Νόμοι — ΦΕΚ A' 109/2001
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 109 29 Μαΐου 2001
NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2915
Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτι?κών δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Άρθρο 1
Όπου στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονο?μίας αναφέρονται οι λέξεις «πρώτη συζήτηση» αντικαθί?στανται με τη λέξη «συζήτηση».
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 115 του Κώδικα Πολι?τικής Δικονομίας οι λέξεις και οι αριθμοί «εκτός από την περίπτωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 226» διαγράφονται.
Καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 147 παρ. 1 έως 5, 148 παρ. 2 και 149 του Κώδικα Πολιτικής Δικονο?μίας.
Άρθρο 2
Η παράγραφος 1 του άρθρου 178 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός.»
Το άρθρο 179 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 179 Το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανά?μεσα σε συζύγους ή σε συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.»
Άρθρο 3
Η παράγραφος 3 του άρθρου 214Α του Κώδικα Πολι?τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στην κλήση για συζήτηση πρέπει να περιλαμβάνεται και πρόσκληση προς τον εναγόμενο να προσέλθει στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντος ή στα γραφεία του δικηγορικού συλλόγου του τελευταίου ορισμένη ημέρα και ώρα, με αντικείμενο την απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς. Αν η επίσπευση γίνεται από τον εναγόμενο ή από άλλο διάδικο, αυτός προσκαλεί τον αντίδικο στο γραφείο του δικηγόρου του ή στα γραφεία του δικηγορι?κού συλλόγου του τελευταίου. Η ημερομηνία της πρώτης συνάντησης ορίζεται μέσα στο χρονικό διάστημα από τη δέκατη έως την τεσσαρακοστή πέμπτη ημέρα από την επί?δοση της αγωγής. Ο προσκαλούμενος οφείλει να παρα?στεί με δικηγόρο ή να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο εφο?διασμένο με την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότη?τα. Στη συνάντηση μπορεί να κληθεί και ο τυχόν προσεπικαλούμενος. Οι δικηγόροι μπορούν από κοινού να ορίσουν άλλη ημε?ρομηνία συνάντησης ή να αναβάλλουν τη συνάντηση για άλλη ημέρα και ώρα σε ορισμένο τόπο, έως την τριακοστή πέμπτη ημέρα πριν από τη δικάσιμο, εφόσον απαιτείται για την εξώδικη επίλυση της διαφοράς.»
Όπου στο άρθρο 214A του Κώδικα Πολιτικής Δικονο?μίας αναγράφονται οι λέξεις «συμβιβαστική επίλυση δια?φοράς» αντικαθίστανται με τις λέξεις «εξώδικη επίλυση διαφοράς».
Η διάταξη του άρθρου 214Α παρ. 9 δεύτερο εδάφιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταργείται.
Άρθρο 4
Το άρθρο 224 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικα?θίσταται ως εξής: «Άρθρο 224 Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρί?ου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλ?λεται η βάση της αγωγής.»
Άρθρο 5
Οι παράγραφοι 2 έως 4 του άρθρου 226 του Κώδικα Πο?λιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής: «2. Αμέσως μετά την κατάθεση της αγωγής ο γραμμα?τέας, με βάση τη σημείωση στο πρωτότυπο της αγωγής της ημέρας και ώρας συζήτησής της, την εγγράφει στο πι?νάκιο του δικαστηρίου, όπου σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους, κα?θώς και το αντικείμενο της δίκης. Η ημέρα συζήτησης προσδιορίζεται σε χρόνο τέτοιο ώστε να τηρούνται οι προθεσμίες των άρθρων 214Α παρ. 3, 229 και 237 παρ. 1.
Το πινάκιο είναι βιβλίο με αριθμημένες σελίδες, μονο?1907
Ο δικαστής που διευθύνει τη συζήτηση σημειώνει στο πινάκιο αν η συζήτηση έγινε κατ΄ αντιμωλία ή ερήμην ή αναβλήθηκε ή ματαιώθηκε. Αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνε?δρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υπο?θέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πι?νάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Αν ματαιω?θεί η συνεδρίαση για οποιονδήποτε λόγο, οι υποθέσεις που είναι γραμμένες σ' αυτήν μεταφέρονται με επιμέλεια των διαδίκων στις επόμενες συνεδριάσεις, ακόμη και με υπέρβαση του ορισμένου αριθμού, και ο αντίδικος αυτού που επισπεύδει τη συζήτηση καλείται πάντοτε στη νέα δι?κάσιμο. Στην περίπτωση αυτή η εγγραφή, η κλήση και η επίδοσή της γίνονται ατελώς. Το ίδιο ισχύει και όταν είναι αναγκαία η ανασυζήτηση της υπόθεσης.»
Άρθρο 6
Το άρθρο 229 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 229
Αντίγραφο της αγωγής μαζί με την κάτω απ' αυτήν πράξη για τον προσδιορισμό δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση στην ορισμένη δικάσιμο επιδίδεται στον εναγόμενο με επιμέλεια του ενάγοντος το αργότερο τριά?ντα ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Αν ο διάδικος στον οποίο γίνεται η επίδοση ή κάποιος από τους ομοδί?κους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μέσα στην παραπάνω προθεσμία πρέπει να γίνει η πρώτη κατά το νόμο πράξη της διαδικασίας της επίδοσης.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 254, για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικα?σίμου η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι εξήντα ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνω?στης διαμονής, ενενήντα ημέρες πριν από τη συζήτηση. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 237.»
Οι διατάξεις των άρθρων 228 και 230 παρ. 1 του Κώ?δικα Πολιτικής Δικονομίας καταργούνται.
Άρθρο 7
Η παράγραφος 1 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Ενώπιον του μονομελούς και του πολυμελούς πρω?τοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθε?σης. Το χρονικό διάστημα μεταξύ της επίδοσης της αγω?γής και της κατάθεσης των προτάσεων δεν μπορεί να εί?ναι μικρότερο από εξήντα ημέρες. Εκπρόθεσμες προτά?σεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και: α) αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και β) με ποινή απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα που επι?καλούνται με τις προτάσεις τους.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, η οποία κατατίθεται το αργότερο δεκα?πέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατά τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, οπότε κλείνει ο φάκελος και ορίζεται ο εισηγητής της υπόθεσης ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου που θα δικάσει, στον οποίο διαβιβάζεται ο φάκελος. Εκπρόθεσμη προσθήκη δεν λαμ?βάνεται υπόψη. Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομι?σθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχο?νται στις προτάσεις της παραγράφου 1. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 εφαρμόζονται αναλόγως.»
Οι διατάξεις για τις προθεσμίες κατάθεσης προτάσε?ων, προσθήκης - αντίκρουσης και ανταγωγής που προ?βλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους και στα άρ?θρα 10 και 12 του παρόντος ως προς τις δίκες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου θα τεθούν σε εφαρμογή με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ως τότε οι προτάσεις και η προ?σθήκη - αντίκρουση κατατίθενται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 591, όπως αυτή αντικαθίσταται με το άρθρο 19 του παρόντος, και η ανταγωγή ασκείται οκτώ τουλάχιστον πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Άρθρο 8
Το άρθρο 239 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κα?ταργείται.
Το άρθρο 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 241
Ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αν ακόμη δεν κα?τατέθηκαν προτάσεις ή αυτές κατατέθηκαν εκπρόθεσμα, μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία φορά, ανά βαθμό δικαιοδοσίας, σε μεταγενέστερη δικά?σιμο, εφόσον υπάρχει σπουδαίος κατά την κρίση του δι?καστηρίου λόγος, με απλή σημείωση στο πινάκιο.
Το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, δικαστική δαπάνη σε βάρος εκείνου που ζήτησε την αναβολή, με αίτηση του αντιδίκου του, σε ύψος μέχρι το τριπλάσιο του ελάχιστου ορίου αμοιβής για την παράσταση προς συζήτηση.»
Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 242 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η φράση «ακόμη και όπου η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική κατά το άρθρο 115 παρ. 2» διαγράφεται.
Άρθρο 9
Το άρθρο 254 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί πε?ρατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διά?σκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρει?άζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημο?νεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζή?τηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.
Με την εξαίρεση των περιπτώσεων ειδικών διαδικα?σιών, στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι προθεσμίες της παραγράφου 1 του άρθρου 237, στην επαναλαμβανόμε?νη συζήτηση οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Οι διάδικοι μπορούν να καταθέ?σουν σημείωμα πέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο μόνο για τα θέματα που θα συζητηθούν. Η διάταξη της παρα?γράφου 6 του άρθρου 270 εφαρμόζεται ανάλογα και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. 1908 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Η παράγραφος 5 του άρθρου 268 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναριθμείται σε παράγραφο 6 και η παρά?γραφος 4 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται με τις παρα?γράφους 4 και 5 ως εξής: «4. Η ανταγωγή ασκείται είτε με χωριστό δικόγραφο που επιδίδεται σαράντα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση είτε με τις προτάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 237 που στην περίπτωση αυτή κατατίθενται σαράντα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτη?ση είτε, όπου η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτι?κή, προφορικά, κατά τη συζήτηση. Στην τελευταία περί?πτωση η ανταγωγή καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Η συζήτηση της ανταγωγής που ασκήθηκε με τις προ?τάσεις είναι, σε περίπτωση απουσίας ή μη νόμιμης παρά?στασης του ενάγοντος, απαράδεκτη, εκτός αν οι προτά?σεις αυτές έχουν επιδοθεί στον ενάγοντα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου.»
Άρθρο 11
Το άρθρο 269 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικα?θίσταται ως εξής: «Άρθρο 269
Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προ?τάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κά?θε στάση της δίκης.
Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προ?φορικά: α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. αυ?τό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος,
- β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν
αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και
- δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει
ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληρο?φορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.»
Άρθρο 12
Το άρθρο 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικα?θίσταται ως εξής: «Άρθρο 270
Ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτη?ση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέ?ρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προς τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κα?τά τη συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανισθούν αυτο?προσώπως. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο, αν είναι αδικαιολό?γητη, εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. Με την επι?φύλαξη του άρθρου 260, αν κατά τη συζήτηση της υπό?θεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους, μολονότι έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Συ?μπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και
Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβο?λαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δο?θούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπε?ται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγρά?φου 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες.
Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του, έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415. Οφείλει να εξετάσει έναν τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστά?μενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. Σε περίπτωση ομοδι?κίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδι?κο, αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμ?φερόντων.
Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγ?ματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.
Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκλη?ρώνονται σε μία δικάσιμο. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί, επι?τρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών, με προφορική ανακοίνωση που καταχω?ρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται.
Έως τη δωδεκάτη ώρα της πέμπτης εργάσιμης ημέ?ρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 269 παράγραφος 2. Ο γραμματέας, την πρώτη ή το αργότερο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτηση, υποχρε?ούται να χορηγεί στους διαδίκους αντίγραφα των πρακτι?κών της δίκης.
Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτι?κά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις απο?δείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.»
Άρθρο 13
Το άρθρο 271 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 271
Αν ο εναγόμενος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν κανονικά, το δι?καστήριο, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση δεν επι?δόθηκαν σ' αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσει απα?ράδεκτη τη συζήτηση.
Το ίδιο ισχύει, αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του εναγομένου και δεν εμφανισθεί ο ενάγων ή εμφανι?σθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση κανονικά. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1909 ήταν παρόντες» ή «σαν να ήταν παρών».
Άρθρο 14
Οι διατάξεις των άρθρων 341 έως 345, 351 δεύτερο εδάφιο, 370 παρ. 1, 389, 396, 397, 398 παρ.1, 403 παρ. 5, 406 παρ. 1, 412, 414 και 421 έως 431 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας καταργούνται.
Στο άρθρο 339 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δια?γράφονται οι λέξεις «ο όρκος του διαδίκου».
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 370 του Κώδικα Πο?λιτικής Δικονομίας η φράση «του άρθρου 341 παρ. 3» δια?γράφεται.
Στο άρθρο 375 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας οι λέξεις «που διατάζει το διορισμό και εκείνης» διαγράφο?νται.
Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 393 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής: «1. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμέ?νου τους υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια δραχμές ή 5.869,405 ευρώ.
Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του πε?ριεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμέ?νου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τα δύο εκα?τομμύρια δραχμές ή 5.869,405 ευρώ.»
Στο άρθρο 407 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας οι λέξεις «τη θρησκεία» διαγράφονται.
Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 408 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής: «1. Πριν εξεταστεί ο μάρτυρας οφείλει να ορκισθεί. Προς τούτο ερωτάται, αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο.
Ο τύπος του χριστιανικού όρκου είναι: «Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να πω ευσυνείδητα όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τί?ποτε». Αν ο μάρτυρας πιστεύει σε γνωστή θρησκεία ή δόγμα, που ορίζει άλλο τύπο όρκου, δίνει τον όρκο σύμ?φωνα με αυτόν τον τύπο.
Ο πολιτικός όρκος δίνεται ως διαβεβαίωση με τον εξής τύπο: «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδησή μου πως θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να κρύψω τίποτε».»
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 409 του Κώδικα Πο?λιτικής Δικονομίας οι λέξεις «Ο εισηγητής ή ο εντεταλμέ?νος δικαστής» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Το δικαστή?ριο».
Το άρθρο 410 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 410 Οι καταθέσεις μαρτύρων καταχωρίζονται στα πρακτι?κά, στα οποία πρέπει να αναφέρονται η όρκιση του μάρ?τυρα και οι τυχόν ενστάσεις των διαδίκων.»
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 469 του Κώδικα Πο?λιτικής Δικονομίας η φράση «οι διατάξεις των άρθρων 271 παρ. 3 και 272 παρ. 1 και 2 δεν εφαρμόζονται» διαγράφε?ται.
Άρθρο 15
H παράγραφος 2 του άρθρου 498 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η προθεσμία για την κλήτευση των διαδίκων είναι εξήντα ημέρες και, αν ο διάδικος που καλείται ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνω?στης διαμονής, ενενήντα ημέρες πριν από τη συζήτηση. Κατά τα λοιπά για τον προσδιορισμό δικασίμου ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 226.»
Το άρθρο 510 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 510 Αν κατά τη συζήτηση της ανακοπής δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νόμιμα σ΄ αυτήν εκείνος κα?τά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.»
Άρθρο 16
Η παράγραφος 2 του άρθρου 520 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «2. Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκεί?να που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο σαράντα πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 523 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δι?καστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, κοινοποιείται στον εκκαλούντα σαράντα πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης.»
Το άρθρο 524 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 524
Στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμό?ζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 πα?ράγραφοι 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312.
Η προφορική συζήτηση κατά τις διατάξεις του άρ?θρου 270 είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528, στην οποία και εφαρμόζονται όλες οι διατά?ξεις του άρθρου 270.
Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ερημοδι?κίας του εφεσιβλήτου ως προς την αντέφεση.
Σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση.
Τους εισαγγελείς πρωτοδικών, αν έχουν την ιδιότητα του εκκαλούντος ή του εφεσιβλήτου, εκπροσωπεί ο ει?σαγγελέας εφετών.»
Το άρθρο 528 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 528 Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως.»
Η παράγραφος 1 του άρθρου 529 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση 1910 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Η παράγραφος 1 του άρθρου 535 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δι?καστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν.»
Άρθρο 17
Το άρθρο 548 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 548 Στη διαδικασία της κατ' αναψηλάφηση δίκης εφαρμό?ζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7, 271 έως 312 και 524 παρ. 2 επ. έως 534.»
Στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κώδικα Πολι?τικής Δικονομίας διαγράφονται οι λέξεις «ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά».
Το άρθρο 571 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 571
Αν ο εισηγητής κρίνει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη ή ότι όλοι οι λόγοι της, αρχικοί και πρόσθετοι, είναι απα?ράδεκτοι ή προδήλως αβάσιμοι, εισηγείται προφορικώς σε τριμελές συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από δύο Αρεοπαγίτες, χωρίς κλήτευση των διαδίκων, την απόρριψη της αναίρεσης. Αν το συμβούλιο αποδεχθεί ομόφωνα την πρόταση του εισηγητή, εκδίδει διάταξη με την οποία απορρίπτει την αναίρεση. Με την ίδια διάταξη επιδικάζεται στον αναιρεσίβλητο δικαστική δαπάνη, αν αυ?τός είχε καταθέσει προτάσεις, υπολογιζομένης της αμοι?βής του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο μισό του ελάχι?στου ορίου και ορίζεται παράβολο εκατό χιλιάδων δραχμών ή 293,470 ευρώ έως πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών ή 1.467,351 ευρώ. Επί εργατικών υποθέσεων το παράβο?λο μπορεί να μειωθεί έως το ποσό των πενήντα χιλιάδων δραχμών ή 146,735 ευρώ. Τα ποσά των δύο προηγούμε?νων εδαφίων μπορούν να αυξομειώνονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Με επιμέλεια του γραμματέα σημειώνεται ο αριθμός της διάταξης του συμβουλίου στο πινάκιο και στο φάκελο της υπόθεσης και επιδίδεται κυ?ρωμένο αντίγραφό της στον αναιρεσείοντα ή στο δικηγό?ρο που υπογράφει την αναίρεση ή τους πρόσθετους λό?γους μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοσή της.
Αν εκδοθεί διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης. Μπορεί όμως ο αναιρεσείων να ζητήσει με αίτησή του να συζητηθεί η υπό?θεση στο ακροατήριο. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την επίδοση της διάταξης και κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία συντάσσει σχετική έκθεση στο βιβλίο της παρα?γράφου 3. Στην αίτηση επισυνάπτεται με ποινή απαραδέ?κτου διπλότυπο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπη?ρεσίας, από το οποίο προκύπτει η κατάθεση του παραβό?λου που έχει ορισθεί με τη διάταξη. Ο αριθμός και η χρονολογία της έκθεσης σημειώνονται στο πρωτότυπο της αίτησης από τον συντάσσοντα την έκθεση, ο οποίος υπογράφει τη σχετική σημείωση. Η υπόθεση προσδιορί?ζεται να συζητηθεί στο ακροατήριο όσο το δυνατόν ταχύ?τερα. Στη σύνθεση του δικαστηρίου δεν μετέχουν τα μέ?λη του συμβουλίου της παραγράφου 1. Αν το δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την αίτηση, ακυρώνει τη διάταξη του συμβουλίου και δικάζει την αναίρεση. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ως απαράδεκτη ή κρίνει μεν παραδεκτή την αίτηση, απορρίψει όμως στο σύνολό της την αναίρεση, διατάσσει συγχρόνως την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Αλλιώς το παράβολο επιστρέφεται στον καταθέσαντα. Αν δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ή η υποβληθεί?σα αίτηση απορριφθεί ως απαράδεκτη, η διάταξη του συμβουλίου αποκτά ισχύ δικαστικής απόφασης.
Οι διατάξεις του συμβουλίου που εκδίδονται σύμφω?να με το άρθρο αυτό και οι αιτήσεις για συζήτηση της υπό?θεσης στο ακροατήριο καταχωρίζονται σε ειδικά βιβλία που τηρούνται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου.
Αν ο εισηγητής δεν εισηγηθεί την απόρριψη της αναί?ρεσης ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλί?ου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατή?ριο, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο εισηγητής της υπό?θεσης οφείλει να συντάξει συνοπτική έκθεση για το πα?ραδεκτό της αναίρεσης, καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της και να την καταθέσει στη γραμ?ματεία του Αρείου Πάγου οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να πληρο?φορηθούν το περιεχόμενο της έκθεσης του εισηγητή.»
Το εδάφιο β΄ της πρώτης παραγράφου του άρθρου 575 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Τα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ.»
Άρθρο 18
Η παράγραφος 2 του άρθρου 585 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «2. Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προτα?θούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο σαράντα πέντε ή, όταν πρό?κειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.»
Το άρθρο 589 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 589 Η άσκηση της τριτανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέ?λεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η τριτανακοπή και, αν πρόκειται για πολυ?μελές δικαστήριο, ο πρόεδρος μπορούν, ύστερα από αί?τηση του τριτανακόπτοντος που δικάζεται κατά τη διαδι?κασία των άρθρων 686 επ., να διατάξουν την αναστολή της εκτέλεσης με τον όρο εγγυοδοσίας ή και χωρίς αυτόν, αν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση της απόφασης θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του τριτα?νακόπτοντος. Το δικαστήριο ή ο πρόεδρος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμά του την εκτέλεση ώσπου να εκδο?θεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής. Η απόφαση αυ?τή μπορεί να ανακληθεί με τον ίδιο τρόπο ως την έκδοση της οριστικής απόφασης για την τριτανακοπή.»
Άρθρο 19
Η παράγραφος 1 του άρθρου 591 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1911 πριν από τη συζήτηση, β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνο?νται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά και δ) οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνο?νται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.»
Άρθρο 20
Η παράγραφος 1 του άρθρου 599 του Κώδικα Πολιτι?κής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορούν να προβλη?θούν στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 πα?ράγραφος 1 έως και τη συζήτηση στο ακροατήριο του δι?καστηρίου που δικάζει σε πρώτο βαθμό.»
Οι διατάξεις των άρθρων 599 παράγραφος 2 και 600 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταρ?γούνται.
Το άρθρο 603 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντι?καθίσταται ως εξής: «Άρθρο 603 Σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντος ως προς την αγωγή και του εναγομένου ως προς την ανταγωγή εφαρ?μόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 524. Αν ερημοδικεί ο εναγόμενος ή ο εφεσίβλητος, το δικα?στήριο εκδικάζει την υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί πα?ρόντες. Το ίδιο ισχύει, αν ερημοδικεί ο ενάγων, ως προς την ανταγωγή που έχει ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο και, αν ερημοδικεί ο εκκαλών, ως προς την αντέφεση.»
Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 660 προ?στίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Η αγωγή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που η απόφαση, η οποία διατάσσει την παρά?δοση ή απόδοση μισθίου, γίνεται αμετάκλητη.»
Η προθεσμία των δύο μηνών που προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 2 περίπτωση στ΄ και 3 του άρ?θρου 662Δ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζεται εφεξής σε είκοσι ημέρες.
Οι διατάξεις των άρθρων 649 παρ. 1 εδάφ. β΄ και δ΄, 650 παρ. 4, 662Ζ εδάφ. γ΄, 670 εδάφ. β΄, 671 παρ. 4 και 681Δ παρ. 4 εδάφ. ε΄ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κα?ταργούνται.
Άρθρο 21
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 226, εκτός από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.»
Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 754 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καταρ?γείται.
Άρθρο 22
Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Η προθεσμία επίδο?σης της αγωγής κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 229, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6, αρχίζει ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
Στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δη?μοσίευσης και έναρξης ισχύος του κεφαλαίου τούτου, καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου κεφαλαίου δίκες εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 23
Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «β) όλες οι διαφορές, κύριες ή παρεπόμενες, από σύμ?βαση μίσθωσης, καθώς και οι διαφορές του άρθρου 601 του Αστικού Κώδικα, εφόσον σε όλες τις περιπτώσεις αυ?τές το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες δραχμές ή 293,470 ευρώ.»
Στο άρθρο 630Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται δύο εδάφια που έχουν ως εξής: «Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει μέσα στην ίδια προ?θεσμία να καταθέσει αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης στη γραμματεία του δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. Ο αρμόδιος γραμματέας υποχρεούται να καταχωρίσει τη χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων.»
Άρθρο 24
Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστω?τικά ιδρύματα, καθώς και των άϋλων μετοχών που καταχωρίζονται στo Σύστημα Άϋλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κε?ντρικού Αποθετηρίου Αξιών (Κ.Α.Α.) δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής. Το απόρ?ρητο αίρεται μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή.
Άρθρο 25
Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 1552 του Αστι?κού Κώδικα προστίθεται περίπτωση ε΄ ως εξής: «ε) αν το τέκνο έχει παραδοθεί με τη συναίνεση των γο?νέων σε οικογένεια για φροντίδα και ανατροφή με σκοπό την υιοθεσία και έχει ενταχθεί σ' αυτήν επί χρονικό διά?στημα ενός τουλάχιστον έτους, οι δε γονείς εκ των υστέ?ρων αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν.»
Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμό?ζεται και σε εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος της, υπο?θέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.
Μετά το άρθρο 1578 του Αστικού Κώδικα προστίθε?ται άρθρο 1578Α, που έχει ως εξής: «Άρθρο 1578Α Ανασύσταση υιοθεσίας Σε περίπτωση δικαστικής λύσης της υιοθεσίας, αν εκλείψει ο λόγος της λύσης ή ακολουθήσει συγγνώμη του υπαιτίου της λύσης, είναι δυνατή η ανασύσταση της υιο?θεσίας με εφαρμογή της διατάξεων των άρθρων 1542 έως 1559. Στην περίπτωση αυτή η ηλικία υιοθετούντος και υιοθετουμένου δεν λαμβάνεται υπόψη. Τα αποτελέσματα 1912 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) πριν από την ισχύ του παρόντος νόμου.
Το άρθρο 1579 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1579 Υιοθεσία ενηλίκου Η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετού?μενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίμα?τος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί.»
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 800 του Κώδικα Πο?λιτικής Δικονομίας προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Στην περίπτωση υιοθεσίας ανηλίκου που προστατεύε?ται από αρμόδια κοινωνική υπηρεσία ή αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, η συναίνεση των φυσικών γονέων για την τέλεση της υιοθεσίας μπορεί να δηλωθεί και ενώ?πιον δικαστηρίου ή δικαστή που έχουν λάβει σχετική εντο?λή.»
Άρθρο 26
Το τρίτο κεφάλαιο του έβδομου βιβλίου του Κώδικα Ποι?νικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αποζημίωση εκείνων που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν
Άρθρο 533
Ποιοι δικαιούνται αποζημίωση
Έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο απο?ζημίωση: (α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, (β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέ?πειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ένδικου μέσου και (γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώ?θηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας. Επίσης αποζημίωση δικαιούνται όσα από τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρήθηκαν μετέπειτα με ποινή μι?κρότερης διάρκειας από αυτή που εξέτισαν αρχικά.
Όσοι κρατήθηκαν λόγω καταδίκης ή κρατήθηκαν προσωρινά κατά την παράγραφο 1 έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση, και αν ακόμη έχουν απαλλαγεί επειδή, μολονότι τέλεσαν την πράξη, δεν τους επιβλήθη?κε ποινή για οποιονδήποτε λόγο.
Άρθρο 534
Ποιοι άλλοι έχουν δικαίωμα για αποζημίωση Αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση με τις ίδιες προϋπο?θέσεις έχουν και εκείνοι απέναντι στους οποίους ο κατα?δικασμένος ή ο προσωρινά κρατούμενος είχε σύμφωνα με το νόμο υποχρέωση διατροφής.
Άρθρο 535
Πότε δεν υπάρχει δικαίωμα για αποζημίωση Το Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση, αν εκείνος που καταδικάσθηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγι?νε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρι?νής κράτησης.
Άρθρο 536
Αρμόδιο δικαστήριο και ύψος αποζημίωσης
Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζη?μίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την από?φαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφα?ση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγ?γελέας ακουσθούν.
Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή ημερήσια απο?ζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή 8,804 ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου. Το κατώτερο και το ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπο?ρεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουρ?γών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
Άρθρο 537
Μεταγενέστερη αίτηση
Εκείνος που ζημιώθηκε μπορεί να υποβάλει και αργό?τερα την αίτησή του για αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο.
Στην περίπτωση αυτή η αίτηση παραδίδεται στον ει?σαγγελέα του δικαστηρίου αυτού μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την απαγγελία της από?φασης στο ακροατήριο ή από την κοινοποίηση στον προ?σωρινά κρατούμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απαλλακτικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του. Η παραπάνω προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστά?σεως. Η αίτηση εισάγεται στο δικαστήριο ή στο συμβού?λιο, που συγκαλείται ειδικώς και εκτάκτως για την εκδίκα?σή της κατά το δυνατό σε μία από τις πρώτες εργάσιμες ημέρες μετά την παράδοση της αίτησης.
Το δικαστήριο αποτελείται κατά προτίμηση από τους ίδιους δικαστές που αποφάνθηκαν για την ποινική υπόθε?ση.
Άρθρο 538
Ακυρότητα της απόφασης Απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση, αν εκδόθηκε κατά παράβαση των διατά?ξεων των άρθρων 536 και 537, είναι άκυρη.
Άρθρο 539
Αγωγή για την αποζημίωση
Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίω?ση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δι?καστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. του Κώ?δικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετά?σουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536.
Η αξίωση παραγράφεται ύστερα από δύο χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση για την ποι?νική υπόθεση.
Η αξίωση μεταβιβάζεται στους κληρονόμους εκείνου που ζημιώθηκε, αφού αναγνωρισθεί από το ποινικό δικα?στήριο. Είναι άκυρη η εκχώρηση και η κατάσχεσή της πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που επιδικάζει την αποζημίωση.
Άρθρο 540
Αντικείμενο της αξίωσης στα πολιτικά δικαστήρια
Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτι?κά δικαστήρια είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1913 που υπολογίσθηκε σ΄ αυτή.
Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτη?ση που έγινε πριν από αυτήν με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε η κράτηση.
Άρθρο 541
Υποκατάσταση του δημοσίου στα δικαιώματα του ζημιωμένου Έως το ποσό της αποζημίωσης που πληρώθηκε, το Δη?μόσιο υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα του ζημιωμένου, ως ειδικός διάδοχος, εναντίον οποιουδήπο?τε που με παράνομη ενέργεια έγινε αίτιος να καταδικα?σθεί ή προσωρινά να κρατηθεί αυτός που ζημιώθηκε. Οι δικαστικοί λειτουργοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με το νόμο δεν ευθύνονται για καταδίκη ή προ?σωρινή κράτηση που επέβαλαν, εκτός αν δεν ενήργησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων τους και θεμελιώνεται σε βά?ρος τους ποινικό αδίκημα.
Άρθρο 542
Εφαρμογή και στον Άρειο Πάγο και στα υπόλοιπα δικαστήρια
Οι διατάξεις των άρθρων 533-541 εφαρμόζονται ανά?λογα και από τον Άρειο Πάγο, όταν αυτός απαλλάσσει εκείνον που καταδικάσθηκε ή παραπέμφθηκε για κα?κούργημα ή πλημμέλημα.
Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης από τα στρατιωτικά δικαστήρια.
Άρθρο 543
Εφαρμογή και υπέρ των αλλοδαπών Οι διατάξεις των άρθρων 533-542 εφαρμόζονται και υπέρ των αλλοδαπών ή ανιθαγενών.
Άρθρο 544
Έννοια δικαστηρίου και απόφασης Στις διατάξεις των άρθρων 533-542 ως δικαστήριο και απόφαση νοούνται και τα δικαστικά συμβούλια και τα βουλεύματά τους.
Άρθρο 545
Σε περίπτωση μεταγενέστερης αμετάκλητης καταδικα?στικής απόφασης λόγω επανάληψης της διαδικασίας κα?τά εκείνου που είχε αθωωθεί αμετάκλητα, αυτοί που εισέ?πραξαν την αποζημίωση είναι υποχρεωμένοι να την επι?στρέψουν προς το Δημόσιο.»
Άρθρο 27
Διαγράφονται από το ποινικό μητρώο οι ποινές που έχουν επιβληθεί για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπα?κοής ή ανυποταξίας, το οποίο τελέσθηκε έως την έναρξη της ισχύος του Ν. 2510/1997, σε στρατεύσιμους που αρ?νήθηκαν τη στρατιωτική υπηρεσία επικαλούμενοι τις θρη?σκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις, εφόσον οι στρατεύσιμοι αυτοί εξέτισαν με οποιονδήποτε τρόπο την ποινή που τους επιβλήθηκε ή εξήλθαν των φυλακών με απόλυση υπό όρους. Η διαγραφή από το ποινικό μητρώο διενεργείται είτε αυτεπαγγέλτως από την υπηρεσία η οποία το τηρεί είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομέ?νου προς την υπηρεσία αυτή. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το λόγο της ποινικής καταδίκης, ακολουθείται η διαδικασία των άρθρων 18 έως 22 του παραπάνω νόμου.
Τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου δεν υποχρεούνται να προσκομίσουν πιστοποιητικό εκπλήρω?σης των στρατιωτικών υποχρεώσεών τους, όπου αυτό κα?τά νόμο απαιτείται για το διορισμό τους ή άλλη απασχό?λησή τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν αναδρομική ενέργεια από την έναρξη ισχύος του Ν. 2510/1997.
Άρθρο 28
Στο άρθρο 56 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: «Εκείνος που καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης για οφειλές προς το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δι?καίου και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, μπορεί να εκτίσει την ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, αφού υποβάλει σχετική δήλωση στην εισαγγελία του δικαστηρίου που εξέδωσε την κατα?δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή υποχρεούται να εμφανίζεται κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περι?φέρειάς του. Αν παραλείψει την υποχρέωσή του αυτή, η έκτιση της ποινής συνεχίζεται κατά τις γενικές διατάξεις.»
H παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Ν. 2854/2000 αντι?καθίσταται ως εξής: «2. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 5 του παρόντος νό?μου διέπουν τις διαφορές που αναφύονται από πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες εκδίδονται ή συντελούνται μετά την έναρξη ισχύος του. Οι διατάξεις του άρθρου 6 εφαρ?μόζονται και σε εκκρεμείς υποθέσεις.»
Άρθρο 29
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 133 του Κώδικα Διοι?κητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999) προστίθενται τα ακό?λουθα εδάφια: «Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι δεν θα εμ?φανισθούν στο ακροατήριο, αλλά θα παραστούν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δι?κηγόρους τους. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίδεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή, σε περί?πτωση κοινής δήλωσης, από έναν τουλάχιστον πληρε?ξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ύστερα από αίτηση διαδίκου δεν κλητεύεται κατά τη νέα δικάσιμο ο διάδικος που υπέβαλε δήλωση.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 204 του Κώδικα Διοικη?τικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «3. Ο πρόεδρος του αρμόδιου τμήματος ή ο οριζόμενος από αυτόν δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αίτη?σης, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλε?σης που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Η προσωρι?νή διαταγή ισχύει έως την έκδοση της απόφασης για την αίτηση αναστολής και μπορεί να ανακληθεί ακόμη και αυ?τεπαγγέλτως από τον πρόεδρο του τμήματος ή τον ορι?ζόμενο από αυτόν δικαστή ή το αρμόδιο για την αναστο?λή δικαστήριο.»
Στις περιπτώσεις στις οποίες κατά το άρθρο 12 παρά?γραφος 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προβλέπε?ται παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο, αν πριν από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής απορρίφθηκε ένδικο βοήθημα ή μέσο ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης δικαιο?δοσίας ή αρμοδιότητας του δικαστηρίου και στο μεταξύ είχε παρέλθει η προθεσμία προσφυγής στο αρμόδιο δικα?στήριο, παρέχεται προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευ?ση του παρόντος νόμου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. 1914 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) «δδ. διοικητικού εφετείου ή διοικητικού πρωτοδικείου, πόλη της περιφέρειάς του στην οποία έχει έδρα διοικητι?κό πρωτοδικείο ή πολιτικό - ποινικό εφετείο ή πρωτοδι?κείο».
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Η Α΄ τα Εφετεία Αθηνών και Λαμίας, τις Εισαγγελίες Εφετών Αθηνών και Λαμίας και τα περιφερειακά πρωτοδι?κεία και εισαγγελίες πρωτοδικών των Εφετείων Αθηνών και Λαμίας».
Στην τέταρτη υποπαράγραφο της παραγράφου 4 του άρθρου 97 του ίδιου Κώδικα μετά τη φράση «ως πλησιέ?στερα εφετεία θεωρούνται» προστίθεται η φράση «για το Εφετείο Λαμίας το Εφετείο Αθηνών».
Στο τέλος της πέμπτης υποπαραγράφου της παρα?γράφου 4 του άρθρου 97 του ίδιου Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης του πειθαρχι?κού συμβουλίου του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, οι ενώπιον αυτού εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις παρα?πέμπονται προς εκδίκαση στο πειθαρχικό συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.»
Η παράγραφος 7 του άρθρου 51 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του ν. 2839/2000, αντικαθίσταται ως εξής: «7. Δικαστικοί λειτουργοί είναι δυνατόν να αποσπώνται και να αναλαμβάνουν καθήκοντα στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες ή σε όργανα, σε οργανισμούς, μονάδες και επιτροπές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, κα?θώς και οποιουδήποτε άλλου Διεθνούς Οργανισμού με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δικαιοσύ?νης, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οι?κείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Η απόσπαση γί?νεται για εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας επί μία τριετία. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο χρόνος απόσπασης δύναται να παραταθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις το πολύ για μία ακόμη τριετία.»
Η παράγραφος 4 του άρθρου 38 του Ν. 2721/1999 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «4. Σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος, ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναπληρώνεται, με απόφαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από άλλον Επίτροπο και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από Προϊστάμενο Τμήματος. Η αναπλήρωση Επιτρόπου από Προϊστάμενο Τμήματος δεν μπορεί να υπερβεί το χρονικό διάστημα των δύο μηνών συνολικά, κατ' έτος.»
Άρθρο 31
Στη διάταξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 885/1971 ορίζεται ως όριο ηλικίας για το διορισμό σε κενή οργανική θέση ιατροδικαστή το πεντηκοστό έτος.
Η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 2266/1952 (ΦΕΚ 301 Α΄) καταργείται, κατά το μέρος που θεσπίζει ως τυπικό προσόν διορισμού σε θέση ιατροδικαστή πενταετή τουλάχιστον άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος.
Συνιστάται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης πενταμελές «Υπηρεσιακό Συμβούλιο Ιατροδικαστών». Το Συμβούλιο αυτό είναι αρμόδιο για την επιλογή όσων διορίζονται σε θέσεις ιατροδικαστών και για κάθε θέμα που αφορά την υπηρεσιακή και πειθαρχική κατάσταση των ιατροδικα?στών.
Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Ιατροδικαστών συγκροτεί?ται από τα εξής μέλη:
- α) Τον Γενικό Διευθυντή Διοικητικής Υποστήριξης Κε?ντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως
Πρόεδρο.
- β) Δύο ιατροδικαστές Α΄ τάξης των Ιατροδικαστικών
Υπηρεσιών, με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι υπηρε?τούν στην έδρα του Υπηρεσιακού Συμβουλίου και
- γ) Δύο αιρετούς εκπροσώπους των ιατροδικαστών, με
Α΄ βαθμό, με τους αναπληρωτές τους.
Τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Με την απόφαση αυτή ορίζεται ως αναπληρωτής του Προέδρου ένα από τα τακτικά μέλη του Συμβουλίου. Όταν προεδρεύει ο ανα?πληρωτής του Προέδρου, συμμετέχει ως μέλος του Συμ?βουλίου ο αναπληρωτής του προεδρεύοντος. Στο Συμ?βούλιο συμμετέχει ως εισηγητής ο Προϊστάμενος της Δι?εύθυνσης Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, με αναπληρωτή του τον Προϊστάμενο του Τμήματος Διοίκησης Προσωπικού. Όταν το Υπηρεσιακό Συμβούλιο επιλέγει ιατροδικαστές, συμμετέχει ως ειση?γητής ιατροδικαστής Α΄ τάξης.
Άρθρο 32
Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Κώ?δικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000, ΦΕΚ 96 Α΄) καταρ?γείται από την έναρξη της ισχύος της, οι επόμενες παρά?γραφοι 3 και 4 αριθμούνται ως παράγραφοι 2 και 3 αντι?στοίχως και η νέα παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Κατ' εξαίρεση των όσων ορίζονται στις προηγούμε?νες παραγράφους οι συμβολαιογράφοι που είναι διορι?σμένοι στους δήμους που υπάγονται δικαστηριακά στις περιφέρειες των παρακάτω Ειρηνοδικείων: α) Αθηνών, β) Πειραιά, γ) Νίκαιας, δ) Καλλιθέας, ε) Νέας Ιωνίας, στ) Πε?ριστερίου, ζ) Χαλανδρίου, η) Αμαρουσίου, θ) Σαλαμίνας,
- ι) Αχαρνών, ια) Κρωπίας, ιβ) Ελευσίνος, ιγ) Μεγάρων, ιδ)
Μαραθώνος, ιε) Λαυρίου, πλην της νήσου Κέας, ιστ) Νέων Λιοσίων και ιζ) Αγίας Παρασκευής έχουν το δικαίωμα να ασκούν τα καθήκοντά τους και στις άλλες περιφέρειες των πιο πάνω ειρηνοδικείων, αλλά μόνο εφόσον καλού?νται να υπογράψουν τις συμβολαιογραφικές πράξεις στην οικία, στο κατάστημα ή στο γραφείο ενός των δικαι?οπρακτούντων ή των αντιπροσώπων τους ή στο χώρο νο?σηλείας, αν νοσηλεύονται, ή κράτησης, αν κρατούνται, ή στο κατάστημα τράπεζας ή άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή οργανισμού, όπως και όταν συμπράττουν με άλλο συμβολαιογράφο ή τους ανατίθεται η διενέργεια πλειστηριασμού.»
Από το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρ?θρου 8 του Κώδικα Συμβολαιογράφων διαγράφονται οι λέξεις «το όνομα του πατέρα και της μητέρας».
Το άρθρο 18 του Κώδικα Συμβολαιογράφων αντικα?θίσταται ως εξής: «1. Οι κενές θέσεις συμβολαιογράφων καλύπτονται με διαγωνισμό και με μετάθεση. Με μετάθεση καλύπτεται ποσοστό μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) των θέσεων που υπάρχουν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους κάθε ειρηνοδικειακής περιφέρειας και το υπόλοιπο ποσοστό με διαγωνισμό. Αν υπάρχει μία μόνο κενή θέση, αυτή καλύπτεται με μετάθεση ή διαγωνισμό εκ περιτρο?πής. Κατά την πρώτη εφαρμογή της διάταξης του προη?γούμενου εδαφίου η θέση θα καλυφθεί με μετάθεση.
Κατά τον υπολογισμό του ποσοστού του πενήντα τοις εκατό (50%) για τις μεταθέσεις, εφόσον προκύπτει δεκα?δικός αριθμός, διατηρείται το ακέραιο μέρος του αριθμού άρθρου.»
Από την παράγραφο 1 του άρθρου 20 του Κώδικα Συμβολαιογράφων διαγράφονται οι λέξεις «ή εκείνος που είχε την ιδιότητα του συμβολαιογράφου για μία τουλάχι?στον διετία και την απέβαλε λόγω παραίτησης» και αντ' αυτών τίθενται οι λέξεις « ή εκείνος που είναι ή ήταν συμ?βολαιογράφος και παραιτήθηκε».
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Κώ?δικα Συμβολαιογράφων προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Κατ' εξαίρεση συμβολαιογράφος μπορεί να διορίζε?ται, ύστερα από επιτυχία σε διαγωνισμό, σε άλλη θέση συμβολαιογράφου ανεξαρτήτως ηλικίας.»
Η παράγραφος 4 του άρθρου 37 του Κώδικα Συμβο?λαιογράφων αντικαθίσταται ως εξής: «4. Συμβολαιογράφος, που έχει παραιτηθεί για να συμ?μετάσχει ως υποψήφιος σε βουλευτικές εκλογές, αν δεν εκλεγεί ή εκπέσει μετά την εκλογή του με απόφαση του Εκλογοδικείου ή εκλεγεί και λήξει η βουλευτική του θη?τεία, επαναδιορίζεται, ύστερα από αίτησή του στην ίδια ει?ρηνοδικειακή περιφέρεια. Αν η θέση του έχει στο μεταξύ καλυφθεί, ο επαναδιορισμός γίνεται σε υπεράριθμη προ?σωποπαγή θέση που καταργείται αυτοδικαίως όταν ο επαναδιορισμένος αποχωρήσει. Στην περίπτωση επανα?διορισμού παραδίδεται στον επαναδιορισθέντα συμβο?λαιογράφο το προσωπικό του αρχείο.»
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 119 του Κώδικα Συμ?βολαιογράφων διαγράφονται οι λέξεις «μέσα σε προθε?σμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη σύνταξη του συμβο?λαίου» και αντ' αυτών τίθενται οι λέξεις «μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου από την υπογραφή του συμβο?λαίου μήνα».
Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 119 του Κώδικα Συμβολαιογράφων προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: «Τίτλο για τη βεβαίωση και την είσπραξη των απαιτήσε?ων αυτών αποτελεί η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλί?ου του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, η οποία εί?ναι πλήρως αιτιολογημένη και καθορίζει επακριβώς το ει?σπρακτέο ποσό από καθυστερούμενες οφειλές και τόκους κατά τη χρονική περίοδο στην οποία αντιστοιχούν, σύμφωνα με τις εκθέσεις ελέγχου των αρμόδιων οργάνων του Συλλόγου. Για τις επιδόσεις και την εκτέλε?ση χρησιμοποιούνται αρμόδιοι κατά τόπο δικαστικοί επι?μελητές που ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου.»
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 120 του Κώδικα Συμβολαιογράφων αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Από τον ίδιο λογαριασμό καλύπτονται, ύστερα από απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής, τα έξοδα για τη λειτουργία των σεμιναρίων επιμόρφωσης, για την έκδοση περιοδικών, βιβλίων ή εντύπων συμβολαιογραφικού εν?διαφέροντος, για τη διοργάνωση πανελλήνιων και διε?θνών συνεδρίων που αφορούν τη συμβολαιογραφία, κα?θώς και τα έξοδα δημιουργίας, λειτουργίας και συντήρη?σης εξειδικευμένης τράπεζας νομικών πληροφοριών για τους συμβολαιογράφους και υπηρεσίες ηλεκτρονικής αλληλοπληροφόρησης των συμβολαιογράφων με οποι?ονδήποτε τρόπο.»
Στο τέλος του άρθρου 120 του Κώδικα Συμβολαιο?γράφων προστίθεται παράγραφος 5 με το ακόλουθο πε?ριεχόμενο: «5. Στους υπαλλήλους του Συμβολαιογραφικού Συλλό?γου Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανή?σων συνεχίζεται να καταβάλλεται από 1.1.1997 το επίδο?μα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 του Ν. 1868/1989. Το επίδομα τούτο ορίζεται από 1.1.1997 σε δεκαπέντε τριακοστά και από 1.1.2000 σε δέ?κα τριακοστά των αποδοχών κάθε υπαλλήλου που προ?βλέπονται κάθε φορά από το ισχύον μισθολόγιο. Στο επί?δομα αυτό συμψηφίζονται τα χρηματικά ποσά που κατα?βάλλονται ως προσωπική διαφορά. Εκκρεμείς δίκες για το αντικείμενο αυτό, για τις οποίες δεν εκδόθηκε τελεσί?δικη δικαστική απόφαση, καταργούνται.»
Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 121 του Κώδικα Συμβολαιογράφων ο αριθμός 1 αντικαθί?σταται με τον αριθμό 3.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 128 του Κώδικα Συμβολαιογράφων αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Το αρχείο συμβολαιογράφου που αποχώρησε με οποι?ονδήποτε τρόπο ή απεβίωσε παραδίδεται στο αρχειοφυ?λακείο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου. Σε πόλεις όπου δεν λειτουργεί αρχειοφυλακείο ή λειτουργεί και αυ?τό δεν επαρκεί κατά την κρίση του διοικητικού συμβουλί?ου του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου να στεγά?σει και άλλα αρχεία συμβολαιογράφων ισχύουν τα ακό?λουθα:».
Στην αρχή της παραγράφου 4 του άρθρου 128 του Κώδικα Συμβολαιογράφων ανάμεσα στις λέξεις «κατά την οποία» και «διοριστεί» τίθενται οι λέξεις «είναι διορισμέ?νος ή».
Στο άρθρο 152 του Κώδικα Συμβολαιογράφων δια?γράφονται οι λέξεις «έξι μηνών» και αντί αυτών τίθενται οι λέξεις «δύο ετών».
Οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν στο Υπουργείο Δικαι?οσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 154 του Κώδικα Συμβο?λαιογράφων ή με το άρθρο δεύτερο του Ν. 2830/2000 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, επανεξετάζονται και γίνονται δεκτές εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋ?ποθέσεις των άρθρων αυτών, έστω και αν η μετάθεση σε άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια συνεπάγεται παράλλη?λα και ταυτόχρονη μεταφορά της έδρας σε άλλο δήμο αυ?τής, είτε μόνο μεταφορά της έδρας σε άλλο δήμο της ίδιας ειρηνοδικειακής περιφέρειας. Η Επιτροπή που προ?βλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου δεύτερου του Ν. 2830/2000 εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητές της μέχρι να επανεξετάσει όλες τις αιτήσεις που έχουν υποβλη?θεί.
Η έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου δεύτερου του Ν. 2830/2000 είναι ότι οι θέσεις που κατέχουν οι συμ?βολαιογράφοι, οι οποίοι μετατίθενται με αίτησή τους σύμ?φωνα με τη διάταξη αυτή, καταργούνται.
Άρθρο 33
Η παράγραφος 3 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 αντι?καθίσταται ως εξής: «3. Από το μέρος της δικηγορικής αμοιβής που παρα?κρατείται από τον οικείο Σύλλογο σύμφωνα με την παρά?γραφο 2 ποσοστό, όχι ανώτερο από 5%, που καθορίζεται εκάστοτε με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, παρα?μένει στο Ταμείο του Συλλόγου για την κάλυψη των εξό?δων διαχείρισης του οικείου λογαριασμού.» 2.α) Συνιστάται στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθη?νών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τις κείμε?νες διατάξεις, ειδικός λογαριασμός με την ονομασία «ΕΙ?ΔΙΚΟΣ ΔΙΑΝΕΜΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΝΕΩΝ ΔΙΚΗΓΟ?ΡΩΝ», με σκοπό τη χορήγηση από τους πόρους του χρηματικών παροχών, εφάπαξ ή περιοδικά, δανείων πά?1916 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) αντιμετώπιση κάθε μορφής επαγγελματικών δαπανών και τη γενικότερη ενίσχυσή τους κατά την έναρξη και το αρχικό στάδιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
- β) Ο παραπάνω λογαριασμός είναι αυτοτελής έναντι
του Ταμείου Συνεργασίας που έχει συσταθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 723/1977 και η διαχείρι?σή του ανατίθεται στα Διοικητικά Συμβούλια των παρα?πάνω Δικηγορικών Συλλόγων. Οι δικαιούχοι των παροχών του ειδικού λογαριασμού μπορούν να τις λαμβάνουν σω?ρευτικά με τις παροχές που προέρχονται από το Ταμείο Συνεργασίας, εφόσον πληρούν τις αντίστοιχες προϋπο?θέσεις.
- γ) Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών
και Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη των Διοικητικών Συμ?βουλίων των παραπάνω Δικηγορικών Συλλόγων, καθορί?ζονται οι πόροι του ειδικού λογαριασμού και η διαδικασία εισροής τους στον ειδικό λογαριασμό, καθώς και οι όροι τους οποίους πρέπει να πληρούν οι νέοι δικηγόροι για να λάβουν τις παροχές και διευκολύνσεις που χορηγούνται από το λογαριασμό αυτόν και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Σε κάθε περίπτωση οι δικαιούχοι δεν μπορούν να είναι δι?κηγόροι οι οποίοι έχουν χρόνο άσκησης δικηγορίας πάνω από επτά έτη.
Άρθρο 34
Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώρι?ση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστη?ρίου ή πειθαρχικού οργάνου.»
Η περίπτωση ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν. 2472/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «ε) Η επεξεργασία εκτελείται από Δημόσια Αρχή και εί?ναι αναγκαία είτε αα) για λόγους εθνικής ασφάλειας είτε
- ββ) για την εξυπηρέτηση των αναγκών εγκληματολογικής
ή σωφρονιστικής πολιτικής και αφορά τη διακρίβωση εγκλημάτων, ποινικές καταδίκες ή μέτρα ασφαλείας είτε
- γγ) για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ή για την
άσκηση δημόσιου ελέγχου κοινωνικών παροχών.»
Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7Α του Ν. 2472/1997, το οποίο προστέθηκε με την παράγρα?φο 4 του άρθρου 8 του Ν. 2819/2000, αντικαθίσταται ως εξής: «α) Όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστι?κά για σκοπούς που συνδέονται άμεσα με σχέση εργα?σίας ή έργου ή με παροχή υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα και είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος ή για την εκτέλεση των υποχρεώσεων από τις παραπάνω σχέσεις και το υποκείμενο έχει προη?γουμένως ενημερωθεί.»
Η παράγραφος 4 του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Με απόφαση της Αρχής μπορεί να αρθεί εν όλω ή εν μέρει η υποχρέωση ενημέρωσης σύμφωνα με τις παρα?γράφους 1 και 3, εφόσον η επεξεργασία δεδομένων προ?σωπικού χαρακτήρα γίνεται για λόγους εθνικής ασφάλει?ας ή για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Σε επείγουσες περιπτώσεις η άρση της υποχρέωσης ενη?μέρωσης μπορεί να γίνει με προσωρινή, άμεσα εκτελε?στή, απόφαση του Προέδρου, ο οποίος πρέπει να συγκα?λέσει το συντομότερο την Αρχή για την έκδοση οριστικής απόφασης επί του θέματος.»
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Ν. 2472/1997 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: «Η Αρχή μπορεί να συνεδριάζει και σε τμήματα, συντι?θέμενα από τρία τουλάχιστον τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη και προεδρευόμενα από τον Πρόεδρο της Αρχής ή τον αναπληρωτή του. Ο κανονισμός λειτουργίας της ρυθ?μίζει περαιτέρω τη σύνθεση, τους όρους λειτουργίας των τμημάτων και την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ ολομέλειας και τμημάτων. Αποφάσεις των τμημάτων μπο?ρεί να τροποποιούνται ή ανακαλούνται από την ολομέ?λεια.»
Στο άρθρο 19 του Ν. 2472/1997 προστίθεται παρά?γραφος 7α ως εξής: «7.α. Όταν η προστασία του ατόμου από την επεξεργα?σία προσωπικών δεδομένων επιβάλλει την άμεση λήψη απόφασης, ο Πρόεδρος μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, να εκδίδει προσωρινή διαταγή για άμε?ση, ολική ή μερική, αναστολή της επεξεργασίας ή της λει?τουργίας του αρχείου. Η διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης από την Αρχή. Την παραπάνω αρμοδιότητα έχει και η Αρχή, όταν επιλαμβάνεται του θέ?ματος.»
Στην παράγραφο 9 του άρθρου 19 του Ν. 2472/1997 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια: «Σε κάθε δίκη που αφορά απόφαση της Αρχής διάδικος είναι η ίδια, εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο. Η παρά?σταση στο δικαστήριο γίνεται είτε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είτε από μέλος της Αρχής, τα?κτικό ή αναπληρωματικό, ή ελεγκτή, που είναι δικηγόρος και ενεργεί με εντολή του Προέδρου χωρίς αμοιβή.»
Άρθρο 35
Το εδάφιο ββ΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 2236/1994 (ΦΕΚ 146 Α΄), όπως αντι?καταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Έχουν συμπληρώσει το εικοστό έβδομο και δεν έχουν υπερβεί το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας τους την 31η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο προκηρύσσεται ο διαγωνισμός.»
Στο τέλος της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του Ν. 2236/1994, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Ν. 2521/1997, προστί?θεται το ακόλουθο εδάφιο: « Αν ο αριθμός των επιτυχόντων είναι μικρότερος από τον αριθμό των θέσεων που αναφέρονται στην προκήρυ?ξη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδε?ται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευση των οριστικών αποτελεσμάτων, γίνεται ανακατανομή των θέ?σεων της ίδιας κατεύθυνσης.»
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγρά?φου 3 του άρθρου 3 του Ν. 2236/1994, όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με την περίπτωση ιη΄ της παρα?γράφου 3 του άρθρου 6 του Ν. 2408/1996, αντικαθίσταται ως εξής: «Από 1.1.2002 οι εκπαιδευόμενοι κατά την πρώτη και δεύτερη φάση της εκπαίδευσης στη Σχολή λαμβάνουν αποδοχές ίσες με το ήμισυ των συνολικών αποδοχών του παρέδρου πρωτοδικείου, όπως αυτές προσδιορίζονται με το Ν. 2521/1997. Οι αποδοχές αυτές εξακολου-θούν να καταβάλλονται σε όσους από αυτούς ολοκλήρωσαν με επιτυχία το πρόγραμμα εκπαίδευσης έως τη δημοσίευση του διατάγματος διορισμού τους ως δικαστικών λειτουρ?γών.»
Άρθρο 36
Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παραγρά?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1917 Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, με απόφασή του που δημοσι?εύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζει τον πρό?εδρο και τα έξι μέλη του και αναθέτει στον πρόεδρο ή ένα από τα μέλη ή σε τρίτον καθήκοντα διευθύνοντος συμ?βούλου.»
Στο τέλος του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του Ν. 2721/1999 προστίθεται η φράση «εκτός από το ωράριο υπηρεσίας, το οποίο θα καθορίζε?ται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτε?ρικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δικαι?οσύνης».
Στο τέλος της περίπτωσης 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1017/1971 (ΦΕΚ 209 Α΄), όπως αυτό ισχύει σήμερα, προστίθεται υποπερίπτωση ιβ΄ ως ακο?λούθως: «ιβ) για την προμήθεια μηχανοκίνητων μέσων για τις ανάγκες των Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και των Δικαστικών Υπηρεσιών, καθώς και για τη μίσθωση κα?τάλληλων χώρων για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των δικαστικών λειτουργών των δικαστηρίων της χώρας».
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συνιστάται ένα κοινό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με έδρα την Αθήνα για όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εποπτεύο?νται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Με όμοια απόφαση καθορίζονται ο τίτλος, η συγκρότηση, η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας του κοινού Υπηρεσιακού Συμβουλί?ου.
Οι διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2085/1992 (ΦΕΚ 170 Α΄), όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στους δικα?στικούς υπαλλήλους.
Στο άρθρο 19 του Ν. 2844/2000 προστίθεται παρά?γραφος 5 ως εξής: «5. Οι διατάξεις των άρθρων 2 έως 15 του Ν. 325/1976, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από τις διατάξεις των άρθρων 20 παράγραφοι 5 και 6 του Ν. 2145/1993 και 5 παράγραφος 18 του Ν. 2408/1996 και όπως ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τις δημο?σιεύσεις και χορηγήσεις αντιγράφων και πιστοποιητικών του παρόντος νόμου.»
Άρθρο 37
Τα ποσά που καθορίζονται στο εδάφιο 1 της παρα?γράφου 1 του άρθρου 42 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως ισχύει, ορίζονται από 1.7.2001 σε δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές ή 29.347,0286 ευρώ για τις περιφέρειες των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών και Πειραιά και σε τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) δραχμές ή 11.738,8114 ευρώ για τις περιφέ?ρειες των λοιπών Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 161 του Κώδικα περί Δι?κηγόρων, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δη?μόσιων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους ορί?ζεται βάσει της αξίας του αντικειμένου της:
- α) για το ποσό μέχρι δεκαπέντε εκατομμύρια
(15.000.000) δρχ. ή 44.020,5429 ευρώ σε ποσοστό 1%,
- β) για το ποσό από δεκαπέντε εκατομμύρια και μία
(15.000.001) δρχ. ή 44.020,5458 ευρώ και μέχρι πεντακό?σια εκατομμύρια (500.000.000) δρχ. ή 1.467.351,4306 ευ?ρώ σε ποσοστό 0,5%,
- γ) για το ποσό από πεντακόσια εκατομμύρια και μία
(500.000.001) δρχ. ή 1.467.351,4336 ευρώ μέχρι ένα δι?σεκατομμύριο (1.000.000.000.) δρχ. ή 2.934.702,8613 ευ?ρώ σε ποσοστό 0,4 %,
- δ) για το ποσό από 1 δισεκατομμύριο και μία
(1.000.000.001) δρχ. ή 2.934.702, 8642 ευρώ μέχρι δύο δι?σεκατομμύρια (2.000.000.000) δρχ. ή 5.869.405,7226 ευ?ρώ σε ποσοστό 0,3%,
- ε) για το ποσό από δύο δισεκατομμύρια και μία
(2.000.000.001) δρχ. ή 5.869.405,7256 ευρώ μέχρι πέντε δισεκατομμύρια (5.000.000.000) δρχ. ή 14.673.514,3066 ευρώ σε ποσοστό 0,2 %,
- στ) για το ποσό από πέντε δισεκατομμύρια και μία
(5.000.000.001) δρχ. ή 14.673.514,3096 ευρώ μέχρι δέκα δισεκατομμύρια (10.000.000.000) δρχ. ή 29.347.028,6133 ευρώ σε ποσοστό 0,1 %,
- ζ) για το ποσό από δέκα δισεκατομμύρια και μία
(10.000.000.001) δρχ. ή 29.347.028,6162 ευρώ μέχρι εί?κοσι δισεκατομμύρια (20.000.000.000) δρχ. ή 58.694.057,2267 ευρώ σε ποσοστό 0,05% και
- η) για το ποσό πέραν των είκοσι δισεκατομμυρίων και
μιας (20.000.000.001) δρχ. ή 58.694.057,2296 ευρώ σε ποσοστό 0,01%.»
Τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 και τα πο?σοστά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Η επόμενη αναπροσαρμογή δεν μπορεί να γίνει πριν από την 1.1.2003.
Άρθρο 38
Με την επιφύλαξη διαφορετικής ρύθμισης στον παρό?ντα νόμο, η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Α΄ του πα?ρόντος νόμου αρχίζει στις 16 Σεπτεμβρίου 2001 και των διατάξεων του Κεφαλαίου Β΄ από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφη?μερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 28 Μαΐου 2001
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΒΑΣΩ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ Α. ΤΣΟΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 29 Μαΐου 2001
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)