Νόμοι — ΦΕΚ A' 113/2022
Ο Υπουργός Οικονομικών και το Διοικητικό Συμβούλιο συνάπτουν μία Συμφωνία-Πλαίσιο, η οποία εξειδικεύει τη συχνότητα της ενημέρωσης, τη λήψη αποφάσεων στρατηγικής σημασίας από το Ταμείο και τον τρόπο συμμετοχής του Υπουργείου Οικονομικών σε αυτές, την επενδυτική πολιτική και το επιχειρησιακό σχέδιο του Ταμείου, χωρίς να θίγεται με κανέναν τρόπο η αυτονομία του Ταμείου και την πολιτική αποδοχών του Ταμείου.».
Άρθρο 15
Σύγκρουση συμφερόντων και υποχρέωση πίστεως - Τροποποίηση άρθρου 16Β του ν. 3864/2010 Στο άρθρο 16Β του ν. 3864/2010 (Α’ 119), α) στις παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και στο πρώτο εδάφιο της παρ. 9 γίνεται προσαρμογή στην αντικατάσταση των δύο οργάνων διοίκησης του Ταμείου από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, κατά τρόπον ώστε να καταλαμβάνονται τόσο τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, όσο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, β) στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 5 προστίθενται τα μέλη της Επιτροπής Επιλογής, όπως επίσης δεύτερο και τρίτο εδάφιο, γ) η παρ. 10 καταργείται, και το άρθρο 16Β αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα μέλη των εκάστοτε οργάνων διοίκησης, δηλαδή ή του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής ή του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά τη συγκρότησή του και το προσωπικό του Ταμείου έχουν υποχρέωση πίστεως στο Ταμείο, ώστε να προκρίνουν τα συμφέροντα του Ταμείου έναντι των ιδίων αυτών συμφερόντων.
Τα μέλη των εκάστοτε οργάνων διοίκησης και το προσωπικό του Ταμείου αποφεύγουν κάθε περίπτωση κατά την οποία μπορεί να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων. Σύγκρουση συμφερόντων προκύπτει όταν μέλη των οργάνων διοίκησης ή του προσωπικού έχουν ιδιωτικά ή προσωπικά συμφέροντα, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν την αμερόληπτη και αντικειμενική εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ως ιδιωτικά ή προσωπικά συμφέροντα των μελών των οργάνων διοίκησης ή του προσωπικού νοούνται οποιαδήποτε πιθανά πλεονεκτήματα υπέρ των ιδίων, των οικογενειών τους ή άλλων συγγενών τους μέχρι δευτέρου βαθμού ή του κύκλου των φίλων ή γνωστών εις αυτά προσώπων, εφόσον γνωρίζουν ότι υπάρχουν τέτοια πλεονεκτήματα.
Τα εκτελεστικά μέλη των εκάστοτε οργάνων διοίκησης του Ταμείου εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κανένα από αυτά τα μέλη δεν δύναται να έχει άλλη απασχόληση, αμειβόμενη ή μη, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις για τις οποίες χορηγείται εξαίρεση από τον περιορισμό αυτόν από τα μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.
Κανένα μέλος των εκάστοτε οργάνων διοίκησης ή του προσωπικού του Ταμείου δεν λαμβάνει ή δέχεται υπόσχεση από οποιαδήποτε πηγή για οποιαδήποτε, οικονομικά ή μη, ωφελήματα, ανταμοιβές, αμοιβές ή δώρα, πέραν ενός συνήθους ή αμελητέου ποσού, τα οποία ωφελήματα, ανταμοιβές, αμοιβές ή δώρα συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με τις δραστηριότητές τους στο Ταμείο.
Τα μέλη των εκάστοτε οργάνων διοίκησης του Ταμείου, τα μέλη της Επιτροπής Επιλογής, καθώς και το προσωπικό του Ταμείου δεν κάνουν χρήση εμπιστευτικής πληροφόρησης στην οποία έχουν πρόσβαση, με σκοπό να διενεργούν ιδιωτικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω τρίτων προσώπων, είτε αυτές διενεργούνται με κίνδυνο αυτών των ιδίων και για λογαριασμό τους είτε με κίνδυνο και για λογαριασμό τρίτου προσώπου. Τα μέλη των εκάστοτε οργάνων διοίκησης του Ταμείου, τα μέλη της Επιτροπής Επιλογής, καθώς και το προσωπικό του Ταμείου απαγορεύεται να ανακοινώνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, σε οιονδήποτε τρίτο εμπιστευτική πληροφόρηση στην οποία έχουν πρόσβαση. Η παράβαση των υποχρεώσεων της παρούσας παραγράφου συνεπάγεται αυτοδίκαιη απώλεια της ιδιότητας του προσώπου που υπέπεσε σε αυτήν, καθώς επίσης την αυτοδίκαιη λήξη της θητείας αυτού και της τυχόν οικείας σύμβασής του αζημίως για το Ταμείο. ίδια ή τα οποία έχει συγγενής μέχρι δεύτερου βαθμού ή του κύκλου των επαγγελματικών ή οικονομικών τους επαφών, άμεσα ή έμμεσα, και οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι σύμφωνες με τους εσωτερικούς κανόνες που θα έχει υιοθετήσει για τέτοια ζητήματα το Διοικητικό Συμβούλιο ή, προηγουμένως, το Συμβούλιο. Το Διοικητικό Συμβούλιο υιοθετεί τέτοιους κανόνες για το προσωπικό του Ταμείου.
Οποτεδήποτε τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με σύγκρουση συμφερόντων ή υποχρέωση πίστεως οποιουδήποτε μέλους ενώπιον των εκάστοτε οργάνων διοίκησης του Ταμείου, το μέλος αυτό υποχρεούται να γνωστοποιήσει το συμφέρον του κατά την έναρξη της συζήτησης και να μην συμμετάσχει στη συζήτηση και στη λήψη απόφασης στο σχετικό θέμα. Η παρουσία του μέλους, το οποίο απέχει από τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων, λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της απαρτίας.
Τυχόν παράβαση των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων από μέλος των εκάστοτε οργάνων διοίκησης ή του προσωπικού του Ταμείου συνιστά σοβαρό παράπτωμα που δύναται να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της σύμβασής τους.
Τα μέλη των εκάστοτε οργάνων διοίκησης του Ταμείου έχουν υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας σχετικά με τις υποθέσεις του Ταμείου και δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ΕΜΣ δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο που προβλέπεται στους οικείους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, αντίστοιχα. Η υποχρέωση απορρήτου δεν ισχύει για την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.
Καταργείται.».
Άρθρο 16
Ρυθμίσεις αναφορικά με τα όργανα διοίκησης του Ταμείου - Τροποποίηση άρθρου 16Γ του ν. 3864/2010 Στο άρθρο 16Γ του ν. 3864/2010 (Α’ 119), το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 3, καθώς και το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 προσαρμόζονται στην αντικατάσταση των δύο (2) οργάνων διοίκησης του Ταμείου από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου, κατά τρόπον ώστε να καταλαμβάνονται τόσο τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, όσο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, και οι παρ. 3 και 4 διαμορφώνονται ως εξής: «3. Κατά τους επόμενους έξι (6) μήνες από την αποχώρησή τους ή την καθ’ οιονδήποτε λόγο λήξη της θητείας τους, τα μέλη των εκάστοτε οργάνων διοίκησης του Ταμείου (δηλαδή, ή του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής ή του Διοικητικού Συμβουλίου, αναλόγως): (α) δεν μπορούν να απασχοληθούν σε πιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή σε νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τα συγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα και (β) υποχρεούνται να μην συμμετέχουν και να μην παρέχουν υπηρεσίες, είτε ατομικά είτε μέσω παρένθετου προσώπου, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει συναλλαγεί με το Ταμείο με αντικείμενο που εμπίπτει στον βασικό σκοπό και τις λειτουργίες του Ταμείου, όταν το ποσό που έχουν λάβει τα ανωτέρω φυσικά ή νομικά πρόσωπα από το Ταμείο κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν τη λήξη της θητείας ή την αποχώρησή τους από το Ταμείο δεν ξεπερνά το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Οι απαγορεύσεις των περ. (α) και (β) ισχύουν και για το προσωπικό του Ταμείου για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από το την ημέρα λήξης των συμβάσεών τους.
Οι αποφάσεις των εκάστοτε οργάνων διοίκησης του Ταμείου (δηλαδή, ή του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής ή του Διοικητικού Συμβουλίου, αναλόγως), εφόσον λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και κατ’ εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, θεωρούνται σύμφωνες με τους σκοπούς του Ταμείου, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 2 και με τους κανόνες χρηστής διαχείρισης της περιουσίας του. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και το προσωπικό του Ταμείου δεν έχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά μόνο για βαρεία αμέλεια και δόλο. Η διάταξη αυτή δεν απαλλάσσει τους ανωτέρω από τυχόν ευθύνη τους έναντι του Ταμείου. Εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο έχει σχηματίσει ισχυρή άποψη, ότι οποιοδήποτε μέλος των οργάνων διοίκησης του Ταμείου έχει εκτελέσει καλόπιστα τα καθήκοντά του στο πλαίσιο του σκοπού του Ταμείου, τότε το Ταμείο μπορεί να καλύψει τη χρηματική δαπάνη για οποιεσδήποτε νομικές ενέργειες και δικαστικά έξοδα, στα οποία υποχρεώθηκε το μέλος αυτό λόγω νομικών ενεργειών εναντίον του, και να του καταβάλει τα σχετικά ποσά. Στην περίπτωση που δυνάμει οριστικής απόφασης, το μέλος αυτό καταδικασθεί από αστικό ή ποινικό δικαστήριο κάθε βαθμού, τότε το Ταμείο αναζητεί και λαμβάνει από το μέλος αυτό τις χρηματικές καταβολές της προηγούμενης παραγράφου.».
Άρθρο 17
Μεταβατική διάταξη Αρχική σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Χ.Σ. και ανάληψη καθηκόντων
Σε τριάντα (30) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, το Γενικό Συμβούλιο και η Εκτελεστική Επιτροπή του Ταμείου καταργούνται και η θητεία των μελών τους παύει αυτοδικαίως και αζημίως. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ταμείου γνωστοποιούν στο Γενικό Συμβούλιο έως την προηγούμενη ημέρα της κατάργησής του, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 16β του ν. 3864/2010 (Α’ 119). του Ταμείου, το οποίο συγκροτείται σε σώμα σε τριάντα (30) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, με την εξαίρεση του διορισθέντος από την Τράπεζα της Ελλάδος μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής, το οποίο αντικαθίσταται από μέλος υποδεικνυόμενο από κοινού από το Υπουργείο Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο αναλαμβάνει την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος. Εκ των παραμενόντων ως άνω μελών, ο μεν Διευθύνων Σύμβουλος της Εκτελεστικής Επιτροπής καθίσταται Διευθύνων Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, το δε έτερο μέλος αναλαμβάνει τα καθήκοντα εκτελεστικού μέλους Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου. Οι κατά την ημερομηνία της παρ. 1 εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή οι αναπληρωτές τους καθίστανται αυτοδικαίως παρατηρητές στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.
Τα ανεξάρτητα μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, το οποίο συγκροτείται σε σώμα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος, ορίζονται έγκαιρα εκ των υπηρετούντων μελών του Γενικού Συμβουλίου του Ταμείου κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος, από την Επιτροπή Επιλογής του άρθρου 4Α του ν. 3864/2010, και κοινοποιούνται στο Υπουργείο Οικονομικών και το Ταμείο. Του ως άνω διορισμού προηγείται αξιολόγηση από την Επιτροπή Επιλογής του άρθρου 4Α του ν. 3864/2010 εντός είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, εφαρμοζομένων και των προϋποθέσεων της παρ. 7 του άρθρου 4Α του ν. 3864/2010.
Εφόσον εντός τριάντα (30) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν έχει ολοκληρωθεί οιαδήποτε από τις κατά περίπτωση διαδικασίες επιλογής μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου αναλαμβάνει τα καθήκοντά του και λειτουργεί νομίμως, υπό την προϋπόθεση της νομίμου πληρώσεως των θέσεων τουλάχιστον πέντε (5) μελών του. Εφόσον και για όσο διάστημα ο αριθμός των μελών δεν υπερβαίνει τα πέντε (5), η απαρτία του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου προσδιορίζεται στα τρία (3) μέλη. Πάσης φύσεως ενέργεια ή διαδικασία, η οποία έχει αρμοδίως αναληφθεί από την Εκτελεστική Επιτροπή ή το Γενικό Συμβούλιο του Ταμείου χωρίς να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την ημερομηνία συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα, συνεχίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου από την επομένη της συγκρότησης και εξής. Δικονομικές προθεσμίες προς ενέργεια διακόπτονται και εκκινούν εκ νέου από την ημερομηνία συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
ΜΕΡΟΣ Β’
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 18
Σκοπός Σκοπός του παρόντος είναι ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου που αφορά (α) στο σύστημα αποζημίωσης επενδυτών στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαΐου 1997 (L 084) και του ν. 4514/2018 (Α’ 14) και (β) σε θέματα χρηματοδότησης για την εξυγίανση των επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87).
Άρθρο 19
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής Αντικείμενο του παρόντος είναι η θέσπιση κανόνων και διαδικασιών που αφορούν στη λειτουργία του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών, τη δομή, την οργάνωση και διοίκηση του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών, εφεξής «Συνεγγυητικό», που λειτουργεί και ως ταμείο εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ο παρών εφαρμόζεται: α) στο Συνεγγυητικό, και β) στα μέλη που συμμετέχουν στο Συνεγγυητικό, όπως αυτά ορίζονται στην περ. 11 του άρθρου 20.
Άρθρο 20
Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «Επιχείρηση επενδύσεων»: η επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α’ 14).
- β) «Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.)»: η εταιρεία όπως ορίζεται στην περ. β’
της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.
α) «Εταιρεία διαχείρισης Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.)»: η εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια της περ. β’ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α’ 250).
- β) «Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.)»: η εταιρεία διαχείρισης που έχει
λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά την έννοια της περ. γ’ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012, η οποία παρέχει την πρόσθετη υπηρεσία της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 4099/2012.
α) «Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Δ.Ο.Ε.Ε.)»: οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων κατά την έννοια της υποπερ. αα’ της περ. β’ του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α’ 253).
- β) «Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών
Εναλλακτικών Επενδύσεων (Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.)»: η εταιρεία ν. 4209/2013, η οποία παρέχει επιπρόσθετα τις υπηρεσίες της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 4209/2013.
«Ανώνυμη Εταιρεία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (Α.Ε.Ε.Δ.)»: η ανώνυμη εταιρεία που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 87 του ν. 4514/2018.
«Αρμόδια αρχή»: η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τις Α.Ε.Π.Ε.Υ., Α.Ε.Δ.Α.Κ., Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. και Α.Ε.Ε.Δ., η Τράπεζα της Ελλάδος για τα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν ως μέλη στο Συνεγγυητικό βάσει της παρ. 3 του άρθρου 53 του ν. 4370/2016 (Α’ 37) και για τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στην περ. 40 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 (EE L 176).
«Ασφαλιστικός ή εγγυοδοτικός φορέας»: κάθε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ή φορέας άλλου τύπου ο οποίος, εκ του νόμου ή βάσει σύμβασης με μέλος, παρέχει ασφάλιση των κινδύνων ευθύνης του μέλους προς εντολείς του ή εγγυάται την εκπλήρωση των αντίστοιχων υποχρεώσεων.
«Επενδυτής»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μέλος για παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών.
«Καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες»: οι επενδυτικές υπηρεσίες που προβλέπονται στις περ. 1 έως 4 και 6 έως 7 του Τμήματος Α’ του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018 και η παρεπόμενη υπηρεσία της περ. 1 του Τμήματος Β’ του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, πλην όσων εμπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζημιώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος.
«Απαίτηση από καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία»: η απαίτηση που προκύπτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 28.
«Κεφάλαιο Συνεγγυητικού»: Το σύνολο του καταβεβλημένου κεφαλαίου από τα μέλη του Συνεγγυητικού τόσο ως προς το σκέλος κάλυψης επενδυτικών υπηρεσιών όσο και ως προς το σκέλος της εξυγίανσης.
«Μέλη»: οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., οι Α.Ε.Δ.Α.Κ., οι Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε., οι Α.Ε.Ε.Δ., υπό την επιφύλαξη της παρ. 9 του άρθρου 87 του ν. 4514/2018, και τα πιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν ως μέλη στο Συνεγγυητικό, βάσει της παρ. 3 του άρθρου 53 του ν. 4370/2016 (Α’ 37) και παρέχουν καλυπτόμενες υπηρεσίες, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι εταιρείες διαχείρισης κράτους μέλους που παρέχουν στην Ελλάδα καλυπτόμενες υπηρεσίες μέσω υποκαταστήματος και έχουν συμπληρωματική κάλυψη σύμφωνα με το άρθρο 26 του παρόντος, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι εταιρείες διαχείρισης, όπως ορίζονται στις περ. 1 έως 4 του παρόντος, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτα κράτη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέχουν καλυπτόμενες υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος και δεν καλύπτονται από ισοδύναμο σύστημα αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 26.
«Πιστωτικό ίδρυμα»: το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια της περ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.
«Συμμετέχοντα μέλη»: τα μέλη που είναι ενήμερα ως προς τις υποχρεώσεις τους προς το Συνεγγυητικό.
«Σκέλος Κάλυψης Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΣΚΕΥ)»: το ενεργητικό του Συνεγγυητικού, όπως αναλύεται στο άρθρο 38, που τίθεται προς εξυπηρέτηση του σκοπού της κάλυψης απαιτήσεων από την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 21.
«Σκέλος Εξυγίανσης (ΣΕ)»: το ενεργητικό του Συνεγγυητικού, όπως αναλύεται στο άρθρο 28, και τίθεται προς εξυπηρέτηση του σκοπού της χρηματοδότησης μέτρων εξυγίανσης, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 21 του παρόντος και στα εσωτερικά άρθρα 95 και 96 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87).
«Υποκατάστημα»: τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας πλην της έδρας, που αποτελεί τμήμα επιχείρησης επενδύσεων, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, ενδεχομένως δε και παρεπόμενες δραστηριότητες για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει αδειοδοτηθεί. Όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας που συγκροτούνται στην Ελλάδα από επιχείρηση επενδύσεων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρούνται ως ένα και μόνο υποκατάστημα.
«Τίτλοι»: τα χρηματοπιστωτικά μέσα που προσδιορίζονται στο Τμήμα Γ’ του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018.
«Κινητές αξίες»: οι κινητές αξίες σύμφωνα με την περ. 44 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Άρθρο 21
Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών - Φύση - Επωνυμία - Σκοπός
Φορέας του ελληνικού συστήματος αποζημίωσης των επενδυτών για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες από τα συμμετέχοντα μέλη και ταμείο εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων είναι το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών» και με διακριτικό τίτλο «Συνεγγυητικό», το οποίο ιδρύθηκε με το ν.δ. 3078/1954 (Α’ 245) και αναδιαρθρώθηκε με τον ν. 2533/1997 (Α’ 228), που ενσωμάτωσε την Οδηγία 97/9/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαΐου 1997 (L 084). Το Συνεγγυητικό:
- α) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με αόριστη
διάρκεια,
- β) εδρεύει στην Αθήνα,
- γ) εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομικών,
- δ) δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή στους
φορείς γενικής κυβέρνησης της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στη λύση του Συνεγγυητικού, στην ικανοποίηση των πάσης φύσης υποχρεώσεών του και στη διανομή της περιουσίας του. Για τις σχέσεις του Συνεγγυητικού με την αλλοδαπή χρησιμοποιείται η επωνυμία «Hellenic Investors Compensation Scheme» (HICS).
Σκοποί του Συνεγγυητικού είναι:
- α) η καταβολή αποζημιώσεων σε επενδυτές, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης
αδυναμίας συμμετέχοντος μέλους να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και
- β) η χρήση των διαθεσίμων του Σκέλους Εξυγίανσης
(ΣΕ) από την Αρχή Εξυγίανσης του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, με σκοπό την πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, που προβλέπονται στο άρθρο 2 του ν. 4335/2015.
Το Σκέλος Κάλυψης Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΣΚΕΥ) και το Σκέλος Εξυγίανσης είναι σαφώς διακριτά μεταξύ τους και αποτελούν αυτοτελείς ομάδες περιουσίας. Δεν επιτρέπεται η μεταφορά ή ο δανεισμός περιουσιακών στοιχείων από το ένα σκέλος στο άλλο και το καθένα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εκπλήρωση των σκοπών τους οποίους εξυπηρετεί σύμφωνα με το παρόν και το άρθρο 2 του ν. 4335/2015.
Άρθρο 22
Διοικητικό Συμβούλιο και Διευθυντής Συνεγγυητικού
Το Συνεγγυητικό διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.). Τα μέλη του προέρχονται και προτείνονται ως εξής: (α) ένα (1) μέλος από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που ορίζεται ως Πρόεδρος, (β) ένα (1) μέλος από το Υπουργείο Οικονομικών, (γ) τρία (3) μέλη εκ των μελών του Συνεγγυητικού που παρέχουν τις υπηρεσίες της περ. 2 του τμήματος Α’ ή της περ. 1 του τμήματος Β του Παραρτήματος I του ν. 4514/2018 (Α’ 14), (δ) δύο (2) μέλη εκ των λοιπών μελών του Συνεγγυητικού που δεν παρέχουν τις υπηρεσίες της ανωτέρω περ. (γ). Τα μέλη του Δ.Σ. διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Τα μέλη των περ. (γ) και (δ) της παρ. 1 εκλέγονται από αντίστοιχη Συνέλευση συμμετεχόντων μελών του Συνεγγυητικού της κατηγορίας της παρ. 1 στην οποία ανήκουν και η λειτουργία της οποίας εξειδικεύεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας, ανάλογα με το εάν παρέχουν ή όχι τις υπηρεσίες της περ. 2 του τμήματος Α’ ή της περ. 1 του τμήματος Β του Παραρτήματος I του ν. 4514/2018. Όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 7.
Η θητεία των μελών του Δ.Σ. είναι τριετής και δύναται να ανανεώνεται χωρίς περιορισμό. Η θητεία παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι τον διορισμό νέου Δ. Σ. και πάντως όχι πέραν του τριμήνου από τη λήξη της.
Η απώλεια της ιδιότητας μέλους επέρχεται λόγω παραίτησης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο το μέλος αδυνατεί, κωλύεται ή αρνείται να ασκήσει τα καθήκοντά του. Σε περίπτωσης απώλειας ιδιότητας μέλους του Δ.Σ., αυτό γνωστοποιείται στον Υπουργό Οικονομικών και διορίζεται νέο μέλος για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο παρόν. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, το Δ.Σ. λειτουργεί νομίμως μέχρι τον διορισμό νέου μέλους, με την προϋπόθεση ότι τα εναπομείναντα μέλη του Δ.Σ. είναι τουλάχιστον πέντε (5).
Το Δ.Σ. μετά τον διορισμό του συγκροτείται σε σώμα και εκλέγει τον Αντιπρόεδρο μεταξύ των μελών του.
Σε περίπτωση που εκλείψει, απουσιάζει ή κωλύεται για οποιονδήποτε λόγο ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και μέχρι τον διορισμό νέου, τον αναπληρώνει ως προς όλες τις αρμοδιότητές του ο Αντιπρόεδρος.
Τα μέλη του Δ.Σ. είναι πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους και εντιμότητας, τα οποία διαθέτουν ειδικές γνώσεις και εμπειρία επί θεμάτων της κεφαλαιαγοράς. Δεν είναι κατάλληλα προς τούτο πρόσωπα τα οποία έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης με ή χωρίς τη δυνατότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική ή που έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση ή πρόσωπα τα οποία, λόγω οποιουδήποτε παραπτώματος, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγέλματος ή έχουν αποκλειστεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα από την αρμόδια αρχή ως προς την άσκηση επαγγέλματος συναφούς με επενδυτικές υπηρεσίες ή στα οποία έχει απαγορευθεί να ασκούν καθήκοντα διευθυντή ή υπαλλήλου σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή ή σε ιδιωτική επιχείρηση.
Το Δ.Σ. συνεδριάζει τακτικά τουλάχιστον μία (1) φορά τον μήνα και έκτακτα όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. στην έδρα του ή εκτός της έδρας του σε άλλον τόπο, εφόσον στη συνεδρίαση αυτή παρίστανται ή εκπροσωπούνται όλα τα μέλη του και κανένα δεν αντιλέγει στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης και στη λήψη των αποφάσεων. Το Δ.Σ. συγκαλεί ο Πρόεδρος αυτού ή, σε περίπτωση κωλύματός του, ο Αντιπρόεδρος. Το Δ.Σ. μπορεί να συνεδριάζει και να λαμβάνει αποφάσεις και μέσω τηλεδιάσκεψης, γραπτής διαδικασίας, ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας ή οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου τεχνικά τρόπου που καθιστά τις εξ αποστάσεως συνεδριάσεις αυτού εφικτές. Ειδικότερες διαδικασίες δύναται να προβλέπονται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Συνεγγυητικού. Στην περίπτωση αυτή, η πρόσκληση προς τα μέλη του Δ.Σ. περιλαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη συμμετοχή αυτών στη συνεδρίαση.
Μέλος του Δ.Σ. δύναται να αντιπροσωπευθεί από άλλο μέλος του Δ.Σ. κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Συνεγγυη
Το Δ.Σ. ευρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται τέσσερα (4) τουλάχιστον μέλη, εκ των οποίων τουλάχιστον ένας είναι ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού.
Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα, οι αποφάσεις του Δ.Σ. λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των μελών που μετέχουν στη συνεδρίαση, παρόντα ή αντιπροσωπευόμενα. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η άποψη υπέρ της οποίας τάσσεται ο Πρόεδρος.
Για τη λήψη αποφάσεων επί των ζητημάτων εξυγίανσης, όπως ειδικότερα ορίζονται στα εσωτερικά άρθρα 95 έως 103 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), απαιτείται ομοφωνία των μελών του Δ.Σ., παρόντων ή αντιπροσωπευόμενων.
Ειδική πλειοψηφία του Δ.Σ. επιτυγχάνεται με τη σύμφωνη ψήφο πέντε (5) τουλάχιστον μελών του Δ.Σ. Η ειδική πλειοψηφία απαιτείται για τη λήψη αποφάσεων που ρητά προβλέπονται στον παρόντα.
Τα πρακτικά του Δ.Σ. υπογράφονται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. Ακριβή αντίγραφα και αποσπάσματα των πρακτικών εκδίδονται από τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ. ή τον Διευθυντή του Συνεγγυητικού χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους και παρέχουν πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενό τους. Η κατάρτιση και υπογραφή πρακτικού από όλα τα μέλη του Δ.Σ. ή τους αναπληρωτές ισοδυναμεί με απόφαση του Δ.Σ., ακόμα και αν δεν έχει προηγηθεί συνεδρίαση.
Η αποζημίωση του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των μελών του Δ.Σ. καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. και βαρύνει τον προϋπολογισμό του Συνεγγυητικού.
Το Δ.Σ. είναι αρμόδιο για κάθε ανεξαιρέτως θέμα, το οποίο υπάγεται στους σκοπούς του Συνεγγυητικού και αφορά στη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση του Συνεγγυητικού, όπως προβλέπονται στον παρόντα. Ενδεικτικά, το Δ.Σ. είναι αρμόδιο να αποφασίζει για:
- α) κάθε θέμα που αφορά στην εσωτερική οργάνωση
και λειτουργία του Συνεγγυητικού,
- β) την αποστολή αιτήματος προς την Αρμόδια Αρχή
για άσκηση προληπτικών ελέγχων για τη διακρίβωση κεφαλαιακής επάρκειας ή ρευστότητας των συμμετεχόντων μελών, καθώς και για την παρακολούθηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους έναντι του Συνεγγυητικού,
- γ) κάθε θέμα που αφορά στα δικαιώματα αποζημίωσης
επενδυτών και στην αποτίμηση των απαιτήσεών τους, με την επιφύλαξη των άρθρων 32-34,
- δ) την έκδοση Κανονισμού πρόσληψης, υπηρεσιακής
κατάστασης και εξέλιξης προσωπικού,
- ε) την έκδοση Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας,
στον οποίο ορίζονται η σύσταση επιτροπής ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 4449/2017 (Α’ 7) και η λειτουργία μονάδας εσωτερικού ελέγχου,
- στ) την έκδοση κανονισμών για ειδικότερα θέματα και
διαδικασίες.
Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. είναι μη εκτελεστικό μέλος, εκπροσωπεί το Συνεγγυητικό ενώπιον κάθε αρχής και τρίτου, δικαστικώς και εξωδίκως, και εποπτεύει την ορθή εφαρμογή των αποφάσεων του Δ.Σ., την ορθή εκτέλεση του προγράμματος και του προϋπολογισμού του Συνεγγυητικού στο πλαίσιο της επίτευξης των σκοπών του και την τήρηση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας των υπηρεσιών του Συνεγγυητικού, περιλαμβανομένων των κανόνων λειτουργίας του Δ.Σ. Ο Πρόεδρος συγκαλεί σε συνεδριάσεις το Δ.Σ., προεδρεύει στις συνεδριάσεις του και ορίζει τα θέματα της
Το Δ.Σ., με απόφασή του, μπορεί να αναθέτει την εκπροσώπησή του ή να παρέχει εξουσιοδότηση για όλα ή μερικά θέματα ή ειδικά για ορισμένες πράξεις σε οποιοδήποτε μέλος του Δ.Σ. ή υπάλληλο του Συνεγγυητικού καθορίζοντας ταυτόχρονα τη διάρκεια, το περιεχόμενο της ανάθεσης και τους λοιπούς όρους για την εκπροσώπησή του. Το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού μπορεί να αναθέτει την άσκηση της επενδυτικής πολιτικής του σύμφωνα με το άρθρο 47 σε επενδυτική επιτροπή, που αποτελείται από τα συμμετέχοντα μέλη του Συνεγγυητικού, όπως αυτή εξειδικεύεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Συνεγγυητικού. Το Δ.Σ του Συνεγγυητικού μπορεί να αναθέτει σε ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες τον έλεγχο στοιχείων που του παρέχουν συμμετέχοντα μέλη του Συνεγγυητικού ή επενδυτές ως προς οποιοδήποτε θέμα που αφορά στις αρμοδιότητες του Δ.Σ και να αποφασίζει με την ίδια απόφασή του, τους όρους της παραπάνω ανάθεσης.
Ο Διευθυντής του Συνεγγυητικού διορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. Ο Διευθυντής του Συνεγγυητικού αποτελεί το ανώτερο διοικητικό όργανο μετά το Δ.Σ., ασκεί τη διοίκηση, εποπτεύει όλες τις υπηρεσίες του Συνεγγυητικού και προΐσταται του προσωπικού, σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας. Με αποφάσεις του το Δ.Σ. δύναται να αναθέτει περαιτέρω αρμοδιότητες στον Διευθυντή του Συνεγγυητικού για την πληρέστερη άσκηση των καθηκόντων του στο πλαίσιο της εύρυθμης λειτουργίας του Συνεγγυητικού.
Η λειτουργία της Γενικής Συνέλευσης των Συμμετεχόντων Μελών, στην οποία δύνανται να συμμετέχουν όλα τα συμμετέχοντα μέλη, εξειδικεύεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας.
Άρθρο 23
Οικονομικός έλεγχος και οικονομικές καταστάσεις
Το οικονομικό έτος συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου.
Το Συνεγγυητικό συντάσσει προϋπολογισμό και απολογισμό και εκπονεί ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητές του. Ο προϋπολογισμός συντάσσεται μέχρι το τέλος Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους σε χρόνο που προσδιο Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει κατάλογο των συμμετεχόντων μελών ή υποκαταστημάτων αυτών. Ο απολογισμός συντάσσεται μέχρι το τέλος Ιουνίου του επομένου οικονομικού έτους. Ο απολογισμός περιλαμβάνει τον ισολογισμό και την ετήσια έκθεση του Συνεγγυητικού και υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Οικονομικών, μαζί με την έκθεση του ελεγκτή. Οι οικονομικές καταστάσεις συντάσσονται σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς.
Ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης και των οικονομικών καταστάσεων του Συνεγγυητικού ανατίθεται από το Δ.Σ. σε έναν ή περισσότερους νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία ή κοινοπραξίες νομίμων ελεγκτών, οι οποίοι συντάσσουν σχετική έκθεση, που υποβάλλουν στη Γενική Συνέλευση των μελών, στο πλαίσιο της διαδικασίας της παρ. 4.
Η Γενική Συνέλευση των συμμετεχόντων μελών συγκαλείται, προκειμένου να διατυπώνει τη γνώμη της επί του προϋπολογισμού και του απολογισμού του Συνεγγυητικού.
α) Οι διατάξεις του ν. 4270/2014 (A’ 143) αναφορικά με την υποβολή δημοσιονομικών αναφορών, εφαρμόζονται μόνο ως προς την υποβολή: αα) ετήσιου προϋπολογισμού και οποιασδήποτε αναπροσαρμογής του κατά τη διάρκεια του έτους (προϋπολογιστικά), αβ) μηνιαίας αναφοράς εκτέλεσης προϋπολογισμού και χρηματοδότησης (απολογιστικά) και αγ) μηνιαίων μισθολογικών στοιχείων (απολογιστικά).
- β) Η είσπραξη κάθε ποσού εισφοράς συμμετέχοντος
μέλους, η καταβολή μερίσματος προς συμμετέχον μέλος, η απόδοση οποιουδήποτε ποσού σε συμμετέχον μέλος ως επιστροφή μέρους κεφαλαίου και η καταβολή αποζημίωσης προς οποιοδήποτε πρόσωπο από το Συνεγγυητικό απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων προσώπων.
- γ) Το Συνεγγυητικό απαλλάσσεται των πάσης φύσης
φόρων εισοδήματος ή περιουσίας με εξαίρεση τους πάσης φύσης φόρους επί εσόδων, η είσπραξη των οποίων γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις, με παρακράτηση στην πηγή κατά την απόδοσή τους στον δικαιούχο.
Άρθρο 24
Ζητήματα οργανωτικής διάρθρωσης και προσωπικού
Η οργανωτική διάρθρωση του Συνεγγυητικού, καθώς και ο Κανονισμός πρόσληψης, υπηρεσιακής κατάστασης και εξέλιξης του προσωπικού του Συνεγγυητικού, καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού.
Το προσωπικό του Συνεγγυητικού απασχολείται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου.
Άρθρο 25
Επαγγελματικό απόρρητο, σύγκρουση συμφερόντων, υποχρέωση πίστεως και ευθύνη
α) Κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό του Συνεγγυητικού, ως μέλος του Δ.Σ., ως διευθυντικό ή διοικητικό στέλεχός του ή ως σύμβουλος ή ελεγκτής του, υποχρεούται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, ως προς κάθε πληροφορία που έχει περιέλθει σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή που του έχει γνωστοποιηθεί από αρμόδια Αρχή.
- β) Το Συνεγγυητικό ως φορέας τηρεί επίσης εμπιστευτικότητα για τις πάσης φύσης πληροφορίες που κατέχει,
που δεν αποτελούν επαγγελματικό απόρρητο, με την εξαίρεση της παροχής πληροφοριών, που αφορούν σε αποζημίωση επενδυτών ή στην εξυγίανση επιχειρήσεων επενδύσεων.
- γ) Σε περίπτωση παράβασης της περ. α) εφαρμόζονται οι κυρώσεις του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα
( ν. 4619/2019, Α’ 95) και του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 (Α’ 270) αναλόγως. Αμετάκλητη καταδίκη για παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 1059/1971 συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόλυση του καταδικασθέντος από τη θέση που κατέχει στο Συνεγγυητικό.
- δ) Η απαγόρευση γνωστοποίησης σε πρόσωπα ή αρχές
πληροφοριών που περιέρχονται σε γνώση των προσώπων του παρόντος κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν ισχύει έναντι:
- δα) της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς,
- δβ) του Υπουργείου Οικονομικών,
- δγ) των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής
των Ελλήνων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής,
- δδ) των δικαστικών αρχών και της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές
Δραστηριότητες. Δεν αποτελεί παράβαση του επαγγελματικού απορρήτου η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Συνεγγυητικού και των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία και την εξυγίανση επιχειρήσεων επενδύσεων στα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των ρυθμιστικών οργάνων της, καθώς και των συστημάτων αποζημίωσης επενδυτών - πελατών και των εθνικών ταμείων εξυγίανσης που λειτουργούν σε αυτά, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που συνδέονται με την αποζημίωση επενδυτών - πελατών και τη χρηματοδότηση εξυγίανσης.
α) Τα μέλη του Δ.Σ. και το προσωπικό του Συνεγγυητικού έχουν υποχρέωση πίστης στο Συνεγγυητικό, ώστε να προκρίνουν τα συμφέροντα του Συνεγγυητικού έναντι των ιδίων αυτών συμφερόντων.
- β) Τα μέλη του Δ.Σ. και το προσωπικό του Συνεγγυητικού υποχρεούνται σε αποχή από τη συνεδρίαση σε
περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων και στην υποβολή σχετικής δήλωσης. Σύγκρουση συμφερόντων προκύπτει, όταν μέλη του Δ.Σ. και του προσωπικού έχουν ιδιωτικά ή προσωπικά συμφέροντα, τα οποία μπορεί να επηρεάσουν την αμερόληπτη και αντικειμενική εκτέλεση των καθηκόντων τους.
- γ) Κανένα μέλος του Δ.Σ. ή του προσωπικού δεν λαμβάνει ή δέχεται υπόσχεση από οποιαδήποτε πηγή για
οποιαδήποτε, οικονομικά ή μη, ωφελήματα, ανταμοιβές, αμοιβές ή δώρα τα οποία ωφελήματα, ανταμοιβές, αμοιβές ή δώρα συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με τις δραστηριότητές τους στο Συνεγγυητικό. 596/14 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 (L 173/1) αναφορικά με κάθε προνομιακή πληροφορία, ως ορίζεται σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό και τα εκτελεστικά αυτού μέτρα, στην οποία αποκτούν πρόσβαση.
- ε) Τα μέλη του Δ.Σ. υποχρεούνται να γνωστοποιούν
πλήρως στο Δ.Σ., πριν από την τελευταία ημερολογιακή ημέρα του Ιανουαρίου κάθε έτους, σημαντικά οικονομικά συμφέροντα τα οποία έχουν τα ίδια ή τα οποία έχει συγγενής μέχρι δεύτερου βαθμού ή του κύκλου των επαγγελματικών ή οικονομικών τους επαφών, εφόσον αποδεικνύεται πως αυτά τους είναι γνωστά, άμεσα ή έμμεσα. Οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να είναι σύμφωνες με τους εσωτερικούς κανόνες που υιοθετεί το Δ.Σ. για τέτοια ζητήματα. Το Δ.Σ. υιοθετεί τέτοιους κανόνες και για το προσωπικό του Συνεγγυητικού.
- στ) Κάθε φορά που τίθεται ζήτημα σχετικό με τα συμφέροντα της περ. ε) ενώπιον του Δ.Σ., το μέλος στο οποίο
αυτά αφορούν, υποχρεούται να γνωστοποιήσει το συμφέρον του κατά την έναρξη της συζήτησης και να μην συμμετάσχει στη συζήτηση και στη λήψη απόφασης στο θέμα αυτό. Η παρουσία του μέλους του Δ.Σ., το οποίο απέχει από τη συζήτηση και λήψη αποφάσεων, λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της απαρτίας.
- ζ) Παράβαση της παρούσας από μέλος του Δ.Σ. ή το
προσωπικό συνιστά σοβαρό παράπτωμα που δύναται να αποτελέσει λόγο παύσης της θητείας των μελών του Δ.Σ ή λόγο καταγγελίας της σύμβασης του προσωπικού.
Τα μέλη του Δ.Σ. και το προσωπικό του Συνεγγυητικού δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους, εκτός αν οι πράξεις ή παραλείψεις έγιναν με δόλο ή βαριά αμέλεια. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΜΕΛΩΝ
Άρθρο 26
Υποχρέωση συμμετοχής στο Συνεγγυητικό
Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών από μέλη επιτρέπεται μόνο υπό την προϋπόθεση της συμμετοχής στο Συνεγγυητικό.
Το Συνεγγυητικό καλύπτει τους επενδυτές των συμμετεχόντων μελών, για την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα, καθώς και τους επενδυτές, στους οποίους οι ανωτέρω επιχειρήσεις παρέχουν καλυπτόμενες υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη, είτε μέσω υποκαταστημάτων, είτε χωρίς εγκατάσταση, σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία. Σε περίπτωση που το επίπεδο ή η έκταση, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού, της κάλυψης που προσφέρει το σύστημα αποζημιώσεων του κράτους υποδοχής υπερβαίνει το ύψος ή την έκταση της κάλυψης που παρέχεται από το Συνεγγυητικό, το μέλος δύναται, εκούσια, να συμμετέχει στο αντίστοιχο σύστημα αποζημίωσης επενδυτών του κράτους υποδοχής προκειμένου να συμπληρώσει την κάλυψη, της οποίας ήδη απολαύουν οι επενδυτές λόγω της συμμετοχής τους στο Συνεγγυητικό.
Επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος και παρέχει καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει προαιρετικά στο Συνεγγυητικό, προκειμένου να συμπληρώσει την κάλυψη που ήδη παρέχεται στους επενδυτές, λόγω της συμμετοχής του υποκαταστήματος στο σύστημα αποζημίωσης του κράτους μέλους στο οποίο η επιχείρηση επενδύσεων ή η εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20, έχει λάβει την άδεια, εφόσον το επίπεδο ή η έκταση της κάλυψης που παρέχει το Συνεγγυητικό υπερβαίνει το ύψος ή την έκταση της κάλυψης που παρέχεται από το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών του άλλου κράτους μέλους. Το Συνεγγυητικό αποδέχεται ή απορρίπτει αίτηση συμπληρωματικής κάλυψης, εκτιμώντας την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του υποκαταστήματος που σχετίζονται με τη συμμετοχή και την καταβολή όλων των σχετικών εισφορών και λοιπών δαπανών. Το Συνεγγυητικό συνεργάζεται με τα άλλα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών σύμφωνα με το άρθρο 34. Το ύψος και η έκταση της παρεχόμενης συνολικής κάλυψης στους επενδυτές των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20, που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ύψος και την έκταση της κάλυψης που παρέχεται σύμφωνα με τα άρθρα 28, 29 και 30.
Επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20, η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτο κράτος και παρέχει καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υποχρεούται να συμμετέχει στο Συνεγγυητικό, εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι το υποκατάστημα δεν καλύπτεται από ισοδύναμο σύστημα αποζημίωσης επενδυτών που λειτουργεί στο τρίτο κράτος. Για την εκτίμηση αυτή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά του συστήματος, και ιδίως την ύπαρξη σχετικής διακρατικής σύμβασης μεταξύ της Ελλάδας και του τρίτου κράτους ή την αναγνώριση του Συνεγγυητικού στο τρίτο κράτος, τις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, το όριο κάλυψης ανά επενδυτή, τις προϋποθέσεις και προθεσμίες καταβολής αποζημιώσεων, την ευχέρεια διακίνησης κεφαλαίων από το τρίτο κράτος προς την Ελλάδα και την αποτελεσματικότητα του αλλοδαπού συστήματος, βάσει των πληροφοριών και στοιχείων που η επιχείρηση επενδύσεων ή η εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20, έχει προσκομίσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης άδειας παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα μέσω του υποκαταστήματος. Με απόφασή της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να προσδιορίζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που οφείλει να της υποβάλλει η επιχείρηση επενδύσεων ή η εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20,
Άρθρο 27
Παύση συμμετοχής μέλους στο Συνεγγυητικό
Σε περίπτωση ανάκλησης, εν όλω ή εν μέρει, της άδειας λειτουργίας του μέλους από την αρμόδια Αρχή, από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 53 του ν. 4370/2016 (Α’ 37), ή οριστικής διακοπής της λειτουργίας του υποκαταστήματός του στην Ελλάδα, εφόσον πρόκειται για μέλος με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συνεγγυητικό, με απόφαση του Δ.Σ., προσδιορίζει, μετά από σχετική ενημέρωσή του από τα όργανα του μέλους, το ποσό επιστροφής επί του ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού, που αναλογεί στο μέλος, βάσει της ατομικής του μερίδας, όπως διαμορφώνεται κατά τον χρόνο της πλήρους ή μερικής αποχώρησής του.
Το ποσό επιστροφής, που κατατίθεται σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό, εκτός του ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού, ισούται με τη διαφορά του συνόλου της αξίας της ατομικής μερίδας του μέλους, όπως υπολογίζεται με βάση το άρθρο 39 και διαμορφώνεται κατ’ έτος, σύμφωνα με το άρθρο 38, μείον το σύνολο των αποζημιώσεων προς επενδυτές - πελάτες του μέλους που κατέβαλε το Συνεγγυητικό και των ποσών που αναλογούν στο μέλος από καταβληθείσες ήδη αποζημιώσεις σε επενδυτές, για μέλη του που περιήλθαν σε αδυναμία κατά το άρθρο 28, για το χρονικό διάστημα από τη διαμόρφωση της μερίδας με βάση το άρθρο 38 και της αποχώρησης, σύμφωνα με την παρ. 1. Στα συγκεκριμένα ποσά συμπεριλαμβάνονται και τα πάσης φύσης έξοδα και αμοιβές που καταβλήθηκαν και συνδέονται άμεσα με τις παραπάνω αποζημιώσεις. Με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, από το ποσό επιστροφής παρακρατείται ποσό που ισούται με το ποσοστό που αντιστοιχεί στην αναλογία του μέλους στις απαιτήσεις επενδυτών συμμετεχόντων στο Συνεγγυητικό μελών, που έχουν περιέλθει σε αδυναμία και βασίζονται σε καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν παρασχεθεί μέχρι τον χρόνο αποχώρησής του. Το ποσό παρακράτησης κατατίθεται σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό εκτός του ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού και αποδίδεται στο μέλος, αφαιρουμένου κάθε ποσού που αφορά στην ικανοποίηση υποχρεώσεων του μέλους προς το Συνεγγυητικό, κατά τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, τον πρώτο ημερολογιακό μήνα μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την αμετάκλητη οριστικοποίηση και καταβολή των παραπάνω απαιτήσεων. Το ποσό επιστροφής, μείον το ποσό παρακράτησης, σύμφωνα με τα παραπάνω, καταβάλλεται στο μέλος τον πρώτο ημερολογιακό μήνα μετά την πάροδο έξι (6) μηνών, από την ενημέρωση του Συνεγγυητικού περί αποχώρησης του μέλους, σύμφωνα με την παρ. 1.
Σε περίπτωση που η αριθμητική αξία του ποσού επιστροφής, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1, είναι αρνητική, το Συνεγγυητικό έχει απαίτηση κατά του μέλους για την καταβολή της διαφοράς που προκύπτει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΟΡΙΟ, ΕΥΡΟΣ ΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ
Άρθρο 28
Προϋποθέσεις παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό
Το Συνεγγυητικό αποζημιώνει επενδυτές μόνον για απαιτήσεις από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες κατά την έννοια της παρ. 2 αποκλειστικά κατά συμμετέχοντος μέλους, κατά τους όρους και τη διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του παρόντος άρθρου, εφόσον ικανοποιούνται οι εξής προϋποθέσεις:
- α) υφίσταται έγγραφη σύμβαση μεταξύ του επενδυτή
και του συμμετέχοντος μέλους για την παροχή της αντίστοιχης καλυπτόμενης επενδυτικής υπηρεσίας,
- β) βα) η αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, διαπιστώνει
ότι το συμμετέχον μέλος αδυνατεί να εκπληρώσει τις απορρέουσες υποχρεώσεις του από απαιτήσεις επενδυτών του, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική του κατάσταση και η αδυναμία αυτή προβλέπεται ότι δεν είναι αναστρέψιμη στο προσεχές μέλλον ή
- ββ) δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν
άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του συμμετέχοντος μέλους, έχει εκδώσει απόφαση για την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους έναντι του συμμετέχοντος μέλους, αν αυτό συμβεί πριν δημοσιευθεί η απόφαση της υποπερ. βα) και
- γ) οι απαιτήσεις προέρχονται αποκλειστικά και μόνον
από παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών από το συμμετέχον μέλος, για την παροχή των οποίων έχει λάβει αντίστοιχη άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αποκλειομένης ρητώς της ενεργοποίησης της ευθύνης του Συνεγγυητικού σε περίπτωση παροχής επενδυτικής υπηρεσίας εκτός της άδειας λειτουργίας του συμμετέχοντος μέλους του.
Η απαίτηση από καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία είναι η απαίτηση που προκύπτει, όταν το συμμετέχον μέλος αδυνατεί σύμφωνα με την παρ. 1 και κατά τα ισχύοντα στον νόμο ή στη σύμβαση:
- α) να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια τα οποία
τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές υπηρεσίες, ή
- β) να επιστρέψει στους επενδυτές τίτλους οι οποίοι
τους ανήκουν και τους οποίους κρατεί ή διαχειρίζεται για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές υπηρεσίες. Δεν συνιστούν απαιτήσεις, κατά την έννοια της παρούσας, άλλες απαιτήσεις αποζημίωσης επενδυτών κατά συμμετέχοντος μέλους από πράξεις ή παραλείψεις του ως άνω μέλους, που απορρέουν από παραβάσεις της μεταξύ τους σύμβασης ή των διατάξεων της νομοθεσίας ή του κανονιστικού πλαισίου, όπως απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω μη τήρησης των υποχρεώσεων ελέγχου συμβατότητας ή καταλληλότητας (misselling), ή διατάξεων του δικαίου του καταναλωτή.
Δεν καλύπτονται από το Συνεγγυητικό απαιτήσεις επενδυτών που αφορούν: που ο επενδυτής δεν αποδεικνύει ότι έχουν λειτουργική σύνδεση και συνάφεια με τις συμφωνηθείσες προς διενέργεια από το συμμετέχον μέλος επενδυτικές υπηρεσίες, στο πλαίσιο της συμβατικής τους σχέσης ή συνδέονται με άλλου είδους υποκρυπτόμενη συμβατική σχέση με το συμμετέχον μέλος, όπως δάνειο ή ανώμαλη παρακαταθήκη ή κατάθεση με ή χωρίς τόκο,
- β) σε αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων τρίτων μη
μελών του Συνεγγυητικού, με τους οποίους οι επενδυτές του συμμετέχοντος μέλους έχουν απευθείας συμβατική σχέση ακόμη και αν το συμμετέχον μέλος ευθύνεται για την επιλογή τους, όπως θεματοφυλάκων ή εκτελουσών επιχειρήσεων,
- γ) σε αξίωση, η οποία έχει γεννηθεί πριν την ημερομηνία έκδοσης των αποφάσεων της περ. β) της παρ. 1 και
δεν προκύπτει από τη διαπιστωθείσα αδυναμία, ανεξαρτήτως από το εάν η αξίωση έχει αναζητηθεί δικαστικώς από τον επενδυτή κατά του συμμετέχοντος μέλους πριν από την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων,
- δ) σε απαιτήσεις που προέρχονται από συναλλαγές
επενδυτών - πελατών, για τις οποίες έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά την έννοια του ν. 4557/2018 (Α’ 139) ή της ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας,
- ε) σε απαιτήσεις που απορρέουν από συναλλαγές ή
συμπεριφορές, για τις οποίες έχει επιβληθεί πρόστιμο, κατά του οποίου δεν έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα, ή έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διοικητικού ή ποινικού δικαστηρίου για τα αδικήματα της κατάχρησης αγοράς, όπως προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις.
Δεν θεωρούνται επενδυτές για τους σκοπούς του παρόντος νόμου:
- α) οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι εξομοιούμενες με
αυτές ως προς το αντικείμενό τους επιχειρήσεις τρίτων χωρών, ανεξαρτήτως νομικού τύπου,
- β) τα πιστωτικά ιδρύματα και οι εξομοιούμενες με αυτά
ως προς το αντικείμενο τους αλλοδαπές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως νομικού τύπου,
- γ) τα χρηματοδοτικά ιδρύματα της περ. 22 της παρ. 1
του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α’ 107) και οι εξομοιούμενες με αυτά ως προς το αντικείμενό τους αλλοδαπές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως νομικού τύπου,
- δ) οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του ν. 4364/2016
(Α’ 13) και οι εξομοιούμενες με αυτές ως προς το αντικείμενό τους αλλοδαπές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως νομικού τύπου,
- ε) οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων, οι εταιρείες διαχείρισης του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α’ 250),
οι ανώνυμες εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του άρθρου 27 του ν. 3371/2005 (Α’ 178), οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων του ν. 4209/2013 (Α’ 253) και οι εξομοιούμενες ως προς το αντικείμενό τους αλλοδαπές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως νομικού τύπου,
- στ) τα νομικά πρόσωπα που υπάγονται στον ν. 1611/
1950 (Α’ 340) και τα εξομοιούμενα με αυτά ως προς τη φύση τους νομικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως νομικού τύπου, καθώς και τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης του ν. 4680/2020 (Α’ 72) και του ν. 4261/2014,
- ζ) τα κράτη, οι κεντρικές διοικητικές αρχές, οι κρατικές υπηρεσίες και οι υπερεθνικοί φορείς και οργανισμοί
ανεξαρτήτως νομικού τύπου,
- η) οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης,
- θ) τα διοικητικά και διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων επενδύσεων ή εταιρειών διαχείρισης, όπως αυτές
ορίζονται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20 ή πιστωτικών ιδρυμάτων, οι εταίροι που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης επενδύσεων, τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη διενέργεια του προβλεπόμενου στη νομοθεσία ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της επιχείρησης επενδύσεων και πρόσωπα που έχουν τις ίδιες ιδιότητες σε εταιρείες συνδεδεμένες, κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) με την επιχείρηση επενδύσεων ή την εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20, ή το πιστωτικό ίδρυμα,
- ι) οι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου
βαθμού, οι σύζυγοι και τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με σύζυγο, κατ’ εφαρμογή του ν. 4356/2015 (Α’ 181), καθώς και τρίτοι που ενεργούν για λογαριασμό των προσώπων της περ. θ) ως προς την επιχείρηση επενδύσεων ή την εταιρεία διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 3, ή το πιστωτικό ίδρυμα, στην οποία απασχολούνται ή μετέχουν τα πρόσωπα της περ. θ),
- ια) κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο είναι συνδεδεμένο
κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 με το μέλος που του παρέχει καλυπτόμενες υπηρεσίες,
- ιβ) πρόσωπα τα οποία, με βάση απόφαση αρμόδιας
διοικητικής αρχής ή τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου, έχουν κριθεί ότι είναι υπαίτια ή ότι έχουν επωφεληθεί από την αδυναμία της επιχείρησης επενδύσεων ή της εταιρείας διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 20, ή του πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία έχουν συμβάλλει στην επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης ή έχουν προξενήσει τις οικονομικές της δυσκολίες, οι οποίες οδήγησαν στην έκδοση των αποφάσεων της περ. α) της παρ. 1,
- ιγ) εταιρείες οι οποίες, λόγω του μεγέθους τους, δεν
επιτρέπεται να συντάσσουν συνοπτικό ισολογισμό σύμφωνα με τον ν. 4308/2014.
Άρθρο 29
Έκταση αποζημίωσης
Το Συνεγγυητικό παρέχει αποζημίωση ανά επενδυτή, για το σύνολο των απαιτήσεών του κατά συμμετέχοντος μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 28, μέχρι του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται. Το όριο αυτό ισχύει για το σύνολο των απαιτήσεων του επενδυτή έναντι του συμμετέχοντος στο Συνεγγυητικό μέλους, ανεξαρτήτως μορφής και πλήθους καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και επενδυτικών λογαριασμών, νομίσματος και τόπου παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας. Οικονομικών για την αναπροσαρμογή του ύψους και του τρόπου υπολογισμού της ετήσιας τακτικής εισφοράς στο Συνεγγυητικό, σύμφωνα με το άρθρο 41.
Η κάλυψη που προβλέπεται στις παρ. 1 και 2 εξακολουθεί να παρέχεται και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του συμμετέχοντος μέλους για τις επενδυτικές υπηρεσίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση.
Άρθρο 30
Όροι αποζημίωσης
Για τον υπολογισμό του ύψους της απαίτησης του επενδυτή για την οποία υποβάλλεται αίτηση παροχής αποζημίωσης στο Συνεγγυητικό λαμβάνονται υπόψη:
- α) η αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων του επενδυτή, που το συμμετέχον μέλος αδυνατεί να επιστρέψει,
με ημερομηνία αναφοράς την ημέρα λήψης της απόφασης της Αρμόδιας Αρχής ή έκδοσης της δικαστικής απόφασης που προβλέπονται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 28 και
- β) χρηματικά υπόλοιπα του επενδυτή σε ευρώ. Αν οι
λογαριασμοί τηρούνται σε άλλο νόμισμα, για τον υπολογισμό του ύψους της απαίτησης λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία της ημερομηνίας αναφοράς του πρώτου εδαφίου. Αν κατά την ημερομηνία αναφοράς δεν υπάρχει διαθέσιμη τιμή για κάποιο χρηματοπιστωτικό μέσο, λαμβάνεται υπόψη η τελευταία διαθέσιμη τιμή που προηγείται της ημερομηνίας αναφοράς. Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη απαιτήσεις του συμμετέχοντος μέλους κατά του επενδυτή, εφόσον κατά την ημερομηνία αναφοράς συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμου συμψηφισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 440 έως 452 του Αστικού Κώδικα ή συμβατικού συμψηφισμού στο πλαίσιο σχετικής γραπτής συμφωνίας του μέλους με τον επενδυτή. Το Συνεγγυητικό δεν οφείλει τόκο επί του ποσού της αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα μέχρι την καταβολή της στον δικαιούχο, εκτός εάν η καταβολή γίνει μετά την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 34.
Όπου ο νόμος επιτρέπει την τήρηση επενδυτικού λογαριασμού για λογαριασμό άλλου προσώπου, εν όλω ή εν μέρει, το πρόσωπο αυτό καλύπτεται εντός του ορίου κάλυψης, με την προϋπόθεση ότι η ταυτότητά του διαπιστώνεται ή μπορεί να διαπιστωθεί πριν την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 28. Στην περίπτωση περισσοτέρων προσώπων που εμπίπτουν στο πρώτο εδάφιο, κατά τον υπολογισμό του ορίου κάλυψης, λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα δυνάμει των νόμιμων ή συμβατικών ρυθμίσεων που διέπουν τη διαχείριση των επενδυτικών λογαριασμών.
α) Προκειμένου περί επενδυτών - πελατών των συμμετεχόντων μελών που είναι συνδικαιούχοι της ίδιας απαίτησης από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, το τμήμα της απαίτησης που αναλογεί σε κάθε επενδυτή - πελάτη νοείται ως χωριστή απαίτηση έναντι του συμμετέχοντος μέλους. Λοιπές απαιτήσεις του επενδυτή πελάτη έναντι του ιδίου συμμετέχοντος μέλους από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, συνυπολογίζονται και αυτός αποζημιώνεται μέχρι του ορίου κάλυψης του άρθρου 29.
- β) Αν το τμήμα της απαίτησης που αναλογεί σε κάθε
συνδικαιούχο δεν προκύπτει από τη σύμβαση μεταξύ των συνδικαιούχων και του συμμετέχοντος μέλους, για τους σκοπούς της αποζημίωσης η απαίτηση νοείται ότι ανήκει στους συνδικαιούχους κατά ίσα μέρη.
Το Συνεγγυητικό μπορεί να αρνηθεί, εν όλω ή εν μέρει, την καταβολή αποζημίωσης σε επενδυτή, αν κρίνει ότι ο επενδυτής είτε έχει κάνει χρήση απατηλών ή παραπλανητικών μέσων είτε έχει αποκρύψει στοιχεία, προκειμένου να λάβει αποζημίωση από το Συνεγγυητικό. Η ίδια συνέπεια επέρχεται και όταν ο επενδυτής αποσιωπήσει ότι υφίσταται άλλη σχέση που τον συνδέει με το συμμετέχον μέλος, η οποία δεν σχετίζεται με τις προϋποθέσεις της αποζημιωτικής ευθύνης του Συνεγγυητικού. Δεν καταβάλλεται, επίσης, αποζημίωση, εάν ο επενδυτής που έχει υποβάλει αίτηση αποζημίωσης ενεργεί ως παρένθετο πρόσωπο του τελικού δικαιούχου, ο οποίος δεν δικαιούται αποζημίωση για οποιοδήποτε λόγο.
Αν προκύπτουν ενδείξεις, κατά τη κρίση του Συνεγγυητικού, ότι οι καλυπτόμενες υπηρεσίες που το συμμετέχον μέλος παρείχε σε επενδυτή εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4557/2018 (A’ 139) ή της ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας, το Συνεγγυητικό παραπέμπει το θέμα στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και αναστέλλει την παροχή αποζημίωσης μέχρι να αποφανθεί η Αρχή αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4557/2018.
Δεν επιτρέπεται η καταβολή αποζημίωσης σε επενδυτές για απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες υπηρεσίες, εφόσον έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατά την έννοια του ν. 4557/2018 ή της ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου.
Δεν επιτρέπεται η καταβολή αποζημίωσης σε επενδυτές για απαιτήσεις τους, που απορρέουν από συναλλαγές ή συμπεριφορές, για τις οποίες έχει επιβληθεί διοικητική κύρωση ή έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα της κατάχρησης αγοράς, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης διοικητικού ή ποινικού δικαστηρίου.
Για τις παρ. 4 έως 7, η προθεσμία που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 51 για την καταβολή της αποζημίωσης αρχίζει από την ημερομηνία που η σχετική απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται αμετάκλητη. Στις ανωτέρω περιπτώσεις το Συνεγγυητικό, πέραν του ύψους της καταβλητέας αποζημίωσης, δεν υποχρεούται σε καταβολή τόκων.
Άρθρο 31
Ενεργοποίηση και διαδικασία αναγγελίας απαιτήσεων
Με την επιφύλαξη του παρόντος, το Συνεγγυητικό καθορίζει, με απόφαση του Δ.Σ. τη διαδικασία αναγγε
Η διαδικασία καταβολής αποζημίωσης ενεργοποιείται με απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού. Οι επενδυτές αποζημιώνονται για απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, αν διαπιστώνεται αδυναμία συμμετέχοντος μέλους σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 45.
Εντός εύλογου χρόνου μετά την έκδοση απόφασης κατά την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 28, με την επιφύλαξη του άρθρου 90 του ν. 4514/2018 (Α’ 14), με απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, δημοσιεύεται ανακοίνωση στον ημερήσιο πολιτικό και οικονομικό τύπο και στην ιστοσελίδα του Συνεγγυητικού που επαναλαμβάνεται τουλάχιστον για διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, με την οποία γνωστοποιούνται στους επενδυτές και σε όσα πρόσωπα έχουν συμβληθεί με το συμμετέχον μέλος το δικαίωμα αποζημίωσής τους από το Συνεγγυητικό, η διαδικασία υποβολής αίτησης αποζημίωσης και η προθεσμία υποβολής της. Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων αποζημίωσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) μήνες.
Η δημοσιευόμενη πρόσκληση περιέχει τουλάχιστον:
- α) το όνομα και τη διεύθυνση του συμμετέχοντος μέλους, ως προς το οποίο έχει ενεργοποιηθεί η διαδικασία
αποζημίωσης μέσω του Συνεγγυητικού,
- β) την προθεσμία υποβολής αιτήσεων αποζημίωσης,
- γ) τη διεύθυνση υποβολής των αιτήσεων, τον τρόπο
και τον χρόνο υποβολής και το ακριβές περιεχόμενο αυτών, κατά τα προβλεπόμενα στη παρ. 5 του παρόντος. Στην περίπτωση της εφαρμογής του άρθρου 90 του ν. 4514/2018, οι αιτήσεις αποζημίωσης προς τον ειδικό εκκαθαριστή περιέχουν υποχρεωτικά το περιεχόμενο που ορίζει η απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού.
Το Συνεγγυητικό δεν δύναται να επικαλεσθεί τη λήξη των προθεσμιών της περ. β) της παρ. 4 και της παρ. 3, προκειμένου να αρνηθεί την καταβολή αποζημίωσης σε επενδυτή, ο οποίος αποδεδειγμένα δεν ήταν σε θέση να υποβάλει εγκαίρως την αίτηση αποζημίωσης.
Τα μέλη του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, τα διευθυντικά του στελέχη και κάθε πρόσωπο που εισηγείται στο Δ.Σ., καθώς και τα μέλη της Επιτροπής Αποζημιώσεων του άρθρου 49, δεν ευθύνονται αστικά έναντι των επενδυτών για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψή τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους ως προς την παροχή ή μη αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό, εκτός αν τα πρόσωπα αυτά βαρύνονται με δόλο ή βαριά αμέλεια.
Άρθρο 32
Διαδικασία καταγραφής και αξιολόγησης προβαλλόμενων απαιτήσεων αποζημίωσης επενδυτών - Επιτροπή Αποζημιώσεων
Η διαδικασία καταγραφής και αξιολόγησης των προβαλλομένων απαιτήσεων, κατ’ εξαίρεση των αρμοδιοτήτων του Δ.Σ. που προβλέπεται στο άρθρο 39, ανατίθεται σε ανεξάρτητη ειδική Επιτροπή Αποζημιώσεων, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας της Επιτροπής Αποζημιώσεων, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί από το Δ.Σ., και αποτελείται από πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επί θεμάτων κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Αποζημιώσεων αποτελείται από πέντε (5) τουλάχιστον μέλη, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού και σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με τριετή θητεία. Μέχρι δύο (2) από τα μέλη αυτά μπορεί να επιλέγονται μεταξύ των εκπροσώπων των συμμετεχόντων μελών του. Σε περίπτωση παραίτησης, θανάτου, έκπτωσης ή ανικανότητας μέλους της Επιτροπής Αποζημιώσεων, ορίζεται νέο μέλος ως αντικαταστάτης του για το υπόλοιπο της θητείας του, με βάση την ανωτέρω διαδικασία. Τα μέλη της Επιτροπής Αποζημιώσεων επιλέγονται μεταξύ προσώπων που έχουν ειδική γνώση ή εμπειρία σε ζητήματα χρηματοπιστωτικού τομέα ή ειδικές νομικές ή λογιστικές γνώσεις και δεν είναι μέλη του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού ούτε έχουν σχέση εξηρτημένης εργασίας ή άλλη επαγγελματική σχέση με το Συνεγγυητικό. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Αποζημιώσεων έχει την ευθύνη οργάνωσης και συντονισμού της λειτουργίας της και τήρησης των πάσης φύσης προθεσμιών που προβλέπονται στο παρόντα ή στις αποφάσεις του Δ.Σ. που αφορούν θέματα αποζημιώσεως επενδυτών. Μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Αποζημιώσεων είναι υπεύθυνος προς το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού για την κατάρτιση, την περιοδική αναθεώρηση και τον έλεγχο τήρησης των διαδικασιών λήψης αποφάσεων από την Επιτροπή Αποζημιώσεων. Η αποζημίωση, οι διαδικασίες λειτουργίας της Επιτροπής Αποζημιώσεων και κάθε αναθεώρησή τους εγκρίνονται με απόφαση του Δ.Σ. και πρέπει να είναι σύμφωνες με τον Κανονισμό Λειτουργίας της Επιτροπής Αποζημιώσεων. Για τη λήψη απόφασης της Επιτροπής Αποζημιώσεων απαιτείται η σύμφωνη γνώμη αριθμού μελών της ίσου τουλάχιστον προς το ήμισυ συν ένα του εκάστοτε συνολικού αριθμού των μελών της. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Αποζημιώσεων για την καταβολή ή μη των αποζημιώσεων, καθώς και για τον καθορισμό των ποσών που πρόκειται να καταβληθούν έχουν οριστικό χαρακτήρα ως προς το Συνεγγυητικό.
Τα μέλη της Επιτροπής Αποζημιώσεων έχουν την απαιτούμενη για την επιτέλεση του έργου τους εξουσία πρόσβασης στα βιβλία που τηρούνται από το συμμετέχον μέλος, καθώς και λήψης πληροφοριών από τους τρίτους σύμφωνα με το άρθρο 50, και υποχρεούνται σε απόλυτη εχεμύθεια έναντι τρίτων ως προς τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 33
Καθορισμός ύψους καταβλητέας αποζημίωσης σε επενδυτές
Για την εξακρίβωση των απαιτήσεων επενδυτή - πελάτη που έχει υποβάλει στο Συνεγγυητικό αίτηση για αποζημίωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 48, καθώς και των ανταπαιτήσεων του συμμετέχοντος μέλους κατά του αιτούντος και τον καθορισμό του ύψους της καταβλητέ του συμμετέχοντος μέλους που εκδίδει ή διαθέτει το συμμετέχον μέλος σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και όλα τα στοιχεία τα οποία έχει στη διάθεσή του ο ειδικός εκκαθαριστής που ορίζεται κατά το άρθρο 90 του ν. 4514/2018 (A’ 14) ή άλλο αρμόδιο όργανο εκκαθάρισης, και τα οποία υποχρεούται να διαβιβάσει στο Συνεγγυητικό, καθώς και τα προσκομιζόμενα από τον αιτούντα δικαιολογητικά. Τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα.
Η Επιτροπή Αποζημιώσεων εξετάζει τη βασιμότητα των αιτήσεων σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1. Η Επιτροπή Αποζημιώσεων ζητά στοιχεία που αφορούν στο συμμετέχον μέλος από τρίτους που έχουν συμβληθεί με αυτό, όπως ΑΕΠΕΥ, θεματοφύλακα, πιστωτικό ίδρυμα.
Η Επιτροπή Αποζημιώσεων, προκειμένου να αξιολογήσει τις υποβληθείσες αιτήσεις αποζημίωσης, πέραν των στοιχείων που διαβιβάζονται σε αυτήν από τον ειδικό εκκαθαριστή κατά την παρ. 10 του άρθρου 90 του ν. 4514/2018, μπορεί να ζητά από τον ειδικό εκκαθαριστή ή κάθε αρμόδιο όργανο εκκαθάρισης:
- α) να εκφέρουν άποψη ως προς το βάσιμο των προβαλλόμενων από τους αιτούντες αξιώσεων και,
- β) σε περίπτωση αμφισβήτησης, να προσκομίσουν τα
σχετικά δικαιολογητικά.
Μετά το πέρας της ανωτέρω διαδικασίας, η Επιτροπή Αποζημιώσεων λαμβάνει σχετική απόφαση, την οποία διαβιβάζει στο Συνεγγυητικό.
Άρθρο 34
Ανακοίνωση της απόφασης του Συνεγγυητικού περί αποζημίωσης επενδυτών
Μετά τη λήψη απόφασης από την Επιτροπή Αποζημιώσεων σύμφωνα με το άρθρο 50 και την αποστολή της στο Συνεγγυητικό, το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού:
- α) εκδίδει πρακτικό, στο οποίο αναγράφονται οι δικαιούχοι αποζημίωσης αιτούντες επενδυτές-πελάτες του
περιελθόντος σε αδυναμία συμμετέχοντος μέλους, με προσδιορισμό του χρηματικού ποσού που δικαιούται ο καθένας, και το οποίο κοινοποιεί στην κατά περίπτωση Αρμόδια Αρχή εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την έκδοσή του και
- β) ανακοινώνει σε κάθε αιτούντα χωριστά την απόφαση της Επιτροπής Αποζημιώσεων ως προς αυτόν το
αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοση του πρακτικού της περ. α), με προσδιορισμό του συνολικού ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται.
Η καταβολή της αποζημίωσης γίνεται εντός δύο (2) μηνών από τη λήψη της σχετικής απόφασης του Συνεγγυητικού, που προβλέπεται στην παρ. 1. Σε έκτακτες περιπτώσεις, το Συνεγγυητικό με σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μπορεί να παρατείνει την προθεσμία καταβολής, για περίοδο που δεν θα υπερβαίνει συνολικά τους τρεις (3) μήνες.
Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια της διαδικασίας καταβολής αποζημιώσεων προβλέπεται στον Κανονισμό Λειτουργίας της Επιτροπής Αποζημιώσεων.
Οι καταβαλλόμενες αποζημιώσεις σε επενδυτές - πελάτες απαλλάσσονται παντός φόρου, τέλους ή εισφοράς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ
Άρθρο 35
Απαιτήσεις επενδυτών έναντι του Συνεγγυητικού - Παραγραφή αξιώσεων
Ο επενδυτής έχει ευθεία αξίωση κατά του Συνεγγυητικού για την καταβολή της αποζημίωσης που δικαιούται κατά τις διατάξεις του παρόντος. Αν η αξίωσή του δεν ικανοποιηθεί, δύναται να ασκήσει σχετική αγωγή. Αρμόδια αποκλειστικά είναι τα δικαστήρια της Αθήνας.
Οι αξιώσεις των επενδυτών κατά του Συνεγγυητικού κατά την παρ. 1 παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε (5) ετών από τη γνωστοποίηση της απόφασης της Επιτροπής Αποζημιώσεων από το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού προς τον αιτούντα κατά το άρθρο 51.
Άρθρο 36
Απαιτήσεις Συνεγγυητικού έναντι επενδυτών σε περίπτωση αδικαιολογήτως καταβληθείσας αποζημίωσης Το Συνεγγυητικό έχει δικαίωμα αναζήτησης της αποζημίωσης που κατέβαλε σε επενδυτή αχρεωστήτως.
Άρθρο 37
Υποκατάσταση στα δικαιώματα των επενδυτών
Η καταβολή οποιουδήποτε ποσού από το Συνεγγυητικό σε επενδυτή που είχε συμβληθεί με το συμμετέχον μέλος, το οποίο αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45, συνεπάγεται αυτοδικαίως την υποκατάσταση του προσώπου αυτού από το Συνεγγυητικό σε διαδικασία εκκαθάρισης ή εξυγίανσης ως προς το σύνολο των απαιτήσεών του κατά του συμμετέχοντος μέλους μέχρι του ποσού της αποζημίωσης που καταβλήθηκε. Η υποκατάσταση αυτή ισχύει και αν το συμμετέχον μέλος έχει κηρυχθεί σε πτώχευση.
Το Συνεγγυητικό έχει, επίσης, απαίτηση έναντι του υπό εξυγίανση συμμετέχοντος μέλους, για τις καταβολές του στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης μέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσιών εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 62.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΤΟΥ ΣΚΕΥ - ΕΙΣΦΟΡΕΣ, ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΑΥΤΩΝ
Άρθρο 38
Καθορισμός ύψους ΣΚΕΥ
Το ενεργητικό του ΣΚΕΥ σχηματίζεται από τις εισφορές των συμμετεχόντων μελών του Συνεγγυητικού, σύμφωνα με το άρθρο 39 και προσαυξάνεται με προσόδους και έσοδα που προέρχονται από τη διαχείριση της περιουσίας του, έσοδα από ρευστοποίηση απαιτήσεων και από κάθε άλλη νόμιμη αιτία. Ιουλίου κάθε έτους, με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, μετά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων του Συνεγγυητικού του προηγουμένου έτους και με βάση τα στοιχεία που έχουν ως ημερομηνία αναφοράς την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Για τον καθορισμό του ύψους του ενεργητικού του ΣΚΕΥ λαμβάνονται υπόψη:
- α) το σύνολο των υφιστάμενων αρχικών εισφορών
σύμφωνα με το άρθρο 57,
- β) το σύνολο των τακτικών εισφορών σύμφωνα με το
άρθρο 58,
- γ) τα καθαρά μετά φόρων κέρδη ή οι ζημιές του Συνεγγυητικού του προηγουμένου έτους, όπως προκύπτουν
από τα στοιχεία των οικονομικών του καταστάσεων με ημερομηνία αναφοράς την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους.
Το Συνεγγυητικό μπορεί να αναθέτει τον υπολογισμό του ενεργητικού του ΣΚΕΥ, την αξιολόγηση των παραμέτρων και τον προσδιορισμό του ύψους κάθε κατηγορίας εισφορών, καθώς και την παροχή σε αυτό σχετικών συμβουλών, σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαθέτουν σχετική ειδική γνώση και εμπειρία, υπό όρους ανάθεσης που καθορίζει κατά την κρίση του.
Άρθρο 39
Ενεργητικό και διαθέσιμα του ΣΚΕΥ
Οι εισφορές κάθε μέλους, συμπεριλαμβανομένου μέλους που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για την οποία δεν υφίσταται ισοδύναμη κάλυψη από το αντίστοιχο σύστημα αποζημίωσης επενδυτών που λειτουργεί στην τρίτη χώρα, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 43, διακρίνονται σε αρχικές, τακτικές και έκτακτες. Η συμπληρωματική κάλυψη εταιρειών επενδύσεων και εταιριών διαχείρισης, όπως ορίζεται στις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 37, που συμμετέχουν οικειοθελώς στο Συνεγγυητικό, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 43, προσδιορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού.
Οι εισφορές της παρ. 1, καθώς και οι πρόσοδοι και τα έσοδα ή η υπεραξία που προέρχονται από τη διαχείριση της περιουσίας του και έσοδα από ρευστοποίηση απαιτήσεων και από κάθε άλλη νόμιμη αιτία συγκροτούν το ενεργητικό του Συνεγγυητικού και του ΣΚΕΥ και αποτελούν ομάδα περιουσίας των συμμετεχόντων σε αυτό μελών.
Οι εισφορές των μελών που συμμετέχουν στο Συνεγγυητικό, πλέον των προσόδων που αναλογούν σε αυτές και λοιπών πόρων του Συνεγγυητικού, συνιστούν τις ατομικές τους μερίδες σε αυτό. Κάθε μέλος που συμμετέχει στο Συνεγγυητικό έχει μία ατομική μερίδα σε αυτό. Οι ατομικές μερίδες αντιστοιχούν στο ποσοστό συμμετοχής κάθε μέλους στο ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού. Για λόγους διευκόλυνσης του λογιστικού προσδιορισμού της αξίας των ατομικών μερίδων, το ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού δύναται να υποδιαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, από τα οποία συγκροτούνται οι ατομικές μερίδες των συμμετεχόντων σε αυτό μελών.
Οι ατομικές μερίδες των μελών που απαρτίζουν το ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού, είναι αμεταβίβαστες και ακατάσχετες. Mεταβίβαση ή κατάσχεση νοείται μόνον ως προς την επιστρεπτέα στο μέλος αξία της ατομικής του μερίδας, σε περίπτωση αποχώρησης αυτού από το Συνεγγυητικό. Η σχετική αξίωση είναι απαιτητή μετά τη διαδικασία του άρθρου 44.
Άρθρο 40
Αρχική εισφορά ΣΚΕΥ Η αρχική εισφορά των Μελών καταβάλλεται στο Συνεγγυητικό για την απόκτηση της ιδιότητας του συμμετέχοντος μέλους, εφάπαξ και σε μετρητά ως εξής:
- α) Ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, για την οποία έχει αδειοδοτηθεί το
συμμετέχον μέλος, σύμφωνα με τα ακόλουθα:
- αα) Για την υπ’ αριθμ. 1 του τμήματος Α του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του ν. 4514/2018 (Α’ 14) επενδυτική υπηρεσία
της λήψης και διαβίβασης εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, καταβάλλεται ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
- αβ) Για την υπ’ αριθμ. 2 του τμήματος Α του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του ν. 4514/2018 επενδυτική υπηρεσία της
εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών, καταβάλλεται ποσό είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ.
- αγ) Για την υπ’ αριθμ. 3 του τμήματος Α του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του ν. 4514/2018 επενδυτική υπηρεσία της
διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, καταβάλλεται ποσό πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
- αδ) Για την υπ’ αριθμ. 4 του τμήματος Α του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του ν. 4514/2018 επενδυτική υπηρεσία της
διαχείρισης χαρτοφυλακίου καταβάλλεται ποσό είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ.
- αε) Για την υπ’ αριθμ. 6 του τμήματος Α του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του ν. 4514/2018 επενδυτική υπηρεσία της
αναδοχής χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, καταβάλλεται ποσό πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
- αστ) Για την υπ’ αριθμ. 7 του τμήματος Α του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του ν. 4514/2018 επενδυτική υπηρεσία της τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση
ανάληψης, καταβάλλεται ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
- αζ) Για την υπ’ αριθμ. 1 του τμήματος Β του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του ν. 4514/2018 παρεπόμενη υπηρεσία της
φύλαξης και διαχείρισης χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, καταβάλλεται ποσό εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ.
- β) Ειδικό τέλος συμμετοχής (entry fee) που συναρτάται
με το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο που υποχρεούται κάθε κατηγορία μελών να τηρεί με βάση την άδεια λειτουργίας που έχει εκδοθεί από την Αρμόδια Αρχή και ορίζεται:
- βα) Για τις ΑΕΠΕΥ της παρ. 1 του άρθρου 65 του
ν. 4920/2022 (Α’ 74) αρχικού μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον επτακοσίων πενήντα χιλιάδων (750.000) ευρώ και τα πιστωτικά ιδρύματα σε ποσό τριάντα έξι χιλιάδων πεντακοσίων (36.500) ευρώ.
- ββ) Για τις ΑΕΠΕΥ της παρ. 3 του άρθρου 65 του
ν. 4920/2022 αρχικού μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον
- βγ) Για τις ΑΕΔΑΚ του άρθρου 12 του ν. 4099/2012
(Α’ 250) μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4099/2012, σε ποσό είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ.
- βδ) Για τις εξωτερικές ΑΕΔΟΕΕ των παρ. 4 και 5 του
άρθρου 6 του ν. 4209/2013 (Α’ 253) μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων (125.000) ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 4209/2013, σε ποσό έξι χιλιάδων διακοσίων πενήντα (6.250) ευρώ.
- βε) Για τις ΑΕΠΕΥ της παρ. 2 του άρθρου 65 του
ν. 4920/2022 αρχικού μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ σε ποσό δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ και
- βστ) Για τις ΑΕΕΔ του άρθρου 87 του ν. 4514/2018
μετοχικού κεφαλαίου τουλάχιστον σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ σε ποσό δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Άρθρο 41
Τακτικές εισφορές προς το ΣΚΕΥ
Η τακτική εισφορά προς το ΣΚΕΥ καταβάλλεται ετησίως. Τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους της ετήσιας τακτικής εισφοράς και επιμερισμού της καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού και σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζεται οποιοδήποτε άλλο ειδικό θέμα ή τεχνική λεπτομέρεια ως προς τον προσδιορισμό και επιμερισμό της ετήσιας τακτικής εισφοράς.
Η τακτική εισφορά καταβάλλεται:
- α) από τα συμμετέχοντα μέλη στο Συνεγγυητικό και
- β) εφόσον συμμετέχουν στο Συνεγγυητικό, από ΕΠΕΥ,
των οποίων η έδρα βρίσκεται σε τρίτο κράτος και παρέχουν στην Ελλάδα καλυπτόμενες υπηρεσίες μέσω υποκαταστήματος και από ΕΠΕΥ ή εταιρείες διαχείρισης, των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίες παρέχουν στην Ελλάδα καλυπτόμενες υπηρεσίες μέσω υποκαταστήματος.
Η τακτική εισφορά καθορίζεται ετησίως, εντός του μήνα Ιουλίου, ξεχωριστά για κάθε συμμετέχον μέλος, από το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, για το σύνολο των παρεχομένων από αυτό, καλυπτομένων και αδειοδοτημένων επενδυτικών υπηρεσιών, για το καλυπτόμενο συνολικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά επενδυτή, ασχέτως του αριθμού επενδυτικών υπηρεσιών που του παρέχει.
Ο υπολογισμός της τακτικής εισφοράς κάθε συμμετέχοντος μέλους καθορίζεται σε ποσοστό της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων πελατών που το συμμετέχον μέλος κατέχει, διαχειρίζεται, διοικεί ή φυλάσσει, άμεσα ή έμμεσα, στο πλαίσιο της παροχής των καλυπτόμενων υπηρεσιών και ανά καλυπτόμενη υπηρεσία. Ως συνολική αξία λαμβάνεται ο μέσος όρος της τρέχουσας αξίας των κεφαλαίων και των χρηματοπιστωτικών μέσων του πρώτου εδαφίου από το συμμετέχον μέλος, κατά τις ημερομηνίες αναφοράς, ήτοι την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα του προηγούμενου έτους, ασχέτως εάν οι πελάτες παραμένουν πελάτες του μέλους κατά τον χρόνο υπολογισμού της τακτικής εισφοράς. Εφόσον η αξία του μέσου όρου των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει το μέλος για λογαριασμό ενός πελάτη υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, ως αξία των περιουσιακών στοιχείων του πελάτη αυτού λαμβάνεται το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.
Κάθε μέλος οφείλει να υποβάλλει στο Συνεγγυητικό μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους συγκεντρωτική κατάσταση με τα περιουσιακά στοιχεία πελατών που είχε στην κατοχή του κατά τις ημερομηνίες αναφοράς. Τα παραπάνω στοιχεία που παρέχουν τα μέλη στο Δ.Σ. του Συνεγγυητικού για τον καθορισμό της ετήσιας τακτικής εισφοράς τους, σύμφωνα με την παρ. 1, πιστοποιούνται ως προς την ακρίβειά τους, με βάση τα στοιχεία που απεικονίζονται στα βιβλία και στοιχεία του μέλους από ορκωτό ελεγκτή-λογιστή.
Οι τακτικές εισφορές των μελών καταβάλλονται εντός προθεσμίας που καθορίζει το Συνεγγυητικό, κατά ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) σε μετρητά. Το υπόλοιπο δύναται να εξοφληθεί με εγγυητική επιστολή πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, με κριτήρια που καθορίζει το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, λαμβάνοντας υπόψη τη διασφάλιση του ενεργητικού του, όπως αυτό ορίζεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας. Η διαδικασία καταβολής, το περιεχόμενο της εγγυητικής επιστολής και κάθε ειδική λεπτομέρεια προς εφαρμογή της παρούσας καθορίζονται από το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, κατά την κρίση του, λαμβάνοντας υπόψη τη διασφάλιση του ενεργητικού του.
Οι εισφορές των μελών που απαρτίζουν το ενεργητικό του ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού είναι ακατάσχετες. Κατάσχεση νοείται μόνον ως προς το ποσό της επιστροφής μέρους του ενεργητικού του ΣΚΕΥ, το οποίο αναλογεί στο μέλος, και μετά από τον καθορισμό του από το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, κατά το άρθρο 44.
Το Δ.Σ. δύναται να εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών, μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, την αναπροσαρμογή του ύψους και του τρόπου υπολογισμού της ετήσιας τακτικής εισφοράς της παρ. 4 ή τη διακοπή της καταβολής της, όταν επιτευχθεί εύλογη σχέση μεταξύ των διαθεσίμων του ενεργητικού του Συνεγγυητικού και της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων επενδυτών - πελατών των συμμετεχόντων, σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας.
Άρθρο 42
Έκτακτες εισφορές προς το Συνεγγυητικό
Αν διαπιστώνεται ανεπάρκεια κεφαλαίου για την αντιμετώπιση των υποχρεώσεών του, το Δ.Σ. του Συνεγγυητικού μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και σύμφωνα με διαδικασία που προβλέπεται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας, να προβαίνει στην επιβολή έκτακτων εισφορών σε όλα τα συμμετέχοντα μέλη. Η απόφαση του Δ.Σ. εγκρίνεται από τον Υπουργό Οικονομικών. εκτάκτων εισφορών. Σε κάθε περίπτωση, οι εισφορές αυτές δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 58, για το τελευταίο πριν από τη λήψη της απόφασης έτος.
Μέχρι τον οριστικό καθορισμό του ακριβούς ύψους της καταβλητέας έκτακτης εισφοράς, το Συνεγγυητικό δύναται να ζητεί από τα συμμετέχοντα μέλη που θα κληθούν να καταβάλουν έκτακτες εισφορές, να διενεργήσουν ανάλογες προκαταβολές σε ειδικό λογαριασμό για την αποζημίωση επενδυτών, προκειμένου να καταβάλλονται εγκαίρως στους δικαιούχους των οφειλόμενων σε αυτούς αποζημιώσεων. Τα κριτήρια και ο τρόπος υπολογισμού των προκαταβολών εξειδικεύονται στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Συνεγγυητικού.
Οι αποφάσεις των παρ. 1 και 2 εκδίδονται εντός εύλογου χρόνου μετά την οριστικοποίηση των καταβλητέων αποζημιώσεων.
Ο υπολογισμός της έκτακτης εισφοράς κάθε συμμετέχοντος μέλους καθορίζεται σε ποσοστό της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων πελατών που το συμμετέχον μέλος κατέχει, διαχειρίζεται, διοικεί ή φυλάσσει, άμεσα ή έμμεσα, στο πλαίσιο της παροχής των καλυπτόμενων υπηρεσιών και ανά καλυπτόμενη υπηρεσία.
Ποσό έκτακτης εισφοράς που προκαταβάλλεται από συμμετέχον μέλος, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ύψος της αναλογούσας σε αυτό έκτακτης εισφοράς, επιστρέφεται το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από τον οριστικό καθορισμό της συμμετοχής εκάστου συμμετέχοντος μέλους. Με απόφαση του Δ.Σ., μέρος των εκτάκτων εισφορών μπορεί να χρησιμοποιείται για συμπλήρωση ή ενίσχυση του ενεργητικού του Συνεγγυητικού, προσαυξάνοντας την ατομική μερίδα του συμμετέχοντος μέλους.
Άρθρο 43
Δανεισμός προς το Συνεγγυητικό
Αν τα διαθέσιμα του ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού δεν επαρκούν για την ικανοποίηση υποχρεώσεών του σχετικών με την αποζημίωση επενδυτών, με απόφαση του Δ.Σ., το Συνεγγυητικό δύναται να δανεισθεί τα απαιτούμενα κεφάλαια από οποιαδήποτε πηγή, παρέχοντας περιουσιακά του στοιχεία ως εξασφάλιση. Σε κάθε περίπτωση δανεισμού, το Συνεγγυητικό καλεί τα συμμετέχοντα μέλη σε έκτακτες εισφορές συνολικού ύψους κατ’ ελάχιστον ίσου με το ύψος της ληφθείσας πίστωσης. Κάθε συμμετέχον μέλος ευθύνεται αλληλεγγύως με τα άλλα συμμετέχοντα μέλη και με το Συνεγγυητικό για την ικανοποίηση των υποχρεώσεων του Συνεγγυητικού προς τον δανειστή μέχρι του ποσού της έκτακτης εισφοράς του. Η ευθύνη μέλους προς τους δανειστές του Συνεγγυητικού, σύμφωνα με την παρούσα, αίρεται με την καταβολή προς το Συνεγγυητικό του συνολικού ποσού της έκτακτης αυτής εισφοράς.
Έκτακτες εισφορές προς το Συνεγγυητικό λόγω δανεισμού, διατίθενται κατά προτεραιότητα για την εξόφληση των δανειακών υπολοίπων του Συνεγγυητικού.
Έσοδα του Συνεγγυητικού από ρευστοποίηση απαιτήσεών του κατά μελών ή τρίτων διατίθενται κατά προτεραιότητα για την εξόφληση δανειακού υπολοίπου του Συνεγγυητικού.
Άρθρο 44
Γενικές διατάξεις περί του ΣΚΕΥ
Έσοδα από ρευστοποίηση απαιτήσεων του Συνεγγυητικού διατίθενται με την ακόλουθη σειρά:
- α) αποπληρωμή δανείων του προς τρίτους,
- β) κατάθεση στους λογαριασμούς των διαθεσίμων του
Συνεγγυητικού.
Επί νέων εισφορών, αρχικών ή τακτικών, για τον υπολογισμό της αξίας της ατομικής μερίδας του κάθε μέλους, που συμμετέχει στο Συνεγγυητικό, λαμβάνεται ως βάση το καθαρό ενεργητικό του Συνεγγυητικού κατά την 31η Δεκεμβρίου του αμέσως προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή κατά την αμέσως προηγούμενη και εγκεκριμένη από το Δ.Σ., αποτίμησή του, σε σχέση με το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι καταβλητέα η εισφορά.
Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του Συνεγγυητικού, εφόσον προκύπτουν αμφιβολίες για την ακρίβεια στοιχείων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, ελέγχει τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί στο Συνεγγυητικό από το συμμετέχον μέλος.
Αν το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημίωση για την ικανοποίηση απαιτήσεων επενδυτών, που προκύπτουν από την παροχή καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών από συμμετέχον στο Συνεγγυητικό μέλος, χρησιμοποιεί αρχικά, μέχρι την εξάντλησή της, την ατομική μερίδα του συμμετέχοντος μέλους. Αν αυτή δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των επενδυτών, χρησιμοποιείται και το υπόλοιπο του ενεργητικού του ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού, που ανήκει στους λοιπούς συμμετέχοντες στο ενεργητικό του ΣΚΕΥ, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, ανάλογα με την αξία της ατομικής μερίδας εκάστου σε σχέση με το ενεργητικό του ΣΚΕΥ του Συνεγγυητικού.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)