Νόμοι — ΦΕΚ A' 14/2018

Type Νόμος
Publication 2018-01-30
State In force
Source ΦΕΚ
articles 123
Reform history JSON API

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 του ν. 3606/2007 (A΄195) και του άρθρου 59 του ν. 4509/2017 (Α΄ 201).

Άρθρο 98

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 του ν. 3606/ 2007 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος.

2.

Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά στις διατάξεις του ν. 3606/2007, νοούνται οι αντίστοιχες προς το περιεχόμενό τους διατάξεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.

3.

Οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού Α.Ε.Π.Ε.Υ. λογίζονται ότι έχουν άδεια λειτουργίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 και, εφόσον πρόκειται να οφείλουν να προσαρμοστούν στις διατάξεις του παρόντος έως τις 3.1.2018. Οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης λογίζονται ότι έχουν άδεια λειτουργίας που προβλέπεται στο άρθρο 87, και εφόσον πρόκειται να οφείλουν να προσαρμοστούν στις διατάξεις του παρόντος έως τις 3.1.2018.

4.

Οι γνωστοποιήσεις των άρθρων 31 έως 33 του ν. 3606/2007, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, λογίζονται ως γνωστοποιήσεις των άρθρων 34 και 35.

5.

Η εταιρεία «Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.» και οι οργανωμένες αγορές αξιών και παραγώγων τις οποίες διαχειρίζεται η εταιρεία «Χρηματιστήριο Αθηνών Α.Ε.» και οι οποίες έχουν αδειοδοτηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3371/2005, καθώς και ο Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης που έχει αδειοδοτηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 3606/2007, εξαιρούνται από την υποχρέωση να λάβουν άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 44 και την παράγραφο 1 του άρθρου 45 αντίστοιχα, και, εφόσον ι πρόκειται να παράσχουν νέες υπηρεσίες ή να διαθέσουν νέα προϊόντα τα οποία δεν διαλαμβάνονταν στην αρχική άδεια, οφείλουν να προσαρμοστούν στις διατάξεις του νόμου αυτού έως τις 3.1.2018.

6.

Η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων του άρθρου 26 του ν. 2515/1997 (Α΄154), η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 3606/2007, εξαιρείται από την υποχρέωση να λάβει άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 44 και, εφόσον αυτό απαιτείται, οφείλει να προσαρμοστεί στις διατάξεις του νόμου αυτού έως τις 3.1.2018. Εξαιρείται της άδειας λειτουργίας διαχειριστή αγοράς, κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 45, η Τράπεζα της Ελλάδος.

7.

Από την έναρξη ισχύος του ν. 4474/2017 (Α΄ 80) ανακαλείται αυτοδικαίως ο διορισμός των υφισταμένων εκκαθαριστών της ειδικής εκκαθάρισης Α.Ε.Π.Ε.Υ., ενώ οι υφιστάμενοι Επόπτες της ειδικής εκκαθάρισης Α.Ε.Π.Ε.Υ. λογίζονται ως Ειδικοί Εκκαθαριστές. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά σε «Επόπτη της εκκαθάρισης» ή «εκκαθαριστή» της ειδικής εκκαθάρισης Α.Ε.Π.Ε.Υ., νοείται εφεξής ο Ειδικός Εκκαθαριστής. Ο απερχόμενος εκκαθαριστής παραδίδει αμελλητί στον Ειδικό Εκκαθαριστή οποιαδήποτε έγγραφα και λοιπά στοιχεία αφορούν την ειδική εκκαθάριση και βρίσκονται στην κατοχή του και τον ενημερώνει για τις πάσης φύσεως εκκρεμότητες ως προς τις υποθέσεις της ειδικής εκκαθάρισης. Για τα ανωτέρω συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής.

8.

Από την έναρξη ισχύος του ν. 4474/2017 εκκρεμείς υποθέσεις για το διορισμό από το αρμόδιο δικαστήριο εκκαθαριστή της ειδικής εκκαθάρισης ή για την κήρυξη από το αρμόδιο δικαστήριο της περάτωσης της ειδικής εκκαθάρισης, καταργούνται. Στη δεύτερη περίπτωση, καθώς και στην περίπτωση που εκκρεμεί στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 69 του ΑΚ για το διορισμό εκκαθαριστή για τη συνέχιση της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, ο Ειδικός Εκκαθαριστής προβαίνει άμεσα στις προβλεπόμενες ενέργειες της παραγράφου 11 του άρθρου 90.

9.

Κατά παρέκκλιση της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 90, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου βρίσκονται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ετών, συντάσσουν μόνον οικονομικές καταστάσεις λήξης της ειδικής εκκαθάρισης, οι οποίες ελέγχονται νόμιμα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και συνοδεύονται από απολογισμό της ειδικής εκκαθάρισης.

Άρθρο 99

Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος νόμου τα Παραρτήματα Ι και ΙΙ.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2015/2365, ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΑΥΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΑΡΜΟΔΙΑ ΑΡΧΗ

Άρθρο 100

Αρμόδιες Αρχές και συνεργασία μεταξύ αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 (EE L 23.12.2015) των Α.Ε.Π.Ε.Υ., των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα επιχειρήσεων επενδύσεων με έδρα σε τρίτη χώρα, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με έδρα στην Ελλάδα, των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων με έδρα στην Ελλάδα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) των άρθρων 7 και 8 του ν. 3029/2002, όπως ισχύουν, των ΑΕΔΑΚ και των ΟΣΕΚΑ με έδρα στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα ΑΕΔΑΚ και ΟΣΕΚΑ με έδρα σε τρίτη χώρα, καθώς και των ΟΕΕ που τους διαχειρίζονται Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ), οι οποίοι έχουν άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή είναι εγγεγραμμένοι, σύμφωνα με την Οδηγία 2011/61/ΕΕ.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 των πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτη χώρα, των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα και των Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, καθώς και των υποκαταστημάτων Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτη χώρα.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Μη Χρηματοοικονομικών Αντισυμβαλλομένων προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365.

4.

Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή των προβλεπομένων στα άρθρα 17, 18, στο δεύτερο και στο τρίτο Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων πράξεων και παρέχουν η μία στην άλλη κάθε αναγκαία συνδρομή για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

6.

Επιτρέπεται η, μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος, αμοιβαία ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών, οι οποίες δεν έχουν ληφθεί από αρμόδιες αρχές άλλου κράτους-μέλους και οι οποίες σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Άρθρο 101

Διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365

1.

Με την επιφύλαξη των κυρώσεων και των μέτρων που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 και των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει με απόφασή της σε όποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 100 του παρόντος νόμου, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 4 και 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση του Κανονισμού αυτού εκδιδομένων πράξεων, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις και μέτρα:

  • α) εντολή που υποχρεώνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να παύσει

την παράνομη συμπεριφορά και να μην την επαναλάβει στο μέλλον,

  • β) δημόσια ανακοίνωση στην οποία αναφέρονται το

φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση και η φύση της παράβασης, σύμφωνα με το άρθρο 102 του παρόντος,

  • γ) αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας,
  • δ) προσωρινή απαγόρευση της συμμετοχής σε διοικητικό συμβούλιο ή της άσκησης διευθυντικών καθηκόντων στις οντότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 100

σε βάρος κάθε προσώπου που συμμετέχει στο διοικητικό τους συμβούλιο ή ασκεί διευθυντικά καθήκοντα ή σε βάρος κάθε φυσικού προσώπου που θεωρείται υπεύθυνο για μια τέτοια παράβαση,

  • ε) χρηματικό πρόστιμο έως και το τριπλάσιο του ποσού

των κερδών που αποκομίσθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον μπορούν να στις περιπτώσεις στ΄ και ζ΄,

  • στ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο έως και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,
  • ζ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο έως και:
  • αα) πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ ή έως 10%

του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του, με βάση τις οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό του Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση, για παραβάσεις του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, ββ) δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ ή έως 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του, με βάση τις οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό του Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση, για παραβάσεις του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365. Σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης, που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με το ν. 4308/2014, όπως ισχύει, και την Οδηγία 2013/34/EE, ως συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ορίζεται ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή τα αντίστοιχα έσοδα, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο περί κατάρτισης και παρουσίασης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, που προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής επιχείρησης, που βρίσκεται στο ανώτατο επίπεδο λογιστικής ενοποίησης.

2.

Τηρουμένων των διατάξεων του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και με την επιφύλαξη των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί με απόφασή της να επιβάλει, σε όποιο πρόσωπο της παράγραφο 2 του άρθρου 100 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 4 και 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση του Κανονισμού αυτού εκδιδομένων πράξεων, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις και μέτρα:

  • α) εντολή που υποχρεώνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να παύσει

την παράνομη συμπεριφορά και να μη την επαναλάβει στο μέλλον,

  • β) δημόσια ανακοίνωση στην οποία αναφέρονται το

φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση και η φύση της παράβασης, σύμφωνα με το άρθρο 102,

  • γ) σε περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος ή υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος με έδρα σε τρίτη χώρα,

ανάκληση της άδειας λειτουργίας του κατά την ισχύουσα νομοθεσία,

  • δ) προσωρινή απαγόρευση της συμμετοχής σε διοικητικό συμβούλιο ή της άσκησης διευθυντικών καθηκόντων στις οντότητες της παραγράφου 2 του άρθρου

100 σε βάρος κάθε προσώπου, που συμμετέχει στο διοικητικό τους συμβούλιο ή ασκεί διευθυντικά καθήκοντα, ή σε βάρος κάθε φυσικού προσώπου που θεωρείται υπεύθυνο για μια τέτοια παράβαση,

  • ε) χρηματικό πρόστιμο έως και το τριπλάσιο του ποσού

των κερδών που αποκομίσθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον μπορούν να στις περιπτώσεις στ΄ και ζ΄,

  • στ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο έως και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,
  • ζ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο έως και:
  • αα) πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ ή έως 10%

του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό του Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση, για παραβάσεις του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365,

  • ββ) δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ ή έως

10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό του Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση, για παραβάσεις του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365. Σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με το ν. 4308/2014, όπως ισχύει και την Οδηγία 2013/34/ΕΕ, ως συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ορίζεται ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή τα αντίστοιχα έσοδα, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο περί κατάρτισης και παρουσίασης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων που προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής επιχείρησης, που βρίσκεται στο ανώτατο επίπεδο λογιστικής ενοποίησης.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει πρόστιμο έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ σε περίπτωση μη συνεργασίας, άρνησης χορήγησης ή πλημμελούς παροχής στοιχείων ή μη επαρκούς συνεργασίας σε έρευνα που σχετίζεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365. Για την επιμέτρηση του προστίμου εφαρμόζεται η παράγραφος 7.

4.

Τυχόν πλημμελής συνεργασία, άρνηση χορήγησης ή πλημμελής παροχή στοιχείων στο πλαίσιο άσκησης των προβλεπόμενων από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365 αρμοδιοτήτων της Τράπεζας της Ελλάδος, τιμωρείται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 55Α και 55Γ του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος. Κατά την επιμέτρηση των ως άνω κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη τα αναφερόμενα στην παράγραφο 7.

5.

Σε περίπτωση παράβασης των άρθρων 13 και 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει με απόφασή της στις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, στις εταιρείες επενδύσεων ΟΣΕΚΑ και στους ΔΟΕΕ τις κυρώσεις και τα μέτρα, που προβλέπονται στο άρθρο 94 του ν. 4099/2012 και στο άρθρο 45 του ν. 4209/2013.

6.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, μπορεί να επιβάλουν τις ως άνω διοικητικές κυρώσεις ή μέτρα, πέραν του νομικού προσώπου, και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο φέρει ευθύνη, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, για παράβαση των αναφερομένων στις παραγράφους 1 και 2, αντιστοίχως, διατάξεων.

7.

Κατά τον καθορισμό του είδους και της βαρύτητας των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και κατά την επιμέτρηση των διοικητικών χρηματικών προστίμων, που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται:

  • α) η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
  • β) ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
  • γ) η οικονομική επιφάνεια του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει ιδίως από το ετήσιο

εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του φυσικού προσώπου ή από το συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου, αντίστοιχα,

  • δ) η σπουδαιότητα των κερδών που αποκομίσθηκαν

ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, στο βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

  • ε) το βαθμό συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, με την

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, με την επιφύλαξη της εξασφάλισης της παραίτησης του εν λόγω προσώπου από κέρδη που αποκομίσθηκαν ή ζημίες που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης,

  • στ) τυχόν προηγούμενες παραβάσεις των άρθρων του

Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων πράξεων, καθώς και της λοιπής νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,

  • ζ) η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και στην προστασία των επενδυτών,
  • η) οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης.
Άρθρο 102

Δημοσίευση αποφάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, αναρτούν στον επίσημο διαδικτυακό τους τόπο κάθε απόφασή τους σχετικά με την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου για παραβάσεις των άρθρων 4 ή 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, αμέσως μετά από σχετική ενημέρωση του προσώπου, σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η κύρωση ή το μέτρο, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο άρθρο 26 του ίδιου Κανονισμού. Σε περίπτωση προσβολής της απόφασης ενώπιον εθνικής, δικαστικής ή άλλης αρχής, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, αναρτούν επίσης αμέσως στο δικτυακό τους τόπο τις πληροφορίες αυτές και τυχόν επακόλουθες πληροφορίες που αφορούν την έκβαση της σχετικής διαδικασίας, καθώς και κάθε απόφαση που ακυρώνει απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή διοικητικού μέτρου.

Άρθρο 103

Ένδικα βοηθήματα, σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 Οι αποφάσεις για τις διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που λαμβάνονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, είναι επαρκώς αιτιολογημένες και υπόκεινται, κατά περίπτωση, σε αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 64 του ν. 4261/2014 για την Τράπεζα της Ελλάδος.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 104

Τροποποίηση του ν. 4209/2013 (Άρθρο 92 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1.

Μετά την υποπερίπτωση στστ΄ της περίπτωσης ιη΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 προστίθεται υποπερίπτωση ζζ΄ ως εξής: «ζζ) το κράτος-μέλος εκτός του κράτους-μέλους καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 6,».

2.

Ο τίτλος και οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 33 του ν. 4209/2013 τροποποιούνται ως εξής: «Άρθρο 33 Προϋποθέσεις για τη διαχείριση ΟΕΕ της ΕΕ εγκατεστημένων σε άλλα κράτη-μέλη και για την παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη-μέλη (Άρθρο 33 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1.

Η ΑΕΔΟΕΕ μπορεί, χωρίς εγκατάσταση ή μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος:

  • α) να διαχειρίζεται ΟΕΕ της ΕΕ εγκατεστημένους σε

άλλο κράτος-μέλος, με την προϋπόθεση ότι η ΑΕΔΟΕΕ έχει λάβει από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια για τη διαχείριση του συγκεκριμένου τύπου ΟΕΕ,

  • β) να παρέχει σε άλλο κράτος-μέλος τις υπηρεσίες που

αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 6 για τις οποίες έχει λάβει άδεια.

2.

Η ΑΕΔΟΕΕ που προτίθεται να αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες και να παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κοινοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς:

  • α) το κράτος-μέλος στο οποίο προτίθεται να διαχειριστεί ΟΕΕ χωρίς εγκατάσταση ή με ίδρυση υποκαταστήματος ή να παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην

παράγραφο 4 του άρθρου 6,

  • β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο δηλώνονται ιδίως οι υπηρεσίες τις οποίες σκοπεύει να παρέχει

και στο οποίο προσδιορίζονται οι ΟΕΕ τους οποίους σκοπεύει να διαχειρίζεται.».

Άρθρο 105

Τροποποίηση του ν. 2166/1993 Η παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 2166/1993 (Α΄137) αντικαθίσταται ως εξής: «5. Τα επιβαλλόμενα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πρόστιμα αποτελούν δημόσια έσοδα και περιέρχονται στο Δημόσιο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τη διαδικασία είσπραξης αυτών. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται και η διαδικασία μείωσης των προβλεπόμενων στην παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) προστίμων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.».

Άρθρο 106

Τροποποίηση του ν. 2778/1999

1.

Οι περιπτώσεις β΄ έως δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 2778/1999 (Α΄295) όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής: «β) δικαιώματα επιφανείας της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 3986/2011, όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και μακροχρόνιες (διάρκειας κατ’ ελάχιστον είκοσι (20) ετών) μισθώσεις και/ή παραχωρήσεις χρήσης ή εμπορικής εκμετάλλευσης ακινήτων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2, όπως εκτάσεων για ανέγερση ξενοδοχειακών και εν γένει τουριστικού ενδιαφέροντος εγκαταστάσεων, μαρινών ελλιμενισμού, εκτάσεων δυναμένων να υπαχθούν σε προνομιακό ή ιδιαίτερο καθεστώς δόμησης και οικιστικής ανάπτυξης, εκτάσεων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους των οποίων η αξιοποίηση είναι επιτρεπτή υπό ιδιαίτερους όρους, εμπορικών ακινήτων, βιομηχανικών ακινήτων, ή/και

  • γ) απαιτήσεις προς απόκτηση ακίνητης περιουσίας,

καθώς και δικαιωμάτων, μετοχών ή μεριδίων σε ακίνητη περιουσία κατά την έννοια της παραγράφου 2 και της παρούσας παραγράφου βάσει συμβολαιογραφικών προσυμφώνων ή συμβατικών κειμένων αντιστοίχου τύπου ως προς τη δεσμευτικότητα των μερών ανάλογα με το εφαρμοστέο δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι έχει συμβατικώς διασφαλισθεί:

  • αα) το μέγιστο τίμημά τους,
  • ββ) ο μέγιστος χρόνος κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, ο οποίος δύναται να παρατείνεται με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, κατόπιν

εισήγησης της Επενδυτικής Επιτροπής,

  • γγ) η προκαταβολή τιμήματος, η οποία δεν μπορεί

να υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού τιμήματος, εφάπαξ ή με τμηματικές καταβολές και υπό την προϋπόθεση ότι η αξία του ακινήτου κατά την ημερομηνία καταβολής της προκαταβολής, όπως αυτή προσδιορίζεται από τον τακτικό ανεξάρτητο εκτιμητή της παραγράφου 7, είναι τουλάχιστον ίση με το σύνολο της δοθείσας ως το χρονικό αυτό σημείο προκαταβολής,

  • δδ) η ποινική ρήτρα του πωλητή, η οποία δεν μπορεί

να υπολείπεται του εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%) της προκαταβολής ή η λήψη από τον πωλητή εμπράγματων ή/και ενοχικών εξασφαλίσεων για το ίδιο ως ανωτέρω ποσοστό. Ειδικά, προκειμένου περί ακινήτων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2, ο χρόνος έναρξης των εργασιών δεν μπορεί να απέχει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από την κατάρτιση του προσυμφώνου. Το χρονικό αυτό διάστημα μπορεί να παραταθεί για άλλους δώδεκα (12) μήνες με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού ή μεριδίων εταιρείας, εξαιρουμένων των προσωπικών εταιρειών, με αποκλειστικό σκοπό την εκμετάλλευση ακινήτων, το σύνολο του παγίου κεφαλαίου της οποίας είναι επενδεδυμένο σε ακίνητη περιουσία ή/και δικαιώματα ή/ και απαιτήσεις ακίνητης περιουσίας, κατά την έννοια των παρ. 2 και των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παρούσας παραγράφου, ή εταιρείας χαρτοφυλακίου ή/και».

2.

Η περίπτωση στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 2778/1999, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «στ) τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) των μετοχών ή μεριδίων εταιρείας ή οργανισμού της περίπτωσης ζ΄, εξαιρουμένων των προσωπικών εταιρειών, εφόσον:

  • αα) σκοπός της εταιρείας ή του οργανισμού είναι η

απόκτηση, διαχείριση και εκμετάλλευση ακινήτων και παροχής υπηρεσιών άμεσα συνδεδεμένων και συναφών με τη χρήση, λειτουργία και εκμετάλλευση των ακινήτων αυτών, περιλαμβανομένης της διενέργειας επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 22, και

  • ββ) σκοπός της συμμετοχής της ΑΕΕΑΠ στο κεφάλαιο

της εταιρείας ή του οργανισμού είναι η εφαρμογή κοινής επιχειρηματικής στρατηγικής ή στρατηγικών για την ανάπτυξη ακινήτου ή ακινήτων ελάχιστης αξίας τουλάχιστον δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ, σύμφωνα με επενδυτικό πρόγραμμα, που καταρτίζεται με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ή το αντίστοιχο διοικητικό όργανο σε περίπτωση άλλης εταιρικής μορφής ή εταιρείας άλλης χώρας ή οργανισμού, για το οποίο λαμβάνει γνώση το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕΑΑΠ και κοινοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα, μαζί με έκθεση προόδου αυτού, εγκρίνεται ετησίως από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή το αντίστοιχο όργανο σε περίπτωση άλλης εταιρικής μορφής ή εταιρείας άλλης χώρας ή οργανισμού και η σχετική έκθεση προόδου τίθεται υπόψη του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕΕΑΠ, που τοποθετείται σχετικώς και αξιολογεί την πρόοδο του προγράμματος. Η σχετική έκθεση αξιολόγησης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕΕΑΠ υποβάλλεται από την ΑΕΕΑΠ στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση που η ΑΕΕΑΠ δεν ελέγχει την εταιρεία, η ΑΕΕΑΠ μετέχει με τουλάχιστον ένα (1) μέλος με δικαίωμα ψήφου στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αυτής ή στο αντίστοιχο διοικητικό όργανο σε περίπτωση άλλης εταιρικής μορφής ή εταιρείας άλλης χώρας.».

3.

Η παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 2778/1999, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι επενδύσεις της εταιρείας φυλάσσονται κατά την έννοια του ν. 4209/2013 σε πιστωτικό ίδρυμα ή άλλο οργανισμό που εκ του νόμου μπορεί να παρέχει υπηρεσίες θεματοφύλακα, που είναι εγκατεστημένο και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Σε περίπτωση κινητών αξιών άλλης χώρας, προσκομίζεται στο θεματοφύλακα, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας έκδοσής τους, σχετικό αποδεικτικό φύλαξής τους ή στην περίπτωση που δεν απαιτείται η έκδοση φυσικών τίτλων, αποδεικτικό από αρμόδια αρχή που πιστοποιεί την ιδιοκτησία των τίτλων από ΑΕΕΑΠ.».

Άρθρο 107

Τροποποίηση του ν. 4335/2015 Η περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 122 του Κεφαλαίου Κ΄ του άρθρου 2 «Ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωμάτωση οδηγίας 2014/59/ΕΕ, L 173) και άλλες διατάξεις» του ν. 4335/2015 (Α΄ 87) αντικαθίσταται, ως εξής: «β. Τον Προϊστάμενο μίας εκ των Διευθύνσεων Φορέων, Διεθνών Σχέσεων ή Μελετών που ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

Άρθρο 108

Τροποποίηση του ν. 3461/2006

1.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3461/2006 (Α΄ 106) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Κάθε πρόσωπο, το οποίο αποκτά καθ’ οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, κινητές αξίες και, λόγω της απόκτησης αυτής, το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει το πρόσωπο αυτό, άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτό, υπερβαίνει το όριο του ενός τρίτου (1/3) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρείας, υποχρεούται, εντός είκοσι (20) ημερών και, σε περίπτωση υποχρέωσης υποβολής έκθεσης αποτίμησης, σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 9, εντός τριάντα (30) ημερών από την απόκτηση αυτή, να απευθύνει υποχρεωτική δημόσια πρόταση για το σύνολο των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας καταβάλλοντας δίκαιο και εύλογο αντάλλαγμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 9.».

2.

Στο άρθρο 9 του ν. 3461/2006 προστίθενται παράγραφοι 6 και 7 ως εξής: «6. Εφόσον συντρέχει μία τουλάχιστον από τις κάτωθι αναφερόμενες περιπτώσεις, το εύλογο και δίκαιο αντάλλαγμα της παραγράφου 1 του άρθρου 7, όπως προσδιορίζεται κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται της τιμής ανά κινητή αξία, όπως αυτή προκύπτει από αποτίμηση των κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης, επιλέγεται δε η μεγαλύτερη τιμή μεταξύ της τιμής που προσδιορίζεται κατά την παράγραφο 4 και της τιμής που προσδιορίζεται στην αποτίμηση, η οποία διενεργείται με επιμέλεια του προτείνοντος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην επόμενη παράγραφο:

  • α) Εφόσον έχουν επιβληθεί κυρώσεις από το Δ.Σ. της

Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για χειραγώγηση επί των κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης και η χειραγώγηση έλαβε χώρα εντός του χρονικού διαστήματος δεκαοκτώ (18) μηνών που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση.

  • β) Επί των κινητών αξιών, που αποτελούν αντικείμενο

της δημόσιας πρότασης, έχουν διενεργηθεί συναλλαγές σε λιγότερες από τα τρία πέμτα (3/5) των ημερών λει (10%) του συνόλου των κινητών αξιών της υπό εξαγοράς εταιρείας, κατά τους έξι (6) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση.

  • γ) Το εύλογο και δίκαιο αντάλλαγμα όπως προσδιορίζεται με τα κριτήρια της παραγράφου 4, υπολείπεται

του ογδόντα τοις εκατό (80%) της λογιστικής αξίας ανά μετοχή, με βάση τα στοιχεία του μέσου όρου των τελευταίων δύο δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων του ν. 3556/2007, σε ενοποιημένη βάση, εφόσον καταρτίζονται ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις. Ο προτείνων υποχρεούται να περιλαμβάνει σχετική δήλωση περί της συνδρομής ή μη των ανωτέρω προϋποθέσεων στην έγγραφη ενημέρωσή του προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 . Κατά το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση μέχρι τη δημοσιοποίηση της αποτίμησης, απαγορεύεται στον προτείνοντα να διενεργεί συναλλαγές σε μετοχές της υπό εξαγορά εταιρείας άμεσα ή έμμεσα, απευθείας ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του ή συντονισμένα με αυτόν.

7.

Η ανωτέρω αποτίμηση διενεργείται από πιστωτικό ίδρυμα ή Ε.Π.Ε.Υ. που παρέχει νόμιμα επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος – μέλος κατά την οικεία νομοθεσία ή από ελεγκτική εταιρεία, μετά από επιλογή του προτείνοντος, ο οποίος αναλαμβάνει και το σχετικό κόστος. Ο διενεργών την αποτίμηση πρέπει να είναι εγνωσμένου κύρους, να διαθέτει απαραίτητη οργάνωση, στελεχιακό δυναμικό, εμπειρία σε αποτιμήσεις επιχειρήσεων και να είναι ανεξάρτητος από τον προτείνοντα και την υπό εξαγορά εταιρεία και ειδικότερα να μην έχει καμία επαγγελματική σχέση ή συνεργασία τα τελευταία πέντε (5) έτη με τα παραπάνω πρόσωπα ή με πρόσωπα που ενεργούν συντονισμένα με το υπόχρεο πρόσωπο, κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος, ή που είναι συνδεδεμένα με την υπό εξαγορά εταιρεία. Το Διοικητικό Συμβούλιο της υπό εξαγορά εταιρείας παρέχει στον αποτιμητή όλα τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία. Για τον προσδιορισμό του εύλογου και δίκαιου ανταλλάγματος, η αποτίμηση λαμβάνει υπόψη διεθνώς αποδεκτά κριτήρια και μεθόδους αποτίμησης που θεωρούνται σχετικές στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η έκθεση αποτίμησης ολοκληρώνεται εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία στην οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος, σύμφωνα με το άρθρο 7, υποβάλλεται με μέριμνα του προτείνοντος στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και δημοσιοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1.».

3.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 3461/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «Σε κάθε περίπτωση, η καταβολή μετρητών προβλέπεται ως εναλλακτική δυνατότητα κατ’ επιλογή του αποδέκτη, εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των παραγράφων 4, 6 και 7 του άρθρου 9.».

4.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις δημόσιες προτάσεις που έχουν ανακοινωθεί με τις διατάξεις του ν. 3461/2006 πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 109

Τροποποίηση του ν. 2533/1997

1.

Η παρ. 12 του άρθρου 1 του ν. 2533/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «12. Ως καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, νοούνται οι επενδυτικές υπηρεσίες των περιπτώσεων 1 έως 4 και 6 έως 7 του Τμήματος Α΄ του Παραρτήματος Ι του νόμου ενσωμάτωσης της Oδηγίας 2014/65/ΕΕ και η παρεπόμενη υπηρεσία της περίπτωσης 1 του Τμήματος Β΄ του Παραρτήματος Ι του νόμου ενσωμάτωσης της Oδηγίας 2014/65/ΕΕ που παρέχονται σε χρηματοπιστωτικά μέσα του Τμήματος Γ΄ του Παραρτήματος Ι του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.».

2.

Η περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 2533/1997 αντικαθίσταται ως εξής: «(α) σε 150.000 ευρώ για τις Ε.Π.Ε.Υ., τις Α.Ε.Δ.Α.Κ. και τις εξωτερικές Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. του ν. 4209/2013, που έχουν λάβει από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια παροχής των υπηρεσιών της παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 4209/2013».

3.

Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 74 του ν. 2533/ 1997 αντικαθίστανται ως εξής: «4. Σε περίπτωση ανάκλησης εν όλω ή εν μέρει της άδειας λειτουργίας του Μέλους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 53 του ν. 4370/2016, ή οριστικής διακοπής της λειτουργίας του υποκαταστήματός του στην Ελλάδα, εφόσον πρόκειται για Μέλος με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συνεγγυητικό, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, προσδιορίζει, αμέσως μετά από τη σχετική ενημέρωσή του από τα όργανα του Μέλους, το ποσό επιστροφής κεφαλαίου το οποίο αναλογεί στο Μέλος. Το ποσό επιστροφής, που κατατίθεται σε ειδικό και εκτός του κεφαλαίου του Συνεγγυητικού τραπεζικό λογαριασμό, ισούται προς τη διαφορά του συνόλου των εισφορών που έχουν καταβληθεί από το Μέλος στο Συνεγγυητικό πλέον της αναλογίας τυχόν υφισταμένων προς διανομή μερισμάτων, μείον το σύνολο των αποζημιώσεων προς επενδυτές - πελάτες του Μέλους που κατέβαλε το Συνεγγυητικό και των ποσών που αναλογούν στο Μέλος από καταβληθείσες ήδη αποζημιώσεις σε επενδυτές για μέλη του που περιήλθαν σε αδυναμία κατά τις διατάξεις του άρθρου 65 και στα οποία ποσά συμπεριλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως έξοδα και αμοιβές που καταβλήθηκαν και συνδέονται άμεσα με τις παραπάνω αποζημιώσεις. Με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του Συνεγγυητικού, από το ποσό επιστροφής παρακρατείται ποσό που ισούται με το ποσοστό που αντιστοιχεί στην αναλογία του Μέλους στις απαιτήσεις εντολέων συμμετεχόντων στο Συνεγγυητικό Μελών, που τυχόν έχουν περιέλθει σε αδυναμία και βασίζονται σε καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί μέχρι το χρόνο αποχώρησής του. Το ποσό αυτό κατατίθεται σε ειδικό και εκτός του κεφαλαίου του Συνεγγυητικού τραπεζικό λογαριασμό και αποδίδεται στο Μέλος, μείον οποιοδήποτε μέρος του χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση από την αμετάκλητη οριστικοποίηση και καταβολή των παραπάνω απαιτήσεων. Το ποσό επιστροφής, μείον το ποσό παρακράτησης, σύμφωνα με τα παραπάνω, καταβάλλεται στο Μέλος τον πρώτο ημερολογιακό μήνα μετά την πάροδο έξι (6) μηνών, από την ενημέρωση του Συνεγγυητικού, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

5.

Σε περίπτωση που η αριθμητική αξία του ποσού επιστροφής, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4, είναι αρνητικός αριθμός, τότε το Συνεγγυητικό θα έχει απαίτηση κατά του Μέλους για τη διαφορά.».

Άρθρο 110

Τροποποίηση του ν. 2789/2000

1.

Μετά την παρ. ιη΄ του άρθρου 1 του ν. 2789/2000 (Α΄ 21), όπως ισχύει, προστίθενται παράγραφοι ιθ΄ και κ΄ ως εξής: «ιθ. TARGET2-Securities (T2S): η υπηρεσία διακανονισμού συναλλαγών επί τίτλων σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, η οποία παρέχεται από το Ευρωσύστημα και προβλέπεται στην Κατευθυντήρια Γραμμή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΕ 2012/473 (ΕΚΤ/2012/13). κ. Σύμβαση-Πλαίσιο Τ2S: η σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος και εκάστου συμμετέχοντος στο Τ2S αποθετηρίου, όπως αυτό ορίζεται στο στοιχείο 1 του άρθρου 2 της Κατευθυντήριας Γραμμής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΕ 2012/473 (ΕΚΤ/2012/13), συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων της, κατά την έννοια του στοιχείου 5 του άρθρου 2 της εν λόγω Κατευθυντήριας Γραμμής.».

2.

Στο άρθρο 5 του ν. 2789/2000 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Διαχειριστής Ημεδαπού Συστήματος που συμμετέχει στο TARGET2-Securities ειδοποιεί αμελλητί την Τράπεζα της Ελλάδος για την έναρξη Διαδικασίας Αφερεγγυότητας Συμμετέχοντος σε Σύστημα, εφόσον λάβει σχετική ειδοποίηση μέσω του TARGET2-Securities και, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο πλαίσιο λειτουργίας του ΤΑRGET2-Securities (T2S), περιλαμβανομένης της Σύμβασης – Πλαισίου T2S.».

3.

Στο άρθρο 6 του ν. 2789/2000 προστίθενται παράγραφοι 4 και 5 ως εξής: «4. Η Τράπεζα της Ελλάδος ειδοποιεί αμελλητί τον Διαχειριστή των λοιπών Ημεδαπών Συστημάτων όταν λαμβάνει ενημέρωση για την έναρξη Διαδικασίας Αφερεγγυότητας Συμμετέχοντος σε αυτά, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 5.

5.

Διαχειριστής Ημεδαπού Συστήματος παύει να εισάγει στο Σύστημα Εντολές μεταβίβασης προς διακανονισμό για Συμμετέχοντα στο Σύστημα ως προς τον οποίο έχει ειδοποιηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 για την έναρξη Διαδικασίας Αφερεγγυότητος. Ο Διαχειριστής Ημεδαπού Συστήματος που παρείχε ενημέρωση, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 παύει να εισάγει στο Σύστημα που διαχειρίζεται Εντολές μεταβίβασης προς διακανονισμό για τον εν λόγω Συμμετέχοντα, αμέσως μόλις λάβει τη σχετική ειδοποίηση μέσω του TARGET2-Securities και χωρίς να περιμένει περαιτέρω ειδοποίηση από την Τράπεζα της Ελλάδος. Την υποχρέωση μη εισαγωγής Εντολών μεταβίβασης προς διακανονισμό για Συμμετέχοντα σε Σύστημα υπέχουν και οι διαχειριστές των λοιπών Ημεδαπών Συστημάτων, αμέσως μόλις λάβουν από την Τράπεζα της Ελλάδος την ενημέρωση της παραγράφου 4.».

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 111

Τροποποίηση των νόμων 2859/2000 και 4211/2013

1.

Η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 2859/2000 «Κώδικας Φ.Π.Α.» (Α΄ 248) αντικαθίσταται ως εξής: «α) H παράδοση και η εισαγωγή πλοίων που εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

  • αα) πλοία που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στη

ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης και τα οποία εκτελούν μεταφορά επιβατών με κόμιστρο ή με τα οποία ασκείται εμπορική, βιομηχανική ή αλιευτική δραστηριότητα,

  • ββ) πλοία παράκτιας αλιείας,
  • γγ) πλοία που προορίζονται για διάλυση,
  • δδ) πολεμικά πλοία και πλοία του Δημοσίου,
  • εε) ναυαγοσωστικά και άλλα πλοία επιθαλάσσιας αρωγής.

Εξαιρούνται τα πλοία ιδιωτικής χρήσης που προορίζονται για αναψυχή ή αθλητισμό. Απαλλάσσονται επίσης η παράδοση και εισαγωγή αντικειμένων και υλικών, εφόσον προορίζονται να ενσωματωθούν ή να χρησιμοποιηθούν στα πλοία και πλωτά μέσα της περίπτωσης αυτής. Για την εφαρμογή της απαλλαγής της υποπερίπτωσης αα΄, ως πλοία που προορίζονται για τη ναυσιπλοΐα ανοικτής θαλάσσης θεωρούνται τα πλοία που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) έχουν ναυπηγηθεί για την ανοικτή θάλασσα, ήτοι στα οποία το μέγιστο εξωτερικό μήκος του κύτους είναι ίσο ή ανώτερο των 12 μέτρων και τα οποία υπάγονται στις δασμολογικές διακρίσεις 8901 10 10, 8901 20 10, 8901 30 10, 8901 90 10, 8902 00 10, 8903 91 10, 8903 92 10, 8904 00 91 και 8906 90 10 του Κοινού Δασμολογίου της Ε.Ε. [Καν. (ΕΟΚ) αριθμ. 2658/87 του Συμβουλίου, όπως ισχύει] και (ii) διενεργούν δραστηριότητα κυρίως στην ανοικτή θάλασσα. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της ανωτέρω υποπερίπτωσης (ii).».

2.

Η περίπτωση ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 2859/ 2000 καταργείται.

3.

Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από 1.4.2018.

Άρθρο 112

Τροποποίηση του ν. 2948/2001

1.

Η υποπερίπτωση στ΄, της περίπτωσης Α΄ της παρ. 1 «στ) Ειδικά, τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας των ιδιωτικής χρήσης επιβατικών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά σε χώρα της ΕΕ/ΕΟΧ και τελούν στο ανασταλτικό τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής, όπως ισχύει, υπολογίζονται αποκλειστικά με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα αυτών, όπως ορίζεται από τις διατάξεις της υποπερίπτωσης α΄. Με τον ίδιο τρόπο υπολογίζονται τα ετήσια τέλη κυκλοφορίας των ιδιωτικής χρήσης επιβατικών οχημάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες και τελούν στο ανασταλτικό τελωνειακό καθεστώς της προσωρινής εισαγωγής, λαμβάνοντας, όμως, ως κριτήριο για την κατάταξη στον ανάλογο πίνακα, την ημερομηνία υπαγωγής του οχήματος στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής στην Ελλάδα. Οι κάτοχοι - δικαιούχοι των οχημάτων αυτών, για κάθε μήνα ή τμήμα μηνός πέραν του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο προβλέπεται απαλλαγή, υποχρεούνται να καταβάλουν το 1/12 των οριζομένων ως ανωτέρω τελών κυκλοφορίας.».

2.

Η παράγραφος 1 ισχύει για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2017 και επόμενων.

Άρθρο 113

Τροποποίηση του ν. 2960/2001

1.

Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 132 του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α΄ 265), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Τα επιβατικά αυτοκίνητα που έχουν παραληφθεί με απαλλαγή από το τέλος ταξινόμησης με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τα άτομα με αναπηρίες και συνεπεία θανάτου αυτών περιέρχονται στους νόμιμους κληρονόμους τους, τακτοποιούνται τελωνειακά από την Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από την ημερομηνία θανάτου του δικαιούχου προσώπου.».

2.

Στην παρ. 7 του άρθρου 132 του ν. 2960/2001 προστίθεται πέμπτο εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση υποβολής αιτημάτων τακτοποίησης - αποδέσμευσης αναπηρικών αυτοκινήτων από τους κληρονόμους των αποθανόντων δικαιούχων μετά την πάροδο της διετίας, η εν λόγω τακτοποίηση-αποδέσμευση θα πραγματοποιείται από την Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής, μετά την επιβολή από την αρμόδια τελωνειακή αρχή του προβλεπόμενου από την παράγραφο 2 του άρθρου 147 προστίμου, επιφυλασσομένων των περί λαθρεμπορίας διατάξεων.»

3.

Η παρ. 15 του άρθρου 132 του ν. 2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής: «15. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 114

Τροποποίηση του ν. 4152/2013 Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107) μετά τη φράση «κατόπιν αίτησης των οφειλετών» προστίθεται η φράση «πριν ή μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής αυτών».

Άρθρο 115

Τροποποίηση του ν. 4303/2014 και του διατάγματος της 5.5.1928

1.

Η υποπαράγραφος 3 της παρ. 1 του άρθρου έκτου του ν. 4303/2014 (Α΄ 231) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Επιτρέπεται η παραγωγή ξυδιού από περισσότερες της μίας πρώτες ύλες και η ανάμιξη ξυδιών των κατηγοριών που περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις α΄ έως ζ΄ της προηγουμένης υποπαραγράφου 2. Προκειμένου για την αιθυλική αλκοόλη και για σκοπούς ελέγχου της νόμιμης χρήσης αυτής, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 2960/2001, με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι περιορισμοί, οι διαδικασίες και οι διατυπώσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η ανάμιξή της με άλλη πρώτη ύλη με σκοπό την εν συνεχεία αξοπoίησή της, ως και η ανάμιξη του ξυδιού από αλκοόλη με ξύδια των υπολοίπων, κατά τα ανωτέρω, κατηγοριών.».

2.

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του διατάγματος της 5.5.1928 (Α΄ 87), η φράση «ένα μήνα προ της 1 Απριλίου εκάστου έτους» αντικαθίσταται με τη φράση «ένα μήνα προ της 1ης Ιανουαρίου εκάστου έτους».

3.

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 1 του διατάγματος της 5.5.1928 αντικαθίσταται ως εξής: «Η χορηγηθείσα άδεια ισχύει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους».

Άρθρο 116

Τροποποίηση του ν. 4174/2013

1.

Η παρ. 12 του άρθρου 72 (πρώην 66) του ν. 4174/2013 «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας» (Α΄170) αντικαθίσταται ως εξής: «12. Οι διατάξεις του άρθρου 44 παράγραφος 1 ισχύουν από 1.1.2020. Μέχρι και τις 31.12.2019, κατά την εκάστοτε καταβολή φόρου, εισπράττονται υποχρεωτικά επί του καταβαλλόμενου ποσού, οι αναλογούντες τόκοι και πρόστιμο λόγω εκπρόθεσμης καταβολής.».

2.

Η παρ. 15 του άρθρου 72 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «15. Μέχρι και τις 31.12.2019 ο τόκος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53 υπολογίζεται σε μηνιαία βάση κατά την είσπραξη για ολόκληρο το μήνα.».

Άρθρο 117

Τροποποίηση του ν. 4224/2013

1.

Η παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4224/2013 (Α΄ 288) «4. Μέχρι και τις 31.12.2019 ο τόκος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 6, όπως αυτό αντικαθίσταται με τον παρόντα νόμο, υπολογίζεται μηνιαία κατά την είσπραξη για ολόκληρο το μήνα.».

2.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 4224/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «Ειδικά οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.δ.  356/1974, όπως αντικαθίσταται με τον παρόντα νόμο, ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 2020.». του άρθρου 16 του ν. 2873/2000

1.

Η Επιτροπή που συστάθηκε με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 2873/2000 (Α΄ 285) για την αξιολόγηση των καταγγελιών που υποβάλλονται σε βάρος των Υπηρεσιών και των υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία με τις διατάξεις της παρ. 19 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180) υπήχθη στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης, της οποίας η λειτουργία έπαυσε από 30.6.2014 με τη διάταξη της περίπτωσης α΄ της υποπαραγράφου 3 της παρ. Ε΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85), καταργείται.

2.

Ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός της ως άνω Επιτροπής, μετά την κατάργησή της, καταγράφεται και περιέρχεται στο Αυτοτελές Τμήμα Γ΄ Διαχείρισης Πληροφοριακών Συστημάτων και Στρατηγικής της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων (Δ.ΕΣ.ΥΠ.), της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).

3.

Το αρχείο περαιωμένων υποθέσεων - καταγγελιών και οι εκκρεμείς υποθέσεις - καταγγελίες ενώπιον της ως άνω Επιτροπής, μετά την κατάργησή της, καταγράφονται και μεταφέρονται στο ανωτέρω Τμήμα, από το οποίο αξιολογούνται και επιμερίζονται, κατά λόγο αντικειμένου ή περιεχομένου τους και, εφόσον δεν σχετίζονται με τις αρμοδιότητες της Α.Α.Δ.Ε., διαβιβάζονται στις καθ’ ύλη αρμόδιες Υπηρεσίες για εξέταση.

Άρθρο 119

Τροποποίηση των νόμων 4369/2016 και 3086/2002

1.

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4369/2016 (Α΄ 33) αντικαθίσταται ως εξής: «Για τις Ανεξάρτητες Αρχές και το διοικητικό προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους η Ειδική Επιτροπή Αξιολόγησης συγκροτείται από τα τακτικά μη αιρετά μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου αυτών με την υποχρεωτική συμμετοχή ενός προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης προερχόμενου από άλλο φορέα, κατόπιν επιλογής, σύμφωνα με τη διαδικασία του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1.»

2.

Η παρ. 1 του άρθρου 23Α του ν. 3086/2002 (Α΄ 324), όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 4438/2016 (Α΄ 220) αντικαθίσταται ως εξής: «1.α) Δαπάνες που αφορούν αμοιβές και έξοδα φυσικών ή νομικών προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν σχετικών εντολών λειτουργών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως ιδίως δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών, μεταφραστών, πραγματογνωμόνων και συμβολαιογράφων, δαπάνες για δημοσιεύσεις στον τύπο και μετακινήσεις μελών του Ν.Σ.Κ. και γενικότερα δαπάνες που σχετίζονται με ενέργειες ενώπιον ημεδαπών δικαστηρίων υπάγονται στην παρ. 4 του άρθρου 9 του π.δ. 80/2016 (Α΄ 145) και βαρύνουν τους αντίστοιχους Κ.Α.Ε. του προϋπολογισμού του Ν.Σ.Κ., του εκάστοτε οικονομικού έτους, εντός του οποίου εκκαθαρίζονται. Δαπάνες που έχουν εκκαθαριστεί μέχρι σήμερα από τη Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων του Ν.Σ.Κ. και αφορούν τις ανωτέρω αμοιβές και έξοδα θεωρούνται νόμιμες.

  • β) Τα αναφερόμενα στην ανωτέρω περίπτωση εφαρμόζονται και για δαπάνες όμοιες κατ’ αντικείμενο με τις

ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων και των νομικών ή τεχνικών γνωμοδοτήσεων που απαιτούνται στα πλαίσια διεξαγωγής εθνικών ή διεθνών διαιτητικών δικών, οι οποίες βαρύνουν τους αντίστοιχους Κ.Α.Ε. των προϋπολογισμών των αρμόδιων Υπουργείων ή άλλων Αρχών, του εκάστοτε οικονομικού έτους, εντός του οποίου εκκαθαρίζονται.».

Άρθρο 120

Τροποποίηση του άρθρου 53 του ν. 4389/2016 Οι παράγραφοι 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 53 του ν. 4389/ 2016 (Α΄ 94), όπως ισχύει, αντικαθίστανται με τις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, αντίστοιχα, ως εξής:

1.

«1. Επιβάλλεται φόρος υπέρ του Δημοσίου, με την ονομασία «φόρος διαμονής», σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Ο φόρος διαμονής επιβάλλεται ανά ημερήσια χρήση και ανά δωμάτιο ή διαμέρισμα, ως εξής: α. Σε κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα της υποπερίπτωσης αα΄ της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 (Α΄ 155), ως ακολούθως: 1-2 αστέρων 0,50 ευρώ 3 αστέρων 1,50 ευρώ 4 αστέρων 3,00 ευρώ 5 αστέρων 4,00 ευρώ και β. σε ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια - διαμερίσματα της υποπερίπτωσης γγ΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014, 0,50 ευρώ.

2.

«2. Ο φόρος διαμονής βαρύνει τον διαμένοντα, που έκανε χρήση του δωματίου ή του διαμερίσματος, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 1, επιβάλλεται μετά τη διαμονή του στο κατάλυμα και πριν την αναχώρησή του από αυτό με την έκδοση ειδικού στοιχείου-απόδειξης είσπραξης φόρου διαμονής από τις επιχειρήσεις της προηγούμενης παραγράφου και αποδίδεται από αυτές στη Φορολογική Διοίκηση με μηνιαίες δηλώσεις. Οι δηλώσεις υποβάλλονται μέχρι την τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν της έκδοσης κάθε ειδικού στοιχείου - απόδειξης είσπραξης φόρου διαμονής. Το ειδικό στοιχείο - απόδειξη είσπραξης φόρου διαμονής δεν επιβαρύνεται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.). Φόρος διαμονής δεν επιβάλλεται σε περίπτωση δωρεάν παροχής υπηρεσιών διαμονής από τις ανωτέρω επιχειρήσεις.».

3.

«4. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης του ειδικού αυτού φόρου, τα πρόσωπα που είναι υπόχρεα στην απόδοση του φόρου, ο χρόνος και η διαδικασία επιβολής και απόδοσής του, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο τρόπος έκδοσης του ειδικού στοιχείου - απόδειξης είσπραξης φόρου διαμονής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.».

Άρθρο 121

Ρυθμίσεις για την εκτέλεση έργων κοινού αμυντικού προγράμματος Ελλάδας-ΗΠΑ

1.

Για την εκτέλεση έργων, που υπάγονται στο κοινό αμυντικό πρόγραμμα Ελλάδας - Η.Π.Α. και σε κάθε άλλο πρόγραμμα εξωτερικής βοήθειας των Η.Π.Α., και για τις σχετιζόμενες με αυτά πράξεις και δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2016, εφαρμόζονται αναλόγως οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί απαλλαγής από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και, γενικά, οι διατάξεις περί παροχής προνομίων, ασυλιών και απαλλαγών για την παράδοση και εισαγωγή αγαθών και την παροχή υπηρεσιών για την εκτέλεση έργων κοινής υποδομής του Οργανισμού του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), καθώς και του Πεδίου Βολής Κρήτης (Π.Β.Κ.).

2.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 122

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4512/2018 (Α΄ 5)

1.

Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4512/2018 αντικαθίσταται ως εξής: «Στην τεχνική μελέτη εκμετάλλευσης πρέπει να αποδεικνύεται ο εντοπισμός εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος από την έρευνα που διενεργήθηκε, σύμφωνα με τις περιπτώσεις δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του ΚΜΛΕ.».

2.

Η παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 4512/2018 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Για τους εκμεταλλευτές μεταλλευτικών ορυκτών εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3, 6 και 7 του άρθρου 58 του παρόντος, η παράγραφος 4 του άρθρου 58 του παρόντος σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του ν.δ. 210/1973 (Α΄ 277) και το άρθρο 64Α του ν. 4442/2016.».

3.

Η περίπτωση ιστ΄ του άρθρου 69 του ν. 4512/2018 «ιστ. Το στοιχείο δ΄ του άρθρου 101 της υπ’ αριθμ. 2223/ 14.6.2011 απόφασης του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Β΄ 227) καταργείται και αντικαθίσταται από τη φράση «Αποτελέσματα διενεργηθεισών ερευνητικών εργασιών».

4.

Η παρ. 1 του άρθρου 70 του ν. 4512/2018 αντικαθίσταται ως εξής: «Τα έργα που περιγράφονται στο στοιχείο 9, του Παραρτήματος V (Ομάδα 5η) της υ.α. ΔΙΠΑ/οικ.37674/ 27.7.2016 (Β΄2471) εντάσσονται στην κατηγορία Β, πλην των ερευνητικών γεωτρήσεων για ανεύρεση μεταλλευτικών ορυκτών. Αρμόδια υπηρεσία για την υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις των έργων και δραστηριοτήτων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της υ.α. 46294/2013 (Β΄ 2001) είναι η Διεύθυνση Τεχνικού Ελέγχου της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Οι εγκεκριμένες ΑΕΠΟ για τα έργα του προηγούμενου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη τους.».

Άρθρο 123

Τροποποίηση του άρθρου 136 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) Η παρ. 3 του άρθρου 136 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η ΔΕΗ Α.Ε., καθώς και οι Βιομηχανικοί Καταναλωτές, οι οποίοι είναι κάτοχοι αδειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και είναι εγγεγραμμένοι στο ανωτέρω Μητρώο Συμμετεχόντων του Συστήματος Συναλλαγών Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού («ΗΕΠ»), δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής ως αγοραστές στις ανωτέρω δημοπρασίες. Από τον περιορισμό αυτό εξαιρούνται οι βιομηχανικοί καταναλωτές οι οποίοι διατηρούν ή αναπτύσσουν διακριτή δραστηριότητα προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στη λιανική αγορά κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1. Η ΡΑΕ και ο Λειτουργός της Αγοράς αναπτύσσουν και εφαρμόζουν κατάλληλους ελεγκτικούς μηχανισμούς για τη συμμετοχή των Βιομηχανικών Καταναλωτών στο ΣΣΔΠΠΗΕ, οι οποίοι προβλέπονται και εξειδικεύονται στον Κώδικα Συναλλαγών Δημοπρασιών Προθεσμιακών Προϊόντων Ηλεκτρικής Ενέργειας, προς επίτευξη των οριζομένων της παρούσης, των παραγράφων 1 και 2 και τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 135 και προς διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά ενέργειας.».

Άρθρο 124

Τροποποίηση διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα

1.

Η παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Εκτός από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα που καθορίζουν τη γενεσιουργό αιτία και τους όρους καταβολής του φόρου, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) επί των ενεργειακών προϊόντων καθίσταται απαιτητός και κατά την επέλευση μίας εκ των γενεσιουργών αιτιών που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 του προηγούμενου άρθρου.».

2.

Η παρ. 1 του άρθρου 109 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Η βεβαίωση και η είσπραξη του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), που αναλογεί στα προϊόντα του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, ενεργείται από την αρμόδια Αρχή κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 8 και 8Α του παρόντος άρθρου και των άρθρων 110 και 111.».

3.

Μετά την παρ. 8 του άρθρου 109 του ν. 2960/2001, όπως ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 8Α, ως ακολούθως: «8Α. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) που αναλογεί στα προϊόντα των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 73, τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ή διατίθενται προς πώληση ή χρησιμοποιούνται ως καύσιμα θέρμανσης ή κινητήρων, βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια Αρχή, το αργότερο μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του επόμενου μήνα από το Παραχώρηση κατά χρήση τμημάτων του πρώην Στρατοπέδου Κόδρα στο Δήμο Καλαμαριάς Ν. Θεσσαλονίκης

1.

Παραχωρούνται κατά χρήση στο Δήμο Καλαμαριάς του Νομού Θεσσαλονίκης, χωρίς αντάλλαγμα, για χρονικό διάστημα ενενήντα εννέα (99) ετών, τα κάτωθι τμήματα του πρώην Στρατοπέδου Κόδρα: 1) τα τμήματα του ακινήτου με αριθμό ΑΚ 18461 συνολικού εμβαδού 171.432,97 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνονται: α) το ακίνητο με ΚΑΕΚ 190470801018 εμβαδού 90.063,34 τ.μ.,

  • β) τμήμα εμβαδού 75.143,19τ.μ. του ακινήτου με ΚΑΕΚ

190470801034, γ) το ακίνητο με ΚΑΕΚ 190470801027 εμβαδού 10002/Α, που αποτελεί τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 190470801001, εμβαδού 2.060,61 τ.μ., 4) το ακίνητο με αριθμό ΑΚ 9287/Α και ΚΑΕΚ 190470801021, εμβαδού 3.938,84 τ.μ., 5) το ακίνητο με αριθμό ΑΚ 9288/Α και ΚΑΕΚ 190470801024, εμβαδού 782,99 τ.μ., 6) το ακίνητο με αριθμό ΑΚ 9289/Α και ΚΑΕΚ 190470801023, εμβαδού 65,68 τ.μ., 7) ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου με αριθμό ΒΚ 2885 και ΚΑΕΚ 190470801002, εμβαδού 239,68 τ.μ., 8) το ακίνητο με αριθμό ΒΚ 2876 και ΚΑΕΚ 190470801014, εμβαδού 16.830,97τ.μ., 9) το ακίνητο με αριθμό ΒΚ 2875 και ΚΑΕΚ 190470801022, εμβαδού 23.497,65 τ.μ., 10) το ακίνητο με αριθμό ΒΚ 2886 και ΚΑΕΚ 190470801010, εμβαδού 292,04 τ.μ., 11) το ακίνητο με αριθμό ΒΚ 2667 και ΚΑΕΚ 190470801013, εμβαδού 169,38 τ.μ., 12) το ακίνητο με αριθμό ΒΚ 2666 και ΚΑΕΚ 190470801005, εμβαδού 1.050,85 τ.μ. και 13) το ακίνητο με αριθμό ΒΚ 2665 και ΚΑΕΚ 190470801025, εμβαδού 859,78 τ.μ., τα οποία εμφαίνονται στο συνημμένο, ως

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I του παρόντος από 27.10.2017 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε η Περιφερειακή Διεύθυνση

Δημόσιας Περιουσίας Μακεδονίας - Θράκης, το οποίο θεωρήθηκε αυθημερόν από τον Θεόδωρο Τασούλα, πολιτικό μηχανικό τ.ε., με κόκκινη και γαλάζια διαγράμμιση και με τα στοιχεία 1,2,3,4,5,6, ...66,67,68,1. Τα ακίνητα, τα οποία βρίσκονται εντός του πρώην Στρατοπέδου Κόδρα και τα οποία προσδιορίζονται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία: α) 12, 13, 14, 75, 78, 79, 73, 74,12 και ΚΑΕΚ 190470801017, β) 71, 72, 73, 79, 80, 81, 82, 71 και ΚΑΕΚ 190470801019, γ) 83, 84, 87, 86, 83 και ΚΑΕΚ 190470801020 και δ) 87, 88, 89, 90, 91, ... 107, 108, 109, 110,11,87 και ΚΑΕΚ 190470801030, 190470801028, 190470801026, 190470801029, 190470801030, 190470801032, 190470801035 και 190470801039, δεν περιλαμβάνονται στην παραχωρούμενη έκταση ως μη ανήκοντα στο ελληνικό Δημόσιο, αλλά σε τρίτους. Η παραχώρηση γίνεται για την αξιοποίηση των παραχωρουμένων τμημάτων ως χώρου αστικού πρασίνου υπερτοπικού χαρακτήρα και αναψυχής σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 59280/19.12.2014 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής για την αναθεώρηση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου του Δήμου Καλαμαριάς (ΑΑΠ 3/15.1.2015). Από την παραχωρούμενη έκταση εξαιρούνται: 1) το κτίσμα με αριθμό Κ30, εμβαδού κάλυψης 231,80 τ.μ., που αποτυπώνεται με τα στοιχεία 122,123,124,125,122 στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και περιλαμβάνεται στο ακίνητο με αριθμό ΑΚ 18461 και ΚΑΕΚ 190470801034, το οποίο έχει παραχωρηθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης δυνάμει του υπ’ αριθμ. Φ.31.1666/1.6.2005 παραχωρητηρίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου Α.Ε.» (Κ.Ε.Δ. Α.Ε.), 2) τμήμα, εμβαδού 249 τ.μ., του ακινήτου με αριθμό ΑΚ 18461 και ΚΑΕΚ 190470801034, που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό με τα στοιχεία 112, 113, 114, 115, 112 και τον αριθμό «1» και το οποίο διεκδικείται από ιδιώτες, 3) τμήμα, εμβαδού 561,06 τ.μ., του ακινήτου με αριθμό ΑΚ 18461 και ΚΑΕΚ 190470801018, που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 118,119,120,121,118 και τον αριθμό «2» και το οποίο διεκδικείται από ιδιώτες, 4) τμήμα, εμβαδού 108,69 τ.μ., του ακινήτου με αριθμό ΒΚ 2875 και ΚΑΕΚ 190470801022, που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό με τα στοιχεία 112, 113, 117, 116, 112 και τον αριθμό «3» και το οποίο διεκδικείται από ιδιώτες, 5) έκταση, εμβαδού 18.600 τ.μ., που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 8, 9,1 0,74,73,72,71,70,69,8 και 75,76,77,78,75 και το γράμμα Δ, η οποία εμπίπτει στα ακίνητα με αριθμό ΑΚ 18461 με ΚΑΕΚ 190470801014, ΒΚ 2876 με ΚΑΕΚ 19047801014, ΒΚ 2875 με ΚΑΕΚ 190470801022 και ΒΚ 2666 με ΚΑΕΚ 190470801005 και εντός της οποίας βρίσκονται τα κελύφη των κτηρίων Κ9 και Κ10, με τον περιβάλλοντα χώρο τους που έχουν χαρακτηρισθεί, με την υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/ ΔΙΝΕΣΑΚ/12366/321/14.3.2007 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (ΑΑΠ΄ 113), ως μνημεία και με τις υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/ΔΙΝΕΣΑΚ/110911/ 3047/7.12.2007 και ΥΠΠΟ/ ΔΙΝΕΣΑΚ/31526/832/ 10.6.2009 αποφάσεις του ιδίου Υπουργού έγινε αποδεκτή η παραχώρησή τους στο Υπουργείο Πολιτισμού.

2.

Με αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να αρθεί η παραχώρηση της χρήσης των ανωτέρω ακινήτων, ιδίως για καθυστέρηση, ματαίωση ή πλημμελή εκπλήρωση του σκοπού της παραχώρησης, αλλαγή της προβλεπόμενης χρήσης, καθώς και για λόγους ανώτερης βίας εθνικής άμυνας ή άλλο σπουδαίο λόγο δημοσίου συμφέροντος. 6 του ν. 2664/1998 (Α΄275) παρατείνεται για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών αποκλειστικά για τις περιοχές στις οποίες λήγει εντός του έτους 2018.

Άρθρο 127

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 54 του ν. 2121/1993 τροποποιείται ως εξής: «10. Ο Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού δύναται, μετά από γνώμη του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας, και εφόσον συντρέχει σοβαρή πιθανολόγηση ότι ο οργανισμός συλλογικής διαχείρισης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως να εισπράξει και να διασφαλίσει την απόδοση στους δικαιούχους των ποσών που εισπράττει για λογαριασμό τους, λόγω ενδεικτικά αρνητικών ιδίων κεφαλαίων, να λάβει ως προληπτικό διοικητικό μέτρο το διορισμό προσωρινού επιτρόπου με θητεία έξι (6) μηνών και δυνατότητα ανανέωσης μέχρι δύο (2) φορές και με συνολική διάρκεια ανανέωσης έως και έξι (6) μήνες.».

Άρθρο 128

Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από 3.1.2018, εκτός από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 65, της οποίας η ισχύς αρχίζει από 3.1.2019. Οι διατάξεις της παραγράφου 16 του άρθρου 16, της παραγράφου 13 του άρθρου 24, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 100 έως 120 αρχίζουν να ισχύουν από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του. ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

ΤΜΗΜΑ Α

Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες: 1) λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, 2) εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, 3) διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, 4) διαχείριση χαρτοφυλακίου, 5) επενδυτικές συμβουλές, 6) αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης 7) τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης, 8) λειτουργία ΠΜΔ, 9) λειτουργία ΜΟΔ.

ΤΜΗΜΑ Β

Παρεπόμενες υπηρεσίες: 1) φύλαξη και διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της θεματοφυλακής και συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων/παρεχόμενων ασφαλειών και με εξαίρεση την πρόβλεψη και τήρηση λογαριασμών αξιόγραφων σε ανώτατο επίπεδο (υπηρεσία κεντρικής διατήρησης), όπως αναφέρεται στο σημείο 2 του τμήματος Α του παραρτήματος του Κανονισμού 909/2014, 2) παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η επιχείρηση που παρέχει την πίστωση ή το δάνειο, 3) παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις σχετικά με τη διάρθρωση του κεφαλαίου, την κλαδική στρατηγική και συναφή θέματα, καθώς και συμβουλών και υπηρεσιών σχετικά με συγχωνεύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων, 4) υπηρεσίες ξένου συναλλάγματος εφόσον συνδέονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, 5) έρευνα στον τομέα των επενδύσεων και χρηματοοικονομική ανάλυση ή άλλες μορφές γενικών συστάσεων που σχετίζονται με συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, 6) υπηρεσίες σχετιζόμενες με την αναδοχή, 7) επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες καθώς και παρεπόμενες υπηρεσίες που αναφέρονται στα τμήματα Α και Β του παρόντος παραρτήματος σχετικά με τα υποκείμενα μέσα των παραγώγων που περιλαμβάνονται στις περιπτ. 5, 6, 7 και 10 του τμήματος Γ, εφόσον σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών.

ΤΜΗΜΑ Γ

Χρηματοπιστωτικά μέσα: 1) κινητές αξίες 2) μέσα χρηματαγοράς 3) μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, 4) συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων (forward-rate agreements) και άλλες συμβάσεις παραγώγων σχετιζόμενες με κινητές αξίες νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις δικαιώματα εκπομπής ή άλλα μέσα παραγώγων, χρηματοπιστωτικούς δείκτες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μεγέθη δεκτικά εκκαθάρισης με φυσική παράδοση ή με ρευστά διαθέσιμα, 5) συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις (forwards) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με εμπορεύματα, που πρέπει να εκκαθαρισθούν με ρευστά διαθέσιμα ή μπορούν να εκκαθαριστούν με ρευστά διαθέσιμα κατ’ επιλογή ενός συμβαλλόμενου μέρους, αλλά όχι λόγω αδυναμίας πληρωμής ή άλλου γεγονότος που επιφέρει τ λύση της σύμβασης, 6) συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με εμπορεύματα, που μπορεί να εκκαθαριστούν μ φυσική παράδοση, εφόσον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ, μ εξαίρεση τα ενεργειακά προϊόντα χονδρικής τα οποία αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΜΟΔ κα πρέπει να εκκαθαρίζονται με φυσική παράδοση, 7) συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις (forwards) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με εμπορεύματα, που μπορεί να εκκαθαριστούν με φυσική παράδοση, εφόσον δεν αναφέρονται άλλως στην περίπτ. 6) και δεν προορίζονται για εμπορικούς σκοπούς και που έχουν τα χαρακτηριστικά άλλων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, 8) παράγωγα μέσα για τη μετακύλιση του πιστωτικού κινδύνου, 9) χρηματοοικονομικές συμβάσεις επί διαφορών (contracts for differences), 10) συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίου και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με κλιματικές μεταβλητές ναύλους ή ποσοστά πληθωρισμού ή άλλες επίσημες οικονομικές στατιστικές που πρέπει να εκκαθαριστούν με ρευστά διαθέσιμα ή μπορεί να εκκαθαριστούν με ρευστά διαθέσιμα κατ’ επιλογή ενός συμβαλλόμενου μέρους όχι λόγω αδυναμίας πληρωμής ή άλλου γεγονότος που επιφέρει τη λύση της σύμβασης καθώς και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου σχετιζόμενη με περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα, υποχρεώσεις δείκτες και μέτρα, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν τμήμα, που έχουν τα χαρακτηριστικά άλλων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον είναι αντικείμενα διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά, ΜΟΔ ή ΠΜΔ, 11) δικαιώματα εκπομπής τα οποία περιλαμβάνουν μονάδες οιουδήποτε τύπου που πληρούν τις απαιτήσεις της οδηγίας 2003/87/ΕΚ (Σύστημα εμπορίας εκπομπών).

ΤΜΗΜΑ Δ

Υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων 1) διαχείριση Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., 2) διαχείριση Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ., 3) διαχείριση Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΟΔΗΓΙΑΣ Επαγγελματίας πελάτης για τους σκοπούς του παρόντος νόμου είναι ο πελάτης που διαθέτει τη· εμπειρία, τις γνώσεις και την εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τον κίνδυνο που αναλαμβάνει. Για να θεωρηθεί επαγγελματίας, ο πελάτης πρέπει να πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: Ι. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΕΛΑΤΩΝ ΠΟΥ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, θεωρούνται επαγγελματίες για όλες τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα: 1) οι οντότητες που υποχρεούνται να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας ή να υπόκεινται σε ρυθμίσεις για να ασκήσουν δραστηριότητες στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο κατωτέρω κατάλογος θεωρείται ότι περιλαμβάνει όλες τις οντότητες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και ασκούν τις χαρακτηριστικές για τις αναφερόμενες οντότητες δραστηριότητες: οντότητες που έχουν λάβει άδεια από ένα κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή οδη γίας, οντότητες που έχουν λάβει άδεια ή υπόκεινται στις ρυθμίσεις κράτους μέλους χωρίς αναφορά σε οδηγία, και οντότητες που έχουν λάβει άδεια ή υπόκεινται στις ρυθμίσεις τρίτης χώρας:

  • α) πιστωτικά ιδρύματα,
  • β) επιχειρήσεις επενδύσεων,
  • γ) άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει

άδεια ή υπόκεινται σε ρυθμίσεις,

  • δ) ασφαλιστικές εταιρείες,
  • ε) οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων και εταιρείες

διαχείρισης τους

  • στ) συνταξιοδοτικά ταμεία και εταιρείες διαχείρισής

τους,

  • ζ) διαπραγματευτές σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων

και συναφών παραγώγων,

  • η) τοπικές επιχειρήσεις,
  • θ) άλλοι θεσμικοί επενδυτές

2) μεγάλες επιχειρήσεις που πληρούν δύο από τα ακόλουθα κριτήρια μεγέθους σε βάση επιμέρους εταιρείας: - σύνολο ισολογισμού: 20.000.000 ευρώ - καθαρός κύκλος εργασιών: 40.000.000 ευρώ - ίδια κεφάλαια: 2.000.000 ευρώ, 3) εθνικές και περιφερειακές κυβερνήσεις συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, κεντρικές τράπεζες διεθνείς και υπερεθνικοί οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, η ΕΚΤ, η ETE και άλλοι παρόμοιοι διεθνείς οργανισμοί, 4) άλλοι θεσμικοί επενδυτές των οποίων κύρια δραστηριότητα είναι η επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων οντοτήτων που έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την τιτλοποίηοη στοιχείων ενεργητικού ή άλλες χρηματοδοτικές συναλλαγές. Οι ανωτέρω οντότητες θεωρούνται επαγγελματίες. Πρέπει ωστόσο να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν να αντιμετωπιστούν ως μη επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να δεχθούν να τους προσφέρουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας. Αν ο πελάτης μιας επιχείρησης επενδύσεων είναι μια από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται ανωτέρω, η επιχείρηση επενδύσεων πρέπει, πριν του παράσχει υπηρεσίες να τον ενημερώσει ότι θεωρείται, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει η επιχείρηση επενδύσεων, επαγγελματίας πελάτης και ότι έτσι θα αντιμετωπιστεί, εκτός αν η επιχείρηση επενδύσεων και ο πελάτης συμφωνήσουν διαφορετικά. Η επιχείρηση επενδύσεων πρέπει επίσης να ενημερώσει τον πελάτη ότι μπορεί να ζητήσει τη μεταβολή των όρων της σύμβασης για να τύχει υψηλότερης προστασίας. Ο πελάτης που θεωρείται επαγγελματίας πρέπει να ζητήσει ο ίδιος υψηλότερο επίπεδο προστασίας αν θεωρεί ότι δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει ή να διαχειριστεί σωστά τους κινδύνους που αναλαμβάνει. Το υψηλότερο επίπεδο προστασίας θα παρέχεται όταν ο πελάτης που θεωρείται επαγγελματίας συνάπτει γραπτή συμφωνία με την επιχείρηση επενδύσεων ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων δεοντολογίας της επιχείρησης επενδύσεων. Η εν λόγω συμφωνία διευκρινίζει αν αυτό ισχύει για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες υπηρεσίες ή συναλλαγές ή για ένα ή περισσότερα είδη προϊόντων ή συναλλαγών. II. ΠΕΛΑΤΕΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΙ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥΣ ΙΙ.1. Κριτήρια κατηγοριοποίησης Μπορεί επίσης να επιτραπεί σε πελάτες εκτός εκείνων που αναφέρονται στο τμήμα Ι, περιλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, των δήμων και των μεμονωμένων ιδιωτών επενδυτών, να παραιτηθούν από μέρος της προστασίας που τους παρέχουν οι κανόνες δεοντολογίας των επιχειρήσεων επενδύσεων. Επιτρέπεται συνεπώς στις επιχειρήσεις επενδύσεων να αντιμετωπίζουν οποιονδήποτε από τους ανωτέρω πελάτες ως επαγγελματία, εφόσον τηρούνται τα κριτήρια και οι διαδικασίες που αναφέρονται κατωτέρω. Οι εν λόγω πελάτες δεν θεωρείται ωστόσο ότι έχουν γνώση της αγοράς και πείρα συγκρίσιμη με εκείνη των πελατών που απαριθμώνται στην ενότητα Ι. Η παραίτηση από την προστασία των κανόνων δεοντολογίας θεωρείται ότι ισχύει μόνο αν μια κατάλληλη αξιολόγηση της εξειδίκευσης, της εμπειρίας και των γνώσεων του πελάτη επιτρέπει στην επιχείρηση επενδύσεων να πειστεί σε εύλογο βαθμό ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των σχεδιαζόμενων συναλλαγών ή υπηρεσιών, ο πελάτης είναι ικανός να λάβει μόνος του επενδυτικές αποφάσεις και να κατανοήσει τους κινδύνους που αυτές ενέχουν. Τα τεστ καταλληλότητας που εφαρμόζονται στους διαχειριστές και τους διευθυντές οντοτήτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει των οδηγιών για τον χρηματοπιστωτικό τομέα μπορεί να θεωρηθούν παράδειγμα τέτοιας αξιολόγησης εμπειρίας και γνώσεων. Στην περίπτωση μικρής οντότητας, το πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο της εν λόγω αξιολόγησης είναι το πρόσωπο που εξουσιοδοτείται να διενεργεί συναλλαγές για λογαριασμό της. στη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, - η αξία του χαρτοφυλακίου χρηματοπιστωτικών μέσων του πελάτη, οριζόμενου ως καταθέσεις μετρητών συν χρηματοπιστωτικά μέσα, υπερβαίνει τις 500.000 ευρώ, - ο πελάτης κατέχει ή κατείχε επί ένα έτος τουλάχιστον επαγγελματική θέση στο χρηματοπιστωτικό τομέα, η οποία απαιτεί γνώση των σχεδιαζόμενων συναλλαγών ή υπηρεσιών. ΙΙ.2. Διαδικασία Οι εν λόγω πελάτες μπορούν να παραιτηθούν από την προστασία των κανόνων δεοντολογίας μόνο με την ακόλουθη διαδικασία: - οι πελάτες γνωστοποιούν γραπτώς στην επιχείρηση επενδύσεων την επιθυμία τους να αντιμετωπιστούν ως πελάτες επαγγελματίες, είτε γενικά, είτε για μια συγκεκριμένη επενδυτική υπηρεσία ή συναλλαγή, είτε για ένα είδος συναλλαγών ή προϊόντων, - η επιχείρηση επενδύσεων τους αποστέλλει γραπτή προειδοποίηση στην οποία διευκρινίζει σαφώς τις προστασίες και τα δικαιώματα αποζημίωσης που ενδέχεται να απολέσουν, - οι πελάτες δηλώνουν γραπτώς σε έγγραφο χωριστό από τη σύμβαση, ότι έχουν επίγνωση των συνεπειών που έχει η απώλεια αυτών των προστασιών. Πριν αποφασίσει να δεχθεί την παραίτηση από την προστασία αυτή, η επιχείρηση επενδύσεων πρέπει να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να βεβαιωθεί ότι ο πελάτης που επιθυμεί να αντιμετωπιστεί ως επαγγελματίας πελάτης πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στο τμήμα II.1. Ωστόσο, αν οι πελάτες έχουν ήδη ταξινομηθεί ως επαγγελματίες με κριτήρια και διαδικασίες ανάλογα με τα προβλεπόμενα ανωτέρω, δεν υπάρχει πρόθεση οι σχέσεις τους με τις επιχειρήσεις επενδύσεων να επηρεαστούν από ενδεχόμενους νέους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν παράρτημα. Οι επιχειρήσεις πρέπει να ταξινομούν τους πελάτες με εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες που έχουν διατυπωθεί εγγράφως. Οι επαγγελματίες πελάτες οφείλουν να γνωστοποιούν στην επιχείρηση επενδύσεων κάθε μεταβολή που μπορεί να επηρεάσει την ταξινόμησή τους. Αν η επιχείρηση επενδύσεων διαπιστώσει ότι ένας πελάτης δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των οποίων αντιμετωπίστηκε ως επαγγελματίας πελάτης, η επιχείρηση επενδύσεων λαμβάνει κατάλληλα μέτρα. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2018 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Οι Υπουργοί Εσωτερικών Οικονομίας και Ανάπτυξης Εθνικής Άμυνας ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΚΟΥΡΛΕΤΗΣ ΔΗΜΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΜΜΕΝΟΣ Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Οικονομικών ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΝΤΟΝΗΣ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ Υφυπουργός Οικονομικών Διοικητικής Ανασυγκρότησης Πολιτισμού και Αθλητισμού ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΝΑΤΣΙΟΥ ΟΛΓΑ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ ΛΥΔΙΑ ΚΟΝΙΟΡΔΟΥ Περιβάλλοντος και Ενέργειας Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ Τουρισμού ΕΛΕΝΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΑ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 2018 Ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)