Νόμοι — ΦΕΚ A' 134/2015
έχουν λογισθεί έως τις 30 Ιουνίου 2015 αναφορικά με απαιτήσεις των προαναφερθέντων νομικών προσώπων, για το οποίο έχει ή θα λογισθεί «αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση», σύμφωνα με τις διατάξεις των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ν. 2238/1994 (Α΄ 151), και εμφανίζεται στις τελευταίες εκάστοτε νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες από την τακτική Γενική Συνέλευση εφόσον έχουν συνταχθεί με βάση τα ΔΠΧΑ, μετατρέπεται, στο σύνολο του ή μερικά με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω, κατά περίπτωση, σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση αυτού έναντι του Δημοσίου, σε περίπτωση κατά την οποία το λογιστικό, μετά από φόρους, αποτέλεσμα χρήσης του νομικού προσώπου είναι ζημία, σύμφωνα με τις, κατά τα παραπάνω, νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις από την τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων. Το ποσό της οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης προσδιορίζεται δια του πολλαπλασιασμού του συνολικού ποσού της, κατά τα παραπάνω, οριζόμενης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης με το ποσοστό που αντιπροσωπεύει η λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης στο σύνολο των ιδίων κεφαλαίων, όπως αυτά εμφανίζονται στις εκάστοτε ετήσιες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις του νομικού προσώπου, οι οποίες έχουν συνταχθεί για το οικείο φορολογικό έτος, μη συμπεριλαμβανομένης σε αυτά της λογιστικής ζημίας χρήσης [Φορολογική Απαίτηση = Ποσό Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης οικονομικών καταστάσεων Χ λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης/(ίδια κεφάλαια − Λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης)]. Η απαίτηση της παρούσας παραγράφου γεννάται κατά το χρόνο έγκρισης των εκάστοτε ετήσιων εταιρικών οικονομικών καταστάσεων από την τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων και συμψηφίζεται με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου ή και εταιρειών του ιδίου εταιρικού ομίλου («συνδεδεμένων επιχειρήσεων» κατά την έννοια του παρόντος νόμου) του φορολογικού έτους το οποίο αφορούν οι εγκριθείσες οικονομικές καταστάσεις. Προκειμένου για το συμψηφισμό με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος, το νομικό πρόσωπο ή η συνδεδεμένη επιχείρηση μπορεί να υποβάλει εμπρόθεσμα συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία γέννησης της απαίτησης κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που ο αναλογών φόρος εισοδήματος του φορολογικού έτους στο οποίο προέκυψε η λογιστική ζημία δεν επαρκεί για τον ολοσχερή συμψηφισμό της απαίτησης και κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συμψηφισθεί, το νομικό πρόσωπο έχει άμεσα εισπράξιμη απαίτηση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το υπόλοιπο (μη συμψηφισθέν) ποσό. Η απαίτηση αυτή καλύπτεται εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της (αρχικής ή συμπληρωματικής) δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, το νομικό πρόσωπο εκδίδει δωρεάν παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής), κατά τις διατάξεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, οι οποίοι ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και αντιστοιχούν σε κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες συνολικής αγοραίας αξίας ίσης με το εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης, προ του συμψηφισμού της με το φόρο εισοδήματος του φορολογικού έτους στο οποίο προέκυψε η λογιστική ζημία. Ως αγοραία αξία των μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων νοείται: (α) εφόσον οι μετοχές του νομικού προσώπου είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής τιμής τους σταθμισμένος με βάση τον όγκο συναλλαγών, κατά τις προηγούμενες τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία που καθίσταται εισπρακτέα η, κατά τα παραπάνω, φορολογική απαίτηση ή (β) εφόσον πρόκειται για συνεταιριστικές μερίδες ή μετοχές που δεν είναι εισηγμένες, η εσωτερική λογιστική αξία τους, όπως προκύπτει από τον νόμιμα συνταγμένο τελευταίο ισολογισμό του νομικού προσώπου, αφού ληφθούν υπόψη τυχόν παρατηρήσεις στην έκθεση ελέγχου του νόμιμου ελεγκτή. Η άσκηση των δικαιωμάτων μετατροπής πραγματοποιείται χωρίς την καταβολή ανταλλάγματος, με την κεφαλαιοποίηση του ειδικού αποθεματικού.
Στην περίπτωση πτώχευσης, ειδικής εκκαθάρισης ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, σε εφαρμογή διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας ή της ευρωπαϊκής, όπως αυτή έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, το υπολειπόμενο ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, μετατρέπεται σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο. Εάν η φορολογική απαίτηση δεν συμψηφισθεί ολοσχερώς με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου, το μη συμψηφισθέν μέρος της ανωτέρω απαίτησης αποτελεί άμεσα εισπράξιμη απαίτηση του από το Δημόσιο.
Οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται στο ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που έχει λογισθεί επί των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου αναφορικά με απαιτήσεις κατά εταιρειών του ιδίου εταιρικού ομίλου, καθώς και μετόχων, συνεταίρων που κατέχουν ποσοστό άνω του τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού συνεταιριστικού κεφαλαίου, μελών διοικητικών συμβουλίων, διευθυνόντων συμβούλων, γενικών διευθυντών και διευθυντών αυτών. Ως εταιρεία του ιδίου εταιρικού ομίλου νοείται κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την έννοια του παρόντος νόμου.
Σε περίπτωση συμψηφισμού ή είσπραξης της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2, το σχετικό ποσό αφαιρείται από τη συνολική φορολογική απαίτηση του νομικού προσώπου.
Για το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της ανωτέρω φορολογικής απαίτησης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, το νομικό πρόσωπο σχηματίζει ισόποσο ειδικό αποθεματικό, το οποίο προορίζεται αποκλειστικά για την αύξηση του μετοχικού ή συνεταιριστικού του κεφαλαίου και την έκδοση παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) προς το Ελληνικό Δημόσιο. Για το σκοπό αυτόν, κατά το χρόνο σχηματισμού του κατά τα ανωτέρω ειδικού αποθεματικού, το νομικό πρόσωπο εκδίδει προς το Ελληνικό Δημόσιο παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) η συνολική αξία των οποίων προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι τίτλοι είναι μετατρέψιμοι σε κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίες μπορεί να εκδοθούν και υπέρ το άρτιο. Οι κατά τα παραπάνω παραστατικοί τίτλοι είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμοι από τους κατόχους. Εντός εύλογου χρονικού διαστήματος τους κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό ή συνεταιριστικό κεφάλαιο του νομικού προσώπου κατά το χρόνο έκδοσης των τίτλων. Η απόκτηση των τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και η άσκηση των δικαιωμάτων μετατροπής από τους κατόχους τους πραγματοποιείται χωρίς αντάλλαγμα και δεν αποτελεί δημόσια προσφορά κατά την έννοια του ν. 3401/2005. Δεν αποτελεί, επίσης, δημόσια προσφορά η άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς των τίτλων από τους υπάρχοντες μετόχους ή συνεταίρους. Μετά την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς από τους υφιστάμενους μετόχους ή συνεταίρους ή μετά την παρέλευση του εύλογου χρονικού διαστήματος χωρίς να ασκηθεί το δικαίωμα αυτό οι, κατά τα παραπάνω, παραστατικοί τίτλοι είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμοι έναντι ανταλλάγματος και διαπραγματεύσιμοι σε οργανωμένη αγορά.
Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ορίζονται κάθε σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θέμα και ιδίως η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, τα απαιτούμενα στοιχεία τεκμηρίωσης για την επαλήθευση του ποσού της οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης κατά του Δημοσίου, η παρακολούθηση και πιστοποίηση του μη συμψηφισθέντος ετήσιου υπολοίπου της φορολογικής απαίτησης της παραγράφου 2, ο τρόπος αποπληρωμής της, ο οποίος είναι είτε μετρητοίς είτε με ταμειακά ισοδύναμα, όπως αυτά ορίζονται στο πρότυπο 7 των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, η πιστοποίηση της εξόφλησης της απαίτησης αυτής, οι βασικοί όροι που διέπουν τους εκδιδόμενους παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεων κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής), η μεταβίβασή τους, η αξία μεταβίβασης, ο χρόνος και η διαδικασία άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς από τους μετόχους ή συνεταίρους του νομικού προσώπου, ο χρόνος κατά τον οποίο αυτοί καθίστανται διαπραγματεύσιμοι σε οργανωμένη αγορά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αναφορικά με το χρόνο και τη διαδικασία μετατροπής των δικαιωμάτων και την έκδοση (δωρεάν) κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων των νομικών προσώπων προς το Ελληνικό Δημόσιο.
Από τη θέση σε ισχύ του παρόντος άρθρου, και για όσα νομικά πρόσωπα αποφασίσουν την ένταξή τους στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, δεν εφαρμόζεται ως προς τις σε αυτό αναφερόμενες φορολογικές απαιτήσεις οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου, η οποία τυχόν θέτει διαφορετικές προϋποθέσεις, αιρέσεις ή προθεσμίες στην επιστροφή από το Δημόσιο φόρου εισοδήματος. Η τυχόν μείωση του ποσού της φορολογικής απαίτησης, κατόπιν του ελέγχου της Φορολογικής Διοίκησης, συνεπάγεται την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου ή πράξης διόρθωσης αυτού, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οποιαδήποτε αξίωση του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου σε βάρος οποιουδήποτε κατόχου, σχετικά με τους παραστατικούς τίτλους της παραγράφου 6 ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία.
Σε περίπτωση μετατροπής της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης επί του ποσού των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω κάλυψης πιστωτικού κινδύνου κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου, το δικαιούχο νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημά του το ποσό των προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω κάλυψης πιστωτικού κινδύνου, που αφορούν στο ποσό της κατά τα ανωτέρω μετατραπείσας φορολογικής απαίτησης σε οριστική. Το ως άνω ποσό εγγράφεται σε ειδικό λογαριασμό του νομικού προσώπου.
Το ποσό της χρεωστικής διαφοράς, για το οποίο έχει πραγματοποιηθεί μετατροπή της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου, αφαιρείται από το υπολειπόμενο (αναπόσβεστο) ποσό της χρεωστικής διαφοράς, που εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα του νομικού προσώπου κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 παράγραφος 2.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αφορούν φορολογικές απαιτήσεις που γεννώνται από το φορολογικό έτος [2017] και εφεξής και ανάγονται στο φορολογικό έτος [2016] και εφεξής. Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση πτώχευσης, ειδικής εκκαθάρισης ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, η φορολογική απαίτηση γεννάται οποτεδήποτε συντρέξουν τα γεγονότα αυτά μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος».
Άρθρο 5
Τροποποιήσεις του ν. 1667/1986
Μετά την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986 (Α΄ 196) προστίθενται παράγραφοι 2α, 2β, 2γ, 2δ και 2ε ως ακολούθως: «2α. Το καταστατικό πιστωτικού συνεταιρισμού που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να προβλέπει ότι μέλος του συνεταιρισμού, που κατέχει συνεταιριστικές μερίδες με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, η συνολική ονομαστική αξία των οποίων υπερβαίνει ποσοστό τουλάχιστον 10% της συνολικής ονομαστικής αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, όπως θα ορίζει το καταστατικό, δύναται να ορίζει:
- α) Ένα από τα δύο πρόσωπα πλήρους απασχόλησης
που όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία συμμετέχουν, ως εκτελεστικά μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού κατά την έννοια του άρθρου 13 του ν. 4261/2014, εφόσον αυτό έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος βάσει των διατάξεων του άρθρου 83 του ν. 4261/2014. Το δικαίωμα αυτό δεν δύναται να παρέχεται σε περισσότερα του ενός μέλη του συνεταιρισμού. Το οριζόμενο κατά τα ανωτέρω πρόσωπο δύναται να ανακληθεί από το μέλος του συνεταιρισμού που το όρισε, εφόσον το μέλος εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα αυτό, μόνο για σπουδαίο λόγο, οπότε και αντικαθίσταται από άλλο που αυτό προτείνει. Το μέλος του συνεταιρισμού που αποκτά το παρόν δικαίωμα συνεργάζεται καταλλήλως με την Επιτροπή Ανάδειξης Υποψηφίων του άρθρου 8 παράγραφοι 4 και 5 του ν. 1667/1986, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο ως εκτελεστικού μέλους προσώπου που θα έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ο διπλάσιος αριθμός υποψηφίων που πρόκειται να εκλεγούν, κατά την έννοια του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 8, προσδιορίζεται βάσει του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγει η Γενική Συνέλευση, αφαιρουμένου του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου που δικαιούται να διορίσει το εν λόγω μέλος του συνεταιρισμού. Επιτροπή Ελέγχου. Τα εν λόγω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να έχουν τύχει της εγκρίσεως της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει της αξιοπιστίας, των γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειρίας τους. Σε μέλος του συνεταιρισμού που έχει παρασχεθεί το δικαίωμα ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με το παρόν στοιχείο β΄ δεν δύναται να παρασχεθεί και το δικαίωμα διορισμού σύμφωνα με το στοιχείο α΄. Τα οριζόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που είναι και μέλη της Επιτροπής Ελέγχου δύνανται να ανακληθούν από το μέλος του συνεταιρισμού που τα όρισε μόνον, εφόσον το μέλος εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα αυτό, για σπουδαίο λόγο, οπότε και αντικαθίστανται από άλλα που αυτό προτείνει.
- γ) Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού μέχρι του ενός τρίτου (1/3) του προβλεπομένου
συνολικού αριθμού αυτών. Τα εν λόγω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να έχουν τύχει της εγκρίσεως της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει της αξιοπιστίας, των γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειρίας τους. Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, τα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που δεν μπορεί να υπολείπονται των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών του, εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση. Εφόσον το δικαίωμα του πρώτου εδαφίου του παρόντος στοιχείου γ΄ έχει παρασχεθεί σε περισσότερα από ένα μέλη του συνεταιρισμού, ο συνολικός αριθμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού που μπορούν να ορίσουν τα εν λόγω μέλη του συνεταιρισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο πέμπτα (2/5) του προβλεπόμενου στο καταστατικό συνολικού αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον σε μέλος του συνεταιρισμού, στο οποίο παρέχεται το δικαίωμα του παρόντος στοιχείου γ΄, έχει παρασχεθεί, και το δικαίωμα του στοιχείου α΄ ή του στοιχείου β΄, για τον υπολογισμό του συνόλου των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που διορίζονται από αυτό το μέλος προσμετρώνται και τα διοριζόμενα από αυτό κατά το στοιχείο α΄ ή το στοιχείο β΄ πρόσωπα. Οι κατά το στοιχείο γ΄ οριζόμενοι σύμβουλοι δύναται να ανακληθούν οποτεδήποτε από το μέλος ή τα μέλη που τους όρισαν, εφόσον το μέλος ή τα μέλη εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα αυτό, και να αντικαθίστανται από άλλους. 2β. Το καταστατικό ορίζει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια, ποσοτικά ή και ποιοτικά, για να απονεμηθούν σε ορισμένο ή ορισμένα μέλη ένα ή περισσότερα από τα δικαιώματα της παραγράφου 2α του παρόντος, καθώς και τη διαδικασία ασκήσεώς τους, ενδεικτικώς ως προς το ποσοστό του συνολικού αριθμού ψήφων, τη δέσμευση του μέλους του συνεταιρισμού να διατηρήσει συγκεκριμένο αριθμό συνεταιριστικών μερίδων ή να εκπληρώσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις, τη διάρκεια ισχύος και τους λόγους απώλειας του δικαιώματος, την παροχή από το μέλος ειδικής τεχνογνωσίας ή και την κατοχή θέσης στρατηγικού εταίρου στο πλαίσιο συμφωνίας που έχει καταρτίσει με τη διοίκηση του συνεταιρισμού. 2γ. Η θητεία των οριζομένων κατά την παράγραφο 2α μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συμπίπτει με τη θητεία του εκάστοτε τρέχοντος ή του νεοκλεγομένου Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον ο ορισμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την παράγραφο 2α γίνεται εν όψει της εκλογής από τη Γενική Συνέλευση νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, η άσκηση του δικαιώματος της παραγράφου 2α από τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία έχει παρασχεθεί το δικαίωμα αυτό πραγματοποιείται πριν από την εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου από τη Γενική Συνέλευση, η οποία περιορίζεται στην εκλογή των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς το μέλος, το οποίο έχει ασκήσει το δικαίωμα ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που του έχει παρασχεθεί με το καταστατικό κατά την παράγραφο 2α, να συμμετέχει στην εκλογή των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα μέλη του συνεταιρισμού που ασκούν το ανωτέρω δικαίωμα γνωστοποιούν στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού τον ορισμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δέκα (10) πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της γενικής συνελεύσεως και δεν συμμετέχουν στην εκλογή του υπολοίπου Συμβουλίου. Εφόσον ο ορισμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την παράγραφο 2α γίνεται κατά τη διάρκεια της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου, οπότε και παρασχέθηκε στο μέλος το δικαίωμα αυτό, το δικαίωμα ορισμού του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ασκείται είτε με αναπλήρωση παραιτούμενων ισάριθμων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είτε με αύξηση του αριθμού των μελών του τρέχοντος Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση που εκπέσει για οποιοδήποτε λόγο της θέσεως του μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που έχει ορισθεί από μέλος του συνεταιρισμού κατά την παράγραφο 2α, το μέλος αυτό αντικαθίσταται από το μέλος του συνεταιρισμού που είχε το δικαίωμα ορισμού του. Σε περίπτωση μεταβολής του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διατηρείται υποχρεωτικώς η ιδιαίτερη αναλογία εκπροσωπήσεως που υφίσταται στο καταστατικό. 2δ. Σε περίπτωση τροποποίησης του καταστατικού πιστωτικού συνεταιρισμού που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα για την ενσωμάτωση σε αυτό για πρώτη φορά διατάξεων σύμφωνα με τις παραγράφους 2α, 2β και 2γ, η οποία αποφασίζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ανακεφα−λαιοποίησης, η Γενική Συνέλευση που αποφασίζει την τροποποίηση του καταστατικού δύναται να διορίζει η ίδια και νέα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που έχουν επιλεγεί από τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία παρέχεται με την ίδια απόφαση το σχετικό δικαίωμα και έχουν εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, τηρούμενων των διατάξεων του άρθρου 83 του ν. 4261/2014, είτε αναπληρώνοντας παραιτούμενα ισάριθμα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είτε αυξάνοντας ανάλογα τον αριθμό των μελών του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου μέχρι τη λήξη της θητείας του τρέχοντος Διοικητικού Συμβουλίου. 2ε. Με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζονται ειδικά θέματα και λεπτομέρειες για την άσκηση από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτικών αρμοδιοτήτων της ως προς θέματα των παραγράφων 2α−2δ». 2.α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986 καταργείται και στο τέλος της ίδιας παραγράφου προστίθενται εδάφια ως εξής: «Με την επιφύλαξη της διατάξεως του επόμενου εδαφίου, τα δικαιώματα ψήφου τα οποία δικαιούται να ασκεί ένα μέλος συνεταιριστικής τράπεζας, ανεξαρτήτως των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει, δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 33% του συνολικού αριθμού ψήφων. Μέλη συνεταιριστικής τράπεζας, που τα δικαιώματα ψήφου καθενός απ’ αυτά υπερβαίνουν ποσοστό που ορίζεται στο καταστατικό, το οποίο ποσοστό δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων, δεν δικαιούνται να ασκούν αθροιστικώς, ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που ορίζεται στο καταστατικό, το οποίο δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 50% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων δύο εδαφίων, το καταστατικό της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί, επιπλέον, να προβλέπει θέματα για τα οποία η λήψη απόφασης απαιτεί διπλή πλειοψηφία τόσο του συνόλου των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας, όσο και του συνόλου του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου, καθώς και να καθορίζει το απαιτούμενο ποσοστό για τα θέματα αυτά. Εφόσον, για οποιονδήποτε λόγο μεταβληθεί ο αριθμός των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου, τα δικαιώματα ψήφου που δύνανται να ασκηθούν υπολογίζονται βάσει του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου κατά το χρόνο εξασκήσεως του δικαιώματος ψήφου. Μέλος συνεταιριστικής τράπεζας που κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων θεωρείται ότι δύναται να ασκεί ουσιώδη επιρροή στη διαχείριση της συνεταιριστικής τράπεζας και υπόκειται στους εποπτικούς κανόνες του ν. 4261/2014 για τα πρόσωπα που έχουν ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23). Οι ως άνω ποσοτικοί περιορισμοί δεν ισχύουν για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας». β. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 1667/1986 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Σε συνεταιριστική τράπεζα, η οποία, κάνοντας χρήση των διατάξεων των εδαφίων 4 επί του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1667/1986, έχει παράσχει στα μέλη της δικαίωμα άνω των είκοσι ψήφων για συνεταιριστικές μερίδες που κατέχουν, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη Γενική Συνέλευση δύναται να ασκείται και δι' αντιπροσώπου, που πρέπει να είναι μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας, με ή χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό των μελών και ψήφων που μπορεί να εκπροσωπεί, όπως καθορίζεται στο καταστατικό».
Στο άρθρο 5 προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής: «8.α. Οι γενικές συνελεύσεις των συνεταιριστικών τραπεζών που θα κληθούν να αποφασίσουν εντός του έτους 2015 επί των τροποποιήσεων του καταστατικού των άρθρων που αφορούν το πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης των συνεταιριστικών τραπεζών, καθώς και επί θεμάτων αυξήσεως κεφαλαίου ή και εκδόσεως τίτλων που προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια, δύνανται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του καταστατικού, να συγκαλούνται εντός επτά ημερών από την ημέρα της προσκλήσεως και να αποφασίζουν συντεμνομένων κατά το ήμισυ των ορίων του καταστατικού περί απαρτίας της Γενικής Συνέλευσης, εφόσον η απόφαση περί αυξήσεως κεφαλαίου και τροποποιήσεως του καταστατικού έχει εγκριθεί προηγουμένως από την Τράπεζα της Ελλάδος. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του καταστατικού, οι επαναληπτικές ή μετ’ αναβολή γενικές συνελεύσεις που καλούνται να αποφασίσουν επί των θεμάτων του πρώτου εδαφίου δύνανται να προσκαλούνται εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών. β. Το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της παραγράφου 1 δύναται να ασκείται και δι’ αντιπροσώπου, που πρέπει να είναι μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας, χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό των μελών και ψήφων που μπορεί να εκπροσωπεί ο αντιπρόσωπος. γ. Οι ανωτέρω γενικές συνελεύσεις μπορούν να αποφασίζουν να μεταβιβάζουν στο διοικητικό συμβούλιο την αρμοδιότητα της αύξησης κεφαλαίου με έκδοση συνεταιριστικών μερίδων ή για έκδοση τίτλων που προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια για χρονικό διάστημα ενός εξαμήνου από τη λήψη της σχετικής απόφασης. δ. Μετά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 1667/1986 προστίθεται παράγραφος 6α ως εξής: «6α. Σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου συνεταιριστικών τραπεζών προς ανακεφαλαιοποίησή τους που πραγματοποιείται εντός του 2015 με την έκδοση συνεταιριστικών μερίδων οι οποίες μεταβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 1667/1986 μόνο σε συνεταίρους χωρίς να είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει έγκριση για την αύξηση κεφαλαίου εντός δέκα ημερών από την υποβολή σε αυτήν πλήρους φακέλου της αυξήσεως, που περιέχει και το πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης. Με την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να αρχίσει η απευθείας διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων από την εκδότρια συνεταιριστική τράπεζα και η εγγραφή, χωρίς να απαιτείται η τήρηση άλλων διαδικασιών πλην εκείνων που τυχόν θα επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος με την εγκριτική της απόφαση».
Άρθρο 6
Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 31 Οκτωβρίου 2015
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 31 Οκτωβρίου 2015 Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ øîñì õðì÷ì÷ úùððò øì÷ êúìñêöîç÷ øì÷ ïùèêöòì÷ê÷ Σε έντυπη μορφή: • Για τα Φ.Ε.Κ. από 1 έως 16 σελίδες σε 1 € προσαυξανόμενη κατά 0,20 € για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο ή μέρος αυτού. • Για τα φωτοαντίγραφα Φ.Ε.Κ. σε 0,15 € ανά σελίδα. Σε μορφή DVD/CD: Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Α΄ 150 € 40 € 15 € Α.Α.Π. 110 € 30 € - Β΄ 300 € 80 € 30 € Ε.Β.Ι. 100 € − - Γ΄ 50 € − − Α.Ε.Δ. 5 € − - Υ.Ο.Δ.Δ. 50 € − − Δ.Δ.Σ. 200 € − 20 € Δ΄ 110 € 30 € − Α.Ε.−Ε.Π.Ε. − − 100 € • Η τιμή πώλησης μεμονωμένων Φ.Ε.Κ. σε μορφή cd−rom από εκείνα που διατίθενται σε ψηφιακή μορφή και μέχρι 100 σελίδες, σε 5 € προσαυξανόμενη κατά 1 € ανά 50 σελίδες. êøì÷îê÷ ÷ùòöôñê÷ ú.ê.ï. Τεύχος Έντυπη μορφή Α΄ 225 € Β΄ 320 € Γ΄ 65 € Υ.Ο.Δ.Δ. 65 € Τεύχος Έντυπη μορφή Δ΄ 160 € Α.Α.Π. 160 € Ε.Β.Ι. 65 € Α.Ε.Δ. 10 € Τεύχος Έντυπη μορφή Α.Ε.−Ε.Π.Ε. 2.250 € Δ.Δ.Σ. 225 € Α.Σ.Ε.Π. 70 € Ο.Π.Κ. − • Το τεύχος Α.Σ.Ε.Π. (έντυπη μορφή) θα αποστέλλεται σε συνδρομητές ταχυδρομικά, με την επιβάρυνση των 70 €, ποσό το οποίο αφορά τα ταχυδρομικά έξοδα. • Η καταβολή γίνεται σε όλες τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.). Το πρωτότυπο διπλότυπο (έγγραφο αριθμ. πρωτ. 9067/28.2.2005 2η Υπηρεσία Επιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου) με φροντίδα των ενδιαφερομένων, πρέπει να αποστέλλεται ή να κατατίθεται στο Εθνικό Τυπογραφείο (Καποδιστρίου 34, Τ.Κ. 104 32 Αθήνα). • Σημειώνεται ότι φωτοαντίγραφα διπλοτύπων, ταχυδρομικές Επιταγές για την εξόφληση της συνδρομής, δεν γίνονται δεκτά και θα επιστρέφονται. • Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα μέλη της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίου Τύπου Αθηνών και Επαρχίας, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, η Ε.Σ.Η.Ε.Α, τα τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα και οι τριτοβάθμιες επαγγελματικές ενώσεις δικαιούνται έκπτωσης πενήντα τοις εκατό (50%) επί της ετήσιας συνδρομής. • Το ποσό υπέρ ΤΑ.Π.Ε.Τ. (5% επί του ποσού συνδρομής), καταβάλλεται ολόκληρο (Κ.Α.Ε. 3512) και υπολογίζεται πριν την έκπτωση. • Στην Ταχυδρομική συνδρομή του τεύχους Α.Σ.Ε.Π. δεν γίνεται έκπτωση. Πληροφορίες για δημοσιεύματα που καταχωρίζονται στα Φ.Ε.Κ. στο τηλ.: 210 5279000. Φωτοαντίγραφα παλαιών Φ.Ε.Κ.: τηλ.: 210 8220885.
| Τεύχος | Ετήσια έκδοση | Τριμηνιαία έκδοση | Μηνιαία έκδοση |
|---|---|---|---|
| Α΄ | 150 € | 40 € | 15 € |
| Β΄ | 300 € | 80 € | 30 € |
| Γ΄ | 50 € | − | − |
| Υ.Ο.Δ.Δ. | 50 € | − | − |
| Δ΄ | 110 € | 30 € | − |
| Τεύχος | Ετήσια έκδοση | Τριμηνιαία έκδοση | Μηνιαία έκδοση |
| --- | --- | --- | --- |
| Α.Α.Π. | 110 € | 30 € | - |
| Ε.Β.Ι. | 100 € | − | - |
| Α.Ε.Δ. | 5 € | − | - |
| Δ.Δ.Σ. | 200 € | − | 20 € |
| Α.Ε.−Ε.Π.Ε. | − | − | 100 € |
| Τεύχος | Έντυπη μορφή | ||
| --- | --- | ||
| Α΄ | 225 € | ||
| Β΄ | 320 € | ||
| Γ΄ | 65 € | ||
| Υ.Ο.Δ.Δ. | 65 € | ||
| Τεύχος | Έντυπη μορφή | ||
| --- | --- | ||
| Δ΄ | 160 € | ||
| Α.Α.Π. | 160 € | ||
| Ε.Β.Ι. | 65 € | ||
| Α.Ε.Δ. | 10 € | ||
| Τεύχος | Έντυπη μορφή | ||
| --- | --- | ||
| Α.Ε.−Ε.Π.Ε. | 2.250 € | ||
| Δ.Δ.Σ. | 225 € | ||
| Α.Σ.Ε.Π. | 70 € | ||
| Ο.Π.Κ. | − |
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)