. δ. Η διαχειριστική χρήση του Κοινού Κεφαλαίου έχει τη διάρκεια του ημερολογιακού εξαμήνου, στο τέλος του οποίου οι καθαρές πρόσοδοι κατανέμονται στους δικαιούχους ανάλογα με το ύψος και τη διάρκεια της συμμετοχής τους στο Κοινό Κεφάλαιο. ε. Με Σύμβαση μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζεται το ύψος της αμοιβής που θα καταβάλλεται στην Τράπεζα της Ελλάδος από το Κοινό Κεφάλαιο για τη διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού και καταβολής της. στ. Οι φορείς που συμμετέχουν σε αυτό δύνανται να ζητήσουν από την Τράπεζα της Ελλάδος την απόληψη συγκεκριμένων χρηματικών ποσών και μέχρι της τρέχουσας αξίας της μερίδας τους στο Κοινό Κεφάλαιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλει το αιτούμενο ποσό στον φορέα, μειουμένης αναλόγως της μερίδας συμμετοχής του αιτούντος στο Κοινό Κεφάλαιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται με πράξη του Διοικητή της να ορίζει το όριο των αναλαμβανόμενων ποσών πέραν του οποίου θα απαιτείται απλή προειδοποίηση προκειμένου να πραγματοποιηθεί η εκταμίευση. Οι πράξεις αυτές θα κοινοποιούνται στους φορείς. Οι πρόσοδοι που αναλογούν σε αναληφθέντα ποσά καταβάλλονται στους δικαιούχους στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου. Η ρευστοποίηση μέρους του ενεργητικού του Κοινού Κεφαλαίου και ιδίως η πώληση κινητών αξιών του Ελληνικού Δημοσίου που ανήκουν στο ενεργητικό του Κοινού Κεφαλαίου πριν από την ημερομηνία λήξης τους, προκειμένου να αποδοθούν σε φορείς χρηματικά ποσά σε εκτέλεση των οριζομένων στα προηγούμενα εδάφια, δεν συνιστά κακή διαχείριση από την Τράπεζα της Ελλάδος. ζ. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. η. Τα κεφάλαια που τηρούνται από τους Φ.Γ.Κ. στην Τράπεζα της Ελλάδος σε λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης, επενδύονται σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου με σύμφωνα επαναπώλησης/επαναγοράς με αντισυμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο (repos, reverse repos, buy/sell back, sell/buy back). Σε περίπτωση κεφαλαιακών ζημιών των Φ.Γ.Κ. από τη για οποιονδήποτε λόγο μη προσήκουσα και ιδίως μη έγκαιρη ή μη ολοσχερή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου ως αντισυμβαλλομένου σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης με σύμφωνα επαναγοράς, ο φορέας που υπέστη τη ζημία έχει απευθείας αξίωση αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Η διαχείριση των επενδυόμενων κεφαλαίων από λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης, καθώς και η κατανομή των προσόδων στους δικαιούχους γίνεται κατά τρόπο ανάλογο εκείνου του Κοινού Κεφαλαίου.».

Άρθρο 82

Τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4270/2014 Η περίπτωση η΄ του άρθρου 21 του ν. 4270/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «η. Παρακολουθεί και διαχειρίζεται, κατά το λόγο αρμοδιότητάς του, τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της Κεντρικής Διοίκησης, συντονίζει τις χρηματικές εκροές από τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και από το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου του άρθρου 69Α και προγραμματίζει την τήρηση των απαιτούμενων χρηματικών αποθεμάτων για την πληρωμή δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού και για τις απολήψεις των φορέων από το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου. Διοικεί και διαχειρίζεται το κεντρικό σύστημα πληρωμών, καθώς και το κεντρικό σύστημα ταμειακής διαχείρισης του Ελληνικού Δημοσίου, επο και υποβάλλει προτάσεις στον Υπουργό Οικονομικών για την έγκριση ανοίγματος και κλεισίματος τραπεζικών λογαριασμών από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης και της Γενικής Κυβέρνησης σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον παρόντα νόμο. Παρακολουθεί το σύνολο των λογαριασμών που τηρούνται από Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.».

Άρθρο 83

Τροποποίηση του άρθρου 24 του ν. 4270/2014 Η περίπτωση β΄ της παρ. 5 του άρθρου 24 του ν. 4270/ 2014 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Διασφαλίζει ότι η Γ.Δ.Ο.Υ. καταρτίζει προβλέψεις για τις μηνιαίες ταμειακές ανάγκες και παρακολουθεί την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Υπουργείου και των εποπτευόμενων φορέων σε μηνιαία βάση, σύμφωνα με τους στόχους που έχουν τεθεί από τα μνημόνια συνεργασίας των άρθρων 70, 147 και 155Α. Καταρτίζει τον ταμειακό προγραμματισμό του Υπουργείου και τον υποβάλει έγκαιρα στο Γ.Λ.Κ. Συγκεντρώνει στοιχεία ταμειακού προγραμματισμού των εποπτευόμενων φορέων και εγκρίνει το ύψος των ταμειακών τους αναγκών σε συμφωνία με τις οδηγίες του Γ.Λ.Κ.».

Άρθρο 84

Τροποποίηση του άρθρου 25 του ν. 4270/2014 Στην παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 4270/2014 προστίθεται περίπτωση στ΄ ως εξής: «στ. Είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση του ταμειακού προγραμματισμού του φορέα βάσει των οδηγιών του Γ.Λ.Κ., για την έγκαιρη υποβολή του στην εποπτεύουσα Γ.Δ.Ο.Υ. και για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου αναφορικά με τη συμμετοχή του φορέα στον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και στο Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.».

Άρθρο 85

Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν. 4270/2014 Το άρθρο 30 του ν. 4270/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 30 Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους

1.

Στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου, ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ. έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Καταρτίζει το πρόγραμμα δανεισμού και διαχείρισης του δημοσίου χρέους, το οποίο υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Οικονομικών. β. Αναλαμβάνει, ως εντολοδόχος και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, την εκτέλεση του εγκεκριμένου δανειακού προγράμματος, με τη σύναψη δανείων και την έκδοση τίτλων. γ. Συμμετέχει στην κατάρτιση του Μ.Π.Δ.Σ. με την παροχή στο Γ.Λ.Κ. των στοιχείων του δημοσίου χρέους. δ. Καταρτίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό του δημοσίου χρέους και το σχετικό με το δημόσιο χρέος κεφάλαιο της εισηγητικής έκθεσης του κρατικού προϋπολογισμού. ε. Εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος. στ. Σχεδιάζει, σε συνεννόηση με την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., με βάση τις προδιαγραφές του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Δημοσιονομικής Πολιτικής, τη διαδικασία για την ορθή ενημέρωση των κωδικών του προϋπολογισμού και των λογαριασμών λογιστικής που αφορούν το δημόσιο χρέος. ζ. Υπολογίζει και διενεργεί τις απαραίτητες προσαρμογές στα στοιχεία του δημοσίου χρέους, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών. η. Συντάσσει εκθέσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών, σε τριμηνιαία βάση ή όποτε του ζητηθεί, για την εξέλιξη του δημοσίου χρέους και υποβάλλει προτάσεις σχετικά με την πολιτική διαχείρισης του δημοσίου χρέους. θ. Συντάσσει και υποβάλλει στον Υπουργό Οικονομικών και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους, απολογιστική έκθεση των πεπραγμένων, με αναλυτικά στοιχεία του κόστους δανεισμού, και της διάρθρωσης του δημοσίου χρέους, καθώς και επαρκώς αιτιολογημένη αναφορά για την περίπτωση υπέρβασης του ανώτατου ορίου του καθαρού δανεισμού. ι. Υποβάλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλυτικά στοιχεία, συνοδευόμενα από τα απαραίτητα δικαιολογητικά για το δημόσιο χρέος, τη διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και των διαχειριστικών πράξεων παραγώγων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων. ια. Διαχειρίζεται τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου. ιβ. Διαχειρίζεται τα ταμειακά διαθέσιμα του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου (Ε.Λ.Θ.) και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου (Σ.Λ.Θ.) μέσω τοποθετήσεων σε πιστωτικά ιδρύματα και πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας υπό τη μορφή πράξεων πώλησης με συμφωνία επαναγοράς (repo agreements), τις οποίες συνάπτει ο Ο.Δ.ΔΗ.Χ. κυρίως με Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Για τον σκοπό αυτόν, υποβάλλονται εγκαίρως στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. από την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., πίνακες προβλέψεων ταμειακής ρευστότητας της Κεντρικής Διοίκησης και της Γενικής Κυβέρνησης, κατά ελάχιστο ορίζοντα ενενήντα (90) ημερών σε ημερήσια βάση και δώδεκα (12) μηνών σε μηνιαία βάση. ιγ. Λαμβάνει βραχυπρόθεσμες επενδυτικές αποφάσεις ώστε να διατηρούνται επαρκή ταμειακά αποθεματικά στον Ε.Λ.Θ. και στο Σ.Λ.Θ., σύμφωνα με τις βασικές αρχές χρηματοοικονομικής διαχείρισης και κινδύνου. ιδ. Ορίζει, σε συνεργασία με την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., το ελάχιστο ύψος ρευστών διαθεσίμων του Σ.Λ.Θ.. ιε. Καταρτίζει και επικαιροποιεί το δανειακό πρόγραμμα, τις πληρωμές εξυπηρέτησης και τις πράξεις διαχείρισης δημοσίου χρέους και υποβάλει τη σχετική πληροφόρηση στην αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. για την κατάρτιση των πινάκων προβλέψεων ταμειακής ρευστότητας. ιστ. Καταρτίζει και επικαιροποιεί το χρηματοδοτικό πρόγραμμα. ιζ. Ενημερώνει το Γ.Λ.Κ. σχετικά με τις δανειακές ανάγκες, καθώς και με το ενδεχόμενο απόκλισης από το δανειακό πρόγραμμα.

2.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ανατίθενται στον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και οι ακόλουθες αρμοδιότητες: Δημοσίου των δημοσίων επιχειρήσεων. β. Σύναψη και παρακολούθηση διαχειριστικών πράξεων παραγώγων και λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων. γ. Παρακολούθηση και στήριξη της δευτερογενούς αγοράς ομολόγων.».

Άρθρο 86

Κατάργηση διατάξεων του π.δ. 142/2017. Οι υποπεριπτώσεις εε΄, στστ΄ και ζζ΄ της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 41 του π.δ. 142/2017 (Α΄181) καταργούνται.

Άρθρο 87

Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 142/2017. Τα άρθρα 46 και 47 του π.δ. 142/2017 αντικαθίστανται ως εξής: «Άρθρο 46 Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων

1.

Οι στρατηγικοί σκοποί της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων είναι οι ακόλουθοι: (α) Η έγκαιρη και ενιαία ερμηνεία των δημοσιολογιστικών διατάξεων προς υποστήριξη των υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου για την εφαρμογή τους. (β) Η αποτελεσματική διαχείριση των διαδικασιών πληρωμής του Ελληνικού Δημοσίου. (γ) Ο καθορισμός, η παρακολούθηση και η διαχείριση του ενιαίου λογιστικού σχεδίου για όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. (δ) Ο καθορισμός και η παρακολούθηση εφαρμογής των ενιαίων διαχειριστικών κανόνων για όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. (ε) Η διασφάλιση της ορθής διαχείρισης της κρατικής εγγύησης κατά τη λειτουργία της ως εργαλείο άσκησης οικονομικής, κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής. (στ) Η αποτελεσματική διαχείριση της περιουσίας και των εκκρεμοτήτων του τ. Ο.Α.Ε. (ζ) Η υλοποίηση του ταμειακού προγραμματισμού για τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και για το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.

2.

Η Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου και Δημοσιονομικών Κανόνων διαρθρώνεται ως εξής: (α) Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης. (β) Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού. (γ) Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων. (δ) Διεύθυνση Κατάρτισης και Συντονισμού Εφαρμογής Δημοσιονομικών Κανόνων. (ε) Ενιαία Αρχή Πληρωμής.

Άρθρο 47

Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης

1.

Οι επιχειρησιακοί στόχοι της Διεύθυνσης Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης είναι οι ακόλουθοι: (α) Η διαχείριση λογιστικού συστήματος και η κατάρτιση χρηματοοικονομικών αναφορών για την Κεντρική Διοίκηση. (β) H διαχείριση του Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου και ο καθορισμός ενιαίων λογιστικών προτύπων για τη Γενική Κυβέρνηση.

2.

Η Διεύθυνση Λογιστικής Γενικής Κυβέρνησης διαρθρώνεται σε τρία (3) Τμήματα, ως κατωτέρω: (α) Τμήμα Α΄- Απολογισμού - Ισολογισμού Κεντρικής Διοίκησης. (β) Τμήμα Β΄- Υπολόγου Συμψηφισμών. (γ) Τμήμα Γ΄- Λογιστικού Σχεδίου Γενικής Κυβέρνησης.

3.

Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης κατανέμονται στα Τμήματα ως εξής: (α) Τμήμα Α΄- Απολογισμού - Ισολογισμού Κεντρικής Διοίκησης. (αα) Η μέριμνα για την εφαρμογή των οδηγιών στο πλαίσιο υλοποίησης του Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου Γενικής Κυβέρνησης. (ββ) Η επίβλεψη σε συνεργασία με το Τμήμα Β΄ - Υπολόγου Συμψηφισμών όλων των λογιστικών εργασιών των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και η μέριμνα για τη διευθέτηση λογιστικών ζητημάτων που ανακύπτουν. (γγ) Ο έλεγχος και η λογιστική συμφωνία, σε μηνιαία και ετήσια βάση, όλων των εισαγομένων στο πληροφοριακό σύστημα στοιχείων προϋπολογισμού (έσοδα-έξοδα) και στοιχείων λογιστικής των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων. (δδ) Η συμφωνία σε μηνιαία βάση των τραπεζικών υπο-λογαριασμών των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων με τους αντίστοιχους λογαριασμούς της λογιστικής. (εε) Ο έλεγχος και η λογιστική παρακολούθηση, σε μηνιαία και ετήσια βάση, του συνολικού ισοζυγίου. (στστ) Η κατάρτιση και η δημοσίευση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και του Απολογισμού των εσόδων και εξόδων του Προϋπολογισμού της Κεντρικής Διοίκησης. (ζζ) Η αποστολή των ετήσιων Οικονομικών Καταστάσεων και του Απολογισμού στο Ελεγκτικό Συνέδριο, για έλεγχο και κατάθεση στη Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση. (ηη) Η εκκαθάριση και η απόδοση σε τρίτους των εσόδων που εισπράττονται υπέρ αυτών μέσω του προϋπολογισμού. (θθ) Η κατάρτιση αποφάσεων έκδοσης αντιγράφων χρηματικών ενταλμάτων, σε περίπτωσή απώλειάς τους. (ιι) Το κλείσιμο των βιβλίων και ο προσδιορισμός του οικονομικού αποτελέσματος. (β) Τμήμα Β΄- Υπολόγου Συμψηφισμών (αα) Ο έλεγχος και η συμφωνία όλων των λογιστικών εγγραφών της Κεντρικής Διοίκησης, σε μηνιαία και ετήσια βάση, εκτός των λογιστικών εγγραφών των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων. (ββ) Η συμφωνία των τραπεζικών λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης, εκτός των υπολογαριασμών των Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Στρατιωτικών Ταμείων, με τους αντίστοιχους λογαριασμούς της λογιστικής. (δδ) Η συγκέντρωση και συσχέτιση των εντολών των αρμοδίων Υπηρεσιών των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης προς την Τράπεζα της Ελλάδος με τα αντίστοιχα δελτία αναγγελίας της κίνησης των λογαριασμών του Δημοσίου που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και η συγκέντρωση και συσχέτιση όλων των Συμψηφιστικών Χρηματικών Ενταλμάτων. (εε) Η τήρηση αρχείου δικαιολογητικών όλων των λογιστικών εγγραφών της Κεντρικής Διοίκησης. (στστ) Η υποβολή των μηνιαίων και ετήσιων λογαριασμών της Κεντρικής Διοίκησης στο Ελεγκτικό Συνέδριο. (γ) Τμήμα Γ΄- Λογιστικού Σχεδίου Γενικής Κυβέρνησης (αα) Η διαμόρφωση Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου και χρηματοοικονομικών καταστάσεων για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης. (ββ) Η παροχή οδηγιών σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης για την εφαρμογή του Ενιαίου Λογιστικού Σχεδίου. (γγ) Η προώθηση αλλαγών του πληροφοριακού συστήματος για την υποστήριξη του προσαρμοσμένου λογιστικού σχεδίου. (δδ) Η σταθερή διασύνδεση του λογιστικού συστήματος με το σύστημα ταξινόμησης του προϋπολογισμού. (εε) Η παροχή γνώμης σχετικά με την τροποποίηση των Κωδικών Κατάταξης Εσόδων και Δαπανών. (στστ) Η παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων και η εναρμόνιση των λογαριασμών του Δημοσίου με τα διεθνή πρότυπα.».

Άρθρο 88

Σύσταση Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού Μετά το άρθρο 47 του π.δ. 142/2017, προστίθεται άρθρο 47Α ως εξής: «Άρθρο 47Α Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού

1.

Οι επιχειρησιακοί στόχοι της Διεύθυνσης Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού είναι οι ακόλουθοι: (α) Η παρακολούθηση και διαχείριση του συστήματος λογαριασμών της Γενικής Κυβέρνησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και σε λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. (β) Η εκτέλεση και παρακολούθηση του Κρατικού Προϋπολογισμού. (γ) Η διεξαγωγή και η παρακολούθηση όλων των χρηματικών δοσοληψιών του ελληνικού κράτους με την Ευρωπαϊκή Ένωση. (δ) Η κατάρτιση του ταμειακού προγραμματισμού και η παρακολούθηση της ρευστότητας του Ενιαίου Λογαριασμού Θησαυροφυλακίου και του Συστήματος Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου. (ε) Η οργάνωση, επίβλεψη και περαιτέρω ανάπτυξη των τραπεζικών ρυθμίσεων αναφορικά με τον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου και το Σύστημα Λογαριασμών Θησαυροφυλακίου.

2.

Η Διεύθυνση Λογαριασμών και Ταμειακού Προγραμματισμού διαρθρώνεται σε τέσσερα (4) Τμήματα, ως κατωτέρω: (α) Τμήμα Α΄ - Λογαριασμών. (β) Τμήμα Β΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Κεντρικής Διοίκησης. (γ) Τμήμα Γ΄ - Ταμειακού Προγραμματισμού Γενικής Κυβέρνησης. (δ) Τμήμα Δ΄ - Χρηματικών Δοσοληψιών με την Ε.Ε.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)