Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 154/2000

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2000-07-11
Τελευταία ενημέρωση 2000-07-03
State In force
Source ΦΕΚ
articles 130
Reform history JSON API
8.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και για την αναγνώρι?ση δικαιώματος σύνταξης στην οικογένεια αυτού που δολοφονήθηκε στην υπηρε?σία από τρομοκράτες, ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας ή της ενά?σκησης των καθηκόντων του. Α Ρ Θ Ρ Ο 17 Αρμοδιότητα κανονισμού των συντάξεων. Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 30, οι συντάξεις του Κώ?δικα αυτού κανονίζονται από την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με εφαρμογή των διατάξεων του Α.Ν. 599/1968 και του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις αρμοδιότητες που αναγνωρίζονται από αυτόν στον Υπουργό Οικονομικών. Όπου στον Κώδικα αυτό απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης απο?ρία, αυτή κρίνεται από το όργανο που αποφασίζει ή δικαιοδοτεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΑΝΩΤΑΤΟ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ - ΕΝΑΡΞΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΣΥΡΡΟΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΥ ΄Η ΑΛΛΩΝ ΑΠΟΛΑΒΩΝ Α Ρ Θ Ρ Ο 18 Ανώτατο και κατώτατο όριο σύνταξης.

1.

Σε καμιά περίπτωση το σύνολο της σύνταξης που απονέμεται ή που πρέπει να απονεμηθεί σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό, δεν μπορεί να υπερβεί τον κάθε φορά μηνιαίο συντάξιμο μισθό, με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη. Κατ΄ εξαίρεση, αν συντρέχει περίπτωση προσαύξησης της σύνταξης σύμφωνα με τα άρθρα 9 ως 11 του Κώδικα αυτού, η σύνταξη που προσαυξάνεται με αυτόν τον τρόπο μπορεί να ορισθεί μέχρι το μηνιαίο μισθό ενεργείας, όπως αυτός καθορίζε?ται στην παρ. 2 του παραπάνω άρθρου 4. Η εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για τις συντάξεις υπαλλήλων οι οποίοι λαμβάνουν προσαύξηση στο συντάξιμο μισθό τους κατά 1/50 για κάθε έτος υπηρεσίας πέρα από το 35ο και μέχρι το 40ο, σύμφωνα με τη διάταξη της πα?ραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 1902/90, καθώς και γι΄ αυτούς που συνταξιοδο?τούνται με βάση τις διατάξεις των Νόμων 1897/90 και 1977/91. 1α. Το καθαρό ποσό σύνταξης ή το άθροισμα των καθαρών ποσών συντάξεων, που δικαιούται κάθε άμεσος ή έμμεσος συνταξιούχος από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, δεν επιτρέ?πεται να υπερβαίνει το 50πλάσιο του εκάστοτε τεκμαρτού ημερομισθίου της κατά το άρθρο 37 του Α.Ν. 1846/1951 22ης ασφαλιστικής κλάσης, εφόσον έστω και σε έναν από τους πιο πάνω φορείς η εισφορά του εργοδότη υπερβαίνει, κατά το χρόΆρθρο 16 παρ. 5 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 16 παρ. 6 Ν.Δ.

3395/55, όπως αντικ. με άρθρ. 19 παρ. 5 Ν.1489/84

Άρθρο 16 παρ. 7 Ν.Δ. 3395/55

΄Αρθρο 29 Ν. 1202/81

Άρθρο 17 εδαφ. πρώτο Ν.Δ.

3395/55, σε συνδ. με τα άρθρα 1 παρ. 1 Α.Ν. 599/68 και 10 παρ. 1 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 17 εδαφ. δεύτερο Ν.Δ.

3395/55

Άρθρο 18 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 1976/

91,όπως αντικ. με άρθρο 4 παρ. 3 Ν.2320/95 Άρθρα 8 Ν.1405/83, 4 παρ. 3 Ν.1976/91 και 2 Ν.2042/92 αναπήρων και θυμάτων πολέμου και των εξομοιούμενων με αυτούς, οι χορηγίες δη?μάρχων και κοινοταρχών, καθώς και οι συντάξεις, που προέρχονται από ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος και από αυτοαπασχόληση. Ως καθαρό ποσό σύνταξης λο?γίζεται το ποσό που απομένει μετά από την αφαίρεση από το ακαθάριστο ποσό σύ?νταξης του δικαιούχου των κάθε είδους κρατήσεων, που κατά νόμο τον βαρύνουν και του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς Ο.Γ.Α., που αναλογεί στο ποσό αυτό. Για τον υπολογισμό του φόρου δε λαμβάνεται υπόψη ο φόρος, που αντιστοιχεί για τυχόν άλλα εισοδήματα του συνταξιούχου, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θεωρείται ότι έχει σύζυγο και δύο τέκνα που τον βαρύνουν. Φορείς επικουρικής ασφάλισης για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγού?μενων εδαφίων είναι αυτοί που προσδιορίζονται από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 12 του Ν. 1405/1983. Στην περίπτωση που οι κατά τα προηγούμενα εδάφια συντάξεις καταβάλλονται από περισσότερους από ένα φορείς, το επιπλέον του ανώτατου επιτρεπτού ορίου ποσό εκπίπτει κατά σειρά από τη σύνταξη ή τις συντάξεις: α) του Ι.Κ.Α. εφόσον αυ?τό περιλαμβάνεται μεταξύ των φορέων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και β) του Δημοσίου με την ίδια προϋπόθεση. Σε κάθε περίπτωση που το Ι.Κ.Α. ή και το Δημόσιο δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των φορέων που αναφέρονται στη διάταξη του πρώτου εδαφίου ή μετά τις κατά το προηγούμενο εδάφιο μειώσεις εναπομένει ποσό συντάξεων μεγαλύτερο του κατά το πρώτο εδάφιο ανώτατου ορίου, το επιπλέον εκπίπτει από τις συντάξεις των λοι?πών φορέων με επιμερισμό αυτού κατ΄ αναλογία του καταβαλλόμενου από κάθε φο?ρέα ποσού σύνταξης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινω?νικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως , ορίζο?νται η διαδικασία ελέγχου και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή υπεύθυνες δηλώ?σεις για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής. Αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρα?γράφου αυτής επιλύονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινω?νικών Ασφαλίσεων και τυχόν συναρμόδιων υπουργών.

2.

Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος των συνταξιοδοτούμενων από το Δημόσιο σιδηροδρομικών συνταξιούχων και βοηθηματούχων καθορίζεται, χωρίς το συνυπολογισμό του τυχόν καταβαλλόμενου επιδόματος ανικανότητας, στο μισό του μηνιαίου βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 36, όπως ισχύει κάθε φο?ρά. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τις ατομικές και οι?κογενειακές συντάξεις ή βοηθήματα. Ως ποσό οικογενειακής σύνταξης ή βοηθήματος για την εφαρμογή αυτής της πα?ραγράφου, νοείται και το μερίδιο που εναπομένει μετά την αναστολή μεριδίου συν?δικαιούχου προσώπου καθώς και το ποσό που αναγνωρίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στην πατρική οικογένεια κατά συμμετοχή, όχι όμως και το ποσό σύνταξης ή βοηθήματος που καταβάλλεται ύστερα από χωρισμό. Α Ρ Θ Ρ Ο 19 Ηλικία συνταξιοδότησης.- Χρόνος έναρξης πληρωμής της σύνταξης.

1.

Για την καταβολή της σύνταξης των υπαλλήλων θεσπίζεται ηλικία συνταξιοδό?τησης, η οποία ορίζεται ως εξής:

  • α) Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μέχρι 31η Δεκεμβρίου 1997 το τεσ?σαρακοστό δεύτερο (42ο) έτος της ηλικίας τους συμπληρωμένο, προκειμένου για

μητέρες που έχουν ανήλικα ή σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα παιδιά κατά πο?σοστό από 50% και άνω, ή για γυναίκες με ανίκανο σύζυγο κατά ποσοστό 67% και άνω, το πεντηκοστό τρίτο (53ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τις λοιπές γυναίκες και το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος συμπληρωμένο προκει?μένου για τους άνδρες. Το κατά το προηγούμενο εδάφιο τεσσαρακοστό δεύτερο (42ο) έτος της ηλικίας

Άρθρο 1 παρ. 1,2 και 3 Ν.Δ.

1371/73, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 παρ. 5 Ν. 550/77, 2 παρ. 1 Ν.1002/79, 1 παρ. 3 Ν. 787/78, 11 Ν. 1694/87, όπως αντικ. με άρθρο 6 παρ. 2 Ν.2592/98

Άρθρο 1 παρ. 4 Ν.Δ. 1371/73

σε συνδ. με άρθρο 6 παρ. 2 Ν.2227/94

Άρθρο 19 παρ. 1 Ν.Δ.

3395/55, όπως ισχύει μετά το άρθρο 2 Ν.1976/91, όπως αντι?κατ. και συμπλ. με άρθρο 19 Ν.2084/92 και άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 2227/94 Η ηλικία συνταξιοδότησης, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης αυτής, ισχύει και για τις γυναίκες του δεύτερου εδαφίου της περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1997.

  • β) Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από 1ης Ιανουαρίου 1998 και με?τά, το πεντηκοστό (50ό) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο για τις μητέρες που έχουν

ανήλικα ή σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα παιδιά κατά ποσοστό 50% και άνω ή για γυναίκες με ανίκανο σύζυγο κατά ποσοστό 67% και άνω, το πεντηκοστό όγδοο (58ο) έτος συμπληρωμένο για τις λοιπές γυναίκες και το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες. Το κατά το προηγούμενο εδάφιο πεντηκοστό όγδοο (58ο) έτος ηλικίας των γυ?ναικών και το εξηκοστό (60ό) έτος ηλικίας των ανδρών, αυξάνεται από 1ης Ιανουα?ρίου 1998 και μετά κατά ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος μέχρι τη συ?μπλήρωση του εξηκοστού (60ού) έτους για τις γυναίκες και του εξηκοστού πέ?μπτου (65ου) έτους για τους άνδρες, ο δε υπάλληλος θα ακολουθεί το όριο ηλικίας που ισχύει κατά το χρόνο που θεμελιώνει το δικαίωμα σύνταξης. Το δικαίωμα σύνταξης , που θεμελιώνεται με βάση τις διατάξεις των προηγούμε?νων περιπτώσεων και τις διατάξεις του άρθρου 1 δε θίγεται από ενδεχόμενες με?ταβολές, που επέρχονται στην προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση του υπαλλή?λου, κατά την παραμονή του στην υπηρεσία μετά τη θεμελίωση.

2.

Η καταβολή της σύνταξης των υπαλλήλων της προηγούμενης παραγράφου, οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία λόγω παραίτησης ή για άλλους λόγους πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης, αναστέλλεται μέχρι τη συ?μπλήρωση της ηλικίας αυτής. Μετά τη λήξη της αναστολής αρχίζει η καταβολή της σύνταξης αναπροσαρμο?σμένης με όλες τις αυξήσεις που έχουν χορηγηθεί μέχρι την έναρξη καταβολής της. Η σύνταξη των γυναικών, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ια?νουαρίου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού πέ?μπτου (55ου) έτους της ηλικίας, μειώνεται όμως κατά το 1/200 του ποσού της για κάθε μήνα που υπολείπεται από την έναρξη καταβολής της μέχρι τη συμπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδότησης. Η σύνταξη των ανδρών υπαλλήλων, που θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, μπορεί να καταβληθεί μετά τη συμπλήρωση του εξηκο?στού (60ού) έτους της ηλικίας, μειώνεται όμως κατά 1/200 του ποσού της για κάθε μήνα, που υπολείπεται από την έναρξη καταβολής της και μέχρι τη συμπλήρωση της κατά περίπτωση ηλικίας συνταξιοδότησης. Για όσους έχουν προσληφθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1983, και συμπληρώνουν τριακοντακονταπενταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, η σύνταξη καταβάλλε?ται ολόκληρη μετά τη συμπλήρωση του πεντηκοστού ογδόου (58ου) έτους της ηλι?κίας προκειμένου για τις γυναίκες και του εξηκοστού (60ού) έτους της ηλικίας προ?κειμένου για τους άνδρες. Στην κατά το προηγούμενο εδάφιο τριακονταπενταετή συντάξιμη υπηρεσία πε?ριλαμβάνεται και ο χρόνος που λογίζεται ως συντάξιμος με τις διατάξεις του Ν.1405/1983, καθώς και οι προσαυξήσεις των συντάξεων με τριακοστά πέμπτα ή πεντηκοστά.

3.

Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή για όσους από τους λοιπούς υπαλλήλους:

  • α) Απολύονται από την υπηρεσία για σωματική ή διανοητική ανικανότητα είτε αυ?τή οφείλεται στην υπηρεσία είτε όχι.

Το ίδιο ισχύει και όταν ο υπάλληλος, ενώ έχει θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης και αποχωρήσει πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης, καταστεί στο μεταξύ ανίκανος κατά ποσοστό τουλάχιστον 67%. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που κατέστη ανίκανος. Το ποσοστό της ανικανότητας και η ημερομηνία που επήλθε αυτή βεβαι?ώνονται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

Άρθρο 2 παρ. 3 του Ν.

1976/1991

  • δ) Αποχωρούν από την υπηρεσία μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1997 και έχουν συμπλη?ρώσει τριακονταπενταετή τουλάχιστον συντάξιμη υπηρεσία, στην οποία συνυπο?λογίζονται οι πλασματικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες που λογίζονται συντάξιμες με

τις διατάξεις του Ν. 1405/1983, καθώς και οι προσαυξήσεις των συντάξεων με τρια?κοστά πέμπτα.

  • ε) Ανήκουν στις γυναίκες και τους χήρους ή διαζευγμένους υπαλλήλους που ανα?φέρονται στο τρίτο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού.
  • στ) Έχουν προσληφθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1982 και συμπληρώνουν, μετά τη θε?μελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος επταετή (7ετή) πλήρη πραγματική συ?ντάξιμη υπηρεσία, στην οποία περιλαμβάνονται και οι προϋπηρεσίες του άρθρου 1

του Ν. 1405/1983. Με εξαίρεση τις γυναίκες του δεύτερου εδαφίου της περίπτ. α΄ της παραγρ. 1 του άρθρου 1, η κατά το προηγούμενο εδάφιο επταετής πλήρης πραγματική συντάξι?μη υπηρεσία για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, αυξάνεται κατά ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος από την 1η Ιανου?αρίου 1998 μέχρι τη συμπλήρωση 10 πλήρων ετών, ο δε υπάλληλος θα ακολουθεί το αυξημένο όριο που ισχύει κατά το έτος θεμελίωσης του δικαιώματος.

4.

Για τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης λαμβάνεται υπόψη η ημερο?μηνία γέννησης του υπαλλήλου, εκτός αν αυτή δεν αποδεικνύεται , οπότε λαμβά?νεται υπόψη η 31η Δεκεμβρίου του έτους που γεννήθηκε.

5.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων η πληρω?μή της σύνταξης αρχίζει από την επομένη της απομάκρυνσης του υπαλλήλου από την υπηρεσία ή από την επομένη του θανάτου του ή από την επομένη λήξης των τυχόν καταβαλλόμενων κατά το επόμενο άρθρο τρίμηνων αποδοχών. Το τελευταίο ισχύει και για το συνταξιούχο.

6.

Σε περίπτωση θανάτου του πατέρα, το κατά την περιπτ. β της παρ. 1 του άρ?θρου 3 δικαίωμα στη σύνταξη και η πληρωμή της σύνταξης της χήρας μητέρας ή αδελφών αρχίζει από την επομένη του θανάτου του.

7.

Σε περίπτωση κήρυξης αφάνειας, το δικαίωμα της σύνταξης και η πληρωμή της αρχίζει από την τελευταία στιγμή του κινδύνου ή την τελευταία είδηση για τον άφα?ντο σύμφωνα με τις διατάξεις για την αφάνεια.

8.

Οι συντάξεις καταβάλλονται κάθε μήνα και στην αρχή του μήνα τον οποίο αφο?ρούν.

9.

Τις αποδοχές του προσωπικού που πρόκειται να απολυθεί για σωματική ή δια?νοητική ανικανότητα, μέχρι την τελική κρίση από την Α.Σ.Υ. Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 16, εξακολουθεί να καταβάλει ΟΣΕ, και πάντως όχι πέρα από ένα τρίμηνο. Α Ρ Θ Ρ Ο 20 Καταβολή τρίμηνων αποδοχών.

1.

Στο σιδηροδρομικό υπάλληλο που απομακρύνεται από την υπηρεσία για οποι?ονδήποτε λόγο παρέχεται για ένα τρίμηνο ολόκληρος ο συντάξιμος μισθός, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 4 του Κώδικα αυτού, ανεξάρτητα από το αν έχει συ?μπληρώσει την ηλικία συνταξιοδότησης, με εξαίρεση:

  • α) την περίπτωση της απόλυσης για πειθαρχικό παράπτωμα ή υπηρεσιακή ανε?πάρκεια, και
  • β) την περίπτωση της παραίτησης χωρίς να συντρέχει η υπηρεσία που αναφέρε?ται στο άρθρο 1 παρ. 1 περίπτωση α΄.
2.

Η παροχή του τριμήνου καταβάλλεται και στη χήρα σύζυγο και τα τέκνα του υπαλλήλου που πέθανε στην υπηρεσία εφόσον γι΄ αυτά συντρέχουν οι προϋποθέ?σεις του άρθρου 2 του Κώδικα αυτού.

3.

Αν αυτός που πέθανε ήταν συνταξιούχος, καταβάλλεται για ένα τρίμηνο στη χή?ρα σύζυγο και στα τέκνα που δικαιούνται σύνταξη ολόκληρη η σύνταξή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο υπάλληλος που αποχώρησε πεθάνει κατά το χρόΆρθρο 19 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 19 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 19 παρ. 4 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 19 παρ. 5 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 20 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55

σε συνδ. με άρθρο 4 του Ν.1902/90 και άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 1976/91

Άρθρο 20 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55

σε συνδ. με άρθρο 4 Ν. 1902/90 και άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 1976/91

Άρθρο 20 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55

σε συνδ. με άρθρο 4 Ν. 1902/90 και άρθρο 3 παρ. 2 Ν.1976/91 επομένη της λήξης του τριμήνου, εκτός αν η σύνταξη μαζί με τις προσαυξήσεις εί?ναι μεγαλύτερη από τις αποδοχές, οπότε η πληρωμή αρχίζει από τη στιγμή που γεν?νήθηκε το δικαίωμα σε σύνταξη, με συμψηφισμό των τυχόν αποδοχών που κατα?βλήθηκαν.

5.

Αν αυτός που δικαιώθηκε παροχών τριμήνου επανέλθει στην υπηρεσία, δικαι?ούται πάλι στην απόληψη τρίμηνων παροχών, αν η μετά την επάνοδο υπηρεσία του είναι τουλάχιστον 4ετής και συνεχής.

6.

Αν μετά τη λήξη του τριμήνου που αναφέρεται παραπάνω δεν έχει εκδοθεί πρά?ξη κανονισμού της σύνταξης, καταβάλλεται για τρείς ακόμη μήνες το μισό των πα?ροχών ή της σύνταξης, με συμψηφισμό τους στη σύνταξη που θα κανονισθεί.

7.

Οι παροχές που προβλέπονται από τις προηγούμενες παραγράφους κατα?βάλλονται από τον ΟΣΕ σε βάρος του Δημοσίου. Α Ρ Θ Ρ Ο 21 Συρροή συντάξεων και μισθού ή συντάξεων.

1.

Σε κανένα υπέρ του οποίου αναγνωρίσθηκαν σε βάρος των δικτύων περισσό?τερα από ένα δικαιώματα σύνταξης, τα οποία απορρέουν από δική του υπηρεσία ή πάθημα και από μεταβίβαση δικαιώματος υπαλλήλου ή συνταξιούχου που πέθανε, δεν καταβάλλεται από το Δημόσιο διπλή σύνταξη ή σύνταξη και αποδοχές συγχρόνως. Αν από το θάνατο υπαλλήλου ή συνταξιούχου γεννιούνται για την οικογένειά του περισσότερα από ένα δικαιώματα σύνταξης, που απορρέουν από δική του υπηρε?σία ή πάθημά του ή από τις συνθήκες του θανάτου του, η οικογένεια του δικαιούται μόνο τη μία σύνταξη με επιλογή της.

2.

Αναστέλλεται, επίσης, η καταβολή της σύνταξης, αν ο συνταξιούχος ασκεί αυ?τοτελές επάγγελμα, εκτός από αυτούς που ασκούν ελευθέριο επάγγελμα, ή παρέχει εξαρτημένη εργασία από τα οποία κερδίζει ποσό μεγαλύτερο από το διπλάσιο του μισθού ενεργείας του βαθμού, με βάση τον οποίο κανονίσθηκε η σύνταξη.

3.

Το Ν.Δ. 641/70, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ. 1209/72 και το άρθρο 6 του Ν. 1379/83, έχει εφαρμογή και για όσους υπάγονται στον Κώδικα αυτό.

4.

Όσοι από τους συνταξιούχους προτιμήσουν τη σύγχρονη καταβολή αποδοχών και σύνταξης με συνέπεια τη μη αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου υπηρεσίας τους, δεν απαλλάσσονται κατά τη διάρκεια αυτού από την υποχρέωση καταβολής των κρατήσεων για κύρια σύνταξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΣ Α Ρ Θ Ρ Ο 22 Έκπτωση από το συνταξιοδοτικό δικαίωμα. (Καταργήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 7 Ν.1489/84) Α Ρ Θ Ρ Ο 23 Περιορισμοί στην αναδρομική πληρωμή συντάξεων. - Παραγραφές.

1.

Δεν επιτρέπεται σε καμιά ανεξαιρέτως περίπτωση ν΄ αναγνωριστούν αναδρο?μικά οικονομικά δικαιώματα από συντάξεις για χρονικό διάστημα πέρα από τρία έτη από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.

2.

Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων γενικά και βοηθη?ματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων τους από καθυστερούμενες

Άρθρο 20 παρ. 4 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 20 παρ. 5 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 20 παρ. 6 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 6 παρ. 3 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 21 παρ. 1 Ν.Δ.

3395/55, όπως αντικ. με το άρ?θρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 442/70

Άρθρο 6 παρ. 6 Ν. 2227/94

Άρθρο 21 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 1 σε συνδυασμό με το

άρθρ. 6 παρ. 5 Ν.Δ. 641/70, όπως αντικ. από το άρθρο 6 Ν.1379/83

Άρθρο 4 παρ. 4 Ν. 2320/95

Άρθρο 23 παρ. 1 Ν.Δ.

3395/55, όπως αντικ. με άρθρο 19 παρ. 8 Ν.1489/84

Άρθρο 23 παρ. 2 εδ. πρώτο

Ν.Δ. 3395/55, όπως ισχύει μετά στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση για πρώτη φορά πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης ή βοηθή?ματος παραγράφονται σε δύο χρόνια που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. Οι διατάξεις για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής του Ν. 2362/1995 και αυτές του Ν.Δ. 496/74 εφαρμόζονται ανάλογα και στις παραπάνω περιπτώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΥΤΟΥ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ. Α Ρ Θ Ρ Ο 24 Απώλεια δικαιώματος σύνταξης. Το συνταξιοδοτικό δικαίωμα χάνεται :

  • α) Αν ο υπάλληλος απολυθεί γιατί έπαυσε να εκπληρώνει τα καθήκοντά του αδι?καιολόγητα.
  • β) Αν ο δικαιούχος καταδικαστεί αμετάκλητα, είτε όταν ήταν στην ενέργεια είτε

ως συνταξιούχος, σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, πλαστογρα?φία, απιστία, παραποίηση ή δολιοφθορά ή σε φυλάκιση για δωροδοκία ή δωρολη?ψία, εφόσον τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά των δικτύων, του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και αν καταδικαστεί αμετάκλητα για κάποια από τα αδικήματα των άρθρων 270 και 272 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το Ν.Δ. 364/1969. Αν παρασχεθεί χάρη και αρθούν οι συνέπειες ή αν επέλθει αποκατάσταση το δι?καίωμα ανακτάται με τους όρους του δεύτερου εδαφίου της περ. β της παρ. 1 του επόμενου άρθρου.

  • γ) Αν η θυγατέρα έλθει σε γάμο ή η χήρα σε νέο γάμο είτε κατά το δίκαιο της χώ?ρας μας είτε κατά το αλλοδαπό δίκαιο ή αν η χήρα σύζυγος εκπέσει από τη γονική

μέριμνα των παιδιών λόγω καταδίκης για αδίκημα που διέπραξε με δόλο και το οποίο αφορά τη ζωή, την υγεία και τα ήθη του τέκνου, σύμφωνα με το άρθρο 1537 του Αστ. Κώδικα.

  • δ) Αν η χήρα σύζυγος που δικαιώθηκε σύνταξη καταδικαστεί με αμετάκλητη δι?καστική απόφαση για παιδοκτονία.

Α Ρ Θ Ρ Ο 25 Αναστολή άσκησης του δικαιώματος σύνταξης.

1.

Το δικαίωμα σε σύνταξη δεν μπορεί να ασκηθεί αν ο δικαιούχος:

  • α) Καταδικαστεί σε ποινή κάθειρξης για οποιοδήποτε αδίκημα, εκτός από αυτά

που αναφέρονται στη περιπτ. β΄ του προηγούμενου άρθρου, και μέχρι τη λήξη της ποινής και

  • β) αποβάλει την ελληνική ιθαγένεια ή αποκτήσει ξένη. Αν αρθεί ο λόγος για τη μη

άσκηση, τότε το δικαίωμα σε σύνταξη αρχίζει ή επαναλαμβάνεται από την πρώτη του επόμενου μήνα μετά την άρση.

2.

Για τους πολίτες των άλλων Κρατών - Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαιτείται η ελληνική ιθαγένεια για την απόκτηση του δικαιώματος σύνταξης.

3.

Σε περίπτωση κήρυξης αφάνειας το δικαίωμα σε σύνταξη δεν μπορεί να ασκη?θεί πριν από τη νόμιμη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης για την αφάνεια. Α Ρ Θ Ρ Ο 26 Μεταβίβαση σύνταξης στη σύζυγο και τα τέκνα του καταδικασθέντος.

1.

Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που έχει καταδικαστεί σύμφωνα με την περί?πτωση β΄ του άρθρου 24 δικαιούνται, με τους όρους αυτού του Κώδικα, τη σύνταξη τα άρθρα 90 παρ. 5 και 91 Ν. 2362/95

Άρθρο 23 παρ. 2 εδαφ. δεύτε?ρο Ν.Δ. 3395/55, σε συνδ. με τα

άρθρα 92 και 93 Ν. 2362/95 και 50 και 51 Ν.Δ. 496/74

Άρθρο 24 παρ. 1 περιπτ. α

Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 24 παρ. 1 περιπ. β΄

εδάφ. πρώτο Ν.Δ.3395/55 σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 366/69, όπως αντικ. με άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 1813/88

Άρθρο 24 παρ. 1 περ. β΄ εδαφ.

δεύτε- ρο Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 24 παρ. 1 περ. γ΄ και δ΄

Ν.Δ. 3395/55, όπως αντικ. με άρθ. 11 παρ. 4 Ν. 1813/88

Άρθρο 25 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2703/99

Άρθρο 25 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 26 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55

2.

Σε περίπτωση που ανακτηθεί το δικαίωμα απ΄ αυτόν που καταδικάσθηκε σύμ?φωνα με τους όρους του δευτέρου εδαφίου της περίπτωσης β του άρθρου 24, παύ?ει η πληρωμή της κατά την προηγούμενη παράγραφο σύνταξης.

3.

Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 περιπτ. α΄ δικαιούνται στο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να ασκηθεί απ΄ αυτόν το δικαίωμα σε σύνταξη ή καταβολή, να πάρουν τη σύνταξη που τους ανήκει σύμφωνα με αυτόν τον Κώδικα, σαν αυτός που καταδικάσθηκε να είχε πεθάνει. Α Ρ Θ Ρ Ο 27 Μεταβολή της συνταξιοδοτικής κατάστασης.

1.

Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται μέσα σε έξι μήνες από τη μεταβολή των προ?ϋποθέσεων της συνταξιοδοτικής του κατάστασης να τη γνωστοποιεί στο φορέα συ?νταξιοδότησής του. Αν από την παράλειψη της αναγγελίας επέλθει ζημιά στο φορέα από σύνταξη που καταβλήθηκε χωρίς να οφείλεται, ο συνταξιούχος υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της σύνταξης τριών μηνών και παράλληλα υποχρεούται να επανορθώ?σει και τη ζημιά που προκλήθηκε. Το ποσό της χρηματικής ποινής και της ζημιάς που προκλήθηκε βεβαιώνεται και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την είσπραξη των Δημόσιων Εσόδων.

2.

Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται να υποβάλλει στην αρχή κάθε έτους (Ιανουά?ριος) βεβαίωση, που εκδίδεται από Αστυνομική, Δημοτική ή Κοινοτική Αρχή, από την οποία να προκύπτει ότι δεν επήλθε μεταβολή στην προσωπική ή οικογενειακή του κατάσταση. Σε περίπτωση που η παραπάνω βεβαίωση δεν υποβληθεί έγκαιρα, αναστέλλεται η πληρωμή της σύνταξης μέχρι την υποβολή της. Στις παραπάνω περιπτώσεις όποιος παραλείπει να ενημερώσει τις Διευθύνσεις Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ή υποβάλλει ψευδή δήλωση για την προσωπική ή οικογενειακή ή περιουσιακή κατάσταση του συνταξιούχου, η οποία επηρεάζει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, τιμωρείται ύστερα από αυτε?πάγγελτη δίωξη με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ακόμη διακόπτεται η κα?ταβολή της σύνταξής του για μία διετία από την πρώτη του επόμενου μήνα που το γεγονός διαπιστώνεται από την αρμόδια Διεύθυνση. Η σύνταξη που διακόπηκε ξα?ναχορηγείται είτε μετά την παρέλευση της διετίας είτε αναδρομικά από τη διακοπή της μετά την αμετάκλητη αθώωση του συνταξιούχου από τα δικαστήρια, εφόσον αυτή γίνει νωρίτερα της διετίας, ή την οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή την κή?ρυξή της σαν απαράδεκτης. Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται να ενημερώνει τις αρμόδιες διευθύνσεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όποτε αυτό του ζητηθεί, για την προσωπική, οι?κογενειακή και οικονομική του κατάσταση. Σε περίπτωση που δεν υποβληθούν τα παραπάνω στοιχεία μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται στη σχετική ειδοποίηση, διακόπτεται η καταβολή της σύνταξής του. Η σύνταξη που διακόπηκε ξαναχορη?γείται αναδρομικά από την επομένη της διακοπής της εφόσον τεθούν υπόψη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων τα σχετικά στοιχεία. Α Ρ Θ Ρ Ο 28 Εκχώρηση και κατάσχεση των συντάξεων.

1.

Απαγορεύεται η εκχώρηση ή η κατάσχεση των συντάξεων. Αν πρόκειται για δια?τροφή συζύγου, κατιόντων ή ανιόντων επιτρέπεται η κατάσχεση του ενός τρίτου, ύστερα από άδεια του Προέδρου Πρωτοδικών. Αν πρόκειται για εξόφληση ενυπόθηκων οικοδομικών δανείων, επιτρέπεται η εκχώρηση μέχρι και άλλου ενός τρίτου. Ακόμη επιτρέπεται η μέχρι του ενός τρίτου εκχώρηση της σύνταξης υπέρ Επαγ?γελματικών Οργανώσεων, οι οποίες ανήκουν στη δύναμη της Γενικής Συνομο?σπονδίας Εργατών Ελλάδος και σε τμήματα αυτής, ή υπέρ Καταναλωτικών Συνε?ταιρισμών του προσωπικού των σιδηροδρομικών υπαλλήλων ή συνταξιούχων.

2.

Επιτρέπεται ο συμψηφισμός με τις χορηγούμενες συντάξεις μόνο για την απόΆρθρο 26 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 26 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 27 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 27 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 8 παρ. 9 Ν. 2592/98

Άρθρο 8 παρ. 10 Ν. 2592/98

Άρθρο 28 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 28 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55

Ο συμψηφισμός αυτών των απαιτήσεων του συνταξιοδοτικού φορέα με τη σύ?νταξη, διενεργείται με δόσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να υπερβούν το ένα τρί?το (1/3) αυτής.

3.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5 του Ν. 4448/1964 αχρεωστή?τως καταβαλλόμενες συντάξεις, βοηθήματα, καθώς και επιδόματα που καταβάλ?λονται μαζί με τη σύνταξη ή το βοήθημα, μέχρι ποσού τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών, παρακρατούνται με απόφαση του διευθυντή της αρμόδιας δι?εύθυνσης συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους από τις συντάξεις των επόμενων μηνών σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) του ακαθάριστου ποσού της μηνιαίας σύνταξης. Στην περίπτωση που ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων δεν επαρκεί για την εξόφλη?ση του παραπάνω ποσού, ο χρόνος επιμηκύνεται ανάλογα. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Α Ρ Θ Ρ Ο 29 Έκταση εφαρμογής του Κώδικα.

1.

Οι διατάξεις αυτού του Κώδικα εφαρμόζονται:

  • α) Σε όσους σιδηροδρομικούς συνταξιοδοτούνται κατά τη δημοσίευση του Ν.Δ.

3395/55, των οποίων οι συντάξεις αναπροσαρμόζονται με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, με εξαίρεση όσες διατάξεις αναφέρονται στις προϋποθέσεις θεμε?λίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Σε καμιά όμως περίπτωση η σύνταξη, που αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τη σύνταξη, που έπαιρνε ο συνταξιούχος μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 3395/1955 (8.10.1955), αλλά το επιπλέον ποσό της σύνταξης που ανήκει σ΄ αυτόν θεωρείται σαν προσωρινό επίδομα, που δε μεταβιβάζεται.

  • β) Σε όσους σιδηροδρομικούς απέκτησαν δικαίωμα σε σύνταξη σύμφωνα με τις

διατάξεις του Ν.Δ. 3395/1955, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με?ταγενέστερα.

  • γ) Στο προσωπικό των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), το οποίο με?ταφέρθηκε, σε εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 674/1970 στον ΟΣΕ που

ιδρύθηκε μ΄αυτό, εφόσον κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του νομοθετικού αυτού διατάγματος είχε συμπληρώσει 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία στα σιδηροδρομικά δίκτυα του Κράτους, και του οποίου η υπηρεσία στον Οργανισμό αυτό λογίζεται ότι διανύθηκε στο δίκτυο των ΣΕΚ. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και στο προσωπικό, του οποίου το συνταξιοδοτικό δικαίωμα διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 3395/1955, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν, αα) των Ασφαλιστικών Τα?μείων Προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων , και ββ) της Διεθνούς Εταιρείας Κλιναμαξών (ΔΕΚ), εφόσον συμπλήρωσαν, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.Δ. 674/1970, 15ετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία στα παραπάνω Ασφαλιστικά Ταμεία ή στη ΔΕΚ αντίστοιχα. Το προσωπικό των προηγούμενων εδαφίων αυτής της περίπτωσης δεν μπορεί να ασφαλισθεί στον Κλάδο συντάξεων του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Οργανι?σμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΤΑΠΟΤΕ).

  • δ) Στο μόνιμο υγειονομικό προσωπικό του ΟΣΕ και του Ταμείου Αλληλοβοηθείας

Προσωπικού του ΟΣΕ που μετατάσσεται σε Δημόσια Υπηρεσία, ανεξάρτητα από το χρόνο υπηρεσίας που έχει κατά το χρόνο της μετάταξής του.

  • ε) Στο προσωπικό της περίπτ. γ΄ αυτής της παραγράφου που υπαγόταν κατά το

χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.Δ. 674/1970 στις διατάξεις του Ν.Δ. 3395/1955 και δεν είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο αυτό 15ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία στα σιδηροδρομικά δίκτυα του Κράτους.

Άρθρο 20 παρ. 8 Ν. 2084/92,

όπως αντικ. με το άρθρο 5 παρ. 9 Ν.2320/95 Άρθρ. 30 παρ. 1 και 2 Ν.Δ. 3395/55 Διευκρινιστική διάταξη από τη νομοθεσία που ισχύει

Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 1 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 1 παρ. 3 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 4 παρ. 1 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 3 παρ. 1 Ν.Δ. 1342/73

Ταμείων, που εξήλθαν από 1ης Μαρτίου 1955 από την υπηρεσία τους για κατάργη?ση θέσης ή σωματική ανικανότητα, κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία, δηλ. τις πριν από το Ν.Δ. 3395/1955 διατά?ξεις, οι οποίοι θεωρούνται όλοι σαν να είχαν συνταξιοδοτηθεί πριν από το Ν.Δ/γμα αυτό.

3.

Όσοι επιστρατεύθηκαν πολιτικά σε σιδηροδρομικά δίκτυα σύμφωνα με το Ν.Δ. 1185/1942 και έπαθαν από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους δι?καιούνται σύνταξη με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3395/1955 και από την έναρξη της ισχύος του (1.3.1955) εφόσον, εξαιτίας του ατυχήματος αυτού, κατέστησαν ανίκα?νοι για εργασία με ανικανότητα η οποία διαπιστώνεται σύμφωνα με το άρθρο 16.

4.

Οι υπάλληλοι που αναφέρονται στο άρθρ. 1 του Ν.Δ. 3395/1955 οι οποίοι εξήλ?θαν από την υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος του και δεν απέκτησαν δικαίω?μα σε σύνταξη γιατί θεωρήθηκαν ότι αποχώρησαν οικειοθελώς, δικαιούνται σύντα?ξη από τη χρονολογία αυτή, εφόσον κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπη?ρεσία είχαν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω απόλυσης, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις που ίσχυαν τότε, και δεν είχαν υποβάλει έγγραφη παραί?τηση.

5.

Με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 2 του Ν.Δ. 3395/1955 επανακτούν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4295/1963 το δικαίωμα σε σύνταξη οι άγαμες θυγατέρες των σιδηροδρομικών υπαλλήλων, των οποίων η σύνταξη που καταβαλλόταν από τα οι?κεία Ταμεία Συντάξεων διακόπηκε λόγω συμπλήρωσης της ηλικίας που προβλέπε?ται από τους κανονισμούς αυτών των Ταμείων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές στε?ρούνται επαρκών πόρων για τη συντήρησή τους. 5α. Οι διατάξεις του Ν. 1405/1983 εφαρμόζονται ανάλογα και για τους σιδηρο?δρομικούς υπαλλήλους που αποχώρησαν από την υπηρεσία πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 674/1970 χωρίς να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Α Ρ Θ Ρ Ο 30 Συνταξιοδοτικός φορέας.

1.

Από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 1342/1973 οι συντάξεις όσων αποχώρησαν από την υπηρεσία μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1970 οι οποίες βαρύνουν τους ΣΕΚ, καθώς και οι συντάξεις των υπαλλήλων που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου καταβάλλονται από το Δημόσιο, το οποίο και βαρύ?νουν.

2.

Από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 1342/1973 το προσωπικό, που αναφέρεται στην περίπτ. ε΄ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, υπάγεται στην ασφάλιση του Κλάδου Συντάξεων του ΤΑΠΟΤΕ.

3.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων γ΄ εδάφια δεύτερο και τρίτο και ε΄ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, καθώς και οι διατάξεις των παρ. 2 αυτού του άρθρου, 5 του άρθρου 31, 4 και 5 του άρθρου 39 και 5 του άρθρου 47, έχουν εφαρμογή και στο υγειονομικό γενικά προσωπικό του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Προσωπικού ΟΣΕ, που αναφέρεται στην περ. στ΄ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, το οποίο διέ?πεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 3395/1955, σε περίπτωση τυχόν μετάταξής του στο ΤΑΠΟΤΕ.

4.

Το προσωπικό που έχει προσληφθεί από 1 Ιανουαρίου 1971 και προσλαμβάνε?ται έκτοτε από τον ΟΣΕ υπάγεται στην ασφάλιση του Κλάδου Συντάξεων του ΤΑ?ΠΟΤΕ με εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τη νομοθεσία του. Για την αναγνώριση προϋπηρεσιών του παραπάνω προσωπικού ισχύουν οι δια?τάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 και του άρθρου 11 του Ν. 825/1978.

Άρθρο 4 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 30 παρ. 5 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 31 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 31 παρ. 4 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 5 παρ. 8 Ν.4295/63

Άρθρο 6 παρ. 2 εδάφιο πρώτο

Ν. 1405/83

Άρθρο 5 παρ. 1 εδάφ. πρώτο

Ν.Δ. 1342/1973 Έχει ληφθεί από το άρθρο 3 παρ. 1 Ν.Δ. 1342/1973

Άρθρο 4 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 7 Ν.Δ. 1342/1973

Άρθρο 6 παρ. 2 εδαφ. τρίτο Ν.

1405/83

1.

Η σύνταξη του προσωπικού των σιδηροδρόμων που συνταξιοδοτείται από το Δημόσιο υπολογίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρ. 4 και με βάση τα βαθ?μολογικά δεδομένα που ίσχυαν κατά την 1η Ιανουαρίου 1981.

2.

Για όσους έχουν βαθμό, που δεν περιλαμβάνεται στα βαθμολογικά δεδομένα της 1ης Ιανουαρίου 1981, ως μισθός για τον κανονισμό της σύνταξής τους λαμβά?νεται υπόψη ο μισθός του βαθμού ή του μισθολογικού κλιμακίου που αντιστοιχεί, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 4, στο βαθμό του κλάδου που περισσότερο προσεγγίζει ο μισθός του βαθμού που είχαν κατά το χρόνο εξόδου τους από την υπηρεσία. Ειδικά, για όσους εξήλθαν από την υπηρεσία πριν από την παραπάνω ημερομη?νία, ο μισθός καθορίζεται από τις ίδιες διατάξεις με βάση το βαθμό του κλάδου στον οποίο περισσότερο προσεγγίζει ο βαθμός του κλάδου με τον οποίο έχουν συντα?ξιοδοτηθεί. Σε κάθε περίπτωση , ο μισθός που περισσότερο προσεγγίζει, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το μισθό του βαθμού του αμέσως προϊσταμένου τους ή από το μισθό του ανώτατου βαθμού ή κλάδου τους.

3.

Η σύνταξη των έμμισθων δικηγόρων και του Προϊσταμένου Δικαστικής Υπηρε?σίας των τέως ΣΕΚ, που δεν αμείβονται με τις μισθολογικές διατάξεις του προσω?πικού τους, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές που τους καταβάλλονταν την 31.12.1970, προσαυξημένες με το ποσοστό μεταγενέστερης αύξησης του νόμιμου ελαχίστου ορίου πάγιας αμοιβής ή των νόμιμων προσαυξήσεων της πάγιας αμοι?βής των δικηγόρων της κατηγορίας στην οποία υπάγονται οι δικηγόροι των τέως ΣΕΚ.

4.

Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για ποσοστιαία αύξηση των συντάξεων των δημόσιων υπαλλήλων έχουν ανάλογη εφαρμογή και στις συντάξεις που κατα?βάλλονται σύμφωνα με τα παραπάνω.

5.

Για τον υπολογισμό των εισφορών στο ΤΑΠΟΤΕ και των συντάξεων που κατα?βάλλονται από αυτό στο προσωπικό που ασφαλίζεται στο ταμείο αυτό, καθώς και για το συνυπολογισμό από το ΤΑΠΟΤΕ του χρόνου που αναγνωρίζεται ως συντάξι?μος σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 39, ως μισθός νοείται εκείνος με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού. Για τον προσδιορισμό του ποσού των συντάξεων του προσωπικού που αναφέρε?ται στο προηγούμενο εδάφιο (σε ποσοστά στις συντάξιμες αποδοχές και τα έτη συ?ντάξιμης υπηρεσίας), έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 8 αυτού του Κώδι?κα.

6.

Προαγωγές σιδηροδρομικών υπαλλήλων που εξήλθαν από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου 1980 μέχρι 27 Απριλίου 1980, οι οποίες έγι?ναν σε εφαρμογή της με αριθμ. ΥΠ. ΣΥΓΚΟΙΝ. Φ2/14263/402/22.4.1980 κοινής από?φασης των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών μετά την έξοδό τους από την υπηρεσία, από χρονολογία όμως προγενέστερη από την έξοδό τους, λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξής τους. Α Ρ Θ Ρ Ο 32 Συντάξιμος μισθός προσωπικού ΔΕΚ.

1.

Ο κανονισμός της σύνταξης του προσωπικού της Διεθνούς Εταιρείας Κλινα?μαξών (ΔΕΚ), που συνταξιοδοτείται από το Δημόσιο, γίνεται με βάση την παρακά?τω αντιστοιχία με τους βαθμούς των υπαλλήλων των σιδηροδρομικών δικτύων:

  • α) Ο διευθυντής του τμήματος της ΔΕΚ στην Ελλάδα εξομοιώνεται με διευθυντή

σταθμών των δικτύων.

  • β) Ο προϊστάμενος ελληνικών πρακτορείων με αρχιεπιθεωρητή.
  • γ) Ο επιθεωρητής και προϊστάμενος πρακτορείου Α.Α., με επιθεωρητή,
  • δ) Ο υποεπιθεωρητής προϊστάμενος πρακτορείου, Α.Β., υποπροϊστάμενος πρα?κτορείου Α.Α. και προϊστάμενος πρακτορείου με σταθμάρχη Α΄ τάξης,
  • ε) Ο κεντρικός ελεγκτής, εργοδηγός, υποπροϊστάμενος πρακτορείου και προϊΆρθρο 31 παρ. 1 Π.Δ. 850/80,

όπως αντικατ. από το άρθρ. 34 παρ. 3 εδάφ. πρώτο Ν. 1202/81 και από το άρθρο 2 Ν.1777/88

Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73,

όπως ισχύει μετά το άρθρο 34 παρ. 3 (εδάφ. δεύτερο και τρί?το) Ν.1202/1981, όπως αντικατ. με το άρθρ. 2 Ν.1777/88

Άρθρο 2 παρ. 4 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 5 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 3 παρ. 4 Ν.Δ. 1342/73

Άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 1489/84

Άρθρ. 4 Ν.4295/63 σε συν?δυασμό με άρθρο 2 παρ. 5 Ν.Δ. 1342/73,όπως αντικ. με άρθρ. 24 παρ. 1 Ν.955/79 και με άρθρ. 3 Ν. 1777/1988

  • ζ) Ο αρχιπωλητής Α.Α. και αποθηκάριος με σταθμάρχη Δ΄ τάξης,
  • η) Ο αρχιπωλητής Α.Β. με σταθμάρχη Ε΄ τάξης,
  • θ) Οι μάγειροι εστιατορίων και προϊστάμενος κυλικείου με οδηγό αμαξοστοιχιών,
  • ι) Οι οδηγός κλινάμαξας, συνοδός κλινοθεσίου και προϊστάμενος οχήματος

εστιατορίου (σερβιτόρος) με προϊστάμενο αμαξοστοιχιών,

  • ια) Οι βοηθός μαγείρου κυλικείου και βοηθός μαγείρου εστιατορίου (λαντζέρης)

με τροχοπεδητή,

  • ιβ) Οι δακτυλογράφος Α.Α., γραφέας Α.Α., λογιστής Β΄, βοηθός πωλητή και διερ?μηνέας με γραμματέα Β,
  • ιγ) Οι δακτυλογράφος Α.Β., γραφέας Α.Β. και βοηθός λογιστή με γραφέα,
  • ιδ) Οι αρχικλητήρας και βοηθός σερβιτόρος με αρχικλητήρα,
  • ιε) Ο κλητήρας με κλητήρα,
  • ιστ) Ο τεχνίτης συντήρησης με τεχνίτη Β΄ τάξης και
  • ιζ) Ο καθαριστής οχημάτων Α΄ και Β΄ με εργάτη.

Αν ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει κατά την έξοδό του από την υπηρεσία 3ετή τουλάχιστον υπηρεσία στον τελευταίο βαθμό, η σύνταξή του κανονίζεται με βάση τον αμέσως προηγούμενο βαθμό.

2.

Στο βασικό μισθό ενεργείας των βαθμών των υπαλλήλων των σιδηροδρομικών δικτύων, με τους οποίους υπαλλήλους αντιστοιχούν, σύμφωνα με τα παραπάνω, οι υπάλληλοι της ΔΕΚ, υπολογίζεται και η προσαύξηση για επίδομα χρόνου υπηρε?σίας.

3.

Τα ποσοστά δευτερευουσών απολαβών του προσωπικού της ΔΕΚ ορίζονται σε:

  • α) 12% για το προσωπικό Γραφείων.
  • β) 15% για τους Εργοδηγούς, Τεχνίτες συντήρησης οχημάτων, Εργάτες αποθή?κης και οχημάτων.
  • γ) 40% για τον Προϊστάμενο οχήματος εστιατορίου (σερβιτόρο), Προϊστάμενο

οδηγό Κλινάμαξας, Προϊστάμενο συνοδό κλινοθεσίου, Σερβιτόρο Κυλικείου, Μά?γειρο εστιατορίου, Βοηθό Μάγειρου Κυλικείου αυτ/ξών, Βοηθό Σερβιτόρου και Βοηθό Μαγείρου, και

  • δ) 22,5% για τους Επιθεωρητές, Υποεπιθεωρητές, Κεντρικό Ελεγκτή, Ελεγκτή και

Βοηθό Ελεγκτή.

4.

Σε καμιά περίπτωση η σύνταξη, που κανονίζεται κατά τις διατάξεις των προη?γούμενων παραγράφων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τη σύνταξη που έπαιρ?νε ο συνταξιούχος με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το Ν. 955/1979 (21.8.1979), το επιπλέον όμως ποσό της σύνταξης που ανήκει σ΄ αυτόν σύμφωνα με αυτό το άρ?θρο καθορίζεται αριθμητικά στη σχετική πράξη ή απόφαση και θεωρείται προσω?ρινό επίδομα που δε μεταβιβάζεται. Α Ρ Θ Ρ Ο 33 Συντάξιμος μισθός προσωπικού της πρώην Εταιρείας Σιδηροδρόμων Αττικής.

1.

Για τον κανονισμό με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3395/1955 της σύνταξης του προ?σωπικού της πρώην Εταιρείας Σιδηροδρόμων Αττικής, που μεταφέρθηκε μετά τη διάλυση της Εταιρείας αυτής στην Ηλεκτρική Εταιρεία Μεταφορών (ΗΕΜ) και με?τά στην Εταιρεία "Ελληνικοί Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι (ΕΗΣ)", λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός ενός βαθμού ανώτερου από εκείνον που έφερε ο υπάλληλος κα?τά τη διάλυση της Εταιρείας, αν από τη χρονολογία μεταφοράς του σε μία από τις Εταιρείες αυτές συμπλήρωσε 10ετή υπηρεσία, και δύο ανωτέρων βαθμών αν συ?μπλήρωσε 20ετή υπηρεσία και με τον περιορισμό ότι ο βαθμός που λαμβάνεται υπόψη δεν μπορεί να είναι ανώτερος

  • α) από το βαθμό του Επιθεωρητή Μηχανικού ή Τμηματάρχη Α΄ τάξης ή Αρχισχε?διαστή Α΄ τάξης για το προσωπικό των γραφείων και ανάλογα με τον κλάδο στον

οποίο ανήκει,

  • β) από το βαθμό του Επιθεωρητή Εκμετάλλευσης Β΄ τάξης ή του προϊσταμένου

Αμαξοστοιχίας για το προσωπικό εκμετάλλευσης και ανάλογα με τον κλάδο,

  • γ) από το βαθμό Μηχανοδηγού ή Αρχιτεχνίτη για το προσωπικό έλξης και
  • δ) από το βαθμό του Αρχιτεχνίτη κάθε ειδικότητας ή Αρχιεργάτη Γραμμής για το

προσωπικό γραμμής.

Άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 1002/79,

όπως αντικ. με άρθρ. 34 παρ. 5 Ν.1202/81

Άρθρο 24 παρ. 2 Ν.955/79

Άρθρο 24 παρ. 3 Ν. 955/79

Άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 4295/63

βαθμούς.

3.

Εξαιρετικά, οι υπάλληλοι που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους δικαιούνται σύνταξη με βάση το συντάξιμο μισθό τριών ανώτερων βαθμών, εφόσον αυτοί έχουν ισάριθμες προαγωγές στις Εταιρείες που μεταφέρθηκαν και έχουν συ?μπληρώσει 20ετή υπηρεσία σ΄ αυτές, με την τήρηση και του περιορισμού της παρ. 1, όσον αφορά τους βαθμούς που ορίζονται σαν ανώτατο όριο.

4.

Οι υπάλληλοι που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους μπορούν να ζητήσουν με αίτησή τους τον κανονισμό της σύνταξής τους με βάση το μισθό του προηγούμενου βαθμού με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις του.

5.

Δεν δικαιούνται τα πλεονεκτήματα των προηγούμενων παραγράφων:

  • α) ΄Οσοι έχουν προσληφθεί από την Εταιρεία των Σιδηροδρόμων Αττικής, που

διαλύθηκε, σε θέσεις για τις οποίες δεν προβλεπόταν βαθμολογική εξέλιξη, και

  • β) Οι υπάλληλοι εκείνοι, που η προαγωγή τους στις Εταιρείες ΗΕΜ και ΕΗΣ λή?φθηκε υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξεών τους. Αυτοί μπορούν με αίτησή

τους να επιλέξουν τα παραπάνω πλεονεκτήματα οπότε όμως δε θα ληφθεί υπόψη η προαγωγή τους στις Εταιρείες αυτές. Α Ρ Θ Ρ Ο 34 Προσωπικό Ταμείων Προνοίας και Αλληλοβοηθείας Προσωπικού ΣΕΚ.

1.

Τα Ταμεία Προνοίας καθώς και οι κλάδοι Προνοίας των διαλυομένων Ταμείων Συντάξεων του προσωπικού ατμήλατων σιδηροδρόμων συγχωνεύονται από τη δη?μοσίευση του Ν.Δ. 3395/55, κατά το άρθρ. 38 παρ. 1, στο Ταμείο Προνοίας Προ?σωπικού ΣΕΚ, το οποίο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Τα?μείων και Κλάδων Προνοίας που συγχωνεύονται με βάση τις καταστατικές διατά?ξεις που ισχύουν για το Ταμείο Προνοίας ΣΕΚ.

2.

Για το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου καθώς και το προσωπικό του Ταμείου Αλληλοβοηθείας προσωπικού πρώην ΣΕΚ, και τώρα ΟΣΕ, που υπάγε?ται στις διατάξεις αυτού του Κώδικα, σαν μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενεργείας του μισθολογικού κλιμακίου ή του μισθού του αντίστοιχου στο βαθμό που είχε ο υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

3.

Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, ως μισθός νοείται ο βασι?κός μισθός ενεργείας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που είχε κατά την έξοδό του από την υπηρεσία ο υπάλληλος, μαζί με τις προσαυξήσεις επιδόματος χρόνου υπηρεσίας και δευτερευουσών απολαβών, που προβλέπονται από τις δια?τάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 4, καθώς και την τυχόν παρεχόμενη προ?σαύξηση λόγω ευδόκιμης παραμονής, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Α Ρ Θ Ρ Ο 35 Συντάξιμες υπηρεσίες παλαιών συνταξιούχων. Εξαιρετικά, για όσους υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 3395/55 και τους συνταξιούχους λογίζεται ως συντάξιμη υπηρεσία.

  • α) η σιδηροδρομική υπηρεσία στη Μικρά Ασία και Θράκη ή σε ξένα σιδηροδρομι?κά δίκτυα,
  • β) ο χρόνος διακοπής των απεργιών 1921 και 1925, εφόσον δεν είναι μεγαλύτε?ρος από 2 έτη, και
  • γ) ο χρόνος διακοπής λόγω αργίας μέχρι 6 μήνες συνολικά.

Α Ρ Θ Ρ Ο 36 Εξαγορά προϋπηρεσιών.

1.

Οι προϋπηρεσίες που εξαγοράσθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 3395/55 λογίζονται ως συντάξιμες, εφόσον προβλέπονται και από το νομοθετικό αυτό διάΆρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4295/63

Άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 4295/63

΄Αρθρο 3 παρ. 4 Ν. 4295/63

Άρθρο 3 παρ. 5 Ν. 4295/63

Άρθρο 38 παρ. 1 εδάφ. πρώτο

Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 38 παρ. 2 Ν.Δ.

3395/55, όπως αντικατ. με άρ?θρ. 4 Ν. 1777/88

Άρθρο 8 παρ. 1 εδαφ. δεύτε?ρο Ν.Δ. 4262/62, σε συνδ. με το

άρθρο 6 Β.Δ. 749/63, όπως αντικατ. με αρθρ. 4 Ν. 1777/88

Άρθρο 31 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55

Άρθρο 31 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55

2.

Οι διατάξεις της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 3395/55 εφαρμό?ζονται και σε όσους συνταξιοδοτούνται κατά τη δημοσίευση αυτού του νομοθετι?κού δ/τος, ο οποίοι μπορούν να εξαγοράσουν το μετά τη συνταξιοδότησή τους χρό?νο υπηρεσίας που προσμετράται στο συντάξιμο χρόνο, εφόσον δε δικαιώθηκαν άλ?λη κύρια σύνταξη για το χρόνο αυτό, και με την προϋπόθεση καταβολής των εισφορών εργοδότη και ασφαλισμένου που έχουν κανονισθεί για το μισθό του βαθ?μού με βάση τον οποίο συνταξιοδοτήθηκαν.

3.

Οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 4295/1963 έχουν εφαρμογή και για όλες τις συντάξεις που κανονίσθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σχετικά με τον καταλογισμό οφειλών για χρονικά διαστήματα που, ενώ έχουν αναγνωρισθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο ως συντάξιμη υπηρεσία, δεν εξαγοράσθηκαν. Οι οφει?λές αυτές υπολογίζονται στις συντάξιμες αποδοχές του βαθμού με βάση τον οποίο κανονίσθηκε η σύνταξη.

4.

Ποσά που έχουν βεβαιωθεί από το Δημόσιο μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 479/1976 για αναγνώριση ως συντάξιμων των υπηρεσιών για τις οποίες είχαν κατα?βληθεί ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Δημοσίου ή του ΙΚΑ, κατά το μέρος που έχουν παρακρατηθεί ή καταβληθεί μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1976 δεν επιστρέφο?νται , ενώ τα ποσά που οφείλονται διαγράφονται και δεν αναζητούνται. Η διαγραφή των ποσών που οφείλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, κα?θώς και η επιστροφή των ποσών που τυχόν θα παρακρατηθούν ή θα καταβληθούν μετά την παραπάνω χρονολογία ενεργούνται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερο?μένων, η οποία συνοδεύεται από τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και υποβάλ?λεται στην Υπηρεσία Συντάξεων μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του Ν. 479/1976. Α Ρ Θ Ρ Ο 37 Αποχώρηση από την υπηρεσία χωρίς δικαίωμα σύνταξης

1.

΄Οσοι ανήκουν στο μόνιμο, έκτακτο ή με σύμβαση προσωπικό των ατμήλατων σιδηροδρόμων της Ελλάδας και αποχώρησαν ή αποχωρούν από την υπηρεσία λό?γω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας ή λόγω ανικανότητας για εργασία, που διαπι?στώθηκε αρμοδίως, και δε δικαιώθηκαν ή δε δικαιούνται σύνταξη, μπορούν, εφό?σον πριν από την ασφάλισή τους στον οικείο φορέα ήσαν ασφαλισμένοι στο ΄Ιδρυ?μα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να αναγνωρίσουν ως χρόνο ασφάλισης στο ΙΚΑ και τη μεταγενέστερη υπηρεσία τους στα δίκτυα μετά την καταβολή των νόμιμων εσφο?ρών χωρίς τόκους και προσαυξήσεις. Σ΄αυτή την περίπτωση θεωρούνται ως ασφα?λισμένοι στο ΙΚΑ συνεχώς.

2.

Οι εισφορές υπέρ του ΙΚΑ καταβάλλονται, για μεν τον εργοδότη από το φορέα, για δε τον ασφαλισμένο επίσης από το φορέα, εφόσον και για όσο χρόνο καταβαλ?λόταν προς το φορέα εισφορά για σύνταξη από τον ασφαλισμένο, αλλιώς αυτές οι εισφορές καταβάλλονται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, σύμφωνα με όσα θα ορι?σθούν με απόφαση της Διοίκησης του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

3.

Η συνταξιοδότηση όσων υπάγονται στις διατάξεις των προηγούμενων παρα?γράφων αρχίζει από την έξοδό τους από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ή ανικα?νότητας για εργασία που έχει διαπιστωθεί και κάθε αντίθετη προγενέστερη από?φαση του ΙΚΑ ακυρώνεται. Α Ρ Θ Ρ Ο 37α Αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας σε ασφαλιστικούς οργανισμούς

1.

Σιδηροδρομικοί υπάλληλοι, οι οποίοι εξέρχονται για οποιονδήποτε λόγο από την υπηρεσία χωρίς να θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από το δημόσιο, μπορούν να αναγνωρίσουν το χρόνο της υπηρεσίας τους με την ιδιότητα του μόνι?μου, του έκτακτου, με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ημερομίσθιο ή με ποσοστό, ως χρόνο ασφάλισης σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης με καταβολή των προβλεπόμενων εισφορών, εφόσον ήταν ασφαλισμένοι στο φορέα αυτό πριν από την είσοδό τους στην υπηρεσία ή ασφαλίστηκαν μετά τη λύση της

Άρθρο 6 παρ. 1 περιπτ. δ΄ Ν.Δ.

3395/55

Άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 4295/63

Άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 479/76

Άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 479/76

΄Αρθρο 1 παρ. 1 Ν. 4295/63. ΄Αρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4295/63. ΄Αρθρο 1 παρ. 3 Ν. 4295/63. ΄Αρθρο 4 σε συνδ. με το άρ?θρο 6 παρ. 2 εδαφ. πρώτο Ν. 1405/83.

2.

Οι παραπάνω ασφαλιστικές εισφορές κατά το μέρος που βαρύνουν τον εργο?δότη καταβάλλονται από το Δημόσιο και κατά το μέρος που βαρύνουν τον ασφαλι?σμένο καταβάλλονται από αυτόν, σύμφωνα με απόφαση των Υπουργών Οικονομι?κών και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους ασφαλιστικούς φορείς που υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Υπουργών Οικο?νομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας για το Ν.Α.Τ. Αυτό ισχύει και για τους μετακλη?τούς υπαλλήλους της παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 4202/1961. Για τους ασφαλι?σμένους σε φορείς ασφάλισης αυτοτελώς απασχολουμένων και ανεξάρτητων επαγγελματιών τα 2/3 της εισφοράς καταβάλλονται από το δημόσιο και το 1/3 από τον ασφαλισμένο.

3.

Προϋπηρεσία, που έχει αναγνωρισθεί μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 1405/83 ως χρόνος ασφάλισης σε ασφαλιστικό οργανισμό, εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες αναγνωρίσθηκε.

4.

Αν πρόκειται για τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους που υπάγονται στην ασφάλιση των καταργηθέντων Ταμείων Συντάξεων και Προνοίας Σιδηροδρομικών, οι οποίοι διέκοψαν την απασχόλησή τους λόγω στράτευσης και δεν επανήλθαν στη συνέχεια στα σιδηροδρομικά δίκτυα, αρμόδιος φορέας για την αναγνώριση του χρόνου της συντάξιμης στρατιωτικής τους υπηρεσίας είναι το δημόσιο. Α Ρ Θ Ρ Ο 38 Ενστάσεις

1.

Οι διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 5 του Ν. 4448/1964 εφαρμόζονται και για τις πράξεις ή παραλείψεις του Υπουργού των Οικονομικών, σχετικά με την πλη?ρωμή των συντάξεων που καταβάλλονται με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν καταλογισμό σύνταξης η οποία εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται.

2.

Το Β.Δ. 598/1955 εφαρμόζεται και για τις ενστάσεις που ασκούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. Οι ενστάσεις υποβάλλονται στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία φροντίζει ώστε να περιέλθουν αυ?τές στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3.

Αντίγραφα των πράξεων που εκδίδονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, με τη φρο?ντίδα της Γραμματείας του αποστέλλονται στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για να εκτελεσθούν και να κοινοποιηθούν στους ενδια?φερομένους. Α Ρ Θ Ρ Ο 39 Ασφαλιστικές εισφορές

1.

Τα Ασφαλιστικά Ταμεία του προσωπικού των ατμήλατων σιδηροδρόμων, όσον αφορά το προσωπικό που υπηρετεί σε καθένα απ΄αυτά και για το οποίο γίνεται λό?γος στο στοιχείο αα΄ της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 29, είναι υποχρεωμένα να καταβάλουν εισφορά 6% στις συντάξιμες αποδοχές του, όπως αυτές καθορίζο?νται στην παρ. 1 του άρθρου 31.

2.

Η εισφορά της Διεθνούς Εταιρείας Κλιναμαξών και του προσωπικού της, για το οποίο γίνεται λόγος στο στοιχείο ββ΄ της περίπτ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 29, ορί?ζεται σε 8,5% στις συντάξιμες αποδοχές του, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 32, και για την περίπτωση αυτή οι δευτερεύουσες απολαβές λογίζονται σε ποσο?στό διπλάσιο από εκείνο που ορίζεται για τον υπολογισμό του συντάξιμου μισθού.

3.

Οι εισφορές που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους και των οποίων η υποχρέωση καταβολής άρχισε από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 3395/1955, καταβάλλονται από την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 1342/1973 στο Δημόσιο.

4.

΄Ολος ο χρόνος υπηρεσίας μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1970 του προσωπικού για το οποίο γίνεται λόγος στην περίπτ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρ. 29 και στην παρ. 2 του άρ?θρου 30 του Κώδικα αυτού, ο οποίος αναγνωρίζεται ως συντάξιμος από τις διατά?ξεις του Ν.Δ. 3395/1955, συνυπολογίζεται από το ΤΑΠΟΤΕ στο χρόνο πραγματικής ασφάλισης σ΄αυτό με την καταβολή από το Δημόσιο στο ΤΑΠΟΤΕ ασφαλιστικών ειΆρθρο 6 παρ. 2 εδαφ. δεύτε?ρο Ν. 1405/83. ΄Αρθρο 2 παρ. 1 Ν.Δ. 442/70. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν.Δ. 442/70. ΄Αρθρο 35 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 35 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 35 παρ. 4 Ν.Δ. 3395/55, σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ. 4 Ν.Δ. 1342/73 ΄Αρθρο 3 παρ. 3 περίπτ. α΄ Ν.Δ. 1342/73. κατά το χρόνο της μεταφοράς του. Το ποσό αυτών των ασφαλιστικών εισφορών κα?ταβάλλεται τοκοχρεωλυτικά με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) σε είκοσι ίσες ετήσιες δόσεις που πρέπει να καταβάλλονται την 15 Μαϊου κάθε έτους από το έτος 1973.

5.

Ο ΟΣΕ, τα Ασφαλιστικά Ταμεία και η Διεθνής Εταιρεία Κλιναμαξών υποχρεού?νται να παρακρατούν κάθε μήνα από το μισθό του προσωπικού της προηγούμενης παραγράφου, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 5 του παραπάνω άρθρου 31, τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων που κάθε φορά καθορίζονται από τις οικείες διατάξεις του ΤΑΠΟΤΕ, και να τις αποδίδουν στο ΤΑΠΟΤΕ, μαζί με τις ει?σφορές που βαρύνουν τον εργοδότη, όπως αυτές προβλέπονται από τις ίδιες δια?τάξεις.

6.

Με την επιφύλαξη της διάταξης της προηγούμενης παραγράφου, από την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 3395/55 τα οικεία δίκτυα απαλλάσσονται, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του νομοθετικού αυτού δ/τος, από κάθε είδους εισφορά υπερ οποιουδήπο?τε ασφαλιστικού οργανισμού ή λογαριασμού ή εγγυητικού κεφαλαίου για το προ?σωπικό τους για το οποίο γίνεται λόγος στο Ν. Δ/γμα αυτό, με εξαίρεση τις εισφο?ρές υπέρ των Ταμείων Προνοίας και Αλληλοβοηθείας.

7.

Στις συντάξεις και χορηγίες που καταβάλλονται από το Δημόσιο, επιβάλλεται από 1 Ιανουαρίου 1998 προσωρινή ειδική μηνιαία εισφορά υπέρ του Δημοσίου, η οποία παρακρατείται κατά την καταβολή τους ως εξής: Για τμήμα σύνταξης ως 120.000 δραχμές ποσοστό 1%. Για τμήμα σύνταξης από 120.001 ως 200.000 δραχμές ποσοστό 2%. Για τμήμα σύνταξης από 200.001 ως 300.000 δραχμές ποσοστό 3%. Για τμήμα σύνταξης από 300.001 ως 400.000 δραχμές ποσοστό 4% και Για τμήμα σύνταξης μεγαλύτερο από 400.000 δραχμές ποσοστό 5%. Από την κράτηση αυτή εξαιρούνται οι συντάξεις μέχρι του ποσού των εκατό εί?κοσι χιλιάδων (120.000) δραχμών, οι προσωπικές συντάξεις, οι συντάξεις παθό?ντων εξαιτίας της υπηρεσίας, οι πολεμικές και οι εξομοιούμενες με αυτές συντά?ξεις, οι συντάξεις των παντελώς τυφλών, παραπληγικών, τετραπληγικών, των πα?σχόντων από μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική αναιμία και υπερφωσφατασαιμία, καθώς και τα δώρα εορτών και η πρόσθετη μισή σύνταξη. Η ημερομηνία λήξης της παραπάνω ειδικής εισφοράς δεν μπορεί να γίνει νωρί?τερα της 31ης Δεκεμβρίου 2001 και ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που προτεί?νεται από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εργασίας και Κοι?νωνικών Ασφαλίσεων. Α Ρ Θ Ρ Ο 40 Χρόνος εκτός υπηρεσίας

1.

΄Οσοι στερήθηκαν με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ. 617/1948 και της παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν.Δ. 3395/1955 οποιαδήποτε παροχή (σύνταξη, βοήθημα, μέρισμα κ.λπ.), που έπαιρναν ή είχαν το δικαίωμα να πάρουν, αποκαθίστανται στα δικαιώ?ματά τους τόσο οι ίδιοι όσο και οικογένειες όσων από αυτούς πέθαναν και παίρνουν τις παροχές που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν. Στις περιπτώσεις επαναχορήγησης παροχών που ρυθμίζονται από το προηγού?μενο εδάφιο δεν έχουν εφαρμογή άλλες διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, που προβλέπουν στερήσεις ανάλογων παροχών ή αναστολή άσκησης του σχετικού δι?καιώματος για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους είχαν επιβληθεί οι στερήσεις σε εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 617/1948 και της παρ. 2 του άρθρ. 24 του Ν.Δ. 3395/1955. Η επαναχορήγηση της σύνταξης ή η αναγνώριση του δικαιώματος σε σύνταξη όσων αποκαθίστανται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου γίνε?ται με πράξη του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου. Η πληρωμή της σύνταξης, που επαναχορηγείται ή αναγνωρίζεται μ΄αυτό τον τρό?πο, αρχίζει από την πρώτη του μήνα που ακολουθεί μετά την υποβολή της αίτησης.

2.

Ο χρόνος από την απομάκρυνση μέχρι την επάνοδο στην υπηρεσία των υπαλ?λήλων που επανήλθαν με τον Α.Ν. 1540/1950 λογίζεται ως χρόνος πραγματικής ΄Αρθρο 3 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73. ΄Αρθρο 34 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 20 παρ. 3 Ν. 2084/92,όπως αντικ. με το άρ?θρο 26 του Ν. 2592/98. ΄Αρθρο 1 παρ. 1 Ν. 4340/64. ΄Αρθρο 4 παρ. 3 Ν. 4448/64. ΄Αρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4340/64. ΄Αρθρο 2 Ν. 4340/64. από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4340/1964, των οποίων η σύντα?ξη ή η αύξηση της σύνταξης ορίζεται να πληρώνεται από την 1η του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.

3.

Ο χρόνος της εκτός υπηρεσίας παραμονής όσων απολύθηκαν με τις Θ΄/1967 και Ι΄/1967 συντακτικές πράξεις κατωτέρων υπαλλήλων και επανήλθαν με τις δια?τάξεις του Ν.Δ. 190/1969 από την ημέρα απόλυσης μέχρι την ημέρα της επανόδου τους στην υπηρεσία υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Πράξεις που εκδόθηκαν για κανονισμό σύνταξης, κατά το μέρος που με αυτές αναγνωρίσθηκε ως συντάξιμος ο εκτός υπηρεσίας χρόνος παραμονής του προη?γούμενου εδαφίου, είναι ισχυρές. Οι πράξεις ή αποφάσεις για κανονισμό σύνταξης, που έκριναν αντίθετα, επανε?ξετάζονται με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου από το όργανο που απο?φασίζει για τις συντάξεις σε πρώτο βαθμό, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομέ?νου, που υποβάλλεται μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 709/1970 και η έναρξη πληρωμής της σύνταξης ή της σχετικής αύξησης ορίζεται σ΄αυτή την πε?ρίπτωση η πρώτη του μήνα κατά τον οποιο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση. Η ισχύς αυτής της παραγράφου ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης του Ν.Δ. 190/1969.

4.

Οι διατάξεις του Ν.Δ. 76/74, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στα επόμενα εδά?φια αυτής της παραγράφου, εφαρμόζονται ανάλογα και για τους μόνιμους ή όσους κατέχουν οργανική θέση, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν, τακτικούς υπαλ?λήλους του ΟΣΕ, με εξαίρεση σε κάθε περίπτωση των εκτάκτων καθώς και όσων υπηρετούν κατά τον κρίσιμο χρόνο με θητεία ή οποιαδήποτε σύμβαση υπαλλήλων του ΟΣΕ. Οι υπάλληλοι του προηγούμενου εδαφίου απολαμβάνουν την προστασία του νό?μου έναντι των νομικών προσώπων στα οποία μετατράπηκαν οι υπηρεσίες στις οποίες υπηρετούσαν κατά το χρόνο της απόλυσης, του υποβιβασμού ή της παραί?τησής τους. Στην αποκατάσταση του Ν.Δ. 76/1974 υπάγονται και οι προϊστάμενοι των Νομι?κών ή Δικαστικών Υπηρεσιών, Νομικοί Σύμβουλοι και Δικηγόροι του Ο.Σ.Ε., που κα?τείχαν μόνιμες ή οργανικές θέσεις σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό και οι οποίοι υποχρεώθηκαν σε παραίτηση, υποβιβάστηκαν ή απολύθηκαν σύμφωνα με όσα ορί?ζονται στο Ν. Δ/γμα αυτό, καθώς και με βάση τον Α.Ν. 283/1967 ή γιατί καταργήθη?κε η θέση με τον Α.Ν. 4/1967 ή με άλλο νόμο μεταγενέστερο της 20ης Απριλίου 1967. Για τους υπαγόμενους σ΄αυτήν την παράγραφο υπαλλήλους, δικηγόρους κ.λπ. συγκροτείται η Επιτροπή του άρθρου 4 του Ν.Δ. 76/74 κατά τα οριζόμενα σ΄αυτό με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, μετά από γνώμη του Διοικητή του Ο.Σ.Ε.

5.

Επαναφορά και βαθμολογική αποκατάσταση στην υπηρεσία σιδηροδρομικών υπαλλήλων του ΟΣΕ, που εξήλθαν για λόγους υγείας κατά το από 21.4.1967 μέχρι 23.7.1974 χρονικό διάστημα, οι οποίες έγιναν με τη διαδικασία των άρθρων 4 και 5 του Ν.Δ. 76/1974, θεωρούνται έγκυρες και ισχυρές σχετικά με το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αν αυτοί:

  • α) Πριν από την έξοδό τους από την υπηρεσία ανέπτυξαν οποιαδήποτε δράση κα?τά του καθεστώτος της 21.4.1967, η οποία βεβαιώθηκε από την Επιτροπή του άρ?θρου 4 του Ν.Δ. 76/1974,
  • β) Κατά το χρόνο εξόδου τους από την υπηρεσία δεν είχαν το όριο ηλικίας που

ορίζεται από την περίπτ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 3395/1955 για να υπο?βάλουν παραίτηση και να δικαιωθούν σύνταξη, και

  • γ) Μετά την 23.7.1974, κατά την παραπομπή τους από την Επιτροπή του άρθρ. 4

του Ν.Δ. 76/1974 για εξέταση και γνωμάτευση για την ικανότητά τους από το Ιατρι?κό Συμβούλιο που ορίζεται από το άρθρο 207 του Γενικού Κανονισμού του ΟΣΕ, κρί?θηκαν απ΄αυτό απολύτως υγιείς και ικανοί να εκτελέσουν τα κύρια καθήκοντά τους στον Ο.Σ.Ε. Ν.Δ. 709/1970. ΄Αρθρο 11 παρ. 1 Ν.Δ. 76/74. ΄Αρθρο 11 παρ. 2 Ν.Δ. 76/74. ΄Αρθρο 11 παρ. 3 Ν.Δ. 76/74. ΄Αρθρο 11 παρ. 4 Ν.Δ. 76/74. ΄Αρθρο 31 παρ. 2 Ν. 955/79. δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι επανέρχονται στην υπηρεσία, με εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 2190/1994, ως απολυθέντες, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, για όσους δε από αυτούς καταλάβουν θέσεις μόνιμων υπαλλήλων, λογίζεται και ως συ?ντάξιμος σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2084/1992, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παρ. 7 του άρθρου 5 του πα?ρόντος νόμου, οι υπάλληλοι δε αυτοί θεωρούνται ως συμβασιούχοι μέχρι τη μονι?μοποίησή τους. Προκειμένου για υπαλλήλους που λόγω της ιδιότητάς τους ασφα?λίζονται υποχρεωτικά και σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης και δε συντρέχει περί?πτωση εφαρμογής των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2084/1992, όπως αυτός αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 5 του Ν. 2320/1995, η αναγνώριση του εκτός υπηρεσίας χρόνου ως συντάξιμου χωρεί με την καταβολή από τους ενδιαφερόμενους των κρατήσεων υπέρ συντάξεως που προβλέπονται, κατά περίπτωση, από τα άρθρα 6 του Ν. 1902/1990 και 20 παρ. 2 του Ν. 2084/1992. Η εξαγορά του εκτός υπηρεσίας χρόνου γίνεται σύμφωνα με την παρ. 7 του άρ?θρου 25 του Ν. 2190/1994, οι δε εργοδοτικές εισφορές βαρύνουν την υπηρεσία στην οποία επαναπροσλαμβάνεται ο απολυθείς. Οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για την εξαγορά του χρόνου είναι αυτές του μήνα υποβολής της σχετικής αίτησης. Ο τρόπος εξόφλησης του ποσού της εξαγο?ράς θα ρυθμιστεί από την προβλεπόμενη με την παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν. 2190/1994 απόφαση, ο δε χρόνος της υποβολής της σχετικής αίτησης ορίζεται σε ένα (1) έτος από την επαναπρόσληψή τους. Οι διατάξεις των δύο αμέσως προηγούμενων εδαφίων έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους των λοιπών νομικών προσώπων δημόσιου και ιδιωτικού δι?καίου που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 2190/1994.

7.

Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των δικαίου, οι οποίοι ακολουθούν δημοσιοϋπαλληλικό συνταξιοδοτικό καθεστώς και επανέρχονται στην υπηρεσία κατ΄εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 του Ν. 2190/1994 ως εξαναγκασθέντες σε παραίτηση κατά το από 1ης Ιανουαρίου 1990 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1993 χρονικό διάστημα, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δη?μόσιας υπηρεσίας και συντάξιμος χωρίς δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών ή συντάξεων, εφόσον παραμείνουν τουλάχιστον επί διετία στην υπηρεσία, κατα?βάλλουν δε και τις προβλεπόμενες, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 1902/1990 και της παρ. 2 του άρθρου 20 του Ν. 2084/1992 κρατήσεις για σύνταξη. Ο περιορισμός της διετίας δεν ισχύει σε περίπτωση θανάτου, καθώς και για όσους αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή τριακονταπενταετίας ή απόλυσης λό?γω ανικανότητας. Αν ο αναγνωριζόμενος χρόνος συμπίπτει με χρόνο ασφάλισης σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, οι εισφορές εργοδότη και ασφα?λισμένου που έχουν καταβληθεί αποδίδονται στο Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατά?ξεις των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 1 του Ν. 1405/1983. Ο χρόνος, που σύμφωνα με τα παραπάνω αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, ανα?γνωρίζεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας με καταβολή των σχετικών ει?σφορών από τους ενδιαφερομένους και τον εργοδότη, όπου αυτές προβλέπονται, και κατά τα αντίστοιχα ποσοστά που ορίζονται από τη νομοθεσία των οργανισμών αυτών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και στους υπαλλή?λους των λοιπών νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 2190/1994, με καταβολή των εισφορών για όλο το χρονικό διάστημα του εκτός υπηρεσίας χρό?νου που επιθυμούν να αναγνωρίσουν, σύμφωνα με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου και νόμου. Επίσης, εφαρμόζονται ανάλογα και για υπαλλήλους που επανέρχονται στην υπη?ρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 26 του Ν. 2190/1994, και η επαναφορά λογίζεται από την έναρξη ισχύος του Ν. 1847/1989. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της προηγούμενης εφαρμόζο?νται και για όσους δεν επανήλθαν στην υπηρεσία μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2190/1994, επειδή καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας ή συμπλήρωσαν τριακοντα΄Αρθρο 3 παρ. 11 Ν. 2320/95. ΄Αρθρο 3 παρ. 12 Ν. 2320/95. ΄Εκδοση διαταγμάτων καθορισμού δικαιολογητικών συνταξιοδότησης Με διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Κοι?νωνικών Υπηρεσιών μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβληθούν για τον κανονισμό και την αναπροσαρμογή των συντάξεων καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Α Ρ Θ Ρ Ο 42 ΄Εξοδα κηδείας

1.

Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την καταβολή εξόδων κηδείας των πο?λιτικών συνταξιούχων εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση θανάτου σιδηρο?δρομικού συνταξιούχου, η καταβολή δε αυτών βαρύνει τον ΟΣΕ.

2.

Οι λεπτομέρειες της εφαρμογής του άρθρου αυτού καθορίζονται με κοινή από?φαση των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνιών που δημοσιεύεται στην Εφη?μερίδα της Κυβερνήσεως. Α Ρ Θ Ρ Ο 43 Κατάργηση Ταμείων Συντάξεων

1.

Από την πρώτη του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 3395/55 κα?ταργούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 1 αυτού τα Ταμεία Συντάξεων και οι κλά?δοι συντάξεων των Ταμείων Συντάξεων και Προνοίας του προσωπικού των ατμή?λατων σιδηροδρόμων και οι συντάξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του νο?μοθετικού αυτού δ/τος καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 1342/73 από τους Σιδηροδρόμους του Ελληνικού Κράτους. Για τους μετά την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 1342/1973 συνταξιούχους και ασφαλι?σμένους έχουν εφαρμογή, σχετικά με την καταβολή της σύνταξης, οι διατάξεις του άρθρου 30 του Κώδικα αυτού.

2.

Στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου υπάγεται το προσωπικό, το οποίο έπαιρνε σύνταξη κατά τη δημοσίευση του Ν.Δ. 3395/1955 ή ήταν ασφαλισμένο:

  • α) στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού ΣΕΚ (δίκτυο Λάρισας),
  • β) στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού ΣΕΚ (δίκτυο Μακεδονίας),
  • γ) στο Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού των Σιδηροδρόμων Θεσσα?λίας,
  • δ) στο Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού της Γαλλοελληνικής Εται?ρείας Σιδηροδρόμων,
  • ε) στο Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Σιδηροδρόμων Πειραιώς -

Αθηνών - Πελοποννήσου,

  • στ) στο Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Σιδηροδρόμων Βορειοδυ?τικής Ελλάδας,
  • ζ) στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων Πύργου - Κατάκωλου και
  • η) στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Σιδηροδρόμων Αττικής.

Α Ρ Θ Ρ Ο 44 Ρυθμίσεις θεμάτων περιουσίας και προσωπικού των καταργηθέντων ταμείων.

1.

΄Ολη η κινητή και ακίνητη περιουσία των Ταμείων Συντάξεων και κλάδων συ?ντάξεων των Ταμείων Συντάξεων και Προνοίας, που καταργούνται με το παραπάνω άρθρο 43, όπως αυτή εμφανίζεται στον τελικό ισολογισμό τους, περιέρχεται στα αντίστοιχα δίκτυα κατά τα οριζόμενα με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομι?κών, Συγκοινωνιών και Δημοσίων ΄Εργων και Εργασίας.

2.

Τα δίκτυα αναλαμβάνουν επίσης όλες τις υποχρεώσεις των Ταμείων, που υπάρχουν κατά το χρόνο κατάργησής τους μέχρι όμως το καθαρό προϊόν της περιου?σίας τους, στην οποία δεν περιλαμβάνονται οι τυχόν απαιτήσεις των ταμείων κατά των δικτύων.

3.

Στους Σιδηροδρόμους Αθηνών - Πειραιά - Πελοποννήσου περιέρχονται επίσης, ΄Αρθρο 37 Ν.Δ. 3395/55,σε συνδ. με το Ν.Δ. 1342/73 ΄Αρθρο 36 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55 ΄Αρθρο 36 παρ. 2 Ν.Δ. 3395/55 ΄Αρθρο 32 παρ. 1 Ν.Δ 3395/55 σε συνδ. με το άρθρο 5 παρ. 1, εδάφ. πρώτο Ν.Δ 1342/73. Συνδετική-διευκρινιστική διά?ταξη έπειτα από το Ν.Δ 1342/73 ΄Αρθρο 32 παρ. 2 και 3 Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 33 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/55.

Άρθρο 33 παρ. 2 Ν.Δ.

3395/55. ΄Αρθρο 33 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55. κατά το μέρος που οι πόροι αυτοί ανήκουν στο παραπάνω Ταμείο.

4.

Το προσωπικό των Ταμείων που καταργούνται, το οποίο υπηρετεί με οποιαδή?ποτε μορφή και μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη α΄ τάξης, μονιμοποιείται και εντάσ?σεται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σε κενές θέσεις των αντίστοιχων δι?κτύων με το βαθμό που κατέχει, με σχετική πράξη που εκδίδεται από τον αρμόδιο Υπουργό. ΄Οσοι από τους παραπάνω δεν έχουν βαθμολογική αντιστοιχία με κάποιο διοικητικό βαθμό του προσωπικού των δικτύων, εντάσσονται σε βαθμό αντίστοιχο του μισθού τους ή στον πλησιέστερο με το μισθό τους βαθμό. Η ένταξη σύμφωνα με αυτή την παράγραφο μπορεί να γίνει και στον αμέσως ανώ?τερο βαθμό, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, με βάση τα τυπικά και ου?σιαστικά προσόντα τους, σε σύγκριση με τα προσόντα και το χρόνο παραμονής στον αντίστοιχο βαθμό των υπαλλήλων των σιδηροδρομικών δικτύων. ΄Οσοι δεν μπορούν να ενταχθούν γιατί δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις, δεν απολύονται, αλλά παραμένουν προσωρινά στο δίκτυο σαν υπεράριθμοι και κατα?λαμβάνουν αυτοδίκαια τις θέσεις που θα κενωθούν, με εφαρμογή και σ' αυτή την περίπτωση του δεύτερου εδαφίου αυτής της παραγράφου. Για όσο χρόνο οι πα?ραπάνω υπηρετούν ως υπεράριθμοι οπωσδήποτε δεν πληρώνονται οι κενές θέσεις ή όσες κενωθούν ισάριθμες θέσεις του εισαγωγικού βαθμού του διοικητικού κλά?δου. Η υπηρεσία στα Ταμεία που καταργούνται, των υπαλλήλων που εντάσσονται στα δίκτυα, λογίζεται για κάθε περίπτωση χρόνος υπηρεσίας δικτύου. Ο μισθός του προσωπικού που εντάσσεται μ' αυτόν τον τρόπο καθορίζεται με βά?ση το μισθολόγιο που ισχύει για το προσωπικό ατμήλατων σιδηροδρόμων, το χρό?νο αρχαιότητας που έχουν στην υπηρεσία των παραπάνω Ταμείων και το βαθμό στον οποίο εντάσσονται. Η τυχόν επιπλέον διαφορά που απομένει μετά την ένταξη αυτή θεωρείται προ?σωρινό επίδομα, που συψηφίζεται σε μελλοντικές αυξήσεις. Το προσωπικό των Ταμείων από το βαθμό του Διευθυντή β΄ τάξης και άνω απο?λύεται από την υπηρεσία με την κατάργηση των Ταμείων. ΄Οσοι απ' αυτούς δε δι?καιούνται βοήθημα από τους οικείους κλάδους Προνοίας λαμβάνουν αποζημίωση ίση με αυτή που προβλέπεται από το Ν.2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε αργότερα, μετά την αφαίρεση από αυτή κάθε ποσού, το οποίο τυχόν δικαιούται για επιστροφή κρατήσεων από τον κλάδο Προνοίας. Οι Νομικοί Σύμβουλοι ή Δικηγόροι των παραπάνω Ταμείων, που είχαν τοποθετη?θεί με βάση το Ν.751/1948 και τον Α.Ν. 1836/1951,εντάσσονται στη δικαστική υπη?ρεσία του οικείου δικτύου.

5.

Οι υπάλληλοι των πιο πάνω Σιδηροδρομικών Ταμείων Συντάξεων, που έχουν συμπληρώσει 20ετή συντάξιμη υπηρεσία και δεν επιθυμούν να ενταχθούν στα οι?κεία σιδηροδρομικά δίκτυα, μπορούν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 3395/55 και η αποχώρησή τους θεωρείται ότι οφείλεται σε κατάργηση θέσης. ΄Οσοι από τους υπαλλήλους των Ταμείων αυτών δε δικαιούνται σύνταξη και βοή?θημα μπορούν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία μέσα σε προθεσμία τριών μη?νών λαμβάνοντας από το δίκτυο αποζημίωση ίση με αυτή που προβλέπεται από το Ν.2112/1920 και τις ασφαλιστικές τους κρατήσεις και των δύο κλάδων. Α Ρ Θ Ρ Ο 45 Ρυθμίσεις δικαιωμάτων σύνταξης αναπήρων παλαιών συνταξιούχων. Για την υπαγωγή στις διατάξεις του Ν.Δ. 3395/1955 όσων, κατά την έναρξη της ισχύος του, συνταξιοδοτούνται για ανικανότητα, καθώς και των οικογενειών των συνταξιούχων λόγω ανικανότητας, που έχουν πεθάνει, απαιτείται οπωσδήποτε νέα γνωμάτευση της Επιτροπής του άρθρου 16 η οποία θα καθορίζει την ανικανότητά τους στο χρόνο εξόδου τους από την υπηρεσία. ΄Οσοι από αυτούς, ενώ υποχρεούνται σε αυτοπρόσωπη εξέταση δεν προσέρχο?νται στην Α.Σ.Υ. Επιτροπή μέχρι το τέλος Ιουνίου 1956, θεωρούνται σαν ικανοί για τον καθορισμό του ποσού της σύνταξής τους σύμφωνα με τις διατάξεις της περί?πτ. α΄της παρ. 1 του άρθρου 29 του κώδικα αυτού. Η προθεσμία αυτή μπορεί να πα?ραταθεί για ένα εξάμηνο με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Συ?γκοινωνιών. ΄Αρθρο 33 παρ. 4 Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 1 παρ. 4 Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 30 παρ. 3 Ν.Δ. 3395/55. μεταφέρθηκε από τους πρώην ΣΕΚ στον ΟΣΕ.

1.

΄Οσοι από το προσωπικό, που μεταφέρεται στον ΟΣΕ συμπληρώνουν 35ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, μέχρι να περατωθεί η διαδικασία ένταξης σύμ?φωνα με την παρ.2 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 674/1970, απολύονται με απόφαση του Διοικητή του ΟΣΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.

Σε όσους παραιτούνται ή απολύονται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 674/1970 και παίρνουν πλήρη σύνταξη κατά τη διάταξη της περίπτ. β΄της παρ. 4 του άρθρου αυτού, καθώς και σε όσους απολύονται με τη διάταξη της προηγούμε?νης παραγράφου παρέχεται η προσαύξηση του μισθού για ευδόκιμη παραμονή στον ίδιο βαθμό (τριετία), που ορίζεται από την παρ. 1 του άρθρ. 13 του Ν.Δ. 4352/1964.

3.

΄Οσοι παραιτούνται από τον Ο.Σ.Ε. σύμφωνα με την παρ. 5 περίπτ. α΄του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 674/1970 δικαιούνται σύνταξη κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 3395/55 ανε?ξάρτητα από ηλικία.

4.

Στη σύνταξη όσων παραιτούνται ή απολύονται με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 14 του Ν.Δ. 674/1970 προστίθενται:

  • α) Σε όσους έχουν είκοσι πέντε (25) ως είκοσι εννέα (29) έτη πραγματική υπηρε?σία τα πεντηκοστά που ακολουθούν στο συντάξιμο μισθό:
  • αα) δέκα πεντηκοστά (10/50) για υπηρεσία 25 ετών.
  • ββ) ένδεκα πεντηκοστά (11/50) για υπηρεσία 26 ετών.
  • γγ) δώδεκα πεντηκοστά (12/50) για υπηρεσία 27 ετών .
  • δδ) δεκατρία πεντηκοστά (13/50) για υπηρεσία 28 ετών.
  • εε) δέκα τέσσερα πεντηκοστά (14/50) για υπηρεσία 29 ετών.
  • β) Σε όσους έχουν 30ετή ή και περισσότερη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία τό?σα πεντηκοστά στο συντάξιμο μισθό, όσα απαιτούνται για τη χορήγηση πλήρους

σύνταξης.

5.

Για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται από το Ταμείο Προ?νοίας Προσωπικού Ο.Σ.Ε., ο χρόνος ασφάλισης σ' αυτό του προσωπικού που ανα?φέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, προσαυξάνεται κατά πέντε (5) έτη και μέχρι να συμπληρωθεί αυτός της 35ετίας.

6.

Για την αναγνώριση του προσαυξημένου χρόνου ασφάλισης από το Ταμείο Προνοίας προσωπικού Ο.Σ.Ε., που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγρα?φο, καταβάλλεται σ' αυτό από το Δημόσιο η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του πο?σού του εφάπαξ βοηθήματος που καταβλήθηκε και αυτού που αντιστοιχεί στο χρό?νο της πραγματικής ασφάλισης του ίδιου παραπάνω προσωπικού. Με κοινή από?φαση των Υπουργών Οικονομικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών, που εκδίδεται μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 1342/1973 καθορίζεται ο τρόπος που θα αποδοθεί στο παραπάνω ταμείο το ποσό της διαφοράς αυτής.

7.

Το Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να δανειοδοτήσει το Ταμείο Προνοίας Προσω?πικού Ο.Σ.Ε. με το απαιτούμενο ποσό, για την καταβολή απ' αυτό εφάπαξ βοηθη?μάτων σε όσους εξέρχονται από την υπηρεσία σε εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρ. 14 του Ν.Δ. 674/1970. Το παραπάνω δάνειο επιστρέφεται στο Δημόσιο χωρίς τό?κους σε είκοσι ίσες ετήσιες δόσεις που καταβάλλονται στις 15 Μαϊου κάθε έτους από το έτος 1973.

8.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερί?δα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τρόπος και ο χρόνος πληρωμής των συντάξε?ων του Ν.Δ. 1342/73, οι οποίες καταβάλλονται από το Δημόσιο. Μέχρι την έκδοση των Υπουργικών αποφάσεων που προβλέπονται από το προη?γούμενο εδάφιο, οι συντάξεις που καταβάλλονται από το Δημόσιο σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Ν.Δ. 1342/1973, εξακολουθούν να πληρώνονται με τον τρόπο πλη?ρωμής που ίσχυε μέχρι τη δημοσίευσή του και η σχετική δαπάνη καταλογίζεται σε βάρος του Δημοσίου. Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του Ν.Δ. 1342/1973 ρυθμίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ΄Αρθρο 6 παρ. 1 Ν.Δ. 1342/73. ΄Αρθρο 6 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73. ΄Αρθρο 8 Ν.Δ. 1342/73 ΄Αρθρο 9 παρ. 1 Ν.Δ. 1342/73. ΄Αρθρο 9 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73 ΄Αρθρο 9 παρ. 3 Ν.Δ. 1342/73. ΄Αρθρο 9 παρ. 4 Ν.Δ. 1342/73. ΄Αρθρο 10 παρ. 2 Ν.Δ. 1342/73

9.

Το ποσό που καταβλήθηκε από το Δημόσιο στον Ο.Σ.Ε. μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 1342/73, για την καταβολή απ' αυτόν των συντάξεων της παρ. 1 του παρα?πάνω άρθρου 30, συμψηφίζεται ολόκληρο με την πληρωμή τους.

10.

Μόνιμοι υπάλληλοι των ΣΕΚ, που είχαν σ' αυτούς υπερ35ετή συντάξιμη πραγ?ματική υπηρεσία και παραιτήθηκαν για να διορισθούν ως Διοικητής ή Υποδιοικητής του Ο.Σ.Ε.,θεωρούνται ότι πήραν προαγωγή στον αμέσως επόμενο βαθμό από εκεί?νον που κατείχαν κατά το χρόνο της παραίτησής τους και δικαιούνται πλήρη σύ?νταξη, η οποία υπολογίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του πιο πάνω βαθμού, εφόσον αυτός υπάρχει στην ιεραρχία του κλάδου τους. Οι μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν.698/1977 μόνιμοι υπάλληλοι του Ο.Σ.Ε., που παραιτήθηκαν από τη μόνιμη θέση τους και διορίσθηκαν σε θέση Διοικητή ή Υποδι?οικητή του, θεωρούνται ότι έχουν προαχθεί από την παραίτησή τους στον αμέσως επόμενο βαθμό από εκείνον που κατείχαν κατά το χρόνο αυτό, εφόσον υπήρχε τέ?τοιος βαθμός στην ιεραρχία του κλάδου τους και είχαν υπερ35ετή πραγματική συ?ντάξιμη υπηρεσία και δικαιούνται πλήρη σύνταξη, η οποία υπολογίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού στον οποίο προάγονται, χωρίς δικαίωμα σε αναδρο?μική λήψη διαφοράς σύνταξης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ - ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΙΣΧΥΡΕΣ. Α Ρ Θ Ρ Ο 47 Διατάξεις που έχουν καταργηθεί - Διατάξεις που διατηρούνται ισχυρές.

1.

Οι συμπληρωματικές παροχές του προσωπικού των σιδηροδρομικών δικτύων ΣΕΚ, ΣΠΑΠ κλπ., που πάσχει από φυματίωση, οι οποίες προβλέπονται από το τρίτο άρθρο του κανονισμού νοσηλείας και περίθαλψης που κυρώθηκε με τον Ν.1961/1951, εξακολουθούν να καταβάλλονται μόνο σε όσους έχουν εξέλθει από την υπηρεσία μέχρι την ισχύ του Ν.Δ. 3395/1955 και τις δικαιούνται. Από τότε και με?τά καταργούνται για τους υπαλλήλους που αφορά το εν λόγω Ν.Δ/γμα οι διατάξεις του τρίτου άρθρου του παραπάνω κανονισμού. Για την καταβολή των παραπάνω συμπληρωματικών παροχών αρκεί η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης του Ν.1599/86 από τους ενδιαφερόμενους.

2.

Από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ/τος 3395/1955 καταργείται το Ν.Δ. 129/1946. Κατ' εξαίρεση, οι διατάξεις του Ν.Δ. 129/1946 εξακολουθούν να ισχύουν γι' αυτούς που συνταξιοδοτούνται μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 3395/1955 από το βαθμό του Διευθυντή και άνω, καθώς και για όσους κατά τη δημοσίευση του Ν.Δ/τος αυτού υπηρετούν στους ίδιους βαθμούς στα δίκτυα ΣΕΚ και ΣΠΑΠ.

3.

Οι αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευ?ση του Ν.Δ. 3395/1955 και αναγνωρίζουν ποσά δευτερευουσών απολαβών μεγα?λύτερα από αυτά που καθορίζονται με το νομοθετικό αυτό Διάταγμα, διατηρούν πλήρως την ισχύ τους.

4.

Καταργούνται από την 1η Μαϊου 1958 σύμφωνα με την 764/28-4-1958 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 4242/1962, οι κρατήσεις που επιβλήθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 29 και 35 παρ. 1 Ν.Δ. 3395/1955 στις συ?ντάξεις των σιδηροδρομικών και στις αποδοχές των εν ενεργεία υπαλλήλων των ατμήλατων σιδηροδρόμων της Ελλάδας και των άλλων υπαλλήλων που αναφέρο?νται στο άρθρο 1 του ίδιου Ν.Δ/τος.

5.

Από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 1342/1973 καταργείται η κράτηση των τα?κτικών αποδοχών ενός μήνα ασφαλισμένου που είναι έγγαμος ή συνάπτει γάμο, η οποία προβλέπεται από την παράγρ. β΄του άρθρ. 1 του καταστατικού του Ταμείου ΄Αρθρο 5 παρ. 1 εδάφιο δεύ?τερο Ν.Δ. 1342/73 ΄Αρθρο 11 Ν.Δ. 1342/73 ΄Αρθρο 2 Ν. 698/77 ΄Αρθρο 34 παρ. 1 εδάφ. πρώ?το Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 25 Ν. 955/79. ΄Αρθρο 34 παρ. 1 εδάφιο δεύ?τερο Ν.Δ. 3395/55. ΄Αρθρο 20 παρ. 7 Ν.Δ. 3395/55. ΠΥΣ 764/58 που κυρώθηκε με το Ν.Δ 4242/62. ΄Αρθρο 3 παρ. 3 περίπτ. β Ν.Δ. 1342/73. Οι εισφορές, που τυχόν οφείλονται στο Ταμείο για την αιτία αυτή από τους ασφα?λισμένους, αποσβήνονται.

6.

Καταργούνται από την έναρξη ισχύος του Ν.1202/1981 α) Η παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1342/1973, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.479/1976, β)η παρ. 3 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 1342/1973, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του Ν.1002/1979, και γ)η παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.1002/1979.

7.

Καταργείται από την έναρξη ισχύος του Ν.1203/1981 η περίπτ. ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 15 του Κώδικα αυτού (παράβολο κανονισμού συντάξεων, σχετ. άρθρο 6 παρ. 5α Ν.599/68).

8.

Καταργείται από την έναρξη ισχύος του Ν.1209/81 το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του Π.Δ. 850/1980 (Διευκρ. διάταξη άρθρ. 1 και 2 Ν.147/75).

9.

Καταργείται από την έναρξη ισχύος του Ν.1405/1983 ο περιορισμός του εξα?μήνου για την αναγνώριση υπηρεσιών των περιπτ. α΄και γ΄της παρ. 1 του άρθρου 6 του Κώδικα (σχετ. άρθρο. 6 παρ. 1 περίπτ. α΄και γ' Ν.Δ. 3395/55). Στον Υπουργό των Οικονομικών αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του Διατάγματος αυτού. ΄Αρθρο 34 παρ. 6 Ν.Δ. 1202/81. ΄Αρθρο 7 παρ. 2 Ν.1203/81. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν.1209/81. ΄Αρθρο 3 παρ. 3 Ν.1405/83. Αθήνα, 23 Iουνίου 2000

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)