Νόμοι — ΦΕΚ A' 114/2014
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 114 10 Μαΐου 2014
ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4262
Απλούστευση της αδειοδότησης για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 1
Σκοπός – Γενικές Αρχές
Ο παρών νόμος αποβλέπει στη θεσμοθέτηση του ρυθμιστικού πλαισίου άσκησης των οικονομικών δραστηριοτήτων του άρθρου 2.
Η άσκηση των ανωτέρω οικονομικών δραστηριοτήτων είναι ελεύθερη. Περιορισμοί στην ελευθερία άσκησης συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας είναι ανεκτοί, εφόσον ισχύουν οι εξής σωρευτικά συντρέχουσες περιστάσεις: (α) δικαιολογούνται από συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος, (β) καθορίζονται σαφή και αντικειμενικού χαρακτήρα κριτήρια, βάσει των οποίων ανατίθενται και ασκούνται οι σχετικές αρμοδιότητες της Διοικήσεως, (γ) δικαιολογούνται επαρκώς από την ειδική φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως, και (δ) κινούνται εντός των ορίων που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
Η επιβολή περιορισμών στην άσκηση της ελευθερίας των ανωτέρω οικονομικών δραστηριοτήτων κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τη Διοίκηση είναι ανεκτή μόνο κατά το μέτρο που ο επιβαλλόμενος περιορισμός δικαιολογείται από την ειδική φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως. Iδίως σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων, εξίσου θαλπομένων, πτυχών δημοσίου συμφέροντος, περιορισμός στην ελευθερία άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας είναι ανεκτός μόνο αν προσδιορίζεται ο προέχων σκοπός δημοσίου συμφέροντος, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπει η εισαγωγή του συγκεκριμένου περιορισμού.
Στην έκταση που επιτρέπεται από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Σύνταγμα, δύναται να επιβάλλονται μέτρα περιορισμού της οικονομικής ελευθερίας, για λόγους εδραίωσης της κοινωνικής ειρήνης και προστασίας του γενικού συμφέροντος στο πλαίσιο του κρατικού προγραμματισμού και συντονισμού της οικονομικής δραστηριότητας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας και η προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και της προαγωγής ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθορίων περιοχών.
Το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον αποτελεί αυτοτελώς προστατευόμενο αγαθό. Τα αρμόδια όργανα για την εφαρμογή του παρόντος προβαίνουν σε θετικές ενέργειες για την αποτελεσματική διαφύλαξη του αγαθού αυτού και, ειδικότερα, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Κατά τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας οφείλουν να σταθμίζουν και άλλους παράγοντες, αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, η επιδίωξη όμως των σκοπών αυτών και η στάθμιση των προστατευόμενων αντίστοιχων εννόμων αγαθών πρέπει να συμπορεύεται προς την υποχρέωση της Πολιτείας να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν καταργούν ούτε τροποποιούν τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων και δραστηριοτήτων, όπως εκάστοτε ισχύει.
Η άσκηση των οικονομικών δραστηριοτήτων του άρθρου 2 γίνεται με τρόπο, ο οποίος δεν περιορίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Διατάξεις, ιδίως, με τις οποίες εισάγεται συγκεκριμένος περιορισμός οικονομικής δραστηριότητας, δεν επιτρέπεται να εισάγουν φραγμούς εισόδου στις σχετικές αγορές, ούτε να παραβιάζονται με αυτές οι αρχές της αναλογικότητας, της ισότιμης μεταχείρισης και της διαφάνειας.
Η επιβολή περιορισμών στην άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας πρέπει να γίνεται με τρόπο που να εξασφαλίζεται η κανονιστική σαφήνεια και η ασφάλεια δικαίου, μετά από διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους και σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στο άρθρο 2 του ν. 4048/2012.
Οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και εντός του χρόνου που τίθεται από τον παρόντα 3823
Η υιοθέτηση μέτρων περιοριστικών της οικονομικής ελευθερίας προϋποθέτει τη δημόσια διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους, σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στο άρθρο 2 του ν. 4048/2012 και τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος.
Στην έκταση που αυτό δεν συνιστά ανεπίτρεπτη ανάθεση άσκησης δημόσιας εξουσίας, οι αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που περιλαμβάνονται στον παρόντα νόμο, μπορούν να χρησιμοποιούν φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία συνεπικουρούν τις αρμόδιες αρχές στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων.
Η εφαρμογή και, όπου είναι επιτρεπτό και αναγκαίο, η περαιτέρω εξειδίκευση των διατάξεων του παρόντος νόμου από την εκάστοτε αρμόδια αρχή γίνεται πάντα σύμφωνα με τις αρχές, οι οποίες τίθενται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής
Ο παρών νόμος καταλαμβάνει τις εξής οικονομικές δραστηριότητες όπως αυτές προσδιορίζονται στα σχετικά Παραρτήματα της υπουργικής απόφασης με αριθμό 1958/2012 (Β΄ 21) και εξειδικεύονται στο Παράρτημα του παρόντος νόμου:
- α) Ομάδα 1η «Έργα χερσαίων και εναέριων μεταφορών»
- β) Ομάδα 2η «Υδραυλικά έργα»
- γ) Ομάδα 3η «Λιμενικά έργα»
- δ) Ομάδα 4η «Συστήματα περιβαλλοντικών υποδομών»
- ε) Ομάδα 5η «Εξορυκτικές και συναφείς δραστηριότητες»
- στ) Ομάδα 6η «Τουριστικές εγκαταστάσεις και έργα
αστικής ανάπτυξης, κτιριακού τομέα, αθλητισμού και αναψυχής»
- ζ) Ομάδα 7η «Πτηνοκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις»
- η) Ομάδα 8η «Υδατοκαλλιέργειες»
- θ) Ομάδα 9η «Βιομηχανικές δραστηριότητες και συναφείς εγκαταστάσεις»
- ι) Ομάδα 10η «Μεταφορά ενέργειας, καυσίμων και χημικών ουσιών»
- ια) Ομάδα 11η «Ειδικά έργα και δραστηριότητες»
Ο παρών νόμος καταλαμβάνει και τα Καταστήματα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος του άρθρου 80 του ν. 3463/2006 και της υπουργικής απόφασης ΔΙΑΔΠ/ Φ.Α.2.1/31600/2013 (Β΄ 3106).
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού είναι δυνατόν να προστίθενται οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος.
Άρθρο 3
Χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου γίνεται υποχρεωτικά με χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Η υποβολή πληροφοριών και η διεκπεραίωση αιτημάτων των αρμοδίων κατά περίπτωση αρχών μεταξύ τους και με τους διοικούμενους κατά τις διατάξεις του παρόντος, γίνεται με τη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, εφαρμοζομένων σχετικά των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Άρθρο 4
Ελεύθερη άσκηση οικονομικής δραστηριότητας Με την επιφύλαξη των επόμενων άρθρων, κάθε πρόσωπο μπορεί να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα χωρίς περιορισμό, τηρουμένων των προβλεπομένων από την κείμενη νομοθεσία φορολογικών υποχρεώσεων, των υποχρεώσεων κοινωνικής ασφάλισης και της εγγραφής του στο γενικό εμπορικό μητρώο κατά περίπτωση.
Άρθρο 5
Γενικοί όροι λειτουργίας
Όποτε είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο για την προστασία συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος, επιβάλλεται στα πρόσωπα, που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα που υπάγεται στον παρόντα νόμο, η γενική υποχρέωση να τηρούν τόσο κατά την έναρξη της συγκεκριμένης δραστηριότητας, όσο και κατά την άσκησή της, συγκεκριμένους γενικούς και καθολικά εφαρμοστέους όρους λειτουργίας που είναι προκαθορισμένοι και τίθενται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Οι γενικοί όροι λειτουργίας μπορεί να διέπουν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων.
Η υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις σωρευτικά: (α) υπάρχει κίνδυνος για συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον από την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, (β) καθίσταται απολύτως αναγκαίος ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, για την αποτροπή του κινδύνου και (γ) η υπαγωγή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον. Κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον υπάρχει όταν η συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις προκαλεί συγκεκριμένο κίνδυνο σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
Τα μέτρα τα οποία περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους λειτουργίας είναι τα απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Απολύτως αναγκαία είναι τα μέτρα, τα οποία κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις αποτρέπουν το συγκεκριμένο κίνδυνο στο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον και δεν υπερβαίνουν αυτό το μέτρο. Οι γενικοί όροι λειτουργίας και τα μέτρα που θα καθορισθούν για καμία περίπτωση δεν μπορούν να προσθέσουν επιπλέον διοικητικό βάρος για τους ενδιαφερόμενους ή να είναι πιο επιβαρυντικά από τα αντίστοιχα που ισχύουν κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος.
Οι γενικοί όροι λειτουργίας καθορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας μετά από γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού που πρέπει να είναι αντικειμενικά αιτιολογημένη. Η κοινή υπουργική απόφαση περιγράφει με σαφήνεια και περιοριστικά τους γενικούς όρους λειτουργίας, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται από όλα τα πρόσωπα, τα οποία ασκούν τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Στην κοινή υπουργική απόφαση περιλαμβάνονται τα μέτρα, τα οποία είναι αναγκαία για την αποτροπή κάθε κινδύνου για συγκεκριμένα δημόσια συμφέροντα που μπορεί να προκαλείται από την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Η απόφαση περιλαμβάνει στο σκεπτικό της έκθεση, που βεβαιώνει την ανάγκη υπαγωγής της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας και την ανάγκη λήψης των συγκεκριμένων μέτρων ως απολύτως αναγκαίων για την αντιμετώπιση κινδύνου σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
Εντός ενός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός και ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας εκκινούν διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με την ανάγκη υιοθέτησης γενικών όρων λειτουργίας για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας ή δέσμης ομοειδών δραστηριοτήτων και το περιεχόμενο αυτών. Η διαβούλευση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4048/2012, όπως εκάστοτε ισχύει. Επιπλέον, κάθε σχετική πράξη που αφορά τη διαβούλευση, περιλαμβανομένης και της έκθεσης του Γραφείου Νομοθετικής Πρωτοβουλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργείου, δημοσιεύεται και όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο Ζ΄ του παρόντος. Οι απόψεις όλων όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στη δημόσια διαβούλευση δημοσιεύονται όπως κατατίθενται, εκτός και αν χαρακτηρίζονται από αυτούς εμπιστευτικές συνολικά ή μερικώς, οπότε και εμφανίζεται σχετική αναφορά ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να μην δημοσιευθούν οι απόψεις του. Απόψεις, οι οποίες δεν υποβάλλονται σύμφωνα με το παρόν δεν λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία καθορισμού των γενικών όρων λειτουργίας. Διακοπή, σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου της διαδικασίας διαβούλευσης επιτρέπεται μόνο μία φορά με πρωτοβουλία του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, για αντικειμενικά σπουδαίο λόγο, που ανακοινώνεται τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν τη διακοπή, σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης. Η διακοπή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες, διαφορετικά η διαδικασία διαβούλευσης καταργείται και δεν μπορεί να εκκινήσει νέα διαδικασία διαβούλευσης πριν την πάροδο έτους. Η σύντμηση του χρόνου διαβούλευσης δεν μπορεί να είναι για περισσότερο από το μισό της προβλεπόμενης κατά την έναρξη της διαβούλευσης διάρκειας. Η επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες.
Η ανάλυση των συνεπειών ρυθμίσεων του άρθρου 7 του ν. 4048/2012 δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση των γενικών όρων λειτουργίας, αλλά ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός μπορούν με απόφασή τους να ζητήσουν σχετική έκθεση, αν το θεωρούν αναγκαίο.
Μετά τη λήξη της διαβούλευσης, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός με κοινή απόφασή τους είτε διακόπτουν τη διαδικασία έκδοσης γενικών όρων λειτουργίας για τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή τη δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων, εφόσον δε δικαιολογείται η υιοθέτηση γενικών όρων λειτουργίας για την προστασία συγκεκριμένου δημοσίου συμφέροντος είτε την συνεχίζουν για όλες ή κάποιες από αυτές. Η απόφαση με την οποία είτε διακόπτεται είτε συνεχίζεται η διαδικασία έκδοσης γενικών όρων λειτουργίας εκδίδεται εντός τριάντα (30) ημερών από την ολοκλήρωση της διαβούλευσης. Μέσα στην ίδια προθεσμία, αν θεωρηθεί ότι πρέπει να εκδοθούν γενικοί όροι λειτουργίας, κοινοποιείται το σχέδιο της κοινής υπουργικής αποφάσεως στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να γνωμοδοτήσει επί αυτού εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Το σχέδιο απόφασης περιλαμβάνει τα συγκεκριμένα μέτρα που ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός προτείνουν να αποτελέσουν αντικείμενο των γενικών όρων λειτουργίας και την έκθεση της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δημοσιεύεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός εκδίδουν την κοινή υπουργική απόφαση με την οποία τίθενται γενικοί όροι λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων, εντός τριάντα ημερών από την έκδοση της γνωμοδότησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
Σε περίπτωση που η διαδικασία έκδοσης γενικών όρων λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων εκκινήσει και μετά τη διαβούλευση δεν εκδοθεί κοινή υπουργική απόφαση που να επιβάλλει γενικούς όρους λειτουργίας, μπορεί να επανεκκινήσει μόνο μετά από νέα διαβούλευση.
Τροποποίηση ή κατάργηση των γενικών όρων λειτουργίας για μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων επιτρέπεται:
- α) σε περίπτωση που αυτό καταστεί αναγκαίο μετά
από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου ή Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον κατά περίπτωση συναρμόδιο Υπουργό, μετά την πάροδο πενταετίας από την υιοθέτησή τους ή την τροποποίηση ή κατάργησή τους. Σε κάθε περίπτωση για την τροποποίηση ή κατάργηση γενικών όρων λειτουργίας ακολουθείται η διαδικασία εισαγωγής γενικών όρων λειτουργίας. Η διαβούλευση για την τροποποίηση ή κατάργηση των γενικών όρων λειτουργίας μετά από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου εκκινεί εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης αυτής.
Η δήλωση του προσώπου που ασκεί την οικονομική δραστηριότητα στην αρμόδια δημοτική αρχή ότι πληροί τους γενικούς όρους λειτουργίας ή έχει συμμορφωθεί με αυτούς, αρκεί για την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο
Κάθε πρόσωπο μπορεί να ζητά και να λαμβάνει από την αρμόδια δημοτική αρχή βεβαίωση ότι έχει προβεί στην υποβολή της σχετικής δήλωσης άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας και τήρησης των γενικών όρων λειτουργίας για την συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Η βεβαίωση αυτή αποτελεί βεβαιωτική διοικητική πράξη και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας από το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Άρθρο 6
Υποχρέωση τήρησης ελάχιστων προτύπων στις οικονομικές δραστηριότητες που υπόκεινται σε γενικούς όρους λειτουργίας
Όπου αυτό είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο για την προστασία συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος κατά την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, μέρος των όρων λειτουργίας μπορεί να είναι και η τήρηση συγκεκριμένων προτύπων. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, η χρήση προτύπων ενδείκνυται και σε κάθε άλλη περίπτωση γενικών όρων λειτουργίας στην έκταση που δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου και ιδίως υπό την προϋπόθεση ότι επιβάλλουν σε κάθε περίπτωση τον ελάχιστο αναγκαίο περιορισμό για την αποτροπή του κινδύνου για το δημόσιο συμφέρον. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου ως πρότυπα εννοούνται οι κάθε είδους κανονισμοί, κριτήρια, πρότυπα, τεχνικές προδιαγραφές ή/και λοιπές τεχνικές απαιτήσεις.
Τα πρότυπα που μπορεί να ισχύουν για συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες προσδιορίζονται με βάση τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και πρέπει να είναι τα ελάχιστα αναγκαία για την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου δημοσίου συμφέροντος.
Ο προσδιορισμός των προτύπων για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας γίνεται με τη διαδικασία, η οποία προβλέπεται στον παρόντα νόμο για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων.
Η πιστοποίηση και ο έλεγχος της συμμόρφωσης με συγκεκριμένα πρότυπα για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας γίνεται από οργανισμούς, οι οποίοι διαπιστεύονται προς τούτο σύμφωνα με την κείμενη ελληνική νομοθεσία. Τα πρόσωπα που μπορούν να διαπιστευθούν ως οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης, η διαδικασία πιστοποίησης και κάθε άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται στο κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος νόμου. Πιστοποίηση για τις ανάγκες του παρόντος νόμου εννοείται οποιαδήποτε δραστηριότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.
Η δήλωση ενός προσώπου στην αρμόδια δημοτική αρχή ότι έχει πιστοποιηθεί από διαπιστευμένο προς τούτο οργανισμό για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με τους γενικούς όρους λειτουργίας που ισχύουν για τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, αρκεί για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο 6. Η δήλωση περιλαμβάνεται στην υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 10 του άρθρου 5 και σε αυτήν εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος αυτή.
Μετά την αρχική πιστοποίηση συμμόρφωσης με συγκεκριμένο πρότυπο, κάθε πρόσωπο − φορέας της πιστοποίησης επαναξιολογείται σε χρόνους και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο κατά περίπτωση εφαρμοστέο πρότυπο. Η επαναξιολόγηση περιλαμβάνει υποχρεωτικά και διαδικασία υποβολής ενστάσεων από τα αξιολογούμενα πρόσωπα προς τον οργανισμό αξιολόγησης. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης και ενστάσεων και εφόσον από αυτή προκύπτει ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν τηρεί το συγκεκριμένο πρότυπο, ο οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης που ενεργεί την επαναξιολόγηση υποχρεούται εντός πέντε (5) ημερών από την ολοκλήρωση της επαναξιολόγησης να ανακαλέσει το πιστοποιητικό, το οποίο έχει εκδώσει και μέσα στην ίδια προθεσμία να ενημερώσει κάθε αρμόδια για την εποπτεία του παρόντος νόμου αρχή, παρέχοντας κάθε σχετική πληροφορία και έγγραφο περιλαμβανομένων και τυχόν ενστάσεων του αξιολογούμενου προσώπου και των απαντήσεών του επί αυτών.
Κάθε πρόσωπο που πιστοποιείται για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα οφείλει με την υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 5 να δημοσιοποιεί την επωνυμία του οργανισμού αξιολόγησης συμμόρφωσης που το πιστοποίησε για την έναρξη άσκησης της δραστηριότητάς του. Με υπεύθυνη δήλωση του προσώπου που έχει πιστοποιηθεί σύμφωνα με την παρούσα, η οποία γίνεται στις αρμόδιες δημοτικές αρχές εντός πέντε (5) ημερών από την ολοκλήρωση κάθε επαναξιολόγησης, ανακοινώνεται η επωνυμία των οργανισμών αξιολόγησης συμμόρφωσης, που έκαναν την αξιολόγηση ως προς τη συμμόρφωση με τα συγκεκριμένα πρότυπα μετά την έναρξη άσκησης συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας και η ημερομηνία κατά την οποία έγινε η αξιολόγηση.
Άρθρο 7
Έγκριση λειτουργίας
Όποτε είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου και με το παρόν άρθρο, για την προστασία συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος, επιβάλλεται στα πρόσωπα, που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, η προηγούμενη έγκριση λειτουργίας. Η προηγούμενη έγκριση λειτουργίας αποτελεί ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη.
Η υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας είναι αντι (α) υπάρχει κίνδυνος για συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον από την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας, (β) καθίσταται απολύτως αναγκαίος ο περιορισμός του δικαιώματος άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου για την αποτροπή του κινδύνου, και (γ) η υπαγωγή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον. Κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον υπάρχει όταν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις προκαλεί συγκεκριμένο κίνδυνο σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον.
Δεν επιτρέπεται η υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, αν κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις ο κίνδυνος μπορεί να αποτραπεί με την υπαγωγή της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας.
Αν η άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας συνεπάγεται την πρόκληση κινδύνου σε συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον που καθιστά αναγκαία την υπαγωγή σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας και ταυτόχρονα συνεπάγεται την πρόκληση άλλου κινδύνου για το ίδιο δημόσιο συμφέρον ή για άλλο δημόσιο συμφέρον που υπάγεται σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας, ως προς τη δεύτερη περίπτωση η άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας υπάγεται σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας.
Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας, καθορίζονται οι οικονομικές δραστηριότητες ή η δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων εκ των αναφερομένων στο άρθρο 2, που προϋποθέτουν τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται με τρόπο περιοριστικό και οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τους οποίους θα ασκείται αυτή η οικονομική δραστηριότητα και οι οποίοι είναι οι απολύτως αναγκαίοι για την αποτροπή του κινδύνου για το συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Απολύτως αναγκαίοι είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις που κατά αντικειμενική κρίση και με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις αποτρέπουν το συγκεκριμένο κίνδυνο στο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον και δεν υπερβαίνουν αυτή την ανάγκη. Οι όροι και οι προϋποθέσεις που θα καθορισθούν για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας ή ομάδας οικονομικών δραστηριοτήτων που προϋποθέτουν τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προσθέσουν επιπλέον διοικητικό βάρος για τους ενδιαφερόμενους ή να είναι πιο επιβαρυντικά από τους αντίστοιχους που ισχύουν κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος.
Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός και ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατά λόγο αρμοδιότητας, εκκινούν διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με τους όρους και προϋποθέσεις έγκρισης λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων. Η διαβούλευση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4048/2012, όπως εκάστοτε ισχύει. Επιπλέον, κάθε σχετική πράξη που αφορά τη διαβούλευση, περιλαμβανομένης και της έκθεσης του Γραφείου Νομοθετικής Πρωτοβουλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργείου, δημοσιεύεται και όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο Ζ΄ του παρόντος. Οι απόψεις όλων όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στην δημόσια διαβούλευση δημοσιεύονται όπως κατατίθενται, εκτός και αν χαρακτηρίζονται από αυτούς εμπιστευτικές συνολικά ή μερικώς, οπότε και εμφανίζεται σχετική αναφορά ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να μην δημοσιευθούν οι απόψεις του. Απόψεις, οι οποίες δεν υποβάλλονται σύμφωνα με το παρόν, δεν λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία καθορισμού των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου της διαδικασίας διαβούλευσης επιτρέπεται μόνο μία φορά με πρωτοβουλία του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, για αντικειμενικά σπουδαίο λόγο, που ανακοινώνεται τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν τη σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης. Η σύντμηση του χρόνου διαβούλευσης δεν μπορεί να είναι για περισσότερο από το μισό της προβλεπόμενης κατά την έναρξη της διαβούλευσης διάρκειας. Η επιμήκυνση του χρόνου διαβούλευσης δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες.
Η ανάλυση των συνεπειών των ρυθμίσεων του άρθρου 7 του ν. 4048/2012 είναι αναγκαία στην περίπτωση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας.
Μετά τη λήξη της διαβούλευσης, συντάσσεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης και των συναρμοδίων Υπουργείων έκθεση με την οποία βεβαιώνεται είτε ότι συντρέχουν οι όροι για την υπαγωγή της οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας και οι αναγκαίοι όροι για την αποτροπή του κινδύνου για συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον είτε ότι δεν συντρέχουν. Η έκθεση δημοσιεύεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της διαβούλευσης σύμφωνα με το Κεφάλαιο Ζ΄ του παρόντος. Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη αυτή η προθεσμία θεωρείται ότι δεν συντρέχουν οι όροι για την υπαγωγή της συγκεκριμένης δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας.
Σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και οι εκάστοτε συναρμόδιοι Υπουργοί με αιτιολογημένη κοινή απόφασή τους ορίζουν ότι δεν έγκρισης λειτουργίας. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή οικονομικής δραστηριότητας σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός κοινοποιούν το σχέδιο προεδρικού διατάγματος στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της έκθεσης της προηγούμενης παραγράφου. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να γνωμοδοτήσει επί αυτού εντός τριάντα (30) ημερών. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δημοσιεύεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η έκθεση της προηγουμένης παραγράφου αποτελεί μέρος της υπουργικής απόφασης του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου ή του προεδρικού διατάγματος του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.
Τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή για δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων επιτρέπεται:
- α) σε περίπτωση που αυτό καταστεί αναγκαίο μετά
από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου, ή Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και τον κατά περίπτωση συναρμόδιο Υπουργό, μετά την πάροδο πενταετίας από την υιοθέτησή τους ή την τροποποίηση. Σε κάθε περίπτωση για την τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας ακολουθείται η διαδικασία υιοθέτησης όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας. Η διαβούλευση για την τροποποίηση ή κατάργηση των όρων και προϋποθέσεων έγκρισης λειτουργίας μετά από αμετάκλητη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου εκκινεί εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης αυτής.
Άρθρο 8
Τήρηση ελάχιστων προτύπων στις οικονομικές δραστηριότητες που απαιτούν έγκριση λειτουργίας
Στους όρους και τις προϋποθέσεις για την έγκριση λειτουργίας που τίθενται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7, μπορεί να περιλαμβάνεται και η τήρηση συγκεκριμένων προτύπων.
Τα πρόσωπα που μπορούν να διαπιστευτούν ως οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης, η διαδικασία πιστοποίησης και κάθε άλλη λεπτομέρεια ρυθμίζονται στο κεφάλαιο Γ΄ του παρόντος νόμου.
Ο διαπιστευμένος οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης κοινοποιεί υπεύθυνη δήλωσή του στην αρμόδια για την παροχή της έγκρισης λειτουργίας αρχή με την οποία πιστοποιεί την από μέρους του ενδιαφερόμενου προσώπου συμμόρφωση με το συγκεκριμένο πρότυπο. Η υπεύθυνη δήλωση δημοσιεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Από τη δημοσίευσή της, το συγκεκριμένο πρόσωπο τεκμαίρεται ότι πληροί τις προϋποθέσεις του συγκεκριμένου προτύπου. Τέτοια υπεύθυνη δήλωση υποβάλλει ο οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης σε κάθε επαναξιολόγηση τήρησης του προτύπου που πραγματοποιεί μετά την έγκριση λειτουργίας πιστοποιώντας τη συμμόρφωση ή μη με τα πρότυπα. Η υπεύθυνη δήλωση είτε αρχική είτε μετά την επαναξιολόγηση, περιλαμβάνει την επωνυμία και τον αριθμό ΓΕΜΗ του οργανισμού αξιολόγησης συμμόρφωσης και του πιστοποιουμένου προσώπου, το αντικείμενο της πιστοποίησης και το πρότυπο που εφαρμόζεται, το χρόνο διενέργειάς της, και υποβάλλεται εντός πέντε (5) ημερών από την ολοκλήρωση της αρχικής αξιολόγησης ή επαναξιολόγησης.
Τα πρότυπα, η συμμόρφωση στα οποία επιβάλλεται ως προϋπόθεση για την άσκηση συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, είναι τα ελάχιστα αναγκαία για την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου δημόσιου συμφέροντος που δικαιολογεί την επιβολή προτύπων. Η επιλογή των προτύπων γίνεται με βάση τις αρχές του άρθρου 1 και κατά τρόπο που να επιδιώκεται η τεχνολογική ουδετερότητα και ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας.
Η τήρηση πρόσθετων προτύπων από ένα πρόσωπο και η πιστοποίησή του σχετικά με αυτά δεν επηρεάζει σε τίποτα τις διατάξεις του παρόντος σχετικά με την πιστοποίηση.
Άρθρο 9
Χορήγηση έγκρισης λειτουργίας
Το περιεχόμενο της αίτησης για την έγκριση λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ή δέσμη ομοειδών οικονομικών δραστηριοτήτων καθορίζεται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου.
Η αρμόδια για την έκδοση της έγκρισης λειτουργίας αρχή οφείλει να ενημερώνει, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος, τον υποβάλλοντα την αίτηση για έγκριση λειτουργίας αν λείπει κάποιο από τα στοιχεία, τα οποία προσδιορίζονται με τρόπο περιοριστικό στο προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου, θέτοντας και προθεσμία επτά (7) ημερών για την προσκόμισή τους. Αν μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής τα σχετικά έγγραφα δεν έχουν προσκομισθεί, η αίτηση απορρίπτεται.
Η διάρκεια εξέτασης ενός αιτήματος για έγκριση λειτουργίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πενήντα (50) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Σε περίπτωση που λείπουν έγγραφα, η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών διακόπτεται και επανεκκινεί μετά την προσκόμισή τους. Σε περίπτωση παρόδου των πενήντα (50) ημερών από την υποβολή της πλήρους αίτησης σύμφωνα με τον παρόντα, χωρίς την έγκριση ή απόρριψη της αίτησης, τεκμαίρεται ότι η αίτηση έχει γίνει δεκτή και η αρμόδια αρχή οφείλει να εκδώσει τη σχετική εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη εντός δέκα (10) ημερών από την πάροδο των προθεσμίων που τίθενται παραπάνω.
Άρθρο 10
Μεταβίβαση έγκρισης λειτουργίας Η έγκριση λειτουργίας μεταβιβάζεται μαζί με την επιχειρηματική μονάδα, η οποία έχει λάβει την έγκριση λειτουργίας και μπορεί να συσταθεί επί αυτής εμπράγματο δικαίωμα μόνο μαζί με την επιχειρηματική μονάδα, η οποία έχει λάβει την έγκριση λειτουργίας. Η μίσθωση ματική μονάδα, δεν συνιστά λόγο ανάκλησης της έγκρισης λειτουργίας. Κάθε πρόσωπο το οποίο μεταβιβάζει επιχειρηματική μονάδα ή συστήνει επί αυτής δικαίωμα επικαρπίας υποχρεούται να κοινοποιεί το γεγονός αυτό εντός τριάντα (30) ημερών από την ολοκλήρωσή του στην αρμόδια κατά τόπο Αρχή. Η παρούσα δεν περιορίζει σε τίποτα τις διατάξεις του ν. 3959/2011 περί συγκέντρωσης επιχειρήσεων. Η έννοια της αλλαγής ελέγχου στο παρόν έχει την έννοια που της δίδεται στα άρθρα 5 επ. του ν. 3959/2011.
Άρθρο 11
Περιορισμός αριθμού εγκρίσεων λειτουργίας και χορήγηση αυτών
Σε συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες για την άσκηση των οποίων προϋποτίθεται η χορήγηση της έγκρισης λειτουργίας, ο αριθμός των προσώπων που λαμβάνουν έγκριση μπορεί να περιορισθεί είτε συνολικά για ολόκληρη την Επικράτεια είτε και για συγκεκριμένα γεωγραφικά διαμερίσματα, εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους αντικειμενικούς, που αφορούν τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα και το δημόσιο συμφέρον το οποίο εξυπηρετείται, ιδίως αν η άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας προϋποθέτει είτε τη χρήση σπάνιου πόρου, ο οποίος δεν επαρκεί για αόριστο αριθμό προσώπων ή τη χρήση άλλου πόρου του Δημοσίου.
Με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις υπό τους οποίους μπορεί να περιορισθεί ο αριθμός των προσώπων που θα λάβουν έγκριση να ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, ο τρόπος με τον οποίο θα καθορισθεί ο αριθμός των προσώπων αυτών και η διαγωνιστική διαδικασία με την οποία θα χορηγηθούν οι συγκεκριμένες εγκρίσεις λειτουργίας και η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται με βάση τις αρχές της διαφάνειας, της ισότιμης μεταχείρισης, της αναλογικότητας, της προστασίας του ανταγωνισμού και σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Ο περιορισμός του αριθμού των προσώπων που ασκούν μια οικονομική δραστηριότητα μπορεί να αφορά και ένα μόνο επίπεδο δραστηριοποίησης μιας επιχείρησης σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Σε περίπτωση που το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 κατά τα ανωτέρω εισάγει περιορισμό του αριθμού των εγκρίσεων λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, η αρμόδια κατά περίπτωση Αρχή μόλις λάβει αίτημα για την άσκηση αυτής της οικονομικής δραστηριότητας, το κοινοποιεί εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή του στον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και τον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό, οι οποίοι ορίζουν με αντικειμενικά αιτιολογημένη κοινή απόφασή τους εντός είκοσι (20) ημερών από την αίτηση, το μέγιστο αριθμό των εγκρίσεων λειτουργίας που θα χορηγηθούν. Το στάδιο αυτό δεν ακολουθείται, αν έχει ήδη υπάρξει προηγούμενο αίτημα και έχει ορισθεί ο αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Η απόφαση με την οποία καθορίζεται ο μέγιστος αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας για συγκεκριμένη δραστηριότητα σύμφωνα με το παρόν άρθρο, επανεξετάζεται υποχρεωτικά κάθε πενταετία και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να μειωθεί ο αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας κάτω από τον αριθμό των εγκρίσεων λειτουργίας που έχουν χορηγηθεί και δεν έχουν ανακληθεί ή λήξει μέχρι τη συμπλήρωση της πενταετίας από την έκδοση της απόφασης, με την οποία περιορίσθηκε ο αριθμός των εγκρίσεων λειτουργίας και ορίσθηκε ο αριθμός αυτών. Το σχέδιο προεδρικού διατάγματος κοινοποιείται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να γνωμοδοτήσει επί αυτού εντός τριάντα (30) ημερών. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δημοσιεύεται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η έκθεση της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί μέρος του προεδρικού διατάγματος της παρούσας παραγράφου.
Με την κοινή υπουργική απόφαση της προηγούμενης παραγράφου ορίζεται και κάθε απαραίτητη λεπτομέρεια για το διαγωνισμό, με τον οποίο θα χορηγηθούν οι εγκρίσεις λειτουργίας, σύμφωνα και με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7. Η πρόσκληση για συμμετοχή στη διαγωνιστική διαδικασία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τριάντα (30) ημέρες και η δημοσίευση γίνεται τουλάχιστον στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας του άρθρου 25 του παρόντος. Ο διαγωνισμός διεξάγεται και οι εγκρίσεις λειτουργίας χορηγούνται στην περίπτωση αυτή από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και τον συναρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό.
Η διάρκεια εξέτασης ενός αιτήματος για χορήγηση έγκρισης λειτουργίας υπό καθεστώς περιορισμένου αριθμού, περιλαμβανομένης και της διαγωνιστικής διαδικασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100) ημέρες από την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της συγκεκριμένης έγκρισης λειτουργίας. Η ανωτέρω προθεσμία δύναται να παραταθεί για μόνο τριάντα (30) ημέρες επιπλέον της αρχικής προθεσμίας των εκατό (100) ημερών. Στην περίπτωση αυτή, τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν τη συμπλήρωση των εκατό (100) ημερών, η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή οφείλει να ενημερώσει εγγράφως το πρόσωπο που υπέβαλε την αίτηση και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο συμμετέχει στη διαδικασία σχετικά με την πιθανή καθυστέρηση, τους λόγους στους οποίους αυτή οφείλεται και την πιθανή διάρκειά της.
Κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγείται έγκριση λειτουργίας σε συνθήκες περιορισμένου αριθμού αυτών, υποχρεούται να προβεί σε πραγματική άσκηση της αντίστοιχης οικονομικής δραστηριότητας εντός ενός (1) έτους από τη χορήγησή της. Με την πράξη της έγκρισης λειτουργίας για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα προσδιορίζεται το περιεχόμενο της ελάχιστης αναγκαίας εκμετάλλευσης. Στο προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 5 του άρθρου 7 τίθεται με τρόπο ειδικό και σαφή το πλαίσιο, στο οποίο η εκάστοτε αρμόδια αρχή υποχρεούται να προσδιορίσει εφαρμόζοντας τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, την ελάχιστη εκμετάλλευση κάθε προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, που δίνεται με περιορισμό του αριθμού τους.
Άρθρο 12
Eνδικοφανής προσφυγή
Κατά της απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτημα χορήγησης έγκρισης λειτουργίας ή κατά της θρου 7, που δεν συνάδουν με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, το αιτούν πρόσωπο μπορεί να προσφύγει ενώπιον της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 24. Η απόφαση επί της προσφυγής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, εκδίδεται εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της προσφυγής. Εάν οι λόγοι της προσφυγής στηρίζονται σε αιτιάσεις τεχνικής φύσεως, η αρχή που κρίνει επί της προσφυγής δύναται να ζητήσει την τεχνική συνδρομή από τον ιδιωτικό φορέα του άρθρου 15, του οποίου η εισήγηση ενσωματώνεται στην απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία για την έκδοση της απόφασης παρατείνεται για δεκαπέντε (15) ακόμη ημέρες. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής η αρχή που την εξέτασε χορηγεί υποχρεωτικά την έγκριση λειτουργίας ή τροποποιεί τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν με την αρχική έγκριση λειτουργίας.
Ειδικά η απόφαση επί ενδικοφανούς προσφυγής κατά αποφάσεως, που αφορά τη μη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σε συνθήκες περιορισμού του αριθμού τους, εκδίδεται εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής.
Σε περίπτωση παρέλευσης της προθεσμίας των ανωτέρω παραγράφων, χωρίς την έκδοση απόφασης από την αρμόδια κατά περίπτωση αρχή τεκμαίρεται η απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής.
Άρθρο 13
Παράβολο Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας προσδιορίζεται συγκεκριμένο ύψος παραβόλου, το οποίο καταβάλλεται ετήσια από το κάθε πρόσωπο ανά οικονομική δραστηριότητα που ασκεί υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, καθώς και τα παράβολα και επιβαρύνσεις που αυτό αντικαθιστά. Το σύνολο των πόρων που συγκεντρώνονται πιστώνεται σε ειδικό κωδικό του Κρατικού Προϋπολογισμού και χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την εποπτεία και τον έλεγχο των οικονομικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Με την κοινή απόφαση του παρόντος άρθρου ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη μεταφορά των πιστώσεων στα αρμόδια όργανα για τον έλεγχο και την εποπτεία.
Άρθρο 14
Παροχή υπηρεσιών
Πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση για έγκριση λειτουργίας, μπορούν να συνυποβάλλουν και μελέτες φυσικών ή νομικών προσώπων της επιλογής τους προς υποστήριξη της αίτησής τους. Οι αρμόδιες εκάστοτε αρχές εξετάζουν τις σχετικές μελέτες ως προς την πληρότητα και ορθότητά τους και, εφόσον θεωρούν αυτές επαρκείς, μπορούν στην απόφασή τους να τις υιοθετούν. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να ζητήσουν εξασφάλιση είτε με ασφαλιστικές συμβάσεις ή με εγγυητικές επιστολές ή άλλα συνήθη κατά τη χρηματοδοτική πρακτική μέσα εγγυοδοσίας ή εγγύησης. Η εγγυοδοσία πρέπει να είναι ανάλογη του βαθμού στον οποίο οι μελέτες φυσικών ή νομικών προσώπων λαμβάνονται υπόψιν για την αξιολόγηση του αν η έγκριση λειτουργίας θα πρέπει να δοθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν απαιτείται και σε τι βαθμό με την ατομική διοικητική πράξη χορήγησης της έγκρισης και εξειδίκευση των όρων ή προϋποθέσεων που υπάρχουν στο αντίστοιχο προεδρικό διάταγμα.
Οι αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας δύνανται να αναθέτουν, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μελέτες ή την παροχή υπηρεσιών αναγκαίων για την εξέταση συγκεκριμένων αιτημάτων έγκρισης λειτουργίας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων.
Παρέχοντες υπηρεσίες σε πρόσωπα τα οποία αιτούνται έγκριση λειτουργίας δεν μπορούν για την ίδια αίτηση έγκρισης λειτουργίας να παρέχουν και υπηρεσίες στις αρχές οι οποίες είναι αρμόδιες για τη χορήγηση της έγκρισης λειτουργίας.
Τα πρόσωπα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες σε αρμόδιες για τη χορήγηση έγκρισης αρχές κατά το παρόν άρθρο δημοσιεύουν υποχρεωτικά, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, την επωνυμία και τον αριθμό εμπορικού μητρώου των επιχειρήσεων στις οποίες παρείχαν συμβουλευτικές υπηρεσίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς και το χρόνο και το αντικείμενο των υπηρεσιών που παρείχαν κατά τα τελευταία τρία έτη.
Οι περιορισμοί των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες σε επιχειρήσεις ή στις αρμόδιες αρχές κατά το παρόν άρθρο καταλαμβάνουν και τα πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται υπό κοινό έλεγχο με αυτά. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου, ο έλεγχος έχει την έννοια η οποία του δίδεται στα άρθρα 5 επ. του ν. 3959/2011.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ
Άρθρο 15
Οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης με πρότυπα
Οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης ενός προσώπου με συγκεκριμένα πρότυπα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο μπορεί να είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον διαπιστευθεί σχετικά από το Εθνικό Σύστημα Υποδομών Ποιότητας (ΕΣΥΠ – αυτοτελής μονάδα ΕΣΥΔ) ή από άλλον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης κράτους − μέλους της ΕΕ, σύμφωνα με την κείμενη ελληνική και τη νομοθεσία της ΕΕ.
Το ΕΣΥΠ εποπτεύει τους οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης που έχουν διαπιστευθεί από αυτό σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο και συνεργάζεται με τους αντίστοιχους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης των κρατών − μελών της ΕΕ σχετικά με οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης, που έχουν διαπιστευθεί από αυτούς και παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε πρόσωπα, τα οποία επιθυμούν να ασκήσουν στην Ελλάδα οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.
Οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης δεν μπορεί για την ίδια υπόθεση να παρέχει υπηρεσίες σε πρόσωπο, του οποίου τη συμμόρφωση σε πρότυπα σύμφωνα με το παρόν αξιολογεί. Κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης δημοσιεύει σύμφωνα με την παρούσα την επωνυμία, τον αριθμό εμπορικού μητρώου, το χρόνο και το αντικείμενο για το οποίο παρείχε υπηρεσίες σε συγκεκριμένη επιχείρηση κατά τα τελευταία τρία έτη. Η απαγόρευση ισχύει και για πρόσωπα που ελέγχουν μόρφωσης με ποσοστό άνω του 10%. Για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου ο έλεγχος έχει την έννοια την οποία έχει στο άρθρο 5 επ. του ν. 3959/2011.
Ο κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης διαθέτει εγχειρίδιο ποιότητας και εφαρμόζει τεκμηριωμένες και σαφώς προδιαγεγραμμένες διαδικασίες για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των αξιολογούμενων επιχειρήσεων, για την υποβολή και εξέταση των ενστάσεων κατά των αποφάσεών του από τις αξιολογούμενες εγκαταστάσεις, καθώς και τεκμηριωμένο σύστημα διαχείρισης, το οποίο καλύπτει όλες τις προβλεπόμενες απαιτήσεις και διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή τους.
Κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης που παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο οφείλει να τηρεί αρχείο αξιολογήσεων με κάθε αναγκαία λεπτομέρεια που να βεβαιώνει την από μέρους του ορθή άσκηση των υποχρεώσεών του τόσο κατά την αρχική αξιολόγηση συμμόρφωσης επιχείρησης όσο και κατά τη λειτουργία της. Το ελάχιστο περιεχόμενο του αρχείου είναι η επωνυμία και ο αριθμός εμπορικού μητρώου της επιχείρησης, η συμμόρφωση της οποίας με συγκεκριμένα πρότυπα, απετέλεσε αντικείμενο αξιολόγησης, κάθε ημερομηνία στην οποία έγινε αξιολόγηση της επιχείρησης αυτής από τον συγκεκριμένο οργανισμό αξιολόγησης συμμόρφωσης και περιγραφή των εργασιών που έγιναν καθώς και περιπτώσεις, κατά τις οποίες εντοπίστηκε ότι η αξιολογηθείσα επιχείρηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις ενός συγκεκριμένου προτύπου. Πρόσβαση στο αρχείο αυτό έχει κάθε αρμόδια αρχή εποπτείας εφαρμογής του παρόντος νόμου, με την επιφύλαξη του απορρήτου και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων από παράνομη επεξεργασία και ο κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης υποχρεούται να παρέχει κάθε εύλογη πληροφορία στις αρχές αυτές.
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μετά από γνωμοδότηση του ΕΣΥΠ καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με το εγχειρίδιο ποιότητας, τις διαδικασίες για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των αξιολογουμένων εγκαταστάσεων, το σύστημα διαχείρισης και ενστάσεων, τον τρόπο τήρησης του μητρώου που πρέπει να τηρεί κάθε οργανισμός αξιολόγησης συμμόρφωσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τη διαδικασία αξιολόγησης συμμόρφωσης, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Άρθρο 16
Επιλογή προτύπων
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού μετά από εισήγηση του ΕΣΥΠ καθορίζονται, τροποποποιούνται ή καταργούνται τα πρότυπα για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα η οποία ασκείται υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού μετά από εισήγηση του ΕΣΥΠ καθορίζονται, τροποποποιούνται ή καταργούνται τα πρότυπα για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα η οποία ασκείται υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας.
Σε περίπτωση που για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα έχουν ορισθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία ευρωπαϊκά πρότυπα, εφαρμόζονται αυτά. Αν δεν υπάρχουν ευρωπαϊκά πρότυπα αλλά υπάρχουν διεθνή πρότυπα, που έχουν ορισθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εφαρμόζονται αυτά. Αν δεν υπάρχουν ούτε διεθνή πρότυπα αλλά υπάρχουν ελληνικά πρότυπα, που έχουν ορισθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, εφαρμόζονται αυτά. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν πρότυπα για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα κατά το προηγούμενο εδάφιο χρησιμοποιούνται καθιερωμένα ελληνικά πρότυπα. Αν δεν υπάρχουν καθιερωμένα ελληνικά πρότυπα, υιοθετούνται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότερα πρότυπα του ιδίου επιπέδου (ευρωπαϊκά ή διεθνή ή εθνικά), τα οποία πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις σύμφωνα με τον παρόντα, οι αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές υποχρεούνται να υιοθετήσουν οποιοδήποτε από τα σχετικά πρότυπα σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα. Το ενδιαφερόμενο να ασκήσει συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα πρόσωπο μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε ισοδύναμα πρότυπα, τα οποία έχουν τεθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Τα ελάχιστα πρότυπα, τα οποία τίθενται σύμφωνα με την παρούσα, επανεξετάζονται αν πρόκειται για ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα σύμφωνα με τη διαδικασία, η οποία προβλέπεται από την κατά περίπτωση νομοθεσία που διέπει αυτά τα πρότυπα. Στην περίπτωση των εθνικών προτύπων η επανεξέταση γίνεται το αργότερο εντός πενταετίας από την υιοθέτησή τους. Η επανεξέταση μπορεί να οδηγήσει σε κατάργηση προτύπων αν πλέον δεν δικαιολογείται η ύπαρξή τους για την προστασία του συγκεκριμένου δημοσίου συμφέροντος ή σε τροποποίησή τους ή σε αντικατάστασή τους. Η διαδικασία, η οποία ακολουθείται είναι η ίδια που ακολουθείται για την υιοθέτηση των προτύπων. Κάθε πρόσωπο, το οποίο ασκεί συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, υποχρεούται να πιστοποιηθεί ότι πληροί τα πρότυπα, όπως έχουν τροποποιηθεί ή αντικατασταθεί εντός εξήντα ημερών από την υιοθέτησή τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Σε περίπτωση που υπάρχουν μόνο εθνικά πρότυπα και υιοθετηθούν μεταγενέστερα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, αυτά επιβάλλονται άμεσα σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου και αντικαθιστούν τα μέχρι τότε υπάρχοντα πρότυπα. Σε περίπτωση που υπάρχουν διεθνή πρότυπα και υιοθετηθούν μεταγενέστερα ευρωπαϊκά, αυτά επιβάλλονται άμεσα σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου και αντικαθιστούν τα μέχρι τότε υπάρχοντα πρότυπα.
Άρθρο 17
Γενικές αρχές πιστοποίησης
Κάθε πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα για την οποία σύμφωνα με τον παρόντα νόμο απαιτείται πιστοποίηση, μπορεί να επιλέγει τον οργανισμό αξιολόγησης συμμόρφωσης που επιθυμεί από το Μητρώο Οργανισμών Αξιολόγησης Συμμόρφωσης.
Οι οικονομικοί όροι για την παροχή των υπηρεσιών πιστοποίησης συμφωνούνται μεταξύ του οργανισμού αξιολόγησης συμμόρφωσης και του ενδιαφερόμενου οποίους παρέχονται οι υπηρεσίες πιστοποίησης και δεν μπορεί να ρυθμίζουν ταυτόχρονα άλλες τυχόν συναλλαγές των συμβαλλομένων μερών. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι αυτοδίκαια άκυρη.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργου μετά από γνωμοδότηση της ΕΣΥΠ μπορούν να καθορίζονται τυποποιημένα σχέδια συμβάσεων παροχής υπηρεσιών αξιολόγησης συμμόρφωσης για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Για την εξυπηρέτηση των αρχών του άρθρου 1 του παρόντος, οι όροι των τυποποιημένων σχεδίων συμβάσεων μπορεί κατά περίπτωση να είναι εν όλω ή εν μέρει δεσμευτικοί για τους διοικούμενους ή να μην έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, μετά από γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μπορεί να ορίζονται ανώτατες τιμές παροχής υπηρεσιών πιστοποίησης για συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΙ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ
Άρθρο 18
Οργανωμένος Υποδοχέας Δραστηριοτήτων (ΟΥΔ) είναι ένα ολοκληρωμένο σύνολο δομών, υπηρεσιών και έργων υποδομής, που αναπτύσσεται σε εδαφική ή θαλάσσια περιοχή κείμενη εκτός σχεδίου πόλεως ή οικισμού, στην οποία επιτρέπεται η ανάπτυξή του σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και η οποία προορίζεται αποκλειστικά για την εγκατάσταση προσώπων και άσκηση δραστηριοτήτων που έχουν ήδη οργανωθεί ή θα οργανωθούν. Η ίδρυση ΟΥΔ μπορεί να προϋποθέτει τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του παρόντος.
Σε κάθε ΟΥΔ μπορεί να ασκούνται δραστηριότητες υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας ή υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας ή οικονομικές δραστηριότητες για τις οποίες δεν υπάρχει περιορισμός. Η εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη, με την οποία χορηγείται η έγκριση λειτουργίας του ΟΥΔ, περιλαμβάνει και έγκριση λειτουργίας για κάθε πρόσωπο το οποίο εγκαθίσταται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου στον ΟΥΔ και ασκεί τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Με το προεδρικό διάταγμα του άρθρου 7 παράγραφος 5, το οποίο στην παρούσα περίπτωση εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, τίθενται οι όροι και οι προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση έγκρισης λειτουργίας των ΟΥΔ και την άσκηση των αναπτυσσόμενων δραστηριοτήτων εντός αυτών, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Στο προεδρικό διάταγμα γίνεται κατηγοριοποίηση των ΟΥΔ, αν αυτό είναι αναγκαίο, ώστε να εξυπηρετείται με τον πλέον αποδοτικό τρόπο η λειτουργία τους. To προεδρικό διάταγμα επιπλέον ορίζει:
- α) Το περιεχόμενο του φακέλου (τεχνικοοικονομικές
μελέτες, εκθέσεις, προϋπολογισμοί κ.λπ.) που θα συνοδεύει την αίτηση για την ίδρυση ΟΥΔ.
- β) Το ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού Λειτουργίας του ΟΥΔ.
- γ) Την αναγκαία υποδομή για τη λειτουργία του ΟΥΔ.
- δ) Την ελάχιστη έκταση για οργάνωση και λειτουργία
ΟΥΔ για τις συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα πενήντα (50) στρέμματα.
- ε) Τις αναγκαίες εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας.
- στ) Τη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων.
- ζ) Την ελάχιστη χρηματοοικονομική επάρκεια και δομή
του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ, που μπορεί να αναφέρεται σε ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων, εξασφάλιση χρηματοδότησης και εγγυήσεις για την εκτέλεση των έργων υποδομής. Για το σκοπό αυτόν μπορεί να λαμβάνονται υπ’όψιν και ασφαλιστήρια συμβόλαια ή άλλες εγγυοδοτικές ή εγγυητικές συμβάσεις και χρηματοοικονομικά μέσα. Κατά περίπτωση μπορεί να τίθεται και ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης.
- η) Την ελάχιστη διάρκεια των ΟΥΔ.
- θ) Θέματα σχετικά με την αλλαγή ή επέκταση ή μείωση της έκτασης που καταλαμβάνει ο ΟΥΔ ή την αλλαγή
των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από τον ΟΥΔ.
- ι) Ζητήματα τα οποία αφορούν το φορέα ίδρυσης
ή διαχείρισης σε περίπτωση που ο φορέας ίδρυσης επιλέξει να μην συνεχίσει τη διαχείριση του ΟΥΔ μετα την ίδρυσή του. Την αλλαγή φορέα ίδρυσης κατά το στάδιο της ίδρυσης. Την αλλαγή φορέα διαχείρισης και ζητήματα αλλαγης ελέγχου του φορέα διαχείρισης ή ίδρυσης. Ζητήματα επίσης, που αφορούν τις σχέσεις του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης με τα πρόσωπα τα οποία εγκαθίστανται στον ΟΥΔ για να ασκήσουν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα και την ίδρυση, διοίκηση και διαχείριση του ΟΥΔ.
- ια) Τη δυνατότητα εγκατάστασης στο ΟΥΔ προσώπων
που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος νόμου και τους όρους υπό τους οποίους μπορεί αυτό να επιτευχθεί.
- ιβ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την ίδρυση
και λειτουργία των ΟΥΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και ιδίως σχετικά με τις προθεσμίες και τις προϋποθέσεις για να τεθεί ο ΟΥΔ σε λειτουργία.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με θέματα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού για την ίδρυση και λειτουργια των ΟΥΔ. Το προεδρικό διάταγμα της παρούσας παραγράφου εξαιρείται από την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 34.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της ΕΕ, επιτρέπεται η απευθείας παραχώρηση στο φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ: (i) της χρήσης αιγιαλού και παραλίας, αν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για τη λειτουργία του ΟΥΔ και (ii) του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης ήδη υφιστάμενων στην περιοχή λιμενικών εγκαταστάσεων. Η παραχώρηση στις παραπάνω του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του άρθρου 1, για χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια της έγκρισης λειτουργίας του ΟΥΔ και με την καταβολή εύλογου ανταλλάγματος. Για την εκτέλεση των έργων στον αιγιαλό ή στην παραλία τηρείται η διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις του ν. 2971/2001 (Α΄ 285), καθώς και οι συναφείς ρυθμίσεις του Γενικού και των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και των αντίστοιχων Περιφερειακών Πλαισίων. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και τα όργανα προσδιορισμού του ανταλλάγματος και κάθε σχετικό θέμα. Στην περίπτωση που τα λιμενικά έργα εμπεριέχουν πρόσχωση θαλάσσιου χώρου, μετά την ολοκλήρωσή τους κινείται η διαδικασία επανακαθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού − παραλίας και το γήπεδο που δημιουργείται καταγράφεται ως δημόσιο κτήμα. Το εν λόγω δημόσιο κτήμα, εφόσον ο φορέας το επιθυμεί, μπορεί να παραχωρείται κατά χρήση ή να εκμισθώνεται απευθείας σε αυτόν. Το αντάλλαγμα χρήσης ή το μίσθωμα καθορίζονται από την αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία και ανταποκρίνεται στις τρέχουσες μισθωτικές αξίες της περιοχής. Η με οποιονδήποτε τρόπο χρήση από τρίτους της παραχωρούμενης προς το φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης ΟΥΔ έκτασης αιγιαλού, παραλίας και λιμενικών έργων επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Αιγαίου: (i) μετά από αίτημα του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης εφόσον αυτό δεν αντίκειται στις αρχές του άρθρου 1 και (ii) εφόσον επιβάλλεται για λόγους εθνικής οικονομίας ή δημόσιας ωφέλειας και ιδίως προστασίας του αποτελεσματικού ανταγωνισμού μετά από απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου της ΕΕ, στους ΟΥΔ μπορεί με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Αιγαίου να συνιστώνται Ελεύθερες Ζώνες ή να αναγνωρίζονται Ελεύθερες Αποθήκες ή Τελωνειακές Αποθήκες ή Χώροι Προσωρινής Αποθήκευσης, η ίδρυση και λειτουργία των οποίων διέπεται από τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.
Η έκταση στην οποία εκτείνεται ο ΟΥΔ μπορεί να ανήκει στο φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης ή μπορεί επί αυτής να έχει εμπράγματο δικαίωμα ή μακροχρόνια μίσθωση ή χρήση ή άλλο ενοχικό δικαίωμα. Η έκταση στην οποία δημιουργείται ο ΟΥΔ μπορεί να διακόπτεται από οδικά δίκτυα, εφόσον εξασφαλίζεται η λειτουργική ενότητά του και η ασφάλεια της κυκλοφορίας. Δημοτικοί, κοινοτικοί και αγροτικοί δρόμοι μπορούν να ενσωματωθούν στην έκταση του υποδοχέα, εφόσον αυτό δεν δημιουργεί κυκλοφοριακά προβλήματα.
Ο φορέας ίδρυσης μπορεί να έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας. Ανάπτυξη ΟΥΔ μπορεί να γίνει με Σύμπραξη Ιδιωτικού και Δημόσιου Τομέα, εφόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις του ν. 3389/2005 (Α΄ 232).
Η διαχείριση του ΟΥΔ γίνεται από φορέα διαχείρισης, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον φορέα ίδρυσης. Αλλαγή του φορέα ίδρυσης ή και φορέα διαχείρισης ή αλλαγή του ελέγχου τους, μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή, εκτός αν διαφορετικά αναφέρεται στον Κανονισμό Λειτουργίας ή έχει συμφωνηθεί με πρόσωπο το όποιο ασκεί οικονομική δραστηριότητα και είναι εγκατεστημένο στον ΟΥΔ, σε κάθε περίπτωση υπό την προϋπόθεση οτι τηρούνται όλοι οι όροι και προϋποθέσεις που τυχόν θέτει το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου και δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος. Ο φορέας ίδρυσης μπορεί να αναθέσει με σύμβαση την ίδρυση ή διαχείριση του ΟΥΔ εν όλω ή εν μέρει, παραμένοντας όμως πάντα πλήρως υπεύθυνος ο ίδιος έναντι του Δημοσίου και τρίτων για τις ανάγκες του νόμου. Το ελάχιστο περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης αποτελεί μέρος του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 3. Η μεταβολή του φορέα, η αλλαγή ελέγχου του και το γεγονός της οποιασδήποτε από τις εδώ αναφερόμενες σύναψης σύμβασης με τρίτον, δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μαζί με υπεύθυνη δήλωση του νέου φορέα ή του αποκτώντος τον έλεγχο ή των αντισυμβαλλομένων κατά περίπτωση, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του παρόντος νόμου και των κατά εξουσιοδότηση αυτού διατάξεων δευτερογενούς δικαίου που θα εκδοθούν. Από τη δημοσίευση των παραπάνω αποκτά ισχύ η αλλαγή φορέα ή ελέγχου έναντι τρίτων.
Οι σχέσεις μεταξύ των φορέων ίδρυσης και διαχείρισης αφενός και των εγκατεστημένων στον ΟΥΔ επιχειρήσεων αφετέρου, καθώς και των τελευταίων μεταξύ τους ρυθμίζονται με Κανονισμό Λειτουργίας του ΟΥΔ. Ο φορέας ίδρυσης του ΟΥΔ προβαίνει σε δημοσίευση Κανονισμού Λειτουργίας του ΟΥΔ σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Το ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού Λειτουργίας του ΟΥΔ περιλαμβάνεται στο προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Στο ίδιο προεδρικό διάταγμα μπορεί να περιλαμβάνεται και μη δεσμευτικό υπόδειγμα Κανονισμού Λειτουργίας ΟΥΔ. Ο Κανονισμός Λειτουργίας είναι σύμβαση προσχώρησης για όλα τα πρόσωπα τα οποία εγκαθίστανται στον ΟΥΔ. Η μη τήρηση του ελαχίστου περιεχομένου του Κανονισμού Λειτουργίας συνιστά παράβαση των όρων της έγκρισης λειτουργίας. Τροποποίηση του Κανονισμού λειτουργίας μπορεί να γίνει με απόφαση του 51% των εγκατεστημένων στον ΟΥΔ προσώπων, που καλύπτουν το 51% της έκτασης του ΟΥΔ, την οποία καλύπτουν πρόσωπα που έχουν κατά το χρόνο εκείνο συμβληθεί με το φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης για την εγκατάστασή τους. Δεν είναι δυνατή η αύξηση του ποσοστού αυτού με συμφωνία των μερών. Σε τροποποίηση, με τον τρόπο αυτόν, υπόκεινται και οι διατάξεις οι οποίες περιλαμβάνονται στο ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού, δεν υπόκεινται όμως σε τροποποίηση με τον τρόπο αυτό οι διατάξεις του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου που περιγράφουν ποιό είναι το ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού.
Η ίδρυση του ΟΥΔ γίνεται μετά από αίτηση του φορέα ίδρυσης. Αρμόδια αρχή για την έκδοση απόφασης ίδρυσης ΟΥΔ είναι ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και οι τυχόν συναρμόδιοι κατά περίπτωση Υπουργοί. Ο φορέας ίδρυσης μπορεί κατά την υποβολή της αίτησης να είναι στο ιδρυτικό στάδιο. Η συνολική προθεσμία για την έκδοση της απόφασης ανάπτυξης του ΟΥΔ δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό με την αίτηση φακέλου. Ο φάκελος τεκμαίρεται πλήρης και χωρίς την έγγραφη βεβαίωση, εάν η αρμόδια αρχή δεν έχει απευθύνει τεκμηριωμένο αίτημα συμπλήρωσης του φακέλου εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από την παραλαβή του. Σε περίπτωση παρέλευσης των εκατό (100) ημερών τεκμαίρεται η αποδοχή του αιτήματος, οπότε η αρμόδια αρχή οφείλει να εκδώσει την εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη έγκρισης λειτουργίας του ΟΥΔ, εντός τριάντα (30) ημερών από την πάροδο της προθεσμίας σύμφωνα με τα παραπάνω.
Η εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη για την έγκριση λειτουργίας ΟΥΔ περιλαμβάνει:
- α) Το είδος των οικονομικών δραστηριοτήτων που θα
ασκούνται στον ΟΥΔ και τυχόν συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις σε εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού διατάγματος του άρθρου 7 παράγραφος 5 που έχει εκδοθεί για κάθε μία από αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη έγκριση και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.
- β) Την αναγκαία υποδομή για τη λειτουργία του ΟΥΔ
σε σχέση με τις συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες.
- γ) Την έκταση για οργάνωση και λειτουργία του ΟΥΔ
για τις συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες.
- δ) Τις αναγκαίες εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας για
τη λειτουργία του ΟΥΔ.
- ε) Τη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων για τη
λειτουργία του ΟΥΔ.
- στ) Τη χρηματοοικονομική δομή του φορέα ίδρυσης
ή διαχείρισης του ΟΥΔ, που μπορεί να αναφέρεται σε ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων, εξασφάλιση χρηματοδότησης και εγγυήσεις για την εκτέλεση των έργων υποδομής.
- ζ) Τη διάρκεια των ΟΥΔ.
- η) Θέματα σχετικά με την αλλαγή ή επέκταση ή μείωση της έκτασης που αναλαμβάνει ο ΟΥΔ ή την αλλαγή
των οικονομικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από τον ΟΥΔ.
- θ) Ζητήματα τα οποία αφορούν το φορέα ίδρυσης ή
σε περίπτωση που ο φορέας ίδρυσης επιλέξει να μην συνεχίσει τη διαχείριση του ΟΥΔ μετα την ίδρυσή του, ζητήματα τα οποία αφορούν το φορέα διαχείρισης.
- ι) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την ίδρυση
και λειτουργία των ΟΥΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Η εγκατάσταση κάθε προσώπου στον ΟΥΔ γίνεται με βάση σύμβαση την οποία συνάπτει με τον φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ. Δεν απαιτείται να είναι η συνολική έκταση του ΟΥΔ σε λειτουργία για να συναφθεί η σύμβαση εγκατάστασης, αρκεί να είναι το μέρος του ΟΥΔ όπου θα εγκατασταθεί το ενδιαφερόμενο να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα πρόσωπο. Με τη Σύμβαση Εγκατάστασης συμφωνείται αν ο εγκαθιστάμενος αποκτά κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ή μισθώνει ή αποκτά άλλο δικαίωμα ενοχικό στην έκταση του ΟΥΔ όπου θα εγκατασταθεί. Όταν αυτό είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η σύμβαση εγκατάστασης περιβάλλεται το συμβολαιογραφικό τύπο.
Αν η οικονομική δραστηριότητα ασκείται υπό καθεστώς έγκρισης λειτουργίας αυτή αποτελεί μέρος της Σύμβασης Εγκατάστασης. Η Σύμβαση Εγκατάστασης, τα μέρη, η χρονολογία σύναψης και αποστολής στις αρμόδιες κατά τα ανωτέρω υπηρεσίες, καθώς και η ασκούμενη οικονομική δραστηριότητα δημοσιοποιούνται στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας του άρθρου 25 και από τη στιγμή της δημοσιοποίησης αποκτά ο εγκαθιστάμενος δικαίωμα άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας. Σε περίπτωση μεταβολής ή επέκτασης της δραστηριότητας στον ΟΥΔ η Σύμβαση Εγκατάστασης τροποποιείται, οπότε εφαρμόζονται αναλόγως οι προηγούμενες διατάξεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση της τροποποίησης.
Αν η οικονομική δραστηριότητα ασκείται υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας, κατά το άρθρο 5 του παρόντος νόμου, προσαρτώνται στη Σύμβαση Εγκατάστασης οι προβλεπόμενες στις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος δηλώσεις και βεβαιώσεις. Σε κάθε περίπτωση αν η οικονομική δραστηριότητα υπάγεται σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας ή ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος νόμου, αρκεί για την άσκηση της δραστηριότητας η δημοσίευση της σύναψης της Σύμβασης Εγκατάστασης στην Κεντρική Διαδικτυακή Πύλη Οικονομικής Δραστηριότητας του άρθρου 25.
Ο φορέας ίδρυσης του ΟΥΔ ή ο φορέας διαχείρισης αυτού, κατά περίπτωση, φέρει την ευθύνη ελέγχου και εποπτείας όλων των επιχειρήσεων που λειτουργούν στον ΟΥΔ, κατά την έννοια και το περιεχόμενο του Κεφαλαίου Ε΄ του παρόντος νόμου. Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις εποπτικές και ελεγκτικές εξουσίες, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τόσο επί του φορέα ίδρυσης ή διαχείρισης του ΟΥΔ όσο και επί κάθε προσώπου που έχει εγκατασταθεί στον ΟΥΔ και ασκεί οικονομική δραστηριότητα.
Φορείς ίδρυσης ή διαχείρισης Οργανωμένων Υποδοχέων Δραστηριοτήτων που υφίστανται κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου υπάγονται στο παρόν άρθρο, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται από το παρόν άρθρο και από τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 34 του παρόντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ
Άρθρο 19
Διαθεσιμότητα πληροφοριών
Όλα τα πρόσωπα που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα τηρούν για στατιστικούς σκοπούς ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, το οποίο προσδιορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού.
Όλα τα πρόσωπα που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα σε καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας που προϋποθέτει πιστοποίηση, υποχρεούνται να τηρούν και να παρέχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, οι οποίες είναι οι αντικειμενικά αναγκαίες για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές, ότι πράγματι τηρούν τα πρότυπα προς τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται και κάθε αναγκαία διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών και η αναγκαία για τους σκοπούς της Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού.
Όλα τα πρόσωπα που ασκούν συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα, που προϋποθέτει έγκριση λειτουργίας, υποχρεούνται να τηρούν και να παρέχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, οι οποίες είναι οι αντικειμενικά αναγκαίες για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές ότι πράγματι τηρούν τα πρότυπα προς τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται και κάθε αναγκαία διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών και η αναγκαία για τους σκοπούς της εποπτείας περιοδικότητα παροχής αυτών προσδιορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού.
Όλοι οι οργανισμοί αξιολόγησης συμμόρφωσης υποχρεούνται να παρέχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητά τους, οι οποίες είναι οι αντικειμενικά αναγκαίες για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου εφαρμογής του παρόντος νόμου από τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές. Το ελάχιστο σύνολο πληροφοριών και η αναγκαία για τους σκοπούς της εποπτείας περιοδικότητα παροχής αυτών προσδιορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μετά από γνωμοδότηση του ΕΣΥΠ.
Οι υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες αναφέρονται στο παρόν άρθρο εκδίδονται μετά από διαβούλευση η οποία γίνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 4048/2012. Ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και ο κατά περίπτωση συναρμόδιος Υπουργός θέτουν σχέδιο απόφασης σε διαβούλευση, ακολουθώντας τις διατάξεις δημοσιότητας του παρόντος. Όλες οι απόψεις δημοσιεύονται σύμφωνα με τον παρόντα. Μόνο απόψεις οι οποίες δημοσιεύονται σύμφωνα με τον παρόντα λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαβούλευση.
Άρθρο 20
Αναζήτηση στοιχείων
Όλα τα πρόσωπα τα οποία ασκούν οικονομικές δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο υπόκεινται σε έλεγχο από τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Όταν είναι αναγκαίο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και ελέγχου του παρόντος, η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή μπορεί να ζητά με έγγραφο τις απολύτως αναγκαίες για το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνας πληροφορίες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή δημόσιες αρχές. Στο έγγραφο αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου, οι οποίες θεμελιώνουν το αίτημα, ο σκοπός της αίτησης, η προθεσμία που τάσσεται για την παροχή των πληροφοριών, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των δέκα (10) ημερών και μεγαλύτερη των δεκαπέντε (15), καθώς και οι κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση παροχής πληροφοριών. Εκείνοι, στους οποίους απευθύνεται το έγγραφο υποχρεούνται σε άμεση, πλήρη και ακριβή παροχή των πληροφοριών που ζητούνται. Όταν οι πληροφορίες ζητούνται από νομικά πρόσωπα, υποχρεούνται σε παροχή των πληροφοριών οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους και οι αρμόδιοι υπάλληλοί τους.
Με την επιφύλαξη ειδικών νόμων που καθιερώνουν υποχρέωση εχεμύθειας, όλες οι δημόσιες αρχές και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υπέχουν υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες και να συντρέχουν την εκάστοτε αρμόδια αρχή και τους εντεταλμένους υπαλλήλους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης παροχής των αιτούμενων κατά περίπτωση πληροφοριών σύμφωνα με τα παραπάνω ή σε περίπτωση παροχής πληροφοριών ανακριβών ή ελλιπών, με την επιφύλαξη των ποινικών κυρώσεων του άρθρου 32 επ. του παρόντος και των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 27 επ., ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός: (α) όταν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, διευθυντές και υπαλλήλους τους, επιβάλλει πρόστιμο χίλια (1.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ για κάθε παράβαση, όταν πρόκειται για οικονομική δραστηριότητα υπό καθεστώς γενικών όρων λειτουργίας. Το εν λόγω πρόστιμο μπορεί να ανέρχεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ μέχρι και εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ ανά παράβαση στην περίπτωση οικονομικής δραστηριότητας, η οποία ασκείται σε καθεστώς προηγούμενης έγκρισης λειτουργίας, (β) όταν πρόκειται για δημόσιους υπαλλήλους ή υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αναφέρεται αρμοδίως, προκειμένου να κινηθεί πειθαρχική δίωξη για τις πιο πάνω παραβάσεις, οι οποίες συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα.
Άρθρο 21
Διεξαγωγή ερευνών
Για τη διαπίστωση των παραβάσεων του παρόντος νόμου εντεταλμένοι υπάλληλοι της εκάστοτε αρμόδιας αρχής ασκούν εξουσίες φορολογικού ελεγκτή και έχουν την αρμοδιότητα ιδίως: (α) Να ελέγχουν κάθε είδους και κατηγορίας βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, καθώς και την ηλεκτρονική εμπορική αλληλογραφία των επιχειρηματιών, διοικητών, διευθυνόντων συμβούλων, διαχειριστών και γενικά εντεταλμένων στη διοίκηση ή διαχείριση προσώπων, καθώς και του προσωπικού των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής τους και οπουδήποτε και εάν αυτά φυλάσσονται και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους. (β) Να προβαίνουν σε κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, τα οποία αποτελούν επαγγελματικές πληροφορίες. (γ) Να ελέγχουν και να συλλέγουν πληροφορίες και δεδομένα κινητών τερματικών, φορητών συσκευών, καθώς και των εξυπηρετητών τους σε συνεργασία με τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές, που βρίσκονται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα. (δ) Να ενεργούν έρευνες και αυτοψία στα γραφεία, τις εγκαταστάσεις και τα εργοτάξια και τους λοιπούς χώρους εργασίας και τα μεταφορικά μέσα των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Οι ελεγκτές έχουν αρμοδιότητα να προβαίνουν στη διεξαγωγή και στη συλλογή κάθε χρήσιμου κατά την κρίση τους στοιχείου, για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους με βάση τα ελεγκτικά πρότυπα και με σκοπό την επιβεβαίωση και τεκμηρίωση των χαρακτηριστικών στοιχείων των προσώπων που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με τους όρους αδειοδότησης ή τους όρους δήλωσης συμμόρφωσης ή την πιστοποίηση σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα. (ε) Να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο, βιβλία ή έγγραφα, κατά την περίοδο που διενεργείται ο έλεγχος και στο μέτρο των αναγκών αυτού. (στ) Να λαμβάνουν, κατά την κρίση τους, ένορκες ή ανωμοτί καταθέσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και να ζητούν από κάθε αντιπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων, επεξηγήσεις για τα γεγονότα ή τα έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις σχετικές απαντήσεις.
Η σχετική εντολή παρέχεται εγγράφως από τον αρμόδιο κατά περίπτωση Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και περιέχει το αντικείμενο της έρευνας και τις συνέπειες της παρεμπόδισης ή δυσχέρανσης αυτής ή άρνησης εμφάνισης των αιτούμενων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων ή χορήγησης αντιγράφων ή αποσπασμάτων τους. Η μη προσήκουσα τήρηση των υποχρεώσεων αυτών από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης συνιστά παράβαση καθήκοντος.
Ο αρμόδιος κατά περίπτωση Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μπορεί να ζητάει, εγγράφως, τη συνδρομή των δημόσιων αρχών και υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τη διεξαγωγή των ερευνών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ μέχρι ζ΄ της παραγράφου 1.
Για τους ελέγχους και τις έρευνες που έγιναν συντάσσεται, από αυτόν που τις διεξήγαγε, έκθεση αντίγραφο της οποίας κοινοποιείται στις ελεγχθείσες επιχειρήσεις.
Με την επιφύλαξη των ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 31 επ. του παρόντος επιβάλλεται με απόφαση του κατά περίπτωση αρμοδίου Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης στις επιχειρήσεις ή σε αυτούς που κατά οποιονδήποτε τρόπο παρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν τις έρευνες των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, καθώς και στις επιχειρήσεις ή σε αυτούς που αρνούνται να υποβληθούν στις εν λόγω έρευνες, να επιδείξουν τα αιτούμενα βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα και να χορηγήσουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους, πρόστιμο τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ με ανώτατο όριο το 1% του κύκλου εργασιών της προηγούμενης χρήσης στο καθένα από τα πρόσωπα και για κάθε παράβαση. Κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη η σοβαρότητα της εξεταζόμενης υπόθεσης, η απαξία των πράξεων και η επίπτωσή τους στην έκβαση της έρευνας.
Σε περίπτωση άρνησης ή παρεμπόδισης με οποιονδήποτε τρόπο των εντεταλμένων υπαλλήλων της εκάστοτε αρμόδιας αρχής στην άσκηση των καθηκόντων τους, αυτοί μπορούν να ζητούν τη συνδρομή των εισαγγελικών αρχών και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής. Η συνδρομή αυτή μπορεί να ζητηθεί και προληπτικά.
Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, στην έκταση που αυτό δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη παραχώρηση δημόσιας εξουσίας, να χρησιμοποιούν για τη διεξαγωγή των ελέγχων και την αξιολόγηση των πορισμάτων και τη συνεργασία ιδιωτικών φορέων. Οι ιδιωτικοί αυτοί φορείς μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία δεν εξαιρούνται κατά περίπτωση σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Η επιλογή του προσώπου που κατά περίπτωση θα χρησιμοποιηθεί γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δημόσιες συμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση την ευθύνη για τη διεξαγόμενη έρευνα και τα συμπεράσματά της φέρει η εκάστοτε αρμόδια αρχή.
Τηρείται μητρώο σε ηλεκτρονική μορφή, στο οποίο καταγράφονται στοιχεία, τα οποία εξατομικεύουν τα πρόσωπα που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες, τις περιπτώσεις στις οποίες παρείχαν σχετικές πληροφορίες, συγκεκριμένες πληροφορίες για την εξέλιξη και εκθέσεις ενεργειών στις αρχές που δίνουν τη σχετική εντολή. Στο μητρώο εγγράφονται τα ανωτέρω πρόσωπα μετά την ολοκλήρωση των υπηρεσιών τους. Οι αρμόδιες αρχές επιδιώκουν την κατά το μέτρο που επιτρέπεται από τη νομοθεσία περί συμβάσεων ανακύκλωση των προσώπων που κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μετά από γνωμοδότηση του ΕΣΥΠ, επιβάλλονται τα ελάχιστα αναγκαία πρότυπα, τα οποία τηρούνται από πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε δημόσιες ελεγκτικές και εποπτεύουσες αρχές, προσδιορίζονται άλλοι όροι και προϋποθέσεις για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας, για τον έλεγχο των παρεχόντων τις υπηρεσίες αυτές, οι εκθέσεις τους προς τις αρμόδιες αρχές και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
Άρθρο 22
Υποχρέωση εχεμύθειας
Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 37 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι υπάλληλοι της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής και οι υπάλληλοι των δημόσιων αρχών και υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που λαμβάνουν γνώση πληροφοριών, σύμφωνα με τα άρθρα 19, 20 και 21 του παρόντος νόμου, καθώς και οι τυχόν ιδιώτες που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο και οι οποίοι λαμβάνουν, με αφορμή την υπηρεσία τους γνώση απόρρητων στοιχείων επιχειρήσεων, ενώσεων επιχειρήσεων ή άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχουν σχέση με την εφαρμογή του παρόντος νόμου, υποχρεούνται να τηρούν για τα στοιχεία αυτά εχεμύθεια.
Τα απόρρητα στοιχεία, τα οποία έχουν σχέση με την εφαρμογή του παρόντος νόμου, αποτελούν μέρος του διοικητικού φακέλου. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 υποχρεούνται να τηρούν εχεμύθεια, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για τα στοιχεία που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο. Οι προϋποθέσεις, η έκταση, οι εξαιρέσεις, ο χρόνος και η διαδικασία πρόσβασης στο διοικητικό φάκελο των επιχειρήσεων και ενώσεων ή νομικών προσώπων, που υπέβαλαν καταγγελία, η διαδικασία χρήσης και δημοσιοποίησης των προαναφερόμενων απόρρητων στοιχείων από την εκάστοτε αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις περί του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα, από το προεδρικό διάταγμα του άρθρου 23 του παρόντος.
Σε περίπτωση δικαστικής διαδικασίας τα απόρρητα στοιχεία της παραγράφου αυτής αποτελούν μέρος του φακέλου, ο οποίος υποβάλλεται στα αρμόδια δικαστήρια διατηρώντας τον απόρρητο χαρακτήρα τους. Προς το σκοπό αυτόν τα παραπάνω στοιχεία διαβιβάζονται σε ξεχωριστό τμήμα του διοικητικού φακέλου, το οποίο φέρει την ένδειξη «απόρρητα στοιχεία». Αρμόδιος υπάλληλος του δικαστηρίου διασφαλίζει ότι τα μέρη δεν θα έχουν πρόσβαση στα απόρρητα για αυτούς τμήματα του φακέλου, εκτός εάν η πρόσβαση κριθεί αναγκαία για την προάσπιση υπέρτερου συμφέροντός τους και τους παρασχεθεί σχετική άδεια κατά το αναγκαίο μέτρο, κατόπιν αιτήσεώς τους, από το δικάζον δικαστήριο.
Σε όποιον παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους: (α) Επιβάλλεται η ποινή του άρθρου 252 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. (β) Ασκείται πειθαρχική δίωξη για την παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας που συνιστά πειθαρχικό αδίκημα.
Με τις ποινές της παραγράφου 4 τιμωρείται και κάθε πρόσωπο, στο οποίο η εκάστοτε αρμόδια αρχή αναθέτει την εκπόνηση μελέτης για λογαριασμό της ή συμμετέχει σε ομάδα έργου την οποία έχει συστήσει η εκάστοτε αρμόδια αρχή, εφόσον στη σχετική σύμβαση έχει περιληφθεί ρήτρα για υποχρέωση εχεμύθειας κατά τις παραγράφους 1 και 2, καθώς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και οι δικηγόροι οι οποίοι συμμετέχουν σε διαδικασία η οποία αφορά τον παρόντα νόμο εκπροσωπούντες το Δημόσιο, εφόσον παραβαίνουν τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 μέχρι
Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για τους προστηθέντες του αναδόχου εκπόνησης μελέτης.
Άρθρο 23
Η διαδικασία διεξαγωγής των ελέγχων, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο Ε΄, τα πιθανά πρότυπα διεξαγωγής ελέγχου τα οποία πρέπει να τηρούνται και τα υποδείγματα των εκθέσεων οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται, καθώς και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου Ε΄ καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εσωτερικών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 24
Αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση εγκρίσεων λειτουργίας είναι οι κατά τόπο αρμόδιες Περιφέρειες και Επιμελητήρια, εκτός εάν άλλως ορίζεται στο προεδρικό διάταγμα του άρθρου 7 παρ. 5 σε αντικειμενικά δικαιολογημένες περιπτώσεις. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα ορίζονται οι όροι υπό τους οποίους μπορούν τα Επιμελητήρια να χορηγούν έγκριση λειτουργίας, οι δραστηριότητες για τις οποίες μπορούν να τη χορηγούν, καθώς και η διαδικασία πιστοποίησής τους για το σκοπό αυτόν.
Η κατάθεση των δηλώσεων που αναφέρονται στον παρόντα νόμο και αφορούν την άσκηση οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητας απευθύνονται στην αρμόδια δημοτική αρχή.
Ενδικοφανείς προσφυγές κατά αποφάσεων της Περιφέρειας, σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος, υποβάλλονται στην κατά τόπον αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια Περιφέρεια υποχρεούται να υποβάλει το σύνολο του σχετικού φακέλου χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Η αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση μπορεί να ζητήσει από τον προσφεύγοντα και από την αρμόδια Περιφέρεια κάθε επιπλέον επεξήγηση που θεωρεί αναγκαία για τη λήψη της απόφασής της.
Σε κάθε Αποκεντρωμένη Διοίκηση λειτουργεί διεύθυνση για την εποπτεία και τον έλεγχο επιχειρήσεων, η οποία είναι αρμόδια για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας επί των επιχειρήσεων, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Ε΄ του παρόντος. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση, στελέχωση, λειτουργία και άσκηση των αρμοδιοτήτων των ανωτέρω διευθύνσεων.
Το Υπουργείο Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και κάθε συναρμόδιο ανά οικονομική δραστηριότητα Υπουργείο εποπτεύουν τη λειτουργία των αρμόδιων για την εποπτεία και τον έλεγχο επιχειρήσεων, διευθύνσεων και λαμβάνουν από αυτές τακτικές τρίμηνες αναλυτικές εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητά τους, όπου καταγράφεται τουλάχιστον το σύνολο των ελέγχων που έχουν γίνει κατά το χρονικό αυτό διάστημα ανά Περιφέρεια, τα τυχόν πρότυπα και οι διαδικασίες οι οποίες ακολουθήθηκαν, το στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι έρευνες, τα ευρήματα, τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν ανά περίπτωση, οι εκκρεμούσες δικαστικές υποθέσεις, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα και συνεργασία των Περιφερειών και άλλων δημόσιων αρχών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των οποίων η συνεργασία ζητήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις περί εποπτείας του παρόντος νόμου, καθώς και σχετικά με την τήρηση του μητρώου ιδιωτών συμβούλων που χρησιμοποιεί η κάθε διεύθυνση εποπτείας και ελέγχου έχοντας πλήρη και άμεση πρόσβαση στο περιεχόμενό του. Η αρμόδια υπηρεσία κάθε Υπουργείου παρέχει στις ανωτέρω διευθύνσεις κάθε αναγκαία πληροφόρηση και ενημέρωση και μεριμνά για την εκπαίδευση των υπαλλήλων των διευθύνσεων και του Υπουργείου σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)