Νόμοι — ΦΕΚ A' 178/2025
This Convention shall in any case remain in force in its actual form and content for those Members which have ratified it but have not ratified the revising Convention. Article 8 The English, French and Spanish versions of the text of this Convention are equally authoritative.». «Διεθνής Συνδιάσκεψη Εργασίας Διεθνής Σύμβαση Εργασίας 191 Τροποποιήσεις σε διεθνείς κανόνες εργασίας που σχετίζονται με την αναγνώριση ενός ασφαλούς και υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος ως μιας θεμελιώδους αρχής, που υιοθετήθηκε από τη Συνδιάσκεψη κατά την εκατοστή ενδέκατη Σύνοδό της, Γενεύη, 12 Ιουνίου 2023 Η Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, η οποία συνεκλήθη στη Γενεύη από το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας και συνήλθε στις 5 Ιουνίου 2023 στην 111η Σύνοδό της, Υπενθυμίζοντας το ψήφισμα σχετικά με τη συμπερίληψη ενός ασφαλούς και υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος στο πλαίσιο των θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων στην εργασία της ΔΟΕ, το οποίο εγκρίθηκε κατά την 110η Σύνοδό της (Ιούνιος 2022), Έχοντας αποφασίσει να εγκρίνει ορισμένες προτάσεις όσον αφορά την τροποποίηση της Σύμβασης 182 για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας και την 60 της Σύμβασης 187 για το Πλαίσιο Προώθησης της Ασφάλειας και της Υγείας στην Εργασία, (2006), της Σύμβασης 188 για την Εργασία στον Τομέα της Αλιείας, (2007), της Σύμβασης 189 για την Αξιοπρεπή Εργασία των Οικιακών Εργαζομένων (2011), της Σύμβασης 190 για τη Βία και την Παρενόχληση στον κόσμο της εργασίας (2019), και το Πρωτόκολλο του 2014 στη Σύμβαση για την Αναγκαστική Εργασία, (1930), με σκοπό την εισαγωγή σε αυτά ορισμένων τροποποιήσεων που απορρέουν από την έκδοση του ψηφίσματος σχετικά με τη συμπερίληψη ενός ασφαλούς και υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος στο πλαίσιο των θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων στην εργασία της ΔΟΕ, Θεωρώντας ότι οι προτάσεις αυτές πρέπει να λάβουν τη μορφή Διεθνούς Σύμβασης, εγκρίνει στις 12 Ιουνίου 2023 την ακόλουθη Σύμβαση, η οποία μπορεί να αναφέρεται ως Σύμβαση του 2023 για ένα ασφαλές και υγιές εργασιακό περιβάλλον (Επακόλουθες Τροποποιήσεις):
Άρθρο 1
Οι λέξεις «η Διακήρυξη της ΔΟΕ για τις θεμελιώδεις αρχές και τα δικαιώματα στην εργασία (1998), όπως τροποποιήθηκε το 2022» αντικαθιστούν τις λέξεις «η Διακήρυξη της ΔΟΕ για τις θεμελιώδεις αρχές και τα δικαιώματα στην εργασία και τη συνέχειά της, 1998» ή οποιαδήποτε παραλλαγή τους που εμπεριέχεται στο προοίμιο της Σύμβασης 182 για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας και την άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους (1999), της Σύμβασης 183 για την Προστασία της Μητρότητας, (2000), της Σύμβασης για τη Ναυτική Εργασία, 2006, όπως τροποποιήθηκε, της Σύμβασης 187 για το Πλαίσιο Προώθησης της Ασφάλειας και της Υγείας στην Εργασία, (2006), της Σύμβασης 188 για την Εργασία στον Τομέα της Αλιείας, (2007), της Σύμβασης 189 για την Αξιοπρεπή Εργασία των Οικιακών Εργαζομένων (2011), και του Πρωτοκόλλου του 2014 για τη Σύμβαση για την Αναγκαστική Εργασία (1930).
Οι λέξεις «Σύμβαση 155 για την Ασφάλεια και την Υγεία στην εργασία, (1981)» και «Σύμβαση 187 για το Πλαίσιο Προώθησης της Ασφάλειας και της Υγείας στην Εργασία, (2006)» προστίθενται με χρονολογική σειρά στην τρίτη παράγραφο του προοιμίου της Σύμβασης για τη Ναυτική Εργασία, 2006, όπως τροποποιήθηκε, στην πέμπτη παράγραφο του προοιμίου της Σύμβασης 188 για την Εργασία στον Τομέα της Αλιείας, (2007), και στη δωδέκατη παράγραφο του προοιμίου του Πρωτοκόλλου του 2014 για τη Σύμβαση για την Αναγκαστική Εργασία, 1930.
Οι λέξεις «ένα ασφαλές και υγιές εργασιακό περιβάλλον» προστίθενται ως νέο εδάφιο (ε) στο άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης για τη Ναυτική Εργασία, 2006, όπως τροποποιήθηκεως νέο εδάφιο (ε) στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της Σύμβασης 189 για το Οικιακό Προσωπικό, (2011)- και στο άρθρο 5 της Σύμβασης 190 για τη Βία και την Παρενόχληση στον κόσμο της εργασίας, (2019), μετά τις λέξεις «απασχόληση και επάγγελμα».
Οι λέξεις «η Διακήρυξη της ΔΟΕ για την κοινωνική δικαιοσύνη για μια δίκαιη παγκοσμιοποίηση (2008), όπως τροποποιήθηκε το 2022» αντικαθιστούν τις λέξεις «η Διακήρυξη της ΔΟΕ για την κοινωνική δικαιοσύνη για μια δίκαιη παγκοσμιοποίηση» ή οποιαδήποτε παραλλαγή τους που εμπεριέχεται στο προοίμιο της Σύμβασης 189 για το Οικιακό Προσωπικό, (2011), και του Πρωτοκόλλου του 2014 για τη Σύμβαση για την Αναγκαστική Εργασία, 1930. 61 έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης, κοινοποιεί στον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας την επίσημη επικύρωση οποιασδήποτε από τις Συμβάσεις ή το Πρωτόκολλο που αναφέρεται στο άρθρο 1, θεωρείται ότι έχει επικυρώσει τη Σύμβαση ή το Πρωτόκολλο όπως τροποποιείται από την παρούσα Σύμβαση.
Με την επικύρωση της παρούσας Σύμβασης, κάθε μέλος αναγνωρίζει ότι θα συνεχίσει να δεσμεύεται από τις διατάξεις των Συμβάσεων ή του Πρωτοκόλλου που αναφέρονται στο άρθρο 1 και τις οποίες έχει επικυρώσει προηγουμένως, όπως τροποποιούνται από την παρούσα Σύμβαση.
Άρθρο 3
Οι επίσημες επικυρώσεις της παρούσας Σύμβασης κοινοποιούνται στον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας για καταχώριση.
Άρθρο 4
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία κατά την οποία οι επικυρώσεις δύο μελών της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας καταχωρίζονται από τον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας.
Στη συνέχεια, η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ για κάθε μέλος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της επικύρωσής της.
Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ αναφορικά με τη Σύμβαση για τη Ναυτική Εργασία (2006), όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο XIV της τελευταίας.
Άρθρο 5
Με την έναρξη ισχύος της παρούσας Σύμβασης, δεν είναι δυνατή η επικύρωση της μη τροποποιημένης έκδοσης οποιασδήποτε από τις Συμβάσεις ή το Πρωτόκολλο που αναφέρονται στο άρθρο 1.
Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας ενημερώνει όλα τα Μέλη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την καταχώριση όλων των επικυρώσεων και πράξεων καταγγελίας που έχουν κοινοποιηθεί από τα Μέλη της Οργάνωσης.
Ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας κοινοποιεί στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για καταχώριση, σύμφωνα με το άρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, πλήρη στοιχεία όλων των επικυρώσεων και των πράξεων καταγγελίας που έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων.
Άρθρο 7
Σε περίπτωση που η Συνδιάσκεψη εγκρίνει μια νέα Σύμβαση που θα αναθεωρεί την παρούσα Σύμβαση, τότε, εφόσον η νέα Σύμβαση δεν ορίζει διαφορετικά: (α) η επικύρωση από ένα μέλος της νέας Αναθεωρητικής Σύμβασης συνεπάγεται αυτοδίκαια την άμεση καταγγελία της παρούσας Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι η νέα Αναθεωρητική Σύμβαση έχει τεθεί σε ισχύ, 62
Άρθρο 49
Κύρωση Πρωτοκόλλου στη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας 29 Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει, η παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος, το Πρωτόκολλο του 2014 στη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας 29 «Περί αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας» που υιοθετήθηκε από την 103η Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στη Γενεύη, την 11η Ιουνίου 2014, το πρωτότυπο κείμενο του οποίου στην αγγλική και η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα έχουν ως εξής: Recalling the obligation of Members that have ratified the Convention to make forced or compulsory labour punishable as a penal offence, and to ensure that the penalties imposed by law are really adequate and are strictly enforced, and Noting that the transitional period provided for in the Convention has expired, and the provisions of Article 1, paragraphs 2 and 3, and Articles 3 to 24 are no longer applicable, and Recognizing that the context and forms of forced or compulsory labour have changed and trafficking in persons for the purposes of forced or compulsory labour, which may involve sexual exploitation, is the subject of growing international concern and requires urgent action for its effective elimination, and Noting that there is an increased number of workers who are in forced or compulsory labour in the private economy, that certain sectors of the economy are particularly vulnerable, and that certain groups of workers have a higher risk of becoming victims of forced or compulsory labour, especially migrants, and Noting that the effective and sustained suppression of forced or compulsory labour contributes to ensuring fair competition among employers as well as protection for workers, and Recalling the relevant international labour standards, including, in particular, the Freedom of Association and Protection of the Right to Organise Convention, 1948 (No. 87), the Right to Organise and Collective Bargaining Convention, 1949 (No. 98), the Equal Remuneration Convention, 1951 (No. 100), the Discrimination (Employment and Occupation) Convention, 1958 (No. 111), the Minimum Age Convention, 1973 (No. 138), the Worst Forms of Child Labour Convention, 1999 (No. 182), the Migration for Employment Convention (Revised), 1949 (No. 97), the Migrant Workers (Supplementary Provisions) Convention, 1975 (No. 143), the Domestic Workers Convention, 2011 (No. 189), the Private Employment Agencies Convention, 1997 (No. 181), the Labour Inspection Convention, 1947 (No. 81), the Labour Inspection (Agriculture) Convention, 1969 (No. 129), as well as the ILO Declaration on Fundamental Principles and Rights at Work (1998), and the ILO Declaration on Social Justice for a Fair Globalization (2008), and Noting other relevant international instruments, in particular the Universal Declaration of Human Rights (1948), the International Covenant on Civil and Political Rights (1966), the International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights (1966), the Slavery Convention (1926), the Supplementary Convention on the Abolition of Slavery, the Slave Trade, and Institutions and Practices Similar to Slavery (1956), the United Nations Convention against Transnational Organized Crime (2000), the Protocol to Prevent, Suppress and Punish Trafficking in Persons, especially Women and Children (2000), the Protocol against the 66 Convention against Torture and Other Cruel, Inhuman or Degrading Treatment or Punishment (1984), the Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination against Women (1979), and the Convention on the Rights of Persons with Disabilities (2006), and Having decided upon the adoption of certain proposals to address gaps in implementation of the Convention, and reaffirmed that measures of prevention, protection, and remedies, such as compensation and rehabilitation, are necessary to achieve the effective and sustained suppression of forced or compulsory labour, pursuant to the fourth item on the agenda of the session, and Having determined that these proposals shall take the form of a Protocol to the Convention; adopts this eleventh day of June two thousand and fourteen the following Protocol, which may be cited as the Protocol of 2014 to the Forced Labour Convention, 1930.
In giving effect to its obligations under the Convention to suppress forced or compulsory labour, each Member shall take effective measures to prevent and eliminate its use, to provide to victims protection and access to appropriate and effective remedies, such as compensation, and to sanction the perpetrators of forced or compulsory labour.
Each Member shall develop a national policy and plan of action for the effective and sustained suppression of forced or compulsory labour in consultation with employers’ and workers’ organizations, which shall involve systematic action by the competent authorities and, as appropriate, in coordination with employers’ and workers’ organizations, as well as with other groups concerned.
The definition of forced or compulsory labour contained in the Convention is reaffirmed, and therefore the measures referred to in this Protocol shall include specific action against trafficking in persons for the purposes of forced or compulsory labour. Article 2 The measures to be taken for the prevention of forced or compulsory labour shall include: (a) educating and informing people, especially those considered to be particularly vulnerable, in order to prevent their becoming victims of forced or compulsory labour; (b) educating and informing employers, in order to prevent their becoming involved in forced or compulsory labour practices; (c) undertaking efforts to ensure that: (i) the coverage and enforcement of legislation relevant to the prevention of forced or compulsory labour, including labour law as appropriate, apply to all workers and all sectors of the economy; and (ii) labour inspection services and other services responsible for the implementation of this legislation are strengthened; (d) protecting persons, particularly migrant workers, from possible abusive and fraudulent practices during the recruitment and placement process; 67 (f) addressing the root causes and factors that heighten the risks of forced or compulsory labour. Article 3 Each Member shall take effective measures for the identification, release, protection, recovery and rehabilitation of all victims of forced or compulsory labour, as well as the provision of other forms of assistance and support. Article 4
Each Member shall ensure that all victims of forced or compulsory labour, irrespective of their presence or legal status in the national territory, have access to appropriate and effective remedies, such as compensation.
Each Member shall, in accordance with the basic principles of its legal system, take the necessary measures to ensure that competent authorities are entitled not to prosecute or impose penalties on victims of forced or compulsory labour for their involvement in unlawful activities which they have been compelled to commit as a direct consequence of being subjected to forced or compulsory labour. Article 5 Members shall cooperate with each other to ensure the prevention and elimination of all forms of forced or compulsory labour. Article 6 The measures taken to apply the provisions of this Protocol and of the Convention shall be determined by national laws or regulations or by the competent authority, after consultation with the organizations of employers and workers concerned. Article 7 The transitional provisions of Article 1, paragraphs 2 and 3, and Articles 3 to 24 of the Convention shall be deleted. Article 8
A Member may ratify this Protocol at the same time as or at any time after its ratification of the Convention, by communicating its formal ratification to the Director-General of the International Labour Office for registration.
The Protocol shall come into force twelve months after the date on which ratifications of two Members have been registered by the Director-General. Thereafter, this Protocol shall come into force for a Member twelve months after the date on which its ratification is registered and the Convention shall be binding on the Member concerned with the addition of Articles 1 to 7 of this Protocol. 68 open to denunciation in accordance with its Article 30, by an act communicated to the Director-General of the International Labour Office for registration.
Denunciation of the Convention in accordance with its Articles 30 or 32 shall ipso jure involve the denunciation of this Protocol.
Any denunciation in accordance with paragraphs 1 or 2 of this Article shall not take effect until one year after the date on which it is registered. Article 10 International Labour Organization of the registration of all ratifications, declarations and denunciations communicated by the Members of the Organization.
When notifying the Members of the Organization of the registration of the second ratification, the Director-General shall draw the attention of the Members of the Organization to the date upon which the Protocol shall come into force. Article 11 The Director-General of the International Labour Office shall communicate to the SecretaryGeneral of the United Nations, for registration in accordance with article 102 of the Charter of the United Nations, full particulars of all ratifications, declarations and denunciations registered by the Director-General. Article 12 The English and French versions of the text of this Protocol are equally authoritative.» «Διεθνής Συνδιάσκεψη Εργασίας Πρωτόκολλο στη Σύμβαση 29 Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για την αναγκαστική εργασία, 1930, που υιοθετήθηκε από τη Συνδιάσκεψη κατά την εκατοστή τρίτη Σύνοδό της, Γενεύη, 11 Ιουνίου 2014 Η Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, Έχοντας συγκληθεί στη Γενεύη από το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, και συνεδριάσει κατά την 103η Σύνοδό της στις 28 Μαΐου 2014, και Αναγνωρίζοντας ότι η απαγόρευση της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας αποτελεί μέρος του σώματος των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και ότι η αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία παραβιάζειτα ανθρώπινα δικαιώματα καιτην αξιοπρέπεια εκατομμυρίων γυναικών και ανδρών, κοριτσιών και αγοριών, συμβάλλει στη διαιώνιση της φτώχειας και παρεμποδίζει την επίτευξη της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους, και Αναγνωρίζοντας τον ζωτικό ρόλο που διαδραματίζει η Σύμβαση περί αναγκαστικής εργασίας, 1930 (αριθ. 29), η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «η Σύμβαση», και η Σύμβαση για την κατάργηση της αναγκαστικής εργασίας, 1957 (αριθ. 105), για την καταπολέμηση όλων των μορφών αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, αλλά ότι τα κενά στην εφαρμογή τους απαιτούν τη λήψη πρόσθετων μέτρων, και 69 μορφές και εκδηλώσεις και ισχύει για όλους τους ανθρώπους χωρίς διακρίσεις, και Τονίζοντας την επείγουσα ανάγκη εξάλειψης της αναγκαστικής και υποχρεωτικής εργασίας σε όλες της τις μορφές και εκδηλώσεις, και Υπενθυμίζοντας την υποχρέωση των Μελών που έχουν κυρώσειτη Σύμβαση να καταστήσουν την αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία τιμωρητέα ως ποινικό αδίκημα, και να διασφαλίσουν ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται από τη νομοθεσία είναι πράγματι επαρκείς και εφαρμόζονται αυστηρά, και Επισημαίνοντας ότι η μεταβατική περίοδος που προβλέπεται στη Σύμβαση έχει λήξει, και οι διατάξεις του Άρθρου 1, παράγραφοι 2 και 3, και των άρθρων 3 έως 24 δεν έχουν πλέον εφαρμογή, και Αναγνωρίζοντας ότι το πλαίσιο και οι μορφές αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας έχουν μεταβληθεί και η εμπορία ανθρώπων με σκοπό την αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία, που ενδέχεται να περιλαμβάνει τη σεξουαλική εκμετάλλευση, αποτελεί το αντικείμενο μιας αυξανόμενης διεθνούς ανησυχίας και απαιτεί επείγουσα δράση για την ουσιαστική της εξάλειψη, και Επισημαίνοντας ότι υπάρχει αύξηση του αριθμού των εργαζομένων που βρίσκονται σε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία στην ιδιωτική οικονομία, ότι ορισμένοι τομείς της οικονομίας είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι, και ότι ορισμένες ομάδες εργαζομένων διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να καταστούν θύματα αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, ιδίως οι μετανάστες, και Επισημαίνοντας ότι η αποτελεσματική και βιώσιμη εξάλειψη της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας συμβάλλει στην εξασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των εργοδοτών, καθώς και στην προστασία των εργαζομένων, και Υπενθυμίζοντας τους σχετικούς διεθνείς κανόνες εργασίας, συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της Σύμβασης «Περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος», 1948 (αριθ. 87), της Σύμβασης «Περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως», 1949 (αριθ. 98), της Σύμβασης «Περί ισότητας της αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας», 1951 (αριθ. 100), της Σύμβασης «Για τη διάκριση στην απασχόληση και στο επάγγελμα», 1958 (αριθ. 111), της Σύμβασης «Περί του κατωτάτου ορίου ηλικίας εισόδου εις την απασχόλησιν», 1973 (αριθ. 138), της Σύμβασης «Για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών εργασίας των παιδιών και την άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους», 1999 (αριθ. 182), της Σύμβασης «Για τη μετανάστευση για εργασία (αναθεωρημένη)», 1949 (αριθ. 97), της Σύμβασης «Για τους μετανάστες εργαζομένους (συμπληρωματικές διατάξεις)», 1975 (αριθ. 143), της Σύμβασης «Για τους οικιακούς εργαζομένους», 2011 (αριθ. 189), της Σύμβασης «Για τις Ιδιωτικές Υπηρεσίες Απασχόλησης», 1997 (αριθ. 181), της Σύμβασης «Περί επιθεωρήσεως της εργασίας εις την βιομηχανίαν και το εμπόριον», 1947 (αριθ. 81), της Σύμβασης «Για την επιθεώρηση εργασίας στη γεωργία», 1969 (αριθ. 129), καθώς και τη Διακήρυξη της ΔΟΕ σχετικά με τις Θεμελιώδεις Αρχές καιτα Δικαιώματα στην Εργασία (1998), και τη Διακήρυξη της ΔΟΕ σχετικά με την Κοινωνική Δικαιοσύνη για μια Δίκαιη Παγκοσμιοποίηση (2008), και Λαμβάνοντας υπόψη άλλα σχετικά διεθνή κείμενα, ιδίως την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά 70 προς την κατάργησιν της δουλείας, της εμπορίας των δούλων, και παρεμφερών προς την δουλείαν θεσμών και πράξεων ή συνηθειών (1956), τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος (2000), το Πρωτόκολλο για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Διακίνησης Προσώπων, ιδιαίτερα Γυναικών και Παιδιών (2000) και το Πρωτόκολλο κατά της Λαθραίας Διακίνησης Μεταναστών από τη Γη, τη Θάλασσα και τον Αέρα (2000), τη Διεθνή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων όλων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών των Οικογενειών τους (1990), τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και άλλων τρόπων Σκληρής, Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (1984), τη Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών (1979) και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (2006), και Έχοντας αποφασίσει την υιοθέτηση ορισμένων προτάσεων για να αντιμετωπιστούν τα κενά στην εφαρμογή της Σύμβασης, και έχοντας επιβεβαιώσει ότι τα μέτρα πρόληψης, προστασίας και θεραπείας, όπως η αποζημίωση και αποκατάσταση, είναι αναγκαία για να επιτευχθεί η αποτελεσματική και βιώσιμη εξάλειψη της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, σύμφωνα με το τέταρτο σημείο της ημερήσιας διάταξης της συνόδου, και Έχοντας αποφασίσει ότι οι προτάσεις αυτές θα λάβουν τη μορφή ενός Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση· Εγκρίνει την ενδέκατη ημέρα του Ιουνίου δύο χιλιάδες δεκατέσσερα το ακόλουθο Πρωτόκολλο, το οποίο θα αναφέρεται ως το Πρωτόκολλο του 2014 στη Σύμβαση για την Αναγκαστική Εργασία, 1930.
Άρθρο 1
Για να θέσουν σε εφαρμογή τις υποχρεώσεις τους δυνάμειτης Σύμβασης για την εξάλειψη της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, τα Μέλη θα λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα για την πρόληψη και την εξάλειψη της χρήσης της, την παροχή στα θύματα προστασίας και πρόσβασης σε κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα θεραπείας, όπως η αποζημίωση, καιτην επιβολή κυρώσεων στους δράστες της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας.
Κάθε Μέλος θα αναπτύξει μια εθνική πολιτική και σχέδιο δράσης για την αποτελεσματική και διαρκή εξάλειψη της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας σε διαβούλευση με τις οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, που θα περιλαμβάνουν συστηματική δράση από τις αρμόδιες αρχές και, ανάλογα με την περίπτωση, σε συντονισμό με τις οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, καθώς και με άλλες ενδιαφερόμενες ομάδες.
Ο ορισμός της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας που περιέχεται στη Σύμβαση επιβεβαιώνεται εκ νέου, καιως εκ τούτου τα μέτρα που αναφέρονται στο παρόν Πρωτόκολλο θα περιλαμβάνουν ειδική δράση κατά της εμπορίας ανθρώπων για τους σκοπούς της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας. Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την πρόληψη της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας θα περιλαμβάνουν: (α) εκπαίδευση και ενημέρωση των ανθρώπων, ιδίως εκείνων που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτοι, προκειμένου να μην γίνουν θύματα αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας· (β) εκπαίδευση και ενημέρωση των εργοδοτών, προκειμένου να αποτραπεί η εμπλοκή τους σε πρακτικές αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας· (γ) καταβολή προσπαθειών προκειμένου να διασφαλιστεί ότι: 71 περίπτωση, εφαρμόζονται σε όλους τους εργαζομένους και όλους τους τομείς της οικονομίας και (ii) οι υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας και άλλες υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής ενισχύονται· (δ) προστασία των ανθρώπων, και ιδίως των μεταναστών εργαζομένων, από πιθανές καταχρηστικές και δόλιες πρακτικές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πρόσληψης και τοποθέτησης· (ε) στήριξη της δέουσας επιμέλειας από τον δημόσιο καιτον ιδιωτικό τομέα για την πρόληψη και την αντιμετώπιση κινδύνων της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας· και (στ) αντιμετώπιση των βασικών αιτίων και παραγόντων που αυξάνουν τους κινδύνους της αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας.
Άρθρο 3
Κάθε μέλος θα λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για την ταυτοποίηση, απελευθέρωση, προστασία, αποκατάσταση και επανένταξη όλων των θυμάτων αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, καθώς και για την παροχή άλλων μορφών βοήθειας και στήριξης.
Άρθρο 4
Κάθε μέλος θα εξασφαλίζει ότι όλα τα θύματα αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας, ανεξάρτητα από το καθεστώς παρουσίας ή το νομικό καθεστώς τους στην εθνική επικράτεια, έχουν πρόσβαση σε κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα θεραπείας, όπως η αποζημίωση.
Κάθε Μέλος θα λαμβάνει, σύμφωνα με τις βασικές αρχές του οικείου νομικού συστήματος, τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίσει ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα μη δίωξης ή μη επιβολής ποινών σε θύματα αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας για τη συμμετοχή τους σε παράνομες δραστηριότητες τις οποίες υποχρεώθηκαν να διαπράξουν ως άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι υπόκεινται σε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία.
Άρθρο 5
Τα μέλη θα συνεργάζονται μεταξύ τους, για να εξασφαλίσουν την πρόληψη καιτην εξάλειψη κάθε μορφής αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας. Τα μέτρα που λαμβάνονται για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Πρωτοκόλλου και της Σύμβασης θα καθορίζονται από τις εθνικές νομοθεσίες ή κανονισμούς ή από την αρμόδια αρχή, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων.
Άρθρο 7
Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφοι 2 και 3, και των άρθρων 3 έως 24 της Σύμβασης διαγράφονται.
Άρθρο 8
Κάθε Μέλος μπορεί να επικυρώσει το παρόν Πρωτόκολλο ταυτόχρονα ή οποιαδήποτε στιγμή μετά την επικύρωση της Σύμβασης, κοινοποιώντας την επίσημη επικύρωσή του στον Γενικό Διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, προκειμένου να καταχωρισθεί.
Το Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία καταχώρισης από τον Γενικό Διευθυντή επικυρώσεων από δύο Μέλη. Μετά την εν λόγω ημερομηνία, το παρόν 72
Άρθρο 50
Εξουσιοδοτική διάταξη Ασφάλισης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται κατόπιν γνώμης του Συμβουλίου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (Σ.Υ.Α.Ε.), δύνανται να εξαιρεθούν, εν μέρει ή συνολικά, συγκεκριμένοι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας ή κατηγορίες εργαζομένων από την εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας υπ’ αρ. 155, η οποία κυρώνεται με το άρθρο 44 του παρόντος, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 της Σύμβασης, για τις οποίες υπάρχουν ιδιαίτερες δυσκολίες εφαρμογής, όπως ιδίως: α) κατηγορίες εργαζομένων που εξαιρούνται από την εφαρμογή του Μέρους Α’ του Βιβλίου Τρίτου του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (ν. 3850/2010, Α’ 84), σύμφωνα με το άρθρο 492 αυτού, περί της έκτασης εφαρμογής του, β) ένστολο προσωπικό, του οποίου οι δραστηριότητες παρουσιάζουν εγγενείς ιδιαιτερότητες και γ) κλάδοι που καλύπτονται από ειδικότερες διεθνείς συμβάσεις, όπως οι ναυτικοί.
ΜΕΡΟΣ Δ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
Άρθρο 51
Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η ενίσχυση του θεσμικού ρόλου και της επιχειρησιακής ικανότητας της Ανεξάρτητης Αρχής «Επιθεώρηση Εργασίας», με παρεμβάσεις που διασφαλίζουν την επαρκή νομική και διοικητική της υποστήριξη, την προστασία των επιθεωρητών κατά την άσκηση των ελέγχων, την κάλυψη των λειτουργικών τους αναγκών, καθώς και τη βελτίωση των όρων απασχόλησής τους.
Άρθρο 52
Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι: (α) Η ρύθμιση της νομικής εκπροσώπησης του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας, (β) η αυστηροποίηση του πλαισίου προστασίας των επιθεωρητών κατά τη διενέργεια ελέγχων, (γ) η ρύθμιση των εξόδων διανυκτέρευσης των επιθεωρητών κατά τους ελέγχους σε νησιά, (δ) η στελέχωση της Διοίκησης της Επιθεώρησης Εργασίας, (ε) η ρύθμιση της λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας της Επιθεώρησης Εργασίας, (στ) ο καθορισμός του μισθολογίου των ιατρών της Επιθεώρησης Εργασίας, (ζ) η παράταση ισχύος της διάταξης περί συνδρομής στους ελέγχους από υπαλλήλους του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΑΡΧΗΣ «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»
Άρθρο 53
Νομική εκπροσώπηση του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας - Αντικατάσταση άρθρου 20 ν. 3996/2011 Το άρθρο 20 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), περί της νομικής εκπροσώπησης του Ειδικού Γραμματέα, των Επιθεωρητών και λοιπών υπαλλήλων, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 20 Νομική εκπροσώπηση του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας
Tο προσωπικό της Επιθεώρησης Εργασίας που υπηρετεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση, εφόσον εξετάζεται, διώκεται ή ενάγεται για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση των καθηκόντων του, δύναται να παρίσταται και να εκπροσωπείται από τους δικηγόρους της Νομικής Υπηρεσίας της Επιθεώρησης Εργασίας, με εξαίρεση τις πράξεις ή παραλείψεις που στρέφονται κατά της Επιθεώρησης Εργασίας.
Ο υπάλληλος της Επιθεώρησης Εργασίας που επιθυμεί να εκπροσωπηθεί δικαστικά από δικηγόρο της Νομικής Υπηρεσίας της Επιθεώρησης Εργασίας υποβάλλει έγγραφο αίτημα στη Νομική Υπηρεσία που συνοδεύεται από θετική εισήγηση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης, στην οποία υπάγεται η υπηρεσία που υπηρετεί. Σε υποθέσεις που αφορούν τους Προϊσταμένους Γενικών Διευθύνσεων και τους Προϊσταμένους και υπαλλήλους των υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στον Διοικητή, το αίτημα προς τη Νομική Υπηρεσία συνοδεύεται από αναλυτικό ενημερωτικό έγγραφό τους και εγκρίνεται προηγουμένως από τον Διοικητή.
Η εκπροσώπηση των προσώπων της παρ. 1 από δικηγόρο της Νομικής Υπηρεσίας δεν αποκλείει την εκπροσώπησή τους από πληρεξούσιο δικηγόρο της επιλογής τους σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η εκπροσώπησή τους από πληρεξούσιο δικηγόρο αποκλείει την εκπροσώπησή τους παράλληλα και από δικηγόρο της Νομικής Υπηρεσίας.
Σε περίπτωση εκπροσώπησης από πληρεξούσιο δικηγόρο της επιλογής τους, η Επιθεώρηση Εργασίας καλύπτει τις δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας κατά την προκαταρκτική διαδικασία ή με την ιδιότητα του κατηγορουμένου ή του εναγομένου ή του παραστάντα προς υποστήριξη της κατηγορίας, και μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων, κατόπιν υποβολής αίτησης, σύμφωνα με την παρ. 6. Σε υποθέσεις που αφορούν υπαλλήλους της Επιθεώρησης Εργασίας, η αίτηση συνοδεύεται από θετική εισήγηση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης, στην οποία υπάγεται η υπηρεσία που υπηρετούν. Σε αίτηση συνοδεύεται από αναλυτικό ενημερωτικό έγγραφό τους και εγκρίνεται προηγουμένως από τον Διοικητή.
Εάν δεν υπάρξει θετική εισήγηση ή έγκριση, οι ως άνω δαπάνες καταβάλλονται, κατόπιν υποβολής αίτησης, σύμφωνα με την παρ. 6, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) Για τις ποινικές υποθέσεις, εφόσον εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία τα ως άνω πρόσωπα κηρύσσονται αθώα ή απαλλάσσονται των κατηγοριών, ή
παύσει οριστικά η ποινική δίωξη ή τεθεί η υπόθεση στο αρχείο με αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου ή εισαγγελική διάταξη.
- β) Για όσους φέρουν την ιδιότητα του παραστάντα
προς υποστήριξη της κατηγορίας, εφόσον εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση από την οποία να προκύπτει η διάπραξη του σε βάρος τους εγκλήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή εξαιτίας αυτών.
- γ) Για τις αστικές υποθέσεις, εφόσον εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, με την οποία απορρίπτεται
η σε βάρος τους ασκηθείσα αγωγή.
Η αίτηση για την κάλυψη των δαπανών των παρ. 4 και 5 υποβάλλεται ενώπιον τριμελούς Επιτροπής, που αποτελείται από τον Προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας, τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Εποπτείας και Ελέγχων και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Επιθεώρησης Εργασίας. Η πληρωμή των δαπανών εγκρίνεται με απόφαση της Επιτροπής, εφόσον προσκομιστούν τα νόμιμα παραστατικά και μέχρι το τριπλάσιο του ποσού αναφοράς κάθε διαδικαστικής πράξης ή υπηρεσίας, όπως προσδιορίζεται στους πίνακες του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208) και στα Παραρτήματα αυτού.
Οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον προϋπολογισμό της Επιθεώρησης Εργασίας, στον οποίο εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις.
Τα πρόσωπα της παρ. 1 υποχρεούνται να επιστρέψουν στην Επιθεώρηση Εργασίας τις ως άνω δαπάνες εάν:
- α) καταδικασθούν αμετάκλητα ή γίνει αμετάκλητα
δεκτή αγωγή εναντίον τους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή απορριφθεί αμετάκλητα αγωγή ή μήνυση/έγκληση στην οποία παρέστησαν προς υποστήριξη της κατηγορίας για αδικήματα και πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα σε βάρος τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή εξ αφορμής αυτών,
- β) αθωωθεί αμετάκλητα ο καθ’ ου η παράσταση προς
υποστήριξη της κατηγορίας,
- γ) επιβληθεί σε βάρος τους οποιαδήποτε ποινή μεγαλύτερη της έγγραφης επίπληξης για πειθαρχικό παράπτωμα συναφές με την υπόθεση. Στην περίπτωση
αυτή, δεν δικαιούνται να υποβάλουν νέα αίτηση για την κάλυψη μεταγενέστερων δαπανών πληρεξούσιου δικηγόρου. Αν η επιβληθείσα πειθαρχική ποινή ακυρωθεί αμετάκλητα, εφαρμόζονται αναλογικά η διαδικασία και οι προϋποθέσεις των παρ. 5 και 6.
Στις δίκες και διαδικασίες της παρ. 1, καθώς και σε εκείνες στις οποίες τα πρόσωπα της παρ. 1 έχουν την ιδιότητα του ενάγοντος και αφορούν την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή υποθέσεις εξ αφορμής αυτών, εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208), περί της απαλλαγής από την προκαταβολή εισφορών και κρατήσεων.
Με απόφαση του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας ορίζονται ειδικότερες προϋποθέσεις και ειδικότερα διαδικαστικά ζητήματα, προθεσμίες για την υποβολή του αιτήματος πληρωμής των δαπανών, η διαδικασία επιστροφής των δαπανών, η κάλυψη ήδη πραγματοποιηθεισών δαπανών κατά τη δημοσίευση του παρόντος καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος.
Το παρόν υπερισχύει έναντι κάθε άλλης αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης.
Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποθέσεις.
Οι παρ. 1 και 2 εφαρμόζονται και σε αποχωρήσαντες υπαλλήλους, εφόσον η υπόθεση αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων τους όταν βρίσκονταν εν ενεργεία.»
Άρθρο 54
Απρόσκοπτη διενέργεια των ελέγχων και προστασία του Διοικητή, των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας και των υπαλλήλων Υπουργείων που συνδράμουν στους ελέγχους Τροποποίηση άρθρου 20Α ν. 3996/2011 και παρ. 4 άρθρου 576 Κώδικα Εργατικού Δικαίου
Στο άρθρο 20Α του ν. 3996/2011 (Α’ 170), περί τέλεσης ποινικών αδικημάτων σε βάρος του Ειδικού Γραμματέα, των Επιθεωρητών και λοιπών υπαλλήλων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο, οι λέξεις «του Ειδικού Γραμματέα, των Επιθεωρητών και λοιπών υπαλλήλων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του Διοικητή, των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας και των υπαλλήλων υπουργείων»,
- β) στο πρώτο εδάφιο, βα) ο αριθμός «361Α» αντικαθίσταται από τον αριθμό «363», ββ) οι λέξεις «του Ειδικού
Γραμματέα, των Ειδικών Επιθεωρητών, των λοιπών Επιθεωρητών και των υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του ΣΕΠΕ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του Διοικητή, των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας και των υπαλλήλων υπουργείων», γ) μετά τις λέξεις «συνδράμουν στη διενέργεια ελέγχων», διαγράφονται οι λέξεις «, τη συμφιλιωτική διαδικασία» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 20Α διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 20Α Ποινικά αδικήματα σε βάρος του Διοικητή, των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας και των υπαλλήλων υπουργείων Η τέλεση των εγκλημάτων των άρθρων 229, 308 έως και 311, 333, 361 και 363 του Ποινικού Κώδικα διενεργούν ή συνδράμουν στη διενέργεια ελέγχων ή τη διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της, συνιστά ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση.»
Στην παρ. 4 του άρθρου 576 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (π.δ. 62/2025, Α’ 121), με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 28 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), περί ποινικών κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «ή του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ή Υπουργείου»,
- β) οι λέξεις «ή παρεμποδίζει ή διακόπτει με οποιοδήποτε τρόπο τη διενέργεια του ελέγχου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ή προβαίνει σε οποιαδήποτε
πράξη ή παράλειψη με σκοπό την παρεμπόδιση ή τη διακοπή της διενέργειας του ελέγχου, ακόμη και αν τελικώς ο έλεγχος ολοκληρώνεται» και η παρ. 4, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, διαμορφώνεται ως εξής: «4. Εργοδότης, διευθυντής επιχείρησης, εκπρόσωπος ή οποιοσδήποτε τρίτος που παρεμποδίζει την είσοδο σε υπάλληλο της Επιθεώρησης Εργασίας ή Υπουργείου που διενεργεί ή συμμετέχει σε έλεγχο για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας σε χώρους εργασίας, ή προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη με σκοπό την παρεμπόδιση ή τη διακοπή της διενέργειας του ελέγχου, ακόμη και αν τελικώς ο έλεγχος ολοκληρώνεται, ή αρνείται να παράσχει τα στοιχεία ή/και τις πληροφορίες ή αυτά που παρέχει είναι ψευδή, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.»
Άρθρο 55
Προσδιορισμός ναυτικών μιλίων για την αναγνώριση εξόδων διανυκτέρευσης των υπαλλήλων της Επιθεώρησης Εργασίας - Προσθήκη παρ. 1β στο άρθρο 10 της υποπαρ. Δ.9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 Στο άρθρο 10 της υποπαρ. Δ9 της παρ. Δ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α’ 94), περί των εξόδων διανυκτέρευσης, προστίθεται παρ. 1β ως εξής: «1β. Τα όρια ναυτικών μιλίων για την αναγνώριση εξόδων διανυκτέρευσης της περ. α) της παρ. 1 δεν εφαρμόζονται για τις μετακινήσεις των υπαλλήλων της Ανεξάρτητης Αρχής «Επιθεώρηση Εργασίας», που διενεργούνται για τους επιτόπιους ελέγχους στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων τους. Για το ως άνω προσωπικό η διανυκτέρευση των εκτός έδρας μετακινούμενων υπαλλήλων επιτρέπεται για μετακινήσεις από την ηπειρωτική στη νησιωτική χώρα και αντίστροφα ή από νησί σε νησί, όταν η απόσταση είναι μεγαλύτερη από πέντε (5) ναυτικά μίλια.»
Άρθρο 56
Ρύθμιση θεμάτων σχετικών με το Συμβούλιο Διοίκησης και τον Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας - Τροποποίηση άρθρων 108, 111 και 116 ν. 4808/2021
Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 108 του ν. 4808/2021 (Α’ 101), περί του Συμβουλίου Διοίκησης, μετά από τις λέξεις «Επιθεώρησης Εργασίας» προστίθενται οι λέξεις «ή ο αναπληρωτής του» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Το Συμβούλιο Διοίκησης είναι πενταμελές, αποτελούμενο από τον Πρόεδρο και τέσσερα (4) τακτικά μέλη. Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Διοίκησης συμμετέχει ο Διοικητής της Επιθεώρησης Εργασίας ή ο αναπληρωτής του, χωρίς δικαίωμα ψήφου.»
Η παρ. 6 του άρθρου 111 του ν. 4808/2021, περί παύσης, παραίτησης και αναπλήρωσης μελών του Συμβουλίου Διοίκησης, αντικαθίσταται ως εξής: «6. Σε περίπτωση μη διορισμού ή μη ανάληψης καθηκόντων νέου Προέδρου ή μέλους πριν από τη λήξη της θητείας του Προέδρου ή του μέλους κατά τα ανωτέρω, η θητεία του απερχόμενου Προέδρου ή του μέλους παρατείνεται αυτοδικαίως και εξακολουθούν νομίμως να ασκούν τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά τους για το χρονικό διάστημα από την εκπνοή της θητείας τους μέχρι τον διορισμό και την ανάληψη καθηκόντων του νέου Προέδρου ή μέλους.»
Στην παρ. 5 του άρθρου 116 του ν. 4808/2021, περί παύσης, παραίτησης και αναπλήρωσης Διοικητή, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, αα) μετά από τις λέξεις «της θητείας αυτού», προστίθενται οι λέξεις «ή σε περίπτωση ακύρωσης ή ανάκλησης του διορισμού του», αβ) οι λέξεις «ένας από τους προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης της Επιθεώρησης Εργασίας ως αναπληρωτής για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της θητείας του μέχρι τον διορισμό του διαδόχου του» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ο προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης της Επιθεώρησης Εργασίας που έχει ασκήσει περισσότερα χρόνια καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης συνολικά στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και στην ανεξάρτητη διοικητική αρχή «Επιθεώρηση Εργασίας» ως αναπληρωτής για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της θητείας του Διοικητή ή την ακύρωση ή ανάκληση του διορισμού του μέχρι τον διορισμό και την ανάληψη καθηκόντων του νέου Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας», β) στο δεύτερο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «μέχρι τον διορισμό» προστίθενται οι λέξεις «και την ανάληψη καθηκόντων», γ) το τρίτο εδάφιο διαγράφεται και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Σε περίπτωση καθυστέρησης επιλογής του Διοικητή μετά από τη λήξη της θητείας του ή σε περίπτωση πρόωρης λήξης της θητείας αυτού ή σε περίπτωση ακύρωσης ή ανάκλησης του διορισμού του ή σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του, με απόφαση του Συμβουλίου Διοίκησης ορίζεται ο προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης της Επιθεώρησης Εργασίας που έχει ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης για τα περισσότερα χρόνια συνολικά στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και στην ανεξάρτητη ή ανάκληση του διορισμού του και μέχρι την ανάληψη καθηκόντων του νέου Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας ή για όσο διάστημα ο Διοικητής τελεί σε προσωρινή αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων του. Σε περίπτωση που ο ορισθείς ως αναπληρωτής αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του ή για οποιονδήποτε λόγο παύσει να εκτελεί αυτά, με όμοια απόφαση ορίζεται ως αναπληρωτής ένας από τους προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης της Επιθεώρησης Εργασίας, μέχρι τον διορισμό και την ανάληψη καθηκόντων του νέου Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας ή την ανάληψη των καθηκόντων του υφισταμένου.»
Άρθρο 57
Στελέχωση Γραφείου Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας - Τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 117 ν. 4808/2021 Στην παρ. 5 του άρθρου 117 του ν. 4808/2021 (Α’ 101), περί της στελέχωσης του Γραφείου του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «μετακλητών υπαλλήλων» αντικαθίστανται από τη λέξη «συνεργατών»,
- β) προστίθενται νέα εδάφια δεύτερο και τρίτο, γ) στο νέο
έβδομο εδάφιο, μετά από τις λέξεις «που αφορούν τους μετακλητούς», προστίθενται οι λέξεις «και τους αποσπασμένους», δ) προστίθεται νέο όγδοο εδάφιο και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Για την υποβοήθηση του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας στην άσκηση των καθηκόντων του συστήνονται τρεις (3) θέσεις συνεργατών. Οι θέσεις των συνεργατών δύνανται να καλύπτονται από: α) ιδιώτες μέσω πρόσληψης, οι οποίοι καταλαμβάνουν αποκλειστικά θέσεις μετακλητών και β) από δημόσιους υπαλλήλους ή λειτουργούς με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετούν σε φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143) μέσω απόσπασης. Οι αποσπάσεις διενεργούνται με κοινή απόφαση του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την επιφύλαξη του άρθρου 35 του ν. 4873/2021 (Α’ 248), περί της διαφύλαξης της στελέχωσης των Ο.Τ.Α. α’ βαθμού, και της παρ. 1 του άρθρου 177 του ν. 4876/2021 (Α’ 251), περί της εφαρμογής του άρθρου 35 του ν. 4873/2021 και στους Ο.Τ.Α. β’ βαθμού και κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 47 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), περί της διαδικασίας στελέχωσης ιδιαίτερων γραφείων. Στο Γραφείο του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας συνιστάται θέση Διευθυντή η οποία καλύπτεται από έναν εκ των ανωτέρω. Ο Διευθυντής του Γραφείου του Διοικητή ασκεί, κατ’ αντιστοιχία, τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 4622/2019 και εφαρμόζεται η παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Κατά τα λοιπά ισχύει ο ν. 4622/2019. Για τις αποδοχές των ανωτέρω έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 4354/2015 (Α’ 176) που αφορούν τους μετακλητούς και τους αποσπασμένους υπαλλήλους που υπηρετούν στα ιδιαίτερα γραφεία των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών. Ένας (1) εκ των συνεργατών που καλύπτει θέση μετακλητού υπαλλήλου δύναται να είναι δημοσιογράφος, ο οποίος αμείβεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015, περί καθορισμού αποδοχών ειδικών κατηγοριών.»
Άρθρο 58
Λειτουργία της Νομικής Υπηρεσίας της Επιθεώρησης Εργασίας - Προσθήκη άρθρου 117Α στον ν. 4808/2021 Στον ν. 4808/2021 (Α’ 101) προστίθεται άρθρο 117Α ως εξής: «Άρθρο 117Α Λειτουργία της Νομικής Υπηρεσίας της Επιθεώρησης Εργασίας
Η Νομική Υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας μπορεί να επικουρείται από δικηγόρους, στους οποίους ανατίθεται κατά περίπτωση ο χειρισμός δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων της Επιθεώρησης Εργασίας, με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Η ανάθεση, οι προϋποθέσεις επιλογής των ως άνω δικηγόρων καθώς και ειδικότερα θέματα σχετικά με την ανάθεση των υποθέσεων ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας.
Στη Νομική Υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας μπορεί να ασκούνται υποψήφιοι δικηγόροι σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208).
Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στη Νομική Υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας έχουν, με μόνη την ιδιότητά τους αυτή και χωρίς τη χρήση άλλου αποδεικτικού στοιχείου, την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από τον νόμο για την παράσταση και υπεράσπιση της Επιθεώρησης Εργασίας ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών και ενεργούν όλες τις δικαστικές και εξώδικες πράξεις, ασκούν όλα τα ένδικα μέσα και βοηθήματα και γενικά προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενδεικνυόμενη νόμιμη ενέργεια μέχρι την αμετάκλητη περαίωση των υποθέσεων που τους έχουν ανατεθεί.
Αν κατά την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό των προσφυγών κατά των πράξεων επιβολής προστίμων, η Επιθεώρηση Εργασίας εκπροσωπείται από Προϊστάμενο Διεύθυνσης ή υπάλληλο νομίμως εξουσιοδοτημένο από αυτόν, σύμφωνα με την υποπερ. (αι) της περ. (α) και την υποπερ. (βη) της περ. (β) της παρ. 3 του άρθρου 20, περί των αρμοδιοτήτων των Τμημάτων που υπάγονται στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων, την υποπερ. (αιβ) της περ. (α) και την υποπερ. (βια) της περ. (β) της παρ. 3 του άρθρου 21, περί των αρμοδιοτήτων των Τμημάτων που υπάγονται στις Περιφερειακές Διευθύνσεις Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, της υπ’ αρ. 510148/17.11.2022 κοινής απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Επιθεώρησης Εργασίας «Οργανισμός της Ανεξάρτητης Αρχής “Επιθεώρηση Εργασίας”» αιτιολογημένη εισήγηση για την άσκηση έφεσης προς τη Νομική Υπηρεσία, επισυνάπτοντας τον φάκελο της υπόθεσης.»
Άρθρο 59
Μισθολόγιο ιατρικού προσωπικού της Ανεξάρτητης Αρχής «Επιθεώρηση Εργασίας» - Προσθήκη άρθρου 55Α στον ν. 4999/2022
Στον ν. 4999/2022 (Α’ 225) προστίθεται άρθρο 55Α, ως εξής: «Άρθρο 55Α Μισθολόγιο ιατρικού προσωπικού της Ανεξάρτητης Αρχής «Επιθεώρηση Εργασίας»
Οι Ιατροί της Επιθεώρησης Εργασίας κατατάσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια της παρ. 8 του άρθρου 55 του παρόντος, σε αντιστοιχία με τους Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ. με βαθμό Β’ και εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τις παρ. 1 έως και 5 του ίδιου άρθρου.
Πέρα από τον βασικό μισθό της παρ. 1, στους υπαγόμενους στο παρόν άρθρο χορηγούνται και τα εξής επιδόματα και παροχές, κατά μήνα:
- α) επίδομα ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, σύμφωνα με την υποπερ. αγ) της περ. Α’ της παρ. 9
του άρθρου 55 του παρόντος, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο,
- β) οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με το άρθρο 15 του
ν. 4354/2015 (Α’ 176),
- γ) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, σύμφωνα με την
περ. Γ’ της παρ. 9 του άρθρου 55 του παρόντος,
- δ) επίδομα θέσης ευθύνης, σύμφωνα με την περ. Δ’ της
παρ. 9 του άρθρου 55 του παρόντος,
- ε) επίδομα επιφυλακής, σύμφωνα με την περ. Ε’ της
παρ. 9 του άρθρου 55 του παρόντος, οριζόμενο σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του βασικού μισθού.
Οι υπαγόμενοι στο παρόν άρθρο εμπίπτουν στο ανώτατο όριο αποδοχών της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4354/2015, περί του ανώτατου ορίου των αποδοχών.
Πέραν των παροχών και αποζημιώσεων του παρόντος άρθρου δεν δικαιολογείται η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιοδήποτε πηγή.
Για τους υπαγόμενους στο παρόν άρθρο οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές αποτελούνται από τον βασικό μισθό και τα αναφερόμενα επιδόματα και παροχές.
Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η μισθολογική κατάταξη του προσωπικού στα μισθολογικά κλιμάκια που προβλέπονται στην παρ. 1 του παρόντος πραγματοποιείται σύμφωνα με τον χρόνο υπηρεσίας στον φορέα που υπηρετούν, καθώς και τον χρόνο υπηρεσίας, που έχει αναγνωριστεί για μισθολογική εξέλιξη από τον φορέα αυτόν μέχρι και τις 31.12.2025.
Στους υπαγόμενους στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται το άρθρο 14 του ν. 5163/2024 (Α’ 199), περί της αναπροσαρμογής των βασικών μισθών του προσωπικού του δημόσιου τομέα, καθώς και τα άρθρα 150, περί των αποδοχών των αποσπασμένων ή μετακινούμενων λειτουργών, υπαλλήλων και στελεχών, 151, περί της επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων, 152, περί των αμοιβών των συλλογικών οργάνων, οι παρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 9 του άρθρου 153, περί γενικών ρυθμίσεων για θέματα αποδοχών, και το άρθρο 157, περί του ελέγχου της μισθοδοσίας, του ν. 4472/2017 (Α’ 74).
Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται από 1.1.2026.»
Στους υπαγόμενους στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του παρόντος εφαρμόζεται αναδρομικά, από 1ης.1.2024 η παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 5045/2023 (Α’ 136), περί αναπροσαρμογής βασικών μισθών, και από 1ης.4.2025 η παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 5163/2024, περί της αναπροσαρμογής των βασικών μισθών του προσωπικού του δημόσιου τομέα.
Άρθρο 60
Διενέργεια ελέγχων από τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης - Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 125 ν. 4808/2021 Στην παρ. 2 του άρθρου 125 του ν. 4808/2021 (Α’ 101), περί μεταβατικών διατάξεων, μετά από τις λέξεις «Κατά το διάστημα των», οι λέξεις «πέντε (5)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δέκα (10)» και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Κατά το διάστημα των δέκα (10) πρώτων ετών από την έναρξη λειτουργίας της Επιθεώρησης Εργασίας, οι υπάλληλοι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος συμμετέχουν στη διενέργεια ελέγχων και διατίθενται για την εν γένει εκπλήρωση της αποστολής του Σ.Ε.Π.Ε., εξακολουθούν να υποστηρίζουν τις υπηρεσίες της Επιθεώρησης Εργασίας κατά τη διενέργεια των ελέγχων και την εν γένει εκπλήρωση της αποστολής της με τους ίδιους όρους, υποχρεώσεις και δικαιώματα.» ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 61
Καταργούμενες διατάξεις Από την 1η Ιανουαρίου 2026 καταργούνται:
- α) η παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 3996/2011 (Α’ 170), περί
στελέχωσης της Επιθεώρησης Εργασίας, και
- β) το άρθρο 36 του ν. 3762/2009 (Α’ 75), περί της μισθολογικής εξέλιξης και περί των αποδοχών του προσωπικού ιατρικών κλάδων της Επιθεώρησης Εργασίας.
ΜΕΡΟΣ Ε’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
Άρθρο 62
Σκοπός Σκοπός του παρόντος είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας των δράσεων της Δημόσιας Υπηρεσίας παροχών της στο ισχύον πλαίσιο.
Άρθρο 63
Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι: (α) Η κατάρτιση επιδοτούμενων προγραμμάτων συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης για επαγγελματίες οδηγούς από τη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.), (β) η προσαρμογή των χορηγούμενων από τη Δ.ΥΠ.Α. παροχών στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, (γ) η χορήγηση αποζημίωσης στους εκπαιδευτικούς της Δ.ΥΠ.Α. οι οποίοι συμμετέχουν στις εξετάσεις πιστοποίησης προσόντων των αποφοίτων των Επαγγελματικών Σχολών (ΕΠΑ.Σ.) Μαθητείας και των Πειραματικών Επαγγελματικών Σχολών (Π.ΕΠΑ.Σ.) Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α., (δ) η επικαιροποίηση του πλαισίου για την προαιρετική ασφάλιση των μακροχρόνια ανέργων στους οποίους υπολείπονται μέχρι πέντε (5) έτη για τη θεμελίωση δικαιώματος πλήρους σύνταξης. ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΣΗ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΠΑΡΟΧΩΝ ΠΡΟΣ ΑΝΕΡΓΟΥΣ
Άρθρο 64
Προγράμματα επιδοτούμενης συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης για επαγγελματίες υποψήφιους οδηγούς ή οδηγούς - Προσθήκη άρθρου 33Α στον ν. 4921/2022 Στον ν. 4921/2022 (Α’ 75), μετά από το άρθρο 33, προστίθεται άρθρο 33Α ως εξής: «Άρθρο 33Α Προγράμματα επιδοτούμενης επαγγελματικής κατάρτισης για επαγγελματίες υποψήφιους οδηγούς ή οδηγούς
Αν από τη διάγνωση αναγκών στην αγορά εργασίας ανακύπτει η ανάγκη ανάπτυξης ή αναβάθμισης δεξιοτήτων επαγγελματιών οδηγών, η Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) δύναται να καταρτίζει προγράμματα επιδοτούμενης συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης για επαγγελματίες υποψήφιους οδηγούς ή οδηγούς, τα οποία υλοποιούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν αδειοδοτηθεί ή αδειοδοτούνται προς τούτο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο π.δ. 208/2002 (Α’ 194), χωρίς να απαιτείται η ένταξή τους στο Μητρώο Επιλέξιμων Παρόχων Επιδοτούμενης Σ.Ε.Κ., κατά παρέκκλιση της παρ. 3 του άρθρου 33 και των άρθρων 36 και 37 του ν. 4921/2022 (Α’ 75), των αποφάσεων που εκδίδονται δυνάμει της παρ. 10 του άρθρου 79 του ν. 4921/2022 και της υπ’ αρ. 82759/29.8.2022 κοινής απόφασης των Υπουργών Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Παιδείας και Θρησκευμάτων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων «Σύστημα Σχεδιασμού και Διαχείρισης της υλοποίησης συγχρηματοδοτούμενων/επιδοτούμενων προγραμμάτων μη τυπικής μάθησης, Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης (Σ.Ε.Κ.) και Γενικής Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Γ.Ε.Ε.)» (Β’ 4581). Ομοίως, κατά παρέκκλιση του άρθρου 39 του ν. 4921/2022 και του άρθρου 50 του ν. 4763/2020 (Α’ 254), η εξέταση και η πιστοποίηση των καταρτισθέντων στο πλαίσιο των ανωτέρω προγραμμάτων διενεργούνται από τους φορείς εξετάσεων και τις αρμόδιες αρχές, όπως καθορίζονται στον ν. 4850/2021 (Α’ 208) και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στον νόμο αυτό διαδικασίες.
Τα προγράμματα της παρ. 1 δύνανται να χρηματοδοτούνται ή να επιδοτούνται, εν μέρει ή εν όλω, από πόρους του Αναπτυξιακού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Α.Π.Δ.Ε.) με την επιφύλαξη των ειδικών θεσμικών πλαισίων των Προγραμμάτων που αυτό χρηματοδοτεί, καθώς και μέσω επιχορήγησης της Δ.ΥΠ.Α. από πόρους του Α.Π.Δ.Ε., υπό την ανωτέρω επιφύλαξη ή του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ή του κατά περίπτωση αρμόδιου ή συναρμόδιου Υπουργείου, με μεταφορά αντίστοιχης πίστωσης.»
Άρθρο 65
Υποχρεώσεις Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης προς αναζητούντες εργασία Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 20 ν. 4921/2022 Στην παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4921/2022 (Α’ 75), περί των υποχρεώσεων της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) προς αναζητούντες εργασία, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο εισαγωγικό εδάφιο, μετά από τις λέξεις «που είναι εγγεγραμμένοι στο Ψηφιακό Μητρώο Δ.ΥΠ.Α.», προστίθενται οι λέξεις «ή σε επιμέρους μητρώα της Δ.ΥΠ.Α.», β) στην περ. α), οι λέξεις «και 14 έως 23 του ν.δ. 2961/1954 (Α’ 197) και της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2335/1995 (Α’ 185), καθώς και του ειδικού εποχιακού βοηθήματος του άρθρου 22 του ν. 1836/1989 (Α’ 79),» αντικαθίστανται από τις λέξεις «14 έως 27 του ν.δ. 2961/1954 (Α’ 197), της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2335/1995 (Α’ 185) και του άρθρου 18 του ν. 1836/1989 (Α’ 79), καθώς και των ειδικών βοηθημάτων του άρθρου 22 του ν. 1836/1989» και το άρθρο 20 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 20 Υποχρεώσεις Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης προς αναζητούντες εργασία
Η Δ.ΥΠ.Α. προσφέρει στους αναζητούντες εργασία που είναι εγγεγραμμένοι στο Ψηφιακό Μητρώο Δ.ΥΠ.Α. ή σε επιμέρους μητρώα της Δ.ΥΠ.Α., τις εξής παροχές και υπηρεσίες:
- α) Καταβολή επιδομάτων και χρηματικών ενισχύσεων προς τους ανέργους και, ειδικότερα, καταβολή
του επιδόματος ανεργίας των άρθρων 3 έως 10 του ν. 1545/1985 (Α’ 91), 14 έως 27 του ν.δ. 2961/1954 (Α’ 197), της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2335/1995 (Α’ 185) και του άρθρου 18 του ν. 1836/1989 (Α’ 79), καθώς και των ειδι (Α’ 222) και της ενίσχυσης της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α’ 152),
- β) αναζήτηση και πρόταση θέσεων εργασίας, καθώς
και προγραμμάτων και δράσεων συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης, με σκοπό την περαιτέρω αναβάθμιση δεξιοτήτων ή την επανειδίκευση του αναζητούντος εργασία, ιδίως αυτών που είναι σύμφωνες με το Ψηφιακό Ατομικό Σχέδιο Δράσης του,
- γ) προώθηση εξατομικευμένων συμβουλευτικών
υπηρεσιών και υπηρεσιών επαγγελματικού προσανατολισμού,
- δ) σύμπραξη στη σύνταξη και αναθεώρηση του Ψηφιακού Ατομικού Σχεδίου Δράσης,
- ε) ενημέρωση για τα δικαιώματα και τις παροχές που
δικαιούνται και συνδέονται με την ιδιότητα του αναζητούντος εργασία ή του ανέργου και τις συνθήκες στην αγορά εργασίας, και
- στ) καταγραφή των αναζητούντων εργασία στο Ψηφιακό Μητρώο Δ.ΥΠ.Α. και βεβαίωση της εγγραφής και της
παραμονής τους σ’ αυτό, καθώς και των εισοδηματικών κριτηρίων του άρθρου 19 που ορίζει τις προϋποθέσεις για την καταβολή επιδομάτων, παροχών, βοηθημάτων ή διευκολύνσεων που χορηγείται σύμφωνα με τη νομοθεσία σε ανέργους.
Η Δ.ΥΠ.Α. δύναται να προσφέρει τις υπηρεσίες των περ. (β) και (γ) της παρ. 1 και σε αναζητούντες εργασία που είναι ήδη εργαζόμενοι της υποπερ. (αδ) της περ. (α) της παρ. 1 του άρθρου 16.»
Άρθρο 66
Αποζημίωση εκπαιδευτικών που συμμετέχουν στις εξετάσεις πιστοποίησης των αποφοίτων των Επαγγελματικών Σχολών και των Πειραματικών Επαγγελματικών Σχολών Μαθητείας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης
Στους εκπαιδευτικούς της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) που συμμετέχουν στις εν γένει διαδικασίες των εξετάσεων πιστοποίησης προσόντων των αποφοίτων των Επαγγελματικών Σχολών (ΕΠΑ.Σ.) Μαθητείας και των Πειραματικών Επαγγελματικών Σχολών (Π.ΕΠΑ.Σ.) Μαθητείας της Δ.ΥΠ.Α., οι οποίες διεξάγονται από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.) μετά τη λήξη του διδακτικού έτους, χορηγείται αποζημίωση, που ορίζεται ίση με το 1/30 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους για κάθε ημέρα απασχόλησής τους.
Στους εκπαιδευτικούς της παρ. 1 που απασχολούνται στις προαναφερόμενες διαδικασίες τα Σάββατα και τις Κυριακές κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, καταβάλλεται πρόσθετη αποζημίωση ίση με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του 1/30 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους για κάθε ημέρα απασχόλησής τους.
Στις διατάξεις του παρόντος δεν εμπίπτουν οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν στις Υπηρεσίες Διοίκησης ή στις Περιφερειακές Διευθύνσεις της Δ.ΥΠ.Α..
Άρθρο 67
Καταβολή εισφορών για μακροχρόνια ανέργους - Τροποποίηση άρθρου 10 ν. 2874/2000 Στο άρθρο 10 του ν. 2874/2000 (Α’ 286), περί της καταβολής εισφορών για μακροχρόνια ανέργους, επέρχονται
- α) στην παρ. 1, αα) μετά από τις λέξεις «επί δώδεκα
(12) τουλάχιστον συνεχείς μήνες,», διαγράφονται οι λέξεις «ηλικίας εξήντα (60) ετών συμπληρωμένων για τους άνδρες και πενήντα πέντε (55) ετών συμπληρωμένων για τις γυναίκες,», αβ) οι λέξεις «του κλάδου με την επωνυμία «Λογαριασμός για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση» (Λ.Α.Ε.Κ.), που έχει συσταθεί με το ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α’) στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.).»,
- β) στην παρ. 2, οι λέξεις «κάρτα ανεργίας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ψηφιακή Κάρτα Δ.ΥΠ.Α.»,
- γ) στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3, γα) μετά από τις
λέξεις «που ανήκουν στις κατηγορίες των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων», διαγράφονται οι λέξεις «, ηλικίας πενήντα πέντε (55) ετών συμπληρωμένων για τους άνδρες και πενήντα (50) ετών συμπληρωμένων για τις γυναίκες», γβ) οι λέξεις «τον κλάδο του Λ.Α.Ε.Κ. του Ο.Α.Ε.Δ.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «πόρους της Δ.ΥΠ.Α.»,
- δ) στην παρ. 4, οι λέξεις «Ο κλάδος με την επωνυμία
«Λογαριασμός για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση» (Λ.Α.Ε.Κ.) του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Η Δ.ΥΠ.Α.»,
- ε) το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 καταργείται, και, μετά
από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 10 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 10 Καταβολή εισφορών για μακροχρόνια ανέργους
Άνεργοι επί δώδεκα (12) τουλάχιστον συνεχείς μήνες, στους οποίους υπολείπονται μέχρι πέντε (5) έτη για τη θεμελίωση δικαιώματος πλήρους σύνταξης από τον κλάδο σύνταξης του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α., πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, δικαιούνται να ζητήσουν την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισής τους μέχρι τη συμπλήρωση του ελάχιστου αριθμού ημερών ασφάλισης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος, με πλήρη κάλυψη της σχετικής δαπάνης από τους πόρους της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.).
Δικαιούχοι είναι οι ασφαλισμένοι στον e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στον e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), ανεξάρτητα από το χρόνο εισόδου στην ασφάλιση και από το χρόνο διακοπής της υποχρεωτικής ασφάλισής τους, εφόσον έχουν εγγραφεί ως άνεργοι στη Δ.ΥΠ.Α. για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) τουλάχιστον Δ.ΥΠ.Α. ανανεούμενη ανά μήνα.
Κατά τα λοιπά παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης στον e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στον e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ). Οι ασφαλισμένοι του e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ ΕΤΑΜ) που ανήκουν στις κατηγορίες των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων και πληρούν τις προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2, μπορούν κατ’ εξαίρεση να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος και να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους με κάλυψη των αναλογουσών εισφορών τους επίσης από πόρους της Δ.ΥΠ.Α.. Ο χρόνος της προαιρετικής ασφάλισης στην περίπτωση αυτή δεν αναγνωρίζεται ως διανυθείς στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.
Η Δ.ΥΠ.Α. καταβάλλει μηνιαία εισφορά στον e-Ε.Φ.Κ.Α. και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στον e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), ίση με τη μηνιαία εισφορά που θα πλήρωναν οι άνεργοι που εντάσσονται στις διατάξεις του παρόντος για προαιρετική συνέχιση της κύριας και επικουρικής ασφάλισής τους.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται ο ελάχιστος αριθμός ημερών ασφάλισης που πρέπει να συγκεντρώνει ο μακροχρόνια άνεργος, η διαδικασία, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ο τρόπος απόδοσης των εισφορών στον e-Ε.Φ.Κ.Α. και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης που ασφαλίζουν μισθωτούς, οι οποίοι για κύρια σύνταξη είναι ασφαλισμένοι στον e-Ε.Φ.Κ.Α. (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), οι αποδοχές με βάση τις οποίες γίνεται ο υπολογισμός για την καταβολή των εισφορών και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος.»
Άρθρο 68
Παράταση συμβάσεων παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και φύλαξης κτιρίων της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης Τροποποίηση περ. β) παρ. 9 άρθρου 37 ν. 5167/2024 Στην περ. β) της παρ. 9 του άρθρου 37 του ν. 5167/2024 (Α’ 207), περί παράτασης της ισχύος συγκεκριμένων ρυθμίσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι λέξεις «εννέα (9)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκαοκτώ (18)», β) προστίθεται δεύτερο εδάφιο, και η περ. β) της παρ. 9 του άρθρου 37 διαμορφώνεται ως εξής: «β. Συμβάσεις παροχής υπηρεσιών φύλαξης και καθαριότητας, που έχουν συναφθεί με αναδόχους από τις Περιφερειακές Διευθύνσεις της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.), ως ανεξάρτητες επιχειρησιακές διοικητικές μονάδες της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4412/2016 (Α’ 147), που υπάγονται στη Δ.ΥΠ.Α. σύμφωνα με την υπ’ αρ. 111480/17.3.2022 διαπιστωτική πράξη του Διοικητή της Δ.ΥΠ.Α. (Β’ 1541), οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος βρίσκονται σε ισχύ, παρατείνονται αυτοδικαίως από τη λήξη τους και με τους ίδιους όρους που περιέχονται σε αυτές, έως την ολοκλήρωση των εν εξελίξει διαγωνιστικών διαδικασιών και την υπογραφή των νέων συμβάσεων και, πάντως, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες από τη λήξη τους, οπότε και λύονται αυτοδίκαια. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις ματαίωσης των διαγωνιστικών διαδικασιών και εκ νέου διενέργειας αυτών.» ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
Άρθρο 69
Εξουσιοδοτική διάταξη Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την καταβολή των αποζημιώσεων του άρθρου 66 του παρόντος και ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τη διαδικασία καταβολής των αποζημιώσεων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 66.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
Άρθρο 70
Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η προστασία των απασχολούμενων συνταξιούχων, η ενίσχυση των εργαζόμενων ασφαλισμένων, η κατάργηση των διακρίσεων στην απονομή παροχών και στην αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης και η εύρυθμη λειτουργία του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης, καθώς και η διασφάλιση της βιώσιμης λειτουργίας των εκ μετατροπής αλληλοβοηθητικών ταμείων.
Άρθρο 71
Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι: (α) Η αναμόρφωση της βάσης υπολογισμού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) κα της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΕΣΕΑ) στην περίπτωση της απασχόλησης συνταξιούχων, (β) η ενίσχυση του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.) και του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης με έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό, (γ) η ενίσχυση της Μονάδας Εσωτερικών Ερευνών του e-Ε.Φ.Κ.Α. με πόρους και ανθρώπινο δυναμικό, και (δ) η δημιουργία πλαισίου εξυγίανσης, εκκαθάρισης και λύσης εκ μετατροπής αλληλοβοηθητικών ταμείων. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 72
Προσδιορισμός του συντελεστή της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης σε περίπτωση αξιοποίησης χρόνου ασφάλισης από απασχόληση συνταξιούχου Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 38 ν. 3863/2010, παρ. 4 άρθρου 11 ν. 3865/2010, παρ. 11 και 13 άρθρου 44 ν. 3986/2011, παρ. 14 άρθρου 2 ν. 4002/2011
Στην παρ. 3 του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α’ 115), περί Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Α.Σ.), προστίθεται περ. στ) ως εξής: «στ. Στις περιπτώσεις χορήγησης προσαύξησης ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), λόγω αξιοποίησης χρόνου ασφάλισης από απασχόληση συνταξιούχου, για τον προσδιορισμό του συντελεστή παρακράτησης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης, που εκάστοτε λαμβάνει ή δικαιούται να λάβει ο συνταξιούχος πριν από τη χορήγηση της προσαύξησης αυτής.»
Στην παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 3865/2010 (Α’ 120), περί της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Α.Σ.), προστίθεται περ. δ) ως εξής: «δ. Στις περιπτώσεις χορήγησης προσαύξησης ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), λόγω αξιοποίησης χρόνου ασφάλισης από απασχόληση συνταξιούχου, για τον προσδιορισμό του συντελεστή παρακράτησης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης, που εκάστοτε λαμβάνει ή δικαιούται να λάβει ο συνταξιούχος πριν από τη χορήγηση της προσαύξησης αυτής.»
Στην παρ. 11 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α’ 152), περί λοιπών ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών διατάξεων, προστίθεται περ. ζ) ως εξής: «ζ. Στις περιπτώσεις χορήγησης προσαύξησης ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), λόγω αξιοποίησης χρόνου ασφάλισης από απασχόληση συνταξιούχου, για τον προσδιορισμό του συντελεστή παρακράτησης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης, που εκάστοτε λαμβάνει ή δικαιούται να λάβει ο συνταξιούχος πριν από τη χορήγηση της προσαύξησης αυτής.»
Στην παρ. 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, περί λοιπών ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών διατάξεων, προστίθεται περ. ι) ως εξής: «ι. Στις περιπτώσεις χορήγησης προσαύξησης ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), λόγω αξιοποίησης χρόνου ασφάλισης από απασχόληση συνταξιούχου, για τον προσδιορισμό του συντελεστή παρακράτησης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης, που εκάστοτε λαμβάνει ή δικαιούται να λάβει ο συνταξιούχος πριν από τη χορήγηση της προσαύξησης αυτής.»
Στην παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 (Α’ 180), περί λοιπών συνταξιοδοτικών διατάξεων, προστίθεται περ. ζ) ως εξής: «ζ. Στις περιπτώσεις χορήγησης προσαύξησης ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), λόγω αξιοποίησης χρόνου ασφάλισης από απασχόληση συνταξιούχου, για τον προσδιορισμό του συντελεστή παρακράτησης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της σύνταξης, που εκάστοτε λαμβάνει ή δικαιούται να λάβει ο συνταξιούχος πριν από τη χορήγηση της προσαύξησης αυτής.»
Το παρόν καταλαμβάνει αιτήσεις χορήγησης προσαύξησης σύμφωνα με τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 20 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), περί απασχόλησης συνταξιούχων, που έχουν υποβληθεί από τη 13η.5.2016 και εφεξής.
Άρθρο 73
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)