Νόμοι — ΦΕΚ A' 148/2020
την παραλαβή από το θιγόμενο πρόσωπο της πρώτης κοινοποίησης της πράξης που μπορεί να εγείρει αμφισβητούμενη διαφορά, ανεξάρτητα αν το θιγόμενο πρόσωπο έχει ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα ή άλλα μέσα θεραπείας που προβλέπονται στην εσωτερική νομοθεσία της Ελλάδας ή οποιουδήποτε άλλου από τα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη, με την επιφύλαξη του άρθρου 26. Η τριετής προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δεν περιορίζεται από την τυχόν συμπλήρωση στο μεταξύ του χρόνου παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 36 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170).
- δ) Κάθε επικοινωνία μεταξύ του θιγόμενου προσώπου
και της Αρμόδιας Αρχής για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου γίνεται στην ελληνική γλώσσα.
α) Με την κατάθεση της ένστασης από το θιγόμενο πρόσωπο περατώνεται αυτοδικαίως κάθε άλλη Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού, δυνάμει ΣΑΔΦ ή Σύμβασης μεταξύ της Ελλάδας και ενός ή περισσοτέρων κρατών - μελών, η οποία σχετίζεται με την αμφισβητούμενη διαφορά. Κάθε άλλη ως άνω διαδικασία περατώνεται την ημέρα κατά την οποία η ένσταση παραλαμβάνεται για πρώτη φορά από αρμόδια αρχή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου κράτους - μέλους. Μετά την παραλαβή της ένστασης του παρόντος, δεν επιτρέπεται η υποβολή από την κατάθεσή της. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών σχετικά με την παραλαβή της ένστασης εντός δύο (2) μηνών. Επιπλέον, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει, κατά τον χρόνο αυτόν, τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών σχετικά με τη γλώσσα ή τις γλώσσες που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για τη μεταξύ τους επικοινωνία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και ενημερώνεται αντιστοίχως από αυτές.
Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει:
- α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία
είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση του θιγόμενου προσώπου που υπέβαλε την ένσταση στην Αρμόδια Αρχή και την αρμόδια αρχή κάθε ενδιαφερόμενου κράτους - μέλους,
- β) τα άλλα κράτη - μέλη, πλην της Ελλάδας, τα οποία
αφορά η ένσταση,
- γ) τις φορολογικές περιόδους, τις οποίες αφορά η αμφισβητούμενη διαφορά,
- δ) ακριβείς πληροφορίες, όσον αφορά στα γεγονότα και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, με
αντίγραφα όλων των δικαιολογητικών και αποδεικτικών στοιχείων, που περιλαμβάνουν τα εξής:
- δα) λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη διάρθρωση της
συναλλαγής, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ του θιγόμενου προσώπου και των άλλων μερών που συμμετέχουν στις σχετικές συναλλαγές συμπεριλαμβανομένων όλων των γεγονότων που έχουν οριστεί, καλοπίστως, σε αμοιβαίως δεσμευτική συμφωνία μεταξύ του θιγόμενου προσώπου και της Φορολογικής Διοίκησης, κατά περίπτωση,
- δβ) λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη φύση και την
ημερομηνία των πράξεων, οι οποίες εγείρουν την αμφισβητούμενη διαφορά, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, ακριβών πληροφοριών όσον αφορά στο ίδιο εισόδημα που αποκτήθηκε στο άλλο κράτος - μέλος και την υπαγωγή του εισοδήματος αυτού στο φορολογητέο εισόδημα στο άλλο κράτος - μέλος, καθώς και λεπτομερή στοιχεία όσον αφορά στον φόρο, που επιβάλλεται ή πρόκειται να επιβληθεί για το εισόδημα αυτό στο άλλο κράτος - μέλος και
- δγ) τα σχετικά ποσά στο νόμισμα των ενδιαφερόμενων
κρατών - μελών,
- ε) ρητή αναφορά του εφαρμοστέου νομοθετικού και
κανονιστικού πλαισίου της Ελλάδας και της ΣΑΔΦ ή Σύμβασης της παρ. 1 του άρθρου 22. Όταν είναι εφαρμοστέες περισσότερες της μίας ΣΑΔΦ, πρέπει να προσδιορίζεται η ΣΑΔΦ που πρέπει να ερμηνευθεί σε σχέση με την κρίσιμη αμφισβητούμενη διαφορά,
- στ) έκθεση των λόγων για τους οποίους το θιγόμενο
πρόσωπο θεωρεί ότι συντρέχει αμφισβητούμενη διαφορά,
- ζ) λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα
ή μέσα ή άλλα μέσα θεραπείας που έχουν ασκηθεί ή τις νομικές διαδικασίες που έχουν κινηθεί από το θιγόμενο πρόσωπο αναφορικά με τις σχετικές συναλλαγές, καθώς και με όλες τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την αμφισβητούμενη διαφορά,
- η) δήλωση του θιγόμενου προσώπου ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να απαντήσει κατά το δυνατόν
πληρέστερα και με ταχύτητα σε κάθε εύλογο αίτημα της Αρμόδιας Αρχής και της αρμόδιας αρχής άλλου ενδιαφερόμενου κράτους - μέλους, και να διαβιβάζει στις ως άνω αρμόδιες αρχές κάθε σχετικό έγγραφο κατόπιν αιτήματος,
- θ) αντίγραφα των ακόλουθων εγγράφων:
- θα) της οριστικής πράξης προσδιορισμού φόρου,
- θβ) της έκθεσης ελέγχου ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, βάσει του οποίου εγείρεται η αμφισβητούμενη
διαφορά, και
- θγ) αντίγραφο κάθε άλλου εγγράφου που εκδόθηκε
από τις φορολογικές αρχές σε σχέση με την αμφισβητούμενη διαφορά, κατά περίπτωση,
- ι) αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων, εφόσον
υπάρχουν, πληροφορίες σχετικά με κάθε άλλη διαδικασία αμoιβαίου διακανονισμού ή διαιτητική διαδικασία που έχει εκκινήσει από το θιγόμενο πρόσωπο για την ίδια αμφισβητούμενη διαφορά και την ίδια φορολογική περίοδο,
- ια) δήλωση του θιγόμενου προσώπου, ότι συμμορφώνεται με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 23, εφόσον
τυγχάνει εφαρμογής,
- ιβ) οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πληροφορία που το
θιγόμενο πρόσωπο θεωρεί αναγκαία για την ουσιαστική εξέταση της συγκεκριμένης υπόθεσης σε σχέση με την αμφισβητούμενη διαφορά.
α) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να ζητήσει από το θιγόμενο πρόσωπο που υπέβαλε την ένσταση να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες, τις οποίες θεωρεί αναγκαίες για την εξέταση της ένστασης, εντός τριών (3) μηνών από την παραλαβή της ένστασης.
- β) Το θιγόμενο πρόσωπο, που λαμβάνει την αίτηση της
περ. α), απαντά εντός τριών (3) μηνών από την κοινοποίηση της αίτησης παροχής πληροφοριών στο θιγόμενο πρόσωπο. Αντίγραφο της εν λόγω απάντησης διαβιβάζεται ταυτόχρονα στις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών.
Άρθρο 24
Ανάκληση της ένστασης (άρθρο 3 παρ. 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Το θιγόμενο πρόσωπο που υπέβαλε την ένσταση μπορεί να την ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή. Για τον σκοπό αυτόν το θιγόμενο πρόσωπο κοινοποιεί γραπτή ανάκληση σε καθεμία από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών ταυτοχρόνως.
Με την κοινοποίηση της ανάκλησης της ένστασης περατώνονται αυτοδικαίως και αμέσως όλες οι διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου.
Η Αρμόδια Αρχή που λαμβάνει την κοινοποίηση της ανάκλησης, ενημερώνει αμελλητί τις άλλες αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών για την περάτωση των διαδικασιών. με την αποδοχή ή απόρριψη της ένστασης (άρθρα 3, 5 και 16 παρ. 3 και 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η Αρμόδια Αρχή αποφασίζει σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη της ένστασης εντός έξι (6) μηνών από την παραλαβή της. Εάν η Αρμόδια Αρχή έχει υποβάλει αίτημα παροχής πρόσθετων πληροφοριών σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 23, το διάστημα του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει από την παραλαβή της εν λόγω απάντησης. Εάν το θιγόμενο πρόσωπο έχει εκκινήσει διαδικασία του άρθρου 63 ΚΦΔ, το διάστημα των έξι (6) μηνών αρχίζει από: (α) την κοινοποίηση της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, (β) την με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, (γ) την με οποιονδήποτε τρόπο αναστολή της διαδικασίας.
Η άσκηση δικαστικής προσφυγής ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου για την αμφισβητούμενη διαφορά δεν εμποδίζει την υποβολή ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρμόδια Αρχή προχωρά στην εξέταση της ένστασης, εφόσον η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί κατά τον χρόνο υποβολής της ένστασης. Το θιγόμενο πρόσωπο οφείλει να προσκομίσει στην Αρμόδια Αρχή, μαζί με τα δικαιολογητικά έγγραφα της παρ. 3 του άρθρου 23, αντίγραφο της ασκηθείσας προσφυγής, καθώς και βεβαίωση από τη Γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου ότι η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί.
Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμελλητί το θιγόμενο πρόσωπο που υπέβαλε την ένσταση και τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών σχετικά με την απόφασή της σύμφωνα με την παρ. 1.
Η Αρμόδια Αρχή απορρίπτει την ένσταση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παρ. 1, εάν:
- α) κατά την κατάθεσή της η ένσταση δεν περιέχει τις
πληροφορίες ή τα έγγραφα που απαιτούνται βάσει της παρ. 3 του άρθρου 23, ή
- β) οι πληροφορίες που ζητήθηκαν σύμφωνα με την
παρ. 4 του άρθρου 23 δεν υποβλήθηκαν ή δεν υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα, ή
- γ) δεν υπάρχει αμφισβητούμενη διαφορά για το θιγόμενο πρόσωπο που υπέβαλε την ένσταση, ή
- δ) η ένσταση δεν υποβλήθηκε εντός της τριετούς προθεσμίας της παρ. 1 του άρθρου 23.
Κατά την ενημέρωση του θιγόμενου προσώπου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3, η Αρμόδια Αρχή αναφέρει τους γενικούς λόγους της απόρριψής της.
Εάν η Αρμόδια Αρχή δεν λάβει απόφαση σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη της ένστασης εντός της προθεσμίας, που προβλέπεται στην παρ. 1, μετά από την πάροδο αυτής της προθεσμίας θεωρείται ότι η ένσταση έχει γίνει δεκτή από την Αρμόδια Αρχή.
α. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αποφασίσει εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών της παρ. 1, να επιλύσει μονομερώς την αμφισβητούμενη διαφορά χωρίς τη συμμετοχή των αρμοδίων αρχών των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών. Αν η Αρμόδια Αρχή έχει υποβάλει αίτημα παροχής πρόσθετων πληροφοριών σύμφωνα με την περ. α΄ της παρ. 4 του άρθρου 23, η προθεσμία των έξι (6) μηνών του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει από την παραλαβή της εν λόγω απάντησης. Αν η Αρμόδια Αρχή προβεί σε μονομερή επίλυση της αμφισβητούμενης διαφοράς εκδίδεται απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 63Α του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) και περατώνονται όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Κεφάλαιο. β. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμελλητί το θιγόμενο πρόσωπο και τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών για την περάτωση όλων των διαδικασιών που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, ως αποτέλεσμα της μονομερούς επίλυσής της.
Στην περίπτωση που παύει να υφίσταται η αμφισβητούμενη διαφορά για οποιονδήποτε λόγο, νομικό ή πραγματικό, το σύνολο των διαδικασιών που ορίζονται στο παρόν περατώνονται αυτοδικαίως και αμέσως. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως το θιγόμενο πρόσωπο για την περάτωση της διαδικασίας και τους συναφείς λόγους.
Άρθρο 26
Υποβολή αίτησης ακύρωσης κατά της απόρριψης της ένστασης (άρθρο 5 παρ. 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Σε περίπτωση απόρριψης της ένστασης από τις αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών, το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει κατά της απορριπτικής απόφασης της Αρμόδιας Αρχής αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, η οποία εκκινεί από την κοινοποίηση στο θιγόμενο πρόσωπο της απόφασης της αρμόδιας αρχής κράτους - μέλους, η οποία απέρριψε τελευταία την ένσταση.
Το θιγόμενο πρόσωπο, που ασκεί την αίτηση ακύρωσης, δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση συγκρότησης Συμβουλευτικής Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 27:
- α) για όσο διάστημα εκκρεμεί η έκδοση απόφασης επί
της αίτησης ακύρωσης ή
- β) σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ακύρωσης.
Άρθρο 27
Εξέταση του παραδεκτού της ένστασης από τη Συμβουλευτική Επιτροπή (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Αν η ένσταση που υποβλήθηκε από το θιγόμενο πρόσωπο έχει απορριφθεί, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 25, από τουλάχιστον μία αλλά όχι από το σύνολο των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών, το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει προς την Αρμόδια Αρχή αίτηση συγκρότησης Συμβουλευτικής Επιτροπής. Η αίτηση αυτή επιτρέπεται μόνο εφόσον, σύμφωνα με οποιουσδήποτε εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες, κατά της απόρριψης της ένστασης σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 25: (α) δεν μπορεί να ασκηθεί ένδικο βοήθημα ή μέσο, (β) δεν εκκρεμεί ένδικο βοήθημα ή μέσο, οποία περιέχεται στην αίτηση της παρούσας.
Το θιγόμενο πρόσωπο υποβάλλει την αίτηση για τη συγκρότηση Συμβουλευτικής Επιτροπής γραπτώς το αργότερο εντός πενήντα (50) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 25 ή πενήντα (50) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης από το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 26, κατά περίπτωση. Η αίτηση του προηγούμενου εδαφίου πρέπει να υποβληθεί ταυτόχρονα στην Αρμόδια Αρχή και στις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών με τις ίδιες πληροφορίες.
Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, οι αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να συγκροτήσουν Συμβουλευτική Επιτροπή εντός εκατόν είκοσι (120) ημερών από την παραλαβή της εν λόγω αίτησης. Μόλις συσταθεί η Συμβουλευτική Επιτροπή, ο πρόεδρός της ενημερώνει σχετικά το θιγόμενο πρόσωπο αμελλητί.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφασίζει για την αποδοχή της ένστασης εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία σύστασής της.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών την απόφασή της εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης.
Αν η Συμβουλευτική Επιτροπή διαπιστώσει ότι η ένσταση πληροί όλες τις απαιτήσεις του άρθρου 23 εκκινεί η διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 28, κατόπιν αίτησης μιας από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών. Αν η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφανθεί κατά της απόρριψης της ένστασης από την Αρμόδια Αρχή, τότε εκκινεί η διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 28, και η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει τη Συμβουλευτική Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών για την εκκίνηση της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού.
Εάν καμία Αρμόδια Αρχή δεν έχει ζητήσει την εκκίνηση της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η Συμβουλευτική Επιτροπή γνωμοδοτεί σχετικά με τον τρόπο επίλυσης της αμφισβητούμενης διαφοράς, όπως προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 33. Σε αυτήν την περίπτωση, για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου 33, λογίζεται ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή συστάθηκε την ημερομηνία, κατά την οποία παρήλθε η προθεσμία των εξήντα (60) ημερών.
Άρθρο 28
Προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού (άρθρα 4 και 16 παρ. 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Εάν η Αρμόδια Αρχή και οι αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών κάνουν δεκτή την ένσταση, επιδιώκουν να επιλύσουν την αμφισβητούμενη διαφορά με διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού εντός δύο (2) ετών από την τελευταία κοινοποίηση της απόφασης περί αποδοχής της ένστασης από μια από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών.
Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να προτείνει στις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών την παράταση για ένα (1) έτος της προθεσμίας της παρ. 1, παραθέτοντας εγγράφως τους λόγους της αιτούμενης παράτασης. Η Αρμόδια Αρχή δεν διατυπώνει αντιρρήσεις σχετικά με την πρόταση παράτασης της αρμόδιας αρχής άλλου ενδιαφερόμενου κράτους - μέλους, εφόσον η πρόταση αυτή έχει αιτιολογηθεί εγγράφως. Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως το θιγόμενο πρόσωπο για την παράταση της προθεσμίας της παρ. 1.
Σε περίπτωση που το θιγόμενο πρόσωπο έχει εκκινήσει νομικές διαδικασίες σύμφωνα με τα άρθρα 25, 26 ή 27 στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος - μέλος η προθεσμία της παρ. 1 αρχίζει την επομένη της ημέρας κατά την οποία: (α) η απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας έχει καταστεί αμετάκλητη, (β) η διαδικασία ολοκληρώθηκε οριστικά με άλλο τρόπο, (γ) η διαδικασία έχει ανασταλεί.
Άρθρο 29
Αιτήσεις παροχής πληροφοριών (άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852) Αν η Αρμόδια Αρχή το κρίνει αναγκαίο, μπορεί να ζητήσει από το θιγόμενο πρόσωπο πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την αμφισβητούμενη διαφορά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού του άρθρου 28. Η περ. (β) της παρ. 4 του άρθρου 23 εφαρμόζεται αναλόγως.
Άρθρο 30
Έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αμφισβητούμενης διαφοράς (άρθρο 16 παρ. 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852) Εάν επί της αμφισβητούμενης διαφοράς εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου πριν από την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών στο πλαίσιο της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού για την ίδια αμφισβητούμενη διαφορά, το θιγόμενο πρόσωπο οφείλει να προσκομίσει αμελλητί στην Αρμόδια Αρχή αντίγραφο της δικαστικής απόφασης. Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών την απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου και τις ενημερώνει ότι η διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού περατώνεται αυτοδικαίως από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.
Άρθρο 31
Συμφωνία μεταξύ των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών (άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Εάν οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών καταλήξουν σε συμφωνία για τον τρόπο επίλυσης και κοινοποιεί αμελλητί στο θιγόμενο πρόσωπο την εν λόγω συμφωνία, η οποία είναι δεσμευτική και εκτελεστή, με την επιφύλαξη της αποδοχής της από το θιγόμενο πρόσωπο και της παραίτησής του από το δικαίωμα προσφυγής σε οποιοδήποτε άλλο μέσο επίλυσης της διαφοράς, κατά περίπτωση.
Αν έχουν ήδη εκκινήσει διαδικασίες που αφορούν τα άλλα ένδικα ή διοικητικά μέσα θεραπείας από το θιγόμενο πρόσωπο (εκκρεμείς διαδικασίες ενώπιον της Φορολογικής Διοίκησης ή των Δικαστηρίων), η απόφαση γίνεται δεσμευτική και εκτελεστή μόλις το θιγόμενο πρόσωπο προσκομίσει αποδείξεις στην Αρμόδια Αρχή ότι έχουν γίνει ενέργειες για την περάτωση των διαδικασιών αυτών. Οι αποδείξεις για την περάτωση των εν λόγω διαδικασιών προσκομίζονται το αργότερο εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση της παρούσας κοινοποιείται στο θιγόμενο πρόσωπο.
Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2, εκδίδεται απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 63Α, την περ. θ΄ της παρ. 2 του άρθρου 45, την παρ. 4 του άρθρου 41 και την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170), εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της εξηκονθήμερης προθεσμίας της παρ. 2 του παρόντος. Η απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού εφαρμόζεται αμελλητί ανεξαρτήτως άλλων προθεσμιών που ορίζονται στον ν. 4174/ 2013.
Άρθρο 32
Περάτωση της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού χωρίς συμφωνία (άρθρα 4 και 16 παρ. 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Εάν οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών δεν καταλήξουν σε συμφωνία για τον τρόπο επίλυσης της αμφισβητούμενης διαφοράς εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 28, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως το θιγόμενο πρόσωπο για τους λόγους της μη επίτευξης συμφωνίας.
Εάν το θιγόμενο πρόσωπο ανακαλέσει την ένσταση, ή εάν παύσει να υφίσταται η αμφισβητούμενη διαφορά, εφαρμόζονται το άρθρο 24 και η παρ. 7 του άρθρου 25.
Οι διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου περατώνονται αυτοδικαίως, αν μια αρμόδια αρχή ενδιαφερόμενου κράτους - μέλους ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών ότι ένα δικαστήριο ή άλλη δικαστική αρχή του πρώτου κράτους - μέλους εξέδωσε αμετάκλητη απόφαση επί της αμφισβητούμενης διαφοράς, από την οποία δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις βάσει του εθνικού δικαίου αυτού του κράτους - μέλους.
Άρθρο 33
Επίλυση διαφορών από τη Συμβουλευτική Επιτροπή (άρθρα 6, 14 και 16 παρ. 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Εάν οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών είχαν κάνει δεκτή την ένσταση που υποβλήθηκε από το θιγόμενο πρόσωπο, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να καταλήξουν σε συμφωνία για την αμφισβητούμενη διαφορά μέσω της διαδικασίας του αμοιβαίου διακανονισμού εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 28, το θιγόμενο πρόσωπο που υπέβαλε την ένσταση μπορεί να υποβάλει αίτηση συγκρότησης Συμβουλευτικής Επιτροπής, προκειμένου να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον τρόπο επίλυσης της αμφισβητούμενης διαφοράς. Η αίτηση για τη συγκρότηση Συμβουλευτικής Επιτροπής υποβάλλεται γραπτώς από το θιγόμενο πρόσωπο, ταυτόχρονα στην Αρμόδια Αρχή και στις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών και με τις ίδιες πληροφορίες, το αργότερο εντός πενήντα (50) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 32.
Εάν επί της αμφισβητούμενης διαφοράς έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου πριν το θιγόμενο πρόσωπο υποβάλλει αίτηση σύμφωνα με την παρ. 1, η παρ. 1 δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση μη επίλυσης της αμφισβητούμενης διαφοράς κατά τη διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού του άρθρου 28. Το θιγόμενο πρόσωπο οφείλει να προσκομίσει αμελλητί αντίγραφο της δικαστικής απόφασης στην Αρμόδια Αρχή, η οποία την κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή συστήνεται το αργότερο εντός εκατόν είκοσι (120) ημερών από την παραλαβή της αίτησης. Μόλις συσταθεί η Συμβουλευτική Επιτροπή, ο πρόεδρός της ενημερώνει σχετικά το θιγόμενο πρόσωπο αμελλητί.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή γνωστοποιεί εγγράφως τη γνώμη της στην Αρμόδια Αρχή και στις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών το αργότερο εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία συγκρότησής της. Εάν κατά τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η αμφισβητούμενη διαφορά είναι τέτοια που απαιτούνται περισσότεροι από έξι (6) μήνες, μπορεί να αποφασίσει την παράταση της προθεσμίας αυτής κατά τρεις (3) μήνες. Η Συμβουλευτική Επιτροπή ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών και το θιγόμενο πρόσωπο για την παράταση αυτή.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή αιτιολογεί τη γνώμη της με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις της εφαρμοστέας Συμφωνίας ή Σύμβασης του άρθρου 22, καθώς και σε άλλους κανόνες των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών που τυγχάνουν εφαρμογής.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή εκφέρει τη γνώμη της με απλή πλειοψηφία των μελών της. Εάν δεν επιτευχθεί πλειοψηφία, η ψήφος του προέδρου καθορίζει την τελική γνώμη.
Ο πρόεδρος κοινοποιεί αμελλητί τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής στις αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών.
Άρθρο 34
Οριστική απόφαση των αρμοδίων αρχών (άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η Αρμόδια Αρχή συμφωνεί με τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών εντός προ επίλυσης της αμφισβητούμενης διαφοράς.
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λάβουν απόφαση, που αποκλίνει από τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Ωστόσο, εάν δεν καταλήξουν σε συμφωνία για τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς, δεσμεύονται από τη γνώμη αυτήν.
Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί αμελλητί την οριστική απόφαση για την επίλυση της αμφισβητούμενης διαφοράς στο θιγόμενο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση, το θιγόμενο πρόσωπο έχει δικαίωμα πρόσβασης στην οριστική απόφαση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45).
Η οριστική απόφαση είναι δεσμευτική για την Ελλάδα και για τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη και δεν έχει δεσμευτική ισχύ για άλλες διαδικασίες επίλυσης διαφορών, ήτοι δεν συνιστά προηγούμενο.
Η οριστική απόφαση του παρόντος άρθρου τίθεται σε εφαρμογή εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών που αρχίζει από την επόμενη της ημέρας, κατά την οποία η οριστική απόφαση κοινοποιήθηκε, κατά περίπτωση, εφόσον το θιγόμενο πρόσωπο δηλώσει εγγράφως στην Αρμόδια Αρχή, ότι αποδέχεται την επίλυση της διαφοράς και παραιτείται από το δικαίωμα άσκησης οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου και μέσου θεραπείας κατά των πράξεων προσδιορισμού του φόρου συνεπεία της οριστικής απόφασης των αρμόδιων αρχών, προσκομίζοντας ταυτόχρονα βεβαίωση για παραίτηση από τα εκκρεμή ένδικα βοηθήματα ή μέσα. Το άρθρο 31 εφαρμόζεται αναλόγως.
Μετά από την αποδοχή της οριστικής απόφασης και την παραίτηση του θιγόμενου προσώπου κατά τα οριζόμενα στην παρ. 5 εκδίδεται απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού κατά τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170), εφαρμοζομένων της παρ. 2 του άρθρου 63Α, της περ. θ΄ της παρ. 2 του άρθρου 45 και της παρ. 4 του άρθρου 41 αυτού. Η απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού εκδίδεται εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 5.
Μετά από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 1, η διαδικασία που ορίζεται στο παρόν Κεφάλαιο θεωρείται ότι έχει λήξει και εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 4174/2013.
Άρθρο 35
Δημοσιότητα οριστικής απόφασης (άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η Συμβουλευτική Επιτροπή εκδίδει τη γνώμη της εγγράφως.
Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να συμφωνήσει με τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών να δημοσιεύσουν ολόκληρο το κείμενο της οριστικής απόφασης του άρθρου 24, υπό την προϋπόθεση ότι συναινεί κάθε θιγόμενο πρόσωπο το οποίο αφορά η εν λόγω απόφαση.
Εάν μια από τις αρμόδιες αρχές ή το θιγόμενο πρόσωπο δεν συναινεί στη δημοσίευση ολόκληρου του κειμένου της οριστικής απόφασης, η Αρμόδια Αρχή δημοσιεύει περίληψη της οριστικής απόφασης. Η περίληψη περιλαμβάνει:
- α) περιγραφή των γεγονότων και του αντικειμένου της
αμφισβητούμενης διαφοράς,
- β) την ημερομηνία της οριστικής απόφασης,
- γ) τις οικείες φορολογικές περιόδους,
- δ) τη νομική βάση,
- ε) τον οικονομικό τομέα ή κλάδο,
- στ) σύντομη περιγραφή του τελικού αποτελέσματος,
καθώς και
- ζ) τη μέθοδο επίλυσης της διαφοράς.
Η Αρμόδια Αρχή χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό τα σχετικά υποδείγματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συγκεκριμένα συμπληρώνει το «τυποποιημένο έντυπο για την κοινοποίηση των πληροφοριών που αφορούν τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης», που περιέχεται στο Παράρτημα II του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) 2019/652 της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2019 (ΕΕ 2019, L 110, σ. 26).
Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί τις πληροφορίες που πρόκειται να δημοσιευθούν, σύμφωνα με την παρ. 3, στο θιγόμενο πρόσωπο πριν από τη δημοσίευσή τους. Το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει αίτηση στην Αρμόδια Αρχή και στις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών το αργότερο εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτό των πληροφοριών, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο για τη μη δημοσίευση πληροφοριών που εμπίπτουν σε εμπορικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο, ή σε εμπορικές διαδικασίες, ή πληροφορίες, ή που αντιβαίνουν προς τη δημόσια τάξη,
Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμελλητί τις πληροφορίες που θα δημοσιευθούν σύμφωνα με την παρ. 3.
Άρθρο 36
Λόγοι απόρριψης της αίτησης συγκρότησης Συμβουλευτικής Επιτροπής και πρόωρος τερματισμός της διαδικασίας επίλυσης διαφορών (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 33, η Αρμόδια Αρχή απορρίπτει την αίτηση συγκρότησης Συμβουλευτικής Επιτροπής, εφόσον για την ίδια αμφισβητούμενη διαφορά έχει εκδοθεί σε βάρος του θιγόμενου προσώπου αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για εγκλήματα φοροδιαφυγής σύμφωνα με το άρθρο 66 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) ή σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43).
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 33, η Αρμόδια Αρχή απορρίπτει την αίτηση συγκρότησης Συμβουλευτικής Επιτροπής, εάν η αμφισβητούμενη διαφορά δεν αφορά διπλή φορολογία. Στην περίπτωση αυτήν, η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως το θιγόμενο πρόσωπο και τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών.
Η διαδικασία επίλυσης διαφορών του παρόντος Κεφαλαίου τερματίζεται αυτοδικαίως, εάν η αρμόδια αρχή ενός από τα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη ενημερώσει απόφαση επί της αμφισβητούμενης διαφοράς, από την οποία δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις βάσει του εθνικού δικαίου αυτού του κράτους - μέλους.
Άρθρο 37
Σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής (άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852) Η Συμβουλευτική Επιτροπή αποτελείται από:
- α) τον πρόεδρό της,
- β) έναν εκπρόσωπο της αρμόδιας αρχής από κάθε
ενδιαφερόμενο κράτος - μέλος,
- γ) ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, που ορίζεται από κάθε
ενδιαφερόμενο κράτος - μέλος από τον κατάλογο του άρθρου 40. Αν συμφωνούν οι αρμόδιες αρχές, ο αριθμός των προσώπων των περ. β) και γ) μπορεί να αυξηθεί σε δύο εκπροσώπους ή ανεξάρτητα πρόσωπα για κάθε αρμόδια αρχή του οικείου κράτους - μέλους.
Άρθρο 38
Διορισμός Συμβουλευτικής Επιτροπής, ανεξάρτητων προσώπων και προέδρου από την Αρμόδια Αρχή και μετά από απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου (άρθρα 7 και 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η Αρμόδια Αρχή και οι αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών συμφωνούν για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνει ο διορισμός των ανεξάρτητων προσώπων. Σύμφωνα με τη διαδικασία περί διορισμού των ανεξάρτητων προσώπων και κατόπιν του διορισμού αυτών, διορίζεται και ένας αναπληρωτής για καθένα από αυτά για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα ανεξάρτητα πρόσωπα κωλύονται να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους. Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν συμφωνήσουν κατά τα προηγούμενα εδάφια, ο διορισμός των ανεξάρτητων προσώπων πραγματοποιείται με κλήρωση.
Κατά της παράλειψης της Αρμόδιας Αρχής για συγκρότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής εντός της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 33, το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται ανεκκλήτως. Η δικάσιμος ορίζεται σε διάστημα δύο (2) μηνών το αργότερο από την κατάθεση της αίτησης ακύρωσης και η απόφαση δημοσιεύεται εντός δύο (2) μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης. Η απόφαση που δημοσιεύεται επί της αίτησης ακύρωσης, κοινοποιείται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευσή της στον αιτούντα, καθώς και στην Αρμόδια Αρχή, η οποία μεριμνά για την εφαρμογή της εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση και, με τη σειρά της, ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών.
Κατά της παράλειψης της Αρμόδιας Αρχής να διορίσει ένα (1) τουλάχιστον ανεξάρτητο πρόσωπο και έναν αναπληρωτή του στη Συμβουλευτική Επιτροπή, το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 27 και της παρ. 3 του άρθρου 33, προκειμένου η Αρμόδια Αρχή να διορίσει το ανεξάρτητο πρόσωπο και έναν αναπληρωτή του από τον κατάλογο του άρθρου 40, κατά την προβλεπόμενη στην παρ. 2 διαδικασία.
Εάν καμία από τις αρμόδιες αρχές όλων των ενδιαφερόμενων κρατών - μελών δεν προβεί σε διορισμό ανεξάρτητων προσώπων και των αναπληρωτών τους στη Συμβουλευτική Επιτροπή, το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 3 του άρθρου 27 και της παρ. 3 του άρθρου 33, κατά περίπτωση, να ασκήσει αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3. Για τον διορισμό των ανεξάρτητων προσώπων και των αναπληρωτών τους από τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη, το θιγόμενο πρόσωπο πρέπει να υποβάλει αίτηση προς το αρμόδιο δικαστήριο ή αρχή που θα οριστεί για τον σκοπό αυτό από τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη. Τα εν λόγω ανεξάρτητα πρόσωπα ορίζουν πρόεδρο με κλήρωση, βάσει του καταλόγου των ανεξάρτητων προσώπων. Για τον διορισμό των ανεξάρτητων προσώπων και των αναπληρωτών τους, κάθε θιγόμενο πρόσωπο προσφεύγει ή ασκεί αίτηση ακύρωσης κατά περίπτωση ανάλογα με τις εσωτερικές διαδικασίες του κράτους κατοικίας του, σε περίπτωση που η υπόθεση αφορά σε περισσότερα από ένα θιγόμενα πρόσωπα, ή στο κράτος - μέλος, του οποίου η αρμόδια αρχή δεν προέβη στον διορισμό ενός τουλάχιστον ανεξάρτητου προσώπου και αναπληρωτή του, σε περίπτωση που η υπόθεση αφορά μόνο ένα θιγόμενο πρόσωπο.
Το αίτημα για την ακύρωση της παράλειψης του διορισμού των ανεξάρτητων προσώπων και των αναπληρωτών τους, σύμφωνα με την παρ. 3, παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνο μετά από την παρέλευση της προθεσμίας των εκατόν είκοσι (120) ημερών της παρ. 1 του άρθρου 27 και εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας.
Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με τις παρ. 2, 3 ή 4 και κοινοποιεί την απόφαση αυτή στον αιτούντα και στην Αρμόδια Αρχή, η οποία με τη σειρά της ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών - μελών.
Οι εκπρόσωποι των αρμόδιων αρχών και τα ανεξάρτητα πρόσωπα που διορίζονται σύμφωνα με την παρ. 1 εκλέγουν πρόεδρο από τον κατάλογο του άρθρου
Εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των εκπροσώπων των αρμόδιων αρχών και των ανεξάρτητων προσώπων, πρόεδρος διορίζεται δικαστής. Εάν όλα τα ανεξάρτητα πρόσωπα διορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 3, ο πρόεδρος ορίζεται με κλήρωση μεταξύ των ανεξάρτητων προσώπων.
Άρθρο 39
Ανεξαρτησία (άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
α) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση συγκεκριμένου προτεινόμενου ανεξάρτητου προσώπου
- αα) το πρόσωπο αυτό ανήκει σε μία από τις ενδιαφερόμενες φορολογικές διοικήσεις ή ασκεί καθήκοντα για
λογαριασμό μίας από αυτές ή βρισκόταν σε αυτήν την κατάσταση σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, κατά τη διάρκεια των τριών (3) προηγουμένων ετών,
- αβ) το πρόσωπο αυτό κατέχει ή κατείχε ουσιώδη
συμμετοχή ή δικαίωμα ψήφου σε οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα θιγόμενα πρόσωπα ή απασχολείται ή απασχολήθηκε ως υπάλληλος ή σύμβουλός τους σε οποιαδήποτε στιγμή, κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε (5) ετών πριν από την ημερομηνία διορισμού του,
- αγ) το πρόσωπο αυτό δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις
αντικειμενικότητας για την επίλυση της αμφισβητούμενης διαφοράς,
- αδ) το πρόσωπο αυτό είναι υπάλληλος σε επιχείρηση
που παρέχει φορολογικές συμβουλές ή άλλως παρέχει φορολογικές συμβουλές σε επαγγελματική βάση ή βρισκόταν σε μια τέτοια κατάσταση σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια περιόδου τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από την ημερομηνία διορισμού του.
- β) Η Aρμόδια Αρχή μπορεί να συμφωνήσει με τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερομένων κρατών - μελών,
μέχρις ότου συγκροτηθεί η Συμβουλευτική Επιτροπή, πρόσθετους λόγους για την απόρριψη του διορισμού ανεξάρτητων προσώπων στη Συμβουλευτική Επιτροπή.
Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να ζητήσει από κάθε ανεξάρτητο πρόσωπο που έχει διοριστεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 38 ή από τον αναπληρωτή του, να γνωστοποιήσει κάθε συμφέρον, σχέση ή άλλο στοιχείο, που είναι πιθανόν να επηρεάσει την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία του ή να εγείρει υπόνοια μεροληψίας στη διαδικασία. Για τον σκοπό αυτόν, το ανεξάρτητο πρόσωπο ή ο αναπληρωτής του υποχρεούται να συμπληρώσει τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του υποδείγματος «Κοινολόγηση τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων», που περιέχεται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος I του Εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2019/652 της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2019 (EE 2019, L110, σ. 26).
Για περίοδο δώδεκα (12) μηνών μετά από την έκδοση της απόφασης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, κάθε ανεξάρτητο πρόσωπο που είναι μέλος της εν λόγω Συμβουλευτικής Επιτροπής δεν πρέπει να βρεθεί σε κατάσταση η οποία θα μπορούσε να είχε οδηγήσει την Αρμόδια Αρχή να ζητήσει την εξαίρεση του προσώπου αυτού, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 1, αν το πρόσωπο αυτό βρισκόταν στην κατάσταση αυτή, κατά τον χρόνο διορισμού του στην εν λόγω Συμβουλευτική Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον η εκδοθείσα, σύμφωνα με το άρθρο 24, απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού έχει βασισθεί στη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατ’ αυτής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την άσκηση της αίτησης ακύρωσης και μέχρι την έκδοση και κοινοποίηση της απόφασης επί αυτής αναστέλλεται η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης αμοιβαίου διακανονισμού. Εφόσον το δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού, που εκδόθηκε με βάση τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η υπόθεση εξετάζεται εκ νέου από νέα Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτήν, η προθεσμία των εκατόν είκοσι (120) ημερών για τη συγκρότηση της Επιτροπής εκκινεί από την ημερομηνία της κοινοποίησης στην Αρμόδια Αρχή της δικαστικής απόφασης, με την οποία ακυρώνεται η απόφαση αμοιβαίου διακανονισμού, που εκδόθηκε με βάση τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Άρθρο 40
Κατάλογος των ανεξάρτητων προσώπων (άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Μέχρι τις 10 Αυγούστου 2020, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ορίζονται για την Ελλάδα τρία (3) τουλάχιστον πρόσωπα που διαθέτουν επαγγελματική επάρκεια, είναι ανεξάρτητα και μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους με αμεροληψία και ακεραιότητα, προκειμένου να περιληφθούν στον κατάλογο των ανεξάρτητων προσώπων που διορίζονται από όλα τα κράτη-μέλη και συντάσσεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί αμελλητί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα ονόματα των ανεξάρτητων προσώπων που έχουν οριστεί κατά την παρ. 1. Παρέχει, επίσης, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πλήρεις και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με το επαγγελματικό και ακαδημαϊκό τους υπόβαθρο, την επαγγελματική τους επάρκεια και την εμπειρογνωμοσύνη τους, καθώς και τις συγκρούσεις συμφερόντων, που μπορεί να συντρέχουν στο πρόσωπό τους. Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να διευκρινίσει στην κοινοποίησή της ποια από τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να διοριστούν στη θέση του προέδρου.
Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τυχόν αλλαγές στον κατάλογο ανεξάρτητων προσώπων.
Αν η Αρμόδια Αρχή λάβει απόφαση ότι ένα πρόσωπο που έχει οριστεί σύμφωνα με την παρ. 1 δεν είναι πλέον ανεξάρτητο πρόσωπο ή δεν είναι πλέον σε θέση να διοριστεί ως ανεξάρτητο πρόσωπο για άλλους λόγους, προτείνει την ανάκληση του διορισμού του και ενημερώνει αμέσως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Αν η Αρμόδια Αρχή έχει εύλογη αιτία να ζητήσει την εξαίρεση ανεξάρτητου προσώπου που περιλαμβάνεται στον κατάλογο, για λόγους έλλειψης ανεξαρτησίας, ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και παρέχει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία. Η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος-μέλος που έχει ορίσει το εν λόγω πρόσωπο για την αίτηση εξαίρεσης και τα αποδεικτικά στοιχεία της Αρμόδιας Αρχής.
Η Αρμόδια Αρχή, όταν ενημερωθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι για πρόσωπο που όρισε κατά την παρ. 1 υπάρχει αίτηση εξαίρεσης με συναφή αποδεικτικά στοιχεία από αρμόδια αρχή άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, λαμβάνει εντός έξι (6) μηνών τα ανα περιλαμβάνεται στον κατάλογο ή αν θα διαγραφεί από αυτόν, βάσει των εν λόγω αντιρρήσεων και αποδεικτικών στοιχείων σύμφωνα με τις διαδικασίες της παρ. 7. Η Αρμόδια Αρχή απευθύνει αμελλητί σχετική κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, προβλέπονται διαδικασίες για την αφαίρεση από τον κατάλογο των ανεξάρτητων προσώπων οποιουδήποτε προσώπου έχει διοριστεί, εφόσον το πρόσωπο αυτό παύει να πληροί τα κριτήρια ανεξαρτησίας, ορίζονται τα αναγκαία μέτρα για την εξέταση της αίτησης εξαίρεσης του πρώτου εδαφίου της παρ. 6 και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος.
Άρθρο 41
Επιτροπή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών (άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να συμφωνήσει με τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών να συστήσουν Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, η οποία, αντί της Συμβουλευτικής Επιτροπής, εκδίδει γνώμη, σύμφωνα με το άρθρο 33 σχετικά με τον τρόπο επίλυσης της αμφισβητούμενης διαφοράς.
Η Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών της παρ. 1 μπορεί να συγκροτηθεί ως Μόνιμη Επιτροπή.
Η Αρμόδια Αρχή και οι αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών-μελών συμφωνούν για τους κανόνες λειτουργίας της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 42.
Τα μέλη της Επιτροπής πρέπει να πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 38 για την ανεξαρτησία των μελών της. Η Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών μπορεί να διαφέρει ως προς τη σύνθεση και τη μορφή της από τη Συμβουλευτική Επιτροπή.
Οι διατάξεις των άρθρων 43 και 44 εφαρμόζονται και στην Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών.
Η Επιτροπή Εναλλακτική Επίλυσης Διαφορών αποφασίζει βάσει της διαδικασίας και των κανόνων λειτουργίας που έχουν συμφωνήσει οι αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την παρ. 3. Η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόζει, κατά περίπτωση, άλλες διαδικασίες ή τεχνικές εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας «τελικής προσφοράς», γνωστής και ως διαδικασίας της «τελευταίας καλύτερης προσφοράς».
Η Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών εκδίδει γνώμη μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που έχει συμφωνηθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 3 και 6. Τα άρθρα 34 και 35 εφαρμόζονται στην οριστική απόφαση των αρμόδιων αρχών βάσει της δεσμευτικής γνώμης του παρόντος.
Άρθρο 42
Κανόνες λειτουργίας (εσωτερικός κανονισμός) (άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η Αρμόδια Αρχή συμφωνεί με τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών σχετικά με τον εσωτερικό κανονισμό της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Ο κανονισμός που περιλαμβάνει τους κανόνες λειτουργίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών υπογράφεται από την Αρμόδια Αρχή και τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών-μελών.
Εντός της προθεσμίας των εκατόν είκοσι (120) ημερών της παρ. 3 του άρθρου 33, η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στο θιγόμενο πρόσωπο τα ακόλουθα:
- α) τους κανόνες λειτουργίας (εσωτερικός κανονισμός)
της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών,
- β) την προθεσμία εντός της οποίας η Συμβουλευτική
Επιτροπή ή η Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών πρέπει να γνωμοδοτήσει για την επίλυση της αμφισβητούμενης διαφοράς,
- γ) τις τυχόν εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου συμπεριλαμβανομένης της τυχόν εφαρμοστέας
ΣΑΔΦ ή Σύμβασης.
Ο εσωτερικός κανονισμός περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα:
- α) περιγραφή της αμφισβητούμενης διαφοράς και τα
χαρακτηριστικά της,
- β) το συμφωνηθέν μεταξύ των αρμόδιων αρχών των
ενδιαφερόμενων κρατών-μελών πλαίσιο, όσον αφορά τα προς επίλυση νομικά ή και πραγματικά ζητήματα,
- γ) τη μορφή του οργάνου επίλυσης διαφορών, που
είναι είτε Συμβουλευτική Επιτροπή είτε Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, καθώς και το είδος της εναλλακτικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών, εάν διαφέρει από τη διαδικασία ανεξάρτητης γνωμοδότησης που εφαρμόζεται από τη Συμβουλευτική Επιτροπή,
- δ) το χρονοδιάγραμμα για τη διαδικασία επίλυσης της
διαφοράς,
- ε) τη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της
Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και των ονομάτων των μελών, των πληροφοριών σχετικά με την επαγγελματική επάρκειά τους και τα προσόντα τους, καθώς και της γνωστοποίησης τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων των μελών,
- στ) τους κανόνες συμμετοχής του κάθε θιγόμενου προσώπου και τρίτων μερών στις διαδικασίες, την ανταλλαγή υπομνημάτων, πληροφοριών και αποδεικτικών
στοιχείων, τα έξοδα, το είδος της διαδικασίας επίλυσης διαφορών και τυχόν άλλα διαδικαστικά ή οργανωτικά θέματα,
- ζ) την επιμελητειακή υποστήριξη για τη διαδικασία στη
Συμβουλευτική Επιτροπή ή στην Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης διαφορών και την έκδοση της γνωμοδότησής της. Εάν η Συμβουλευτική Επιτροπή συγκροτείται για να γνωμοδοτήσει, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 27, ο εσωτερικός κανονισμός περιλαμβάνει μόνο τα οριζόμενα στις περ. α), δ), ε) και στ).
Εάν οι κανόνες λειτουργίας που έχουν συμφωνηθεί από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών στον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2019/652 της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2019 «για τον καθορισμό τυποποιημένων κανόνων λειτουργίας της συμβουλευτικής επιτροπής ή της επιτροπής εναλλακτικής επίλυσης διαφορών και για την κατάρτιση τυποποιημένου εντύπου για την κοινοποίηση των πληροφοριών που αφορούν τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2017/1852 του Συμβουλίου» (ΕΕ 2019, L 110, σ. 26).
Εάν η Αρμόδια Αρχή δεν κοινοποιήσει τους κανόνες λειτουργίας στο θιγόμενο πρόσωπο, σύμφωνα με την παρ. 2, τα ανεξάρτητα πρόσωπα και ο πρόεδρος συμπληρώνουν τους κανόνες λειτουργίας, με βάση το τυποποιημένο έντυπο της Επιτροπής, όπως ορίζεται στην παρ. 4, και τους διαβιβάζουν στο θιγόμενο πρόσωπο εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία συγκρότησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Όταν τα ανεξάρτητα πρόσωπα και ο πρόεδρος δεν έχουν συμφωνήσει για τους κανόνες λειτουργίας ή δεν τους κοινοποιούν στο θιγόμενο πρόσωπο, το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει αίτηση ακύρωσης κατά της παράλειψης της Αρμόδιας Αρχής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 38, με αίτημα την εφαρμογή των κανόνων λειτουργίας.
Άρθρο 43
Έξοδα της διαδικασίας (άρθρο 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η Αρμόδια Αρχή επιβαρύνεται ισότιμα με τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών-μελών στη διαδικασία επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και οι ακόλουθες δαπάνες κατανέμονται εξίσου μεταξύ των κρατών-μελών:
- α) τα έξοδα για τα ανεξάρτητα ή τα άλλα διορισμένα πρόσωπα, που ανέρχονται σε ποσό που αντιστοιχεί
στο εκάστοτε οριζόμενο ποσό αποζημίωσης δαπανών μετακίνησης προϊσταμένων υπηρεσιών επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης της Αρμόδιας Αρχής, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, και
- β) οι αμοιβές για τα ανεξάρτητα ή τα άλλα διορισμένα
πρόσωπα, κατά περίπτωση, που ανέρχονται κατ’ ανώτατο όριο σε χίλια (1.000) ευρώ ανά πρόσωπο και ανά ημέρα για κάθε ημέρα συνεδρίασης της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών.
Οι δαπάνες, στις οποίες υποβάλλεται το θιγόμενο πρόσωπο, δεν βαρύνουν την Ελληνική Δημοκρατία και το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί να υποβάλει αίτημα επιστροφής τέτοιων δαπανών.
Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 και εφόσον η Αρμόδια Αρχή και οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών συμφωνούν, οι δαπάνες της παρ. 1 βαρύνουν το θιγόμενο πρόσωπο, εάν:
- α) έχει ανακαλέσει την ένστασή του σύμφωνα με το
άρθρο 24, ή
- β) έχει απορριφθεί η ένστασή του, σύμφωνα με την
παρ. 4 του άρθρου 25 και η Συμβουλευτική Επιτροπή, κατόπιν αίτησης του θιγόμενου προσώπου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 27, έχει επιβεβαιώσει την απόρριψη της ένστασης.
Άρθρο 44
Διαδικασίες ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (πληροφορίες, αποδεικτικά στοιχεία και ακροάσεις) (άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Για τους σκοπούς εφαρμογής της διαδικασίας των άρθρων 27 και 33, κατά περίπτωση, και εφόσον η Αρμόδια Αρχή και οι αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών-μελών συμφωνούν, το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει στη Συμβουλευτική Επιτροπή ή στην Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών οποιαδήποτε πληροφορία, τα αποδεικτικά μέσα ή έγγραφα, που μπορεί να έχουν σημασία για τη γνωμοδότηση.
Κατόπιν αίτησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, το θιγόμενο πρόσωπο και η Αρμόδια Αρχή παρέχουν στη Συμβουλευτική Επιτροπή ή στην Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών όλες τις πληροφορίες, αποδεικτικά μέσα ή έγγραφα, που απαιτούνται για τη γνωμοδότηση. Η Συμβουλευτική Επιτροπή ή η Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών λογίζεται, ότι εμπίπτουν στην περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 και για τον λόγο αυτό μπορούν να ζητούν πληροφορίες που εμπίπτουν στο φορολογικό απόρρητο. Σε περίπτωση παραβίασης του φορολογικού απορρήτου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 17Α του ν. 4174/2013.
Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να αρνηθεί να παράσχει πληροφορίες στη Συμβουλευτική Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 2, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) όταν δεν μπορεί να ζητήσει ή να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,
- β) όταν οι πληροφορίες αφορούν εμπορικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή
εμπορική διαδικασία,
- γ) όταν η αποκάλυψη των πληροφοριών είναι αντίθετη
προς τη δημόσια τάξη.
Το θιγόμενο πρόσωπο μπορεί, κατόπιν αίτησής του και με τη συγκατάθεση της Αρμόδιας Αρχής και των αρμοδίων αρχών των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών, να παραστεί ή να εκπροσωπηθεί ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Κατόπιν αίτησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης
Τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής ή της Επιτροπής Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, τα οποία δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, υποχρεούνται στην τήρηση του φορολογικού απορρήτου, ως επίσημα διορισμένοι εμπειρογνώμονες.
Το θιγόμενο πρόσωπο και, κατά περίπτωση, οι εκπρόσωποί του υποχρεούνται να τηρούν απόρρητες όλες τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων, των οποίων έλαβαν γνώση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του παρόντος Κεφαλαίου. Το θιγόμενο πρόσωπο και ο εκπρόσωπός του υποβάλλουν σχετική δήλωση στην Αρμόδια Αρχή, εφόσον τους ζητηθεί να το πράξουν στο πλαίσιο της διαδικασίας του παρόντος Κεφαλαίου.
Η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στις περιπτώσεις παραβίασης του φορολογικού απορρήτου.
Άρθρο 45
Ειδικές διατάξεις για φυσικά πρόσωπα (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Αν το θιγόμενο πρόσωπο:
- α) είναι φυσικό πρόσωπο ή
- β) είναι εταιρεία, η οποία δεν είναι μεγάλη επιχείρηση
και δεν αποτελεί τμήμα μεγάλου ομίλου κατά την έννοια των όρων, όπως αυτοί ορίζονται στον ν. 4403/2016 (Α΄ 125), μπορεί να υποβάλει ένσταση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 23, απαντήσεις σε αίτηση παροχής πρόσθετων πληροφοριών σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 23, ανάκληση ένστασης σύμφωνα με το άρθρο 17 και την παρ. 1 του άρθρου 33, ανακοινώσεις, κατά παρέκκλιση από τις ανωτέρω διατάξεις, μόνο ενώπιον της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους στο οποίο κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο το θιγόμενο πρόσωπο.
Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί ταυτόχρονα και εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή των ανακοινώσεων της παρ. 1 το περιεχόμενό τους στις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών-μελών. Μετά από την εν λόγω κοινοποίηση, το θιγόμενο πρόσωπο θεωρείται ότι έχει υποβάλει την ανακοίνωση σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη από την ημερομηνία αποστολής της κοινοποίησης.
Αν η Αρμόδια Αρχή παραλάβει συμπληρωματικές πληροφορίες σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 24, διαβιβάζει ταυτοχρόνως αντίγραφο αυτών στις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών-μελών.
Οι συμπληρωματικές πληροφορίες θεωρείται ότι έχουν παραληφθεί από όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη - μέλη, όταν διαβιβάζονται σε αυτά κατά την ημερομηνία παραλαβής των εν λόγω πληροφοριών από την Αρμόδια Αρχή κατά την παρ. 3.
Άρθρο 46
Κοινοποιήσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και διοικητική υποστήριξη (άρθρο 19 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852) Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα μέτρα που έλαβε για την επιβολή κυρώσεων για οποιαδήποτε παράβαση της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου, που προβλέπεται στο άρθρο 44.
Άρθρο 47
Εξουσιοδοτικές διατάξεις Με αποφάσεις του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται κάθε σχετικό θέμα με τις διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου, και ιδίως:
- α) η διαδικασία υποβολής της ένστασης επί αμφισβητούμενης διαφοράς και το περιεχόμενο αυτής,
- β) οι αρμόδιες υπηρεσίες για την εξέτασή της, η διαδικασία έκδοσης της απόφασης της Αρμόδιας Αρχής
σχετικά με την ένσταση και το περιεχόμενο αυτής,
- γ) η συγκρότηση και διαδικασία επίλυσης διαφορών
από τη Συμβουλευτική Επιτροπή ή την Επιτροπή Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, καθώς και οι κανόνες λειτουργίας των Επιτροπών αυτών,
- δ) η διαδικασία καταβολής των αμοιβών και εξόδων
των ανεξάρτητων προσώπων,
- ε) η διαδικασία επίτευξης της συμφωνίας αμοιβαίου
διακανονισμού ή της οριστικής απόφασης,
- στ) κάθε ειδικότερο θέμα σχετικά με την κοινοποίηση
στο θιγόμενο πρόσωπο του αποτελέσματος των διαδικασιών του παρόντος Κεφαλαίου,
- ζ) το περιεχόμενο της απόφασης αμοιβαίου διακανονισμού,
- η) η δημοσίευση των συμφωνιών αμοιβαίου διακανονισμού και των οριστικών αποφάσεων,
- θ) η διαδικασία και οι ειδικότερες προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 48.
Άρθρο 48
Μεταβατικές διατάξεις και έναρξη ισχύος (άρθρο 23 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1852)
Η περαίωση, η διοικητική επίλυση της διαφοράς του άρθρου 70 του ν. 2238/1994 ή ο δικαστικός συμβιβασμός του άρθρου 71 του ν. 2238/1994 δεν εμποδίζουν την υποβολή ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρμόδια Αρχή δεσμεύεται από τα αποτελέσματα που απορρέουν από την περαίωση, τη διοικητική επίλυση της διαφοράς ή τον δικαστικό συμβιβασμό, αντίστοιχα.
Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται σε κάθε ένσταση, που υποβάλλεται από τη δημοσίευση του παρόντος και εφεξής σε αμφισβητούμενες διαφορές που αφορούν στο εισόδημα ή το κεφάλαιο, που αποκτήθηκαν σε φορολογικό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2018 ή μετά από την ημερομηνία αυτήν.
Η Αρμόδια Αρχή μπορεί, κατόπιν συμφωνίας με τις αρμόδιες αρχές των άλλων ενδιαφερόμενων κρατών μελών, να υπαγάγει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου και ενστάσεις, που έχουν υποβληθεί πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή που αφορούν σε φορολογικά έτη, που άρχισαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ (ΕΕ) 2018/822 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 25ης ΜΑΙΟΥ 2018 ΚΑΙ 2020/876 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 24ης ΙΟΥΝΙΟΥ 2020 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/ 16/ΕΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΔΗΛΩΤΕΕΣ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ COVID-19
Άρθρο 49
Πεδίο εφαρμογής Με τα άρθρα 50 έως και 58 του παρόντος Κεφαλαίου ενσωματώνονται στην ελληνική νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/822 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2018 (ΕΕ L 139 της 5.6.2018) και του διορθωτικού της (ΕΕ L 31 της 1.2.2019) για την τροποποίηση της Οδηγίας 2011/16/ΕΕ (ΕΕ L 64 της 11.3.2011), όπως αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικά με τις Οδηγίες 2014/107/ΕΕ του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ L 359 της 16.12.2014), (ΕΕ) 2015/2376 του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 2015 (EE L 332 της 18.12.2015), (EE) 2016/881 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2016 (EE L 146 της 3.6.2016) και (ΕΕ) 2016/2258 του Συμβουλίου της 6ης Δεκεμβρίου 2016 (EE L 342 της 16.12.2016), όσον αφορά την υποχρεωτική αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις. Η αρχική Οδηγία 2011/16/ΕΕ έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τα άρθρα 1 έως 25 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163). Οι τροποποιητικές αυτής Οδηγίες 2014/107/ΕΕ, (ΕΕ) 2015/2376, (ΕΕ) 2016/881 και (ΕΕ) 2016/2258 έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τα άρθρα 1 έως 4 του ν. 4378/2016 (A΄ 55), τα άρθρα 1 έως 6 του ν. 4474/ 2017 (Α΄80), τα άρθρα 1 έως 9 του ν. 4484/2017 (Α΄ 110) και τα άρθρα 31 έως 33 του ν. 4569/2018 (Α΄ 179) αντίστοιχα, που τροποποιούν τον ν. 4170/2013. Επίσης, ενσωματώνονται στην ελληνική νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/876 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 2020, σύμφωνα με την οποία δίνεται παράταση ορισμένων προθεσμιών υποβολής και ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας λόγω της πανδημίας COVID-19.
Άρθρο 50
Τροποποίηση του άρθρου 4 του ν. 4170/2013 – Ορισμοί (άρθρο 1 παρ. 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/822)
Το πρώτο εδάφιο της περ. α΄ και η περ. γ΄ της παρ. 9 του άρθρου 4 του ν. 4170/2013 αντικαθίστανται και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής: «9. «αυτόματη ανταλλαγή»: «α) για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 9 και των άρθρων 9Α, 9ΑΑ και 9ΑΒ, η συστηματική κοινοποίηση σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς προηγούμενο αίτημα, προκαθορισμένων πληροφοριών ανά καθορισμένα εκ των προτέρων τακτά διαστήματα. Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 9, ως διαθέσιμες πληροφορίες νοούνται οι πληροφορίες των φορολογικών αρχείων του κράτους μέλους που κοινοποιεί τις πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να ανακτηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών του εν λόγω κράτους - μέλους·
- β) για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου
9, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών σχετικά με φορολογικούς κατοίκους άλλων κρατών μελών στο οικείο κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας, χωρίς προηγούμενο αίτημα και ανά καθορισμένα εκ των προτέρων τακτά διαστήματα·
- γ) για τους σκοπούς του παρόντος, πλην των διατάξεων των περ. α) και β) της παρ. 1 του άρθρου 9 και των
άρθρων 9Α, 9ΑΑ και 9ΑΒ, η συστηματική κοινοποίηση προκαθορισμένων πληροφοριών που προβλέπεται στις περ. α) και β). Στο πλαίσιο της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 9, της παρ. 5 του άρθρου 9, της παρ. 2 του άρθρου 21, των παρ. 2 και 3 του άρθρου 24 και του Παραρτήματος IV, κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία αρχικά έχει την έννοια που του αποδίδεται στους αντίστοιχους ορισμούς που καθορίζονται στο Παράρτημα Ι.».
Στο άρθρο 4 του ν. 4170/2013, προστίθενται νέες παρ. 18 έως 25 ως εξής: «18. «διασυνοριακή ρύθμιση»: ρύθμιση που αφορά είτε περισσότερα από ένα κράτη μέλη είτε ένα κράτος μέλος και μια τρίτη χώρα, η οποία πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) οι συμμετέχοντες στη ρύθμιση δεν έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην ίδια δικαιοδοσία,
- β) ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη
ρύθμιση έχουν τη φορολογική κατοικία τους ταυτόχρονα σε περισσότερες από μια δικαιοδοσίες,
- γ) ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη
ρύθμιση ασκούν δραστηριότητα σε άλλη δικαιοδοσία μέσω μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε εκείνη τη δικαιοδοσία και η ρύθμιση αποτελεί μέρος ή το σύνολο της δραστηριότητας της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης,
- δ) ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη
ρύθμιση ασκούν δραστηριότητα σε άλλη δικαιοδοσία, χωρίς να διαθέτουν φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση στην εν λόγω δικαιοδοσία,
- ε) η σχετική ρύθμιση έχει πιθανό αντίκτυπο στην αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών ή στον προσδιορισμό
του πραγματικού δικαιούχου. Για τους σκοπούς των παρ. 18 έως 25 του παρόντος άρθρου, του άρθρου 9ΑΒ και του Παραρτήματος IV, ως ρύθμιση νοείται επίσης και μια σειρά ρυθμίσεων. Μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη.
«δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση»: κάθε διασυνοριακή ρύθμιση που διαθέτει τουλάχιστον ένα από τα διακριτικά του Παραρτήματος IV.
«διακριτικό»: χαρακτηριστικό ή γνώρισμα μιας ρύθμισης το οποίο συνιστά ένδειξη δυνητικού κινδύνου φοροαποφυγής, με βάση τον κατάλογο του Παραρτήματος IV. οποίο, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών γεγονότων και περιστάσεων και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών και της συναφούς εμπειρογνωμοσύνης και αντίληψης που απαιτούνται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, γνωρίζει ή μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι γνωρίζει, ότι έχει αναλάβει να παρέχει, απευθείας ή μέσω άλλων προσώπων, βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με την κατάρτιση, τη διάθεση στην αγορά, την οργάνωση ή τη διαχείριση της εφαρμογής μιας δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης. Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα να παράσχει αποδείξεις περί του ότι το προαναφερόμενο πρόσωπο δεν γνώριζε και δεν θα ήταν εύλογο να υποτεθεί ότι γνώριζε, ότι το εν λόγω πρόσωπο συμμετείχε σε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Για τον σκοπό αυτόν, ένα πρόσωπο μπορεί να παραπέμψει σε κάθε σχετικό γεγονός και περίσταση, καθώς και στις διαθέσιμες πληροφορίες και τη συναφή εμπειρογνωμοσύνη και αντίληψη του προσώπου. Για να εμπίπτει στην κατηγορία του ενδιαμέσου, ένα πρόσωπο πρέπει να πληροί επιπροσθέτως τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) να έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος - μέλος,
- β) να διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος-μέλος
μέσω της οποίας να παρέχονται οι υπηρεσίες που άπτονται της ρύθμισης,
- γ) να έχει συσταθεί σε κράτος - μέλος ή να διέπεται
από τη νομοθεσία κράτους - μέλους,
- δ) να έχει εγγραφεί σε επαγγελματική ένωση που σχετίζεται με την παροχή νομικών, φορολογικών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε ένα κράτος-μέλος.
«ενδιαφερόμενο πρόσωπο»: κάθε πρόσωπο στη διάθεση του οποίου τίθεται δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση προς εφαρμογή, ή το οποίο είναι έτοιμο να εφαρμόσει δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση ή έχει ήδη εφαρμόσει το πρώτο στάδιο τέτοιας ρύθμισης.
Για τους σκοπούς του άρθρου 9ΑΒ, ως «συνδεδεμένη επιχείρηση» νοείται κάθε πρόσωπο που έχει σχέσεις με άλλο πρόσωπο με τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
- α) το πρόσωπο συμμετέχει στη διαχείριση άλλου προσώπου, έχοντας τη δυνατότητα να ασκεί σημαντική επιρροή στο άλλο πρόσωπο,
- β) το πρόσωπο συμμετέχει στον έλεγχο άλλου προσώπου, μέσω συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο που
αντιστοιχεί σε άνω του 25% των δικαιωμάτων ψήφου,
- γ) το πρόσωπο συμμετέχει στο κεφάλαιο άλλου προσώπου, μέσω δικαιώματος κυριότητας το οποίο υπερβαίνει, άμεσα ή έμμεσα, το 25% του κεφαλαίου,
- δ) το πρόσωπο δικαιούται 25% ή περισσότερο των
κερδών άλλου προσώπου. Αν συμμετέχουν περισσότερα του ενός πρόσωπα, όπως αναφέρεται στις περ. α) έως δ), στη διαχείριση, στον έλεγχο, στο κεφάλαιο ή στα κέρδη ενός και του αυτού προσώπου, όλα τα εν λόγω πρόσωπα λογίζονται ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Αν τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν, όπως αναφέρεται στις περ. α) έως δ), στη διαχείριση, στον έλεγχο, στο κεφάλαιο ή στα κέρδη περισσότερων του ενός προσώπων, όλα τα εν λόγω πρόσωπα λογίζονται ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Για τους σκοπούς της παρούσας, ένα πρόσωπο το οποίο ενεργεί από κοινού με άλλο πρόσωπο ως προς τα δικαιώματα ψήφου ή την κυριότητα του μετοχικού κεφαλαίου μιας οντότητας θεωρείται ότι διατηρεί συμμετοχή στο σύνολο των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω οντότητας που κατέχει το άλλο πρόσωπο. Στις έμμεσες συμμετοχές, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων της περ. γ) κρίνεται με πολλαπλασιασμό των κατεχόμενων ποσοστών στα διαδοχικά επίπεδα. Πρόσωπο που κατέχει άνω του 50% των δικαιωμάτων ψήφου λογίζεται ως κάτοχος σε ποσοστό 100%. Ένα φυσικό πρόσωπο, ο/η σύζυγός του και οι άμεσοι ανιόντες ή κατιόντες αυτού λογίζονται ως ένα πρόσωπο.
«ρύθμιση γενικής χρήσης»: διασυνοριακή ρύθμιση, η οποία έχει καταρτιστεί, έχει διατεθεί στην αγορά, είναι έτοιμη για εφαρμογή ή καθίσταται διαθέσιμη προς εφαρμογή, χωρίς να απαιτείται ουσιαστική εξατομίκευσή της.
«ρύθμιση ειδικού τύπου»: οποιαδήποτε διασυνοριακή ρύθμιση η οποία δεν είναι ρύθμιση γενικής χρήσης.».
Άρθρο 51
Προσθήκη άρθρου 9ΑΒ στον ν. 4170/2013 – Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις (άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/822 και άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/876) Μετά το άρθρο 9AA του ν. 4170/2013 προστίθεται άρθρο 9ΑΒ ως εξής: «Άρθρο 9ΑΒ Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις
Οι ενδιάμεσοι υποχρεούνται να υποβάλουν στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, πληροφορίες που έχουν περιέλθει στη γνώση τους, στην κατοχή ή στον έλεγχό τους σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, ο υπολογισμός της οποίας εκκινεί από όποια από τις ακόλουθες ημερομηνίες προηγείται χρονικά:
- α) την επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία η
δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση καθίσταται διαθέσιμη προς εφαρμογή, ή
- β) την επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία η
δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση είναι έτοιμη προς εφαρμογή, ή
- γ) την ημέρα ολοκλήρωσης του πρώτου σταδίου της
εφαρμογής της δηλωτέας ρύθμισης. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, και οι ενδιάμεσοι που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 21 του άρθρου 4 υποχρεούνται να υποβάλλουν την οποία παρείχαν, άμεσα ή μέσω άλλων προσώπων, οιαδήποτε βοήθεια ή συμβουλές. Κάθε ενδιάμεσος υποχρεούται να υποβάλει σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις πληροφορίες στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, εφόσον:
- α) έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα ή
- β) δεν διαθέτει φορολογική κατοικία σε κανένα κράτος
μέλος αλλά:
- βα) διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα μέσω
της οποίας παρέχονται οι υπηρεσίες που άπτονται της ρύθμισης, ή
- ββ) έχει συσταθεί στην Ελλάδα ή διέπεται από την ελληνική νομοθεσία, ή
- βγ) έχει εγγραφεί σε μητρώο επαγγελματικής ένωσης
για νομικές, φορολογικές ή συμβουλευτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα.
Σε περίπτωση εφαρμογής ρυθμίσεων γενικής χρήσης, ο ενδιάμεσος υποχρεούται να υποβάλει περιοδική έκθεση ανά τρίμηνο με την οποία παρέχεται ενημέρωση σχετικά με νέες δηλωτέες πληροφορίες, όπως αναφέρονται στις περ. α), δ), ζ) και η) της παρ. 13, οι οποίες κατέστησαν διαθέσιμες στο διάστημα που μεσολάβησε από την υποβολή της τελευταίας έκθεσης. Η πρώτη περιοδική έκθεση υποβάλλεται από τον ενδιάμεσο έως την 30η Απριλίου 2021.
Όταν ο ενδιάμεσος υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες σχετικά με την ίδια δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στην Ελλάδα και σε άλλο κράτος - μέλος, απαλλάσσεται από την υποχρέωση, εάν μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες έχουν υποβληθεί σε άλλο κράτος - μέλος.
Ο ενδιάμεσος, στον βαθμό που δραστηριοποιείται εντός των ορίων του νομοθετικού πλαισίου που διέπει το επάγγελμα του δικηγόρου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών σχετικά με τη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στην Ελλάδα, όταν η συμμόρφωση προς την εν λόγω υποχρέωση συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης του δικηγόρου για την τήρηση απορρήτου και εχεμύθειας. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιάμεσος γνωστοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, σε κάθε άλλον ενδιάμεσο ή, αν δεν υπάρχει άλλος ενδιάμεσος, στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τις υποχρεώσεις υποβολής πληροφοριών που υπέχουν δυνάμει της παρ. 6.
Στην περίπτωση που στην ίδια διασυνοριακή ρύθμιση υπάρχουν περισσότεροι του ενός ενδιάμεσοι, όλοι οι ενδιάμεσοι που συμμετέχουν στη συγκεκριμένη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση υποχρεούνται στην υποβολή πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Προκειμένου να απαλλαγεί ένας ενδιάμεσος από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών στην ελληνική αρμόδια αρχή, πρέπει να μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 13 έχουν ήδη υποβληθεί από άλλον ενδιάμεσο.
Όταν δεν υπάρχει ενδιάμεσος σύμφωνα με την παρ. 1 ή ο ενδιάμεσος γνωστοποιεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή σε άλλον ενδιάμεσο την εφαρμογή απαλλαγής σύμφωνα με την παρ. 4, ο άλλος ενδιάμεσος στον οποίο απευθύνεται η γνωστοποίηση ή, αν δεν υπάρχει άλλος ενδιάμεσος, το ίδιο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούνται να υποβάλουν τις πληροφορίες σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Σε κάθε περίπτωση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες, αν δεν μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση έχουν ήδη υποβληθεί από τον ενδιάμεσο σε άλλο κράτος - μέλος.
Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, εφόσον:
- α) έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, ή
- β) δεν έχει φορολογική κατοικία σε κανένα κράτος -
μέλος, αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, η οποία επωφελείται από τη ρύθμιση, ή
- γ) δεν έχει φορολογική κατοικία ούτε μόνιμη εγκατάσταση σε κανένα κράτος - μέλος, αλλά:
- γα) αποκτά εισόδημα ή παράγει κέρδη στην Ελλάδα, ή
- γβ) ασκεί δραστηριότητα στην Ελλάδα.
Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποβάλλει τις σχετικές πληροφορίες εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, ο υπολογισμός της οποίας εκκινεί από όποια από τις ακόλουθες ημερομηνίες προηγείται χρονικά:
- α) την επομένη της ημέρας, κατά την οποία η δηλωτέα
διασυνοριακή ρύθμιση κατέστη διαθέσιμη προς εφαρμογή στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο,
- β) την επομένη της ημέρας, κατά την οποία η δηλωτέα
διασυνοριακή ρύθμιση είναι έτοιμη για εφαρμογή από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο,
- γ) την ημέρα ολοκλήρωσης του πρώτου σταδίου της
εφαρμογής της όσον αφορά το ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες σχετικά με την ίδια δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στην Ελλάδα και σε άλλο κράτος - μέλος, απαλλάσσεται από την υποχρέωση, εάν μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες έχουν υποβληθεί σε άλλο κράτος-μέλος.
Στις περιπτώσεις που το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλει τις πληροφορίες και υπάρχουν περισσότερα του ενός ενδιαφερόμενα πρόσωπα, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο που υποχρεούται να υποβάλει πληροφορίες, σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7, είναι το πρώτο κατά σειρά από τα ακόλουθα πρόσωπα:
- α) το ενδιαφερόμενο πρόσωπο που συμφώνησε τη
δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση με τον ενδιάμεσο,
- β) ενδιαφερόμενο πρόσωπο που διαχειρίζεται την
εφαρμογή της ρύθμισης. Προκειμένου να απαλλαγεί ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών, πρέπει να μπορεί να αποδείξει με κάθε πρόσφορο μέσο ότι οι ίδιες ακριβώς πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 13 έχουν ήδη υποβληθεί από άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
Οι ενδιάμεσοι και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα υποβάλλουν τις πληροφορίες σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις, για τις οποίες το πρώτο στάδιο
Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 κοινοποιεί τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παρ. 13 και που υποβλήθηκαν σε αυτήν σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 11, μέσω αυτόματης ανταλλαγής, στις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών - μελών, σύμφωνα με τις πρακτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 21.
Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από την αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 σύμφωνα με την παρ. 12 περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα:
- α) τα στοιχεία ταυτοποίησης ενδιαμέσων και ενδιαφερομένων προσώπων, που περιλαμβάνουν το όνομα,
την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης (για φυσικά πρόσωπα), τη φορολογική κατοικία, τον ΑΦΜ και, κατά περίπτωση, τα πρόσωπα που είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο,
- β) λεπτομερείς πληροφορίες για τα διακριτικά που
αναφέρονται στο Παράρτημα IV και τα οποία καθιστούν δηλωτέα τη διασυνοριακή ρύθμιση,
- γ) σύνοψη του περιεχομένου της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης, που περιλαμβάνουν αναφορά της
ονομασίας με την οποία είναι ευρέως γνωστή, εφόσον υπάρχει, και περιγραφή των σχετικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή ρυθμίσεων με γενικούς όρους, χωρίς να αποκαλύπτεται τυχόν εμπορικό, βιομηχανικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή εμπορική διαδικασία ή πληροφορία, της οποίας η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη προς κανόνες δημόσιας τάξης,
- δ) την ημερομηνία κατά την οποία ολοκληρώθηκε ή
θα ολοκληρωθεί το πρώτο στάδιο της εφαρμογής της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης,
- ε) λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις εθνικές
διατάξεις που συνιστούν τη βάση της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης,
- στ) αξία της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης,
- ζ) αναφορά του κράτους - μέλους του ενδιαφερόμενου προσώπου/ενδιαφερόμενων προσώπων και τυχόν
άλλων κρατών - μελών που είναι πιθανό να αφορά η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση,
- η) τα στοιχεία ταυτοποίησης οποιουδήποτε άλλου
προσώπου στο κράτος-μέλος που είναι πιθανό να επηρεάσει η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, με αναφορά των κρατών-μελών με τα οποία συνδέεται το εν λόγω πρόσωπο.
Το γεγονός ότι η Φορολογική Διοίκηση δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια έναντι δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης δεν συνεπάγεται, ότι η Φορολογική Διοίκηση εγκρίνει το κύρος ή τη φορολογική μεταχείριση της εν λόγω ρύθμισης.
Προς υποστήριξη της ανταλλαγής των πληροφοριών που προβλέπονται στην παρ. 13, η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 τηρεί τα πρακτικά μέτρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για την τυποποίηση της κοινοποίησης των πληροφοριών που προβλέπονται στην παρ. 13, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την κατάρτιση του τυποποιημένου εντύπου που προβλέπεται στην παρ. 6 του άρθρου 20.
Οι πληροφορίες που ορίζονται στις περ. α), γ) και
- η) της παρ. 13 δεν κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών διενεργείται εντός μηνός από το τέλος του τριμήνου κατά το οποίο υποβλήθηκαν οι πληροφορίες. Οι πρώτες πληροφορίες κοινοποιούνται έως την 30η Απριλίου 2021.
Η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στις παρ. 1 και 8 αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2021, εφόσον:
- α) η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση καθίσταται διαθέσιμη ή έτοιμη προς εφαρμογή ή έχει ολοκληρωθεί το
πρώτο στάδιο της εφαρμογής της μεταξύ της 1ης Ιουλίου 2020 και της 31ης Δεκεμβρίου 2020 ή
- β) οι ενδιάμεσοι παρέχουν, απευθείας ή μέσω τρίτων
προσώπων, βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές μεταξύ της 1ης Ιουλίου 2020 και της 31ης Δεκεμβρίου 2020.
α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού σχετικά με την εποπτεία ορισμένης κατηγορίας ενδιάμεσων, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), μπορεί να εξειδικεύονται τα θέματα που αφορούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τους ενδιάμεσους σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις στο πλαίσιο της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών.
- β) Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής
Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) μπορεί να εξειδικεύονται θέματα σχετικά με τη διαδικασία της εφαρμογής των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο πλαίσιο της υποχρεωτικής αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις και να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα.
- γ) Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) μπορεί να δοθεί παράταση έως τριών μηνών στις προθεσμίες υποβολής και
ανταλλαγής πληροφοριών για δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις και για χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, συνεπεία αντίστοιχης εκτελεστικής απόφασης του Συμβουλίου της ΕΕ, σε περίπτωση διασποράς της πανδημίας COVID-19.
Άρθρο 52
Τροποποίηση του άρθρου 20 του ν. 4170/2013 – Τυποποιημένα έντυπα και ηλεκτρονικοί μορφότυποι Η παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με:
- α) τις εκ των προτέρων διασυνοριακές αποφάσεις και
συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 9Α, και
- β) τις δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις σύμφωνα
με το άρθρο 9ΑΒ, διενεργείται με τη χρήση τυποποιημένων εντύπων, που εγκρίνονται από την Επιτροπή, που προβλέπονται στην παρ. 6 του άρθρου 9Α και στην παρ. 13 του άρθρου 9ΑΒ για την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και άλλα σχετικά πεδία που συνδέονται άμεσα με αυτά τα στοιχεία και απαιτούνται για την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 9Α και 9ΑΒ αντίστοιχα. Με βάση τις γλωσσικές ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου, οι πληροφορίες που ορίζονται στα άρθρα 9Α και 9ΑΒ κοινοποιούνται στην ελληνική γλώσσα, υπό την προϋπόθεση ότι τα βασικά στοιχεία των εν λόγω πληροφοριών αποστέλλονται και σε κάποια άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης.».
Άρθρο 53
Τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4170/2013 – Πρακτικές ρυθμίσεις (άρθρο 1 παρ. 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/822) Η παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «6. Οι προς κοινοποίηση πληροφορίες, στο πλαίσιο εφαρμογής των παρ. 1 και 2 του άρθρου 9Α, καταγράφονται σε ασφαλές κεντρικό ευρετήριο για τα κράτη - μέλη, που αναπτύσσεται και υποστηρίζεται υλικοτεχνικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το οποίο αφορά τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, ώστε να πραγματοποιείται η προβλεπόμενη στις εν λόγω παραγράφους αυτόματη ανταλλαγή. Οι προς κοινοποίηση πληροφορίες, στο πλαίσιο εφαρμογής των παρ. 12, 13 και 15 του άρθρου 9ΑΒ, καταγράφονται σε ασφαλές κεντρικό ευρετήριο για τα κράτημέλη, που αναπτύσσεται και υποστηρίζεται υλικοτεχνικά από την Επιτροπή, το οποίο αφορά τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, ώστε να πραγματοποιείται η προβλεπόμενη στις εν λόγω παραγράφους αυτόματη ανταλλαγή. Η αρμόδια κατ’ ανάθεση αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4 και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που καταγράφονται στο εν λόγω ευρετήριο. Μέχρι να τεθεί σε λειτουργία το ανωτέρω ασφαλές κεντρικό ευρετήριο, η αυτόματη ανταλλαγή που προβλέπεται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 9Α και στις παρ. 12, 13 και 15 του άρθρου 9ΑΒ διενεργείται, σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος και τις ισχύουσες πρακτικές ρυθμίσεις.».
Άρθρο 54
Τροποποίηση του άρθρου 22 του ν. 4170/2013 - Αξιολόγηση (άρθρο 1 παρ. 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/822) Η παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η αρμόδια αρχή της παρ. 1 του άρθρου 4, μέσω της αρμόδιας αρχής της παρ. 1 του άρθρου 5, κοινοποιεί στην Επιτροπή ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με τα άρθρα 9, 9Α, 9ΑΑ και 9ΑΒ, καθώς και τα πρακτικά αποτελέσματα τα οποία επιτεύχθηκαν.».
Άρθρο 55
Προσθήκη άρθρου 56Α στον ΚΦΔ – Πρόστιμα εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής ή ανακριβούς/ατελούς υποβολής Έκθεσης ανά χώρα και Δηλωτέας Διασυνοριακής Ρύθμισης (άρθρο 1 παρ. 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/822)
Το άρθρο 24Α του ν. 4170/2013 καταργείται.
Μετά το άρθρο 56 του ν. 4174/2013, προστίθεται νέο άρθρο 56 Α που έχει ως εξής: «Άρθρο 56Α Πρόστιμα εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής ή ανακριβούς/ατελούς υποβολής Έκθεσης ανά χώρα και Δηλωτέας Διασυνοριακής Ρύθμισης Στις περιπτώσεις εκπρόθεσμης υποβολής ή μη υποβολής ή ανακριβούς/ατελούς υποβολής Έκθεσης ανά χώρα και Δηλωτέας Διασυνοριακής Ρύθμισης επιβάλλονται, αντί των προστίμων του άρθρου 56, τα ακόλουθα πρόστιμα:
Σε περίπτωση μη υποβολής Έκθεσης ανά χώρα, επιβάλλεται πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής ή υποβολής ανακριβούς Έκθεσης ανά Χώρα επιβάλλεται πρόστιμο δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ στους υπόχρεους της παρ. 1 του άρθρου 9ΑΑ του ν. 4170/2013.
Σε περίπτωση μη υποβολής πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση επιβάλλεται στους υπόχρεους του άρθρου 9ΑΒ του ν. 4170/2013 πρόστιμο πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, όταν ο υπόχρεος τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα, και δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, όταν ο υπόχρεος τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Το συνολικό ύψος των προστίμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπλάσιο του προβλεπόμενου προστίμου ανά φορολογικό έλεγχο, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση.
Σε περίπτωση υποβολής ανακριβών ή ελλιπών πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, επιβάλλεται στους υπόχρεους του άρθρου 9ΑΒ του ν. 4170/2013 πρόστιμο δυόμιση χιλιάδων (2.500) ευρώ, όταν ο υπόχρεος τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα, και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, όταν ο υπόχρεος τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Το συνολικό ύψος των προστίμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπλάσιο του προβλεπόμενου προστίμου ανά φορολογικό έλεγχο, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, επιβάλλεται στους υπόχρεους του άρθρου 9ΑΒ του ν. 4170/2013 πρόστιμο διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, όταν ο υπόχρεος τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα, και πεντακοσίων (500) ευρώ, όταν ο υπόχρεος τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα ανά μήνα καθυστέρησης και μέχρι τρεις μήνες, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Σε περίπτωση που η υποβολή γίνεται μετά από την παρέλευση τριών μηνών από την προθεσμία σύστημα, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Το συνολικό ύψος των προστίμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του προβλεπόμενου προστίμου των δυόμιση χιλιάδων (2.500) ευρώ ή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα, ανά ημερολογιακό έτος, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση. Σε περίπτωση που το πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής επιβάλλεται μετά από έλεγχο, το συνολικό ύψος των προστίμων δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπλάσιο του προβλεπόμενου προστίμου των δυόμιση χιλιάδων (2.500) ευρώ ή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα, ανά φορολογικό έλεγχο, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση.
Σε περίπτωση που ενδιάμεσος, ο οποίος απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, δεν προβαίνει στη γνωστοποίηση σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 9ΑΒ, επιβάλλεται πρόστιμο πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αν ο ενδιάμεσος τηρεί απλογραφικό λογιστικό σύστημα, και δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, αν ο ενδιάμεσος τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα. Το συνολικό ύψος των προστίμων του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπλάσιο του προβλεπόμενου προστίμου ανά φορολογικό έλεγχο, για κάθε δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση.
Άρθρο 56
Προσθήκη Παραρτήματος στο Κεφάλαιο Η΄ του ν. 4170/2013 – Διακριτικά (άρθρο 1 παρ. 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/822) Μετά το Παράρτημα III του Κεφαλαίου Η΄ του Μέρους Πρώτου του ν. 4170/2013, προστίθεται Παράρτημα IV, οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των διατάξεων του παρόντος, ως εξής: «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ Μέρος I: «Κριτήριο κύριου οφέλους»
Άρθρο 1
Γενικά διακριτικά της Κατηγορίας Α του άρθρου 1 του Μέρους ΙΙ του Παραρτήματος IV και ειδικά διακριτικά της Κατηγορίας Β, άρθρο 2 του Μέρους ΙΙ του Παρατήματος IV και της Κατηγορίας Γ, υποπερ. βα) της περ. β), περ. γ) και περ. δ) του άρθρου 3 του Μέρους ΙΙ του Παρατήματος IV μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνον όταν πληρούν το «κριτήριο του κύριου οφέλους».
Άρθρο 2
Το κριτήριο του κύριου οφέλους πληρούται, εάν μπορεί να αποδειχθεί, ότι το κύριο όφελος ή ένα από τα κύρια οφέλη που μπορεί κάποιος να αναμένει ευλόγως από μια ρύθμιση, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών γεγονότων και περιστάσεων, συνίσταται στην απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος.
Άρθρο 3
Όσον αφορά διακριτικό της Κατηγορίας Γ, παρ. 1 του άρθρου 1 του Μέρους ΙΙ του Παραρτήματος IV, η ύπαρξη των όρων και προϋποθέσεων που καθορίζονται στην Κατηγορία Γ, υποπερ. βα), της περ. β), περ. γ) ή περ. δ) του άρθρου 3 του Μέρους ΙΙ του Παρατήματος IV δεν είναι ικανή από μόνη της να αποτελεί λόγο για να θεωρείται ότι μία ρύθμιση πληροί το κριτήριο του κύριου οφέλους. Μέρος II: Κατηγορίες διακριτικών
Άρθρο 1
Κατηγορία Α: Γενικά διακριτικά που συνδέονται με το κριτήριο του κύριου οφέλους
Ρύθμιση κατά την οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή ένας συμμετέχων στη ρύθμιση αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμορφώνεται με όρο εμπιστευτικότητας που μπορεί να απαιτεί από αυτόν να μην αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίον η ρύθμιση θα μπορούσε να εξασφαλίσει φορολογικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ενδιαμέσων ή των φορολογικών αρχών.
Ρύθμιση κατά την οποία ο ενδιάμεσος δικαιούται να λάβει αμοιβή (τόκο, αποζημίωση για χρηματοδοτικές δαπάνες και άλλες επιβαρύνσεις) για τη ρύθμιση και η εν λόγω αμοιβή καθορίζεται σε σχέση με:
- α) το ποσό του φορολογικού πλεονεκτήματος που
προκύπτει από τη ρύθμιση, ή
- β) το αν πράγματι προκύπτει φορολογικό πλεονέκτημα
από τη ρύθμιση ή όχι, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης του ενδιαμέσου για μερική ή πλήρη επιστροφή της αμοιβής, εφόσον το επιδιωκόμενο φορολογικό πλεονέκτημα που προκύπτει από τη ρύθμιση δεν επιτεύχθηκε πλήρως ή εν μέρει.
Ρύθμιση που περιέχει ουσιαστικά τυποποιημένη τεκμηρίωση και/ή δομή και είναι διαθέσιμη σε περισσότερους από έναν ενδιαφερόμενους φορολογούμενους χωρίς να χρειάζεται να εξειδικεύεται ουσιωδώς προκειμένου να εφαρμοστεί.
Άρθρο 2
Κατηγορία Β: Ειδικά διακριτικά που συνδέονται με το κριτήριο του κύριου οφέλους
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)