Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 135/2010

Type Κανονισμός
Publication 2010-08-10
Τελευταία ενημέρωση 2010-08-09
State In force
Source ΦΕΚ
articles Not indexed
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 135 9 Αυγούστου 2010 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ Διεύθυνσις Δημοσιονομικού Ελέγχου της Εκκλησίας της Ελλάδος....................................................................................... 1 Κωδικοποίησις και συμπλήρωσις διατάξεων περί λειτουργίας της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Κ.Υ.Ο.) ...................................... 2 Συμπλήρωση του υπ’ αριθμ. 165/2005 Κανονισμού προς σύστασιν οργανικών θέσεων παρά τη Διευθύνσει Ναοδομίας της Ε.Κ.Υ.Ο. ..................................... 3 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ (1) ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 210/2010 Διεύθυνσις Δημοσιονομικού Ελέγχου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις του άρθρου 9 παραγρ. 2 και 4, 42 και 46 παρ. 2 του Ν. 590/1977 «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ Α΄ 146),

2.

την διάταξιν του άρθρου 1 παρ. 2 του υπ’ αριθμ. 3/1977 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί αρμοδιοτήτων, συνθέσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄ 273).

3.

την ανάγκην καθιερώσεως διαδικασιών επιμελούς και σοβαρού προληπτικού και κατασταλτικού δημοσιονομικού ελέγχου των εσόδων και εξόδων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως και των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων κατ’ αίτησιν του επιχωρίου Αρχιερέως ή του οικείου διοικούντος οργάνου,

4.

την από 5.5.2010 γνωμάτευσιν του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,

5.

την από 21.4.2010 πρότασιν της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο.,

6.

την από 6.5.2010 Aπόφασιν της Δ.Ι.Σ.,

7.

την από 23.6.2010 έγκρισιν Αυτής, ψηφίζει: Τον υπ’ αριθμ. 210/2010 Κανονισμόν, έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 210/2010 «Διεύθυνσις Δημοσιονομικού Ελέγχου της Εκκλησίας της Ελλάδος» Άρθρον 1

1.

Η Διεύθυνσις Δημοσιονομικού Ελέγχου (Δ.Δ.Ε.) της Εκκλησίας της Ελλάδος υπάγεται απ’ ευθείας εις την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον και αποβλέπει εις την άσκησιν προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου εξ επόψεως δημοσιονομικής νομιμότητος επί της οικονομικής διαχειρίσεως των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, τα οποία εμπίπτουν κατά το άρθρον 2 του παρόντος εις το πεδίον της καθ’ ύλην αρμοδιότητος της Διευθύνσεως. Η Διεύθυνσις έχει επίσης την αρμοδιότητα εκδόσεως σχεδίων εγκυκλίων σημειωμάτων προς διευκόλυνσιν του έργου των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων επί θεμάτων αρμοδιότητος της Δ.Δ.Ε., τα οποία εγκρίνει και απευθύνει ως εγκύκλια σημειώματα η Δ.Ι.Σ..

2.

Έδρα της Διευθύνσεως είναι αι Αθήναι. Η σφραγίς της Διευθύνσεως έχει ως έμβλημα εις δύο κύκλους τον λογότυπον : «ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ» και εις το εσωτερικόν το σύμβολον του Σταυρού.

3.

Της Διευθύνσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου προΐσταται στέλεχος με μακροχρόνιον ελεγκτικήν εμπειρίαν εις τον δημόσιον ή ιδιωτικόν τομέα και εις ανώτερον ή ανώτατον υπαλληλικόν βαθμόν (καλούμενος «Διευθυντής Διευθύνσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου») οριζόμενος δι’ Αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. τη εισηγήσει της Συνοδικής Επιτροπής επί των Οικονομικών επί τριετεί θητεία. Τον Διευθυντήν της Δ.Δ.Ε., ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο αρχαιότερος ελεγκτής του οικείου Τμήματος αναλόγως προς το θέμα, εκτός αν άλλως ορίζεται υπό της Δ.Ι.Σ.

4.

Η Διεύθυνσις Δημοσιονομικού Ελέγχου (Δ.Δ.Ε.) της Εκκλησίας της Ελλάδος διαιρείται εις : Α) Τμήμα Εκκλησιαστικού Προληπτικού Ελέγχου (Τ.Ε.Π.Ε.), Β) Τμήμα Εκκλησιαστικού Κατασταλτικού Ελέγχου (Τ.Ε.Κ.Ε.). Τα στελέχη των τμημάτων καλούνται Εκκλησιαστικοί Ελεγκταί. Άρθρον 2 Τμήμα Εκκλησιαστικού Προληπτικού Ελέγχου – Αρμοδιότητες

1.

Συνιστάται Τμήμα Εκκλησιαστικού Προληπτικού Ελέγχου (Τ.Ε.Π.Ε.) με σκοπόν τον προληπτικόν έλεγχον νομιμότητος επί των δαπανών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Τμήμα έχει τας ακολούθους αρμοδιότητας : 2977 ης η απόφασις της Δ.Ι.Σ. μέλλει όπως προκαλέση έσοδον ή δαπάνην δια το νομικόν πρόσωπον της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ειδικώτερον παν αίτημα, εισήγησις, σχέδιον Κανονισμού, αποφάσεως, συμβάσεως κλπ. αγόμενον προς έκδοσιν αποφάσεως ενώπιον της Ιεράς Συνόδου παραπέμπεται προηγουμένως υπό του Αρχιγραμματέως προς το Τ.Ε.Π.Ε. προς διατύπωσιν συντόμου, θετικής ή αρνητικής, εισηγήσεως επί της νομιμότητος (εξ επόψεως δημοσιονομικής) της απορρεούσης δια την Εκκλησίαν της Ελλάδος δαπάνης. Εξαιρούνται αι συμβάσεις αφορώσαι πράξεις επί χρηματιστηριακώς διακινουμένων κινητών αξιών. Η εν λόγω διαδικασία δεν αναιρεί την επάλληλον αρμοδιότητα του Αρχιγραμματέως να εκζητεί επί του θέματος και γνωμοδότησιν της παρά της Ιερά Συνόδω Νομικής Υπηρεσίας. 1.Β. Επί πλέον εισηγείται προληπτικώς επί της νομιμότητος πάσης συμβάσεως προ της συνάψεως αυτής, α. η οποία πρόκειται να συναφθή υπό εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ήτοι Ν.Π.Δ.Δ., εκ των εν άρθρω 1 παρ. 4 ν. 590/1977 διαλαμβανομένων) ή ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) και εφ’ όσον : i) την διοίκησίν του ορίζει η Ιερά Σύνοδος (ως λ.χ. το Διορθόδοξον Κέντρον ή η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος), ή ii) εις το μετοχικόν κεφάλαιον ή περιουσίαν του μετέχει κατά ποσοστόν ίσον ή ανώτερον του 50% η Εκκλησία της Ελλάδος ή iii) ελέγχεται υπό ομοίου κατά τα ανωτέρω στοιχεία εκκλησιαστικού νομικού προσώπου ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου (π.χ. εταιρεία με μέτοχον ή εταίρον το Διορθόδοξον Κέντρον η την Αποστολικήν Διακονίαν), και συντρεχόντως

ή το έσοδον δι’ εκάστην σύμβασιν υπερβαίνει το ποσόν των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ. Προς τον σκοπόν τούτον, τα διοικούντα όργανα των ανωτέρω νομικών προσώπων προ της εκδόσεως αποφάσεως περί συνάψεως της συμβάσεως, υποχρεωτικώς αποστέλλουν το σχέδιον αυτής μετά του οικείου φακέλου προς το Τ.Ε.Π.Ε. προς έλεγχον. 1.Γ. Ελέγχει προληπτικώς ως προς την νομιμότητα και κανονικότητα άπαντα τα στοιχεία και παραστατικά των εσόδων και εξόδων της Ε.Κ.Υ.Ο. και τα αντίστοιχα των επιχορηγουμένων υπ’ αυτής υπηρεσιών και φορέων της Εκκλησίας της Ελλάδος και ελέγχει προληπτικώς τας διδομένας παρά της Δ.Ι.Σ. ή της Δ.Ε. ενισχύσεις, υποτροφίας και επιχορηγήσεις. Εξαιρούνται αι πάγιαι δαπάναι μισθοδοσίας και εισφορών ασφαλιστικών ταμείων των εκκλησιαστικών υπαλλήλων (κατά την έννοιαν του άρθρου 1 παρ. 2 του Κανονισμού 5/1978 ως ισχύει), εξοφλήσεως λογαριασμών οργανισμών κοινής ωφελείας. 1.Δ. Ελέγχει προληπτικώς ως προς την νομιμότητα και κανονικότητα παν έσοδον ή δαπάνην, ή απόφασιν επί της οποίας εμπίπτει εις τας εξαιρετικάς αποφασιστικάς αρμοδιότητας της Διοικούσης Επιτροπής της Ε.Κ.Υ.Ο., του Προέδρου και του Γενικού Διευθυντού αυτής ή ετέρων εξουσιοδοτημένων Διευθυντών, προ της λήψεως αποφάσεως των εν λόγω οργάνων.

2.

Η Δ.Ι.Σ. δύναται να αποκλίνη του περιεχομένου των γνωμοδοτήσεων του Τ.Ε.Π.Ε. κατόπιν ειδικής αιτιολογίας των αποφάσεών των. Εις περίπτωσιν διαφωνίας των διοικούντων οργάνων των λοιπών ελεγχομένων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων προς τας εισηγήσεις του Τ.Ε.Π.Ε. η διαφωνία παραπέμπεται υποχρεωτικώς υπό του διοικούντος οργάνου προς επίλυσιν ενώπιον της Δ.Ι.Σ.. Αι εισηγήσεις του Τμήματος οφείλουν να διατυπούνται εντός είκοσι (20) ημερών από της παραλαβής του πλήρους φακέλου, άλλως η διαδικασία χωρεί και άνευ της γνώμης του.

3.

Η λήψις τελικής αποφάσεως επί των ως άνω ζητημάτων, η υπογραφή και εκτέλεσις πράξεως ή συμβάσεως άνευ γνώμης του Τ.Ε.Π.Ε. είναι ανίσχυροι και κωλύονται. Έλεγχος νομιμότητος επί αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. ληφθείσης κατόπιν εισηγήσεως του Τμήματος δεν συγχωρείται υπό ουδενός οργάνου πλην της Δ.Ι.Σ., τυχόν δε προφορική ή έγγραφος άσκησίς του υπό των οργάνων, τα οποία καλούνται εις εκτέλεσίν της, συνιστά το πειθαρχικόν αδίκημα της σοβαράς απειθείας.

4.

Εις περίπτωσιν λήψεως τελικής αποφάσεως άνευ γνώμης του Τ.Ε.Π.Ε. η οικονομική υπηρεσία του οικείου νομικού προσώπου λαβούσα γνώσιν, και πάντως προ της εκκαθαρίσεως και εξοφλήσεως της δαπάνης, υποχρεούται να αναπέμψη την απόφασιν ή σύμβασιν προς διατύπωσιν εισηγήσεως και εκ νέου εξέτασιν του θέματος. Η ληφθείσα απόφασις δεν εκτελείται έως επιβεβαιώσεως της ισχύος αυτής μετά την κατά τα ως άνω νομότυπον επανάληψιν της διαδικασίας.

5.

Η Δ.I.Σ., η Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο., ο Πρόεδρος αυτής και ο Γενικός Διευθυντής της Ε.Κ.Υ.Ο. ως και τα όργανα διοικήσεώς των, εις το άρθρον 2 παρ. 1.Β του παρόντος, νομικών προσώπων, δύνανται να αναπέμπουν υπόθεσιν προς το Τμήμα, προς επανεξέτασιν συγκεκριμένων ζητημάτων, εφ’ όσον προκύψουν νέα στοιχεία μη προβληθέντα ή/και μη ληφθέντα υπ’ όψιν από το Τμήμα.

6.

Οι ελεγκταί του Τ.Ε.Π.Ε. προς διευκόλυνσιν της αποστολής των έχουν δικαίωμα να αναζητούν παν στοιχείον, πληροφορίαν και ενεργόν σύμπραξιν επί του εξεταζομένου φακέλου παρά των οικονομικών υπηρεσιών και της παρά τη Ιερά Συνόδω νομικής υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ως και παρά των οικονομικών υπηρεσιών και οργάνων διοικήσεως των νομικών προσώπων αυτής παρ. 1.Β του παρόντος, υποχρεουμένων εις υποβοήθησιν του έργου των. Η καθυστέρησις πέραν των τριών (3) εργασίμων ημερών προς συμπλήρωσιν, διευκρίνησιν ή αποστολήν των ζητουμένων ή υπό κρίσιν εγγράφων και εν γένει στοιχείων ή προς σύμπραξιν αναστέλλει αναλόγως την προθεσμίαν προς διατύπωσιν εισηγήσεως του Τ.Ε.Π.Ε.. Δύνανται επίσης να ζητούν την συνδρομήν εκκλησιαστικών υπαλλήλων δια ζητήματα των κλάδων ειδικεύσεώς των (λ.χ. μηχανικών) απευθυνομένης σχετικώς αιτήσεως του Διευθυντού της ΔΔΕ προς την οικείαν Υπηρεσίαν ή φορέα.

7.

Η εισήγησις φέρει ημερομηνίαν και υπογραφήν του ελεγκτού και εν συντομία απαριθμεί απαραιτήτως τα έγγραφα και εν γένει στοιχεία του φακέλου, άτινα εξήτασε, φέρει δε διατακτικόν τασσόμενον υπέρ (απροϋποθέτως είτε υπό όρους) ή κατά της νομιμότητος προκαλουμένης δαπάνης.

8.

Η έγκρισις της Δ.Ι.Σ. ή του διοικούντος οργάνου των νομικών προσώπων αυτής παρ. 1.Β επί υποθέσεως, ην εξήτασε το Τμήμα, αποτελεί και έγκρισιν των τυχόν όρων, τους οποίους έταξεν η οικεία εισήγησις του ελεγκτού δια την νομιμότητα της εντεύθεν απορρεούσης δαπάνης, υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου α της παραγράφου 3.

9.

Το Τ.Ε.Π.Ε. τηρεί πρωτόκολλον εισερχομένων – εξερχομένων εγγράφων, ευρετήριον εισηγήσεων και αρχείον εισηγήσεων, εγκυκλίων και σχετικής νομοθεσίας. Άρθρον 3 Τμήμα Εκκλησιαστικού Κατασταλτικού Ελέγχου – Αρμοδιότητες

1.

Το Τμήμα Εκκλησιαστικού Κατασταλτικού Ελέγχου (Τ.Ε.Κ.Ε.) διενεργεί κατασταλτικούς ελέγχους, τακτικούς κτους δε επί των διαχειρίσεων των λοιπών εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, ως ακολούθως:

εγκρίσει της Δ.Ι.Σ και μετ’ έκδοσιν εντολής του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου, επί των διαχειρίσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε του άρθρου 2 παρ. 1.Β είτε της περιφερείας εκάστης Μητροπόλεως (άρθρα 1 παρ. 4, 29 − 31, 35 – 36, 39, 59 του ν. 590/1977) μόνον μετ’ αίτησιν του επιχωρίου Αρχιερέως ή του συλλογικού οργάνου διοικήσεως του νομικού προσώπου, κατόπιν εγκρίσεως της Δ.Ι.Σ και μετ’ έκδοσιν εντολής του Διευθυντού της Διευθύνσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου. Ο τακτικός έλεγχος αναφέρεται εις το σύνολον της οικονομικής διαχειρίσεως του ελεγχομένου νομικού προσώπου δια το χρονικόν διάστημα, το οποίον προσδιορίζει η εντολή ελέγχου, εν αντιθέσει προς τον έκτακτον έλεγχον, ο οποίος αναφέρεται εις ατομικώς προσδιοριζόμενον αντικείμενον ελέγχου. Η διενέργεια και περαίωσις του τακτικού ελέγχου δεν αποκλείει την διενέργειαν εκτάκτου ελέγχου επί εξετασθέντος δια τακτικού ελέγχου αντικειμένου ελέγχου και χρονικής περιόδου.

2.

Tο ΤΕΚΕ είναι επίσης αρμόδιον δια την σύνταξιν εκθέσεων επί του Προϋπολογισμού, Απολογισμού και Ισολογισμού της Ε.Κ.Υ.Ο. προ της υποβολής των εις την Δ.Ι.Σ. ως και επί των αποφάσεων αναμορφώσεών των.

3.

Το Τ.ΕΚ.Ε. τηρεί πρωτόκολλον εισερχομένων – εξερχομένων εγγράφων, ευρετήριον εισηγήσεων και αρχείον εισηγήσεων, εγκυκλίων και σχετικής νομοθεσίας. Άρθρον 4 Διενέργεια ελέγχου υπό του Τμήματος Εκκλησιαστικού Κατασταλτικού Ελέγχου

1.

Ο κατασταλτικός έλεγχος διενεργείται υπό Ελεγκτών του Τμήματος Εκκλησιαστικού Κατασταλτικού Ελέγχου (Τ.Ε.Κ.Ε.) κατόπιν εντολής του Διευθυντού της Διευθύνσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου, η οποία καθορίζει :

ως και το μέσον μεταφοράς, αναλόγως κατά τα ισχύοντα επί δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

2.Ο κατασταλτικός έλεγχος ασκείται δε :

Κατόπιν ομοίας αποφάσεως του Διευθυντού της Δ.Δ.Ε. και εις περίπτωσιν ανεπαρκείας του προσωπικού, καθήκοντα κατασταλτικού ελέγχου ανατίθενται και εις στέλεχος του Τμήματος Προληπτικού Ελέγχου.

3.

Δια τον τακτικόν ή έκτακτον έλεγχον επί των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων του άρθρου 2 παρ. 1.Β ο Διευθυντής της ΔΔΕ υποβάλλει το πόρισμα ελέγχου προς την Δ.Ι.Σ. δια του Μακ. Προέδρου, δια δε τους λοιπούς εκτάκτους ελέγχους το πόρισμα ελέγχου υποβάλλεται υπό του Διευθυντού της Δ.Δ.Ε. δια της Δ.Ι.Σ., προς τον αιτήσαντα τον έλεγχον επιχώριον Μητροπολίτην ή το συλλογικόν όργανον διοικήσεως.

4.

Το πόρισμα ελέγχου οφείλει εις περίπτωσιν διαπιστώσεως παραβάσεων ή/και ελλείμματος να προσδιορίζη άπαντα τα δημοσιονομικώς υπεύθυνα πρόσωπα, άλλως ο παραγγείλας τον έλεγχον δύναται να αναπέμψη τούτο προς συμπλήρωσιν.

5.

Εις περίπτωσιν διαπιστώσεως ελλείμματος την καταλογιστικήν πράξιν υπέρ του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, παρά τη διαχειρίσει του οποίου διεπιτώθη το έλλειμμα, εκδίδει υποχρεωτικώς ο Διευθυντής της Διευθύσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου άμα τη παραλαβή του πορίσματος ελέγχου. Εφ’ όσον πρόκειται δια εκκλησιαστικόν νομικόν πρόσωπον, πλην των εν τη παραγράφω 1.Β του άρθρου 2 προαπαιτείται και η σύμφωνος γνώμη του επιχωρίου Αρχιερέως ή του συλλογικού οργάνου διοικήσεως δια την έκδοσιν της καταλογιστικής πράξεως. Εκ παραλλήλου καταλογιστικήν εξουσίαν διατηρούν και οι κύριοι Διατάκται του ελεγχομένου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, προς ους κοινοποιείται το πόρισμα. Άρθρον 5 Δημοσιολογιστικά όργανα και καταλογιστική αρμοδιότης Α) Δημοσιολογιστικά όργανα.

1.

Διατάκτης είναι το διοικούν το εκκλησιαστικόν Ν.Π.Δ.Δ. όργανον, συμφώνως προς τας ισχυούσας διατάξεις, το οποίον αναλαμβάνει υποχρεώσεις εις βάρος πιστώσεων του προϋπολογισμού του νομικού προσώπου και προσδιορίζει τας απαιτήσεις κατά τούτου βάσει των ισχυουσών διατάξεων, όπως κατά περίπτωσιν, η Δ.Ι.Σ, ο Μητροπολίτης, το Ηγουμενοσυμβούλιον, το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον, κ.λπ. κατά τους ορισμούς των νόμων και των Κανονισμών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κύριος Διατάκτης της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι η Δ.Ι.Σ., των δε λοιπών εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977, τα κατά τον νόμον τούτον οικεία Συμβούλια (Ηγουμενοσυμβούλια, Εκκλησιαστικά κ.λπ.) και οι Μητροπολίται δια τας Ιεράς Μητροπόλεις.

2.

Εκκλησιαστικός υπόλογος είναι ο διαχειριζόμενος χρήματα, αξίας ή υλικόν των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. (του άρθρον 1 παρ. 4 του ν. 590/1977), έστω και άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως, καθώς και οιοσδήποτε άλλος θεωρείται εκ του νόμου δημόσιος υπόλογος (άρθρα 40, 41 του κανονισμού 5/1978). Εκκλησιαστικός υπόλογος είναι και ο υπό οιανδήποτε ιδιότητα, έστω και άνευ εξουσιοδοτήσεως, διαχειριστής χρημάτων, αξιών και υλικών της περιουσίας ή ο διαχειριστής αυτής προερχομένης εκ του προϋπολογισμού του Κράτους, των Ν.Π.Δ.Δ., της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η άλλων Διεθνών Οργανισμών χρηματοδοτήσεως ή επιχορηγήσεως των εκκλησιαστικών Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), ήτοι των Ησυχαστηρίων και των Ν.Π.Ι.Δ., εις τα οποία μετέχουν, κατά ποσοστόν ίσον ή ανώτερον του 50% του κεφαλαίου ή της περιουσίας των ή ορίζουν την διοίκησίν των, εν η πλείονα εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 ή ομοειδή κατά τα ανωτέρω στοιχεία Ν.Π.Ι.Δ..

3.

Έλεγχον επί των εκκλησιαστικών εκκαθαριστών και υπολόγων δύνανται να ασκούν τα διοικούντα συλλογικά όργανα των οικείων εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. ήτοι οι κύριοι Διατάκται των, ως και οι κύριοι Διατάκται των εποπτευόντων αυτά εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ., ήτοι η Δ.Ι.Σ. ως προς τα εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. των οποίων την διοίκησιν κατά νόμον ορίζει, και ο Μητροπολίτης ως Οι υπόλογοι των Ν.Π.Ι.Δ., εις τα οποία μετέχουν, κατά ποσοστόν ίσον ή ανώτερον του 50% του κεφαλαίου ή της περιουσίας αυτών ή ορίζουν την διοίκησιν των, εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. ή ομοειδή κατά τα ανωτέρω στοιχεία Ν.Π.Ι.Δ., ελέγχονται ως προς την νομιμότητα της διαχειρίσεώς των υπό των κυρίων Διατακτών των αμέσως ή εμμέσως συμμετεχόντων εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. ή –τη αιτήσει των– κατ’ άρθρον 4 περ. β υπό των Ελεγκτών του Τ.Ε.Κ.Ε.. Β) Καταλογιστική αρμοδιότης

1.

Εφ’ όσον διαπιστωθή έλλειμμα διαχειρίσεως ή παράνομος πληρωμή δαπάνης, θεωρούμενης ως έλλειμμα, αρμοδιότητα χρηματικού καταλογισμού έχουν συντρεχόντως οι κύριοι Διατάκται των Εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ., οι κύριοι Διατάκται των εποπτευόντων Εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. ως προς τα εποπτευόμενα Ν.Π.Δ.Δ., και οι Εκκλησιαστικοί Ελεγκταί.

2.

Ο καταλογισμός ασκείται : α) επί των εκκαθαριστών, δια την εκκαθάρισιν μη νομίμων δαπανών εκ δόλου ή βαρείας αμελείας αυτών. β) επί των Υπολόγων δια τα ελλείμματα εις την διαχείρισίν των. γ) επί των υπηρεσιακών οργάνων, τα οποία εκ δόλου ή βαρείας αμελείας εξέδωσαν παρανόμους διοικητικάς πράξεις ή συνέπραξαν εις την μη τήρησιν των νομίμων διαδικασιών πραγματοποιήσεως της δαπάνης. δ) επί των λαβόντων, εφ’ όσον υπέχουν ευθύνην δια την μη τήρησιν των νομίμων διαδικασιών. ε) επί των αχρεωστήτως λαβόντων εις πάσαν περίπτωσιν αχρεωστήτου πληρωμής.

3.

Έλλειμμα διαχειρίσεως είναι η έλλειψις χρημάτων, αξιών, ενσήμων ή υλικού. Ως έλλειμμα χρημάτων θεωρείται και πάσα πληρωμή, η οποία: α) δεν ανάγεται εις την αρμοδιότητα του υπολόγου β) εγένετο άνευ των προβλεπομένων εκ των ισχυουσών διατάξεων δικαιολογητικών γ) αφορά εις δαπανάς δια τας οποίας δεν ετηρήθησαν αι νόμιμαι διαδικασίαι υπό του υπολόγου δ) εγένετο αχρεωστήτως από υπαιτιότητα του υπολόγου

υπόλογος καταλογίζεται με το ποσόν του ελλείμματος πλέον των νομίμων τόκων.

4.

Η αναπλήρωσις του ελλείμματος, η έκδοσις της καταλογιστικής πράξεως, η άσκησις των κατ’ αυτής ενδίκων μέσων και βοηθημάτων υπό των καταλογιζομένων και πάσα λεπτομέρεια καταλογισμού ρυθμίζονται κατά τας ισχύουσας διατάξεις. Άρθρον 6 Καθήκοντα − Υποχρεώσεις Εκκλησιαστικών Ελεγκτών Οι Εκκλησιαστικοί Ελεγκταί ενεργούντες έλεγχον ή άλλην οιανδήποτε εξέτασιν κατόπιν πάντοτε αποφάσεως της Δ.Ι.Σ., προβαίνουν και εις ένορκον ή μη εξέτασιν των επί τούτω καλουμένων υπ’ αυτών μαρτύρων, υπαλλήλων ή ιδιωτών ως και, εάν κατά την διάρκειαν του ελέγχου διαπιστώνονται πράξεις και παραλείψεις, δύναται ο ενεργών τον έλεγχον Ελεγκτής, να θέτη εκτός διαχειρίσεως τους υπολόγους, κατόπιν προτάσεως του Διευθυντού της Δ.Δ.Ε. και, εφ’ όσον πρόκειται δια ελεγχόμενον εκκλησιαστικόν Ν.Π. πλην των εν τη παραγράφω 1.Β του άρθρου 2 αναφερομένων, μετά συμφώνου γνώμης του επιχωρίου Αρχιερέως ή συλλογικού οργάνου διοικήσεως. Οσάκις, κατά την διενέργειαν ελέγχου, προκύπτη ανάγκη ερεύνης, σχετικής προς ζητήματα τεχνικής φύσεως, το Τ.Ε.Κ.Ε. απευθύνεται προς την Δ.Ι.Σ. δι’ έκδοσιν αποφάσεως συμπράξεως τεχνικών υπαλλήλων. Aποζημιωτική ευθύνη Οι Εκκλησιαστικοί Ελεγκταί, εφ’ όσον διενεργούντες έλεγχον ή άλλην κατά τον παρόντα Κανονισμόν υπηρεσίαν προέβησαν εκ δόλου ή βαρείας αμελείας εις εκνόμους πράξεις ή παραλείψεις οφειλομένων ενεργειών, ασχέτως προς την ποινικήν ή πειθαρχικήν ευθύνην αυτών, υπόκεινται και εις αποζημίωσιν έναντι της Εκκλησίας της Ελλάδος ή του ελεγχθέντος νομικού προσώπου δια πάσαν εξ υπαιτιότητος προσγενομένην ζημίαν. Άρθρον 8 Έκδοσις καταλογιστικής αποφάσεως

1.

Οι Εκκλησιαστικοί Ελεγκταί, εφ’ όσον κατά την διενέργειαν ελέγχου οιασδήποτε διαχειρίσεως εκ των εν τω Κανονισμώ διαλαμβανομένων, διαπιστώσουν την ύπαρξιν ελλείμματος, προβαίνουν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου (και συντάσσουν χρηματικόν κατάλογον) και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτού συνευθυνομένων κατά την διαδικασίαν του άρθρου 5 παρ. 5, εάν η εξακριβωθείσα έλλειψις δεν ήθελε αναπληρωθή εντός 48 ωρών κατόπιν επιδόσεως προσκλήσεώς των προς τον υπεύθυνον.

2.

Εις έκδοσιν ητιολογημένης, κατά παντός υπολόγου, καταλογιστικής αποφάσεως δύνανται να προβαίνουν ωσαύτως οι ελεγκταί εφ’ όσον κατά την διενέργειαν του ελέγχου ήθελον διαπιστώσει εκπρόθεσμον κατάθεσιν εις το ταμείον των, δια λογαριασμόν της διαχειρίσεως ή τρίτων υπ’ αυτού διενεργηθεισών εισπράξεων. Το εν τη περιπτώσει ταύτη εις βάρος του υπολόγου καταλογιζόμενον ποσόν συνίσταται και εις τον τόκον υπερημερίας των εκπροθέσμως κατατεθεισών εισπράξεων, υπολογιζομένων νομίμως από της ημερομηνίας της υποχρεώσεως του υπολόγου προς κατάθεσιν των εισπράξεών του, κατά τας περί αυτού ειδικάς διατάξεις των οικείων νόμων.

3.

Αντίγραφον της καταλογιστικής αποφάσεως και χρηματικός κατάλογος κοινοποιούνται παραχρήμα δι’ οιουδήποτε εκκλησιαστικού υπαλλήλου ή δικαστικού επιμελητού εις τον καθ’ ου αύτη και εις την Δ.Δ.Ε., εις τον Διευθυντήν της αρμοδίας Δ.Ο.Υ. της τελευταίας κατοικίας του ελλειμματίου, όστις επιμελείται της αμέσου βεβαιώσεως του καταλογιζομένου ποσού ως δημοσίου εσόδου και της εισπράξεως αυτού κατά Τις διατάξεις του νόμου «Περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». Κατά των καταλογιστικών αποφάσεων των Εκκλησιαστικών Ελεγκτών ή των κυρίων Διατακτών των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. ασκείται η προβλεπομένη έφεσις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

4.

Δια πληρωμάς απορριφθείσας υπό του εκκλησιαστικού ελεγκτού, ως μη στηριζόμενας εις νόμιμον τίτλον, καταλογίζονται μετά του υπολόγου και οι αναιτίως λαβόντες τα χρήματα υπάλληλοι ή ιδιώται. Άρθρον 9 Πάσα ενέργεια των εκκλησιαστικών ελεγκτών του ΤΕΚΕ, διεξάγεται δια της Δ.Δ.Ε., δι’ ης διαβιβάζεται επίσης πάσα προς αυτούς εντολή μετά των απόψεων της Υπηρεσίας πάντοτε τη εντολή της Δ.Ι.Σ.. Άρθρον 10 Θέσεις Τμημάτων Προληπτικού και Κατασταλτικού Ελέγχου

1.

Το Τμήμα Εκκλησιαστικού Προληπτικού Ελέγχου και το Τμήμα Εκκλησιαστικού Κατασταλτικού Ελέγχου συντίθενται υπό τριών (3) και δύο (2) Εκκλησιαστικών Ελεγκτών αντιστοίχως, οι οποίοι επιλέγονται και διορίζονται δια πράξεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου τη ει νομικών, οικονομικών και τεχνικών επιστημών, ιδία δε εκ νομικών, οικονομολόγων και διπλωματούχων μηχανικών, μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, προσλαμβανομένων κατά τον Κανονισμόν 5/1978. Είναι δυνατή και η δια μεταθέσεως, αποσπάσεως ή μετατάξεως πλήρωσις των οικείων θέσεων. Οι ελεγκταί είναι δυνατόν να επικουρούνται εις τα καθήκοντά των υπό προσωπικού (δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου).

2.

Εις εκ των ελεγκτών ορίζεται δια πράξεως της Δ.Ι.Σ. τη εισηγήσει της Συνοδικής Επιτροπής επί των Οικονομικών ως Προϊστάμενος του Τ.Ε.Π.Ε. και ασκεί εποπτείαν επί του έργου και των υπαλλήλων του Τμήματος. Επί του Τ.Ε.Κ.Ε. προΐσταται απ’ ευθείας ο Διευθυντής της Δ.Δ.Ε..

3.

Από της ισχύος του παρόντος το κατ’ άρθρον 21 του Κανονισμού 158/2003 Γραφείον Εσωτερικού Ελέγχου της Ε.Κ.Υ.Ο. παύει να λειτουργεί και η παρά τω Γραφείω συνεστημένη μία (1) οργανική θέσις μεταφέρεται εις το Τ.Ε.Π.Ε. της Δ.Δ.Ε., ο δε αυτόθι υπηρετών ως εσωτερικός ελεγκτής μετατάσσεται εις το Τ.Ε.Π.Ε. δια πράξεως της Δ.Ι.Σ.. Ομοίως αι τρεις θέσεις κατηγορίας Π.Ε επί βαθμοίς Δ − Α των Εκκλησιαστικών Επιθεωρητών ως και η θέσις του Προϊσταμένου της καταργουμένης Γενικής Εκκλησιαστικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως μεταφέρονται εις την Δ.Δ.Ε. (ανά δύο εις το Τ.Ε.Π.Ε. και το Τ.Ε.Κ.Ε.) και καλύπτονται κατά Τις διατάξεις του παρόντος και τον Κανονισμόν 5/1978 και η υπαλληλική των κατάστασις διέπεται υπό του τελευταίου Κανονισμού. Παν θέμα μη προβλεπόμενον δια του παρόντος καθορίζεται δι’ αποφάσεως της Δ.Ι.Σ.. Μεταφέρεται επίσης εις το Τ.Ε.Π.Ε. μία οργανική θέσις υπαλλήλου γραφείου εκ του Τμήματος Λογιστηρίου της Διευθύνσεως Οικονομικών της Ε.Κ.Υ.Ο. (άρθρον 5 παρ. 2 του Καν. 165/2005), την οποίαν καταλαμβάνει ο Διευθυντής της Δ.Δ.Ε..

4.

Η θέσις γραμματέως της καταργουμένης Γενικής Εκκλησιαστικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως μεταφέρεται εις την Δ.Δ.Ε. και καλύπτεται κατά τον Κανονισμόν 5/1978. Ούτως η Δ.Δ.Ε. έχει μίαν (1) θέσιν υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ η ΔΕ με επαρκείς γνώσεις λογιστικής και αρτίαν γνώσιν Η/Υ, δια την γραμματειακήν υποστήριξιν της Δ.Δ.Ε.. Καθήκοντα του γραμματέως είναι η τήρησις εγκυκλίων, θέματα προσωπικής καταστάσεως, τήρησις ατομικών δελτίων παρακολουθήσεως των εντολών, η τήρησις αρχείου εξερχόμενης, κοινής και εμπιστευτικής αλληλογραφίας, δακτυλογράφησις, παραλαβή και αποστολή εγγράφων και εγκυκλίων, παραλαβή, διανομή και τήρησις νομοθεσίας, η τήρησις αρχείου εγκυκλίων, ο διαχωρισμός των εγγράφων εις «εισερχόμενα», «επιστρεπτέα» και εις «αρχείον μένοντα», η καταχώρησις και διανομή τούτων αρμοδίως, συσχέτισις, ταξιθέτησις αυτών, τήρησις αρχείου εγγράφων, εγκυκλίων, πορισμάτων κατά διαχείρισιν και παν θέμα αναγόμενον εις την γραμματειακήν εξυπηρέτησιν της υπηρεσίας. Άρθρον 13 Εκκαθαριστής Εκκαθαριστής των αποδοχών του Διευθυντού και των Ελεγκτών της Δ.Δ.Ε. είναι ο Διευθυντής της Διευθύνσεως Οικονομικών της Ε.Κ.Υ.Ο. της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αι εν γένει μισθολογικαί αποδοχαί και αποζημιώσεις των δεν δύνανται να υπολείπωνται των αντιστοίχων των Οικονομικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομικών, ειδικώς δε η δαπάνη αποζημιώσεως και μετακινήσεώς των καταβάλλεται δε υπό των νομικών προσώπων, των αιτούντων τον έλεγχον. Άρθρον 14 Μεταβατικαί ρυθμίσεις Οι κανονισμοί 152/2002, 163/2004, 166/2005 καταργούνται και αι αρμοδιότητες της Ανωτάτης Ελεγκτικής Επιτροπής της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Γενικής Εκκλησιαστικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως παύουν. Συμβάσεις, αι οποίαι συνήφθησαν έως της ενάρξεως ισχύος του παρόντος άνευ αποφάσεως της Α.Ε.Ε.Ε.Ε. θεωρούνται έγκυροι και δεσμευτικαί δια την Εκκλησίαν της Ελλάδος. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος παύει η ισχύς πάσης εντολής της Δ.Ι.Σ. περί αναθέσεως καθηκόντων επιθεωρήσεως και πάσης συμβάσεως έργου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 16 του Κανονισμού 163/2004 προς τα στελέχη της Γενικής Εκκλησιαστικής Οικονομικής Επιθεωρήσεως και εκδίδεται Συνοδική εντολή, ώστε στελέχη της Εκκλησίας της Ελλάδος, οριζόμενα υπό του Προέδρου της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο., να διενεργήσουν διαδικασίαν παραδόσεως και παραλαβής του συνόλου του αρχείου των ως άνω καταργουμένων οργάνων και επιτροπών από τους Προϊστάμενους και Προέδρους των ή τους αναπληρωτάς των. Άρθρον 15 Κάλυψις δαπάνης Εκ των διατάξεων του παρόντος κανονισμού δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του προϋπολογισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. Άρθρον 16 Έναρξις ισχύος Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και του επισήμου Δελτίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος. O Κανονισμός αυτός να δημοσιευθεί δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και του επισήμου δελτίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήνα, 22 Ιουνίου 2010 Ο Πρόεδρος † Ο Αθηνών ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ F (2) ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 211/2010 Κωδικοποίησις και συμπλήρωσις διατάξεων περί λειτουργίας της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Κ.Υ.Ο.) Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 13 του Συντάγματος,

2.

Τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4, 3, 4 περ. ε, 9, 36 παρ. 6, 42, 46 παρ. 2 και 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 146).

3.

Τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 1811/1988 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 231),

4.

Την διάταξιν του άρθρου 1 παρ. 2 του υπ’ αριθμ. 3/1977 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί αρμοδιοτήτων, συνθέσεως και λειτουργίας του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Α΄273),

5.

την ανάγκην συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων επί σκοπώ βελτιώσεως των δομών της Υπη

6.

την από 5.5.2010 γνωμάτευσιν του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,

7.

την από 21.4.2010 πρότασιν της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο.,

8.

την από 6.5.2010 Απόφασιν της Δ.Ι.Σ.,

9.

την από 23.6.2010 έγκρισιν της Ι.Σ.Ι., ψηφίζει: Τον υπ’ αριθμ. 211/2010 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΝ έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 211/2010 «Κωδικοποίησις και συμπλήρωσις διατάξεων περί λειτουργίας της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Κ.Υ.Ο.)» ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄ Άρθρον 1

1.

Η συσταθείσα, δια του υπ’ αριθμ. 100/1998 Κανονισμού (ΦΕΚ Α΄ 261/20.11.1998), Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών (Ε.Κ.Υ.Ο.) τελεί υπό την άμεσον εποπτείαν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

2.

Η λειτουργία αυτής διέπεται υπο των Ιερών Κανόνων, τους νόμους του Κράτους, και δη τον ν. 590/1977 (Καταστατικόν Χάρτην της Εκκλησίας της Ελλάδος), και τους Κανονισμούς της Ιεράς Συνόδου.

3.

Η υπ’ αυτής ασκουμένη Διοίκησις και Διαχείρισις αποσκοπεί εις την προαγωγήν του πνευματικού έργου της Εκκλησίας, εις την διακονίαν του Λαού της Ελλάδος και εις την κοινωνικήν προσφοράν και αλληλεγγύην. Άρθρον 2

1.

Η Ε.Κ.Υ.Ο., ως Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, διοικεί, διαχειρίζεται και αξιοποιεί: α. άπασαν την περιελθούσαν εις την διοίκησιν και διαχείρισιν της Εκκλησίας της Ελλάδος ρευστοποιητέαν μοναστηριακήν, κινητήν και ακίνητον, περιουσίαν, β. άπασαν την πέραν ταύτης κινητήν και ακίνητον περιουσίαν του πρώην Ο.Δ.Ε.Π., γ. άπαντα τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία περιήλθον εις το Εκκλησιαστικόν Νομικόν Πρόσωπον της Εκκλησίας της Ελλάδος από της καταστάσεως Αυτής ως διαδόχου του Ο.Δ.Ε.Π. κατά τόν νόμον 1811/1988 ή θα περιέλθουν εις Αυτήν καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις το μέλλον.

2.

Η Ε.Κ.Υ.Ο., συμφώνως τω άρθρω 46 παρ. 3 του ν. 590/1977 και τω άρθρω 52 παρ. 2 του ν. 2778/1999, σχεδιάζει και επιμελείται, κατόπιν εγκρίσεως της Δ.Ι.Σ., της ιδρύσεως υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. και μη κερδοσκοπικών εταιρειών και της συμμετοχής Της εις αυτάς, προτείνει προς την Δ.Ι.Σ. τα μέλη του Δ.Σ. των εταιριών εις τας οποίας μετέχει αμέσως ή εμμέσως η Εκκλησία της Ελλάδος και εισηγείται προς την Δ.Ι.Σ. εν γένει περί των της ιδρύσεως και συμμετοχής Της εις εταιρείας δυνάμει πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου.

3.

Κατόπιν ειδικών Αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. δύναται να μετέχη εις προτεινομένας συνεργασίας οικονομικού, επικοινωνιακού και πολιτιστικού περιεχομένου μετά εξουσιοδοτημένων φορέων άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών (άρθρον 9 παρ. δ του ν. 590/1977). Άρθρον 3 Η Ε.Κ.Υ.Ο., ως Υπηρεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος (διαδόχου του πρώην Ο.Δ.Ε.Π. κατ’ άρθρον 3 παρ. 2 της δια του άρθρου πρώτου του ν. 1811/1988 κυρωθείσης από 11.5.1988 Συμβάσεως), έχει την αρμοδιότητα εκδόσεως οικοδομικών αδειών και διενεργείας ελέγχων δι’ εκκλησιαστικάς κατασκευάς, συμφώνως τω άρθρω 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 και τω άρθρω 5 παρ. 14 του ν. 2940/2001, ως και της παρακολουθήσεως και στηρίξεως εκκλησιαστικών έργων. Η εν λόγω αρμοδιότης ασκείται συμφώνως προς Τις διατάξεις του παρόντος δια του παρ’ αυτή Γραφείου Ναοδομίας, της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών, το οποίον αναβιβάζεται εις «Διεύθυνσιν Ναοδομίας». ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄ ΔΙΑΡΘΡΩΣΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Άρθρον 4 Η Ε.Κ.Υ.Ο. έχει την ακόλουθον διάρθρωσιν:

1.

Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.)

2.

Γενική Διεύθυνσις 2.1. Διεύθυνσις Διοικήσεως 2.2. Διεύθυνσις Περιουσίας 2.3. Διεύθυνσις Οικονομικών 2.4. Διεύθυνσις Τεχνικών Υπηρεσιών 2.5. Διεύθυνσις Ναοδομίας 2.6. Γραφείον Γενικής Διευθύνσεως, Συντονισμού προγραμμάτων και Δημοσίων Σχέσεων 2.7. Γραμματεία Δ.Ε. 2.8. Γραφείον Νομικών Υποθέσεων 2.9. Γραφείον Προγραμματισμού 2.10. Γραφείον Μακεδονίας – Θράκης 2.11. Γραφείον Δημοσίων Σχέσεων ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΙΟΙΚΟΥΣΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (Δ.Ε.) Άρθρον 5 Ιεραρχική θέσις και σύνθεσις της Δ.Ε.

1.

Η Δ.Ε. είναι η υπερκειμένη ιεραρχικώς βαθμίς της Υπηρεσίας ταύτης, ελέγχουσα και συντονίζουσα τας δραστηριότητας αυτής.

2.

Συγκροτείται εκ τριών Αρχιερέων, ενός Ηγουμένου Ιεράς Μονής και τριών λαϊκών, επιστημόνων εγνωσμένου κύρους, εχόντων γνώσεις και εμπειρίαν περί τα οικονομικά και νομικά θέματα.

3.

Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο έχων τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης Αρχιερεύς.

4.

Γενικός Εισηγητής της Δ.Ε. είναι ο Γενικός Διευθυντής. Άπαντα τα θέματα των υπηρεσιών της Ε.Κ.Υ.Ο. δια την λήψιν αποφάσεων εισηγείται ο Γενικός Διευθυντής, τηρουμένων των διαδικασιών της ιεραρχικής προωθήσεώς των.

5.

Γραμματεύς ορίζεται υπό της Δ.Ε. κληρικός η λαϊκός της Υπηρεσίας ταύτης. Άρθρον 6 Συγκρότησις της Δ.Ε.

1.

Τα Μέλη της Δ.Ε. διορίζονται μετά των αναπληρωτών αυτών, δι’ αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (Δ.Ι.Σ.), δια μίαν τριετίαν, δυναμένην να ανανεούται.

2.

Η Δ.Ι.Σ. δύναται, δι’ ητιολογημένης αποφάσεως Αυτής, να αντικαταστήση, ωρισμένα ή άπαντα τα Μέλη της Δ.Ε., τακτικά ή αναπληρωματικά, δια το υπόλοιπον της θητείας των, εφ’ όσον συντρέχει αποχρών προς τούτο λόγος.

1.

Η Δ.Ε. ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τουλάχιστον πέντε Μελών αυτής εξ ων τρία κληρικά.

2.

Αι αποφάσεις αυτής λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

3.

Ενισχυμένη πλειοψηφία τουλάχιστον εκ πέντε ψήφων απαιτείται: α. Δια τας δικαιοπραξίας της παρ. 2 και της παρ. 3 στοιχ. δ του άρθρου 8 του παρόντος. β. Δια την χρησιμοποίησιν των διαθεσίμων ή των κονδυλίων εκ του Προϋπολογισμού της Ε.Κ.Υ.Ο. προς αγοράν κινητών αξιών ή ακινήτων. γ. Δια την αγοράν ή πώλησιν ή αξιοποίησιν ή μετατροπήν μετοχών, δια την κατασκευήν κτιρίων και έργων υποδομής, αγοράν ακινήτων κ.λ.π. δ. Δια την συμμετοχήν της Εκκλησίας της Ελλάδος εις επιχειρήσεις, δια την υπ’ Αυτής ίδρυσιν Α.Ε. ή Ε.Π.Ε. ή μη κερδοσκοπικών εταρειών, δι’ επιχορηγήσεις άνω των τριάκοντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 €), δια την μείωσιν ή διατήρησιν σταθερού μισθώματος δια χρονικόν διάστημα άνω των τριών ετών, δια την πώλησιν ακινήτων, δια τον δανεισμόν υπό Πιστωτικών ή Επενδυτικών Ιδρυμάτων, δια την χορήγησιν εγγυήσεων υπό της Ιδίας υπέρ των εκκλησιαστικών Α.Ε. ή Ε.Π.Ε. ή μη κερδοσκοπικών εταιρειών και δια την παραχώρησιν ακινήτων προς διαχείρισιν από τας εκκλησιαστικάς Α.Ε. ή Ε.Π.Ε. ή μη κερδοσκοπικάς εταιρείας. ε. Δια την συμμετοχήν εις ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, repos και εν γένει εις τραπεζικά καί χρηματοοικονομικά προϊόντα.

4.

Τα Πρακτικά εκάστης Συνεδριάσεως καταχωρίζονται εις Η/Υ και CD και εκτυπούμενα βιβλιοδετούνται μετά των συνοδευτικών στοιχείων εκάστου θέματος, επικυρούνται δε κατά την έναρξιν της επομένης Συνεδριάσεως και εν συνεχεία υπογράφονται δεόντως. Τα Πρακτικά τηρούνται εις δύο πρωτότυπα, εξ ων το μεν εν εις το Αρχείον της Γραμματείας της Δ.Ε. το δε έτερον εις το Κεντρικόν Αρχείον της Υπηρεσίας. Ενυπόγραφα αντίγραφα τούτων εκδίδει ο Γραμματεύς της Δ.Ε. κατόπιν εντολής του Γεν. Διευθυντού. Επί επειγόντων θεμάτων τα Πρακτικά συντάσσονται και επικυρούνται αυθημερόν υπό του Προέδρου της Δ.Ε., του Γεν. Διευθυντού της Υπηρεσίας και του Γραμματέως.

5.

Επείγοντα θέματα εκτός ημερησίας διατάξεως, συζητούνται εις την Δ.Ε. μετά από πρότασιν του Γενικού Διευθυντού και σύμφωνον γνώμην της πλειονοψηφίας των Μελών Της.

6.

Τα Μέλη της Δ.Ε. δύνανται να αιτούνται από τον Γεν. Διευθυντήν ή τας αρμοδίας Διευθύνσεις πάντα τα χρήζοντα μελέτης στοιχεία εκ των φακέλλων των υπό εξέτασιν θεμάτων της Ημερησίας Διατάξεως, προκειμένου να διαμορφώσουν γνώμην επ’ αυτών. Άρθρον 8 Αρμοδιότητες της Δ.Ε.

1.

α. Η Διοικούσα Επιτροπή αποφασίζει επί παντός θέματος αναγομένου εις τας εν άρθρω 2 του παρόντος Κανονισμού περιγραφομένας αρμοδιότητας της Υπηρεσίας ταύτης. β. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατόπιν γραπτών εισηγήσεων του Γεν. Διευθυντού της Ε.Κ.Υ.Ο., καταχωριζομένων επακριβώς εις τα Πρακτικά. Αι εισηγήσεις προσυπογράφονται υπό των εκάστοτε αρμοδίων Διευθύνσεων και περιλαμβάνουν κατά περίπτωσιν και Γνωμοδότησιν του Γραφείου Νομικών Υποθέσεων.

2.

Αι αποφάσεις της Δ.Ε. είναι οριστικαί, εκτός εάν αφορούν εις την αγοράν ή πώλησιν χρεωγράφων, εις την αγοράν ή πώλησιν ή αντιπαροχήν ή ανταλλαγήν ακινήτων ή την μακροχρόνιον μίσθωσιν τούτων (αρχικήν μίσθωσιν πέραν της δωδεκαετίας ή ανανέωσιν πέραν της εξαετίας) ή την μίσθωσιν δι’ ανταλλάγματος ή μηνιαίου μισθώματος αντιστοίχως, αξίας ανώτερας των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), οπότε χρήζουν της εγκρίσεως της Δ.Ι.Σ. δια να καταστούν οριστικαί.

3.

Η Διοικούσα Επιτροπή : α. Εγκρίνει τους όρους των Διακηρύξεων και τα αποτελέσματα των πλειοδοτικών ή μειοδοτικών Διαγωνισμών μετά των σχετικών τευχών δια συμβάσεις έργων, προμηθειών, υπηρεσιών προϋπολογισμού συνολικής δαπάνης έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (500.000 €) πλέον Φ.Π.Α.. Δια συμβάσεις ανωτέρας δαπάνης εισηγείται προς την Δ.Ι.Σ. επί των ανωτέρω θεμάτων. β. Εγκρίνει τα αποτελέσματα των δημοπρασιών και διαγωνισμών των αφορώντων εις δικαιοπραξίας της παρ. 2 του παρόντος άρθρου ή εις μισθώσεις ακινήτων με μηνιαίον μίσθωμα έως και δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €). γ. Ψηφίζει αφ’ ενός μεν τον Προϋπολογισμόν και αφ’ ετέρου τον Απολογισμόν και τον Ισολογισμόν εκάστου έτους, τούς οποίους υποβάλλει εις την Δ.Ι.Σ. προς έγκρισιν. Ο Προϋπολογισμός, ο Απολογισμός και ο Ισολογισμός συνοδεύονται υπό αντιστοίχων Εκθέσεων της Διευθύνσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου. δ. Αποφασίζει περί δικαστικών και εξωδίκων συμβιβασμών, διαιτησίας, παραιτήσεων από δικαίωμα αγωγής ή ένδικα μέσα, που έχουν σχέσιν με την εν γένει εκκλησιαστικήν περιουσίαν. Εφ’ όσον οι συμβιβασμοί, διαιτησίαι, παραιτήσεις συνεπάγονται δαπάνην ανωτέραν της αναφερόμενης εις το εδάφιον α εισηγείται σχετικώς προς την Δ.Ι.Σ., η οποία λαμβάνει την τελικήν απόφασιν. ε. Εισηγείται την τροποποίησιν του Εσωτερικού Κανονισμού συστάσεως των θέσεων του προσωπικού και της ειδικωτέρας διαρθρώσεως και λειτουργίας των επί μέρους Διευθύνσεων και Γραφείων της Υπηρεσίας ταύτης, την οποίαν εγκρίνει η Δ.Ι.Σ.. στ. Προτείνει εις την Δ.Ι.Σ. τον διορισμόν τακτικών υπαλλήλων εις υπαρχούσας κενάς οργανικάς θέσεις μονίμου ή ειδικού επιστημονικού ή βοηθητικού προσωπικού, ως και την πρόσληψιν προσωπικού με σύμβασιν εργασίας ωρισμένου χρόνου άνω των οκτώ μηνών ή με σύμβασιν έργου. ζ. Αποφασίζει δια την πρόσληψιν προσωπικού εις την Ε.Κ.Υ.Ο. με συμβάσεις εργασίας ωρισμένου χρόνου, μη υπερβαινούσας τους οκτώ μήνας ή συμβάσεως έργου, προς αντιμετώπισιν απροβλέπτου ή επειγούσης ή ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης. η. Αποφασίζει δια την ανανέωσιν των συμβάσεων του προσωπικού, την σύναψιν συμβάσεων με Ιατρόν εργασίας και ημερομίσθιον εργατοτεχνικόν προσωπικόν. θ. Εγκρίνει τας δαπάνας ποσών από είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) έως πεντήκοντα χιλιάδων ευρώ (50.000,00 €). Δι’ ανωτέρας του ποσού αυτού δαπάνας εισηγείται εις την Δ.Ι.Σ. την έγκρισίν των. ι. Εγκρίνει, προς αντιμετώπισιν μικροδαπανών είτε της Αρχιγραμματείας της Ιεράς Συνόδου, είτε των Συνοδικών Επιτροπών, είτε της Ε.Κ.Υ.Ο., την προκαταβολήν ποσού έως επτά χιλιάδων ευρώ (7.000,00 €), επί αποδόσει λογαριασμού, του οποίου υπόλογος είναι ο εκάστοτε οριζόμενος διαχειριστής αυτού. ια. Μελετά και εγκρίνει τας προτεινομένας διεθνείς συμμετοχάς οικονομικού, επικοινωνιακού και πολιτιστι παρόντος Κανονισμού. ιβ. Κατόπιν Εισηγήσεως του Γενικού Διευθυντού ορίζει ένα εκ των Διευθυντών ως αναπληρωτήν του απουσιάζοντος ή δι’ οιανδήποτε αιτίαν κωλυομένου Γεν. Διευθυντού. ιγ. Ενεργεί, ητιολογημένως, ό,τι ενδείκνυται δια την εύρυθμον λειτουργίαν της Υπηρεσίας υπό την επιφύλαξιν των ανωτέρω εδαφίων και των αρμοδιοτήτων της Δ.Ι.Σ.. Άρθρον 9 Αρμοδιότητες του Προέδρου της Δ.Ε.

1.

Ο Πρόεδρος της Δ.Ε.: α. Προεδρεύει των τακτικών και εκτάκτων Συνεδριάσεων της Δ.Ε., αναπληρούμενος υπό του νομίμου αναπληρωτού του. β. Συγκαλεί εις τακτικάς συνεδριάσεις την Δ.Ε. άπαξ τουλάχιστον του μηνός, εκτάκτως δε οσάκις ήθελε κρίνει αναγκαίον. γ. Ο Πρόεδρος της Δ.Ε. και ο Γεν. Διευθυντής είναι σύνδεσμοι μεταξύ της Ε.Κ.Υ.Ο. και της Συνοδικής Επιτροπής επί των Οικονομικών. δ. Συνεργάζεται μετά του Γεν. Διευθυντού της Υπηρεσίας δια την σύνταξιν της Ημερησίας Διατάξεως της Δ.Ε., την οποίαν υπογράφει και συγκοινοποιεί μετά της Προσκλήσεως προς τα Μέλη αυτής, δι’ οιουδήποτε προσφόρου μέσου, τουλάχιστον τέσσαρας (4) ημέρας προ της Συνεδριάσεως. ε. Ελέγχει την απαρτίαν της Συνεδριάσεως και φροντίζει δια την τήρησιν των Πρακτικών, έχων την αποκλειστικήν περί τούτων ευθύνην. στ. Υπογράφει ως εκπρόσωπος της Ε.Κ.Υ.Ο. της Εκκλησίας της Ελλάδος συμβάσεις εχούσας αντικείμενον άνω του ποσού του ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000,00 €). ζ. Εγκρίνει δαπάνας ποσού άνω των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €) και μέχρι του ποσού των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €). η. Αποφαίνεται, ως τελικός κριτής, επί των Εκθέσεων Υπηρεσιακής Ικανότητος των Διευθυντών. θ. Συνεννοείται μετά του Γεν. Διευθυντού δια παν θέμα το οποίον κατά την κρίσιν του χρήζει προωθήσεως ή θα συμβάλη εις την πλέον εύρυθμον λειτουργίαν της Υπηρεσίας.

2.

Δια κοινής Αποφάσεως του Προέδρου και του Γεν. Διευθυντού της Ε.Κ.Υ.Ο. δύναται να ασκήται αρμοδιότης της Δ.Ε., κατόπιν προηγουμένης ενημερώσεως του Προέδρου της Δ.Ι.Σ., επί θεμάτων ζωτικής σημασίας ή μη δεκτικών αναβολής και εφ’ όσον δεν είναι εφικτή η σύγκλησις της Δ.Ε., ανακοινουμένων των Αποφάσεων αυτών εις την πρώτην μετά ταύτα Συνεδρίαν της Δ.Ε. και εγκρινομένων υπ’ αυτής.

3.

Δια κοινής εισηγήσεως του Προέδρου και του Γεν. Διευθυντού προτείνονται εις την Δ.Ε. αι διεθνείς συμμετοχαί της Ε.Κ.Υ.Ο. οικονομικού, επικοινωνιακού και πολιτιστικού χαρακτήρος.

4.

Κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου δύνανται να συμμετέχουν μετά γνώμης και άνευ ψήφου εις συνεδριάσεις της Δ.Ε. ειδικοί επιστήμονες, σύμβουλοι της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως επίσης και αναπληρωματικά μέλη της Δ.Ε.. ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ Άρθρον 10

1.

Η θέσις του Γενικού Διευθυντού (μία) πληρούται δια μίαν τριετίαν, ανανεουμένη κατά την κρίσιν της Δ.Ι.Σ., είτε εκ των Διευθυντών της Υπηρεσίας, είτε δι’ απευθείας διορισμού, υπό της Δ.Ι.Σ., επιστήμονος εγνωσμένου κύρους και ήθους, έχοντος επιδείξει εξαιρετικήν δημοσίαν προσφοράν, διοικητικήν ικανότητα και πίστιν εις την προαγωγήν του έργου της Εκκλησίας.

2.

Εις την θέσιν αυτήν δύναται να διορισθή, υπό της Δ.Ι.Σ. και κληρικός παντός βαθμού, αναλόγων προσόντων. Άρθρον 11 Αρμοδιότητες Γενικού Διευθυντού Ο Γενικός Διευθυντής ασκεί τας ακολούθους αρμοδιότητας :

1.

Διευθύνει, ασκεί την εποπτείαν επί των υπαγομένων εις την Ε.Κ.Υ.Ο. Διευθύνσεων και Γραφείων και παρακολουθεί, εις το πλαίσιον των εκάστοτε εντολών της Δ.Ι.Σ., τα της πορείας και των αποτελεσμάτων (ως εκπρόσωπος του μετόχου − Εκκλησίας της Ελλάδος) των ιδρυομένων υπό της Δ.Ι.Σ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. και λοιπών εταιρειών, τας οποίας ιδρύει ή συμμετέχει ή κατά το νόμον είναι μέτοχος η Εκκλησία της Ελλάδος (λ.χ. άρθρον 40 ν. 3756/2009), των διαχειριζομένων περιουσιακά στοιχεία ή θέματα οικονομικού ή επικοινωνιακού ή πολιτιστικού χαρακτήρος της Εκκλησίας της Ελλάδος ή των φορέων Αυτής των επιχορηγουμένων εκ του Προϋπολογισμού της Ε.Κ.Υ.Ο. εις ποσοστόν άνω του 20% του συνολικού Προϋπολογισμού των.

2.

Εισηγείται προς την Δ.Ε. τας υπό των Διευθύνσεων και Γραφείων υποβαλλομένας υποθέσεις και παρίσταται εις τας Συνεδριάσεις αυτής άνευ ψήφου.

3.

Εισηγείται εις τον Πρόεδρον της Δ.Ε. τα θέματα της Ημερησίας Διατάξεως εκάστης Συνεδριάσεως και ενημερώνει τούτον ως και την Δ.Ε. περί των στοιχείων των οικείων φακέλων.

4.

Παρακολουθεί την εξέλιξιν των διεθνών οικονομικών, επικοινωνιακών και πολιτιστικών συμπράξεων της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών και εισηγείται δεόντως εις την Δ.Ε.

5.

Συντάσσει κατ’ έτος τας Υπηρεσιακάς Εκθέσεις των Διευθυντών και των Προϊσταμένων των απ’ ευθείας υπαγομένων εις την Γεν. Διεύθυνσιν Γραφείων.

6.

Εκτελεί τας αποφάσεις της Δ.Ε. και της Δ.Ι.Σ. αι οποίαι είναι υποχρεωτικαί.

7.

Υπογράφει ως εκπρόσωπος της Ε.Κ.Υ.Ο. της Εκκλησίας της Ελλάδος απάσας τας συμβάσεις, εφ’ όσον δε υπερβαίνουν το κατά την παράγραφον 10 ποσόν αρμοδιότητός του κατόπιν πληρεξουσιοδοτήσεως της Δ.Ε. ή του Προέδρου αυτής ή της Δ.Ι.Σ. αναλόγως της αξίας των.

8.

Προβαίνει εις ανανέωσιν των πάσης φύσεως καταθέσεων, ομολόγων και λοιπών αξιογράφων.

9.

Αποφασίζει μετά της Διευθύνσεως Οικονομικών δια συμμετοχήν εις την αύξησιν του Μετοχικού Κεφαλαίου των Τραπεζικών και λοιπών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος κατέχει μετοχάς. Αι πράξεις της Γεν. Διευθύνσεως των παρ. 8 και 9 δύνανται να λάβουν χώραν μόνον κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της Δ.Ε.. Αι εν λόγω αποφάσεις ανακοινούνται προς την Δ.I.Σ. κατά την αμέσως επομένην της λήψεως τούτων Συνεδρίαν Αυτής και εγκρίνονται υπ’ Αυτής.

10.

Εγκρίνει δαπάνας μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), απαγορευμένης της κατατμήσεως του ποσού της αυτής δαπάνης καθ’ όλον το έτος, μη θεωρουμένης όμως ως κατατμήσεως της πληρωμής των νομίμων αποδοχών (μισθών, επιδομάτων, προσαυξήσεων, κρατήσεων δι’ Ασφαλιστικά Ταμεία κ.λ.) των υπαλλήλων της Ι. Συνόδου και της Ε.Κ.Υ.Ο., της καταβολής υποτροφιών, αποζημιώσεων εις Μέλη της Δ.Ι.Σ. ή της Δ.Ε. ή Επιτροπών, δαπανών εκ δικαστικών αποφάσεων και προστίμων ή ετέρων δαπανών προκυπτουσών κατά διαφορετικά διαστήματα, ως λ.χ. αι πάσης φύσεως συνδρομαί, η αποστολή εγγράφων, βιβλίων ή εντύπων, η δημοσίευσις ανακοινώσεων κ.λπ., 01001350908100016 ματιστικών, υδραυλικών, ξυλουργικών, ηλεκτρολογικών και λοιπών εγκαταστάσεων, ως και εν γένει επισκευής και συντηρήσεως ακινήτων ιδιοκτησίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, εφ’ όσον αφορούν εις διαφορετικόν κτίριον ή διαφορετικόν ακίνητον του αυτού κτιρίου ή διαφορετικόν αντικείμενον εργολαβίας, η πληρωμή δαπανών προμηθείας ηλεκτρομηχανολογικού υλικού και προγραμμάτων Η/Υ, η καταβολή μισθωμάτων δια χρονομισθώσεως (leasing), η συντήρησις και επισκευή υπηρεσιακών αυτοκινήτων, η προμήθεια αναλωσίμων ειδών γραφείου, ανταλλακτικών, ειδών καθαριότητος, η αγορά δώρων δια εθιμοτυπικούς λόγους, αι δαπάναι δημοσίων σχέσεων, φιλοξενίας, δεξιώσεων και οδοιπορικών εξόδων, είτε διαφορετικών προσώπων είτε των αυτών μεν αλλά κατά διαφορετικά διαστήματα, αι δαπάναι εθιμοτυπίας, συνεδρίων, ημερίδων, εκπαιδεύσεως και μετεκπαιδεύσεως προσωπικού κ.λπ.. Τα ως άνω ισχύουν και δια τας δαπάνας τας αναγομένας εις την αρμοδιότητα του Προέδρου ή της Δ.Ε. τηρουμένων εις απάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις των ισχυουσών διατάξεων περί αναθέσεως έργων, προμηθειών και υπηρεσιών.

11.

Εις επειγούσας περιπτώσεις αποστολής εντός ή εκτός Ελλάδος Εκπροσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος ή Επιτροπών δύναται να εκδίδη Χρηματικά Εντάλματα Προκαταβολής μέρους ή του συνόλου της προβλεπομένης δαπάνης, επί αποδόσει λογαριασμού παρά του υπολόγου αυτής. Η απόφασις αυτή θα κοινοποιήται εις την Δ.Ε. κατά την αμέσως μετά την λήψιν ταύτης Συνεδρίαν αυτής και θα εγκρίνεται υπ’ αυτής.

12.

Αναθέτει, μετά από Εισήγησιν Επιτροπής αποτελουμένης υπό των Διευθυντών Διοικήσεως, Περιουσίας και Οικονομικών, την φύλαξιν των ακινήτων, μεταλλείων κ.λπ. εις πεπειραμένους φύλακας ή εταιρείας και τον καθαρισμόν των ακινήτων (κτιρίων, οικοπέδων, δασών) εις κατάλληλα συνεργεία.

13.

Μονογράφει πάντα τα εισερχόμενα έγγραφα και υπογράφει τα εξερχόμενα. 14.α. Εκπροσωπεί την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ως το καθ’ όλου Εκκλησιαστικόν Ν.Π.Δ.Δ. επί των θεμάτων της εκκλησιαστικής περιουσίας, ενώπιον παντός Δικαστηρίου και πάσης Διοικητικής Αρχής, κατόπιν προηγουμένης εγγράφου εξουσιοδοτήσεως του Μακ. Αρχιεπισκόπου. β. Αποφασίζει, κατόπιν Εισηγήσεως του Γραφείου Νομικών Υποθέσεων ή των υπ’ αυτόν Διευθύνσεων, περί της εγέρσεως αγωγών υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος, ασκήσεως ενδίκων μέσων και λήψεως παντός δικαστικού μέτρου προς διασφάλισιν της εκκλησιαστικής περιουσίας, ενημερώνων κατά τακτά χρονικά διαστήματα δια τας εν λόγω ενεργείας του την Δ.Ε. γ. Διορίζει και παρέχει γενικήν ή μερικήν εξουσιοδότησιν και πληρεξουσιότητα εις δικηγόρους, είτε του Γραφείου Νομικών Υποθέσεων της Ε.Κ.Υ.Ο. είτε εξωτερικούς, ίνα εκπροσωπούν την Εκκλησίαν της Ελλάδος, ενώπιον παντός Δικαστηρίου και εξωδίκως, δια πάσαν υπόθεσιν υποκειμένην εις την διαχείρισιν της Ε.Κ.Υ.Ο.

15.

Κινεί την πειθαρχικήν διαδικασίαν κατά των υποκειμένων εις αυτόν υπαλλήλων της Υπηρεσίας.

16.

Ενημερώνει δις του έτους την Δ.Ε. περί της εν γένει καταστάσεως της Υπηρεσίας, των στόχων, των επιδιώξεών της και της πορείας του Προϋπολογισμού.

17.

Συγκροτεί δι’ αποφάσεώς του Επιτροπάς και Συμβούλια προς αντιμετώπισιν προκυπτόντων εκάστοτε ζητημάτων, των οποίων η θεραπεία έχει ανατεθή υπό της Δ.Ι.Σ. ή της Δ.Ε. εις τας Υπηρεσίας της Ε.Κ.Υ.Ο., ή κρίνονται αναγκαίαι υπό της Γενικής Διευθύνσεως δια την προώθησιν του έργου της Υπηρεσίας εις τον τομέα των αρμοδιοτήτων της.

18.

Τοποθετεί το τακτικόν και το έκτακτον προσωπικόν της Ε.Κ.Υ.Ο. εις τας Διευθύνσεις, Τμήματα, Γραφεία και την Γραμματείαν της Οικονομικής Επιθεωρήσεως.

19.

Δι’ αποφάσεώς του, γνωστοποιουμένης προς τον Πρόεδρον και την Δ.Ε., αναθέτει κατά τας ανάγκας της Υπηρεσίας προσωρινώς καθήκοντα Διευθυντών, Τμηματαρχών η Προϊσταμένων Γραφείων. Επίσης δύναται δι’ αποφάσεώς του κατά τον ν. 2690/1999 να εκχωρή μέρος των αρμοδιοτήτων του εις Διευθυντάς, Τμηματάρχας ή Προϊσταμένους Γραφείων δια συγκεκριμένον ή αόριστον χρόνον ή ομοίως να παρέχη εξουσιοδότησιν υπογραφής. ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ Άρθρον 12 Διευθυνταί

1.

Αι θέσεις των Διευθυντών (εξ) πληρούνται, είτε δια προαγωγής των εχόντων τα νόμιμα προσόντα υπαλλήλων, είτε δι’ απευθείας διορισμού, επί τριετεί θητεία, επιστημόνων εξαιρετικού ήθους, οι οποίοι διαθέτουν διοικητικήν ικανότητα και πίστιν εις την προαγωγήν του έργου της Εκκλησίας. Εις τας θέσεις αυτάς δύνανται να ορισθούν και κληρικοί, αναλόγων προσόντων.

2.

Οι Διευθυνταί: α΄. Παρακολουθούν, ελέγχουν, εποπτεύουν και συντονίζουν τας υπ’ αυτούς Διευθύνσεις, Τμήματα και Γραφεία. β΄. Τηρούν επακριβώς το διέπον την Εκκλησίαν της Ελλάδος νομοκανονικόν καθεστώς και ευθύνονται δια τας προς την Γεν. Διεύθυνσιν εισηγήσεις των. γ΄. Συντάσσουν τας υπηρεσιακάς εκθέσεις των υπ’ αυτούς Τμηματαρχών και Προϊσταμένων Γραφείων. δ΄. Εισηγούνται προς τον Γενικόν Διευθυντήν ό,τι ενδείκνυται δια την προστασίαν, ασφάλειαν και αξιοποίησιν των περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας της Ελλάδος και την εύρυθμον και αξιόπιστον λειτουργίαν των Διευθύνσεών των. Άρθρον 13 Τμηματάρχαι και Προϊστάμενοι Γραφείων

1.

Οι Τμηματάρχαι και οι Προϊστάμενοι των Γραφείων έχουν τας αντιστοίχους προς τους Διευθυντάς ευθύνας και αρμοδιότητας δια τα υπ’ αυτούς Τμήματα και Γραφεία.

2.

Ούτοι συντάσσουν τας υπηρεσιακάς εκθέσεις των υπ’ αυτούς υπηρετούντων υπαλλήλων. Άρθρον 14 Οι Διευθυνταί, οι Τμηματάρχαι και οι Προϊστάμενοι Γραφείων αναφέρονται δια πάσαν ενέργειάν των εις τον Γεν. Διευθυντήν υπέχοντες υποχρέωσιν δια την υποβολήν γραπτών εισηγήσεων. Άρθρον 15 Διεύθυνσις Διοικήσεως Εις την Διεύθυνσιν ταύτην υπάγονται:

1.

Τμήμα Διαχειρίσεως Προσωπικού: α. Παρακολουθεί την υπηρεσιακήν κατάστασιν του προσωπικού και εισηγείται ή εκτελεί τας νομίμους ενεργείας. β. Τηρεί τους υπηρεσιακούς φακέλους του προσωπικού. γ. Επιμελείται του νομίμου και κανονικού διορισμού, ή της προσλήψεως του προσωπικού, της λήξεως της υπηρεσιακής σχέσεως τούτου, καθώς και της παρακολούθησεως της καταλληλότητος και αποδοτικότητός του. ΦΕΚ 135 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2985 γασίας, ως επίσης και τα της ευπρεπούς παρουσίας και συμπεριφοράς του πάσης φύσεως προσωπικού της Ε.Κ.Υ.Ο. ε. Εκδίδει απάσας τας Βεβαιώσεις και τα Πιστοποιητικά της Υπηρεσίας. στ. Εισηγείται την κατάρτισιν και τροποποίησιν του Εσωτερικού Κανονισμού Αξιολογήσεως και Αποδόσεως Εργασίας του Προσωπικού. ζ. Επιλαμβάνεται των γενικωτέρων θεμάτων της Διοικήσεως και της Οργανώσεως της Υπηρεσίας.

2.

Τμήμα Προμηθειών: α. Επιλαμβάνεται απασών των Προμηθειών κατά τας νομίμους διαδικασίας. β. Παρακολουθεί την παραλαβήν και ασφαλή αποθήκευσιν των υλικών. γ. Τηρεί το μητρώον παγίων, όπως ενδεικτικώς τα Βιβλία Επίπλων, Μηχανημάτων, Σκευών, Οχημάτων, Ηλεκτρομηχανολογικού Εξοπλισμού κ.λπ.. δ. Εισηγείται την κατάρτισιν και τροποποίησιν του Εσωτερικού Κανονισμού Προμηθειών.

3.

Τμήμα Μηχανοργανώσεως: α. Παρακολουθεί την καλήν κατάστασιν του ηλεκτρονικού εξοπλισμού και των ηλεκτρικών, οπτικών, και ηλεκτρονικών δικτύων, την αποτελεσματικότητα του λογισμικού των Η/Υ, ως και την αξιοποίησιν και αναβάθμισιν αυτών. β. Έχει την ευθύνην της ασφαλείας και της τηρήσεως του Ηλεκτρονικού Κεντρικού Αρχείου της Ιεράς Συνόδου και της Ε.Κ.Υ.Ο., των ηλεκτρικών, οπτικών και ηλεκτρονικών δικτύων ως και της λειτουργίας των φωτοτυπικών και τηλεομοιοτυπικών μηχανημάτων πασών των υπηρεσιών της Εκκλησίας της Ελλάδος. γ. Οργανώνει και παρακολουθεί την εκπαίδευσιν και μετεκπαίδευσιν του προσωπικού εις Η/Υ και εις τα προγράμματα Πληροφορικής.

4.

Γραφείον Πρωτοκόλλου και Διεκπεραιώσεως: α. Παραλαμβάνει, πρωτοκολλεί, διανέμει και αρχειοθετεί πάντα τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα και Αποφάσεις της Υπηρεσίας. β. Φέρει την ευθύνην της ευρύθμου λειτουργίας του φωτοτυπείου. γ. Φέρει την ευθύνην της επισήμου Σφραγίδος της Υπηρεσίας και του Εμπιστευτικού Πρωτοκόλλου, υπό την άμεσον επίβλεψιν του Διευθυντού Διοικήσεως. Άρθρον 16 Διεύθυνσις Περιουσίας Εις την Διεύθυνσιν αυτήν υπάγονται:

1.

Τμήμα Αξιοποιήσεως Περιουσίας: α. Συντάσσει ητιολογημένας προτάσεις (από οικονομικής, τεχνικής και νομικής απόψεως) περί της αποδόσεως και αναπτύξεως της εκκλησιαστικής περιουσίας και της εν γένει ωφελείας εκ της αγοράς ακινήτων ή της ανοικοδομήσεως, αντιπαροχής, μακροχρονίου μισθώσεως ή πωλήσεως περιουσιακών στοιχείων της Εκκλησίας της Ελλάδος. β. Καταρτίζει και τηρεί Αρχείον Ακινήτων της

2.

Τμήμα Κτηματολογίου: α. Παρακολουθεί και καταγράφει την κατάστασιν των ακινήτων της εκκλησιαστικής περιουσίας, τηρεί μετά πάσης υπευθυνότητος το Εκκλησιαστικόν Κτηματολόγιον και είναι υπεύθυνον δια την ασφαλή αρχειοθέτησιν των στοιχείων αυτού. β. Οι εργαζόμενοι εις το τμήμα αυτό υπό πάσαν σχέσιν εργασίας, είναι υπεύθυνοι δια την φύλαξιν των κτηματολογικών στοιχείων και την παρακολούθησιν και τήρησιν της περί Εθνικού Κτηματολογίου νομοθεσίας.

3.

Τμήμα Διαχειρίσεως ακινήτων: α. Ενεργεί τα δέοντα δια την εκμίσθωσιν των ακινήτων και παρακολουθεί τας μισθώσεις και την ορθήν εφαρμογήν των μισθωτικών συμβάσεων. β. Λαμβάνει ή εισηγείται τα προσήκοντα μέτρα κατά των ασυνεπών μισθωτών εν συνεργασία μετά του Γραφείου Νομικών Υποθέσεων. γ. Παρακολουθεί την συντήρησιν και καλήν λειτουργίαν των ακινήτων εν συνεργασία μετά της Τεχνικής Διευθύνσεως και του Τμήματος Συντηρήσεων και Επιβλέψεων. δ. Παρακολουθεί την εφαρμογήν του Προγράμματος Διαχειρίσεως των ακινήτων. ε. Παρακολουθεί και ελέγχει την ασφάλισιν των ακινήτων και την κατάρτισιν των πάσης φύσεως ασφαλιστικών συμβολαίων της Υπηρεσίας. στ. Τηρεί στατιστικά στοιχεία και προβαίνει εις αναλύσεις της αγοράς ακινήτων. Άρθρον 17 Διεύθυνσις Οικονομικών Εις την Διεύθυνσιν αυτήν υπάγονται:

1.

Τμήμα Λογιστηρίου: α. Εφαρμόζει το εκάστοτε ισχύον Λογιστικόν Σχέδιον δια τα Ν.Π.Δ.Δ. β. Τηρεί τα εκ των νόμων και των φορολογικών διατάξεων οριζόμενα Βιβλία και Στοιχεία και εναρμονίζει προς τα εκάστοτε ισχύοντα τας υποχρεώσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος. γ. Τηρεί επιμελώς τα οικεία λογιστικά Βιβλία, συμφώνως προς τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις. δ. Παρακολουθεί και ελέγχει τούς λογαριασμούς της Υπηρεσίας. ε. Τηρεί υποχρεωτικώς ιδιαιτέρους λογαριασμούς χρεωπιστώσεως δι’ έκαστον μισθωμένον ακίνητον, ώστε να προκύπτη η καθαρά οικονομική θέσις του. στ. Παρακολουθεί και καταγράφει επισταμένως μετά των λοιπών λογαριασμών και τους λογαριασμούς ενός εκάστου των πωλουμένων ή απαλλοτριουμένων ακινήτων, κατόπιν σχετικού ενημερωτικού Σημειώματος της Διευθύνσεως Περιουσίας. ζ. Ελέγχει τα παραστατικά των εισπράξεων και εκδίδει το ισόποσον Γραμμάτιον Εισπράξεως, το οποίον υπογράφει ο εκδότης υπάλληλος, ο Τμηματάρχης και ο Διευθυντής Οικονομικών. η. Ελέγχει διεξοδικώς την νομιμότητα και την πληρότητα των παραστατικών των δαπανών, κατά τας ισχυούσας διατάξεις. θ. Εφ’ όσον πληρούνται αι νόμιμοι προϋποθέσεις, εκδίδει Χρηματικόν Ένταλμα Πληρωμής, του ποσού της δαπάνης αναγραφομένου ολογράφως και αριθμητικώς. Το Χρηματικόν Ένταλμα μονογράφει ο εκδότης υπάλληλος, ο Τμηματάρχης και ο Διευθυντής Οικονομικών. ι. Μετά από έλεγχον της αριθμητικής πληρότητος και των εξωτερικών στοιχείων των παραστατικών, ενεργεί, βάσει των Γραμματίων, τας εισπράξεις και βάσει των Ενταλμάτων, τας πληρωμάς. ια. Ευθύνεται δια την τήρησιν του Ταμείου και την κατάρτισιν, ημερησίως, Πινάκων των εισπράξεων και των πληρωμών.

2.

Τμήμα Προϋπολογισμού − Απολογισμού: Καταρτίζει τον Προϋπολογισμόν εκάστου έτους μέχρι τέλους Νοεμβρίου του προηγουμένου έτους και τον Απολογισμόν και τον Ισολογισμόν εκάστου έτους μέχρι τέλους Ιουνίου του επομένου έτους. θυντήν και την Διεύθυνσιν Δημοσιονομικού Ελέγχου, προκειμένου η τελευταία να συντάξη σχετικήν Έκθεσιν, και εν συνεχεία άπαντα υποβάλλονται εις την Δ.Ε. και δι’ Αυτής εις την Δ.Ι.Σ.

3.

Τμήμα Διαθεσίμων και Αξιογράφων: α. Παρακολουθεί τας χρηματοοικονομικάς εξελίξεις τας αφορώσας εις τας καταθέσεις και τα αξιόγραφα της Ε.Κ.Υ.Ο. β. Εισηγείται την επωφελεστέραν αξιοποίησιν των διαθεσίμων της Κεντρικής Διοικήσεως και προτείνει τα επωφελέστερα δανειοληπτικά σχήματα εις το πλαίσιον των οικονομικών δραστηριοτήτων της Εκκλησίας της Ελλάδος. γ. Τηρεί στατιστικά στοιχεία έχοντα σχέσιν προς τας συναλλαγάς της Υπηρεσίας μετά Πιστωτικών και λοιπών Ιδρυμάτων και Χρηματοοικονομικών Φορέων.

4.

Γραφείον Εκκαθαρίσεως Αποδοχών: α. Εκκαθαρίζει τας αποδοχάς του προσωπικού της Ι. Συνόδου και της Ε.Κ.Υ.Ο.. β. Παρακολουθεί τας προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία υποχρεώσεις της Ε.Κ.Υ.Ο. γ. Τηρεί και παρακολουθεί τον δεσμευμένον λογαριασμόν της «εφ’ άπαξ» παροχής των τακτικών υπαλλήλων. Άρθρον 18 Διεύθυνσις Τεχνικών Υπηρεσιών Εις την Διεύθυνσιν ταύτην υπάγονται:

1.

Τμήμα Μελετών και Έργων: α. Συντάσσει μελέτας και τεύχη δημοπρατήσεως έργων της Ε.Κ.Υ.Ο. β. Παρακολουθεί και ελέγχει την υλοποίησιν των έργων. γ. Οργανώνει και επιβλέπει τα έργα τα εκτελούμενα δι’ αυτεπιστασίας εις κτίρια της Κεντρικής Διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. δ. Εισηγείται εις την Διεύθυνσιν Τεχνικών Υπηρεσιών την ανάθεσιν μελετών, τεχνικών δελτίων, τευχών δημοπρατήσεως, διακηρύξεων ή προδιαγραφών διαγωνισμών πολλαπλών απαιτήσεων ή την επίβλεψιν έργων εις εξωτερικά μελετητικά γραφεία και εταιρείας Συμβούλων ή εταιρείας της Εκκλησίας της Ελλάδος συναφούς προς τα έργα αντικειμένου, οσάκις η σημασία των έργων ή ειδικοί τεχνικοί λόγοι ή υπηρεσιακαί αδυναμίαι ή σοβαραί ανάγκαι επιβάλλουν τούτο, συμφώνως προς τον Κανονισμόν Εκκλησιαστικών Έργων καί Υπηρεσιών, ως ισχύει σήμερον. ε. Προετοιμάζει προτάσεις προστασίας, αξιοποιήσεως και προσβασιμότητος των εκκλησιαστικών μνημείων, όχι μόνον εντός του πλαισίου των προγραμμάτων προσκυνηματικών περιηγήσεων αλλά και της συντηρήσεως και αναδείξεως των θησαυρών της θρησκευτικής μας κληρονομιάς.

2.

Τμήμα Τοπογραφίας: α. Αποτυπώνει άπαντα τα ακίνητα τα διαχειριζόμενα υπό της Ε.Κ.Υ.Ο. β. Τηρεί τα τοπογραφικά στοιχεία και μελετά τα εκ της πολεοδομικής και δασικής νομοθεσίας προκύπτοντα προβλήματα. γ. Οσάκις ειδικοί λόγοι ή σοβαραί υπηρεσιακαί ανάγκαι επιβάλλουν τούτο, εισηγείται την ανάθεσιν, εις εξωτερικά Γραφεία, ή εις εταιρείας εις τας οποίας μετέχει η Εκκλησία της Ελλάδος τοπογραφικών αποτυπώσεων και συναφών μελετών, πολεοδομικού ή μη χαρακτήρος.

3.

Τμήμα Συντηρήσεων και Επιβλέψεων: α. Είναι υπεύθυνον δια την καλήν, τεχνικήν και λειτουργικήν, κατάστασιν των ακινήτων, τα οποία διαχειρίζεται η Ε.Κ.Υ.Ο. β. Παρακολουθεί άπαντα τα υπό των Τεχνικών Υπηρεσιών εκτελούμενα έργα επισκευών και συντηρήσεων. γ. Καταρτίζει μελέτας και προτείνει λύσεις επί των ανακυπτόντων τεχνικών προβλημάτων εις τα κτίρια της Εκκλησίας της Ελλάδος. Άρθρον 19 Διεύθυνσις Ναοδομίας Α. Οργάνωσις και Αρμοδιότητες I. Η Διεύθυνσις Ναοδομίας διαιρείται εις : α. Τμήμα Εκπονήσεως Μελετών και Εκδόσεως Αδειών Δομήσεως (Τ.Ε.Μ.Ε.Α.Δ.) β. Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών (Τ.Ε.Κ.), καθήκον του οποίου είναι η εφαρμογή των άρθρων 17 του ν. 1337/1983, 3 επόμ. του π.δ/τος 267/1998 (ΦΕΚ Α΄195) και της Κ.Υ.Α. 9732/2004 (ΦΕΚ Β΄ 468), ως εκάστοτε ισχύουν. Η Επιτροπή Έργων ασκεί καθήκοντα κρίσεως επί ασκουμένων ενστάσεων κατ’ εφαρμογήν του π.δ. 267/1998. γ. Τμήμα Προδιαγραφών, Προτύπων, Παραδοσιακών κτισμάτων και Εκκλησιαστικής Τέχνης. II. Η Διεύθυνσις Ναοδομίας ασκεί τας κατωτέρω αρμοδιότητας : α. Τμήμα εκπονήσεως μελετών και εκδόσεως αδειών δομήσεως i. Ελέγχει τους φακέλους τους δια των Ι. Μητροπόλεων υποβαλλομένους προς έκδοσιν Αδειών προς ανέγερσιν, προσθήκην, διαρρύθμισιν, επισκευήν, αλλαγήν χρήσεως, κατεδάφισιν, περίφραξιν, διαμόρφωσιν περιβάλλοντος χώρου, κοπήν δένδρων και την αναθεώρησιν Αδειών, δια τα κατά την παρ. 2 του άρθρ. 47 του ν. 590/1977 και την παρ. 14 του άρθρ. 5 του ν. 2940/2001 οικοδομήματα και εκδίδει τας Πράξεις εγκρίσεως τούτων. Τας υποβαλλομένας προς έγκρισιν μελέτας θεωρεί η Επιτροπή Έργων, κατόπιν γραπτής Εισηγήσεως των εκάστοτε αρμοδίων μηχανικών του Γραφείου Ναοδομίας. ii. Συντάσσει μελέτας απάντων των εκκλησιαστικών κατά την έννοιαν της παρ. 2 του άρθρου 47 του Ν. 590/1977 και την παρ. 14 του άρθρου 5 του Ν. 2940/2001 οικοδομημάτων, εφ’ όσον ζητούνται υπό των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. iii. Χορηγεί αδείας δια την νομιμοποίησιν αυθαιρέτων εκκλησιαστικών κτισμάτων, αφού το Τ.Ε.Κ. χωρήσει εις την έκδοσιν πράξεων εξαιρέσεως της κατεδαφίσεως και καταλογίση τα τυχόν εκ του νόμου επιβαλλόμενα πρόστιμα. iv. Θεωρεί τα Στελέχη Οικοδομικών Αδειών δια την σύνδεσιν μετά των Δικτύων κοινής ωφελείας. Εις απάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις τηρείται κατά την διεκπεραίωσιν αυστηρώς η χρονολογική σειρά καταθέσεως ή εισαγωγής των σχετικών αιτήσεων ή φακέλων. β. Το Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών (Τ.Ε.Κ.) : i. Ελέγχει άπαντα τα εκκλησιαστικά κατά τις ανωτέρω διατάξεις των ν. 590/1977 και ν. 2940/2001 οικοδομήματα. ii. Εκδίδει Πράξεις διακοπής οικοδομικών εργασιών και Εκθέσεις αυτοψίας κατ’ εφαρμογήν των κειμένων διατάξεων, οσάκις κριθή τούτο αναγκαίον. iii. Επιβάλλει πρόστιμα ανεγέρσεως και διατηρήσεως αυθαίρετων κτισμάτων. iv. Εξαιρεί αυθαίρετα κτίσματα από της κατεδαφίσεως, εφ’ όσον έχουν επιβληθεί πρόστιμα και έχουν αποκατασταθεί αι αυθαιρεσίαι και προτείνει προς το Τμήμα Εκδόσεως Αδειών, την χορήγηση Αδειών Νομιμοποιήσεως Αυθαιρέτων κτισμάτων. Εις τον προϋπολογισμόν της Εκκλησίας της Ελλάδος εγγράφεται κωδικός αριθμός εσόδου υπό τίτλον : «Έργα ευποιίας και περιβαλλοντικής αποκαταστάσεως υπέρ Ι. στούνται ως έσοδον του εν λόγω κωδικού και χρησιμοποιούνται μόνον δια την εκτέλεσιν έργων ευποιίας υπέρ των Ι. Μητροπόλεων, Ναών και Μονών ή δι’ έργα περιβαλλοντικής αποκαταστάσεως (αναδασώσεις, αντιπλημμυρικά έργα κ.λπ.). Το εν λόγω ποσόν διατίθεται εκάστοτε προς τους ανωτέρω σκοπούς δι’ αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. τη εισηγήσει της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο.. γ. Το Τμήμα Προδιαγραφών, Προτύπων, Παραδοσιακών κτισμάτων και Εκκλησιαστικής Τέχνης : i. Εγκρίνει την εκτέλεσιν καλλιτεχνικών έργων ως λ.χ. Αγιογράφησην, Ξυλογλυπτικήν, Μαρμαρογλυπτικήν κ.λπ. ii. Συντάσσει προδιαγραφάς και πρότυπα δια την κατασκευήν Ιερών Μονών, Ναών κ.λπ. iii. Παρακολουθεί διεθνείς εξελίξεις σχετικάς προς την ανέγερσιν, ενίσχυση, διατήρησιν, ανάδειξιν Ιερών Ναών, Ιερών Μονών κ.λπ. iv. Διοργανώνει συνέδρια, σεμινάρια σχετικά προς την Εκκλησιαστικήν Αρχιτεκτονικήν, τας Εκκλησιαστικάς Τέχνας κ.λπ. Άπασαι αι ως άνω Άδειαι, Εγκρίσεις, Πράξεις και Θεωρήσεις υπογράφονται υπό του Γενικού Διευθυντού της Ε.Κ.Υ.Ο., κατόπιν Εισηγήσεως του Διευθυντού των Τεχνικών Υπηρεσιών. B. Διαδικασία ανασυστάσεως απολεσθέντων ή ελλειπόντων φακέλων Διευθύνσεως Ναοδομίας

1.

Τυχόν διαπίστωσις της ολικής ή μερικής απωλείας φακέλου εκ του αρχείου της Διευθύνσεως Ναοδομίας (π.χ. αδείας δομήσεως ή συνοδευτικού στοιχείου) διαπιστουμένη κατά την διαδικασίαν εξετάσεως οιουδήποτε αιτήματος καθιστά υποχρεωτικήν την διοικητικήν διαδικασίαν ανασυστάσεως φακέλου τη συνδρομή, όπου δει, του ενδιαφερομένου δικαιούχου κατά τους ορισμούς του π.δ. 114/2005 «Υποχρεωτική ανασύσταση φακέλου, ο οποίος έχει απολεσθεί από υπαιτιότητα της υπηρεσίας» (ΦΕΚ Α΄ 165), ως εκάστοτε ισχύει.

2.

Προς τον σκοπό τούτον, η Διεύθυνσις Ναοδομίας υποχρεούται να αναζητήση, υπηρεσιακώς, κατά τον περιγραφόμενον εις το προεδρικόν διάταγμα τρόπον, τα ελλείποντα έγγραφα είτε πληροφορίας περί της υπάρξεως και των στοιχείων του περιεχομένου των. Εις περίπτωσιν μη ανευρέσεως του φακέλου δια της υπηρεσιακής οδού, εκδίδεται, εν πρώτοις, απόφασις του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Ναοδομίας, δια της οποίας διαπιστούται η μερική ή ολική απώλεια του συγκεκριμένου φακέλου και οφείλει η Υπηρεσία κατ’ εφαρμογήν του π.δ. 114/2005 να χωρήση εις επανέκδοσιν της απολεσθείσης ενδιαμέσου (εν σχέσει προς το αίτημα) διοικητικής πράξεως, ζητούσα, όπου δει, την σύμπραξιν του αιτούντος (π.χ. την επανυποβολήν των ελλειπόντων σχεδίων, άτινα υπήρχον εν τω φακέλω).

3.

Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως της ανασυστάσεως και επομένως της ικανοποιήσεως του αιτήματος, η κρίσις επί του οποίου συνδέεται μετά του περιεχομένου του φακέλου, η Διεύθυνσις Ναοδομίας υποχρεούται να εκδώση προσωρινώς την αιτουμένην διοικητικήν πράξιν (π.χ. αναθεώρησιν) υπό την (υποσημειουμένην εν τη πράξει) επιφύλαξιν ανακλήσεως ή τροποποιήσεώς της, αναλόγως προς το αποτέλεσμα της διαδικασίας ανασυστάσεως του απολεσθέντος ή ελλείποντος φακέλου. Ακολούθως, αφ’ ου προσκομισθούν εκ νέου άπαντα τα αναγκαία στοιχεία υπό του δικαιούχου, εκδίδεται εκ νέου η ελλείπουσα διοικητική πράξις (π.χ. οικοδομική άδεια) και ανασυγκροτείται πλήρως ο φάκελός της. Γ. Χρονικά όρια ελέγχου

1.

Εκκλησιαστικαί κατασκευαί ανεγερθείσαι προ της 31.1.1983 (πρβλ. άρθρον 17 ν. 1337/1983), δια τας οποίας δεν υφίσταται άδεια δομήσεως θεωρούνται νομίμως υφιστάμεναι εφ’ όσον συγκεντρώνουν τας κατά νόμον προϋποθέσεις δομήσεως καί δεν υπόκεινται εις έλεγχον νομιμότητος υπό του Τ.Ε.Κ. είτε αυτεπαγγέλτως είτε επ’ ευκαιρία διαδικασίας εκδόσεως διοικητικής πράξεως της Διευθύνσεως Ναοδομίας εν σχέσει προς αυτάς.

2.

Ο χρόνος κατασκευής βεβαιούται διά πράξεως του επιχωρίου Μητροπολίτου, όστις έχει τήν αρμοδιότητα εξετάσεως των αποδεικτικών στοιχείων περί του χρόνου ανεγέρσεως. Δ. Εκκλησιαστικαί κατασκευαί Η Διεύθυνσις Ναοδομίας ασκεί τας αρμοδιότητας αυτής ως προς τους :

1.

Ιερούς Ναούς και τα προσκτίσματα αυτών, ήτοι τα εντός του ιδίου ή ομόρου ακινήτου οικοδομήματα, τα οποία εξυπηρετούν α) την κυρίαν χρήσιν του Ι. Ναού (ως λ.χ. αποθήκαι, χώροι υγιεινής, χώροι ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, στεγασμένοι χώροι σταθμεύσεως, γραφεία, κωδωνοστάσια), ή β) τους σκοπούς του νομικού προσώπου της Ενορίας, ήτοι Κέντρα Ενοριακής Διακονίας (λ.χ. πρεσβυτέρειον, χώροι κατηχήσεως, μαγειρείων καί εστιάσεως, αθλήσεως, κατασκηνώσεων, εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, βιβλιοθήκη)

2.

Ιεράς Μονάς και τα προσκτίσματα αυτών, ήτοι οικοδομήματα τα οποία εξυπηρετούν παντοιοτρόπως την κοινοβιακήν ζωήν της Μονής ευρίσκονται εντός ή εκτός περιβόλου Μονής και πάντως τουλάχιστον εντός ομόρου ακινήτου αποτελούντα αρμονικόν μετά της Μονής αρχιτεκτονικόν σύνολον, ως λ.χ. Ξενώνες, χώροι εργαστηρίων (αγιογραφίας, υφαντουργίας, κ.λπ), χώροι πολιτιστικών και μορφωτικών δραστηριοτήτων (λ.χ. μουσεία, χώροι συνεδρίων).

3.

Μητροπολιτικά Κτίρια, περιλαμβάνοντα τας εξής χρήσεις : κατοικίαν του Μητροπολίτου, χώρους φιλοξενίας, γραφεία διοικήσεως, Ιερόν Ναόν, χώρους εκδηλώσεων, κοινωνικών, ποιμαντικών, πολιτιστικών και εν γένει εκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων, και βοηθητικούς χώρους (αποθήκαι, αρχεία κλπ.). ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ − ΓΡΑΦΕΙΑ Άρθρον 20 Επιτροπή Έργων α. Η Επιτροπή Έργων είναι εννεαμελής. Η θητεία αυτής είναι τριετής και δύναται να ανανεωθή. Η Επιτροπή Έργων ορίζεται υπό της Δ.Ι.Σ. κατόπιν προτάσεως της Δ.Ε. και αποτελείται εκ κληρικών και λαϊκών μελών, μετά των αναπληρωτών αυτών, εχόντων ειδικάς γνώσεις, κύρος και αποδεδειγμένην δεκαπενταετή τουλάχιστον εμπειρίαν, ως κάτωθι: i. ενός Επισκόπου ή Πρεσβυτέρου ή Καθηγητού Πολυτεχνικής Σχολής (τακτικού ή ομοτίμου), ως Προέδρου, ii. ενός Αρχιτέκτονος Μηχανικού, iii. ενός Πολιτικού Μηχανικού, iv. ενός Μηχανολόγου Μηχανικού ή Μηχανολόγου − Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, v. ενός Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ή Μηχανολόγου − Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, vi. ενός Τοπογράφου Μηχανικού ή Αρχιτέκτονος ή Πολιτικού Μηχανικού, νii. ενός Περιβαλλοντολόγου ή Αρχιτέκτονος ή Πολιτικού Μηχανικού, viii. ενός Αγιογράφου, και ix. ενός Ξυλογλύπτου ή Μαρμαρογλύπτου. Εισηγητής επί όλων των θεμάτων, άνευ ψήφου, είναι ο Διευθυντής των Τεχνικών Υπηρεσιών ή οι υπ’ αυτού οριζόμενοι μηχανικοί του Γραφείου Ναοδομίας. Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο οριζόμενος υπό της Γενικής Διευθύνσεως υπάλληλος. νονται κατά πλειονοψηφίαν. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. β. Αρμοδιότητες i. Επιλαμβάνεται και γνωμοδοτεί, κατόπιν Εισηγήσεων του Διευθυντού των Τεχνικών Υπηρεσιών ή των αρμοδίων μηχανικών της Διευθύνσεως Ναοδομίας, επί θεμάτων των άρθρ. 3 και 19 παρ. 4 του παρόντος Κανονισμού και εν γένει επί θεμάτων τιθεμένων υπό του Γραφείου Ναοδομίας, ως και επί των υποβαλλομένων εις αυτήν (δια της Διευθύνσεως των Τεχνικών Υπηρεσιών) ερωτημάτων τεχνικού και πολεοδομικού χαρακτήρος υπό των Ι. Μητροπόλεων και των Εκκλησιαστικών Οργανισμών. ii. Αποφαίνεται επί ενστάσεων κατά εκθέσεων αυτοψίας καί αιτήσεων εξαιρέσεως αυθαιρέτων. Άρθρον 21 Τεχνικόν Συμβούλιον α. Το Τεχνικόν Συμβούλιον είναι πενταμελές. Η θητεία αυτού είναι τριετής και δύναται να ανανεωθή. Το Τεχνικόν Συμβούλιον ορίζεται υπό της Δ.Ι.Σ. κατόπιν προτάσεως της Δ.Ε. και αποτελείται από : i. τον εκάστοτε Τεχνικόν Σύμβουλον της Εκκλησίας της Ελλάδος ή της Ε.Κ.Υ.Ο., ως Πρόεδρον, ii. δύο Μελη της Επιτροπής Έργων, έχοντα την ιδιότητα του Μηχανικού, τα οποία ορίζονται υπό της Δ.Ι.Σ., κατόπιν προτάσεως της Δ.Ε., iii. ένα εκπρόσωπον του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, και iv. τον Διευθυντήν των Τεχνικών Υπηρεσιών της Ε.Κ.Υ.Ο. Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο οριζόμενος υπό της Γενικής Διευθύνσεως υπάλληλος. Αι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν. Εν ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. β. Αρμοδιότητες i. Το Τεχνικόν Συμβούλιον γνωμοδοτεί επί θεμάτων δια τα οποία απαιτείται κατά νόμον γνώμη Τεχνικού Συμβουλίου, ως επίσης και επί ετέρων τεχνικής φύσεως θεμάτων, τα οποία παραπέμπονται εις αυτό προς γνωμοδότησιν. ii. Αποφαίνεται επί ενστάσεων ή αιτήσεων θεραπείας, επί πάσης διαφοράς προκυπτούσης εξ εργολαβικής συμβάσεως, κατά την διάρκειαν ή την λύσιν αυτής, εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε (45) ημερών από της εμφανίσεως της διαφοράς. iii. Αποφαίνεται, με ηυξημένην πλειονοψηφίαν, επί αιτήσεων αναθεωρήσεως, ασκουμένων υπό των ενδιαφερομένων κατά των εις την προηγουμένην περίπτωσιν εκδοθεισών αποφάσεων αυτής. Αι αιτήσεις αναθεωρήσεως είναι δυνατόν να ασκηθούν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από της νομίμου επιδόσεως της αποφάσεως του Τεχνικού Συμβουλίου. iv. Κατά των ανωτέρω (υπό στοιχ. ii. και iii.) αποφάσεων του Τεχνικού Συμβουλίου χωρεί προσφυγή ενώπιον της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο., εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός (1) μηνός από της νομίμου επιδόσεως της αποφάσεως του Τεχνικού Συμβουλίου. Άρθρον 22 Γραφείον Γενικής Διευθύνσεως, Συντονισμού προγραμμάτων και Δημοσίων Σχέσεων α. Το Γραφείον τούτο υπάγεται απ’ ευθείας εις τον Γενικόν Διευθυντήν και είναι αρμόδιον δια την εύρυθμον λειτουργίαν της Γενικής Διευθύνσεως. β. Εξυπηρετεί αρμοδίως τον Πρόεδρον της Δ.Ε. και τον Γενικόν Διευθυντήν εις θέματα γραμματειακής υποστηρίξεως. γ. Είναι υπεύθυνον δια τον συντονισμόν των υπό των Διευθύνσεων εκπονουμένων προγραμμάτων προς αντιμετώπισιν των μεσοπροθέσμων και μακροπροθέσμων αναγκών της Υπηρεσίας. δ. Παρακολουθεί και ενημερώνει τας αρμοδίας Διευθύνσεις της Υπηρεσίας επί των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, άτινα ενδιαφέρουν την Εκκλησίαν της Ελλάδος. ε. Παρακολουθεί το σύνολον των στατιστικών στοιχείων τα οποία αφορούν εις την Ε.Κ.Υ.Ο. στ. Επιμελείται των δημοσίων σχέσεων της Ε.Κ.Υ.Ο., υποστηρίζον το έργον της δια της ενημερώσεως των επικοινωνιακών μέσων και των φορέων της Εκκλησίας. ζ. Είναι υπεύθυνον δια τους κλητήρας και οδηγούς της Υπηρεσίας καθώς και δια τας μετακινήσεις αυτών. Άρθρον 23 Γραμματεία Δ.Ε. α. Η Γραμματεία της Δ.Ε. υπάγεται απ’ ευθείας εις τον Πρόεδρον, προετοιμάζει τα θέματα των Συνεδριάσεων της Δ.Ε. και επιμελείται της τηρήσεως και φυλάξεως των Πρακτικών της Δ.Ε. κατά τα εν τω παρόντι Κανονισμώ οριζόμενα (άρθρ. 7 παρ. 4). β. Ενημερώνει τα Μέλη της Δ.Ε. δια την ημερομηνίαν των τακτικών και εκτάκτων Συνεδριάσεων αυτής και αποστέλλει την Ημερησίαν Διάταξιν των θεμάτων εκάστης Συνεδριάσεως. Άρθρον 24 Γραφείον Νομικών Υποθέσεων Το Γραφείον τούτο υπάγεται απ’ ευθείας εις τον Γενικόν Διευθυντήν. α. Υποστηρίζει την Ε.Κ.Υ.Ο. από νομικής απόψεως, τόσον ενώπιον παντός Δικαστηρίου όσον και εξωδίκως, ως και δια γνωμοδοτήσεων επί πάσης Εισηγήσεως υποβαλλομένης εις την Δ.Ε. ή όποτε άλλοτε ζητηθή. β. Παρακολουθεί την όλην πορείαν των δικαστικών υποθέσεων και ενημερώνει αναλόγως τας αρμοδίας δι’ εκάστην υπόθεσιν Διευθύνσεις. γ. Τηρεί το Αρχείον Νομικών Υποθέσεων της Υπηρεσίας και παρακολουθεί την αφορώσαν εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος νομοθεσίαν και νομολογίαν. δ. Συνεργάζεται μετά της Νομικής Υπηρεσίας και του Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Άρθρον 25 Γραφείον Μακεδονίας – Θράκης α. Το Γραφείον τούτο λειτουργεί παρά τω Γεν. Διευθυντή δια την περιοχήν της Βορείου Ελλάδος έχον ως έδραν την Θεσσαλονίκην. β. Παρακολουθεί, συνεργαζόμενον μετά των Διευθύνσεων της Ε.Κ.Υ.Ο., την καλήν λειτουργίαν των αυτόθι μισθωμένων εκκλησιαστικών ακινήτων, την πιστήν εφαρμογήν των μισθωτικών συμβάσεων και τας δικαστικάς υποθέσεις τας αφορώσας εις άπαντα τα εν Βορείω Ελλάδι εκκλησιαστικά ακίνητα τα οποία διαχειρίζεται η Ε.Κ.Υ.Ο. γ. Επιμελείται εν συνεργασία μετά της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών και υπό την εποπτείαν αυτής της διαδικασίας εκδόσεως οικοδομικών αδειών, της συντηρήσεως των ακινήτων και παρακολουθεί τας δημοπρασίας, διαγωνισμούς και κατασκευάς, τας οποίας αναλαμβάνει η Ε.Κ.Υ.Ο. εις την Βόρειον Ελλάδα. δ. Παρακολουθεί την εν γένει κατάστασιν των εν Βορείω Ελλάδι εκκλησιαστικών ακινήτων και εισηγείται τρόπους καλυτέρας αξιοποιήσεως αυτών προς τον Γε ε. Καταθέτει δις του έτους Έκθεσιν Πεπραγμένων και έκαστον Σεπτέμβριον ετήσιον Προγραμματισμόν των στόχων του Γραφείου δια το επόμενον έτος. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟΝ Άρθρον 26 Διορισμός, προαγωγή και τοποθέτησις υπαλλήλων.

1.

Ο διορισμός, η πρόσληψις και η προαγωγή των εκκλησιαστικών υπαλλήλων της Υπηρεσίας ταύτης γίνεται κατά Τις διατάξεις του Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων (Καν. 5/1978) και συμπληρωματικώς υπό του Υπαλληλικού Κώδικος (ν. 3528/2007) και της λοιπής νομοθεσίας περί υπαλλήλων ΝΠΔΔ, όταν υπάρχη κενόν εις τον Κανονισμόν 5/1978, αι δε αποδοχαί τούτων είναι όσαι κατά νόμον επιτρέπονται.

2.

Η Δ.Ι.Σ. δύναται κατόπιν Εισηγήσεως της Δ.Ε., και προς κάλυψιν απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (άρθρ. 103 παρ. 2 του Συντάγματος), να προσλαμβάνη, εκτός οργανικών θέσεων και δι’ ωρισμένην περίοδον, προσωπικόν επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου, αι αποδοχαί του οποίου καθορίζονται δια της αποφάσεως περί προσλήψεως κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν.

3.

Η τοποθέτησις πάντων των υπαλλήλων της Ε.Κ.Υ.Ο. γίνεται δι’ αποφάσεως του Γενικού Διευθυντού, γνωστοποιουμένης εις την Δ.Ε.. Άρθρον 27 Υπαλληλικά καθήκοντα εις Κληρικούς Δι’ αποφάσεως της Δ.Ι.Σ., μετ’ εισήγησιν της Δ.Ε., δύνανται να ανατίθενται παραλλήλως υπαλληλικά καθήκοντα εις την Υπηρεσίαν και εις κληρικούς. Η ανάθεσις γίνεται δι’ ωρισμένην χρονικήν περίοδον, δυναμένην να ανανεωθή ή να παύση προ της λήξεως αυτής, κατ’ ελευθέραν εκτίμησιν της Δ.Ε. και της Δ.Ι.Σ.. Εις τούς κληρικούς αυτούς καταβάλλεται μηνιαία αποζημίωσις μέχρι τα δύο τρίτα των αποδοχών της κυρίας θέσεως των, δι’ αποφάσεως της Δ.Ι.Σ. (άρθρον 42 παρ. 6 του ν. 590/1977). ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄ ΠΟΡΟΙ Άρθρον 28 Πόροι και διάθεσίς των

1.

Πόροι του καθ’ όλου νομικού προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι οι αναφερόμενοι εις το άρθρον 46 παρ. 1 του ν. 590/1977, όπως εκάστοτε ισχύει, οι νομοθετημένοι ειδικώς δι’ Αυτήν, ως επίσης δωρεαί, κληρονομίαι και κληροδοσίαι.

2.

Οι πόροι εκ του αλληλοχρέου λογαριασμού διατίθενται, δι’ αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. ή της Δ.Ε., και συμφώνως προς Τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, δια: α. Το εν γένει ποιμαντικόν, πνευματικόν, ιεραποστολικόν, κοινωνικόν και φιλανθρωπικόν έργον της Εκκλησίας, ως και την ανάπτυξιν των δημοσίων και διεθνών σχέσεων της Εκκλησίας. β. Τα λειτουργικά έξοδα της Ιεράς Συνόδου (Δ.Ι.Σ. και Ι.Σ.Ι.). γ. Τας αποδοχάς των υπηρετούντων εις την Αρχιγραμματείαν της Ιεράς Συνόδου και εις απάσας τας Υπηρεσίας της Κεντρικής Διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. δ. Τα λοιπά έξοδα λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Επιτροπών. ε. Την συμμετοχήν της Εκκλησίας της Ελλάδος εις την κατά το δυνατόν αντιμετώπισιν εκτάκτων κοινωνικών αναγκών, προερχομένων εκ φυσικών και άλλων καταστροφών. στ. Την ενίσχυσιν, ανάπτυξιν και δημιουργίαν των εκκλησιαστικών υποδομών της Κεντρικής Διοικήσεως της Εκκλησίας, όπως ενδεικτικώς Ιατρικών Κέντρων και Εκπαιδευτικών Συγκροτημάτων όλων των βαθμίδων της Εκπαιδεύσεως, ως και την σύμπραξιν μετά τρίτων προς πραγμάτωσιν των ως άνω στόχων. ζ. Την ενίσχυσιν των οικονομικώς αδυνάτων Ιερών Μητροπόλεων και Ιερών Μονών, εντός των πλαισίων του Κανονισμού 151/2002. η. Τας πάσης φύσεως επισκευάς, συντηρήσεις και βελτιώσεις κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. θ. Την οικονομικήν ενίσχυσιν δια την ανέγερσιν Βρεφονηπιακών Σταθμών ή την αλλαγήν χρήσεως κτιρίων δια την δημιουργίαν Βρεφονηπιακών Σταθμών. ι. Την ίδρυσιν Α.Ε. και Ε.Π.Ε. και λοιπών εταιρειών συμφώνως προς το άρθρ. 2 παρ. 2 του παρόντος Κανονισμού και την πραγμάτωσιν του έργου αυτών, συμφώνως προς τους σκοπούς των Καταστατικών των. ια. Την οικονομικήν στήριξιν Εκκλησιαστικών Οργανισμών και Φορέων και εκκλησιαστικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων. ιβ. Την κάλυψιν των εξόδων υγειονομικής περιθάλψεως και εν γένει ασφαλίσεως των στερουμένων ασφαλίσεως μοναζόντων και μοναζουσών της Εκκλησίας της Ελλάδος και άλλων ομοδόξων Εκκλησιών. Αι έως σήμερον δημοπρατηθείσαι συμβάσεις ασφαλίσεως εκτελούνται μέχρι περατώσεώς των. ιγ. Την ανάπτυξιν της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως, την χορήγησιν υποτροφιών και την μετεκπαίδευσιν του προσωπικού των Κεντρικών Εκκλησιαστικών Υπηρεσιών. ιδ. Τας λογίας προς άλλας Ορθοδόξους Εκκλησίας. ιε. Ει τι έτερον ήθελε καθορίσει η Δ.Ι.Σ. δι’ αποφάσεών Της.

3.

Τα αρμόδια όργανα της Ε.Κ.Υ.Ο. εντέλλονται την άμεσον εκτέλεσιν και εφαρμογήν των Αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. και της Δ.Ε. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄ ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρον 29 Αναπροσαρμογαί χρηματικών ορίων και λοιπαί διατάξεις

1.

Τα αναφερόμενα εν τω παρόντι όρια χρηματικών ποσών (αρμοδιότητος Δ.Ε., Πρόεδρου και Γεν. Διευθυντού) δύνανται να αναπροσαρμόζωνται άπαξ του έτους δι’ αποφάσεων της Δ.Ε. και εγκρίσεων της Δ.Ι.Σ. και της Ι.Σ.Ι. δημοσιευομένων διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

2.

Η Ε.Κ.Υ.Ο., κατόπιν ειδικών Αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. και εις τα αυστηρά πλαίσια των δυνατοτήτων του Προϋπολογισμού, δύναται να συνδράμη οικονομικώς τούς λόγω γήρατος ή ασθενείας σχολάζοντας Αρχιερείς.

3.

Δι’ αποφάσεων της Δ.Ι.Σ. καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται η αποζημίωσις του Προέδρου και των Μελών της Δ.Ε., ως και τα κατά την ισχύουσαν νομοθεσίαν έξοδα παραστάσεως (μετακίνησις, διαμονή) μελών ετέρων Επιτροπών, αι οποίαι συνιστώνται είτε υπό της Δ.Ι.Σ. είτε υπό της Δ.Ε. και επικουρούν το έργον των.

1.

Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και του επισήμου δελτίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος.

2.

Οι κανονισμοί 100/1998 και 158/2003, ως ισχύουν, καταργούνται από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος.

3.

Αι αρμοδιότητες του Γραφείου Εσωτερικού Ελέγχου καταργούνται και μεταβιβάζονται εις το Τμήμα Εκκλησιαστικού Προληπτικού Ελέγχου της Διευθύνσεως Δημοσιονομικού Ελέγχου της Εκκλησίας της Ελλάδος ως και άπαν το αρχείον του.

4.

Αι οργανικαί θέσεις του καταργηθέντος Γραφείου Εσωτερικού Ελέγχου της Ε.Κ.Υ.Ο. (άρθρον 21 του καταργουμένου Καν. 158/2003) μεταφέρονται εις την Διεύθυνσιν Δημοσιονομικού Ελέγχου, αι δε θέσεις των συγχωνευομένων δια του παρόντος Γραφείων προγραμματισμού και δημοσίων σχέσεων (άρθρα 24 και 25 του καταργουμένου Καν. 158/2003) μεταφέρονται εις το Γραφείον Γενικής Διευθύνσεως, Συντονισμού προγραμμάτων και Δημοσίων Σχέσεων.

5.

Πάσα κανονιστική διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα Κανονισμόν παύει ισχύουσα. Άρθρον 31 Κάλυψις δαπάνης Eκ των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του προϋπολογισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος. O Κανονισμός τούτος να δημοσιευθή δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και του επισήμου δελτίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήνα, 23 Ιουνίου 2010 Ο Πρόεδρος † Ο Αθηνών ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ F (3) ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 212/2010 Συμπλήρωση του υπ’ αριθμ. 165/2005 Κανονισμού προς σύστασιν οργανικών θέσεων παρά τη Διευθύνσει Ναοδομίας της Ε.Κ.Υ.Ο. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Έχοντας υπόψη:

1.

Τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4, 3, 7 παρ. 1, 9, 42 και 47 παρ. 2 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ Α΄ 146),

2.

το άρθρον 103 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος,

3.

Τις διατάξεις του άρθρου 19 του Κανονισμού 211/2010 «Κωδικοποίησις και συμπλήρωσις διατάξεων περί λειτουργίας της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Κ.Υ.Ο.)»,

4.

Τις διατάξεις του άρθρου 15 του υπ’ αριθμ. 5/1978 Κανονισμού «Περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων» (ΦΕΚ Α΄ 48),

5.

Τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικος,

6.

την από 21.4.2010 πρότασιν της Δ.Ε. της Ε.Κ.Υ.Ο.,

7.

την υπ’ αριθμ. 1/5.5.2010 Πράξιν του Α.Υ.Σ.Ε.,

8.

την από 5.5.2010 Γνωμάτευσιν του Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος,

9.

την από 6.5.2010 Απόφασιν της Δ.Ι.Σ.,

10.

την από 23.6.2010 έγκρισιν Αυτής, ψηφίζει: Τον υπ’ αριθμ. 212/2010 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΝ έχοντα ούτω: ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 212/2010 «Περί συμπληρώσεως του υπ’ Xριθμ. 165/2005 Κανονισμού προς σύστασιν οργανικών θέσεων παρά τη Διευθύνσει Ναοδομίας της Ε.Κ.Υ.Ο.» Άρθρον 1 Εις τoν υπ’ αριθμ. 165/2005 Κανονισμόν προστίθεται μετά το άρθρον 6, άρθρον 6Α έχον ως ακολούθως : «Άρθρον 6Α Δια την άσκησιν των αρμοδιοτήτων της Διευθύνσεως Ναοδομίας παρά της Ε.Κ.Υ.Ο. συνιστώνται αι κατωτέρω θέσεις : Διεύθυνσις Ναοδομίας 1) Διεύθυνσις

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή Πολιτικών Μηχανικών ή Μηχανολόγων Μηχανικών ή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών ή καί ετέρας ειδικότητος σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού, θέσεις: Μία (1) Βαθμός: Δ – Διευθυντού. Γνώσις μιας βασικής γλώσσης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Τουλάχιστον διετής προϋπηρεσία. Καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του.

Κατηγορία: ΤΕ ή ΔΕ Κλάδος: Τ.Ε. Μηχανολόγων ή Ηλεκτρολόγων ή Πολιτικών & Δομικών Έργων ή αντιστοίχου σχολής T.E.I, εσωτερικού − εξωτερικού. Δ.Ε. Απόφοιτος Λυκείου. θέσεις: Δύο (2) Βαθμός: Δ − Διευθυντού ή Δ − Α, αντιστοίχως. ως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Άριστος χειρισμός της ελληνικής γλώσσης και Η/Υ. 2) Τμήμα Εκπονήσεως μελετών και Εκδόσεως Αδειών

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή Πολιτικών Μηχανικών ή Μηχανολόγων Μηχανικών ή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών ή αντιστοίχου σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού− εξωτερικού, θέσεις: Μία (1) Βαθμός: Δ − Διευθυντού. Γνώσις μιας βασικής γλώσσης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Τουλάχιστον 3ετής προϋπηρεσία. Καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του. β−γ−δ−ε Υπάλληλοι Γραφείου

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Πολιτικών Μηχανικών ή αντιστοίχου σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού, θέσεις: Μία (1) της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του.

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή αντιστοίχου σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού. Θέσις: Μία (1) Βαθμός: Δ − Διευθυντού. της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του.

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Μηχανολόγων Μηχανικών ή αντιστοίχου σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού. Θέσις: Μία (1) Βαθμός: Δ − Διευθυντού. Γνώσις μιας βασικής γλώσσης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του.

Κατηγορία: ΠΕ ή ΤΕ Θέσις: Μία (1) Βαθμός: Δ − Διευθυντού. Κατηγορία: ΠΕ ή ΤΕ ή ΔΕ Κλάδος: Δομικών Έργων ή Ηλεκτρομηχανολογικών Έργων ή αντιστοίχου σχολής ΑΕΙ ή Τ.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού. Γνώσις μιας βασικής γλώσσης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του. 3) Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή Πολιτικών Μηχανικών ή Μηχανολόγων Μηχανικών ή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών ή αντιστοίχου σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού, θέσεις: Μία (1) Βαθμός: Δ − Διευθυντού. Γνώσις μιας βασικής γλώσσης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Τουλάχιστον 3ετής προϋπηρεσία. Καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του. β−γ−δ Υπάλληλοι Γραφείου

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Πολιτικών Μηχανικών ή αντιστοίχου σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού, θέσεις: Μία (1) Γνώσις μιας βασικής γλώσσης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του.

Κατηγορία: ΠΕ Κλάδος: Π.Ε. Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ή αντιστοίχου σχολής Α.Ε.Ι. εσωτερικού − εξωτερικού. Θέσις: Μία (1) Βαθμός: Δ − Διευθυντού. Γνώσις μιας βασικής γλώσσης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και κατά προτίμησιν της αγγλικής. Καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσης. Άριστος χειρισμός Η/Υ και αρίστη γνώσις τεχνικού λογισμικού της ειδικότητός του.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)