Νόμοι — ΦΕΚ A' 13/2026

Type Νόμος
Publication 2026-02-02
Τελευταία ενημέρωση 2026-01-30
State In force
Source ΦΕΚ
articles Not indexed
Reform history JSON API
2.

Ως «Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που είναι πελάτης Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της διενέργειας Σχετικών Συναλλαγών. Φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα, πλην Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ή Παρόχου Δηλούντων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, που ενεργεί ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου φυσικού προσώπου ή Οντότητας ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή διαμεσολαβητής, δεν αντιμετωπίζεται ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων και το εν λόγω άλλο φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα αντιμετωπίζεται ως Χρήστης Κρυπτοστοιχείων. Όταν ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων παρέχει υπηρεσία με την οποία πραγματοποιεί Δηλωτέες Συναλλαγές Πληρωμών Λιανικής για λογαριασμό ή εκ μέρους εμπόρου, ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων πρέπει επίσης να αντιμετωπίζει τον πελάτη που είναι αντισυμβαλλόμενος του εμπόρου για την εν λόγω Δηλωτέα Συναλλαγή Λιανικών Πληρωμών ως Χρήστη Κρυπτοστοιχείων όσον αφορά την εν λόγω Δηλωτέα Συναλλαγή Πληρωμών Λιανικής, υπό την προϋπόθεση ότι ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων υποχρεούται να επαληθεύει την ταυτότητα του εν λόγω πελάτη δυνάμει της Δηλωτέας Συναλλαγής Πληρωμών Λιανικής σύμφωνα με τους εγχώριους κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

3.

Ως «Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι φυσικό πρόσωπο.

4.

Ως «Προϋπάρχων Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται Ιδιώτης Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2025.

5.

Ως «Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται ο Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που είναι Οντότητα.

6.

Ως «Προϋπάρχουσα Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων» νοείται μια Οντότητα - Χρήστης Κρυπτοστοιχείων που έχει συνάψει σχέση με τον Δηλούντα Πάροχο Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2025.

7.

Ως «Δηλωτέο Πρόσωπο» νοείται Δηλωτέο Πρόσωπο Δικαιοδοσίας διαφορετικό από το Εξαιρούμενο Πρόσωπο.

8.

Ως «Πρόσωπο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας» νοείται Οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που κατοικεί σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της εν λόγω δικαιοδοσίας, ή περιουσία θανόντος που ήταν κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτόν, Οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.

9.

Ως «Δηλωτέα Δικαιοδοσία» νοείται κάθε δικαιοδοσία:

  • α) με την οποία μια συμφωνία ή ρύθμιση ισχύει δυνάμει της οποίας η Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει τις

πληροφορίες που προσδιορίζονται στο άρθρο πέμπτο όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα που διαμένουν στην εν λόγω δικαιοδοσία, και

  • β) η οποία προσδιορίζεται ως τέτοια σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ελλάδα.
10.

Ως «Ελέγχοντα Πρόσωπα» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο σε μια Οντότητα. Στην περίπτωση ενός καταπιστεύματος, ο όρος αυτός σημαίνει τον ιδρυτή ή τους ιδρυτές, τον ή τους καταπιστευματοδόχους, τους προστάτες, εάν υπάρχουν, τον δικαιούχο ή τους δικαιούχους ή την κατηγορία δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα που ασκούν τελικό αποτελεσματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος, και στην περίπτωση μιας νομικής ρύθμισης εκτός του καταπιστεύματος, ο όρος αυτός σημαίνει πρόσωπα σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή με τις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012, όπως επικαιροποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2019 σχετικά με τους παρόχους υπηρεσιών εικονικών περιουσιακών στοιχείων.

11.

Ως «Ενεργή Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα που πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:

  • α) λιγότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι παθητικό εισόδημα και λιγότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των

περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η Οντότητα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος είναι περιουσιακά στοιχεία που παράγουν ή κατέχονται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος,

  • β) ουσιαστικά, όλες οι δραστηριότητες της Οντότητας συνίστανται στην κατοχή, εν όλω ή εν μέρει, των

εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μιας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές. Στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί Οντότητα η οποία λειτουργεί ή εμφανίζεται ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο, εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς,

  • γ) η Οντότητα δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται

στην Οντότητα μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημερομηνία της αρχικής σύστασης της Οντότητας,

  • δ) η Οντότητα δεν ήταν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την τελευταία πενταετία και βρίσκεται σε διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να

δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων,

  • ε) η Οντότητα ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για Συνδεδεμένες Οντότητες που δεν είναι Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης

ή αντιστάθμισης κινδύνου σε οποιαδήποτε Οντότητα που δεν είναι Συνδεδεμένη Οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας Συνδεδεμένης Οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, ή

  • στ) η Οντότητα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i. είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί στη δικαιοδοσία κατοικίας της αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς, είτε είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί στη δικαιοδοσία όπου έχει την κατοικία της και είναι επαγγελματική οργάνωση, ένωση επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργασίας, γεωργική ή κηπευτική οργάνωση, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προώθηση της κοινωνικής πρόνοιας, ii. απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία της κατοικίας της, iii. δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων, iv. η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της Οντότητας σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική Οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελός τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της Οντότητας ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η Οντότητα, και v. η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή τα συστατικά έγγραφα της Οντότητας απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας σε Κρατική Οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στην κυβέρνηση της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η Οντότητα ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση. Ε. Εξαιρούμενο Πρόσωπο

1.

Ως «Εξαιρούμενο Πρόσωπο» νοείται:

  • α) Οντότητα της οποίας οι μετοχές αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών,
  • β) κάθε Οντότητα που είναι Συνδεδεμένη Οντότητα μιας Οντότητας της υποπερ. α΄,
  • γ) μια Κρατική Οντότητα,
  • δ) ένας Διεθνής Οργανισμός,
  • ε) μια Κεντρική Τράπεζα, ή
  • στ) ένα Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα διαφορετικό από μια Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην

υποπερ. β΄ της περ. 5.

2.

Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται ένα Ίδρυμα Θεματοφυλακής, ένα Ίδρυμα Καταθέσεων, μια Επενδυτική Οντότητα ή μια Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.

3.

Ως «Ίδρυμα Θεματοφυλακής» νοείται κάθε Οντότητα που κατέχει, ως σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της, Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία για λογαριασμό τρίτων. Μια Οντότητα κατέχει Χρηματοοικονομικά Περιουσιακά Στοιχεία για λογαριασμό άλλων ως σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της, εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας που αναλογεί στην κατοχή Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων και συναφών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ισούται ή υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας κατά τη διάρκεια της μικρότερης από:

  • α) την τριετή περίοδο που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας

λογιστικής περιόδου, πριν από το έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται ο προσδιορισμός, ή

  • β) την περίοδο κατά την οποία υφίσταται η Οντότητα.
4.

Ως «Ίδρυμα Καταθέσεων» νοείται κάθε Οντότητα η οποία:

  • α) δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων, ή
  • β) κατέχει Συγκεκριμένα Προϊόντα Ηλεκτρονικού Χρήματος ή Ψηφιακά Νομίσματα Κεντρικών Τραπεζών

προς όφελος των πελατών.

5.

Ως «Επενδυτική Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα:

  • α) που ασκεί πρωτίστως ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για

λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη: i. συναλλαγές σε μέσα χρηματαγοράς, σε συνάλλαγμα, σε μέσα συναλλάγματος, επιτοκίων και δεικτών, μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, ή μελλοντικές συναλλαγές εμπορευμάτων, ii. διαχείριση ατομικών και συλλογικών χαρτοφυλακίων, ή iii. άλλως επένδυση, διοίκηση ή διαχείριση Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό άλλων προσώπων, ή

  • β) της οποίας το ακαθάριστο εισόδημα αποδίδεται πρωτίστως στην επένδυση, επανεπένδυση ή εμπορία

Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων, εάν η Οντότητα τελεί υπό τη διαχείριση άλλης Οντότητας που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα που περιγράφεται στην υποπερ. α΄. Μια Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί πρωτίστως ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που περιγράφονται στην υποπερ. α΄ ή το ακαθάριστο εισόδημα μιας Οντότητας αποδίδεται κυρίως στην επένδυση, επανεπένδυση ή εμπορία Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για τους σκοπούς της παρούσας, εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας που αναλογεί στις σχετικές δραστηριότητες ισούται ή υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του ακαθάριστου εισοδήματος της Οντότητας κατά τη διάρκεια του μικρότερου από: i) την τριετή περίοδο που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους κατά το οποίο έγινε η διαπίστωση, ή ii) την περίοδο κατά την οποία υφίσταται η Οντότητα. Για τους σκοπούς του στοιχείου iii της υποπερ. α΄, ο όρος «άλλως επένδυση, διοίκηση ή διαχείριση Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, χρημάτων ή Σχετικών Κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό άλλων προσώπων» δεν περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιούν Συναλλαγές Ανταλλαγής εκ μέρους ή για λογαριασμό πελατών. Ο όρος «Επενδυτική Οντότητα» δεν περιλαμβάνει Οντότητα που είναι Ενεργή Οντότητα επειδή πληροί οποιοδήποτε από τα κριτήρια των υποπερ. β΄ έως ε της περ. 11 της παρ. Δ. Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την παρεμφερή διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του «χρηματοπιστωτικού οργανισμού» στις Συστάσεις της FATF (Ειδική Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης) του 2012.

6.

Ως «Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία» νοείται κάθε Οντότητα που είναι ασφαλιστική εταιρεία ή εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία, που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.

7.

Ως «Κρατική Οντότητα» νοείται η κυβέρνηση μιας δικαιοδοσίας, οποιαδήποτε πολιτική υποδιαίρεση μιας δικαιοδοσίας (η οποία, για την αποφυγή αμφιβολιών, περιλαμβάνει ένα κράτος, επαρχία, περιφέρεια ή δήμο) ή οποιαδήποτε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα μιας δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσότερων από τα παραπάνω. Αυτή η κατηγορία αποτελείται από τα συνιστώντα μέρη, τις ελεγχόμενες οντότητες και τις πολιτικές υποδιαιρέσεις μιας δικαιοδοσίας.

  • α) Ως «συνιστών μέρος» μιας δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο,

όργανο ή άλλος φορέας, ανεξάρτητα από τον ορισμό του, που αποτελεί διοικούσα αρχή μιας δικαιοδοσίας. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πρέπει να πιστώνονται σε δικό της λογαριασμό ή σε άλλους λογαριασμούς της δικαιοδοσίας, χωρίς κανένα μέρος να αποβαίνει προς όφελος οποιουδήποτε ιδιώτη. Ένα συνιστών μέρος δεν περιλαμβάνει φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

  • β) Ως «ελεγχόμενη οντότητα» νοείται μια Οντότητα που είναι χωριστή ως προς τη μορφή της από τη δικαιοδοσία ή που συνιστά με άλλο τρόπο χωριστή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:

i. η Οντότητα ανήκει εξ ολοκλήρου και ελέγχεται από μία ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες άμεσα ή μέσω μίας ή περισσότερων ελεγχόμενων οντοτήτων, ii. τα καθαρά έσοδα της Οντότητας πιστώνονται στον δικό της λογαριασμό ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσότερων Κρατικών Οντοτήτων, χωρίς μέρος του εισοδήματός της να καταλήγει προς όφελος οποιουδήποτε ιδιώτη, και iii. τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας περιέρχονται σε μία ή περισσότερες Κρατικές Οντότητες κατά τη διάλυσή της.

  • γ) Το εισόδημα δεν αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι ενός κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται για το ευρύ κοινό

σε σχέση με την κοινή ευημερία ή σχετίζονται με τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της κυβέρνησης. Παρά τα ανωτέρω, ωστόσο, το εισόδημα θεωρείται ότι αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών εάν προέρχεται από τη χρήση μιας κρατικής οντότητας για τη διεξαγωγή μιας εμπορικής δραστηριότητας, όπως μια εμπορική τραπεζική δραστηριότητα, η οποία παρέχει χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.

8.

Ως «Διεθνής Οργανισμός» νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητά του. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει κάθε διακυβερνητικό οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου ενός υπερεθνικού οργανισμού: α) που αποτελείται κυρίως από κυβερνήσεις, β) που έχει συνάψει συμφωνία έδρας ή ουσιαστικά παρόμοια συμφωνία με τη δικαιοδοσία, και γ) του οποίου το εισόδημα δεν αποβαίνει προς όφελος ιδιωτών.

9.

Ως «Κεντρική Τράπεζα» νοείται ίδρυμα το οποίο, βάσει νόμου ή κυβερνητικής κύρωσης, αποτελεί την κύρια αρχή, εκτός από την κυβέρνηση της ίδιας της δικαιοδοσίας, η οποία εκδίδει τίτλους προοριζόμενους να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Ένα τέτοιο ίδρυμα μπορεί να περιλαμβάνει όργανο χωριστό από την κυβέρνηση της δικαιοδοσίας, είτε ανήκει εν όλω είτε όχι στη δικαιοδοσία.

10.

Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» περιλαμβάνονται οι τίτλοι (όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών, εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα· γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής), εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής, ασφαλιστήρια συμβόλαια ή συμβόλαια προσόδων, ή κάθε δικαίωμα επί τίτλου, Σχετικού Κρυπτοστοιχείου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ή Συμβολαίου Προσόδων. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.

11.

Ως «Συμμετοχικό Δικαίωμα» νοείται, στην περίπτωση προσωπικής εταιρείας που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών της εταιρείας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, συμμετοχικό δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Το Δηλωτέο Πρόσωπο λογίζεται δικαιούχος καταπιστεύματος εάν έχει το δικαίωμα να λαμβάνει άμεσα ή έμμεσα υποχρεωτική διανομή ή μπορεί να λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.

12.

Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο» νοείται ένα συμβόλαιο, εκτός από Συμβόλαιο Προσόδων, βάσει του οποίου ο εκδότης συμφωνεί να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένου απρόβλεπτου γεγονότος που συνεπάγεται θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.

13.

Ως «Συμβόλαιο Προσόδων» νοείται ένα συμβόλαιο βάσει του οποίου ο εκδότης συμφωνεί να πραγματοποιεί πληρωμές για χρονικό διάστημα που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων ατόμων. Ο όρος περιλαμβάνει επίσης συμβόλαια που θεωρούνται Συμβόλαια Προσόδων σύμφωνα με τον νόμο, τον κανονισμό ή την πρακτική της δικαιοδοσίας στην οποία εκδόθηκε το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο εκδότης συμφωνεί να πραγματοποιεί πληρωμές για περίοδο ετών.

14.

Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς» νοείται ένα Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, εκτός από ένα αντασφαλιστικό συμβόλαιο αποζημίωσης μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών, που έχει Αξία Εξαγοράς.

15.

Ως «Αξία Εξαγοράς» νοείται το μεγαλύτερο από:

  • α) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο αντισυμβαλλόμενος κατά την παραίτηση ή τη λύση της σύμβασης,

που καθορίζεται χωρίς μείωση για οποιαδήποτε επιβάρυνση εξαγοράς ή δάνειο ασφαλιστηρίου και

  • β) το ποσό που μπορεί να δανειστεί ο αντισυμβαλλόμενος βάσει της σύμβασης ή σε σχέση με αυτή. Παρά τα

ανωτέρω, ο όρος «Αξία Εξαγοράς» δεν περιλαμβάνει ποσό πληρωτέο βάσει ενός Ασφαλιστήριου Συμβολαίου: i. αποκλειστικά λόγω θανάτου ατόμου ασφαλισμένου βάσει σύμβασης ασφάλισης ζωής, ii. ως παροχή σωματικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που παρέχει αποζημίωση για οικονομική ζημία που προκλήθηκε κατά την επέλευση του ασφαλισμένου γεγονότος, iii. ως επιστροφή προηγουμένως καταβληθέντος ασφαλίστρου, αφαιρουμένου του κόστους των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, είτε έχουν πράγματι επιβληθεί είτε όχι, βάσει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, εκτός από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ή προσόδου που συνδέεται με επενδύσεις, λόγω ακύρωσης ή καταγγελίας του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κίνδυνο κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου ή που προκύπτει από διόρθωση καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος όσον αφορά το ασφάλιστρο του συμβολαίου, iv. ως μέρισμα κατόχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εκτός από μέρισμα τερματισμού, εφόσον το μέρισμα αφορά Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο βάσει του οποίου οι μόνες καταβλητέες παροχές περιγράφονται στην παρούσα υποπερίπτωση ή v. ως επιστροφή προκαταβολής ασφαλίστρου ή κατάθεσης ασφαλίστρου για Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό της προκαταβολής ασφαλίστρου ή της κατάθεσης ασφαλίστρου δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα καταβληθεί βάσει του συμβολαίου. ΣΤ. Διάφορα

1.

Ως «Δικαιοδοσία Εταίρου» νοείται κάθε δικαιοδοσία που έχει θεσπίσει ισοδύναμες νομικές απαιτήσεις και περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ελλάδα.

2.

Ως «Διαδικασίες Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες/Γνώρισε τον Πελάτη σου (AML/KYC)» νοούνται οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τις απαιτήσεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή παρόμοιες απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται ο εν λόγω Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων.

3.

Ως «Οντότητα» νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, προσωπική εταιρεία, καταπίστευμα ή ίδρυμα.

4.

Μια Οντότητα είναι «Συνδεδεμένη Οντότητα» άλλης Οντότητας εάν μία από τις δύο Οντότητες ελέγχει την άλλη Οντότητα ή οι δύο Οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο. Για τον σκοπό αυτόν, ο έλεγχος περιλαμβά νει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου και της αξίας της Οντότητας.

5.

Ως «ΑΦΜ» νοείται ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει Αριθμού Φορολογικού Μητρώου.

6.

Ως «Υποκατάστημα» νοείται μονάδα, επιχείρηση ή γραφείο Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων που αντιμετωπίζεται ως υποκατάστημα βάσει του ρυθμιστικού καθεστώτος δικαιοδοσίας ή ρυθμίζεται άλλως βάσει της νομοθεσίας μιας δικαιοδοσίας ως χωριστή από άλλα γραφεία, μονάδες ή υποκαταστήματα του Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων. Όλες οι μονάδες, οι επιχειρήσεις ή τα γραφεία ενός Δηλούντος Παρόχου Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων σε μία μόνο δικαιοδοσία αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο υποκατάστημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Β’ Άρθρο όγδοο Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ορίζεται ο κατάλογος με τις Δικαιοδοσίες των Αρμόδιων Αρχών σε σχέση με τις οποίες η Ελλάδα προτίθεται να θέσει σε ισχύ την Πολυμερή Συμφωνία Αρμοδίων Αρχών (ΠΣΑΑ) σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 1 του Τμήματος 7 αυτής, καθώς και κάθε τροποποίηση του καταλόγου.

2.

Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), καθορίζονται:

  • α) Η αρμόδια αρχή στην οποία ο Δηλών Πάροχος Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στην περ. 1

της παρ. Β του άρθρου έβδομου, υποβάλλει τις πληροφορίες του άρθρου πέμπτου, σύμφωνα με τους κανόνες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου.

  • β) Οι διαδικασίες για την εξαίρεση των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται

στην περ. 1 της παρ. Β του άρθρου έβδομου, από την υποχρέωση ολοκλήρωσης των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας των άρθρων πέμπτου και έκτου, σύμφωνα με τις παρ. Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, και Η του άρθρου τέταρτου.

  • γ) Οι διαδικασίες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις απαιτήσεις υποβολής στοιχείων και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα

άρθρα πέμπτο και έκτο.

  • δ) Οι διαδικασίες για επακόλουθες ενέργειες έναντι των Δηλούντων Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων,

όταν υποβάλλονται ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία.

  • ε) Τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση από τους Δηλούντες Παρόχους Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων, αρχείων

σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και πληροφορίες στις οποίες βασίζονται για την τήρηση των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα άρθρα πέμπτο και έκτο, για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά, τον χρόνο και τον τρόπο τήρησής τους, καθώς και για την υποβολή των ανωτέρω στοιχείων στην αρμόδια αρχή.

  • στ) Κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την αποτελεσματική εφαρμογή και συμμόρφωση των Δηλούντων

Παρόχων Υπηρεσιών Κρυπτοστοιχείων με τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που επιβάλλονται στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων που σχετίζονται με τον χρόνο και τρόπο υποβολής στοιχείων στην αρμόδια αρχή.

3.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. εκδίδεται και επικαιροποιείται ο κατάλογος για τις Δηλωτέες Δικαιοδοσίες προς τις οποίες η Ελλάδα υποχρεούται να παρέχει τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στο άρθρο πέμπτο, όσον αφορά τα Δηλωτέα Πρόσωπα που κατοικούν στις εν λόγω δικαιοδοσίες, σύμφωνα με την περ. 9 της παρ. Δ του άρθρου έβδομου.

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ Άρθρο ένατο Έναρξη ισχύος

1.

Με την επιφύλαξη της παρ. 2, ο παρών νόμος ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και της Συμφωνίας που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋποθέσεων της παρ. 2 του Τμήματος 7 αυτής.

2.

Το Μέρος Β΄ ισχύει από την 1η.1.2026. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2026 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑΣ Οι Υπουργοί Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΙΕΡΡΑΚΑΚΗΣ Εξωτερικών ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ Ανάπτυξης ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΙΚΑΚΟΣ Δικαιοσύνης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ Πολιτισμού ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΜΕΝΔΩΝΗ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2026 Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΙΔΗΣ Καποδιστρίου 34, 104 32 Αθήνα

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)