Νόμοι — ΦΕΚ A' 107/2014
Για τη σύσταση και λειτουργία στην Ελλάδα εταιρειών παροχής πιστώσεων απαιτείται ειδική άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Το ίδιο ισχύει και για τη μετατροπή υφιστάμενης ανώνυμης εταιρείας σε εταιρεία παροχής πιστώσεων. Για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας, η Τράπεζα της Ελλάδος ζητεί και αξιολογεί τα αντίστοιχα στοιχεία και πληροφορίες που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο για την παροχή άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύει περαιτέρω τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της πιο πάνω άδειας και να καθορίζει το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο που απαιτείται να καταβληθεί για τη σύσταση και τη λειτουργία των εταιριών παροχής πιστώσεων, καθώς επίσης το ύψος των ιδίων κεφαλαίων. Το συγκεκριμένο ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο πρέπει να είναι ολόκληρο καταβεβλημένο σε μετρητά.
Οι μετοχές των εταιριών παροχής πιστώσεων είναι ονομαστικές. Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί εποπτεία και έλεγχο στις επιχειρήσεις του παρόντος άρθρου και ρυθμίζει με πράξεις της τα σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση και τα συστήματα Εσωτερικού Ελέγχου. Επίσης αξιολογεί τους εταίρους, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τους επικεφαλής των λειτουργιών των εν λόγω εταιριών κατ’ αναλογία προς τα ισχύοντα για τα πιστωτικά ιδρύματα και περαιτέρω μπορεί να ζητεί οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία και πληροφορίες. Για την έννοια και το περιεχόμενο της εποπτείας, περιλαμβανομένης της δυνατότητας της Τράπεζας της Ελλάδος να θέτει γενικούς ή ειδικούς ανά επιχείρηση κανόνες, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος νόμου, που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλεί άδεια λειτουργίας που έχει χορηγήσει σε εταιρεία παροχής πιστώσεων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19.
Με πράξη της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Άρθρο 154
Κυρώσεις από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (άρθρο 67 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε περίπτωση που μία επιχείρηση της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου: την υποχρέωση ικανοποίησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του άρθρου 92 ή 95 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κατά περίπτωση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά παράβαση του άρθρου 99 παράγραφος 1 του εν λόγω Κανονισμού,
- β) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
σε σχέση με τα στοιχεία του άρθρου 101 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- γ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
σχετικά με ένα μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα, κατά παράβαση του άρθρου 394 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ)
- δ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
σχετικά με τη ρευστότητά του, κατά παράβαση του άρθρου 415 παράγραφοι 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ)
- ε) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
σχετικά με το δείκτη μόχλευσης, κατά παράβαση του άρθρου 430 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- στ) δεν διατηρεί κατ’ εξακολούθηση και σε βάθος
χρόνου ρευστά διαθέσιμα, κατά παράβαση του άρθρου 412 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- ζ) παρουσιάζει χρηματοδοτικό άνοιγμα πέραν των
ορίων που θέτει το άρθρο 395 του Κανονισμού (ΕΕ)
- η) που είναι εκτεθειμένη στον πιστωτικό κίνδυνο μιας
θέσης τιτλοποίησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 405 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
- θ) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή στοιχεία και πληροφορίες κατά παράβαση του άρθρου 431
παράγραφοι 1, 2 και 3 ή του άρθρου 451 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- ι) προβαίνει σε πληρωμές σε κατόχους μέσων που
περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος, κατά παράβαση του άρθρου 131 του παρόντος νόμου ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα άρθρα 28, 51 ή 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια,
- ια) δεν εφαρμόζει πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης
όπως απαιτείται από το άρθρο 66 του παρόντος νόμου,
- ιβ) διόρισε ή δεν αντικατέστησε αμελλητί τα πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 83 του
παρόντος νόμου, επιβάλλει με απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 21 του ν. 3606/2007 περί ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΑΕΠΕΥ, που μπορεί να εφαρμοστεί και για τις περιπτώσεις α΄ έως και ια΄ της προηγουμένης παραγράφου και λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά και εκτελεστικά μέτρα και αποφάσεις του παρόντος νόμου, στις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που επιβάλλονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, περιλαμβάνονται τα εξής:
- α) Διοικητικές κυρώσεις:
- αα) στην περίπτωση νομικού προσώπου, επίπληξη ή
χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένων των ακαθάριστων εσόδων που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και εισπρακτέες προμήθειες ή αμοιβές σύμφωνα με το άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,
- ββ) στην περίπτωση φυσικού προσώπου, επίπληξη ή
χρηματικά διοικητικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,
- γγ) χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του
ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν. Σε περίπτωση που επιχείρηση της υποπερίπτωσης αα΄ της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, τα σχετικά ακαθάριστα έσοδα θα είναι τα ακαθάριστα έσοδα που προκύπτουν από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.
- β) Διοικητικά μέτρα:
- αα) δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφεται το
υπεύθυνο φυσικό η νομικό πρόσωπο ή οντότητα, και η φύση της παράβασης,
- ββ) σύσταση προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
- γγ) προσωρινή απαγόρευση κατά των προσώπων της
παραγράφου 2 του άρθρου 57 του παρόντος νόμου να ασκούν καθήκοντα σε ιδρύματα,
- δδ) στις περιπτώσεις α΄ έως και ι΄ της προηγούμενης
παραγράφου, ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3606/2007.
Άρθρο 155
Ανταλλαγή πληροφοριών − Επιτροπή Κεφαλαιαγοάς Η περίπτωση στ΄ της παρ. 13 του άρθρου 76 του ν. 1969/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «στ) Για την ανταλλαγή πληροφοριών με εποπτικές και γενικά αρμόδιες αρχές άλλων κρατών−μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΑΤ, της ΕΑΚΑΑ, καθώς επίσης και τρίτων κρατών, εφόσον έχει ληφθεί επαρκής μέριμνα για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από τις αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΤΕΛΙΚΕΣ − ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 156
Μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 151 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Οι διατάξεις των άρθρων 44, 45, 46, 50, 51 και 52 τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που θα εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 460 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μέχρι την ημερομηνία αυτή ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 157 έως 164.
Άρθρο 157
Απαιτήσεις σχετικά με την υποβολή αναφορών (άρθρο 152 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής μπορεί να απαιτεί, για στατι υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη.
Για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 161, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή κράτους−μέλους υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτημέλη, τις ίδιες πληροφορίες με εκείνες που απαιτεί γι’ αυτό το σκοπό από τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα.
Άρθρο 158
Μέτρα − Κυρώσεις σε πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη (άρθρο 153 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή κράτουςμέλους υποδοχής εφόσον διαπιστώσει ότι πιστωτικό ίδρυμα με έδρα σε άλλο κράτος−μέλος που διαθέτει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα, δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος νόμου απαιτεί την εκ μέρους του συμμόρφωση προς αυτές.
Εάν το εμπλεκόμενο πιστωτικό ίδρυμα δεν προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους προέλευσης.
Εάν, το πιστωτικό ίδρυμα, παρά τη λήψη των μέτρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους προέλευσης ή λόγω ακαταλληλότητας των μέτρων αυτών ή διότι δεν ελήφθησαν καθόλου τέτοια μέτρα, εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οι οποίες ισχύουν στην Ελλάδα, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής μπορεί, αφού ενημερώσει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους προέλευσης, να λαμβάνει τα κατάλληλα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα και, εφόσον κρίνει τούτο απαραίτητο, μπορεί να απαγορεύει στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα να διενεργεί νέες πράξεις στην Ελλάδα. Η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για την επιβολή κυρώσεων κοινοποιείται και στο υποκατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα.
Στην περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή κράτους−μέλους υποδοχής ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος ότι πιστωτικό ίδρυμα με έδρα την Ελλάδα που δραστηριοποιείται στο έδαφός του δεν τηρεί τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί το είδος των εν λόγω μέτρων στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους υποδοχής.
Άρθρο 159
Προληπτικά μέτρα (άρθρο 154 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Προτού ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 158, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής μπορεί, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, να λαμβάνει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των καταθετών, των επενδυτών ή άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται υπηρεσίες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών ενημερώνονται αμελλητί για τα εν λόγω μέτρα.
Άρθρο 160
Αρμοδιότητες της αρμόδιας αρχής στην Ελλάδα ως κράτος−μέλος προέλευσης και ως κράτος − μέλος υποδοχής (άρθρο 155 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας κατά περίπτωση αρχής του κράτους−μέλους προέλευσης ιδρύματος ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχείρησης του άρθρου 31 του παρόντος νόμου ασκεί την προληπτική εποπτεία επ’ αυτού περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων του στην αλλοδαπή, βάσει του άρθρου 33, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 38 και του άρθρου 42 του παρόντος νόμου ή των άρθρων 33 και 34 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή των άρθρων 31 και 33 του ν. 3606/2007 ή των άρθρων 31 και 32 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Η αρμοδιότητα του προηγούμενου εδαφίου τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ ή του ν. 3606/2007 ή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ που αφορούν τις αρμοδιότητες του κράτους − μέλους υποδοχής.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις αρμοδιότητες άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της κατά τον παρόντα νόμο λαμβάνει υπόψη τυχόν αντίκτυπο των αποφάσεών της στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος όλων των εμπλεκόμενων κρατώνμελών, ιδίως, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Άρθρο 161
Εποπτεία ρευστότητας υποκαταστήματος (άρθρο 156 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
α) Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τη ρευστότητα των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών.
- β) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει για
το σκοπό της παρούσας παραγράφου κανόνες γενικής εφαρμογής, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν προβλέπουν άνιση ή περιοριστική μεταχείριση σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη και λειτουργούν στην Ελλάδα.
- γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αίρει, κατά περίπτωση, την υποχρέωση τήρησης ορισμένων ή όλων
των προαναφερθέντων κανόνων, προκειμένου περί υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεσμεύεται έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος ότι θα καλύπτει διαρκώς με ισοδύναμο τρόπο τις ανάγκες ρευστότητας των υποκαταστημάτων του στην Ελλάδα.
Με την επιφύλαξη των μέτρων που απαιτούνται για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής διατηρεί πλήρως την αρμοδιότητα των μέτρων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της. (άρθρο 157 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών στις οποίες εδρεύουν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 50 τα οποία υπόκεινται στην εποπτεία της και διατηρούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές των κρατών−μελών στα οποία ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα με έδρα στην Ελλάδα διατηρούν υποκαταστήματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανταλλάσσει με τις εν λόγω αρμόδιες αρχές όλες τις πληροφορίες αναφορικά με τη διοίκηση, τη διαχείριση και την ιδιοκτησία αυτών των ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την ασκούμενη εποπτεία, την εξέταση ως προς την εκπλήρωση των όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας αυτών, καθώς και όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν την εποπτεία των ιδρυμάτων ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση των καταθέσεων, τη συγκέντρωση κινδύνων, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου.
Άρθρο 163
Σημαντικά υποκαταστήματα (άρθρο 158 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
α) Η Τράπεζα Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής μπορεί να υποβάλει αίτημα προς την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 105, ή προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους προέλευσης, ώστε να θεωρηθεί σημαντικό το εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα ιδρύματος. Από την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι επιχειρήσεις επενδύσεων του άρθρου 95 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
- β) Σε αυτό το αίτημα εκτίθενται οι λόγοι για τους
οποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, αναφορικά ιδίως με τις εξής παραμέτρους:
- αα) αν το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος ως
προς τις καταθέσεις στην Ελλάδα υπερβαίνει το 2%,
- ββ) τις πιθανές επιπτώσεις από την αναστολή ή την
παύση των εργασιών του ιδρύματος στη συστημική ρευστότητα και στα συστήματα πληρωμών, διακανονισμού και εκκαθάρισης στην Ελλάδα,
- γγ) το μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματος
στο ελληνικό τραπεζικό ή χρηματοπιστωτικό σύστημα με βάση τον αριθμό των πελατών του.
- γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτουςμέλους υποδοχής καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια
σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους προέλευσης, καθώς και με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του άρθρου 105, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού ως προς το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού.
- δ) Αν εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή που
προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παρούσας παραγράφου δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον ενεργεί ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής λαμβάνει μονομερώς τη σχετική απόφαση εντός νέου χρονικού διαστήματος δύο (2) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης δίμηνης προθεσμίας. Κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης λαμβάνονται υπόψη η άποψη και οι τυχόν επιφυλάξεις της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή των αρμόδιων αρχών του κράτους−μέλους προέλευσης.
- ε) Οι αποφάσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις
γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου διατυπώνονται εγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζονται στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζονται και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών−μελών.
- στ) Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών όπως καθορίζονται από
τον παρόντα νόμο και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργεί υπό την ιδιότητα αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή της αρμόδιας αρχής του κράτους−μέλους προέλευσης ιδρύματος με υποκατάστημα σε άλλο κράτος−μέλος.
α) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα ιδρύματος τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 110 και εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 105 σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτουςμέλους υποδοχής.
- β) Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους προέλευσης αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υπό
την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 107, ειδοποιεί αμελλητί το ΕΣΣΚ και τις αρχές που αναφέρονται στις υποπεριπτώσεις αα΄ και δδ΄ της περίπτωσης α΄ και στην υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 54, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών των εμπλεκομένων κρατών−μελών.
α) Στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζεται το άρθρο 109, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργώντας ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία ιδρύματος με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη−μέλη συστήνει σώμα εποπτών υπό την προεδρία της, προκειμένου να διευκολύνει τη λήψη κοινής απόφασης για το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού που προβλέπεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και την ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο
Οι διατυπώσεις για τη σύσταση και τη λειτουργία του σώματος εποπτών καταρτίζονται εγγράφως από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά από διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τις αρμόδιες αρχές οι οποίες συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ή δραστηριότητες του σώματος εποπτών.
- β) Η ανωτέρω απόφαση λαμβάνει υπόψη τη σημασία
την οποία έχει για τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές η επιδιωκόμενη εποπτική δράση που αποτελεί αντικείμενο του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη−μέλη, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 160, καθώς και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
- γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους προέλευσης
ενημερώνει εκ των προτέρων με πληρότητα όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με την οργάνωση των συνεδριάσεων και τα προς εξέταση ζητήματα. Ενημερώνει, επίσης, εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών αναφορικά με τις δράσεις ή τα μέτρα που αποφασίζονται στο πλαίσιο των εν λόγω συνεδριάσεων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους υποδοχής μετέχει στις εργασίες των σωμάτων της προηγούμενης παραγράφου 4.
Άρθρο 164
Επιτόπιοι έλεγχοι (άρθρο 159 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Μετά από προηγούμενη σχετική ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής κράτους−μέλους υποδοχής επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών−μελών που έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν ίδρυμα, το οποίο παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος, στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος νόμου, να προβαίνουν είτε οι ίδιες είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτές προσώπων σε επιτόπιο έλεγχο για επαλήθευση της ακρίβειας των στοιχείων και πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 51. Η κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών επιτρέπεται κατά τους όρους του άρθρου 54.
Τα δικαιώματα της ανωτέρω παραγράφου μπορεί να ασκούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδιας αρχής του κράτουςμέλους προέλευσης.
Για τον επιτόπιο έλεγχο των υποκαταστημάτων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 ανωτέρω, μπορεί, επίσης, να ακολουθηθεί μια από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 111.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν το δικαίωμα της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπό την ιδιότητα της εποπτικής αρχής του κράτους−μέλους υποδοχής να διενεργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιτόπιους ελέγχους των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος ενός ιδρύματος στην Ελλάδα.
Άρθρο 165
Μεταβατικές διατάξεις περί κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας (άρθρο 160 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
Με το παρόν άρθρο ρυθμίζονται οι απαιτήσεις των άρθρων 122 και 123 για μεταβατική περίοδο που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2016 και λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2018.
Για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016:
- α) το απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου αποτελείται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας
1 αξίας ίσης με το 0,625% του συνόλου των σταθμισμένων ανοιγμάτων του ιδρύματος, υπολογισμένων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- β) το ειδικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας κάθε ιδρύματος δεν υπερβαίνει το 0,625% του
συνόλου των σταθμισμένων ανοιγμάτων του ιδρύματος, υπολογισμένων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
Για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2017 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017:
- α) το απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου αποτελείται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας
1 αξίας ίσης με το 1,25% του συνόλου των σταθμισμένων ανοιγμάτων του ιδρύματος, υπολογισμένων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- β) το ειδικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας κάθε ιδρύματος δεν υπερβαίνει το 1,25% αυτού
του συνόλου των σταθμισμένων ανοιγμάτων του ιδρύματος, υπολογισμένων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
Για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2018 έως την 31η Δεκεμβρίου 2018:
- α) το απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου
αποτελείται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 αξίας ίσης με το 1,875% του συνόλου των σταθμισμένων ανοιγμάτων του ιδρύματος, υπολογισμένων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- β) το ειδικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας κάθε ιδρύματος δεν υπερβαίνει το 1,875% αυτού του συνόλου των σταθμισμένων ανοιγμάτων του
ιδρύματος, υπολογισμένων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
Η απαίτηση για σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου και οι περιορισμοί διανομής κερδών σύμφωνα με τα άρθρα 131 και 132 ισχύουν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2018 για τα ιδρύματα που δεν πληρούν τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου.
Επιτρέπεται στην εντεταλμένη αρχή να επιβάλει συντομότερη μεταβατική περίοδο από αυτήν που προβλέπεται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου και ως εκ τούτου να καθιερώσει το απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου και το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας από την 1η Ιανουαρίου 2014. Στην περίπτωση επιβολής συντομότερης μεταβατικής περιόδου, ενημερώνονται σχετικά τα ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ και τα εμπλεκόμενα σώματα εποπτών.
Επιτρέπεται στην εντεταλμένη αρχή να αναγνωρίζει τυχόν συντομότερη μεταβατική περίοδο του παρόντος άρθρου που καθιερώνεται από άλλα κράτη−μέλη. Στην εν λόγω περίπτωση, ενημερώνονται σχετικά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ και τα εμπλεκόμενα σώματα εποπτών.
Εφόσον επιβληθεί συντομότερη μεταβατική περίοδος για το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, η εν λόγω περίοδος ισχύει μόνο για τους σκοπούς υπο λειτουργίας στην Ελλάδα.
Άρθρο 166
Καταργούμενες και τροποποιούμενες διατάξεις
Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 3601/2007 (Α΄ 178), και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτόν, και στον παρόντα νόμο, νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με την αντιστοίχιση, όπως αυτή φαίνεται στο παράρτημα 1 του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
Οι κανονιστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί από Υπουργούς ή αρμόδιες αρχές, βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες κανονιστικές αποφάσεις, εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου.
Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 10 του ν. 3606/ 2007 αντικαθίστανται ως εξής: «1.Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ ανέρχεται τουλάχιστον σε εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000) ευρώ.
Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ η οποία προβαίνει σε διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης ή σε λειτουργία Πολυμερούς Μηχανισμού Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) ανέρχεται τουλάχιστον σε επτακόσιες τριάντα χιλιάδες (730.000) ευρώ.
Το μετοχικό κεφάλαιο ΑΕΠΕΥ που παρέχουν μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες των περιπτώσεων α΄, β΄, δ΄ και ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007 και δεν είναι αδειοδοτημένες να παρέχουν την παρεπόμενη υπηρεσία της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007, και οι οποίες δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια ή τίτλους πελατών τους και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν σε καμία χρονική στιγμή να εμφανίζουν οφειλές έναντι αυτών των πελατών, ανέρχεται τουλάχιστον σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.»
Η φράση «− τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων» του στοιχείου α΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166) αντικαθίσταται ως εξής: «−τα ιδρύματα πληρωμών».
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
Άρθρο 167
Τροποποιήσεις του ν. 1667/1986
Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 1667/1986 (Α΄ 196) διαγράφονται οι λέξεις «ο αριθμός των χιλίων πεντακοσίων και μίας προαιρετικών μερίδων μπορεί να ανέλθει μέχρι το 2% του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων» και αντικαθίστανται ως εξής «το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την απόκτηση από κάθε συνεταίρο απεριόριστου αριθμού προαιρετικών μερίδων».
Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 1667/1986 προστίθεται νέα περίπτωση γ΄ ως εξής: «γ) Επιτρέπεται η έκδοση προαιρετικών μερίδων χωρίς δικαίωμα ψήφου με προνόμιο, το οποίο θα συνίσταται σε δικαίωμα απόληψης μερίσματος πολλαπλασίου εκείνου που αντιστοιχεί σε κάθε κοινή συνεταιριστική μερίδα. Κατά τη διανομή των καθαρών κερδών και του προϊόντος της εκκαθάρισης όλες ανεξαιρέτως οι συνεταιριστικές μερίδες ικανοποιούνται στην ίδια σειρά. Για τη λήψη απόφασης που αφορά την έκδοση των ανωτέρω προνομιούχων προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων και τον καθορισμό του ως άνω πολλαπλασιαστή του μερίσματος, η γενική συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού βρίσκεται σε απαρτία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 και απαιτείται η προβλεπόμενη στην παράγραφο 6 του άρθρου 5 πλειοψηφία.»
Τα εδάφια που προστέθηκαν με την παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 3867/2010 (Α΄ 128) στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 1667/1986, καταργούνται.
Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986, μετά τις λέξεις «προς τον αριθμό των μερίδων» προστίθενται οι λέξεις «με δικαίωμα ψήφου».
Μετά το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 1667/1986, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: «Τα πλήρους απασχόλησης εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα των πιστωτικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, δεν είναι απαραίτητο να είναι μέλη του συνεταιρισμού.»
Στο άρθρο 8 του ν. 1667/1986 προστίθενται νέες παράγραφοι 4 και 5 ως ακολούθως: «4. Στους πιστωτικούς συνεταιρισμούς που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα συγκροτείται Επιτροπή Ανάδειξης Υποψηφίων αποτελούμενη από τρία μέλη που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση. Η διάρκεια της θητείας των μελών της Επιτροπής Ανάδειξης Υποψηφίων είναι μεγαλύτερη κατά ένα έτος από τη διάρκεια της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Το ίδιο πρόσωπο δεν μπορεί να κατέχει θέση με εκτελεστικές αρμοδιότητες στον πιστωτικό συνεταιρισμό που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα και να μετέχει συγχρόνως στην Επιτροπή Ανάδειξης Υποψηφίων.
Έργο της Επιτροπής Ανάδειξης Υποψηφίων είναι η κατάρτιση καταλόγου των υποψηφίων εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, που όντως θα διευθύνουν τη δραστηριότητα του συνεταιρισμού. Τα υποψήφια μέλη πρέπει να πληρούν τα εκάστοτε ισχύοντα κριτήρια καταλληλότητας, όπως αυτά καθορίζονται στο νόμο και στις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν από τη Γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού κατά την οποία πρόκειται να εκλεγούν ένα ή περισσότερα εκ των ανωτέρω μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ο κατάλογος υποβάλλεται στην Τράπεζα της Ελλάδος προς προληπτική εποπτική αξιολόγηση και έγκριση της καταλληλότητας των υποψηφίων. Ο κατάλογος περιέχει τουλάχιστον διπλάσιο αριθμό υποψηφίων από τον αριθμό των προσώπων που πρόκειται να εκλεγούν. Αν κάποιο ή κάποια από τα υποψήφια πρόσωπα κριθούν ακατάλληλα από την Τράπεζα της Ελλάδος και ο αριθμός των υποψηφίων που κρίθηκαν κατάλληλοι υπολείπεται του διπλασίου του αριθμού των προσώπων που πρόκειται να εκλεγούν, η Επιτροπή Ανάδειξης Υποψηφίων, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση αυτή επαναλαμβάνεται μέχρι να κριθούν κατάλληλοι τουλάχιστον διπλάσιοι υποψήφιοι από τον αριθμό των προσώπων που πρόκειται να εκλεγούν.»
Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, τα Διοικητικά Συμβούλια των πιστωτικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, συγκαλούν Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού για την ανάδειξη των μελών της Επιτροπής Ανάδειξης Υποψηφίων.
Άρθρο 168
Συμπλήρωση διατάξεων σχετικά με πιστωτικά ιδρύματα
Το άρθρο 68 του ν. 4150/2013 (Α΄ 102) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: «Σε περίπτωση μεταβίβασης, και ανεξαρτήτως του χρόνου συντέλεσης αυτής, στοιχείων ενεργητικού και παθητικού υποκαταστημάτων στην Ελλάδα, τα οποία ανήκουν σε πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην της Ελλάδας, προς ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο απόφασης εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας μέλους, στην οποία έχουν την έδρα τους τα πιστωτικά ιδρύματα, για τη μεταβίβαση αρκεί η κατάρτιση ιδιωτικού εγγράφου και αυτή σημειώνεται, σε όσες περιπτώσεις απαιτείται, ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία, με αίτηση του προς ον η μεταβίβαση προσώπου. Στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση μεταβίβασης που καταρτίζεται με ιδιωτικό έγγραφο, αποτελεί το νόμιμο τίτλο κτήσης των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε άλλης διατύπωσης. Δεν οφείλεται, επίσης, οποιοδήποτε τέλος ή φόρος, εάν απαιτηθεί η κατάρτιση χωριστής πράξης για τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία. Στη συγκεκριμένη μεταβίβαση δεν εφαρμόζεται το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα. Για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Σε περίπτωση παροχής κεφαλαιακής ενίσχυσης από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στο πλαίσιο της ως άνω μεταβίβασης, δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 7α του ν. 3864/2010 (Α΄ 119), ούτε οι διατάξεις περί τίτλων παραστατικών δικαιωμάτων κτήσης μετοχών.»
Στην περίπτωση διανομής μερίσματος για τη χρήση 2013, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3723/2008 (Α΄ 250), η διανομή περιορίζεται αποκλειστικά στη διανομή μετοχών. Οι μετοχές αυτές δεν πρέπει να προέρχονται από επαναγορά.
Ποσό φόρου (κύριου και προσαυξήσεων), που βεβαιώνεται μετά από φορολογικό έλεγχο σε βάρος πιστωτικού ιδρύματος το οποίο έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και αφορά σε ανέλεγκτες διαχειριστικές χρήσεις μέχρι και τη θέση του σε ειδική εκκαθάριση, δύναται να συμψηφισθεί με πιστωτικό υπόλοιπο φόρου εισοδήματος που έχει προκύψει κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 109 του μέχρι 31.12.2013 ισχύσαντος ν. 2238/1994 και αντιστοιχεί στον φόρο που παρακρατήθηκε επί εισοδημάτων φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο, (ενδεικτικά και όχι περιοριστικά) εισοδημάτων από τόκους αλλοδαπής προέλευσης, καθώς και από τόκους ομολόγων ημεδαπών επιχειρήσεων χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3310/2005 (Α΄ 107) προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για τα Πιστωτικά Ιδρύματα που εκάστοτε ανακεφαλαιοποιούνται σύμφωνα με το ν. 3864/2010 (Α΄ 119) και συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, την ανωτέρω υποχρέωση έχουν τα φυσικά πρόσωπα που φέρουν τις ιδιότητες του πρώτου εδαφίου και έχουν μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα.»
Άρθρο 169
Τροποποιήσεις του π.δ. 237/1986
Το άρθρο 5 παρ. 2 του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «2. Η κατά το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη: Α. Αρχίζει μόνον με την καταβολή ολόκληρου του οφειλομένου ασφαλίστρου στον ασφαλιστή, πριν από την οποία απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης, Β. ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και Γ. αποδεικνύεται, έναντι των οργάνων που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου 4 του παρόντος, από την κατοχή του ασφαλιστηρίου, το οποίο αποστέλλει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης εντός πέντε (5) ημερών από την είσπραξη του ασφαλίστρου. Δ. Σε περίπτωση ελέγχου από όργανα, που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των πέντε (5) ημερολογιακών ημερών αρκεί η προσκόμιση της απόδειξης πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης του οχήματος.»
Στο άρθρο 5 του π.δ. 237/1986 μετά το τέλος της παραγράφου 2, προστίθενται παράγραφοι 2.α, 2.β και 2.γ ως εξής: «2.α. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αντιτάξει τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την επομένη της ημερομηνίας που ορίζεται με το ασφαλιστήριο ότι λήγει η ισχύς της, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου. 2.β. Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης επιτρέπεται μόνον μετά την εμπρόθεσμη καταβολή του ασφαλίστρου της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου, το αργότερο έως την λήξη της ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης. 2.γ. Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής.»
Το στοιχείο α΄ της παρ. 4 του άρθρου 5 του π.δ. 237/ 1986 αντικαθίσταται ως εξής: «α) Αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού και της άδειας κυκλοφορίας μετά των κρατικών πινακίδων του οχήματος για έξι (6) μήνες με πράξη της Αστυνομικής Αρχής. Επί εμπλοκής οχήματος σε ατύχημα επί τόπου αφαίρεση πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας για δύο (2) χρόνια και επί υποτροπής για τρία (3) χρόνια. Για την επιστροφή των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας μετά την παρέλευση των ανωτέρω περιόδων απαιτείται η προσκόμιση από τον ενδιαφερόμενο του σχετικού συμβολαίου ασφάλισης.» σφορά» προστίθεται η λέξη «έγγραφη».
Στο στοιχείο β΄ της παρ. 6 του άρθρου 6 του π.δ. 237/1986 πριν από τις λέξεις «αιτιολογημένη απάντηση» προστίθεται η λέξη «έγγραφη».
Στο στοιχείο α΄ της παρ. 7 του άρθρου 6 του σφορά» προστίθεται η λέξη «έγγραφη».
Στο στοιχείο β΄ της παρ. 7 του άρθρου 6 του π.δ. 237/1986 πριν από τις λέξεις «αιτιολογημένη απάντηση» προστίθεται η λέξη «έγγραφη».
Στο άρθρο 6 του π.δ. 237/1986 προστίθεται όγδοη παράγραφος ως εξής: «8. Ο χρόνος πληρωμής που αναφέρει η προσφορά αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις δέκα (10) ημέρες από την προσφορά, εκτός αντίθετης ειδικής συμφωνίας των μερών. Αν συμφωνηθεί αυτούσια αποκατάσταση της ζημιάς, ο χρόνος αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες από τη συμφωνία, εκτός αντίθετης ειδικής συμφωνίας των μερών.»
Στο άρθρο 6 του π.δ. 237/1986 προστίθεται ένατη παράγραφος ως εξής: «9. Για την εφαρμογή των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος, με την αίτηση αποζημίωσης εξομοιώνονται οι δηλώσεις ατυχήματος που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος, η τυχόν φιλική δήλωση τροχαίου ατυχήματος του Συστήματος Άμεσης Πληρωμής (Σ.Α.Π.), και κάθε εν γένει έγγραφη με επιστολή είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή τηλεομοιοτυπία ενημέρωση προς τον ασφαλιστή είτε από τον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης είτε από τον τρίτο δικαιούχο αποζημίωσης, ότι επήλθε ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος.»
Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 6 του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται η φράση «μετά τη λήξη του διμήνου», σε «μετά τη λήξη του τριμήνου».
Η παρ. 4 του άρθρου 6α του π.δ. 237/1986 διαγράφεται από το άρθρο 6α και προστίθεται αυτούσια στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 6 του π.δ. 237/1986.
Η παρ. 1 του άρθρου 6α του π.δ. 237/1986 καταργείται.
Η παρ. 2 του άρθρου 6α του π.δ. 237/1986 αναριθμείται σε παράγραφο 1 και η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Όπου προβλέπεται έγγραφη επικοινωνία του ασφαλιστή με τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο αποζημίωσης, η επικοινωνία αυτή μπορεί να γίνεται είτε με επιστολή είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή τηλεομοιοτυπία ή με αποστολή μηνύματος σε συσκευή κινητής τηλεφωνίας, σε στοιχεία επικοινωνίας που οι τελευταίοι έχουν δηλώσει εγγράφως ή με νόμιμα ηχογραφημένη συνομιλία ότι επιθυμούν μέσω αυτών να συναλλάσσονται με τον ασφαλιστή.»
Η παρ. 2 του άρθρου 11 του π.δ. 237/1986 καταργείται και οι παράγραφοι 3 και 4 αναριθμούνται σε 2 και 3 αντιστοίχως.
Το άρθρο 11α του π.δ. 237/1986 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 11α Πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης
Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία.
Ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση.
Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, με επιστολή, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο και βαρύνεται με την απόδειξη της παράβασης. Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία απευθύνεται στο λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Η επιστολή της προηγούμενης παραγράφου αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή, θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος δήλωσε εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση. Τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτή ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής ή τη μη προσέλευσή τους στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της.
Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Ειδικά στην περίπτωση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η ενημέρωση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής. Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να αντιτάξει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος τη λύση της σύμβασης ασφάλισης μόνον μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την ενημέρωση των προηγούμενων εδαφίων.»
Στην παρ. 1 του άρθρου 15 του π.δ. 237/1986, μετά τις λέξεις «αρμόδια αρχή», προστίθενται οι λέξεις «κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 2γ του ν. 2696/1999 (Α΄ 57).»
Η παρ. 4 του άρθρου 38 του π.δ. 237/1986 καταργείται.
Εισάγεται τελική διάταξη με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Τελικές Διατάξεις Καταργείται η υπ’ αριθμ. Κ4/2674/14.12.1977 (Β΄ 1291) Απόφαση του Υπουργού Εμπορίου.»
Άρθρο 170
Τροποποιήσεις του ν. 3867/2010 και του ν.δ. 400/1970
Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3867/2010 προστίθεται νέo εδάφιo με το εξής περιεχόμενο: «Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ακολουθεί, με την έκδοση σχετικών κανονιστικών της πράξεων, τις κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και τα πρότυπα που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων στο πλαίσιο εφαρμογής της παρ. 1α΄ του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.
Η περίπτωση λγ΄ του άρθρου 2Α του ν.δ. 400/1970 τροποποιείται ως εξής: «λγ. «Εκκαθαριστής» είναι κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, διοριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές ή κατά περίπτωση από τα διοικητικά όργανα ασφαλιστικής επιχείρησης, έργο του οποίου είναι η διαχείριση των διαδικασιών εκκαθάρισης.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 171
Τροποποιήσεις του ν. 4182/2013
Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4182/2013 (Α΄ 185) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση ύπαρξης κοινωφελούς περιουσίας, η οποία βρίσκεται σε τόπο όπου δεν έχει την έδρα του κανείς από τους εγγεγραμένους στο μητρώο, διορίζεται πρόσωπο από τα κληρωθέντα κατ’ αρχήν σε όμορο νομό και εάν αυτό δεν είναι δυνατό από οποιονδήποτε νομό. Στην περίπτωση αυτή, η μη αποδοχή του λειτουργήματος δεν αποτελεί λόγο διαγραφής από το Μητρώο.»
Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4182/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το αρμόδιο όργανο διοίκησης περιουσιών είναι υποχρεωμένο, εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα, να αναγγείλει την ύπαρξη των περιουσιών στις υπηρεσίες που τηρούν τους φακέλους και το Μητρώο και να προσκομίσει μέχρι 11.8.2014 όλα τα απαιτούμενα για την κατάρτιση των φακέλων στοιχεία. Εάν παρέλθουν άπρακτες οι ανωτέρω προθεσμίες επιβάλλονται για την κάθε μία σε βάρος των υπευθύνων οι κυρώσεις της παραγράφου 2 περίπτωση α΄ του άρθρου 71 και η αρμόδια αρχή προχωρά στην αντικατάστασή τους.»
Στο άρθρο 38 του ν. 4182/2013 προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται θέματα χορήγησης οικονομικών βοηθημάτων και βραβείων.»
Το άρθρο 48 του ν. 4182/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών συνάπτονται με τις κάτωθι διαδικασίες αναλόγως προϋπολογισμού. Ειδικότερα, για προϋπολογισμό:
- α) που υπερβαίνει τις εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ,
χωρίς ΦΠΑ, με ανοικτό διαγωνισμό και δημοσίευση στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και σε κάθε άλλη ιστοσελίδα που κρίνεται σκόπιμο, είκοσι (20) ημέρες πριν τη διεξαγωγή του διαγωνισμού,
- β) που υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ,
έως εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, με πρόχειρο διαγωνισμό κατόπιν πρόσκλησης σε τρεις (3) τουλάχιστον οικονομικούς φορείς συναφείς με το δημοπρατούμενο αντικείμενο,
- γ) που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, έως
είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, εγγράφως με απευθείας ανάθεση, ύστερα από λήψη τριών τουλάχιστον έγγραφων προσφορών,
- δ) μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, εγγράφως με απευθείας ανάθεση σε οικονομικό φορέα
της επιλογής του οργάνου διοίκησης της κοινωφελούς περιουσίας, μετά από συνοπτική έρευνα αγοράς. Για τις συμβάσεις των οποίων ο προϋπολογισμός είναι ίσος ή κατώτερος από χίλια (1.000) ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, το όργανο διοίκησης μπορεί να προσφύγει στον οικονομικό φορέα της επιλογής του χωρίς την υποχρέωση σύναψης σχετικής έγγραφης σύμβασης (αγορά με τιμολόγια). Το κείμενο και το περιεχόμενο της προκήρυξης, όπου αυτή απαιτείται, εξειδικεύεται και εγκρίνεται κάθε φορά από το αρμόδιο όργανο της διοίκησης. Στην περίπτωση που ο προϋπολογισμός υπερβαίνει το εκάστοτε όριο εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, τότε εφαρμόζονται όλες οι ειδικές προβλέψεις των διατάξεων αυτής.
Στις περιπτώσεις ανοικτού και πρόχειρου διαγωνισμού κριτήριο επιλογής αποτελεί αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή εκ των προμηθευτών των οποίων οι προσφορές έχουν κριθεί ως αποδεκτές με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές και τους όρους της προκήρυξης.
Οι συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών ποσού μεγαλύτερου των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ χωρίς ΦΠΑ υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή για έγκριση. Η αρμόδια αρχή οφείλει να εγκρίνει τις συμβάσεις μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή τους, μετά την παρέλευση της οποίας τεκμαίρεται η έγκριση.
Όταν λόγοι κατεπείγοντος επιβάλλουν την παράλειψη του διαγωνισμού μπορεί να επιτρέπεται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας αρχής, η χωρίς διαγωνισμό σύναψη ή τροποποίηση συμβάσεων που αφορούν εκκαθάριση, διοίκηση και διαχείριση περιουσιών υπέρ κοινωφελών σκοπών ή έργων του παρόντος κεφαλαίου.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται οι ειδικότεροι όροι των διαγωνισμών της παραγράφου 1, οι όροι των συμβάσεων που υπογράφονται και η εξαίρεση από την υποχρέωση διεξαγωγής διαγωνισμού σε περιπτώσεις κατεπείγοντος.
Οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο την προμήθεια έργων τέχνης, τη συγγραφή ή προμήθεια επιστημονικών ή λογοτεχνικών συγγραμμάτων και οι οποίες διενεργούνται στο πλαίσιο της εκτέλεσης του σκοπού της κοινωφελούς περιουσίας εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος και συνάπτονται ελεύθερα, με ευθύνη του οργάνου διοίκησης της περιουσίας και σχετική ενημέρωση της αρμόδιας αρχής.»
Η παράγραφος 7 του άρθρου 58, η οποία προστέθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 32 του ν. 4223/2013, αντικαθίσταται ως εξής: «7. Για τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών ισχύουν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 48.»
Τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 64 του ν. 4182/2013 αντικαθίστανται ως εξής: «Οι κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών υποχρεούνται εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα, να αναγγείλουν την ύπαρξη των κληρονομιών για τις οποίες είναι υπεύθυνοι στην αρμόδια αρχή και να προσκομίσουν έως 11.8.2014 τα στοιχεία της προηγούμενης παραγράφου σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή. Εάν παρέλθουν άπρακτες οι ανωτέρω προθεσμίες επιβάλλονται για την κάθε μία σε βάρος των υπευθύνων οι κυρώσεις της παραγράφου 2 περίπτωση α΄ του άρθρου 71 και η αρμόδια αρχή προχωρά στην αντικατάστασή τους.» «Η πρόσκληση αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών και της αρμόδιας αρχής επί έναν τουλάχιστον μήνα και η προθεσμία για την αναγγελία αρχίζει από την ημερομηνία που ορίζεται στην πρόσκληση.»
Η παρ. 5 του άρθρου 32 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287) καταργείται.
Άρθρο 172
Ρυθμίσεις του ν. 2971/2001
Μέχρι τις 31.12.2014, ξενοδοχειακές εν γένει επιχειρήσεις, κάμπινγκ ή κέντρα αναψυχής θεωρούνται, για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 2971/ 2001, ως όμορες, ακόμα και αν μεταξύ των προβολών που εκκινούν από τις πλάγιες πλευρές της επιχείρησης και του αιγιαλού παρεμβάλλεται δημόσιο κτήμα, εφόσον έχουν ήδη αιτηθεί ή αιτηθούν εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου προς την Εταιρία Ακινήτων του Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.) μέσω της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας, την μίσθωση του ανωτέρω τμήματος δημοσίου κτήματος που ορίζεται από τις προβολές, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
Η ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε. υποχρεούται να προβεί στη σύναψη των μισθωτηρίων συμβολαίων, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και σύμφωνα με τη νομοθεσία που τη διέπει.
Οι αιτούντες εντός δέκα (10) ημερών από τη σύναψη της μίσθωσης με τον οικείο Ο.Τ.Α. του κοινόχρηστου χώρου του αιγιαλού ή και της παραλίας, υποχρεούνται να προκαταβάλλουν, επί ποινή ακυρότητας της μίσθωσης αιγιαλού και έναντι του οριστικού μισθώματος που θα προσδιοριστεί από την ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε., ποσό που αντιστοιχεί στο πενήντα τοις εκατό (50%) του μισθώματος που ορίζεται στην ως άνω μίσθωση αιγιαλού ή και παραλίας. Η καταβολή πραγματοποιείται με κατάθεση του οφειλόμενου ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό της ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.. Αντίγραφο του καταθετηρίου κοινοποιείται άμεσα στον οικείο Ο.Τ.Α.. Σε περίπτωση μη σύναψης μίσθωσης με την ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε. λόγω μη συνδρομής των προβλεπόμενων προϋποθέσεων, εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων και το προκαταβληθέν ποσό συμψηφίζεται με τυχόν επιβληθησόμενα πρόστιμα.
Υπόχρεοι να υποβάλουν την αίτηση της παραγράφου 1 είναι και όσα φυσικά ή νομικά πρόσωπα έχουν εγείρει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με αίτημα την αναγνώριση ή επιδίκαση της κυριότητας του δημοσίου κτήματος που παρεμβάλλεται μεταξύ της επιχείρησής τους και του προς μίσθωση αιγιαλού, εφόσον δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση. Η υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 δεν συνιστά εξώδικη ομολογία αναγνώρισης κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Σε περίπτωση αμετάκλητης αναγνώρισης ή επιδίκασης της κυριότητας του δημοσίου κτήματος υπέρ των φυσικών ή νομικών προσώπων του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν προς την ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε. μίσθωμα αποδίδεται από την εταιρεία στους δικαιούχους άτοκα.
Το αντάλλαγμα του εδαφίου γ΄ της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 2971/2001 (Α΄ 285) για την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας, πλην τουριστικών δημοσίων κτημάτων (Τ.Δ.Κ.), σε όμορα κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα, το οποίο καταβάλλεται στο Δημόσιο, υπολογίζεται για το έτος 2014 από τον πολλαπλασιασμό του ενός τετάρτου (1/4) της μέσης τιμής απλού δίκλινου δωματίου μετά λουτρού, χωρίς λοιπές επιβαρύνσεις, όπως η τιμή αυτή δηλώνεται στο Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας για κάθε κύριο ξενοδοχειακό κατάλυμα επί τον αριθμό των κλινών.
Άρθρο 173
Ρυθμίσεις σχετικά με τα τυχερά παίγνια
Στο τέλος της περίπτωσης δ΄ του άρθρου 25 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Παιγνιομηχάνημα, το οποίο έχει εγκατεστημένο τυχερό παίγνιο ή μέσω του οποίου παρέχεται πρόσβαση σε σύστημα διεξαγωγής τυχερών παιγνίων ή/και φέρει σύστημα υπολογισμού, καταγραφής ή απόδοσης οικονομικού οφέλους στον παίκτη, θεωρείται, για τις ανάγκες του νόμου αυτού, παιγνιομηχάνημα διεξαγωγής τυχερών παιγνίων.»
Στο άρθρο 25 του ν. 4002/2011, προστίθενται περιπτώσεις ιη΄, ιθ΄ και κ΄, ως εξής: «ιη. Διοργάνωση παιγνίου: Διοργάνωση παιγνίου υφίσταται όταν διαζευκτικά: α. Υφίσταται η συγκρότηση ή/και η διάθεση σε τρίτους υποδομής, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διεξαγωγή παιγνίου, και η οποία ενδεικτικά περιλαμβάνει χώρους ή/και ανάλογο εξοπλισμό ή/και μέσα διεξαγωγής παιγνίου παροχή των σχετικών υπηρεσιών. β. Διενεργείται προώθηση της δυνατότητας διεξαγωγής παιγνίου σε τρίτους. γ. Προσφέρεται παίγνιο προς διεξαγωγή ενδεικτικά είτε με την πρόσκληση τρίτων να συμμετέχουν σε αυτό είτε με την παρουσίαση των παιγνίων στα σημεία της υποδομής που είναι δυνατή η διεξαγωγή τους είτε με την ανάρτηση των παιγνίων σε οθόνες ηλεκτρονικών μέσων διεξαγωγής. Το παίγνιο διοργανώνει εκείνος που κατέχει ή/και διαθέτει σε τρίτους υποδομή διεξαγωγής ή/και διενεργεί την προώθηση της δυνατότητας διεξαγωγής σε τρίτους ή/και προσφέρει παίγνιο προς διεξαγωγή. ιθ. Διεξαγωγή παιγνίου: Διεξαγωγή παιγνίου υφίσταται όταν διαζευκτικά: α. Κατατίθεται από τον παίκτη χρηματικό ποσό ή περιουσιακό στοιχείο, προκειμένου αυτός να συμμετέχει στο παίγνιο. β. Πραγματοποιήθηκε έναρξη του παιγνίου, στο οποίο συμμετέχει ο παίκτης. γ. Ολοκληρώθηκε το παίγνιο, στο οποίο συμμετείχε ο παίκτης. δ. Αποδίδονται στον παίκτη κέρδη. Το παίγνιο διεξάγει εκείνος που το διοργανώνει ή/και εκείνος που λειτουργεί και εκμεταλλεύεται τις υποδομές διεξαγωγής του παιγνίου ή/και εκείνος που έχει στην κατοχή του χώρους διεξαγωγής. κ. Όπου στις κείμενες διατάξεις, πλην του άρθρου 52 του νόμου αυτού, υφίσταται η έννοια της διεξαγωγής εννοείται και η έννοια της διοργάνωσης και αντιστρόφως.»
Στο άρθρο 27 του ν. 4002/2011 προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 ως εξής: «3. Η προϋπόθεση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 42 ισχύει και για τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, τους διευθύνοντες και εντεταλμένους συμβούλους, τους διαχειριστές, τους γενικούς διευθυντές και διευθυντές και γενικά για κάθε εντεταλμένο πρό διοίκηση ή στη διαχείριση νομικού προσώπου, το οποίο είναι αδειοδοτημένος πάροχος ή παραχωρησιούχος υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, καθώς και για κάθε φυσικό πρόσωπο που είναι πάροχος τέτοιων υπηρεσιών είτε ως αδειοδοτημένος πάροχος είτε ως νόμιμος παραχωρησιούχος είτε ως νόμιμος αντισυμβαλλόμενος αδειοδοτημένου παρόχου ή παραχωρησιούχου είτε ως προσωπικό, που με οποιονδήποτε τρόπο συμμετέχει στη διεξαγωγή ή/και τον έλεγχο των παιγνίων.
Για τη χορήγηση πιστοποίησης ή άδειας καταλληλότητας που απαιτείται από τις κείμενες διατάξεις περί παιγνίων μπορεί, μέχρι τη θέσπιση εθνικών προδιαγραφών, να εφαρμόζονται ισχύουσες προδιαγραφές άλλων κρατών−μελών της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ., όπως αυτές προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, τις άδειες και τις συμβάσεις, που έχουν υπογραφεί μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων και του Ελληνικού Δημοσίου.»
Το τελευταίο εδάφιο της υποπερίπτωσης γγ΄ της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4002/ 2011 αντικαθίσταται από εδάφια ως εξής: «Ο τρόπος, η διαδικασία και τα είδη του ασκούμενου ελέγχου ορίζονται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων. Οι έλεγχοι αφορούν ενδεικτικά τη νομιμότητα διεξαγωγής του παιγνίου, την τήρηση των κανόνων διεξαγωγής του, την εφαρμογή των όρων της άδειας, την οικονομική διαχείριση του παιγνίου, την απόδοση των κερδών στους παίκτες στο Δημόσιο και τους δικαιούχους φορείς του.»
Η περίπτωση δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «δ) Την τεχνική πραγματογνωμοσύνη κατόπιν αιτήματος από δικαστική αρχή, το Υπουργείο Οικονομικών, τις Αστυνομικές Αρχές ή αυτοβούλως. Ο τρόπος, ο τόπος και η διαδικασία εκτέλεσης της πραγματογνωμοσύνης καθορίζονται με απόφαση της Ε.Ε.Ε.Π.. Η Ε.Ε.Ε.Π., για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, μπορεί να χρησιμοποιεί τεχνικούς παιγνίων και παιγνιομηχανημάτων ή/και ανεξάρτητα εξειδικευμένα εργαστήρια ή οργανισμούς πιστοποίησης, που είναι καταχωρημένοι στα μητρώα της.»
Οι περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 7 του άρθρου 28 του ν. 4002/2011, αντικαθίσταται ως εξής: «α. Ποσοστό 0,5% επί του μικτού κέρδους (GGR) όλων των τυχερών παιγνίων, που διεξάγονται στην Ελληνική Επικράτεια. Με την παρούσα διάταξη τροποποιούνται αντίστοιχα οι κείμενες διατάξεις που, ορίζουν την κατά περίπτωση οικονομική συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στo μικτό κέρδος τυχερών παιγνίων, η οποία μειώνεται κατά ίδιο ποσοστό. β. Ποσοστό 10% επί των επιβαλλόμενων διοικητικών προστίμων του άρθρου 51 του παρόντος νόμου, καθώς και επί των διοικητικών προστίμων που επιβάλλονται από την Ε.Ε.Ε.Π., με βάση άλλες διατάξεις, που αφορούν τους λοιπούς εν λειτουργία φορείς αδειοδότησης και ελέγχου, από την ημερομηνία κατά την οποία η Ε.Ε.Ε.Π. θα αναλάβει την άσκηση των αρμοδιοτήτων των φορέων αυτών, όπως και επί εκείνων που έχουν ήδη επιβληθεί, αλλά δεν έχουν εισπραχθεί μέχρι την παραπάνω ημερομηνία. Τα παραπάνω πρόστιμα εισπράττονται από την Ε.Ε.Ε.Π., η οποία, στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, αποδίδει ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) του ποσού των προστίμων που έχει εισπραχθεί, στο Ελληνικό Δημόσιο. γ. Τα διοικητικά τέλη και παράβολα που ορίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, καθώς και όσα προβλέπονται να καταβάλλονται, με βάση άλλες διατάξεις, σε λοιπούς εν λειτουργία φορείς αδειοδότησης και ελέγχου, τις αρμοδιότητες των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Ε.Ε.Π..» 7.α. Στο ενδέκατο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3Α του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 μετά τις λέξεις «δημόσιου τομέα» τίθενται οι λέξεις «και των διατάξεων που τον διέπουν». β. Στο δέκατο τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3Α του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 διαγράφονται οι λέξεις «υποστηρίζεται διοικητικά και διαχειριστικά από τις αντίστοιχες υπηρεσίες της Ε.Ε.Ε.Π., μέσω των οποίων». γ. Στο δέκατο τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3Α του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 πριν τη λέξη «οικονομική» προστίθεται η λέξη «διοικητική». ε. Το δέκατο έβδομο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3Α του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Η Επιτροπή Ελέγχου συντάσσει έως το τέλος Μαρτίου κάθε έτους απολογισμό, ο οποίος ελέγχεται από ορκωτό ελεγκτή.» στ. Στο δέκατο όγδοο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3Α του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 οι λέξεις «Η Ε.Ε.Ε.Π.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Η Επιτροπή Ελέγχου» και οι λέξεις «για λογαριασμό της Επιτροπής» διαγράφονται. ζ. Μετά το δέκατο όγδοο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 3Α του άρθρου 28 του ν. 4002/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η Επιτροπή Ελέγχου ενεργεί στο όνομά της, είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και παρίσταται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες».
Το άρθρο 28 του ν. 4002/2011 τροποποιείται ως εξής: α. Στην αρχή της παραγράφου 9 πριν τις λέξεις «Η Ε.Ε.Ε.Π.» τίθενται οι λέξεις «Ανεξάρτητα από την ύπαρξη και λειτουργία νομικής υπηρεσίας». β. Προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής: «10. Από την 1.6.2014 η Ε.Ε.Ε.Π. καθίσταται καθολικός διάδοχος όλων των εκκρεμών, κατά την δημοσίευση του νόμου αυτού, δικών κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Υπουργού Οικονομικών, όπως και εκείνων που θα προκύψουν στο μέλλον, και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την αγορά παιγνίων. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών διαβιβάζουν στην Ε.Ε.Ε.Π. κάθε σχετικό, με τις παραπάνω υποθέσεις, φάκελο ή έγγραφο, προκειμένου να συγκροτηθεί το απαιτούμενο αρχείο διαχείρισης των υποθέσεων αυτών. Κατ΄ εξαίρεση, ο χειρισμός κάθε είδους δικαστικών υποθέσεων σχετικών με τα καζίνο, που αφορούν ή έχουν ως αιτία τους πράξεις ή παραλήψεις της Διοίκησης, οι οποίες εκκρεμούσαν μέχρι την ημερομηνία μεταφοράς αρμοδιοτήτων της παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 4182/2013, καθώς και όσων τέτοιων δημιουργούνται μετά την ημερομηνία αυτή, για τις οποίες ο κρίσιμος χρόνος προσδιορίζεται πριν την παραπάνω ημερομηνία μεταφοράς αρμοδιοτήτων, παραμένει στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο τις διεκπεραιώνει με την υπηρεσιακή υποστήριξη της θεωρείται η υπηρεσία, από την οποία μεταφέρθηκαν οι παραπάνω αρμοδιότητες.»
Η παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση της Ε.Ε.Ε.Π., θεσπίζεται ο Οργανισμός της Ε.Ε.Ε.Π..»
Η παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από εισήγηση της Ε.Ε.Ε.Π., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θεσπίζεται ο Κανονισμός Παιγνίων, ο οποίος διακρίνεται στα ακόλουθα κεφάλαια: Κεφάλαιο πρώτο: Προδιαγραφές παιγνίων, εξοπλισμού και καταστημάτων παιγνίων. Κεφάλαιο δεύτερο: Αδειοδότηση παρόχων και πιστοποιήσεις προσώπων, παιγνίων, εξοπλισμού και καταστημάτων. Κεφάλαιο τρίτο: Προϋποθέσεις λειτουργίας και διεξαγωγής των παιγνίων. Κεφάλαιο τέταρτο: Εμπορική επικοινωνία. Κεφάλαιο πέμπτο: Προϋποθέσεις συμμετοχής των παικτών στα παίγνια. Κεφάλαιο έκτο: Μέτρα προστασίας του κοινού και των παικτών. Κεφάλαιο έβδομο: Έλεγχοι συμμόρφωσης. Κεφάλαιο όγδοο: Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις. Με τον Κανονισμό Παιγνίων καθορίζονται, στο πλαίσιο των κειμένων διατάξεων, τα ειδικότερα θέματα και οι λεπτομέρειές τους σχετικά με τα παίγνια ως εξής: 1) Οι όροι των αδειών των παιγνίων. 2) Οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα πρόσωπα που αιτούνται άδειες διεξαγωγής παιγνίων ή/και συμμετέχουν σε διαγωνισμούς χορήγησης τέτοιων αδειών ή παραχώρησης δικαιωμάτων διεξαγωγής παιγνίων, οι κάτοχοι αδειών και πιστοποιήσεων, καθώς και η μορφή, ο τρόπος, η διαδικασία και τα όργανα διεξαγωγής των κάθε είδους ελέγχων. 3) Οι προϋποθέσεις πιστοποίησης και εγγραφής στα οικεία μητρώα των κατασκευαστών και των εισαγωγέων τυχερών παιγνίων και παιγνιομηχανημάτων, όπως και των τεχνικών όλων των παιγνίων και παιγνιομηχανημάτων, καθώς και ο τρόπος τήρησης των μητρώων αυτών. 4) Η ειδικότερη διαδικασία χορήγησης των αδειών και οι διαδικασίες παρακολούθησης, εποπτείας, ελέγχου, τήρησης των όρων των αδειών και των υποχρεώσεων του νόμου αυτού από τους κατόχους των αδειών. 5) Η διαδικασία πιστοποίησης, η διάρκειά της και η εγγραφή στα οικεία μητρώα των καταστημάτων, των παιγνιομηχανημάτων, των παιγνίων ή των ιστοτόπων διεξαγωγής παιγνίων, καθώς και ο τρόπος τήρησης των μητρώων αυτών. 6) Το περιεχόμενο και η μορφή της υποχρεωτικής σήμανσης της πιστοποίησης αναφορικά με τα παίγνια, τα καταστήματα, τα παιγνιομηχανήματα και τους ιστοτόπους, καθώς και το περιεχόμενο και η μορφή της υποχρεωτικής σήμανσης της απαγόρευσης εισόδου στα άτομα της παραγράφου 1 του άρθρου 33 σε καταστήματα διεξαγωγής τυχερών παιγνίων με παιγνιομηχανήματα ή σε ιστοτόπους διεξαγωγής τυχερών παιγνίων. 7) Ο τρόπος επικύρωσης μέσω του Π.Σ.Ε.Ε. της συμμετοχής σε τυχερά παίγνια σύμφωνα με το άρθρο 32. 8) Ο τρόπος έκδοσης και παραλαβής της ατομικής κάρτας παίκτη, τα τεχνικά χαρακτηριστικά αυτής, καθώς και πρόσθετοι περιορισμοί που μπορούν να ενσωματωθούν σε αυτήν από τον ίδιο τον παίκτη. 9) Οι κανόνες υπεύθυνου παιχνιδιού που αφορούν τους κατόχους άδειας, όσους εκμεταλλεύονται παίγνια, τους παρόχους, τους παίκτες, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων, τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs), τους διαφημιστές και κάθε εμπλεκόμενο στη σχετική διαδικασία. 10) Οι υποχρεώσεις του κατόχου ή των εκμεταλλευτών της άδειας προκειμένου να διασφαλίζεται η μη συμμετοχή σε τυχερά παίγνια ατόμων της παραγράφου 1 του άρθρου 33. 11) Ο έλεγχος των συμβάσεων προσχώρησης στο παίγνιο που συνάπτουν οι παίκτες με τους κατόχους των αδειών ή όσους εκμεταλλεύονται, διεξάγουν και λειτουργούν τυχερά παίγνια, με στόχο την προστασία των παικτών από καταχρηστικές ή παρακωλυτικές πρακτικές, όπως δέσμευση ποσού για επόμενο στοίχημα, καταβολή ποσού κερδών εφόσον υπερβαίνει ορισμένο ύψος κερδών. 12) Ο τρόπος ενημέρωσης των παροχών υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs) από την Ε.Ε.Ε.Π., προκειμένου να διασφαλίζεται η φραγή μη αδειοδοτημένων ιστοτόπων διεξαγωγής τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου από τους χρήστες. 13) Οι απαιτούμενες προϋποθέσεις λειτουργίας και τα τεχνικά χαρακτηριστικά των εξυπηρετητών (servers) και του λογισμικού των παιγνίων για τους κατόχους της άδειας και όσους εκμεταλλεύονται παίγνια είτε με παιγνιομηχανήματα είτε μέσω του διαδικτύου, καθώς και η περιοδικότητα και το ακριβές περιεχόμενο των δεδομένων που αποστέλλονται στην Ε.Ε.Ε.Π.. 14) Ο προσδιορισμός πανελλαδικά των ωρών λειτουργίας των καταστημάτων, των ελαχίστων αποστάσεων μεταξύ των πιστοποιημένων καταστημάτων και αναλόγως του τύπου της πιστοποίησης, από την κύρια είσοδο σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και οικοτροφείων, η ελάχιστη επιφάνεια των χώρων διεξαγωγής τυχερών παιγνίων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. 15) Τα θέματα του χρόνου λειτουργίας των επιχειρήσεων καζίνο εντός του έτους και του ωραρίου, καθώς και ο τρόπος και οι προϋποθέσεις πιστοποίησης των με κάθε σχέση απασχολουμένων ή συνεργαζομένων με τις επιχειρήσεις καζίνο. 16) Οι κανονιστικές αποφάσεις που προβλέπεται να εκδίδονται από τα διοικητικά όργανα οι αρμοδιότητες των οποίων μεταβιβάστηκαν στην Ε.Ε.Ε.Π. με βάση τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 4182/ 2013, καθώς και εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 16 έως 23 του ν. 3229/2004. 17) Η εμπορική επικοινωνία των παιγνίων, τα της διαφημίσεως των παιγνίων, ιδιαίτερα των τυχερών, και οι κανόνες δεοντολογίας που πρέπει να διέπουν τις σχετικές δραστηριότητες. Η διαφήμιση πρέπει να εξασφαλίζει ένα ιδιαιτέρως αυστηρό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στον τομέα των παιγνίων και σε κάθε περίπτωση να είναι λελογισμένη και να περιορίζεται αυστηρά σε ό,τι απαιτείται προκειμένου να κατευθυνθούν οι καταναλωτές προς τα ελεγχόμενα δίκτυα παιγνίων. μέσω της ενθάρρυνσης της ενεργού συμμετοχής τους σε αυτά καθιστώντας μεταξύ άλλων κοινότυπα τα παίγνια ή προβάλλοντας μια θετική εικόνα σε σχέση με το γεγονός ότι τα πραγματοποιούμενα έσοδα προορίζονται για δραστηριότητες γενικού ενδιαφέροντος ή ακόμα αυξάνοντας τη δύναμη έλξης των παιγνίων μέσω διαφημιστικών μηνυμάτων που προβάλλουν παραπλανητικώς σημαντικά κέρδη.
Οι τεχνικές απαιτήσεις και εξασφαλίσεις για τη λειτουργία του Πληροφορικού Συστήματος Εποπτείας και Ελέγχου (Π.Σ.Ε.Ε.), ώστε να επιτυγχάνεται: 18.1. Η ηλεκτρονική παρακολούθηση όλων των μορφών παιγνίων και όλων των πιστοποιημένων παιγνιομηχανημάτων και ιστοτόπων. 18.2. Η παρακολούθηση και ο έλεγχος των παιγνιομηχανημάτων διεξαγωγής τυχερών παιγνίων, που είναι εγκατεστημένα στα πιστοποιημένα καταστήματα, καθώς και η παρακολούθηση και ο έλεγχος των τυχερών παιγνίων που διεξάγονται μέσω αδειοδοτημένων ιστοτόπων. Ο χρόνος παρακολούθησης μπορεί να είναι πραγματικός ή/και μεταγενέστερος, μέσω αποθηκευμένων δεδομένων. Το είδος των δεδομένων, ο τρόπος μετάδοσης και αποθήκευσής τους, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, ο τόπος και ο χώρος που φυλάσσονται, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. 18.3. Ο άμεσος εντοπισμός τεχνικών και λειτουργικών προβλημάτων παιγνιομηχανημάτων και κεντρικών πληροφοριακών συστημάτων. 18.4. Η συλλογή από τα παιγνιομηχανήματα και τα Κ.Π.Σ., η αποθήκευση, ανάλυση, επεξεργασία και παρουσίαση των αναγκαίων δεδομένων, για όλες τις μορφές τυχερών παιγνίων και για όλα τα παιγνιομηχανήματα διεξαγωγής τυχερών παιγνίων και ιστοτόπους. 18.5. Η διασφάλιση της ομαλής και αξιόπιστης διεξαγωγής όλων των μορφών παιγνίων.
Οι ελάχιστες απαιτούμενες λειτουργικές και επιχειρησιακές δυνατότητες των Κ.Π.Σ. και του δικτύου επικοινωνιών, οι διαδικασίες εγκατάστασης, παραμετροποίησης, λειτουργίας και αναβάθμισης τους, καθώς και το επίπεδο πρόσβασης των κατόχων αδειών στα δεδομένα που συλλέγονται.
Το μέγιστο ποσό κέρδους που αποδίδει κάθε μορφή τυχερού παιγνίου, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής των κερδών, οι όροι μεγιστοποίησης κατά τυχαία περιοδικότητα (τζάκποτ) των κερδών που προκύπτουν στο διαδίκτυο ή από κάθε παιγνιομηχάνημα ή από όλα τα παιγνιομηχανήματα που λειτουργούν στο ίδιο πιστοποιημένο κατάστημα και οι όροι και οι τεχνικές προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της απόδοσης του ελάχιστου αποδιδόμενου ποσοστού κέρδους της παραγράφου 1, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ορθή, στατιστικά αμερόληπτη και ακριβής επίτευξή του, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 1.
Ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία ταυτοποίησης των παικτών και καταβολής των κερδών τους στους λογαριασμούς που αυτοί τηρούν σε πιστωτικό ίδρυμα ή ίδρυμα πληρωμών.
Η μορφή, το περιεχόμενο, η διαδικασία έκδοσης και παραλαβής της ατομικής κάρτας παίκτη, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τη λειτουργία της.
Τον τύπο, τη μορφή και το περιεχόμενο των ειδικών σημάτων για τις χορηγούμενες πιστοποιήσεις.
Οι ειδικότερες προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τα δικαιολογητικά και το ύψος του παραβόλου, όπου αυτό δεν προβλέπεται από ειδικότερες διατάξεις, για τη χορήγηση κάθε είδους προβλεπόμενης πιστοποίησης ή/και αδειοδότησης προσώπων, παιγνίων, τεχνικών μέσων διεξαγωγής παιγνίων, παιγνιομηχανημάτων, συστημάτων, εξοπλισμού, και καταστημάτων διεξαγωγής παιγνίων.
Την εξειδίκευση του είδους και του ύψους των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων, εντός των ορίων που θέτουν οι κείμενες διατάξεις, ανά παράβαση ή ανά κατηγορία παραβάσεων ή ανά παιγνιομηχάνημα και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Ο τρόπος και τα όργανα βεβαίωσης των παραβάσεων, τη διαδικασία ελέγχου και πιστοποίησής τους, τη διαδικασία είσπραξης των προστίμων, τον τρόπο καταβολής και την ειδικότερη διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
Τα ειδικότερα θέματα του άρθρου 53 του νόμου αυτού, περιλαμβανομένων των χαρακτηριστικών, των υποχρεώσεων, των δεσμεύσεων, των περιορισμών και των απαγορεύσεων που αφορούν τους κατόχους άδειας, του ελάχιστα αποδιδόμενου στους συμμετέχοντες ποσοστού κέρδους, καθώς και των αναγκαίων πιστοποιήσεων και των υποχρεώσεων και κυρώσεων που επιβάλλονται σε τρίτους που, με οποιονδήποτε τρόπο, εμπλέκονται στη διεξαγωγή και μετάδοση των παιγνίων του άρθρου αυτού.
Τα θέματα λειτουργίας του Σώματος Ελεγκτών Παιγνίων, τις ειδικεύσεις στα αντικείμενα του έλεγχου, την περιοδικότητα συμμετοχής των Ελεγκτών στους ελέγχους, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
Ο τρόπος, η διαδικασία και τα είδη του ασκούμενου ελέγχου ορίζονται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων. Οι έλεγχοι αφορούν ενδεικτικά τη νομιμότητα διεξαγωγής του παιγνίου, την τήρηση των κανόνων διεξαγωγής του, την εφαρμογή των όρων της άδειας, την οικονομική διαχείριση του παιγνίου, την απόδοση των κερδών στους παίκτες στο Δημόσιο και τους δικαιούχους φορείς του, όπως αυτές προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, τις άδειες και τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων και του Ελληνικού Δημοσίου.
Ο τρόπος πιστοποίησης των τεχνικών και λειτουργικών προδιαγραφών που καθορίζει η Ε.Ε.Ε.Π. για τα κάθε είδους πληροφοριακά συστήματα των αδειοδοτημένων παρόχων παιγνίων. Κατά τη διαδικασία των πιστοποιήσεων αυτών, όπως και εκείνων των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 44 του παρόντος νόμου, καθώς και κάθε παιγνίου, εξοπλισμού ή μέσου που χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή του, η Ε.Ε.Ε.Π. μπορεί να ζητά και να δέχεται, πιστοποιήσεις, οι οποίες έχουν χορηγηθεί από ανεξάρτητα εξειδικευμένα εργαστήρια ή οργανισμούς πιστοποίησης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων. Με τον παραπάνω Κανονισμό προσδιορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι φορείς αυτοί προκειμένου οι πιστοποιήσεις τους να γίνονται δεκτές.
Τα ειδικότερα κριτήρια, βάσει των οποίων η ΟΠΑΠ Α.Ε. συμβάλλεται με πράκτορες, ιδίως δε κριτήρια δημογραφικά, ώστε να υφίσταται εύλογη σχέση ανάμεσα αποτρέπεται μεγάλη συγκέντρωση πρακτορείων στην ίδια εδαφική περιοχή, κριτήρια και προϋποθέσεις για τη διασφάλιση των βασικών σκοπών και των θεμελιωδών αρχών της πρακτόρευσης τυχερών παιγνίων, ιδίως δε την εμπέδωση της δημόσιας τάξης, την προστασία του κοινού από τον εθισμό στα τυχερά παίγνια, την πρόληψη της απάτης, την καταστολή του εγκλήματος και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την προστασία των ανηλίκων και των καταναλωτών, την εξασφάλιση της διαφάνειας και του αδιάβλητου των τυχερών παιγνίων, την κανονική, απρόσκοπτη, ελεγχόμενη και ασφαλή διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων, καθώς και τον αυστηρό έλεγχο των όρων και των προϋποθέσεων διεξαγωγής της στοιχηματικής δραστηριότητας και της συμμετοχής του κοινού σε αυτή, ώστε με τον τρόπο αυτόν να εξασφαλίζεται η ακεραιότητα των γεγονότων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της στοιχηματικής δραστηριότητας, οι βασικοί κανόνες, οι όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας της επιχείρησης του πράκτορα.
Κάθε άλλο θέμα που από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται να ρυθμίζεται από τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων ή με σχετικές με τα θέματα αυτά κανονιστικές αποφάσεις της Ε.Ε.Ε.Π.. Όπου, στις κείμενες διατάξεις, αναφέρεται ο Κανονισμός Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων εννοείται ο Κανονισμός Παιγνίων.»
Στο άρθρο 29 του ν. 4002/2011 προστίθεται παράγραφοι 5 και 6 ως εξής: «5. Ο Κανονισμός Διεξαγωγής Παιγνίων και ο Οργανισμός της Ε.Ε.Ε.Π. ή οι αποφάσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 54, μπορούν να ενσωματώνουν μεταβατικές περιόδους έναρξης ισχύος όλων ή ορισμένων διατάξεών τους.
Με απόφαση της Ε.Ε.Ε.Π. ορίζεται ο κώδικας της επίσημης ενιαίας ορολογίας που χρησιμοποιείται για την απεικόνιση των οικονομικών στοιχείων που αφορούν τα τυχερά παίγνια.»
Στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4002/2011 διαγράφονται οι λέξεις «σε πραγματικό χρόνο (on line)» και μετά το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης αυτής τίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο χρόνος παρακολούθησης μπορεί να είναι πραγματικός ή/και μεταγενέστερος, μέσω αποθηκευμένων δεδομένων. Το είδος των δεδομένων, ο τρόπος μετάδοσης και αποθήκευσής τους, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, ο τόπος και ο χώρος που φυλάσσονται, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων.»
Η παρ. 5 του άρθρου 31 του ν. 4002/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Τα κέρδη από τυχερά παίγνια μέσω διαδικτύου κατατίθενται σε λογαριασμό που τηρεί ο παίκτης σε πιστωτικό ίδρυμα ή ίδρυμα πληρωμών που είναι εγκατεστημένο και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων. Με απόφαση της Ε.Ε.Ε.Π. καθορίζεται το ύψος του ποσού που οφείλουν να έχουν οι κάτοχοι της άδειας σε πιστωτικό ίδρυμα ή ίδρυμα πληρωμών που είναι εγκατεστημένο και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Για το ύψος του ποσού λαμβάνονται υπόψη το είδος και το εύρος της άδειας.»
Στο άρθρο 48 του ν. 4002/2011 προστίθενται παράγραφοι 7, 8, 9, 10 και 11 ως εξής: «7. Η Ε.Ε.Ε.Π. συντάσσει και αναθεωρεί κατάλογο αδειοδοτημένων παρόχων παιγνίων (white list), οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες παιγνίων με επίγειο τρόπο (land based), μέσω του διαδικτύου (on line) ή με άλλη εξ αποστάσεως μέθοδο (remote gambling), καθώς και πιστοποιημένων παιγνιομηχανημάτων, παιγνίων, χώρων και καταστημάτων διεξαγωγής παιγνίων, κατασκευαστών, εισαγωγέων και τεχνικών παιγνίων και παιγνιομηχανημάτων, τον οποίο αναρτά στον ιστότοπό της, η δε ανάρτηση αυτή είναι επαρκής γνωστοποίηση και απόδειξη ύπαρξης της αναφερόμενης άδειας ή πιστοποίησης. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, έτσι ώστε να απεικονίζονται με πληρότητα και σαφήνεια οι αδειοδοτήσεις και οι πιστοποιήσεις, προκειμένου να διευκολύνεται ο έλεγχος.
Η Ε.Ε.Ε.Π. συντάσσει και αναθεωρεί κατάλογο μη αδειοδοτημένων παρόχων τυχερών παιγνίων (black list), οι οποίοι παρέχουν τυχερά παίγνια με επίγειο τρόπο (land based), μέσω του διαδικτύου (on line) ή με άλλη εξ αποστάσεως μέθοδο (remote gambling), τον οποίο αναρτά στον ιστότοπό της, η δε ανάρτηση αυτή είναι επαρκής γνωστοποίηση και απόδειξη, ώστε να κινηθούν όλες οι διαδικασίες επιβολής κάθε είδους προβλεπομένων κυρώσεων από κάθε αρμόδιο φορέα, υπηρεσία ή Αρχή. Ο κατάλογος αναγράφει, όταν είναι διαθέσιμα, τα πρόσωπα που παρέχουν μη αδειοδοτημένες υπηρεσίες τυχερών παιγνίων ή/και τους νομίμους εκπροσώπους, διαχειριστές, μέλη διοικητικού συμβουλίου, εταίρους και μετόχους τους, καθώς και κάθε είδους παράβαση που έχει διαπιστωθεί και κύρωση που έχει επιβληθεί. Όλοι οι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο δεν επιτρέπεται να αδειοδοτηθούν ή με οποιονδήποτε τρόπο να συμμετέχουν σε αδειοδοτημένο φορέα παροχής υπηρεσιών παιγνίων στην Ελλάδα. Με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων ρυθμίζονται το χρονικό διάστημα διατήρησης της εγγραφής, καθώς και οι προϋποθέσεις άρσης της.
Προκειμένου για μη αδειοδοτημένους παρόχους τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου, στον παραπάνω κατάλογο (black list) εγγράφονται τα ονόματα χώρου (domain names) ή/και οι διευθύνσεις πρωτοκόλλου διαδικτύου (Internet Protocols) των μη αδειοδοτημένων ιστοτόπων που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων, ανεξαρτήτως των επιβαλλομένων διοικητικών κυρώσεων. Επιπλέον, στον κατάλογο, πέραν των ιστοτόπων, εγγράφονται και τα φυσικά και νομικά πρόσωπα της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού.
Μετά την εγγραφή στον κατάλογο, οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs), οφείλουν, χωρίς καθυστέρηση, πέραν της άμεσης άσκησης της υποχρέωσής τους, που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 51 του παρόντος, να διαβιβάσουν στην Ε.Ε.Ε.Π. κάθε στοιχείο νομικού και φυσικού προσώπου που έχει την ιδιοκτησία, τη χρήση ή/και την ευθύνη λειτουργίας των ιστοτόπων αυτών, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία εφαρμογής των κυρώσεων που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις. Η Ε.Ε.Ε.Π., επιπλέον, συντάσσει και αναθεωρεί κατάσταση, στην οποία περιλαμβάνονται λέξεις − κλειδιά (key words), που παραπέμπουν, άμεσα ή έμμεσα, σε διεξαγωγή τυχερών παιγνίων την οποία αποστέλλει στους βάνει σε οποιοδήποτε σημείο της μία ή περισσότερες από τις λέξεις − κλειδιά της παραπάνω κατάστασης, οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs), οφείλουν, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη χορήγηση της χρήσης, να ενημερώσουν την Ε.Ε.Ε.Π. διαβιβάζοντας όλα τα στοιχεία του αιτούμενου και του χορηγηθέντος ονόματος χώρου (domain name). Στον πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου που παραβαίνει την υποχρέωση αυτή επιβάλλεται πρόστιμο του οποίου το κατώτερο και το ανώτερο όριο ορίζεται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων.
Για όλα τα στοιχεία που διαβιβάζονται στην Ε.Ε.Ε.Π. με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 49 και της παραγράφου 10 του άρθρου αυτού, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 34 του παρόντος νόμου.»
Το άρθρο 49 του ν. 4002/2011 τροποποιείται ως εξής: α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι πληρωμές των ποσών συμμετοχής και απόδοσης κέρδους που απορρέουν από τη συμμετοχή σε τυχερά παίγνια μέσω του διαδικτύου διενεργούνται υποχρεωτικά μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων ή ιδρυμάτων πληρωμών που είναι εγκατεστημένα και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.» β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο κάτοχος της άδειας διατηρεί ίδιο λογαριασμό και ξεχωριστό λογαριασμό παικτών σε πιστωτικό ίδρυμα ή ίδρυμα πληρωμών που είναι εγκατεστημένο και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.» γ. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η καταβολή του τιμήματος για τη συμμετοχή σε τυχερό παίγνιο μέσω του διαδικτύου γίνεται υποχρεωτικά σε αδειοδοτημένο κάτοχο άδειας, χωρίς τη μεσολάβηση τρίτου, πλην πιστωτικών ιδρυμάτων ή ιδρυμάτων πληρωμών που είναι εγκατεστημένα και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με τρόπο που διασφαλίζει την ταυτοποίηση του παίκτη, όπως ειδικότερα καθορίζεται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων.» δ. Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Απαγορεύεται στα πιστωτικά ιδρύματα ή τα ιδρύματα πληρωμών που είναι εγκατεστημένα και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα να πραγματοποιούν οποιαδήποτε συναλλαγή, καθώς και πληρωμές ποσών συμμετοχής και απόδοσης κέρδους που απορρέουν από τη συμμετοχή σε τυχερά παίγνια σε λογαριασμούς που τηρούν σε αυτά μη αδειοδοτημένοι πάροχοι τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου, όπως αναφέρονται στον κατάλογο μη αδειοδοτημένων παρόχων (black list) που τηρεί η Ε.Ε.Ε.Π. αναρτημένο στον ιστότοπό της. Τα παραπάνω ιδρύματα, διαβιβάζουν αμελλητί στην Τράπεζα της Ελλάδος και στην Ε.Ε.Ε.Π. κατάσταση με κάθε συναλλαγή ή πληρωμή που έχει πραγματοποιηθεί κατά τα παραπάνω, καθώς και όλα τα στοιχεία των λογαριασμών που έχουν συναλλαγεί και των προσώπων που τους κατέχουν. Στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο ίδρυμα πληρωμών που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επιβάλλεται, με απόφαση της Ε.Ε.Ε.Π., πρόστιμο υπέρ του Δημοσίου ίσο με το δεκαπλάσιο κάθε ποσού που διακινήθηκε και τουλάχιστον ίσο με πεντακόσια (500) ευρώ.»
Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4002/2011 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η Ε.Ε.Ε.Π. μπορεί, κατά την κρίση της, πριν την επιβολή διοικητικής κύρωσης για τις παραβάσεις να προβαίνει στην παροχή οδηγιών, κατευθύνσεων και συστάσεων προκειμένου οι παραβάτες να συμμορφωθούν. Η παρόλα αυτά μη συμμόρφωση, αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση κατά την επιβολή της διοικητικής κύρωσης.»
Η παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 4002/2011 αναδιατυπώνεται ως εξής: «1. Απαγορεύεται η διοργάνωση και η διεξαγωγή παιγνίων χωρίς την προβλεπόμενη άδεια ή/και πιστοποίηση. Όποιος διεξάγει παίγνια χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο άδεια ή/και πιστοποίηση: α. Αν τα παίγνια διεξάγονται με παιγνιομηχανήματα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή από 100.000 έως και 200.000 ευρώ, ανά παιγνιομηχάνημα. β. Αν τα παίγνια διεξάγονται μέσω του διαδικτύου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή από διακόσιες χιλιάδες (200.000) έως και πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. γ. Αν τα παίγνια που διεξάγονται είναι τυχερά τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ, ανεξάρτητα από τον τρόπο ή το μέσο διεξαγωγής των παιγνίων. δ. Όποιος διοργανώνει παίγνια, χωρίς τις απαιτούμενες άδειες ή/και πιστοποιήσεις, χωρίς αυτά να διεξάγονται, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από εβδομήντα χιλιάδες (70.000) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Εφόσον τα παίγνια που διοργανώνονται είναι τυχερά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και με πρόστιμο διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.»
Οι παράγραφοι 2 του άρθρου 51 και 12 του άρθρου 52 του ν. 4002/2011 καταργούνται.
Μετά το άρθρο 52 του ν. 4002/2011 προστίθεται άρθρο 52Α ως εξής: «Άρθρο 52Α
Οι έλεγχοι διοργάνωσης και διεξαγωγής κάθε είδους παιγνίων χωρίς την προβλεπόμενη άδεια ή/και πιστοποίηση του καταστήματος, των παιγνιομηχανημάτων και των παιγνίων, που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις, πραγματοποιούνται από την Ελληνική Αστυνομία, ενώ, στην περίπτωση των καταστημάτων, παιγνιομηχανημάτων και παιγνίων του άρθρου 39 του νόμου αυτού, καθώς και κάθε άλλων αδειοδοτημένων καταστημάτων, παιγνιομηχανημάτων και παιγνίων από την Ε.Ε.Ε.Π..
Ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες στο νόμο και τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων διοικητικές κυρώσεις και με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 54 του νόμου αυτού τα κάθε είδους παιγνιομηχανήματα ή/και εξοπλισμός ή/και μέσα διεξαγωγής παιγνίων, που καταλαμβάνονται, κατά τη διάρκεια των παραπάνω ελέγχων, να μην διαθέτουν την προβλεπόμενη πιστοποίηση ή άδεια καταλληλότητας, αφού καταγραφούν και αποτυπωθούν φωτογραφικά, καταστρέφονται επιτόπου από τα όργανα που πραγματοποιούν τους ελέγχους αυτούς. φής και ο τύπος και το περιεχόμενο του συντασσόμενου ειδικού πρακτικού.
Πρόσωπα που εισάγουν ή/και εμπορεύονται κάθε είδους εξοπλισμό διεξαγωγής τυχερών παιγνίων, πλην παιγνιόχαρτων, καταγράφονται σε ειδικό μητρώο που τηρεί η Ε.Ε.Ε.Π.. Η εισαγωγή ή/και εμπορία του παραπάνω εξοπλισμού από πρόσωπο που δεν είναι καταγεγραμμένο στο μητρώο αυτό απαγορεύεται.
Η με κάθε τρόπο διάθεση σε τρίτο και η διακίνηση κάθε είδους εξοπλισμού διεξαγωγής τυχερών παιγνίων, πλην παιγνιόχαρτων, υπόκειται στην εκ των προτέρων έγκριση και τον έλεγχο της Ε.Ε.Ε.Π.. Με απόφασή της ορίζεται η ακολουθούμενη διαδικασία και τα τηρούμενα έγγραφα.
Πρόσωπο το οποίο εισάγει ή/και εμπορεύεται ή/και διαθέτει με οποιονδήποτε τρόπο σε τρίτο ή/και διακινεί το ίδιο ή μέσω χρήσης υπηρεσιών μεταφοράς τρίτων κάθε είδους εξοπλισμό διεξαγωγής τυχερών παιγνίων, πλην παιγνιόχαρτων, χωρίς να είναι καταγεγραμμένο στο ειδικό μητρώο της Ε.Ε.Ε.Π. ή/και χωρίς να έχει λάβει την εκ των προτέρων έγκριση για τη διάθεση ή/και διακίνηση του εξοπλισμού αυτού, θεωρείται διοργανωτής τυχερών παιγνίων χωρίς την προβλεπόμενη άδεια και τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπει η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του νόμου αυτού.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)