Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 164/2004

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2004-09-10
Τελευταία ενημέρωση 2004-09-03
State In force
Source ΦΕΚ
articles 18
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 164 3 Σεπτεμβρίου 2004

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 187

Ανακριτικά Συμβούλια Προσωπικού Λιμενικού Σώματος.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη: 1.α) Τις διατάξεις του εδαφίου β της παραγράφου 1 του άρθρου 106 του Κώδικα Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, που κυρώθηκε με το Ν. 3079/2002 (ΦΕΚ 311 Α~).

προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (ΦΕΚ 154 Α~), και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38 Α~).

2.

Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δια?τάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατι?κού προϋπολογισμού.

3.

Την αριθ. 199/2004 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά από πρόταση του Υπουργού Εμπο?ρικής Ναυτιλίας, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Έννοια. Ανακριτικά Συμβούλια Λιμενικού Σώματος (ΛΣ) είναι τα πολυμελή διοικητικά όργανα στα οποία παραπέμπονται?εγκαλούνται στελέχη του ΛΣ, προκειμένου να γνωμοδο?τήσουν στο ερώτημα για την επιβολή ή μη καταστατικής ποινής.

Άρθρο 2

Συγκρότηση Ανακριτικών Συμβουλίων

1.

Με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ή του αρμόδιου κλιμακίου της στρατιωτικής ιεραρχίας, στο οποίο έχει μεταβιβασθεί η σχετική αρμοδιότητα, μη δημοσιευομένης της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτούνται, κατά μήνα Μάιο κάθε έτους πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Ανακριτικά Συμ?βούλια, με θητεία ενός έτους, αποτελούμενα από τρεις εν ενεργεία Αξιωματικούς του Λ.Σ., με Πρόεδρο τον ανώ?τερο κατά βαθμό ή αρχαιότερο και μέλη του υπόλοι?πους.

2.

Εισηγητής και Γραμματέας του Συμβουλίου είναι ο κατά βαθμό κατώτερος ή ο νεότερος Αξιωματικός Λ.Σ.

3.

Για την αναπλήρωση του Προέδρου και των τακτικών μελών σε περίπτωση απουσίας ή νόμιμου κωλύματος, ορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 1 ισάριθμα ή περισσότερα αναπληρωματικά μέλη, όπου η αναπλήρω?ση αυτή είναι δυνατή.

Άρθρο 3

Βαθμίδες Ανακριτικών Συμβουλίων 1.α) Το Συμβούλιο το οποίο γνωμοδοτεί σε πρώτο βαθ?μό ονομάζεται Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο ΛΣ.

κατά γνωμοδότησης Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμ?βουλίου ονομάζεται Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβού?λιο ΛΣ.

2.

Αναλόγως του βαθμού του εγκαλούμενου προσωπι?κού ΛΣ οι βαθμίδες των Ανακριτικών Συμβουλίων ΛΣ είναι οι ακόλουθες:

Υποναύαρχος ΛΣ επιλαμβάνεται το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ), συμπληρούμενο με τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ή τον ανα?πληρωτή αυτού. Η παραπομπή διενεργείται από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Το ΣΑΓΕ τηρεί την ενώ?πιον του Δευτεροβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλίου δια?δικασία, χωρίς να δεσμεύεται από τις προθεσμίας που τάσσουν τα άρθρα 6 παρ. 1α, 7 παρ. 3, 11 παρ. 3α,β και 5, 12 παρ. 4, 13 παρ. 3 και γνωμοδοτεί σε πρώτο και τε?λευταίο βαθμό.

(α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Τον Αρχηγό ΛΣ, ως Πρόεδρο, ββ. Δύο Υποναυάρχους ΛΣ, ως μέλη. (β) Ως Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο επιλαμβά?νεται το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων(ΣΑΓΕ), συμπληρούμενο με τον Πρόεδρο του Αναθεωρητικού Δι?καστηρίου ή τον αναπληρωτή του. Η παραπομπή ανωτάτου Αξιωματικού στο ΣΑΓΕ διενερ?γείται από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη. Το ΣΑΓΕ τηρεί την ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμ?5471 (α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Αρχιπλοίαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο, ββ. Δύο Πλοιάρχους ΛΣ, ως μέλη. (β) Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Υποναύαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο, ββ. Δύο Αρχιπλοιάρχους ΛΣ, ως μέλη αρχαιότερους του Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου.

ΛΣ: (α) Το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Αντιπλοίαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο. ββ. Δύο Πλωτάρχες ΛΣ, ως μέλη. (β) Το Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο αποτελείται από: αα. Έναν Πλοίαρχο ΛΣ, ως Πρόεδρο. ββ. Δύο Αντιπλοιάρχους ΛΣ, ως μέλη, αρχαιότερους του Προέδρου του Πρωτοβάθμιου Ανακριτικού Συμβου?λίου.

3.

Εάν με την ίδια διαταγή παραπέμπονται στελέχη του ΛΣ διαφορετικού βαθμού και αρμόδια είναι διαφορετικής βαθμίδας Συμβούλια, τότε αρμόδιο Συμβούλιο είναι εκεί?νο στο οποίο υπάγεται ο ανώτερος των εγκαλουμένων.

Άρθρο 4

Προσόντα Προέδρου και μελών. Εξαιρέσεις

1.

Ο Πρόεδρος και τα μέλη των Ανακριτικών Συμβου?λίων ΛΣ πρέπει:

που αναφέρονται στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του Κώδικα Προσωπικού ΛΣ (Ν. 3079/2002).

τους κρίση.

2.

Απαγορεύεται Αξιωματικός ΛΣ να συμμετέχει για την ίδια υπόθεση στην σύνθεση του Πρωτοβάθμιου και του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου.

3.

Απαγορεύεται Αξιωματικός ΛΣ να συμμετέχει στη σύνθεση των Ανακριτικών Συμβουλίων αν:

εξ αγχιστείας μέχρι και το δεύτερο βαθμό.

Συμβούλιο.

υποθέσεως.

Άρθρο 5

Διαδικασία παραπομπής σε Ανακριτικό Συμβούλιο

1.

Η παραπομπή του εν ενεργεία ή σε πολεμική διαθεσι?μότητα προσωπικού ΛΣ ενώπιον των Ανακριτικών Συμ?βουλίων ΛΣ ασκείται από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτι?λίας, ο οποίος μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες αυτές στα κλιμάκια της στρατιωτικής ιε?ραρχίας, κατόπιν:

υποβολής αιτιολογημένης αναφοράς της προϊσταμένης του προσωπικού Υπηρεσίας, από τις οποίες προκύπτει η διάπραξη παραπτωμάτων που σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις επισύρουν την επιβολή καταστατικών ποινών (πρόσκαιρη παύση, προσωρινή απόλυση, απόταξη ή απο?βολή).

2.

Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη, αφού λάβει τα παρα?πάνω έγγραφα μαζί με τον ατομικό φάκελο και αντίγραφο φύλλου μητρώου του εγκαλουμένου, εκτιμά τα περιστα?τικά και εντός δύο μηνών από την παραλαβή τους, το αρ?γότερο:

υπάρχει παράπτωμα.

αυτή αρκεί για το συγκεκριμένο παράπτωμα.

Συμβουλίου με το ανάλογο ερώτημα, όταν κρίνει ότι το παράπτωμα είναι βαρύτερο και επισύρει την επιβολή κα?ταστατικής ποινής.

3.

Η καταστατική ποινή της αποβολής επιβάλλεται επί?σης στο προσωπικό ΛΣ κατόπιν παραπομπής του στο Ανα?κριτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 100 του Κώδι?κα Προσωπικού ΛΣ όπως ισχύει.

Άρθρο 6

Πράξη παραπομπής στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο

1.

Ο ασκών την πειθαρχική δίωξη παραπέμπει τον εγκα?λούμενο στο Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο και:

θα πρέπει να συνεδριάσει το Συμβούλιο για να γνωμοδο?τήσει, μνημονεύοντας υποχρεωτικά στην παραπεμπτήριο διαταγή τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του οικείου Ανακριτικού Συμβουλίου, κατά το χρόνο εκδόσεώς της. Η προθεσμία αυτή ορίζεται αρχικά σε σαράντα πέντε ημέρες, αρχομένης από την ημερομηνία παραλαβής του φακέλου από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου. Κατόπιν όμως αιτιολογημένης αναφοράς του Προέ?δρου δύναται να ορισθεί μεγαλύτερη προθεσμία ή να πα?ραταθεί η αρχικώς χορηγηθείσα με διαταγή του ασκού?ντος την πειθαρχική δίωξη.

να γνωμοδοτήσει το Συμβούλιο.

του Συμβουλίου αντίγραφα της διαταγής παραπομπής του εγκαλουμένου, μαζί με το φάκελο της υποθέσεως, τον ατομικό φάκελο, το φύλλο μητρώου και γενικά κάθε διαφωτιστικό έγγραφο ή στοιχείο.

όλα τα μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματι?κά, τα οποία αναφέρουν αμέσως στον Πρόεδρο εγγρά?φως, τη λήψη της διαταγής.

2.

Η πράξη της παραπομπής σε Ανακριτικό Συμβούλιο ΛΣ, οι γνωμοδοτήσεις τους και η τελική απόφαση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη καταχωρούνται στον 5472 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Συμβούλιο ανακαλείται σε περίπτωση θανάτου αυτού, οπότε παύει οριστικά η ασκηθείσα πειθαρχική δίωξη και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προ?βλεπόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία διατάξεις πα?ραπομπής.

4.

Σε περίπτωση έκδοσης γνωμοδότησης Ανακριτικού Συμβουλίου ΛΣ υπέρ εγκαλουμένου στελέχους, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη δύναται να επιβάλει κατόπιν συνή?θη πειθαρχική ποινή. 5.α) Η αποστρατεία δεν κωλύει την πειθαρχική δίωξη αυτού που έχει παραπεμφθεί ενώπιον Ανακριτικού Συμ?βουλίου ΛΣ.

το ερώτημα της απόταξης και η γνωμοδότηση του Ανα?κριτικού Συμβουλίου είναι θετική, επιβάλλεται σε αυτόν η ποινή της αποβολής.

απόφαση καταχωρίζεται απλώς στα τηρούμενα στη Διεύ?θυνση Προσωπικού ΛΣ μητρώα και ατομικά έγγραφα αυ?τών που αποστρατεύθηκαν.

Άρθρο 7

Σύγκληση Ανακριτικού Συμβουλίου

1.

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου αμέσως μόλις λάβει την διαταγή παραπομπής στελέχους ΛΣ προβαίνει εγγράφως στις παρακάτω ενέργειες:

από την επίδοση της διαταγής παραπομπής, προτείνει με έγγραφη αναφορά απευθείας προς τον Πρόεδρο όσους μάρτυρες υπερασπίσεως θεωρεί αναγκαίους δηλώνο?ντας τον αριθμό, την διεύθυνση κατοικίας και αριθμό τη?λεφώνου τους, καθώς και το θέμα στο οποίο θα εξετασθεί ο καθένας.

μάρτυρες και αυτεπαγγέλτως τους μάρτυρες που θεωρεί αναγκαίους.

επιδόσεως ή τις εκθέσεις θυροκολλήσεως.

ημέρα που έλαβε γνώση της κλήσεως ο εγκαλούμενος, καθώς και η ημέρα συγκλήσεως του Συμβουλίου. Η εξέταση του εγκαλουμένου κατά το στάδιο της Ένορ?κης Διοικητικής Εξέτασης δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

2.

Εάν ο εγκαλούμενος κωλύεται να παρουσιασθεί στο Συμβούλιο, εξαιτίας ασθένειας, που βεβαιώνεται με Ια?τρική γνωμάτευση από Κρατικό Νοσοκομείο ή Κέντρο Υγείας, ή λόγω ανωτέρας βίας, ενημερώνει έγκαιρα με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο (τηλεγράφημα, τηλεομοιο?τύπημα- fax κ.λπ.) με ευθύνη του το Συμβούλιο. Ο Πρόε?δρος ορίζει νέα ημερομηνία απολογίας, σύμφωνα με τα παραπάνω. Σε περίπτωση που ο εγκαλούμενος εκ νέου δεν παρουσιασθεί για να απολογηθεί η διαδικασία διεξά?γεται κανονικά. Αν ο Πρόεδρος κρίνει ότι ο εγκαλούμενος δεν μπορεί να απολογηθεί, για τους παραπάνω λόγους, τότε ζητά εγγράφως να ληφθεί η απολογία του μέσω της αρμόδιας Λιμενικής ή Αστυνομικής Αρχής. Απολογία από το συνήγορο του εγκαλουμένου, χωρίς την παρουσία του εγκαλουμένου απαγορεύεται.

3.

Εάν οι προταθέντες από τον εγκαλούμενο μάρτυρες διαμένουν μακριά από την έδρα του Συμβουλίου και από τη μελέτη της δικογραφίας ή από την αναφορά του εγκα?λουμένου ο Πρόεδρος κρίνει ότι οι καταθέσεις τους είναι ουσιώδεις και είναι αδύνατη η μόρφωση γνώμης από άλ?λα στοιχεία, εφαρμόζει τα καθοριζόμενα στην παράγρα?φο 4 του άρθρου 12 του παρόντος, ζητώντας την κατά πα?ραγγελία ένορκη εξέτασή τους από τις αρμόδιες Λιμενι?κές ή Αστυνομικές Αρχές.

4.

Ο εγκαλούμενος δικαιούται όπως εμφανίσει, με δικά του έξοδα, και άλλους μάρτυρες, πέραν των αρχικά προ?ταθέντων, κατά την διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου, οι οποίοι δεν μπορεί να υπερβαίνουν τους πέντε. Εφόσον ως μάρτυρες κλητεύονται στελέχη ΛΣ τότε από τη Διεύθυνση Προσωπικού Λιμενικού Σώματος (ΔΠΛΣ) εγκρίνεται σχετική άδεια μετακίνησής των, κατόπιν ανα?φοράς των Υπηρεσιών τους, και για χρονικό διάστημα που κρίνεται αναγκαίο για να παρεβρεθούν στη διαδικα?σία του Συμβουλίου.

5.

Ο Πρόεδρος δύναται να ζητήσει οποιοδήποτε έγγρα?φο ή στοιχείο, εφόσον κρίνει ότι αυτό θα συμβάλει στην πληρέστερη μόρφωση γνώμης επί της κρινομένης υπο?θέσεως.

6.

Οι κλήσεις των στελεχών του ΛΣ επιδίδονται μέσω των Υπηρεσιών που υπηρετούν και των λοιπών μαρτύρων μέσω των οικείων Αστυνομικών Αρχών.

7.

Οι επιδόσεις των δικογράφων γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ).

Άρθρο 8

Συνεδρίαση Ανακριτικών Συμβουλίων. Διαδικασία Εξαιρέσεως

1.

Τα Συμβούλια συγκροτούνται σε σώμα από τον Πρό?εδρο και τα τακτικά μέλη και συνεδριάζουν στο χρόνο που καθορίζεται από τον Πρόεδρο, στον τόπο και το χώρο που έχει καθορισθεί από την παραπεμπτική διαταγή, στον οποίο συνέρχονται τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη αυτών.

2.

Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος τακτικών με?λών ο Πρόεδρος καλεί τα αναπληρωματικά κατά τη σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως των Συμ?βουλίων.

3.

Ο εγκαλούμενος δύναται προ της έναρξης της συνε?δριάσεως, επί ποινή απαραδέκτου της διαδικασίας, να υποβάλει εγγράφως στον Πρόεδρο αίτηση εξαίρεσης του ιδίου ή και μελών του Συμβουλίου, εφόσον συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του παρό?ντος, αναφέροντας συγχρόνως τους λόγους και τα απο?δεικτικά στοιχεία.

4.

Ο Πρόεδρος διαβιβάζει την αίτηση εξαιρέσεως στα μέλη που τα αφορά για να αναφέρουν εγγράφως σχετικά με τους λόγους εξαίρεσης που επικαλείται ο εγκαλούμε?νος, ή αν η αίτηση εξαίρεσης αφορά τον ίδιο τότε ο Πρό?εδρος εγγράφως ενημερώνει το Συμβούλιο σχετικά.

5.

Αν έχει ζητηθεί η εξαίρεση του Προέδρου, την προε?δρία αναλαμβάνει ο αναπληρωτής του ή ο αρχαιότερος ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 5473 απέχουν προσωρινά από τις συνεδριάσεις, με ποινή ακυ?ρότητας της διαδικασίας, προς συμπλήρωση δε των Συμ?βουλίων και μόνο για την εκδίκαση της αιτήσεως εξαιρέ?σεως, λαμβάνουν μέρος τα αναπληρωματικά μέλη, κατά την σειρά αναγραφής τους στη διαταγή συγκροτήσεως αυτών.

7.

Το Συμβούλιο που συγκροτείται με τη συμμετοχή των αναπληρωματικών μελών, αφού λάβει υπόψη του την αί?τηση και τα τυχόν υποβληθέντα έγγραφα, αποφασίζει αμέσως με μυστική ψηφοφορία για την αίτηση εξαιρέσε?ως, εφαρμοζομένης ανάλογα της διαδικασίας που προ?βλέπεται στις παραγράφους 10 και 11 του άρθρου 12 του παρόντος. Τα ψηφοδέλτια με τη λέξη «ΝΑΙ» εκφράζουν τη γνώμη υπέρ της εξαίρεσης του συμμετέχοντος, ενώ αυτά με τη λέξη «ΟΧΙ» εκφράζουν τη γνώμη κατά της εξαίρεσης αυτού.

8.

Κάθε μέλος του Συμβουλίου που εκτιμά ότι υπάρχει λόγος εξαιρέσεώς του, οφείλει να τον αναφέρει στο Συμ?βούλιο και αυτό, συμπληρούμενο σύμφωνα με τα παρα?πάνω, αποφασίζει κατά πλειοψηφία για την εξαίρεση.

9.

Για τη διαδικασία εξαιρέσεως συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο καταχωρίζεται η απόφαση που εξέδωσε το Συμβούλιο.

10.

Αν η αίτηση εξαίρεσης γίνει δεκτή, η διαδικασία συ?νεχίζεται χωρίς τη συμμετοχή του εξαιρεθέντος μέλους.

Άρθρο 9

Δικαιώματα εγκαλουμένου

1.

Στέλεχος ΛΣ που παραπέμπεται ενώπιον Ανακριτικού Συμβουλίου δικαιούται:

υπεράσπισης. Αν προτείνει στελέχη ΛΣ ως μάρτυρες υπε?ράσπισης αυτά δικαιούνται άδεια μετακίνησης, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του παρόντος.

του παρόντος.

επιθυμεί, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου, τον οποίο διορίζει εγγράφως πριν την έναρ?ξη της διαδικασίας ή προφορικά κατά την έναρξη της δια?δικασίας.

της υπόθεσης που το αφορά και να ζητά το ίδιο ή ο πλη?ρεξούσιος συνήγορός του και με δική του δαπάνη τη χο?ρήγηση επικυρωμένων ή μη αντιγράφων των εγγράφων της υπόθεσης, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης που υπογράφεται από τον αρμόδιο που τηρεί το φάκελο της υπόθεσης και τον εγκαλούμενο. Αν ο εγκαλούμενος αρ?νείται να υπογράψει τότε στην έκθεση υπογράφει ένας άλλος μάρτυρας.

Προσωπικού ΛΣ, μέσω της Υπηρεσίας του, για να παρα?στεί στην διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου.

2.

Τα δικαιώματα που αναφέρονται στα εδάφια (β) και (δ) της προηγούμενης παραγράφου ασκούνται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριών ημερών από την κοινοποί?ηση στον εγκαλούμενο της παραπεμπτικής διαταγής. Τα υπόλοιπα δικαιώματα της παραγράφου αυτής ασκούνται με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το δικαίω?μα του εδαφίου (ε) ασκείται έγκαιρα πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης του Συμβουλίου, με ευθύνη του εγκα?λουμένου.

Άρθρο 10

Τρόπος διεξαγωγής των συνεδριάσεων

1.

Οι συνεδριάσεις του Συμβουλίου διεξάγονται κεκλει?σμένων των θυρών και τα στελέχη του ΛΣ που συμμετέχουν σε αυτές, με οποιαδήποτε ιδιότητα, φέρουν τη στο?λή υπ’ αριθμ. 8.

2.

Η διαδικασία, που τη διευθύνει ο Πρόεδρος, διεξάγε?ται προφορικά και λαμβάνονται ένορκες καταθέσεις μαρ?τύρων και απολογία εγκαλουμένου.

3.

Η συνεδρίαση διακόπτεται μόνο για τα αναγκαία δια?λείμματα ή για την εμφάνιση ουσιώδους μάρτυρα ή για την εξακρίβωση ουσιώδους γεγονότος. Για τη διακοπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία το Συμ?βούλιο.

4.

Εφόσον ο χρόνος δεν επαρκεί για τη διερεύνηση της υπόθεσης εντός ορισμένης ημέρας, η συνεδρίαση μπο?ρεί να διακοπεί για την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

5.

Κάθε διακοπή που γίνεται σύμφωνα με τα παραπάνω αναφέρεται στο πρακτικό του Συμβουλίου.

Άρθρο 11

Ακροαματική διαδικασία

1.

Με την έναρξη της συνεδρίασης ο Πρόεδρος καλεί τον εγκαλούμενο να παρουσιασθεί ενώπιον του Συμβου?λίου, μετά ή άνευ πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος υποχρεούται να επιδείξει το δελτίο ταυτότητας δικηγό?ρου, άλλως δεν επιτρέπεται να παρίσταται.

2.

Ο εγκαλούμενος εμφανίζεται ενώπιον του Συμβουλί?ου άοπλος και παραμένει στην αίθουσα συνεδριάσεως μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. 3.α) Σε περίπτωση μη εμφάνισης του νομίμως κλητευ?θέντος εγκαλουμένου ενώπιον του Συμβουλίου η διαδι?κασία διεξάγεται κανονικά, χωρίς την παρουσία του, εφό?σον το Συμβούλιο δύναται να μορφώσει γνώμη. Σε διαφορετική περίπτωση αναβάλλεται η γνωμοδότη?σή του, σύμφωνα με τη παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος.

εγκαλουμένου έχουν γνωστοποιηθεί έγκαιρα στο Συμ?βούλιο, αυτό αποφασίζει την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης. Η αναβολή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκο?σι ημέρες.

4.

Ο Πρόεδρος, εφ’ όσον ο εγκαλούμενος είναι παρών, γνωστοποιεί σ’ αυτόν τη σύνθεση του Συμβουλίου και το περιεχόμενο της απόφασης που τυχόν έχει εκδοθεί επί αι?τήματός του εξαίρεσης. Στη συνέχεια ο εισηγητής με εντολή του Προέδρου διαβάζει την πράξη παραπομπής και τα έγγραφα εκείνα των οποίων η ανάγνωση κρίνεται αναγκαία από τον Πρόεδρο για την ενημέρωση του Συμ?βουλίου. Ο Πρόεδρος επίσης μπορεί να παραγγείλει την ανάγνωση και άλλων εγγράφων, μετά από αίτηση του εγκαλουμένου ή του συνηγόρου του ή των μελών του Συμβουλίου.

5.

Ο Πρόεδρος, καλεί για εξέταση τους μάρτυρες που τυχόν έχουν κληθεί αυτεπάγγελτα από τον ίδιο ή προτα?5474 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε περίπτωση μη εμφάνισης του μάρτυρα, η εξέταση του οποίου θεωρείται απόλυτα αναγκαία από το Συμβούλιο, τούτο αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης για άλλη ημέρα, εντός της προθεσμίας που τάσσεται με την πράξη παραπομπής, προκειμένου καταστεί δυνατή η εξέταση του μάρτυρα αυτού. Στην περίπτωση αυτή οι πα?ριστάμενοι μάρτυρες και ο εγκαλούμενος καλούνται προ?φορικά να προσέλθουν κατά τη νέα δικάσιμο. Οι διατάξεις του άρθρου 229 του Κ.Π.Δ. περί λιπομαρτυρίας έχουν και στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.

6.

Το Συμβούλιο δύναται και κατά τη διάρκεια της ακρο?αματικής διαδικασίας να καλεί και να εξετάζει κάθε πρό?σωπο του οποίου την εξέταση θεωρεί αναγκαία.

7.

Οι μάρτυρες εξετάζονται ο καθένας χωριστά και κα?τά σειρά τους εξετάζει πρώτος ο Πρόεδρος και στη συνέχεια τα μέλη του Συμβουλίου. Ο εγκαλούμενος και ο συ?νήγορος αυτού δύνανται να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα, κατόπιν αδείας του Προέδρου. Η εξέταση των μαρτύρων μπορεί να γίνει και κατ’ αντιπαράσταση με άλ?λους μάρτυρες, αν αυτό κρίνει αναγκαίο το Συμβούλιο. Οι μάρτυρες κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους δεν διακό?πτονται, εφ’ όσον δεν εξέρχονται από το θέμα, και μετά το πέρας της εξέτασής τους αποχωρούν από την αίθουσα συνεδριάσεως. Οι καταθέσεις των μαρτύρων καταχω?ρούνται περιληπτικά σε ιδιαίτερο πρακτικό (Παράρτημα Α~ υπόδειγμα 3) που υπογράφεται αμέσως από αυτούς, τον Πρόεδρο και τον εισηγητή.

8.

Μετά την εξέταση των μαρτύρων καλείται να απολο?γηθεί ο εγκαλούμενος ανωμοτί, ο οποίος δεν διακόπτεται εφόσον δεν εξέρχεται από το θέμα. Η απολογία του κα?ταχωρείται περιληπτικά σε ιδιαίτερο πρακτικό (Παράρτη?μα Α~ υπόδειγμα 2) και στο πρακτικό του Συμβουλίου, μα?ζί με το τελικό αίτημα του συνηγόρου, που τυχόν διατύ?πωσε στην αγόρευσή του. Μετά το πέρας της απολογίας του, ο Πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου και ο τυχόν πα?ριστάμενος συνήγορός του μπορούν να του απευθύνουν ερωτήσεις.

9.

Ο εγκαλούμενος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δικαιούται να συνεννοείται με το συνήγορό του. Ο συνήγορος δεν δικαιούται να απαντά, αντί του εγκαλούμενου, στα τιθέμενα ερωτήματα.

10.

Μετά το πέρας της εξέτασης του εγκαλουμένου, ο συνήγορός του δικαιούται να εκθέτει σύντομα τις από?ψεις του επί του κατηγορητηρίου.

11.

Μετά από τα παραπάνω ο Πρόεδρος ερωτά τα μέλη του Συμβουλίου εάν έχουν να ζητήσουν κάποια επεξήγη?ση από τους μάρτυρες ή τον εγκαλούμενο και, εφόσον αυτοί απαντήσουν αρνητικά, κηρύσσει περατωμένη την ακροαματική διαδικασία και αποσύρονται ο εγκαλούμε?νος και ο τυχόν παρευρισκόμενος συνήγορός του.

Άρθρο 12

Διάσκεψη Ανακριτικού Συμβουλίου

1.

Το Συμβούλιο μετά το πέρας της ακροαματικής δια?δικασίας διασκέπτεται μυστικά προκειμένου γνωμοδοτή?σει.

2.

Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου διαρκούσης της διασκέψεως και προ της εκδόσεως της γνωμοδοτήσε?ως παραμένουν στον ίδιο χώρο όλοι μαζί και δεν επικοινω?νούν με άλλο πρόσωπο με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσον.

3.

Το Συμβούλιο αρχικά λαμβάνει γνώση του περιεχο?μένου του ατομικού φακέλου του εγκαλουμένου και στη συνέχεια ο Πρόεδρος ερωτά τα μέλη εάν μόρφωσαν σα?φή γνώμη από τη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου και σε καταφατική απάντηση η διάσκεψη προχωρεί σύμφωνα με τις παραγράφους 8 έως και 12 του παρόντος άρθρου.

4.

Αν το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να μορφώσει γνώμη επί ορισμένου ουσιώδους γεγονότος και δεν επαρκεί για αυ?τό κατά την κρίση του η κατά την παράγραφο 1 α του άρ?θρου 6 του παρόντος ταχθείσα προθεσμία, μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε άλλη ρητώς ορι?ζόμενη ημέρα και πέρα από την ταχθείσα προθεσμία, αλ?λά όχι περισσότερο των δέκα ημερών από τη λήξη της αρχικής προθεσμίας.

5.

Οι λόγοι της αναβολής της συνεδριάσεως και η ημε?ρομηνία της νέας συνεδριάσεως καταχωρίζονται στο πρακτικό του Συμβουλίου.

6.

Ο εγκαλούμενος οφείλει, χωρίς νέα έγγραφη πρό?σκληση, να εμφανισθεί κατά τη νέα ορισθείσα ημέρα συ?νεδριάσεως του Συμβουλίου που του ανακοινώνεται προ?φορικά από τον Πρόεδρο.

7.

Για τη διευκρίνιση γεγονότος το Συμβούλιο μπορεί να ζητήσει δια του Προέδρου απευθείας, έγγραφες πληρο?φορίες ή την λήψη κατά παραγγελία καταθέσεων από τις οικείες Αρχές προσώπων που διαμένουν εκτός της έδρας του Συμβουλίου.

8.

Ο Πρόεδρος θέτει στο Συμβούλιο το ερώτημα ή τα ερωτήματα χωριστά με τη σειρά που είναι διατυπωμένα στην παραπεμπτική διαταγή και ειδικότερα εάν υπάρχει λόγος να επιβληθεί:

απόλυση, γ) απόταξη ή δ) αποβολή (ανάλογα με την προ?βλεπόμενη ποινή), στο στέλεχος του ΛΣ............................. (παρατίθεται ο βαθμός και το ονοματεπώνυμο του εγκα?λουμένου) για................................. (παρατίθεται η νόμιμη αιτία για την οποία παραπέμφθηκε ο εγκαλούμενος στο Συμβούλιο μαζί με σύντομη αναφορά των περιστατικών που αποτελούν τα στοιχεία του παραπτώματος). Άλλο ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί στο Συμβούλιο. Αν όμως στο Συμβούλιο είχε τεθεί από τον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη μόνο το ερώτημα της αποτάξεως και το Συμβούλιο γνωμοδότησε αρνητικά, ο ασκών την πειθαρχική δίωξη δύναται να παραπέμψει εκ νέου στο ίδιο Συμβούλιο τον εγκαλούμενο με το ερώτημα της αργίας με πρόσκαιρη παύση ή με προσωρινή απόλυση.

9.

Αν στην παραπεμπτική διαταγή διατυπώνονται δύο ερωτήματα και το Συμβούλιο γνωμοδοτήσει αρνητικά για το πρώτο, τότε ο Πρόεδρος θέτει αμέσως και το επόμενο ερώτημα.

10.

Για την κατάρτιση της γνωμοδοτήσεως για κάθε ερώτημα διεξάγεται μυστική ψηφοφορία ως ακολούθως:

από τα οποία στα τρία αναγράφεται η λέξη «ΝΑΙ» και στα άλλα τρία αναγράφεται η λέξη «ΟΧΙ» και στη συνέχεια δια?νέμει στο Πρόεδρο και στα μέλη ένα ψηφοδέλτιο με τη λέ?ξη «ΝΑΙ» και ένα ψηφοδέλτιο με τη λέξη «ΟΧΙ». Τα ψηφοδέλτια με τη λέξη «ΝΑΙ» εκφράζουν τη γνώμη επιβολής της καταστατικής ποινής στον εγκαλούμενο, ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 5475 το νεότερο κατά βαθμό, εγχειρίζει στον Πρόεδρο το ένα από τα δύο ψηφοδέλτια που του διανεμήθηκαν, ως έκ?φραση της γνώμης του για το συγκεκριμένο ερώτημα που έθεσε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου.

αποκαλύψει, ενεργεί, παρουσία όλων των συμμετεχό?ντων μελών, τη διαλογή των ψήφων.

11.

Η γνώμη της πλειοψηφίας αποτελεί την απόφαση του Συμβουλίου. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ανα?γράφεται, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, στο πρακτικό του Συμβουλίου.

12.

Η κατά τα ανωτέρω γνωμοδότηση του Συμβουλίου πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς στο πρακτικό αυτού.

Άρθρο 13

Πρακτικό γνωμοδοτήσεως Ανακριτικού Συμβουλίου

1.

Για όλη τη διαδικασία που έλαβε χώρα ενώπιον του Συμ?βουλίου, συντάσσεται πρακτικό (Παράρτημα Α~ υπόδειγμα 1), που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και όλα τα μέλη.

2.

Το πρακτικό αυτό, επί ποινή ακυρότητας της διαδικα?σίας, πρέπει να περιλαμβάνει:

παραπομπής του εγκαλουμένου.

των μελών του Συμβουλίου και σε περίπτωση αναπλήρω?σης τακτικού μέλους, το λόγο της αναπλήρωσης.

ονοματεπώνυμο του τυχόν παριστάμενου συνηγόρου και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας δικηγόρου, καθώς και το υποβαλλόμενο τελικό αίτημά του.

υπέρ και κατά της επιβολής της καταστατικής ποινής και τέλος τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου.

της υπόθεσής του, ασκείται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της γνωμοδότησης του Πρω?τοβάθμιου Συμβουλίου, εφόσον σύμφωνα με αυτή προ?τείνεται η επιβολή σε αυτόν καταστατικής ποινής.

3.

Το πρακτικό αυτό υποβάλλεται από τον Πρόεδρο στον ασκούντα την πειθαρχική δίωξη, εντός πέντε ημε?ρών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της ακροαματι?κής διαδικασίας, σε τέσσερα πρωτότυπα αντίτυπα, μαζί με το φάκελο της υπόθεσης.

4.

Η γνωμοδότηση Ανακριτικού Συμβουλίου για επιβολή καταστατικής ποινής είναι υποχρεωτική για τον αποφασί?ζοντα την επιβολή της.

Άρθρο 14

Προσφυγή κατά της γνωμοδοτήσεως

1.

Οι γνωμοδοτήσεις του Ανακριτικού Συμβουλίου για επιβολή ή μη καταστατικής ποινής επιδίδονται εγγρά?φως, σύμφωνα με τον ΚΠΔ με μέριμνα του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη στον εγκαλούμενο.

2.

Προσφυγή κατά γνωμοδότησης Πρωτοβαθμίου Ανα?κριτικού Συμβουλίου ενώπιον Δευτεροβάθμιου επιτρέπε?ται μόνο:

σε αυτόν.

καταστατική ποινή.

3.

Η προσφυγή ασκείται:

που άσκησε την πειθαρχική δίωξη, μέσω της Υπηρεσίας που υπηρετεί, ή της Διεύθυνσης Προσωπικού ΛΣ.

του Ανακριτικού Συμβουλίου.

4.

Αν παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω κατά περίπτωση προθεσμία η γνωμοδότηση του Πρωτοβάθμιου Ανακριτι?κού Συμβουλίου καθίσταται ανέκκλητος ενώπιον της Διοι?κήσεως.

5.

Αν ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με τα παραπάνω ο ασκών τη πειθαρχική δίωξη παραπέμπει την υπόθεση στο Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο, για επανεξέταση της υπόθεσης.

6.

Η εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής έχει ανασταλτική ισχύ για τις πράξεις της Διοικήσεως, που ανάγονται στην γνωμοδότηση του Πρωτοβαθμίου Ανακριτικού Συμβουλί?ου.

Άρθρο 15

Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο

1.

Το Δευτεροβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο επιλαμβά?νεται των υποθέσεων που παραπέμπονται σε αυτό για επανεξέταση, κατόπιν προσφυγής του εγκαλουμένου ή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, ενεργεί δε όπως προβλέπεται για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμι?ου Ανακριτικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα.

2.

Σε περίπτωση προσφυγής του εγκαλουμένου ή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο τίθεται υποχρεωτικά το ίδιο ερώτημα για το οποίο γνωμοδότησε το Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμ?βούλιο.

Άρθρο 16

Ακυρότητες. Προσφυγές.

1.

Αν ακυρωθεί από τα Διοικητικά Δικαστήρια η γνωμο?δότηση του Δευτεροβάθμιου Ανακριτικού Συμβουλίου, προκειμένου επανεξετασθεί η υπόθεση, η Διοίκηση υποχρεούται να παραπέμψει την υπόθεση με το ίδιο ερώτημα ή ερωτήματα στο ίδιο Ανακριτικό Συμβούλιο με την παρα?κάτω συγκρότηση:

συμμετείχαν στη διαδικασία του Δευτεροβάθμιου Συμ?βουλίου.

5476 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) που του επιδόθηκε η απόφαση του Διοικητικού Δικαστη?ρίου.

2.

Ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση της ακυρω?θείσας γνωμοδότησης μέχρι τη νέα γνωμοδότηση του Ανακριτικού Συμβουλίου, λογίζεται ως χρόνος πραγματι?κής υπηρεσίας για τη σύνταξη, για δε τις προαγωγές ισχύ?ουν οι σχετικές διατάξεις, εφόσον η νέα γνωμοδότηση ήταν να μην επιβληθεί καταστατική ποινή στον εγκαλού?μενο.

Άρθρο 17

Παράρτημα Προσαρτάται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πα?ρόντος διατάγματος το ακόλουθο παράρτημα. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 5477 εντός διμήνου από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Πειθαρχικές υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στα Ανακριτικά Συμβούλια πριν την έναρξη ισχύος του παρό?ντος και δεν έχουν κριθεί τελεσίδικα, κρίνονται από τα Ανακριτικά Συμβούλια που συγκροτούνται και λειτουρ?γούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, στην αρ?μοδιότητα των οποίων περιέρχονται αυτοδίκαια, χωρίς να απαιτείται νέα παραπεμπτική διαταγή.

Άρθρο 19

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δη?μοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας αναθέτουμε τη δη?μοσίευση και εκτέλεση του παρόντος Διατάγματος. Αθήνα, 31 Αυγούστου 2004

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)