Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 119/2006
Σε περίπτωση κατά την οποία, κατά τη διάρκεια ισχύος της αδείας ιδρύσεως, προβλέπονται αλλαγές σε σχέση με τα αρχικώς εγκριθέντα σχεδιαγράμματα ή μετά τη χορήγηση της αδείας λειτουργίας απαιτείται μεταβολή κάποιων εκ των στοιχείων της εγκατάστασης του πρατηρίου ή επέκταση με εγκαταστάσεις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του παρόντος, πρέπει πριν την υλοποίησή τους να υποβληθούν για έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία Μεταφορών − Επικοινωνιών με αίτηση του ενδιαφερομένου τα νέα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, σχεδιαγράμματα και η τεχνική έκθεση και ο προϋπολογισμός δαπάνης, κατ’ αναλογία με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17 του παρόντος. Μετά την υλοποίηση των εγκριθεισών εγκαταστάσεων χορηγείται νέα ενιαία άδεια λειτουργίας, η οποία συμπεριλαμβάνει το σύνολο των νομίμων εγκαταστάσεων του πρατηρίου.
Εάν υπάρξουν στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η περαιτέρω λειτουργία του πρατηρίου είτε γιατί εν τω μεταξύ δημιουργήθηκαν δυσμενείς κυκλοφοριακές συνθήκες (όπως διαπλάτυνση ή διαφοροποίηση της στάθμης της οδού, κατασκευή κόμβου σε μικρή απόσταση) ή για λόγους που συνιστούν αντικειμενική αδυναμία λειτουργίας (όπως κατεδάφιση, απομείωση του εμβαδού του οικοπέδου κ.α.) δύναται η Διοίκηση να απαγορεύσει προσωρινά ή οριστικά τη συνέχιση της λειτουργίας του πρατηρίου, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της.
Η άδεια λειτουργίας του πρατηρίου, μπορεί εάν διαπιστωθεί οποτεδήποτε, ότι έπαυσαν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε, να αφαιρεθεί προσωρινά, μέχρι την αποκατάσταση των ελλείψεων, ή οριστικά, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση της αρχής που τη χορήγησε.
Άρθρο 17
Το άρθρο 19 του β.δ. 465/1970 αντικαθίσταται ως εξής: Αρθρο 19 Αμφισβήτηση δικαιώματος χρησιμοποίησης του ακινήτου ή εκμετάλλευσης του πρατηρίου
Σε περιπτώσεις αμφισβήτησης του δικαιώματος χρησιμοποίησης του ακινήτου
- α) Πριν από τη χορήγηση της άδειας ίδρυσης, και
μόνο εφόσον γίνεται επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων (όπως κατάθεση διεκδικητικής αγωγής και μεταγραφής αυτής στο οικείο υποθηκοφυλακείο), από την εξέταση των οποίων γεννάται ευλόγως αμφιβολία για την ύπαρξη ή την έκταση του δικαιώματος, αναστέλλεται η χορήγηση της άδειας ίδρυσης. Η αναστολή αίρεται εφόσον προσκομιστεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που να επιλύει τη διαφορά, ή πιστοποιητικό του οικείου Πρωτοδικείου από το οποίο προκύπτει παραίτηση του αμφισβητούντος από το δικαίωμά του, ή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, από αυτούς που αμφισβητούν το δικαίωμα, στην οποία αναγνωρίζεται το σχετικό δικαίωμα των αιτούντων.
- β) Μετά τη χορήγηση της άδειας ίδρυσης το αίτημα
προωθείται μέχρι του τελικού σταδίου (μέχρι τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας) στο όνομα αυτού που έχει πάρει την άδεια ίδρυσης ή αυτού που υποδεικνύεται από τον έχοντα την άδεια ίδρυσης
Σε περιπτώσεις αμφισβήτησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης πρατηρίου δεν ανακαλείται η χορηγηθείσα άδεια λειτουργίας μέχρι να προσκομισθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή εάν από τα στοιχεία που προσκομίζει ο τρίτος, προκύπτει ότι ο δικαιούχος της άδειας λειτουργίας δεν έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης του ακινήτου.
Άρθρο 18
Το άρθρο 20 του βδ465/1970 και το άρθρο 19 του π.δ. 1224/1981, αντικαθίσταται ως εξής: Αλλαγή δικαιούχων άδειας λειτουργίας
Σε περίπτωση παραχώρησης της χρήσης ή της εκμετάλλευσης, εν όλω ή εν μέρει, νομίμως κατά τις διατάξεις του παρόντος λειτουργούντος πρατηρίου σε άλλο πρόσωπο, εκδίδεται υποχρεωτικά νέα άδεια λειτουργίας της εγκατάστασης, επ’ ονόματι του νέου δικαιούχου, φυσικού ή νομικού προσώπου. Με την αίτηση του νέου εκμεταλλευτή του πρατηρίου για έκδοση της άδειας συνυποβάλλονται τα παρακάτω δικαιολογητικά:
- α) Αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει
η παραχώρηση της χρήσης ή της εκμετάλλευσης του πρατηρίου.
- β) Υπεύθυνη Δήλωση του αιτούντος, σύμφωνα με τις
διατάξεις του ν. 1599/1986, ότι: i) δεν καταδικάστηκε κατά την τελευταία οκταετία για νοθεία καυσίμων, ii) δεν καταδικάστηκε αμετάκλητα για ανυποταξία ή λιποταξία (άρθρο 53 του ν. 3421/2005, Α΄ 302).
- γ) Υπεύθυνη Δήλωση του νέου εκμεταλλευτή του πρατηρίου, σύμφωνα με το ν. 1599/1986, για τον όγκο των
δεξαμενών συνοδευόμενη από τεχνική έκθεση διπλωματούχου Μηχανικού, στην οποία δηλώνει ότι ουδεμία αλλαγή επήλθε στις εγκαταστάσεις του πρατηρίου.
- δ) Γραμμάτιο κατάθεσης στην οικονομική υπηρεσία
τριάντα Ευρώ (30,00 €) για κάθε αντλία ή διανομέα. Το ισόποσο γραμμάτιο υποβάλλεται και στην περίπτωση του διακεκριμένου χώρου εγκατάστασης ΠλυντηρίουΛιπαντηρίου ανεξάρτητα από τον μηχανολογικό εξοπλισμό.
- ε) Πιστοποιητικό πυρασφαλείας, στο οποίο αναγράφεται η χρονική διάρκεια ισχύος του. Το πιστοποιητικό
αυτό ανανεώνεται πριν από την ημερομηνία λήξεώς του από την πυροσβεστική υπηρεσία που το χορήγησε, με φροντίδα του εκμεταλλευτή του πρατηρίου. Αντί του ΦΕΚ 119 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1279 τικής βεβαίωσης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας) από όπου προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει καταθέσει τα αναγκαία έγγραφα για την ανανέωση του ως άνω πιστοποιητικού. Ο εκμεταλλευτής υποχρεούται εντός 4 μηνών το αργότερο να προσκομίσει πιστοποιητικό στην Υπηρεσία Μεταφορών, άλλως ανακαλείται προσωρινά η χορηγηθείσα άδεια λειτουργίας του πρατηρίου».
Σε περίπτωση που έχουν τροποποιηθεί οι εγκαταστάσεις του πρατηρίου, ταυτόχρονα με την αίτηση για την μεταβίβαση της αδείας λειτουργίας υποβάλλονται και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 18 του παρόντος».
Άρθρο 19
Η παρ. 6 του άρθρου 21 του βδ 465/1970, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 11 του π.δ. 143/1989 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Σε περίπτωση κατασκευής παράπλευρης οδού (Service Road) ή επί υπαρχουσών οδών βελτίωσης των γεωμετρικών χαρακτηριστικών τους, ο ιδιοκτήτης του πρατηρίου υποχρεούται να προσαρμόσει με δική του δαπάνη, την κυκλοφοριακή σύνδεση προς τη νέα κατάσταση, σύμφωνα με τις οδηγίες και τα σχέδια της αρμόδιας για την οδό Υπηρεσίας Εάν λόγω κατασκευής παράπλευρης οδού ή μετατροπής οδού σε παράπλευρο, υφιστάμενα πρατήρια που λειτουργούσαν νόμιμα δεν έχουν πλέον τις προϋποθέσεις να προσαρμόσουν την Κυκλοφοριακή τους Σύνδεση στη νέα κατάσταση, σύμφωνα με το β.δ. 465/1970, επιτρέπεται η κατά παρέκκλιση έγκριση Κυκλοφοριακής Σύνδεσης εφόσον εξασφαλίζεται η ασφάλεια της κυκλοφορίας κατά την ειδικώς αιτιολογημένη κρίση της αρμόδιας για την έγκριση της παρέκκλισης αρχής. »
Η παρ. 8 του άρθρου 21 του β.δ. 465/1970, αντικαθίσταται ως εξής: «8. Επί κατασκευαζόμενων νέων οδών ή επί υφιστάμενων οδών που βελτιώνουν τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά τους ή επί τμημάτων οδών στα οποία διαμορφώνονται κόμβοι, δεν εξετάζονται τυχόν υποβληθησόμενες αιτήσεις για ίδρυση πρατηρίων υγρών καυσίμων πριν εκτελεστούν οι εργασίες και πριν την απόδοση της οδού στο σύνολό της ή κατά τμήματα, επίσημα σε κοινή χρήση».
Μετά την παρ. 11 του άρθρου 21 του β.δ. 465/1970, προστίθενται παράγραφοι 12 και 13 που έχουν ως εξής:
Η κατά το άρθρο 17 παρ. 1 περιπτ. ιδ΄ του β.δ. 465/1970 έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης του πρατηρίου με την οδό ισχύει για μία τριετία. ΄Αν μετά την παρέλευση της τριετίας δεν έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής της εγκεκριμένης κυκλοφοριακής σύνδεσης, η έγκριση δύναται να παραταθεί εφ’ άπαξ κατόπιν αιτήσεως για την επόμενη τριετία, εφόσον δεν έχουν αλλάξει οι κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού ή να υποβληθεί αίτηση για έγκριση νέας κυκλοφοριακής σύνδεσης εάν έχουν αλλάξει. Η αίτηση για παράταση, υποβάλλεται πριν λήξει η αρχική έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης του πρατηρίου. Για επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων του πρατηρίου ή προσθήκη επιπλέον επιτρεπομένων χρήσεων, απαιτείται νέα αίτηση για βεβαίωση ισχύος της εγκεκριμένης κυκλοφοριακής σύνδεσης ή νέα έγκριση σε περίπτωση που έχουν αλλάξει οι κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού. Τα πρατήρια που λειτουργούν με εγκεκριμένη κυκλοφοριακή σύνδεση κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων δεν έχουν δικαίωμα επέκτασης ή αλλαγής της χρήσης τους.
Για πρατήρια υγρών καυσίμων που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης ή λειτουργίας σε χρόνο προγενέστερο από τυχόν άδειες που χορηγούνται σε εγκαταστάσεις οι οποίες εμπίπτουν στις περιπτώσεις 2β και 2η του άρθρου 5 του παρόντος, στη πρώτη μεν περίπτωση ( μόνο η άδεια ίδρυσης ) προωθούνται οι σχετικές διαδικασίες μέχρι του τελικού σταδίου της χορηγήσεως και της άδειας λειτουργίας, στη δεύτερη δε περίπτωση ( με άδεια λειτουργίας ) αυτά συνεχίζουν κατ’ αρχάς τη λειτουργία τους, ακόμα και αν απέχουν από τις εγκαταστάσεις αυτές απόσταση μικρότερη από την προβλεπόμενη στις παραπάνω διατάξεις. Δύναται όμως η Διοίκηση να ανακαλέσει την άδεια του πρατηρίου εάν κρίνεται αναγκαία η εγκατάσταση στη συγκεκριμένη θέση κτιρίου κοινής ωφέλειας.
Το άρθρο 24 του βδ 465/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «΄Αρθρο 24 Εγκαταστάσεις
Ως εγκαταστάσεις για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται όλα τα κτίσματα που δεν έχουν χρήση αμιγούς κατοικίας, χωρίζονται δε, σε δύο κατηγορίες: Κατηγορία Α. Κατηγορία Β. Για εγκαταστάσεις της Α κατηγορίας απαιτείται έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης, ενώ για τις εγκαταστάσεις της Β κατηγορίας απαιτείται έγκριση εισόδου–εξόδου οχημάτων, ώστε και στις δύο περιπτώσεις ίδρυσης εγκαταστάσεων στο οδικό δίκτυο να τηρούνται κανόνες για την οδική ασφάλεια.
Κατηγορία Α: Εγκαταστάσεις της κατηγορίας Α είναι:
- α) εκείνες που η χρήση τους αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των κινουμένων στις οδούς, όπως ξενοδοχεία,
μοτέλ, εστιατόρια, τουριστικά συγκροτήματα (Campings, Bangalows) σταθμοί αυτοκινήτων, πλυντήρια, λιπαντήρια και λοιπές ανάλογες εγκαταστάσεις.
- β) εκείνες που η λειτουργία τους προκαλεί αύξηση
του φόρτου κυκλοφορίας επί των οδών, όπως εργοστάσια, αποθήκες, νοσοκομεία, εγκαταστάσεις οργανισμών κοινής ασφάλειας, υπεραγορές, πολυκαταστήματα, κέντρα διασκέδασης ή αναψυχής και λοιπές ανάλογες εγκαταστάσεις. Κατηγορία Β: Είναι οι εγκαταστάσεις που δεν έχουν σχέση με την κυκλοφορία επί των οδών και η λειτουργία τους δεν προκαλεί αύξηση του φόρτου κυκλοφορίας επί αυτών.
Γήπεδα χωρίς κτίσματα τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις έχουν, εκτός από την αμιγώς γεωργική και άλλη οικονομικά εκμεταλλεύσιμη χρήση, κατατάσσονται στην Α ή Β κατηγορία εγκαταστάσεων, κατά τη κρίση της αρμόδιας για την οδό υπηρεσίας».
Γήπεδα με κτίσματα που έχουν χρήση κατοικίας κατατάσσονται στη Β κατηγορία.
Κατά την έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης ή εισόδου−εξόδου όλων των εγκαταστάσεων και των κατηγοριών Α και Β δεν επιτρέπεται να γίνονται επεμβάσεις παραβλάπτεται και η αισθητική του τοπίου, κατά την αιτιολογημένη κρίση της αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 6 παρ. 6 του παρόντος.
Άρθρο 20
Η παράγραφος 2 του άρθρου 26 του β.δ. 465/1970 «2. Επιπλέον, για την κυκλοφοριακή σύνδεση των εγκαταστάσεων των κατηγοριών Α και Β του άρθρου 24 του παρόντος με τις οδούς του βασικού και του δευτερεύοντος Εθνικού Οδικού δικτύου και του Πρωτεύοντος Επαρχιακού Οδικού δικτύου των εγκαταστάσεων και των δυο κατηγοριών, ισχύουν τα κατωτέρω:
- α) Εφ’ όσον στη θέση της κυκλοφοριακής σύνδεσης
δεν υπάρχει παράπλευρη οδός (SR) και είναι δυνατή η προσπέλαση της εγκατάστασης μέσω κατώτερης κατηγορίας οδού συμβαλλούσης με διαμορφωμένο κόμβο στην οδό επί της οποίας θα ιδρυθεί εγκατάσταση, η απ’ ευθείας σύνδεση δεν επιτρέπεται και η εγκατάσταση εξυπηρετείται μέσω της υφιστάμενης προσπέλασης.
- β) Εάν δεν υπάρχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις
(παράπλευρη οδός ή προσπέλαση μέσω άλλης οδού) επιτρέπεται η απ’ ευθείας σύνδεση της εγκατάστασης με την Εθνική ή Επαρχιακή οδό, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του παρόντος διατάγματος, μέχρι την κατασκευή παραπλεύρου ή τυχόν διάνοιξη άλλης οδού.
- γ) Δεν επιτρέπεται να γίνονται επεμβάσεις σε πρανή
της οδού χωρίς εγκεκριμένη εδαφοτεχνική και περιβαλλοντική μελέτη.
- δ) Δεν πρέπει να παραβλάπτεται η αισθητική του τοπίου κατά την κρίση της Αρχής που αναφέρεται στην
παρ. 6 του άρθρου 6».
Η παρ. 3 του άρθρου 26 του β.δ. 465/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Σε περίπτωση απ’ ευθείας σύνδεσης με το Βασικό, Δευτερεύον, Τριτεύον Εθνικό και Επαρχιακό οδικό δίκτυο, εγκαταστάσεων πάσης φύσεως σε επαφή ή στις αποστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παρ. 1ε του παρόντος, εγκρίνεται κοινή κυκλοφοριακή σύνδεση (ΚΚΣ), με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο ίδιο άρθρο».
Στο άρθρο 26 του β.δ. 465/1970 προστίθεται νέα παράγραφος 5, που έχει ως εξής: «5. Σε περίπτωση κατασκευής παράπλευρης οδού (SR) ή επί υπαρχουσών οδών που βελτιώνονται τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά τους, ο ιδιοκτήτης των εγκαταστάσεων υποχρεούται να προσαρμόσει με δική του δαπάνη την κυκλοφοριακή σύνδεση προς την νέα κατάσταση σύμφωνα με τις οδηγίες και τα σχέδια της αρμόδιας για την οδό Υπηρεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ. Στην περίπτωση που γήπεδα έχουν πρόσωπο στην κύρια οδό και στην Παράπλευρό της (SR) ταυτόχρονα η κυκλοφοριακή σύνδεση γίνεται από την παράπλευρη οδό».
Άρθρο 21
Η παράγραφος 5 του άρθρου 30 του β.δ. 465/1970, που προστέθηκε σε αυτό με το άρθρο 13 του π.δ. 143/1989 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του π.δ. 401/1993, αντικαθίσταται ως εξής: «5. Η έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης ή η έγκριση εισόδου – εξόδου οχημάτων των εγκαταστάσεων του άρθρου 24, ισχύει για μία τριετία και για το είδος εγκατάστασης που αναφέρεται σ’ αυτήν. Αν μετά την παρέλευση της τριετίας από την έγκριση δεν έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής της εγκεκριμένης κυκλοφοριακής σύνδεσης ή της εισόδου – εξόδου οχημάτων, δίδεται, μετά από αίτηση, εφ’ άπαξ παράταση για την επόμενη τριετία από την έγκριση, εφ’ όσον δεν έχουν αλλάξει οι κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού ή υποβάλλεται νέα αίτηση για έγκριση όταν αυτές έχουν αλλάξει. Η αίτηση για παράταση, πρέπει να υποβληθεί πριν τη λήξη της αρχικής έγκρισης κυκλοφοριακής σύνδεσης ή της εισόδου –εξόδου οχημάτων. Για μετατροπή του είδους της εγκατάστασης ή επέκταση αυτής ή προσθήκη νέων εγκαταστάσεων, απαιτείται νέα αίτηση για βεβαίωση ισχύος της εγκεκριμένης κυκλοφοριακής σύνδεσης ή της εισόδου – εξόδου οχημάτων ή νέα έγκριση σε περίπτωση που έχουν αλλάξει οι κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού».
Στο άρθρο 32 του βδ 465/1970 προστίθεται νέα παράγραφος 2, που έχει ως εξής: «2. Οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες κατά περίπτωση για την χορήγηση της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης, δεν θα χορηγούν την άδεια χωρίς να προσκομιστεί η βεβαίωση της παραγράφου 1 του παρόντος».
Το άρθρο 33 του β.δ. 465/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «Επί κατασκευαζόμενων νέων οδών ή επί υφισταμένων οδών που βελτιώνονται τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά τους, ή επί τμημάτων οδών στα οποία διαμορφώνονται κόμβοι, δεν θα εξετάζονται τυχόν υποβληθησόμενες αιτήσεις για έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης εγκαταστάσεων όλων των ειδών πριν εκτελεστούν οι εργασίες και πριν την απόδοση της οδού στο σύνολό της ή κατά τμήματα επίσημα σε κοινή χρήση».
Στο άρθρο 34 του β.δ. 465/1970, προστίθεται νέα παράγραφος 4, που έχει ως εξής: «4. Σε εγκαταστάσεις που λειτουργούν με εγκεκριμένη κυκλοφοριακή σύνδεση κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, δεν επιτρέπονται νέες προσθήκες. Αλλαγή της χρήσης επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον, κατόπιν μελέτης κυκλοφοριακών επιπτώσεων, αποδειχθεί ότι η νέα χρήση δεν επιφέρει αύξηση του κυκλοφοριακού φόρτου σε σχέση με την προηγούμενη χρήση».
Το άρθρο 39 του β.δ. 465/1970 αριθμείται ως «άρθρο 40» και το άρθρο 39 αντικαθίσταται ως εξής: «΄Αρθρο 39» ΄Εγκριση εισόδου – εξόδου οχημάτων
Έγκριση εισόδου – εξόδου οχημάτων είναι η δυνατότητα διαμορφωμένης εισόδου – εξόδου, για αντιπροσωπευτικό όχημα σε συγκεκριμένη θέση του προσώπου του γηπέδου.
Η θέση εισόδου – εξόδου πρέπει να πληρεί δύο κριτήρια, της ορατότητας και της απόστασης από τη συμβολή ή διασταύρωση της οδού στην οποία βρίσκεται η είσοδος – έξοδος και άλλης οδού.
Ορατότητα Δεν χορηγείται έγκριση εισόδου – εξόδου οχημάτων, όταν δεν εξασφαλίζονται, πριν από τη θέση εισόδου – εξόδου της εγκατάστασης, λόγω της οριζοντιογραφίας ή και της μηκοτομής της οδού ή λόγω πλευρικών εμποδίων ή αδυναμίας αποκατάστασης της ορατότητας με κατασκευαστικές επεμβάσεις, τα παρακάτω μήκη ορατότητας ανάλογα με τη κατηγορία της οδού. • Τριτεύον Εθνικό: 70μ. • Εθνικό Νήσων (πλην Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας): 70μ. • Παράπλευροι οδών ταχείας κυκλοφορίας και αυτοκινητοδρόμων ή γενικώς παράπλευροι πλάτους μεγαλύτερου των 7 μέτρων: 70μ. • Πρωτεύον Επαρχιακό: 70μ. • Δευτερεύον Επαρχιακό: 70μ. • Επαρχιακό Νήσων (πλην Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας): 70μ. • Παράπλευροι δρόμοι πλάτους ίσου ή μικρότερου των 7 μέτρων: 70μ. • Δημοτικό – Κοινοτικό: 70μ. Τα μήκη αυτά ορατότητας μετρούνται επί του άξονα της πλησιέστερης προς την εγκατάσταση λωρίδας κυκλοφορίας. Αρχή μέτρησης είναι ο άξονας εισόδου – εξόδου. Το ύψος του οφθαλμού του οδηγού λαμβάνεται στο 1,06μ., η δε πορεία των οπτικών ακτίνων από τον οφθαλμό πρέπει να εξασφαλίζεται ανεμπόδιστη μέσα στον οδικό και παρόδιο χώρο της ζώνης απαλλοτρίωσης. Ως εμπόδια (οπτικά) θεωρούνται, τα βάθρα γεφυρών, οι τοίχοι αντιστήριξης, οι πινακίδες σήμανσης, οι φυτεύσεις, τα στηθαία ασφαλείας, τα πρανή ορυγμάτων, το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους, κτίσματα εν γένει κ.λπ.
Απόσταση από τη συμβολή ή διασταύρωση της οδού στην οποία βρίσκεται η είσοδος – έξοδος και άλλης οδού. Δεν χορηγείται έγκριση εισόδου – εξόδου οχημάτων, όταν δεν εξασφαλίζεται απόσταση 50μ. μεταξύ της θέσης εισόδου – εξόδου και της πλησιέστερης συμβολής (ευρισκόμενης στην ίδια πλευρά της οδού με την εγκατάσταση) ή διασταύρωσης οδών. Η απόσταση αυτή μετριέται από το προς τη πλευρά των συμβαλλομένων οδών άκρο της εισόδου – εξόδου έως το σημείο τομής των αξόνων των οδών.
Το πλάτος της εισόδου – εξόδου είναι ανάλογο με το εύρος κατάληψης του αντιπροσωπευτικού οχήματος.
Η διαδικασία χορήγησης της έγκρισης εισόδου – εξόδου οχημάτων είναι ίδια με αυτή της έγκρισης κυκλοφοριακής σύνδεσης με τη προσθήκη ότι, χορήγηση οικοδομικής άδειας χωρίς προηγούμενο έλεγχο για την έγκριση ή μη, της εισόδου – εξόδου οχημάτων απαγορεύεται.
Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση εισόδου – εξόδου οχημάτων στα σχέδια της οικοδομικής άδειας περιλαμβάνεται διαμόρφωση μόνιμης περίφραξης η οποία δεν επιτρέπει είσοδο – έξοδο οχήματος.
Οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις οφείλουν να προσαρμοστούν με έγκριση εισόδου – εξόδου οχημάτων μέσα στις δυνατότητες του γηπέδου. Σε περίπτωση αλλαγής χρήσης ή επέκτασης των εγκαταστάσεων αυτών, έχει εφαρμογή η παρ. 7 του παρόντος άρθρου.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για τις εγκαταστάσεις της Β κατηγορίας που ιδρύονται μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923 ή οριοθετημένων σύμφωνα με τις διατάξεις του από 24.4.1985 π. δ/τος (181/Δ/1985).
Για όλες τις εγκαταστάσεις που ιδρύονται σε Δημοτικό – Κοινοτικό οδικό δίκτυο, επιβάλλεται ο έλεγχος για την έγκριση ή μη εισόδου – εξόδου οχημάτων. Η αρμόδια για τη συντήρηση της κύριας οδού Υπηρεσία, στην οποία συμβάλλει το δημοτικό−κοινοτικό δίκτυο, υποχρεούται να ελέγξει τη συμβολή ως προς την κυκλοφοριακή ικανότητα και την ορατότητα και να επιβάλλει στον ενδιαφερόμενο πρόσθετα μέτρα βελτίωσης των συνθηκών συμβολής».
Άρθρο 22
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του π.δ. .143/1989, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι διατάξεις του β.δ. 465/1970 εφαρμόζονται για τις περιπτώσεις ίδρυσης πρατηρίων (και εγκαταστάσεων) εντός σχεδίου, όταν η οδός στην οποία έχουν πρόσωπο είναι εκτός σχεδίου. Όταν σε εθνική οδό που βρίσκεται σε επαφή με εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή όρια οικισμών προ του 1923 ή οριοθετημένων με το 24.4.1985 π.δ., υπάρχουν συμβάλλουσες οδοί με διαμόρφωση ισόπεδων ή ανισόπεδων κόμβων εφαρμόζονται οι διατάξεις του βδ 465/1970 στις συμβάλλουσες οδούς (και στα εντός σχεδίου τμήματα τους) μέχρι απόστασης 100 μέτρων από την αλλαγή της διατομής τους, λόγω της διαμόρφωσης του κόμβου πλην των διατάξεων που αφορούν την οικοδομική γραμμή».
Άρθρο 23
Το άρθρο 1 του π.δ. 1224/1981, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Ίδρυση και λειτουργία πρατηρίων καυσίμων «Οι όροι και οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων, που βρίσκονται σε περιοχές με εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή σε περιοχές που προέρχονται από διανομές του Υπουργείου Γεωργίας και έχουν εγκεκριμένο σχέδιο καθώς και των πρατηρίων που βρίσκονται εντός οικισμών προϋφισταμένων του 1923 ή εντός ορίων νομίμως οριοθετημένων οικισμών με πληθυσμό μέχρι 2000 κατοίκους ρυθμίζονται σύμφωνα με τις παρακάτω διατάξεις».
Άρθρο 24
Το άρθρο 2 του π.δ. 1224/1981, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Γενικοί ορισμοί Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διατάγματος οι παρακάτω όροι έχουν την ακόλουθη σημασία:
- αα) ανεφοδιάζονται με υγρά καύσιμα οδικά οχήματα
(αυτοκίνητα, δίκυκλα, τρίκυκλα, αγροτικά μηχανήματα και μηχανήματα έργων), ειδικά μηχανήματα, ελαφρά σκάφη κ.α.
- αβ) αποθηκεύεται και διακινείται πετρέλαιο θέρμανσης ή και οποιουδήποτε εγκεκριμένου τύπου πετρέλαιο
(φωτιστικό πετρέλαιο κ.α). Στα πρατήρια υγρών καυσίμων όπως ορίζονται πιο πάνω είναι δυνατόν να ασκούνται επιπλέον και οι ακόλουθες δραστηριότητες: i. παροχή υπηρεσιών πλύσης και λίπανσης στα οχήματα και μηχανήματα της υποπερίπτωσης (αα). ii. εμπορία ειδών συναφών προς τα οχήματα, ανταλλακτικών και εμπορευμάτων, καθώς και οποιαδήποτε άλλη εμπορική δραστηριότητα με την οποία καλύπτο εφ’ όσον η άσκησή της επιτρέπεται από ισχύουσες για την εμπορική αυτή δραστηριότητα διατάξεις. iii. παροχή διαφόρων υπηρεσιών στους διακινούμενους (όπως εστιατόρια, μπαρ, συνεργεία οχημάτων, οδική βοήθεια, τράπεζα, πρώτες βοήθειες, εγκαταστάσεις προσωπικής υγιεινής, εγκαταστάσεις διανυκτέρευσης, στάθμευση οχημάτων, κ.α.), με την προϋπόθεση ότι οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις είναι σύμφωνες με τις επί μέρους διατάξεις, που ισχύουν για κάθε μία από αυτές, περιλαμβανόμενων και των διατάξεων προσβασιμότητας των ΑΜΕΑ και ότι τα πρατήρια έχουν κυκλοφοριακή σύνδεση εγκεκριμένη κατά κανόνα (όχι κατά παρέκκλιση). Η εγκατάσταση τόσο των πρατηρίων όσον και των λοιπών χρήσεων είναι δυνατή μόνον εφόσον αυτή επιτρέπεται από τις χρήσεις γης και τους όρους και περιορισμούς δόμησης που ισχύουν στην περιοχή.
- β) Ως «Οικισμός» νοείται κάθε διακεκριμένο οικιστικό
σύνολο το οποίο αναφέρεται σε απογραφή πριν από τις 14.3.1983 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 1337/1983) ως οικισμός, ανεξάρτητα εάν ο δήμος ή η κοινότητα στον οποίο υπάγεται έχει πληθυσμό μεγαλύτερο από 2.000 κατοίκους ( άρθρο 1 του π.δ. της 24.4./3.5.1985 το άρθρο 79 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας) καθώς και κάθε οικισμός προϋφιστάμενος του έτους 1923.
- γ) «Λεκανοπέδιο Αττικής» νοείται η ευρύτερη περιοχή
της Αθήνας όπως αυτή ορίζεται από το άρθρο 1, παρ. 1 του ν. 1515/1985 (Α΄ 18).
- δ) «Κόμβος» νοείται κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των
ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές.
- ε) «Πολυκατοικία» νοείται το πολυόροφο (τουλάχιστον ισόγειο και δύο όροφοι) κτίριο στο οποίο συστεγάζονται περισσότερα των δύο (2) διαμερισμάτων με
αποδεδειγμένη χρήση κατοικίας, ανεξάρτητα από τον συνολικό αριθμό αυτών που χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις.
- στ) «Μεσαίο οικόπεδο» κατά την έννοια του παρόντος
νοείται το οικόπεδο που είτε: i. έχει πρόσωπο επί μίας και μόνης εγκεκριμένης οδού ή ii. δύο διαδοχικές πλευρές του έχουν πρόσωπο επί εγκεκριμένων οδών που τέμνονται υπό γωνία μεγαλύτερη ή ίση των 135°, ή iii. δυο διαδοχικές πλευρές του έχουν πρόσωπο επί μίας εγκεκριμένης οδού και επί άλλης που είναι χαρακτηρισμένη είτε ως Πεζόδρομος είτε ως ιδιωτική, είτε ως αδιέξοδος, ανεξαρτήτως γωνίας συμβολής των οδών.
- ζ) «Γωνιακό οικόπεδο» νοείται το οικόπεδο που δυο
τουλάχιστον διαδοχικές πλευρές του έχουν πρόσωπο επί εγκεκριμένων οδών που τέμνονται υπό γωνία μικρότερη των 135°.
Άρθρο 25
Το άρθρο 3 του π.δ. 1224/1981, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 3 Κατηγορίες πρατηρίων Ανάλογα με την χρήση τους, τα πρατήρια υγρών καυσίμων διακρίνονται σε:
- α) «Πρατήρια ιδιωτικής χρήσης», τα οποία το φυσικό ή
νομικό πρόσωπο, που έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσής τους, τα χρησιμοποιεί για την εξυπηρέτηση οχημάτων, τα οποία ανήκουν σε αυτό ή όπως άλλως ορίζεται στο άρθρο 22 του παρόντος. Τα πρατήρια αυτά μπορούν να ιδρυθούν εφόσον ο αριθμός των οχημάτων είναι μεγαλύτερος των είκοσι (20). Ειδικά για τα πρατήρια της παρ. 4 του άρθρου 22 δεν υπάρχει αριθμητικός περιορισμός.
- β) «Πρατήρια δημόσιας χρήσης», που χρησιμεύουν για
την εξυπηρέτηση οχημάτων τα οποία ανήκουν σε οποιονδήποτε και για την παροχή υπηρεσιών και προϊόντων και άσκηση λοιπών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 2, παρ. α, του παρόντος».
Άρθρο 26
Το άρθρο 4 του π.δ. 1224/1981, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 4 Εφαρμογή του παρόντος
Οι αναφερόμενες στις λοιπές περιοχές, ειδικές διατάξεις του άρθρου 6 και των υποδειγμάτων του παρόντος, σχετικά με τα γεωμετρικά στοιχεία των ακινήτων, εφαρμόζονται και σε όλα τα νησιά εκτός από τα: Εύβοια, Κρήτη, Κέρκυρα και Ρόδο που δεν εφαρμόζονται.
Ειδικά προκειμένου περί των δήμων ή κοινοτήτων που περιλαμβάνονται στο λεκανοπέδιο Αττικής, όπως αυτό ορίζεται στην παρ. γ του άρθρου 2 του παρόντος και στην περιοχή Θεσσαλονίκης σε ακτίνα δεκαπέντε (15) χιλιομέτρων από το Λευκό Πύργο, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 6 και τα υποδείγματα του παρόντος, περί δήμων με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων».
Άρθρο 27
Η περίπτωση 2γ του άρθρου 5 του π.δ. 1224/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το π.δ. 143/1989, τροποποιείται ως εξής: «γ) Των διακοσίων (200) μέτρων από το πλησιέστερο σημείο του κτιρίου εκκλησιών, νοσοκομείων, κλινικών, ασύλων ανιάτων, γηροκομείων, οίκων ευγηρίας και εκπαιδευτηρίων, ανεξάρτητα αριθμού ατόμων, καθώς και κινηματογράφων ή θεάτρων, καταστημάτων και άλλων χώρων συγκεντρώσεως κοινού, των οποίων η χωρητικότητα ξεπερνά τα 50 άτομα, μετρούμενη προς πάσα κατεύθυνση (ακτινικά και επί οριζοντίου επιπέδου προβολής) από το κέντρο της νησίδας των αντλιών ή των φρεατίων της δεξαμενής καυσίμου ή της προβολής του στομίου του σωλήνα εξαερώσεως. Για την εφαρμογή του παρόντος, ο υπολογισμός των ατόμων θα γίνεται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του π.δ. 71/1988 (32Α΄), όπως ισχύει κάθε φορά».
Η περίπτωση β της παραγράφου Α του άρθρου 2 του π.δ. 327/1992, καταργείται και επαναφέρεται σε ισχύ η παράγραφος 2δ του άρθρου 5 του π.δ. 1224/1981, αναδιατυπούμενη ως εξής: «δ) Των 500, 250 και 150 μέτρων σε περιοχές με πληθυσμό κατά την τελευταία απογραφή πάνω από 15.000, μεταξύ 3.000 και 15.000 και κάτω από 3.000 κατοίκους αντίστοιχα από άλλο πρατήριο, νόμιμα ιδρυμένο ή υπό ίδρυση, εφόσον πρόκειται για την ίδια πλευρά της οδού ή των μισών των αντιστοίχων παραπάνω αποστάσεων, εφόσον πρόκειται για την απέναντι πλευρά οδού μο νησίδα. Ειδικά για περιοχές των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, ισχύει η μεγαλύτερη από τις παραπάνω αποστάσεις (500 ή 250 μέτρων κατά περίπτωση), ανεξάρτητα από τον πληθυσμό τους. Οι αποστάσεις αυτές μετρούνται παράλληλα προς τον άξονα της οδού και μεταξύ των πλησιέστερων σημείων εισόδου ή εξόδου των δύο πρατηρίων, δηλαδή του υπό ίδρυση και του άλλου, νόμιμα ιδρυμένου ή υπό ίδρυση.
Η περίπτωση 3α του άρθρου 5 του π.δ. 1224/1981, τροποποιείται ως εξής: «α) Σε θέσεις που βρίσκονται σε καμπυλότητα ή αναστροφή κλίσης των οδών, εφόσον υφίσταται ορατότητα από απόσταση 100 (εκατό) μέτρων κατ’ ευθείαν γραμμή από το πλησιέστερο σημείο της εισόδου και της εξόδου του πρατηρίου επί του άξονα της πλησιέστερης λωρίδας κατά τη φορά κίνησης».
Η περίπτωση 3β του άρθρου 5 του π.δ. 1224/1981, τροποποιείται ως εξής: «β) Επί κόμβου, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. δ του άρθρου 2 του παρόντος, εφ’ όσον κατά την εκτίμηση της αρμόδιας για την οδό υπηρεσίας, είναι μικρού κυκλοφοριακού φόρτου. Αν ο κόμβος σηματοδοτείται ή είναι ενταγμένος στον άμεσο προγραμματισμό για σηματοδότηση από την αρμόδια υπηρεσία φωτεινής σηματοδότησης, το πλησιέστερο σημείο εισόδου ή εξόδου του πρατηρίου πρέπει να απέχει τριάντα (30) μέτρα τουλάχιστον από τον πλησιέστερο ιστό σηματοδότη ή από το πλησιέστερο σημείο τομής (επί του κόμβου) των ρυμοτομικών γραμμών. Ακόμη, αν υφίσταται φωτεινή σηματοδότηση διάβασης πεζών, το πλησιέστερο σημείο εισόδου ή εξόδου του πρατηρίου πρέπει να απέχει τριάντα (30) μέτρα τουλάχιστον από τον ιστό σηματοδότησης».
Άρθρο 28
Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του π.δ. 1224/1981, «4. Απαγορεύεται εντός της κυρίας εκτάσεως του πρατηρίου η στάθμευση βυτιοφόρων οχημάτων υγρών καυσίμων, πέραν του χρόνου που απαιτείται για τον ανεφοδιασμό από αυτά των δεξαμενών του πρατηρίου επιφυλασσομένων των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 11 του παρόντος».
Η παράγραφος 6 του άρθρου 6 του π.δ. 1224/1981, «6. Απαγορεύεται η εγκατάσταση πρατηρίου υγρών καυσίμων σε οποιοδήποτε χώρο πολυκατοικίας, όπως αυτή ορίζεται στην παρ. ε του άρθρου 2 του παρόντος ( άρθρο 3 παρ.4 του ν. 2465/1997, Α΄28). Επίσης, απαγορεύεται η εγκατάσταση πρατηρίου υγρών καυσίμων εφ’ όσον στο κτίριο άνωθεν του επιπέδου ή των επιπέδων που καταλαμβάνει το πρατήριο στεγάζονται οι προβλεπόμενες χρήσεις του άρθρου 4 του ν. 2801/2000 (Α΄ 46). Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2801/2000».
Η παράγραφος 8 του άρθρου 6 του π.δ. 1224/1981, «8. Κυρώνονται τα συνοδεύοντα το παρόν σχεδιαγράμματα διαμόρφωσης πρατηρίων, που συντάχθηκαν ως ενδεικτικά υποδείγματα αριθμημένα από 1 έως 13 τα οποία εφαρμόζονται για:
- α) Υποδείγματα ένα (1) έως και τρία (3). Τα υποδείγματα αυτά ισχύουν για μεσαία οικόπεδα όπως αυτά
ορίζονται στην παρ. στ του άρθρου 2 του παρόντος. Οι διαστάσεις στα υποδείγματα αυτά ορίζονται ως εξής: Το μήκος της τραπεζοειδούς νησίδας που διαμορφώνεται επί του πεζοδρομίου, μετρούμενο επί της ρυμοτομικής γραμμής, πρέπει να είναι έξι (6,00) μέτρα τουλάχιστον για πρατήρια που βρίσκονται σε δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και πέντε (5,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές και το ύψος της νησίδας από το κατάστρωμα της οδού ορίζεται σε δεκαπέντε (15) εκατοστά. Το εγκαρσίως προς τον άξονα εισόδου − εξόδου πλάτος του οδοστρώματος προσπελάσεως στο χώρο του πρατηρίου κυμαίνεται από τριάμιση (3,50) έως οκτώ (8,00) μέτρα. Οι γωνίες στροφής της εισόδου − εξόδου ως προς την οδό κυμαίνονται από τριάντα (30°) εως και εξήντα (60°) μοίρες. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από τη ρυμοτομική γραμμή και από το κράσπεδο του πεζοδρομίου του κτιρίου (σε περίπτωση διπλής προσπέλασης), ορίζεται σε τρία και μισό (3,50) μέτρα τουλάχιστον. Η απόσταση του σώματος των αντλιών ή των διανομέων από το μέσον της εισόδου − εξόδου επί της ρυμοτομικής γραμμής, ορίζεται σε πέντε (5,00) μέτρα τουλάχιστον για πρατήρια που βρίσκονται σε δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα (4,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές.
- β) Υποδείγματα που ισχύουν για γωνιακά οικόπεδα
όπως αυτά ορίζονται στην παρ. ζ΄ του άρθρου 2 του παρόντος.
- αα) Υποδείγματα τέσσερα (4), πέντε (5) και (5α), στα
οποία οι διαστάσεις ορίζονται ως εξής: Το μήκος της νησίδας που διαμορφώνεται επί του πεζοδρομίου σε κάθε οδό, μετρούμενο επί της ρυμοτομικής γραμμής είναι πέντε (5,00) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα (4,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές και το ύψος της νησίδας από το κατάστρωμα της οδού ορίζεται σε δεκαπέντε (15) εκατοστά. Το εγκαρσίως προς τον άξονα εισόδου − εξόδου πλάτος του οδοστρώματος προσπελάσεως στο χώρο του πρατηρίου κυμαίνεται από τριάμιση (3,50) έως οκτώ (8,00) μέτρα. Οι γωνίες στροφής της εισόδου − εξόδου ως προς την οδό κυμαίνονται από τριάντα (30ο) εως και εξήντα (60°) μοίρες. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από την νοητή γραμμή που συνδέει τα σημεία εκείνα της εισόδου − εξόδου, που βρίσκονται επί των ρυμοτομικών γραμμών και πλησιέστερα προς το σημείο τομής αυτών καθώς επίσης και η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από το κράσπεδο του πεζοδρομίου του κτιρίου σε περίπτωση διπλής προσπέλασης, ορίζονται σε τρία (3,00) μέτρα τουλάχιστον. Η απόσταση του σώματος των αντλιών ή των διανομέων από το μέσον της εισόδου και της εξόδου (σε περίπτωση διπλής προσπέλασης) επί της ρυμοτομικής γραμμής, ορίζεται σε πέντε (5,00) μέτρα τουλάχιστον για πρατήρια που βρίσκονται σε δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα (4,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές. Στο υπόδειγμα 5α η οδός, στην οποία διαμορφώνεται η έξοδος του πρατηρίου είναι μονόδρομος, με φορά προς το σημείο τομής των ρυμοτομικών γραμμών και το πλάτος οδοστρώματος της εξόδου κυμαίνεται από πέντε (5.00) έως επτά (7.00) μέτρα.
- ββ) Υποδείγματα έξι (6), (6α), (6β), (6γ), στα οποία οι
διαστάσεις ορίζονται ως εξής: Το μήκος της νησίδας μενο επί της ρυμοτομικής γραμμής είναι δέκα (10,00) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμο με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και οχτώ (8,00) μέτρα τουλάχιστον για τις λοιπές περιοχές. Το μήκος της νησίδας που διαμορφώνεται επί του πεζοδρομίου της οδού, στην οποία δημιουργείται η έξοδος του πρατηρίου, μετρούμενο επί της ρυμοτομικής γραμμής είναι πέντε (5,00) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμους, με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα (4,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές. Το ύψος της νησίδας από το κατάστρωμα της οδού ορίζεται σε δεκαπέντε (15) εκατοστά και για τις δύο οδούς. Το εγκαρσίως προς τον άξονα εισόδου − εξόδου πλάτος του οδοστρώματος προσπελάσεως στο χώρο του πρατηρίου κυμαίνεται από τριάμιση (3,50) έως οκτώ (8,00) μέτρα. Οι γωνίες στροφής της εισόδου − εξόδου ως προς την οδό κυμαίνονται από τριάντα (30ο) εως και εξήντα (60ο) μοίρες. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από τις ρυμοτομικές γραμμές ορίζεται σε τρία και μισό (3,50) μέτρα τουλάχιστον, σύμφωνα με το υπόδειγμα. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από το κράσπεδο του πεζοδρομίου του κτιρίου ορίζεται σε τρία και μισό (3,50) μέτρα τουλάχιστον σε περίπτωση μονής διέλευσης και σε πέντε και μισό (5,50) μέτρα τουλάχιστον σε περίπτωση διπλής διέλευσης. Η απόσταση του σώματος των αντλιών ή των διανομέων από το μέσον της εισόδου, επί της ρυμοτομικής γραμμής, ορίζεται σε έξι (6) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμους, με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και πέντε (5) μέτρα για τις λοιπές περιοχές. Στα υποδείγματα 6α και 6γ η οδός, στην οποία διαμορφώνεται η έξοδος του πρατηρίου είναι μονόδρομος, με φορά προς το σημείο τομής των ρυμοτομικών γραμμών και το πλάτος του οδοστρώματος εξόδου κυμαίνεται από πέντε (5,00) έως επτά (7,00) μέτρα.
- γγ) Υπόδειγμα επτά (7). Το υπόδειγμα αυτό εφαρμόζεται όταν η συμβάλλουσα οδός είναι αδιέξοδος και δεν
είναι δυνατή η εφαρμογή των υποδειγμάτων ένα (1) έως τρία (3). Στο υπόδειγμα αυτό οι διαστάσεις ορίζονται ως εξής: Το μήκος της νησίδας που διαμορφώνεται επί του πεζοδρομίου της οδού στην οποία δημιουργείται η είσοδος του πρατηρίου, μετρούμενο επί της ρυμοτομικής γραμμής είναι δέκα (10,00) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και οχτώ (8,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές. Το μήκος της νησίδας που διαμορφώνεται επί του πεζοδρομίου της οδού στην οποία δημιουργείται η έξοδος του πρατηρίου, μετρούμενο επί της ρυμοτομικής γραμμής είναι τρία (3,00) μέτρα τουλάχιστον, για όλες τις περιοχές του παρόντος διατάγματος. Το ύψος της νησίδας από το κατάστρωμα της οδού ορίζεται σε δεκαπέντε (15) εκατοστά. Το πλάτος του οδοστρώματος προσπελάσεως στο χώρο του πρατηρίου εγκάρσια προς τον άξονα της εισόδου κυμαίνεται από τρία και μισό (3,50) έως οκτώ (8,00) μέτρα και κάθετα στον άξονα της εξόδου κυμαίνεται από πέντε (5,00) έως επτά (7,00) μέτρα. Η γωνία στροφής της εισόδου ως προς την οδό κυμαίνεται από τριάντα (30°) εως και εξήντα (60°) μοίρες, ενώ η γωνία στροφής της εξόδου ορίζεται σε ενενήντα (90°) μοίρες. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από τη νοητή γραμμή που συνδέει τα σημεία εκείνα της εισόδου − εξόδου που βρίσκονται επί των ρυμοτομικών γραμμών και πλησιέστερα προς το σημείο τομής αυτών, ορίζεται σε τρία (3,00) μέτρα τουλάχιστον. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από το κράσπεδο του πεζοδρομίου του κτιρίου ορίζεται σε τρία και μισό (3,50) μέτρα. Η απόσταση του σώματος των αντλιών ή των διανομέων από το μέσον της εισόδου − εξόδου επί της ρυμοτομικής γραμμής, ορίζεται σε πέντε και μισό (5,50) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα και μισό (4,50) μέτρα για τις λοιπές περιοχές.
- γ) Υπόδειγμα οκτώ (8). Στο υπόδειγμα αυτό καθορίζονται οι ελάχιστες αποστάσεις από διασταυρώσεις οδών
για την εφαρμογή όλων των υποδειγμάτων διαμόρφωσης πρατηρίου υγρών καυσίμων του παρόντος διατάγματος και οι διαστάσεις σ’ αυτό ορίζονται ως εξής:
- αα) Η απόσταση μεταξύ του σημείου της εισόδου ή
εξόδου επί της κρασπεδικής γραμμής, που βρίσκεται πλησιέστερα προς το σημείο τομής των ρυμοτομικών γραμμών από την προβολή επί της κρασπεδικής γραμμής του σημείου τομής των ρυμοτομικών γραμμών ορίζεται σε πέντε (5,00) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμο, με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα (4,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές.
- ββ) Σε περιπτώσεις που η συμβάλλουσα οδός είναι
αδιαμόρφωτη είναι δυνατόν να εφαρμόζονται τα υποδείγματα ένα (1), δύο (2) και τρία (3) με απόσταση της εισόδου ή εξόδου, από το σημείο τομής των ρυμοτομικών γραμμών, μηδενική. Όμως μετά τη διάνοιξη της οδού είναι υποχρεωτική η διαμόρφωση του πρατηρίου σύμφωνα με τις ελάχιστες αποστάσεις του παρόντος υποδείγματος.
- δ) Υπόδειγμα εννέα (9). Το υπόδειγμα αυτό εφαρμόζεται σε περιπτώσεις πρατηρίων που διαμορφώνονται
με εσωτερική απότμηση πεζοδρομίου και εφ’ όσον το πλάτος του πεζοδρομίου για δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων είναι ίσο ή μεγαλύτερο των πέντε (5,00) μέτρων, στις δε λοιπές περιοχές είναι ίσο ή μεγαλύτερο των τεσσάρων (4,00) μέτρων. Στο υπόδειγμα αυτό οι διαστάσεις ορίζονται ως εξής: Το μήκος της άνω βάσης της τραπεζοειδούς νησίδας που διαμορφώνεται επί του πεζοδρομίου, μετρούμενο παράλληλα στην κρασπεδική γραμμή και σε απόσταση πέντε (5,00) μέτρων από αυτή ορίζεται σε πέντε (5,00) μέτρα τουλάχιστον για τις έδρες των δήμων, με πληθυσμό έδρας άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων. Το ίδιο μήκος ορίζεται σε τέσσερα (4,00) μέτρα τουλάχιστον για τις λοιπές περιοχές και μετράται επί της παράλληλης προς την κρασπεδική γραμμή και σε απόσταση τεσσάρων (4,00) μέτρων από αυτή. Το ύψος της νησίδας από το κατάστρωμα της οδού ορίζεται σε δέκα πέντε (15) εκατοστά. Το εγκαρσίως προς τον άξονα εισόδου − εξόδου πλάτος του οδοστρώματος προσπελάσεως στο χώρο του πρατηρίου κυμαίνεται από τρία και μισό (3,50) έως οκτώ (8,00) μέτρα. Οι γωνίες στροφής της εισόδου − εξόδου ως προς την οδό κυμαίνονται από τριάντα (30°) εως και εξήντα (60°) μοίρες. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από την άνω βάση της τραπεζοειδούς νησίδας και από το κράσπεδο του πεζοδρομίου του κτιρίου σε περίπτωση διπλής προσπέλασης ορίζεται σε τρία και μισό (3,50) μέτρα τουλάχιστον. Η απόσταση του σώματος των αντλιών ή των διανομέων από το μέσον της εισόδου − εξόδου, επί της δας ορίζεται σε πέντε (5,00) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις των πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμους, με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα (4,00) μέτρα για τις λοιπές περιοχές.
- ε) Υπόδειγμα δέκα (10). Σε διαμπερή οικόπεδα μπορούν να διαμορφωθούν ανεξάρτητοι είσοδοι − έξοδοι
σε κάθε οδό, σύμφωνα με τα υποδείγματα 1, 2, 3 και 9, τηρουμένων πάντοτε των ελάχιστων αποστάσεων του υποδείγματος 8. Επίσης μπορεί να διαμορφωθεί ανεξάρτητη είσοδος − έξοδος στη μία οδό και μόνο είσοδος ή μόνο έξοδος στην άλλη οδό. Σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και στην περίπτωση διαμόρφωσης μόνο εισόδου στη μία οδό και μόνο εξόδου στην άλλη οδό, εφαρμόζονται τα προηγούμενα υποδείγματα σε συνδυασμό με το παρόν υπόδειγμα, όπου οι διαστάσεις ορίζονται ως εξής: Το εγκαρσίως προς τον άξονα εισόδου − εξόδου πλάτος του οδοστρώματος προσπελάσεως στο χώρο του πρατηρίου κυμαίνεται από τρία και μισό (3,50) έως οκτώ (8,00) μέτρα. Οι γωνίες στροφής της εισόδου − εξόδου ως προς τις οδούς κυμαίνονται από τριάντα (30°) εως και εξήντα (60°) μοίρες. Η απόσταση του πλησιέστερου σημείου της νησίδας των αντλιών από τη νοητή ευθεία που ενώνει τα άκρα της εισόδου − εξόδου επί των ρυμοτομικών γραμμών προς το όριο του οικοπέδου και από το κράσπεδο του πεζοδρομίου του κτιρίου, σε περίπτωση διπλής προσπέλασης ορίζεται σε τρία και μισό (3,50) μέτρα τουλάχιστον. Η απόσταση του σώματος των αντλιών από το μέσον της εισόδου − εξόδου επί της ρυμοτομικής γραμμής ορίζεται σε πέντε (5) μέτρα τουλάχιστον για τις περιπτώσεις πρατηρίων που βρίσκονται σε δήμους με πληθυσμό άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων και τέσσερα (4) μέτρα για τις λοιπές περιοχές.
- στ) Υπόδειγμα έντεκα (11). Σε περιπτώσεις που στις
προτεινόμενες για ίδρυση πρατηρίων θέσεις υφίστανται ή προβλέπονται υποχρεωτικές επί των προσόψεων των ακινήτων παρόδιες στοές, εφαρμόζεται το παρόν υπόδειγμα. Στην περίπτωση αυτή η διαχωριστική γραμμή, του υπό την στοά δημόσιου χώρου από τον ιδιωτικό τοιούτο, επέχει θέση ρυμοτομικής γραμμής. Το μήκος της μικρής βάσης της κεντρικής τραπεζοειδούς νησίδας που διαμορφώνεται, μετρούμενο επί της σε εσοχή οικοδομικής γραμμής (του ισογείου), είναι τρία (3,00) μέτρα τουλάχιστον για όλες τις περιοχές. Το ύψος του τμήματος της τραπεζοειδούς νησίδας, που βρίσκεται υπό τη στοά, δεν δύναται να είναι διαφορετικό από αυτό του πεζοδρομίου για διευκόλυνση της κίνησης των διερχομένων πεζών. Το εγκαρσίως προς τον άξονα εισόδου − εξόδου πλάτος του οδοστρώματος προσπελάσεως στο χώρο του πρατηρίου κυμαίνεται από τρία και μισό (3,50) έως οκτώ (8,00) μέτρα. Οι γωνίες στροφής της εισόδου − εξόδου ως προς την οδό κυμαίνονται από τριάντα (30°) έως και εξήντα (60°) μοίρες. Η πλησιέστερη απόσταση της νησίδας των αντλιών από την άνω βάση της τραπεζοειδούς νησίδας και από το κράσπεδο του πεζοδρομίου του κτιρίου σε περίπτωση διπλής προσπέλασης, ορίζεται σε τρία και μισό (3,50) μέτρα τουλάχιστον. Στις περιπτώσεις των πρατηρίων υγρών καυσίμων, λόγω της ειδικής λειτουργικής διάταξης αυτών, δεν είναι απαραίτητη η υλοποίηση της στοάς, παράλληλα με την ανέγερση του κτιρίου του πρατηρίου».
Η παράγραφος 9 του άρθρου 6 του π.δ. 1224/1981, «9. Η στα ανωτέρω υποδείγματα θέση του κτιρίου του πρατηρίου και των τυχόν ανεξαρτήτων χώρων ή κτιρίων για την άσκηση συμπληρωματικών δραστηριοτήτων, καθώς και η θέση, η εν γένει διάταξη και το σχήμα και ο αριθμός των νησίδων που μπορούν να τοποθετηθούν στην κύρια έκταση του πρατηρίου (που ορίζεται από τα σημεία Α, Β, Γ, Δ) είναι ενδεικτικά και δύναται να ποικίλει, με σκοπό την επίτευξη της καλύτερης λειτουργικότητας. Στις περιπτώσεις που ολόκληρη η οικοπεδική έκταση διατίθεται για τη χρήση του πρατηρίου και προβλέπεται η δυνατότητα κίνησης των οχημάτων πέριξ του κτιρίου του πρατηρίου, πρέπει απαραίτητα να κατασκευασθεί γύρω από το κτίριο του πρατηρίου κράσπεδο πλάτους εβδομήντα πέντε εκατοστών (75) τουλάχιστον. Σε περίπτωση που το πέριξ του κτιρίου του πρατηρίου κράσπεδο χρησιμοποιείται για εγκατάσταση αντλιών ή διανομέων, το πλάτος του, τοπικά, πρέπει να είναι ένα (1,00) μέτρο τουλάχιστον. Η κλίση του δαπέδου στάθμευσης, στον παρά τη νησίδα αντλιών χώρο ανεφοδιασμού των οχημάτων και σε απόσταση δύο και μισό (2,50) μέτρα τουλάχιστον περιμετρικά αυτής, δεν υπερβαίνει το επτά τοις εκατό (7%), προς κάθε κατεύθυνση».
Η παράγραφος 10 του άρθρου 6 του π.δ. 1224/1981 «10. Σε περίπτωση ιδιόμορφων οικοπέδων (πολυγωνικών, διαμπερών κ.λπ.) προοριζομένων για την ίδρυση πρατηρίων, επί των οποίων καθίσταται ανέφικτη η ακριβής εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδιαγραμμάτων είναι δυνατή η διαμόρφωση των προσπελάσεων και των χώρων στάθμευσης των πρατηρίων διά συνδυασμού των εγκεκριμένων από το παρόν σχεδιαγραμμάτων τηρουμένων των ελαχίστων αποστάσεων. Επίσης είναι δυνατή η διαμόρφωση των προσπελάσεων (διάταξη εισόδου – εξόδου ) των πρατηρίων επί γωνιακών οικοπέδων διά συνδυασμού των εγκεκριμμένων από το παρόν σχεδιαγραμμάτων, τηρουμένων των ελαχίστων αποστάσεων με σκοπό την επίτευξη καλύτερης λειτουργικότητας και της καλύτερης εξυπηρέτησης της κυκλοφορίας».
Η παράγραφος 12 του άρθρου 6 του π.δ. 1224/1981, «12. Η κεντρική τραπεζοειδής νησίδα δύναται να επεκταθεί εσωτερικά της ρυμοτομικής γραμμής για τη διαμόρφωση χώρου πρασίνου ή για την τοποθέτηση κάθετης σήμανσης σχετικής με το πρατήριο, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η ελάχιστη απόσταση μεταξύ της νησίδας αυτής, όπως διαμορφώνεται τελικά, και της πλησιέστερης νησίδας των αντλιών ή των διανομέων ή του πεζοδρομίου του κτιρίου, σύμφωνα με τα παραπάνω υποδείγματα. Εάν στις προτεινόμενες για ίδρυση πρατηρίων θέσεις δεν έχουν διαμορφωθεί τα πεζοδρόμια ούτε ορίζεται το πλάτος αυτών, ύστερα από βεβαίωση της αρμόδιας αρχής, εφαρμόζονται τα εγκεκριμένα σχεδιαγράμματα, όπως αυτά προκύπτουν με διαμόρφωση πεζοδρομίου εις βάρος του οικοπέδου ελάχιστου πλάτους 1.00μ (υπόδειγμα 12). Στις περιπτώσεις που δεν είναι σαφώς καθορισμένη η ρυμοτομική γραμμή, αλλά έχουν ολοκληρωθεί οι απαλλοτριώσεις, η ρυμοτομική γραμμή καθορίζεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από την αρμόδια Πολεοδομική αρχή οπότε η τραπεζοειδής νησίδα διαμορφώνεται επί της ως άνω καθοριζόμενης ρυμοτομικής γραμμής. Σε περίπτωση που δεν έχουν ολοκληρωθεί οι απαλλοτριώσεις, η τραπεζοειδής νησίδα διαμορφώνεται επί του ήδη διαμορφωμένου πεζοδρομίου με την υποχρέωση προσαρμογής, σε περίπτωση διαπλάτυνσης, στη νέα ρυμοτομική γραμμή». αντίστοιχα μετατόπιση ή προσθήκη δεξαμενών ή αντικατάσταση αυτών στην ίδια θέση λειτουργούντος πρατηρίου επιτρέπεται κατόπιν προηγουμένης εγκρίσεως της αρμοδίας Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, η οποία εκδίδεται με την υποβολή των δικαιολογητικών που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 4 περίπτ. α΄, β΄, γ΄, και δ΄, χωρίς να απαιτείται άλλη διαδικασία ή άδεια από άλλη υπηρεσία. Για την αντικατάσταση των αντλιών ή διανομέων στην ίδια θέση δεν απαιτείται έγκριση της υπηρεσίας εάν οι τοποθετούμενες αντλίες ή διανομείς πληρούν τους όρους του παρόντος».
- Μετά την παράγραφο 14 του άρθρου 6 του π.δ. 1224/1981, προστίθενται παράγραφοι 15, 16 και 17, ως εξής:
«15. Η επιλογή του εγκαρσίως προς τον άξονα εισόδου – εξόδου πλάτους οδοστρώματος προσπέλασης στο χώρο του πρατηρίου, της γωνίας στροφής της εισόδου − εξόδου ως προς τις οδούς και του μήκους της τραπεζοειδούς νησίδας μετρουμένου επί της ρυμοτομικής γραμμής πρέπει να διευκολύνει την απρόσκοπτη είσοδο – έξοδο κάθε είδους οχήματος που πρόκειται να εξυπηρετήσει ο χώρος του πρατηρίου. Στα σχέδια, που θα υποβάλλονται προς έγκριση, θα πρέπει να εμφαίνονται τα ίχνη των τροχιών των οχημάτων αυτών». «16. Στις τραπεζοειδείς νησίδες εφ’ όσον διαμορφώνονται επί του πεζοδρομίου θα προβλέπεται διάδρομος πλάτους 1,00 μέτρου για διέλευση ατόμων με ειδικές ανάγκες. Η διαμόρφωσή τους θα γίνεται σύμφωνα με τις ισχύουσες τεχνικές προδιαγραφές». «17. Τα πρατήρια που χρησιμοποιούνται και για ανεφοδιασμό μικρών σκαφών, δύνανται να ιδρύονται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τις διατάξεις του νόμου «περί αιγιαλού και παραλίας», σε θέσεις κοντά σε προβλήτες σκαφών και μαρίνες, μετά και από σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής. Η συναίνεση της ανωτέρω υπηρεσίας είναι απαραίτητη, προκειμένου να χορηγηθεί η καταλληλότητα θέσης για την ίδρυση τέτοιου πρατηρίου».
Άρθρο 29
Το άρθρο 7 του π.δ. 1224/1981, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το οδόστρωμα προσπελάσεως και η επιφάνεια σταθμεύσεως προ ή εκατέρωθεν της νησίδας των αντλιών ή διανομέων, επιστρώνεται με πλάκα από σκυρόδεμα ή βιομηχανικό δάπεδο ή ασφαλτόστρωση ή άλλο κατάλληλο δομικό υλικό.
Για τη δημιουργία της εισόδου και της εξόδου του πρατηρίου υποβιβάζεται στις αντίστοιχες περιοχές η στάθμη του πεζοδρομίου ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής. Η άδεια απότμησης του πεζοδρομίου και υποβιβασμού της στάθμης του, χορηγείται από τον οικείο Δήμο, μετά από σχετική αίτηση.
Το πλάτος του οδοστρώματος της εισόδου − εξόδου εγκάρσια προς τον άξονα τους, κυμαίνεται από τρία και μισό (3,50) έως και οκτώ (8,00) μέτρα.
Τα όμβρια ύδατα, τα οποία συγκεντρώνονται στην κύρια έκταση του πρατηρίου, οδηγούνται στο ρείθρο της οδού, χωρίς παρεμβολή ειδικών οχετών συλλογής ή άλλων σχετικών διατάξεων απαγωγής όμβριων».
Άρθρο 30
Το άρθρο 17 του π.δ. 1224/1981, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Για την χορήγηση της άδειας ίδρυσης πρατηρίου υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία τα εξής δικαιολογητικά:
- α) Αίτηση του ενδιαφερομένου συνοδευόμενη από
αποδεικτικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει η παραχώρηση χρήσης του γηπέδου για ίδρυση πρατηρίου.
- β) Τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της περιοχής σε τέσσερα (4) αντίγραφα, σε κλίμακα ένα προς πεντακόσια
(1:500) και σε ακτίνα διακοσίων (200) μέτρων από τα όρια του οικοπέδου. Στο σχεδιάγραμμα σημειώνονται το οικόπεδο του πρατηρίου, η οικοδομική και ρυμοτομική γραμμή μόνο για το οικόπεδο του πρατηρίου και τα πλάτη των οδών (πεζοδρομίων, οδοστρωμάτων και διαχωριστικών νησίδων) καθώς και οι φορές των λωρίδων κυκλοφορίας, μόνο μπροστά από το πρατήριο. Σημειώνονται επίσης γενικά τα είδη των γειτονικών κτισμάτων και επακριβώς τυχόν ύπαρξη των εγκαταστάσεων και στοιχείων του άρθρου 5 και της παρ. 3 του άρθρου 6.
- γ) Γραμμάτιο κατάθεσης στην αρμόδια οικονομική
υπηρεσία τριάντα Ευρώ (30,00 €)
- δ) Υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος, που συντάσσεται
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, ότι: i. δεν καταδικάστηκε κατά την τελευταία οκταετία για νοθεία καυσίμων. ii. δεν καταδικάστηκε αμετάκλητα για ανυποταξία ή λιποταξία (άρθρο 53 του ν. 3421/2005 (Α΄ 302).
- ε) Υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος, που συντάσσεται
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.1599/1986, ότι έχει το νόμιμο δικαίωμα χρησιμοποίησης του ακινήτου, για την ίδρυση πρατηρίου.
- στ) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986
Διπλωματούχου Μηχανικού ή Τεχνολόγου Μηχανικού, στην οποία βεβαιώνεται ότι η θέση, όπου πρόκειται να εγκατασταθεί το πρατήριο, βρίσκεται σε περιοχή, στην οποία η χρήση δεν απαγορεύεται από τις ισχύουσες διατάξεις και ότι η θέση είναι κατάλληλη για την ίδρυση της εγκατάστασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις.
- ζ) Προκειμένου περί νομικού προσώπου, τα αντίστοιχα
κατά περίπτωση νομιμοποητικά έγγραφα
- η) Σχέδιο γενικής διάταξης και κυκλοφοριακής σύνδεσης σε τέσσερα (4) αντίγραφα, σε κλίμακα ένα προς
εκατό (1:100) ή ένα προς πενήντα (1:50), όπου φαίνεται η χωροθέτηση των διαφόρων κτιρίων και εγκαταστάσεων εντός του οικοπέδου του πρατηρίου καθώς και η κυκλοφοριακή σύνδεση του πρατηρίου με την οδό. Στο σχέδιο αυτό σημειώνονται επίσης τα υψόμετρα των δαπέδων σε χαρακτηριστικά σημεία του πρατηρίου, οι κλίσεις στο χώρο ανεφοδιασμού των οχημάτων και οι τροχιές των οχημάτων κατά την κίνηση τους εντός της κύριας έκτασης του πρατηρίου. Επίσης για τα κτίρια υπάρχει τουλάχιστον μία τομή και σημειώνονται όλα τα υλικά που χρησιμοποιούνται για τον φέροντα οργανισμό και τα στοιχεία πλήρωσης αυτών.
- θ) Σχέδιο ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων σε
τέσσερα (4) αντίγραφα σε κατάλληλη κλίμακα, ανάλογα με το μέγεθος της εγκατάστασης, που αφορούν στις εκτός των κτιρίων του πρατηρίου εγκαταστάσεις και στο οποίο απεικονίζονται με διαφορετικά χρώματα, προκειμένου να μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί η αρμονική συνύπαρξη τους και ταυτόχρονη καλή λειτουργία τους, οι εξής εγκαταστάσεις: ΦΕΚ 119 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1287 ρωσης δεξαμενών καθώς και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις
- ι) Σχέδια λεπτομερειών σε τέσσερα (4) αντίγραφα σε
κλίμακα ένα προς πενήντα (1:50) ή ένα προς είκοσι (1:20), των εξής εγκαταστάσεων: • Υπόγεια δεξαμενή υγρών καυσίμων. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει διαστάσεις της δεξαμενής, τρόπο τοποθέτησης με όλες τις σχετικές διαστάσεις είτε πρόκειται για ελεύθερη τοποθέτηση εντός του εδάφους ή για τοποθέτηση εντός περιβλήματος, εξαρτήματα και σωληνώσεις που συνδέονται με την δεξαμενή καθώς και τα υλικά πλήρωσης ή τον τρόπο συμπύκνωσης του περιβάλλοντος την δεξαμενή εδάφους. • Υπέργεια δεξαμενή πετρελαίου. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει διαστάσεις της δεξαμενής, τρόπο τοποθέτησης και όλες τις σχετικές διαστάσεις είτε πρόκειται για τοποθέτηση επί βάθρου ή για δεξαμενή με ενσωματωμένες βάσεις, εξαρτήματα και σωληνώσεις που συνδέονται με την δεξαμενή καθώς και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου της δεξαμενής. • Βορβοροσυλλέκτης − Βόθρος. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει διαστάσεις, υλικά και τρόπο κατασκευής και την μέθοδο διάθεσης των αποβλήτων. • Ανυψωτικά μηχανήματα. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει διαστάσεις των μηχανημάτων, τρόπο έδρασης και τρόπο ηλεκτρολογικής σύνδεσης. • Αυτόματα πλυστικά μηχανήματα. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει διαστάσεις των μηχανημάτων, τρόπο έδρασης και τρόπο υδραυλικής και ηλεκτρολογικής σύνδεσης. • Αεροσυμπιεστής. Το σχέδιο απαιτείται μόνο σε περίπτωση έδρασης επί αντικραδασμικής βάσης και περιλαμβάνει διαστάσεις και τρόπο έδρασης. • Κεντρικό σύστημα ηλεκτρονικής διαχείρισης καυσίμων. Το σχέδιο θα περιλαμβάνει την θέση της κεντρικής κονσόλας, σχηματική διάταξη του όλου συστήματος με τις αντίστοιχες καλωδιώσεις και τον τρόπο μεταφοράς των δεδομένων (modem). Τα σχεδιαγράμματα υποβάλλονται διπλωμένα σε μέγεθος Α4, υπογεγραμμένα από τον συντάξαντα αυτά σύμφωνα με τον νόμο διπλωματούχο μηχανικό ή τεχνολόγο μηχανικό, έχουν σημανθεί δεόντως και φέρουν υπόμνημα με τα στοιχεία του έργου, του αιτούντος και του μελετητή καθώς και υπόμνημα με τις Τεχνικές λεπτομέρειες της κατασκευής αν απαιτείται.
- ια) Τεχνική έκθεση για τις ηλεκτρομηχανολογικές
εγκαταστάσεις σε τρία (3) αντίγραφα στην οποία αναγράφονται στοιχεία σχετικά με την όλη δομή της εγκατάστασης, οι επί μέρους εγκαταστάσεις, τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται και ο τρόπος σύνδεσης και λειτουργίας τους, συνταγμένη και υπογεγραμμένη από τον σύμφωνα με τον νόμο υπεύθυνο διπλωματούχο μηχανολόγο μηχανικό ή υπομηχανικό ή πτυχιούχο τεχνολογικής εκπαίδευσης αντίστοιχης ειδικότητας.
- ιβ) Προϋπολογισμό δαπάνης σε τρία (3) αντίγραφα,
για την προμήθεια, εγκατάσταση και δοκιμή λειτουργίας όλου του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και εγκαταστάσεων του πρατηρίου, συνταγμένος και υπογεγραμμένος από τον σύμφωνα με τον νόμο υπεύθυνο διπλωματούχο μηχανολόγο μηχανικό ή Τεχνολόγο Μηχανικό αντίστοιχης ειδικότητας (ή διπλωματούχο Μηχ/κο ή Τεχνολόγο Μηχ/κό άλλης ειδικότητας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τα επαγγελματικά δικαιώματα).
- ιγ) Γραμμάτιο κατάθεσης στην αρμόδια οικονομική
υπηρεσία τριάντα Ευρώ (30,00 €) για κάθε αντλία ή διανομέα, συνυπολογιζομένου και του αρχικού παραβόλου. Το ισόποσο γραμμάτιο υποβάλλεται και στην περίπτωση ύπαρξης διακεκριμένου χώρου εγκατάστασης Πλυντηρίου − Λιπαντηρίου, ανεξάρτητα από τον μηχανολογικό εξοπλισμό.
- ιδ) Έγκριση απότμησης ή υποβιβασμού στάθμης πεζοδρομίου, η οποία εκδίδεται από την αρμόδια για την
οδό υπηρεσία. Σε περίπτωση που η υπηρεσία αυτή δεν είναι ο οικείος Δήμος ή Κοινότητα, για την έκδοση της έγκρισης αυτής θα απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του Δήμου ή της Κοινότητας. Εάν παρέλθει από την υποβολή του αιτήματος στην αρμόδια δημοτική αρχή, χρόνος μεγαλύτερος των 60 ημερών και δεν έχει δοθεί απάντηση, θεωρείται ότι είναι θετική και προχωρεί η διαδικασία χορήγησης της άδειας.
- ιε) Αποδεικτικό ενημερότητας της ετήσιας συνδρομής
του Διπλωματούχου Μηχανικού ή της Τεχνικής Εταιρείας προς το ΤΕΕ ή της αντίστοιχης συνδρομής του Τεχνολόγου Μηχανικού προς την ΕΕΕΜ και βεβαίωση καταβολής εισφορών στο ΤΣΜΕΔΕ.
Μετά την υποβολή και τον έλεγχο των κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαιολογητικών, διενεργείται αυτοψία από Τεχνικό της αρμόδιας Νομαρχιακής Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών, σύμφωνα με το πρόγραμμα της οικείας υπηρεσίας και πάντως πριν τη χορήγηση της άδειας ίδρυσης την οποία υποχρεούται να εκδόσει η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση εντός 60 ημερών από την υποβολή της αίτησης. Σε περίπτωση καταγγελίας για ακαταλληλότητα της θέσης ίδρυσης της εγκατάστασης η αυτοψία πραγματοποιείται το ταχύτερο δυνατό και πάντως όχι πέραν των 10 ημερών. Κατά την αυτοψία ο αρμόδιος υπάλληλος ελέγχει την προτεινόμενη θέση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και συμπληρώνει ειδικό έντυπο αυτοψίας, το οποίο φυλάσσεται στον οικείο φάκελο».
Σε περιπτώσεις που προκύπτει από τα υποβαλλόμενα σχέδια η ακαταλληλότητα της προτεινόμενης θέσης για ίδρυση πρατηρίου, είτε για λόγους αναφερόμενους στις διαστάσεις του διατιθέμενου οικοπέδου, είτε για άλλους λόγους (θέση, γειτνιάζουσες εγκαταστάσεις) παρέλκει η διενέργεια αυτοψίας.
Η άδεια ίδρυσης χορηγείται εντός 60 ημερών από την υποβολή της αίτησης υπό την προϋπόθεση προγενέστερης υποβολής των κάτωθι συμπληρωματικών αποδεικτικών:
- α) Αποδεικτικού κατάθεσης στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (ΤΕΕ) ή στα παραρτήματά του ή στην
εξουσιοδοτημένη από το ΤΕΕ Τράπεζα, της αμοιβής του συντάξαντος τη μελέτη του κατά νόμο μηχανικού ή υπομηχανικού κατά τη διαδικασία την οριζόμενη από το από 30.5.1956 – 31.5.1956 Β. Δ/τος, «περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει» και των μεταγενέστερων τροποποιήσεών του.
- β) Αποδεικτικού κατάθεσης:
- αα) Επί της αμοιβής του μηχανικού για την εκπόνηση της τεχνικής μελέτης και την επίβλεψη των πάσης
φύσης μηχανολογικών εγκαταστάσεων του ιδρυθέντος πρατηρίου από το α.ν. 2326/1940 «περί Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων ΄Εργων (ΤΣΜΕΔΕ)» και ν. 546/1943 «περί των εσόδων της περιουσίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου» οριζόμενου ποσοστού σε δύο τοις εκατό (2%) υπέρ του Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων ΄Ερ
- ββ) Επί του προϋπολογισμού της κατά τη προηγούμενη υποπερίπτωση δαπάνης των μηχανολογικών εγκαταστάσεων ποσοστού ένα τοις χιλίοις υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ
και μισό τοις χιλίοις υπέρ του ΕΜΠ.
- γ) Αποδεικτικού προκαταβληθέντος φόρου σε δημόσιο
ταμείο επί τοις αμοιβής του διπλωματούχου μηχανικού ή υπομηχανικού για τη μελέτη των εγκαταστάσεων του πρατηρίου. Αρμόδιοι για την κατά την θεώρηση των σχετικών πινακιδίων αμοιβής των μηχανικών καθώς και για την έκδοση των σχετικών εντολών καταβολής κρατήσεων υπέρ του δημοσίου ή υπέρ τρίτων είναι για την περιοχή του Νομού Αττικής, το ΤΕΕ, για τις λοιπές περιοχές οι διευθύνσεις τεχνικών υπηρεσιών των νομών όπου δεν υπάρχουν παραρτήματα του ΤΕΕ. Μόνη η πάροδος της προθεσμίας των 60 ημερών από την υποβολή της αιτήσεως και των απαιτουμένων δικαιολογητικών, δεν αρκεί για τη συνέχιση της χορηγήσεως της άδειας ιδρύσεως.
Επιτρέπεται η χορήγηση άδειας ίδρυσης πρατηρίου με περισσότερες από μία αντλίες ή με πλυντήριο − λιπαντήριο, με την ίδια απόφαση. Επιτρέπεται επίσης η άδεια ίδρυσης να χορηγείται χωριστά για τις εγκαταστάσεις του πρατηρίου υγρών καυσίμων και χωριστά για τα πλυντήρια − λιπαντήρια που υφίστανται σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση για τα Πλυντήρια − Λιπαντήρια ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις του αντίστοιχου διατάγματος.
Η άδεια ίδρυσης με πλήρη σειρά εγκεκριμένων σχεδιαγραμμάτων κοινοποιείται οπωσδήποτε στο αρμόδιο για την χορήγηση της άδειας πολεοδομικό γραφείο, στον ενδιαφερόμενο και στην αρμόδια για την οδό υπηρεσία που θα χορηγήσει τη συναίνεση της κυκλοφοριακής σύνδεσης για την άδεια λειτουργίας. Επίσης η άδεια ίδρυσης κοινοποιείται και στο οικείο αστυνομικό τμήμα χωρίς σχεδιαγράμματα.
Η άδεια ίδρυσης είναι διάρκειας δύο (2) ετών και μπορεί να παραταθεί για δύο (2) έτη ακόμη, εφ’ όσον υποβληθεί πριν τη λήξη της προθεσμίας σχετική αίτηση συνοδευόμενη από υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος μηχανικού, ότι δεν έχουν περατωθεί οι εργασίες κατασκευής της οικοδομής ή της διαμόρφωσης του προ του πρατηρίου χώρου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να δοθεί πρόσθετη παράταση για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών ακόμη, μετά τη λήξη της παράτασης για ολοκλήρωση των εργασιών. Αίτηση παράτασης της άδειας ίδρυσης που υποβάλλεται εκπρόθεσμα θεωρείται ως νέα αίτηση για την εξ υπαρχής χορήγηση άδειας ίδρυσης. Σε αυτήν την περίπτωση υποβάλλονται όλα τα δικαιολογητικά των εδαφίων α, γ, δ, ε και στ της παρ.1 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι για αποδεδειγμένους λόγους ανωτέρας βίας δεν κατέστη δυνατή η έναρξη των εργασιών ή η ολοκλήρωση της κατασκευής του πρατηρίου, η άδεια ίδρυσης παρατείνεται για το διάστημα, που υπήρχαν οι λόγοι ανωτέρας βίας».
Άρθρο 31
Για πρατήρια υγρών καυσίμων που μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος έτυχαν έγκρισης κυκλοφοριακής σύνδεσης ή άδειας ίδρυσης, προωθούνται οι σχετικές διαδικασίες μέχρι του τελικού σταδίου χορήγησης άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις προγενέστερες διατάξεις, με την ρητή υποχρέωση, εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών από της ισχύος του παρόντος, να προσαρμοσθούν με τις διατάξεις του, εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του παρόντος.
Για την προσαρμογή στη παρ.6 του άρθρου 9 του παρόντος που αναφέρεται στο σύστημα ελέγχου διαρροών, των πρατηρίων που λειτουργούν ή έτυχαν άδειας ίδρυσης μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος χορηγείται προθεσμία δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Πρατήρια υγρών καυσίμων, τα οποία διαθέτουν άδεια λειτουργίας σε ισχύ, αλλά το οικόπεδο ή γήπεδό τους προορίζεται για κοινόχρηστο χώρο ή για ανέγερση εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας, συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι την ημερομηνία συντέλεσης της απαλλοτρίωσης.
Για όλα τα πρατήρια υγρών καυσίμων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2801/2000 (Α΄ 46).
Για πρατήρια υγρών καυσίμων που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης ή λειτουργίας σε χρόνο προγενέστερο από τυχόν άδειες που χορηγούνται σε εγκαταστάσεις οι οποίες εμπίπτουν στην περιπτώση 2 γ του άρθρου 5 του π.δ. 1224/1981( άρθρο 3 του ν.2465/1997), στη πρώτη μεν περίπτωση ( μόνο η άδεια ίδρυσης) προωθούνται οι σχετικές διαδικασίες μέχρι του τελικού σταδίου της χορηγήσεως της άδειας λειτουργίας, στη δεύτερη δε περίπτωση (με άδεια λειτουργίας) αυτά συνεχίζουν κατ’ αρχάς τη λειτουργία τους, ακόμα και εάν απέχουν από τις μεταγενέστερες αυτές εγκαταστάσεις απόσταση μικρότερη από την προβλεπόμενη στη παραπάνω διάταξη, υπό την επιφύλαξη ότι δεν ορίζεται το αντίθετο από ισχύουσες πολεοδομικές ή άλλες διατάξεις. Δύναται όμως η Διοίκηση να ανακαλέσει την άδεια του πρατηρίου εάν κρίνεται αναγκαία η εγκατάσταση στη συγκεκριμένη θέση κτηρίου κοινής ωφέλειας .Τα παραπάνω δεν ισχύουν εάν κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας ίδρυσης ή λειτουργίας του πρατηρίου η θέση της μη συμβατής με το πρατήριο εγκατάστασης ( π.χ εκπαιδευτήριο, νοσηλευτήριο ) είχε καθοριστεί σε συγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο. ΄Αρθρο 32 Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος τα παραρτήματα Α−1, Β−1, Γ−1, Δ−1, Τ−1, 1,2,3,4,5,5α,6,6α,6β,6γ, 7,8,9,10,11 και 12.
Άρθρο 33
Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών αναθέτουμε τη δημοσίευση του παρόντος. Αθήνα, 8 Ιουνίου 2006
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΥΦΥΠ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΠΕΖΑΣ ΓΕΩΡΓ. ΣΟΥΦΛΙΑΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΙΑΠΗΣ
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)