Νόμοι — ΦΕΚ A' 185/2013
Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών σε άλλα πρόσωπα, εκτός του Δημοσίου, γίνονται αποδεκτές πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής και εκκαθαρίζονται από τους εκτελεστές που ορίζονται με τη διαθήκη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και συμπληρωματικά τις διατάξεις των άρθρων 2020 έως 2027 του Αστικού Κώδικα. Αν ο οριζόμενος ως εκτελεστής διαθήκης εξέλιπε χωρίς να προβλέπεται από τη συστατική πράξη η αναπλήρωσή του, η οικεία περιουσία εκκαθαρίζεται και διοικείται από εκτελεστή που διορίζεται από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 έως 21. φασίζει η αρμόδια αρχή. Σε εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, κάθε εκτελεστής μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συντήρηση της περιουσίας χωρίς τη συναίνεση των άλλων και να παρίσταται μόνος στο δικαστήριο. Οι εκτελεστές διαθήκης είναι εις ολόκληρον υπεύθυνοι για τις πράξεις που ενέργησαν από κοινού ή για όσες έχουν συναινέσει, ευθύνονται δε κατά τις διατάξεις περί εντολής του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 41
Εκκαθάριση της περιουσίας – Διανομή
Ο εκτελεστής διαθήκης υποχρεούται, ύστερα από εγκριτική απόφαση της αρμόδιας αρχής, και εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη, να παραδώσει στον κληρονόμο κάθε στοιχείο της κληρονομίας που ανήκει στην κληρονομική του μερίδα εφόσον δεν δυσχεραίνεται το έργο της εκκαθάρισης, εφαρμοζομένων αναλόγως, σε περίπτωση συγκυριότητας, των διατάξεων του άρθρου 29. Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη διακατοχή στοιχείου της περιουσίας αποφαίνεται το Ειρηνοδικείο του τόπου της περιουσίας με τη διαδικασία των άρθρων 682 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Δεν επιτρέπεται η διάθεση στοιχείου της κληρονομίας που υπάγεται στη διαχείριση του εκτελεστή εκ μέρους του κληρονόμου, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη. Κατ’ εξαίρεση μπορεί να επιτραπεί η διάθεση, με έγκριση της αρμόδιας αρχής, αν το στοιχείο ανήκει καταφανώς στον κληρονόμο.
Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης ο εκτελεστής διανέμει την κληρονομία σύμφωνα με τη διαθήκη, με έγκριση της αρμόδιας αρχής. Σε περίπτωση διαφωνίας των συγκληρονόμων ενεργείται δικαστική διανομή.
Άρθρο 42
Διαχειριστικές πράξεις του εκτελεστή
Κατά την εκκαθάριση της περιουσίας ο εκτελεστής διενεργεί πράξεις που προσιδιάζουν στο σκοπό της εκκαθάρισης, όπως την απογραφή της περιουσίας, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, την είσπραξη απαιτήσεων και εισοδημάτων των στοιχείων της κληρονομίας, την υπό όρους εκποίηση ακινήτων, κινητών ή τιμαλφών, την εκμίσθωση κινητών και ακινήτων και εν γένει τη συνομολόγηση συμβάσεων που δεν αντιβαίνουν στο σκοπό της ταχείας εκκαθάρισης της περιουσίας, την πληρωμή χρεών και βαρών της κληρονομίας, τη διάλυση ή συνέχιση εμπορικής ή βιομηχανικής επιχείρησης, το συμβιβασμό και την επένδυση κληρονομικής περιουσίας, καθώς και κάθε άλλη πράξη σχετική με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της περιουσίας. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη, για την ενέργεια των παραπάνω πράξεων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 22 έως 28, κατά παρέκκλιση του άρθρου 2021 Α.Κ..
Η εκποίηση ακινήτων της περιουσίας που κρίνεται αναγκαία για την εκκαθάριση ή την επίτευξη του σκοπού αυτής εγκρίνεται με απόφαση της αρμόδιας αρχής. Κατά τα λοιπά, για την εκποίηση και εκμίσθωση εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 24.
Οι διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 24 εφαρμόζονται ανάλογα και στις μισθώσεις του άρθρου αυτού.
Εφόσον κριθεί, με απόφαση της αρμόδιας αρχής, που εκδίδεται ύστερα από αίτημα του εκτελεστή, ότι επιβάλλεται η ανοικοδόμηση ή η ουσιώδης ανακατασκευή ακινήτου της περιουσίας για την επωφελέστερη εκμετάλλευσή του, μπορεί να συμφωνηθεί η ανάθεση σε ενδιαφερόμενο, ο οποίος βαρύνεται με τη συνολική ή μερική δαπάνη, έναντι μακροχρόνιας μίσθωσης του ακινήτου. Με τη σύμβαση ορίζεται η διάρκεια της μίσθωσης, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) έτη και η καταβολή, καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης ή μέρους αυτής, μισθώματος τουλάχιστον επαρκούς για την επίτευξη του σκοπού της περιουσίας. Για την έκδοση της απόφασης της αρμόδιας αρχής απαιτείται η εκπόνηση οικονομοτεχνικής μελέτης περί του κόστους ανακατασκευής ή ανοικοδόμησης του ακινήτου και της αναγκαίας διάρκειας της μίσθωσης. Εφόσον δεν υφίστανται οι αναγκαίοι για την εκπόνηση της μελέτης πόροι, δημοσιεύεται πρόσκληση σε κάθε ενδιαφερόμενο να υποβάλει τεκμηριωμένη πρόταση εκμετάλλευσης του ακινήτου και γνωμοδοτεί για την πιο συμφέρουσα πρόταση το Συμβούλιο. Η ανάθεση της ανοικοδόμησης ή ανακατασκευής γίνεται ύστερα από διαπραγμάτευση του εκτελεστή με τους ενδιαφερόμενους, που καλούνται με ανοιχτή πρόσκληση η οποία δημοσιοποιείται με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της αρμόδιας αρχής, επί τρεις (3) τουλάχιστον μήνες, και με οποιοδήποτε άλλο μέσο κριθεί κατάλληλο. Η αρμόδια αρχή εγκρίνει το πρακτικό της διαπραγμάτευσης και τη σύναψη της σύμβασης. Το έργο παραλαμβάνεται μετά την ολοκλήρωσή του, ποιοτικά και ποσοτικά, από Επιτροπή Παραλαβής που συγκροτείται από την αρμόδια αρχή, στην οποία μετέχει τεχνικός υπάλληλος της αρχής και εκπρόσωπος του διοικούντος την περιουσία. Στη διαπραγμάτευση μπορεί να λάβει μέρος και το Δημόσιο ή φορέας του δημόσιου τομέα ύστερα από γνώμη ελεγκτικού γραφείου του άρθρου 21, σχετικά με την απαιτούμενη δαπάνη εκτέλεσης και τη μισθωτική αξία του ακινήτου μετά την ανακατασκευή του.
Όλες οι εισπράξεις από την εκκαθάριση της κληρονομίας κατατίθενται από τον εκτελεστή της διαθήκης σε έντοκη κατάθεση, ανάλογα με τις ανάγκες της εκκαθάρισης και το είδος κατάθεσης που εξυπηρετεί την περιουσία, σε πιστωτικό ίδρυμα ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη.
Το προϊόν της ρευστοποίησης περιουσιών, τα κεφάλαια των οποίων προορίζονται για την εκτέλεση κοινωφελών σκοπών, κατατίθεται κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο μέχρι να καταστεί εφικτή η εκτέλεση του σκοπού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη.
Με απόφαση της αρμόδιας αρχής μετά από πρόταση του εκτελεστή διαθήκης επιτρέπεται η επένδυση περιουσίας σε άλλα περιουσιακά στοιχεία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 35, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη.
Για την πληρωμή χρεών και βαρών της κληρονομίας εφαρμόζονται αναλογικά, για όσο χρόνο διαρκεί η εκκαθάριση της περιουσίας από τον εκτελεστή, οι διατάξεις του άρθρου 26.
Οι εκτελεστές διαθηκών ή άλλα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί με διαθήκη η επιλογή του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή του τρόπου εκτέλεσης αυτού ή του κοινωφελούς ιδρύματος ή άλλου νομικού προσώπου στο οποίο θα διατεθεί η κοινωφελής περιουσία, οφείλουν να υποβάλουν δήλωση περί της επιλογής τους στην αρμόδια αρχή ή τον πρόξενο της κατοικίας ή διαμονής τους. Εφόσον διαπιστώνεται αδυναμία επιλογής ή υποβολής δήλωσης ή όταν η επιλογή έχει ανατεθεί στο Δημόσιο, η απόφαση επιλογής εκδίδεται από την αρμόδια αρχή μετά από γνώμη του Συμβουλίου.
Αν η υποβολή δήλωσης επιλογής κατά την παράγραφο 1 καθυστερεί, η αρμόδια αρχή απευθύνει έγγραφη πρόσκληση προς τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα επιλογής να υποβάλουν σχετική δήλωση μέσα σε εύλογη προθεσμία. Αν η ορισθείσα προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η επιλογή του σκοπού ή του έργου ενεργείται με απόφαση της αρμόδιας αρχής, μετά από γνώμη του Συμβουλίου.
Με τον ίδιο τρόπο και την ίδια διαδικασία γίνεται η επιλογή του κοινωφελούς σκοπού ή έργου ή του τρόπου εκτέλεσής τους, αν η επιλογή από εκείνους που έχουν το δικαίωμα αυτό δεν αφορά κοινωφελή σκοπό ή έργο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κώδικα, ή αν δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της συστατικής πράξης και αυτοί εμμένουν ή δεν συμμορφώνονται προς την πρόσκληση της αρμόδιας αρχής για επιλογή άλλου κοινωφελούς ιδρύματος ή νέου σκοπού ή έργου ή τρόπου εκτέλεσής τους ή αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έχει ταχθεί από αυτήν. Σε περίπτωση διαφωνίας, αρμόδιο καθίσταται το κατά το άρθρο 10 του Κώδικα δικαστήριο.
Άρθρο 44
Εκπλήρωση σκοπού
Όταν πρόκειται περί κοινωφελούς σκοπού που εκπληρώνεται εφάπαξ, ο εκτελεστής της διαθήκης υποβάλει στην αρμόδια αρχή έκθεση για τον τρόπο εκτέλεσης του σκοπού, με προϋπολογισμό της απαιτούμενης δαπάνης. Η αρχή εγκρίνει ή απορρίπτει τον προτεινόμενο τρόπο εκτέλεσης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την υποβολή της έκθεσης, αλλιώς τεκμαίρεται ότι εγκρίθηκε ο τρόπος εκτέλεσης του σκοπού, όπως προτάθηκε.
Η εκπλήρωση του σκοπού μπορεί να αρχίσει και πριν από τη λήξη της εκκαθάρισης της περιουσίας, αν δεν παρακωλύεται το έργο της, με έγκριση της αρμόδιας αρχής.
Με απόφαση της αρμόδιας αρχής μπορεί να αναβληθεί, για το απολύτως ελάχιστο απαιτούμενο χρονικό διάστημα, η ανάθεση και εκτέλεση του έργου ή η εκτέλεση του σκοπού, σε περίπτωση ανάγκης.
Αν τα ποσά που ορίζονται σε συστατικές πράξεις για την εκτέλεση κοινωφελών σκοπών ή έργων είναι προδήλως ανεπαρκή, μπορεί να αυξάνονται με απόφαση της αρμόδιας αρχής, ύστερα από πρόταση του εκτελεστή ή των διοικητών ιδρύματος, ανάλογα με την επάρκεια της περιουσίας και εφόσον αυτό δεν προσκρούει στη συστατική πράξη. Σε περίπτωση περισσότερων σκοπών τηρείται η αναλογία που ορίζεται στη συστατική πράξη. Τα ανωτέρω ποσά μπορούν να αναπροσαρμόζονται με την ίδια διαδικασία σε περίπτωση μεταβολής των οικονομικών συνθηκών.
Άρθρο 45
Ανάθεση και εκτέλεση έργων
Για την εκτέλεση έργου ανοικοδόμησης, ανακαίνισης, επισκευής και συντήρησης ακινήτων ο εκτελεστής υποβάλλει στην αρμόδια αρχή πρόταση για το προς εκτέλεση έργο, με τα απαραίτητα στοιχεία σχεδιασμού του και κατά προσέγγιση προϋπολογισμό της δαπάνης. Η πρόταση διαβιβάζεται στο αρμόδιο ως εκ του σκοπού Υπουργείο, με τις απόψεις της αρμόδιας αρχής για την επάρκεια της περιουσίας και τη δυνατότητα διάθεσής της για την εκτέλεση του έργου. Η πρόταση εγκρίνεται ολικά ή μερικά από το ως άνω Υπουργείο εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της και ορίζεται ο τρόπος ανάθεσης και εκτέλεσης του έργου, τηρουμένων των διατάξεων της συστατικής πράξης. Όταν το προς εκτέλεση έργο αποσκοπεί στην επένδυση χρημάτων της κληρονομίας, η έγκριση παρέχεται από την αρμόδια αρχή.
Η ανάθεση και εκτέλεση έργων, συμπεριλαμβανομένων και των τεχνικών μελετών που τυχόν απαιτούνται, γίνεται, κατόπιν αιτήματος του εκτελεστή της διαθήκης, από τις τεχνικές υπηρεσίες του αρμόδιου ως εκ του σκοπού Υπουργείου ή τις υπηρεσίες που εκτελούν τα έργα του, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3316/2005 (Α΄ 42) και 3669/2008 (Α΄ 116), με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
Αν ο προϋπολογισμός του έργου, όπως προκύπτει από την εγκεκριμένη μελέτη αυτού, δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, διεξάγεται πρόχειρος διαγωνισμός από την τεχνική υπηρεσία του φορέα που ανέλαβε την εκτέλεση του έργου. Ο διαγωνισμός μπορεί να διεξαχθεί και από τον εκτελεστή της διαθήκης, αν αυτός υπέβαλε έγγραφο αίτημα προς το φορέα και αυτό απορρίφθηκε ρητά από την αρμόδια τεχνική υπηρεσία λόγω αδυναμίας εκτέλεσης ή και σιωπηρά με την άπρακτη πάροδο τρίμηνης προθεσμίας. Για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού ανατίθεται με διαπραγμάτευση, ύστερα από την υποβολή τριών (3) τουλάχιστον γραπτών προσφορών, η εκπόνηση μελέτης του προβλεπόμενου έργου, με αμοιβή όχι μεγαλύτερη των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, στην οποία περιλαμβάνεται και η υποστήριξη από το μελετητή του εκτελεστή στη διαδικασία ανάθεσης και εκτέλεσης του έργου, ως επιβλέποντος μηχανικού. Για την ανάθεση του έργου με βάση τη μελέτη που εκπονήθηκε εκδίδεται συνοπτική προκήρυξη για την υποβολή γραπτών προσφορών. Η προκήρυξη αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών και του δήμου εντός των χωρικών ορίων του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί το έργο, επί είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισμένη ημέρα υποβολής προσφορών.
Όταν η δαπάνη του έργου, συμπεριλαμβανομένης της δαπάνης της μελέτης, δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, το έργο ανατίθεται απευθείας στον ενδιαφερόμενο που υπέβαλε τη χαμηλότερη προσφορά, μετά από πρόσκληση του εκτελεστή προς ενδιαφερόμενους και υποβολή τριών (3) τουλάχιστον εγγράφων προσφορών. την εκτέλεση του έργου. Η πληρωμή της αμοιβής του μελετητή − συμβούλου μηχανικού και του αναδόχου εκτέλεσης του έργου γίνεται από τον εκτελεστή της διαθήκης με βάση τη σύμβαση.
Το έργο παραλαμβάνεται ποιοτικά και ποσοτικά από Επιτροπή Παραλαβής την οποία συγκροτεί η αρμόδια αρχή και αποτελείται από έναν τεχνικό υπάλληλό της, έναν υπάλληλο του αρμόδιου ως εκ του σκοπού Υπουργείου και ένα τρίτο άτομο, δημόσιο υπάλληλο ή ιδιώτη με εξειδικευμένες γνώσεις. Η παραλαβή συντελείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την πρόσκληση του εκτελεστή, αλλιώς συντελείται αυτοδίκαια. Μετά την παραλαβή υποβάλλεται από τον εκτελεστή στην αρμόδια αρχή απολογισμός της δαπάνης με τα σχετικά δικαιολογητικά.
Αν πρόκειται να εκτελεστούν περισσότερα έργα, συντάσσεται από τον εκτελεστή πρόγραμμα για τα έργα που θα εκτελεστούν μέσα στο οικονομικό έτος. Το πρόγραμμα υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν την έναρξη του συγκεκριμένου οικονομικού έτους. Το πρόγραμμα εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή και τον αρμόδιο ως εκ του σκοπού Υπουργό.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζονται οι ειδικότεροι όροι του πρόχειρου διαγωνισμού και της απευθείας ανάθεσης που διεξάγει ο εκτελεστής της διαθήκης για την εκπόνηση της μελέτης και την ανάθεση και εκτέλεση του έργου, οι όροι της σύμβασης που υπογράφεται μεταξύ εκτελεστή και μελετητή ή/και εργολάβου και τα έγγραφα τα οποία οφείλει να τηρεί η υπηρεσία ή ο εκτελεστής κατά περίπτωση για τον κατασταλτικό έλεγχο της αρμόδια αρχής και όλες οι απαιτούμενες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Μέχρι την έκδοση της απόφασης οι σχετικές διαδικασίες διεξάγονται με ευθύνη του εκτελεστή.
Άρθρο 46
Κληροδοσίες υπέρ κοινωφελών σκοπών
Όταν καταλείπονται κληροδοσίες χρηματικών ποσών σε κοινωφελή ιδρύματα ή άλλα εκτός του Δημοσίου πρόσωπα υπέρ κοινωφελών σκοπών, ο κληροδόχος οφείλει να ενημερώσει εγγράφως το Υπουργείο Οικονομικών. Κατά τα λοιπά ισχύει ανάλογα το άρθρο 25.
Διάταξη διαθήκης ή δικαιοπραξίας εν ζωή, με την οποία διατίθεται περιουσία για την ίδρυση ναού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, εκτελείται από τον εκτελεστή ή τον βεβαρημένο κληρονόμο ή κληροδόχο και αν τα πρόσωπα αυτά αδρανούν ή εμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εκτέλεση του έργου, η εκτέλεση και η εκπροσώπηση αναλαμβάνονται από τον οικείο Μητροπολίτη. Σε περίπτωση ναού ή χώρου λατρείας δόγματος ή θρησκείας άλλης από εκείνη της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, η εκτέλεση και η εκπροσώπηση αναλαμβάνονται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Άρθρο 47
Υποτροφίες − Διαγωνισμοί Αν από τη συστατική πράξη προβλέπεται η χορήγηση υποτροφιών ή βοηθημάτων, οικονομικών ενισχύσεων και βραβείων από πρόσωπα εκτός του Δημοσίου, που δεν αποτελούν ιδρύματα, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 56.
Άρθρο 48
Παράλειψη διαγωνισμού − Προμήθειες − Υπηρεσίες
Όταν λόγοι κατεπείγοντος επιβάλλουν την παράλειψη του διαγωνισμού μπορεί να επιτρέπεται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας αρχής, η χωρίς διαγωνισμό σύναψη ή τροποποίηση συμβάσεων που αφορούν εκκαθάριση, διοίκηση και διαχείριση περιουσιών υπέρ κοινωφελών σκοπών ή έργων του παρόντος κεφαλαίου.
Συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών συνάπτονται ύστερα από πρόχειρο διαγωνισμό και υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή για έγκριση. Η αρμόδια αρχή οφείλει να εγκρίνει τις συμβάσεις μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή τους, μετά την παρέλευση της οποίας τεκμαίρεται η έγκριση. Συμβάσεις προμηθειών ή παροχής υπηρεσιών, το αντικείμενο των οποίων κατ’ αξία δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, συνάπτονται εγγράφως με απευθείας ανάθεση, ύστερα από λήψη τριών (3) τουλάχιστον εγγράφων προσφορών.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζονται οι ειδικότεροι όροι των διαγωνισμών της προηγούμενης παραγράφου, οι όροι των συμβάσεων που υπογράφονται και η εξαίρεση από την υποχρέωση διεξαγωγής διαγωνισμού σε περιπτώσεις κατεπείγοντος.
Άρθρο 49
Λήξη έργου και λογοδοσία Καταβολή αμοιβής και δαπανών
Το λειτούργημα του εκτελεστή διαθήκης παύει με την έγκριση της οριστικής λογοδοσίας επί της εκκαθάρισης της κληρονομίας, αν από τη διαθήκη προκύπτει ότι δεν έχει ο ίδιος καθήκον την εκπλήρωση του σκοπού, άλλως με την εκπλήρωση αυτού. Όταν από τη συστατική πράξη προκύπτει ότι ο οριζόμενος εκτελεστής δεν έχει καθήκοντα εκκαθάρισης ή επιδίωξης του σκοπού δεν υποβάλλει λογοδοσία. Κατά τα λοιπά, ως προς το περιεχόμενο της λογοδοσίας, το χρόνο υποβολής, τον έλεγχο και τον καταλογισμό έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 31.
Στους εκτελεστές διαθηκών χορηγείται, αν δεν απαγορεύεται ρητώς από τη διαθήκη, αμοιβή και δαπάνες, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
Άρθρο 50
Σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος
Περιουσία, η οποία διατίθεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του παρόντος αποτελεί ίδρυμα που διοικείται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στη συστατική πράξη, όταν η εκτέλεση του κοινωφελούς σκοπού ανατίθεται σε φυσικά πρόσωπα ή σε νομικά πρόσωπα που συνιστώνται με αυτήν. Ομοίως αποτελεί αυτοτελές ίδρυμα η διάθεση περιουσίας σε υφιστάμενα νομικά πρόσωπα για κοινωφελείς σκοπούς, όταν ορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησής της.
Περιουσία, η οποία καταλείπεται σε υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκη από αυτόν που επιδιώκει το υφιστάμενο νομικό πρόσωπο, χωρίς να καθορίζεται ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης, αποτελεί ομάδα περιουσίας διακεκριμένη από την περιουσία του νομικού προσώπου ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης.
Αν δεν προσδιορίζεται ειδικότερα ή δεν συνάγεται επαρκώς από τη συστατική πράξη ο επιδιωκόμενος σκοπός, θεωρείται ότι η περιουσία έχει καταλειφθεί για την εξυπηρέτηση του σκοπού, που επιδιώκει κατά τον προορισμό του το νομικό πρόσωπο και εντάσσεται στην υπόλοιπη περιουσία του. Αν ο σκοπός είναι όμοιος, ο δε οριζόμενος ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης διαφέρει μόνο σε επουσιώδη σημεία από τον τρόπο διοίκησης του υφιστάμενου νομικού προσώπου που προσδιορίζεται από το καταστατικό ή τον οργανισμό του, τότε εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, ο δε κατά τα ανωτέρω ιδιαίτερος τρόπος διοίκησης τηρείται κατά το δυνατόν. Αν προκύψει διαφωνία για τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου αυτής αποφασίζει η αρμόδια αρχή μετά από γνώμη του Συμβουλίου, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου.
Κοινωφελής περιουσία κάθε είδους που περιέρχεται σε ίδρυμα που υπάρχει ή άλλο νομικό πρόσωπο ως κληρονόμο, κληροδόχο ή δωρεοδόχο, με οποιοδήποτε τύπο ή και ατύπως, αναγγέλλεται υποχρεωτικά στην αρμόδια αρχή.
Άρθρο 51
Έγκριση σύστασης κοινωφελούς ιδρύματος − Διάλυση
Για τη σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος ως ιδιαίτερου νομικού προσώπου εκδίδεται προεδρικό διάταγμα, με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου ως εκ του σκοπού Υπουργού. Με το διάταγμα εγκρίνεται ο οργανισμός του ιδρύματος, ο οποίος συντάσσεται από τον εκτελεστή ή τους διοικητές του ιδρύματος σύμφωνα με όσα ορίζονται στη συστατική πράξη ή από την αρμόδια αρχή σε περίπτωση που αυτοί αμελούν. Οι προτείνοντες Υπουργοί μπορούν να τροποποιούν το σχέδιο που υποβλήθηκε από τον εκτελεστή ή τους διοικητές, με την τήρηση, πάντα, των όρων της συστατικής πράξης.
Το ίδρυμα διαλύεται με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου, για τους λόγους που ορίζονται στον οργανισμό του ή σε κάθε περίπτωση που προβλέπει ο νόμος. Το προεδρικό διάταγμα διάλυσης εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού που έχει τυχόν υπογράψει την πράξη σύστασης του κοινωφελούς ιδρύματος και μπορεί να προβλέπει το όργανο και τη διαδικασία εκκαθάρισης του ιδρύματος, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά των άρθρων 72 έως 77 του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 52
Οργανισμός ιδρύματος
Με τον οργανισμό του ιδρύματος ορίζονται η μορφή, η επωνυμία, η διοίκηση και εκπροσώπησή του, η περιουσία, η οικονομική του διαχείριση, τα μέσα και ο τρόπος εκτέλεσης του σκοπού και συμπληρώνονται τυχόν ελλείψεις των όρων της συστατικής πράξης. Αν στον οργανισμό ορίζεται άρτιος αριθμός μελών του διοικητικού συμβουλίου ρυθμίζονται σε αυτόν και τα θέματα λήψης αποφάσεων σε περίπτωση ισοψηφίας. Τροποποιήσεις του οργανισμού εγκρίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 51.
Όταν συνιστάται κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης σε κοινωφελές ίδρυμα ή νομικό πρόσωπο κάθε μορφής ή γίνεται αυτό δέκτης σημαντικής χορηγίας για την επίτευξη του σκοπού του και τίθενται όροι του χορηγού για τη διοίκηση και λειτουργία του σχετικά με την αξιοποίηση της χορηγίας, επιτρέπεται η τροποποίηση του οργανισμού του. Η τροποποίηση διενεργείται με απόφαση του αρμόδιου κατά το νόμο οργάνου και έγκριση της αρμόδιας αρχής, εφόσον κρίνεται αναγκαία και δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη ή του δωρητή. Κάθε σχετική αμφισβήτηση επιλύεται από το δικαστήριο του άρθρου 10.
Άρθρο 53
Εποπτεία
Περιουσίες του άρθρου 50 εκκαθαρίζονται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 41 και 42 του παρόντος και υπάγονται στην εποπτεία της αρμόδιας αρχής. Με τον οργανισμό μπορεί να καθορίζεται το εύρος της εποπτείας της αρμόδιας αρχής, λαμβάνεται δε υπόψη η προέλευση της περιουσίας.
Κοινωφελή ιδρύματα που εξαιρούνται με ειδικές διατάξεις της εποπτείας της αρμόδιας αρχής του παρόντος κώδικα, υπέχουν σε κάθε περίπτωση υποχρέωση υποβολής προς έλεγχο του προϋπολογισμού και απολογισμού τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 59.
Άρθρο 54
Συγχώνευση ιδρυμάτων − Συμβάσεις
Επιτρέπεται η συγχώνευση ιδρυμάτων και η σύσταση νέου ενιαίου ιδρύματος, με τήρηση της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 51, ύστερα από συμφωνία των διοικήσεών τους που υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, εφόσον εκπληρώνουν τον ίδιο ουσιωδώς κοινωφελή σκοπό και προς τον σκοπό της αποτελεσματικότερης εκτέλεσής του. Ο οργανισμός του νέου ιδρύματος περιέχει όλα τα στοιχεία των συστατικών πράξεων των ιδρυμάτων που συγχωνεύονται και ορίζει τον ενιαίο σκοπό, ο οποίος ανταποκρίνεται πλήρως στη βούληση των ιδρυτών. Το νέο ίδρυμα υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευόμενων ιδρυμάτων, τυχόν δε εκκρεμείς δίκες με διάδικο κάποιο από τα συγχωνευόμενα ιδρύματα συνεχίζονται στο όνομα του νέου ιδρύματος, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται δήλωση περί επαναλήψεώς τους.
Για τη μελέτη και εκτέλεση σημαντικών έργων και την παροχή υπηρεσιών κάθε είδους, στο πλαίσιο επίτευξης των σκοπών τους, τα κοινωφελή ιδρύματα μπορούν να συνάπτουν προγραμματικές και άλλες συμβάσεις με το Δημόσιο ή επιστημονικούς φορείς και άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου, που έχουν τον ίδιο ή συναφή σκοπό. Οι συμβάσεις εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή και υπόκεινται στον προσυμβατικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν ο προϋπολογισμός τους υπερβαίνει τα όρια που τίθενται στις κείμενες διατάξεις για τον έλεγχο των συμβάσεων των φορέων του δημόσιου τομέα. υπέρ περισσότερων σκοπών−συγκληρονομία
Εφόσον έχει καταλειφθεί περιουσία σε ίδρυμα για την εκπλήρωση περισσότερων σκοπών και δεν προκύπτει από τη συστατική πράξη η κατανομή της κατά σκοπό, κατανέμεται με απόφαση των διοικητών του ιδρύματος, η οποία εγκρίνεται με απόφαση της αρμόδιας αρχής.
Αν το ίδρυμα εγκαθίσταται ως συγκληρονόμος, εφαρμόζονται σε αυτό αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 29 που αφορούν το Δημόσιο ως συγκληρονόμο.
Άρθρο 56
Χορήγηση υποτροφιών
Αν με συστατική πράξη έχει ανατεθεί σε ίδρυμα η χορήγηση υποτροφιών και δεν προβλέπεται από τη συστατική πράξη ή τον Οργανισμό του η διεξαγωγή διαγωνισμού, οι υποτροφίες χορηγούνται κατόπιν σχετικής έγγραφης γνωστοποίησης προς την αρμόδια περιφερειακή υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και προς την αρμόδια αρχή: (α) της πρόσκλησης και των όρων για τη χορήγηση υποτροφιών και της ανάρτησης αυτών στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος και της δημοσίευσης αυτών σε μια εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας και (β) της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου περί χορήγησης των υποτροφιών. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ελέγχει την τήρηση των όρων της συστατικής πράξης, του Οργανισμού και του νόμου και να ζητά την τροποποίηση των όρων για τη χορήγηση ή της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου περί χορηγήσεως εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κάθε κοινοποίηση μόνο για λόγους που ανάγονται στην παράβαση των όρων της συστατικής πράξης, του Οργανισμού ή του νόμου. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αιτηθεί τροποποίηση. Αν στη συστατική πράξη ή στον Οργανισμό προβλέπεται διεξαγωγή διαγωνισμού και εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη συστατική πράξη ή στον Οργανισμό, ο διαγωνισμός διενεργείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 με προκήρυξη που συντάσσει το ίδρυμα, η οποία εγκρίνεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την αρμόδια αρχή, ύστερα από γνώμη της αρμόδιας περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Μετά την επιλογή των υποτρόφων συνάπτεται σύμβαση μεταξύ αυτών και της διοίκησης του ιδρύματος, με βάση τους όρους της προκήρυξης ή της απόφασης επιλογής, εφόσον δεν έχει μεσολαβήσει προκήρυξη. Ειδικότερα θέματα απονομής υποτροφιών εκ μέρους των ιδρυμάτων μπορεί να ρυθμίζονται με την απόφαση της παραγράφου 6 του άρθρου 38.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις που με συστατική πράξη έχει ανατεθεί σε ιδρύματα η χορήγηση οικονομικών ενισχύσεων, βοηθημάτων και βραβείων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη συστατική τους πράξη.
Άρθρο 57
Σύσταση φορέων αξιοποίησης της περιουσίας ιδρυμάτων
Με έγκριση της αρμόδιας αρχής μπορεί να επιτρέπεται σε ένα ή περισσότερα ιδρύματα να συνιστούν ειδικούς φορείς για την αξιοποίηση της περιουσίας τους ή να αναθέτουν την αξιοποίηση αυτή σε υφιστάμενους φορείς ή επιχειρήσεις, με τους όρους που τίθενται στην απόφαση έγκρισης. Η διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας από τους ως άνω φορείς υπόκειται στον έλεγχο της αρμόδιας αρχής και τα όργανα διοίκησης του ιδρύματος ευθύνονται για τις πράξεις και παραλείψεις τους.
Αν κριθεί ότι ο τρόπος διαχείρισης αποβαίνει ασύμφορος για το ίδρυμα, μπορεί να ανακαλείται η απόφαση της παραγράφου 1, με την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε.
Άρθρο 58
Διαχειριστικές πράξεις
Για την εκποίηση και εκμίσθωση ακινήτων των ιδρυμάτων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 42 του παρόντος Κώδικα.
Με απόφαση της αρμόδιας αρχής εγκρίνεται η απόκτηση ακίνητης περιουσίας από τα ιδρύματα, είτε με αγορά κατόπιν διαπραγμάτευσης είτε με άλλο τρόπο που προβλέπεται από το νόμο, όπως ιδίως συμμετοχή σε πλειστηριασμό, ανταλλαγή, αντιπαροχή, δικαστική ή εκούσια διανομή. Για την έκδοση της απόφασης απαιτείται να αποδεικνύεται ότι προηγήθηκε έρευνα αγοράς και αξιολόγηση της καταλληλότητας του προς απόκτηση ακινήτου για το σκοπό που προορίζεται.
Για τη σύναψη και εκτέλεση συμβάσεων ανάθεσης και εκτέλεσης έργων και λοιπών συμβάσεων των ιδρυμάτων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 45, εκτός αν το ίδρυμα διαθέτει οργανωμένη τεχνική υπηρεσία, οπότε αναθέτει στην περίπτωση αυτή την εκπόνηση των μελετών και την εκτέλεση των έργων του με τις δικές του δυνάμεις, με εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3316/2005 και 3669/2008 ή της τυχόν υφιστάμενης ειδικής νομοθεσίας του. Επιτρέπεται η διεξαγωγή πρόχειρου διαγωνισμού για την εκτέλεση έργων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 έως 5 του άρθρου 45, όταν ο προϋπολογισμός τους δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων (140.000) ευρώ χωρίς Φ.Π.Α. Στην περίπτωση αυτή ανατίθεται απευθείας η μελέτη και επίβλεψη του έργου, αν η σχετική δαπάνη δεν υπερβαίνει το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ χωρίς Φ.Π.Α.
Απαγορεύεται η σύναψη συμβάσεων των προηγούμενων παραγράφων με τα πρόσωπα που διοικούν το ίδρυμα ή διαχειρίζονται την περιουσία του, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη συστατική πράξη του ιδρύματος. Νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχεται από τα ανωτέρω πρόσωπα αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπονται οι ετεροβαρείς υπέρ του ιδρύματος συμβάσεις με τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου ακόμα και χωρίς πρόβλεψη της συστατικής πράξης. φορών και Δικτύων και του αρμόδιου ως εκ του σκοπού Υπουργού, μετά από γνώμη του Συμβουλίου, μπορεί να εγκρίνεται Κανονισμός Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων ιδρυμάτων, με βάση τις γενικές αρχές που διέπουν τη διαδικασία ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων έργων, με τις προσαρμογές που κρίνονται αναγκαίες και εξυπηρετούν την ιδιαίτερη φύση και τις ανάγκες τους.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και του αρμόδιου ως εκ του σκοπού Υπουργού μπορεί να καθορίζεται το ανώτατο όριο αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση και των διευθυντικών στελεχών των ιδρυμάτων και οι αποζημιώσεις των μελών των διοικήσεών τους, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη συστατική τους πράξη, βάσει των προσόντων τους, του χρόνου απασχόλησής τους και των αποδοχών των υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα.
Άρθρο 59
Προϋπολογισμοί ιδρυμάτων
Τα ιδρύματα υποβάλλουν κάθε έτος στην αρμόδια αρχή προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό. Συντάσσουν επίσης ανά διετία σχέδια διαχείρισης και αξιοποίησης της περιουσίας.
Ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός των εσόδων και εξόδων των ιδρυμάτων, καθώς και ισολογισμός τους συντάσσονται με βάση τις ρυθμίσεις του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 3 του άρθρου
Αν εκτελούνται περισσότεροι σκοποί, εμφανίζονται στον προϋπολογισμό σε ιδιαίτερα κεφάλαια. Μαζί με τον απολογισμό καταρτίζεται και υποβάλλεται γενικός ισολογισμός της περιουσίας του ιδρύματος, στον οποίο περιλαμβάνεται η γενική κατάσταση του ενεργητικού και παθητικού κατά τη λήξη του οικονομικού έτους και όλες οι μεταβολές στα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύματος κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, που αναγράφονται σε ιδιαίτερες απολογιστικές καταστάσεις. Ο προϋπολογισμός, ισολογισμός και απολογισμός αναρτώνται στο διαδικτυακό τόπο του ιδρύματος, εφόσον υπάρχει και αποστέλλονται για ανάρτηση στο διαδικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής. Η παράλειψη ανάρτησης στο διαδίκτυο αποτελεί παράβαση υποχρέωσης, η οποία τιμωρείται σύμφωνα με την παράγραφο 2α του άρθρου 71.
Η οικονομική διαχείριση των ιδρυμάτων είναι ετήσια και συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. Για ορισμένες κατηγορίες ιδρυμάτων μπορεί με απόφαση της αρμόδιας αρχής να ορίζεται διαφορετική διαχειριστική περίοδος, αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι. Ο προϋπολογισμός των εσόδων και εξόδων υποβάλλεται τρεις (3) μήνες πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους, ο δε απολογισμός μαζί με τον ισολογισμό μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από τη λήξη του. Αν διαπιστώνεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή άρνηση υποβολής των ετήσιων προϋπολογισμών και απολογισμών, η αρμόδια αρχή εκδίδει άμεσα και κοινοποιεί ειδοποίηση στα πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία υπάρχουν καταθέσεις των ιδρυμάτων, τα οποία υποχρεούνται να αρνούνται την απόδοση των καταθέσεων, όπως και την εκτέλεση εντολής πληρωμής σε βάρος των καταθέσεων αυτών, ευθύνονται δε έναντι του ιδρύματος για κάθε ζημιά, που υπέστη από την παράλειψή τους. Την αγωγή στην περίπτωση αυτή μπορεί να εγείρει και το Δημόσιο.
Οι προϋπολογισμοί και απολογισμοί εγκρίνονται με πράξη της αρμόδιας αρχής. Με την πράξη έγκρισης επιτρέπεται η τροποποίηση των ποσών των εσόδων και εξόδων που αναγράφονται στον προϋπολογισμό ή η εγγραφή νέων εσόδων και εξόδων για λόγους νομιμότητας ή συμφωνίας με τους ορισμούς ή το σκοπό της συστατικής πράξης ή αν οι δαπάνες κρίνονται υπερβολικές σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και τα διατιθέμενα για την εκπλήρωσή του ποσά, οπότε τα τελευταία περικόπτονται στο εύλογο μέτρο. Μέχρι την έγκριση, η διοίκηση των εσόδων και εξόδων του ιδρύματος ενεργείται με βάση τον προϋπολογισμό, που εγκρίθηκε το προηγούμενο έτος. Αν ο προϋπολογισμός δεν εγκριθεί εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή του και η διοίκηση των εσόδων και εξόδων δεν μπορεί να ενεργηθεί σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, τεκμαίρεται η έγκριση του νέου προϋπολογισμού από την αρμόδια αρχή.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ορίζονται οι λεπτομέρειες κατάρτισης των προϋπολογισμών και απολογισμών, του περιεχομένου τους, των δικαιολογητικών που υποβάλλονται και των βιβλίων, που τηρούνται από τα ιδρύματα, του τρόπου πληρωμής των εξόδων των ιδρυμάτων και είσπραξης των εσόδων τους και λοιπών συναφών ζητημάτων.
Στις περιουσίες του παρόντος κεφαλαίου διενεργείται κάθε τέσσερα (4) χρόνια έλεγχος της διαχείρισης από ελεγκτικά γραφεία του άρθρου 21. Για την υποβολή έκθεσης, τον εξ’ υπαρχής έλεγχο από την Οικονομική Επιθεώρηση και τον καταλογισμό εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6 του άρθρου 31. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητεί τη διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου από την Οικονομική Επιθεώρηση οποτεδήποτε. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να περιορίζεται η διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου από ελεγκτικά γραφεία σε περιουσίες με ετήσια έσοδα μεγαλύτερα από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ ή με ενεργητικό μεγαλύτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ.
Οι διατάξεις του παρόντος και του επομένου άρθρου εφαρμόζονται και επί των περιουσιών της παραγράφου 2 του άρθρου 50. Για κάθε κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης υποβάλλεται ιδιαίτερος προϋπολογισμός, απολογισμός και ισολογισμός.
Τα πορίσματα των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 υποβάλλονται στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.
Άρθρο 60
Πιστώσεις και δαπάνες
Δεν επιτρέπεται καμία μεταβολή, ούτε μεταφορά πιστώσεων, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ή από άρθρο σε άρθρο του προϋπολογισμού ιδρύματος, χωρίς προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί η αρμόδια αρχή να εγκρίνει, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή σχετικού αιτήματος, την πληρωμή δαπάνης πέραν των προβλέψεων του προϋπολογισμού, η οποία προέκυψε από λόγους ανωτέρας βίας ή απρόβλεπτων αναγκών προς εξυπη
Δεν επιτρέπεται καμία δαπάνη σε βάρος των ιδρυμάτων, χωρίς προηγούμενη αναγραφή στον εγκεκριμένο προϋπολογισμό, εκτός αν αφορά την εξόφληση κάθε είδους χρεών προς το Δημόσιο.
Κάθε δαπάνη, που ενεργείται κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Κώδικα και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του ή της συστατικής πράξης ή του οργανισμού ή χωρίς την έγκριση του προϋπολογισμού ή με υπέρβαση των πιστώσεων που αναγράφονται σε αυτόν, βαρύνει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τους διοικητές ή διαχειριστές, που έδωσαν εντολή για τη δαπάνη και καταλογίζεται με πράξη της αρμόδιας αρχής, μετά από έλεγχο από Οικονομικό Επιθεωρητή ή ελεγκτικό γραφείο του άρθρου 21 και γνώμη του Συμβουλίου. Ο καταλογισμός μπορεί να επεκτείνεται και στους υπαλλήλους – διαχειριστές του ιδρύματος, εφόσον αυτοί είναι υπαίτιοι ή συνέργησαν στη μη νόμιμη δαπάνη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 31.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΣΧΟΛΑΖΟΥΣΕΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΕΣ
Άρθρο 61
Σχολάζουσα κληρονομία
Στοιχεία και πληροφορίες που περιέρχονται σε υπηρεσίες του Δημοσίου ή νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα για την ύπαρξη κληρονομίας χωρίς εμφανή κληρονόμο διαβιβάζονται στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου, η οποία προβαίνει σε εξακρίβωση των στοιχείων της κληρονομίας, πιθανολογεί την ύπαρξη ή μη κληρονόμων και ενημερώνει για τις ενέργειές της το Υπουργείο Οικονομικών. Ιδιαίτερη υποχρέωση ενημέρωσης έχει η Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) του κληρονομουμένου, εφόσον παρέλθει εξάμηνο από το θάνατό του, χωρίς να εμφανιστούν οι κληρονόμοι του, προκειμένου να διοριστεί κηδεμόνας ή να βεβαιωθεί το κληρονομικό δικαίωμα του Δημοσίου.
Εφόσον προκύπτει ανάγκη ορισμού κηδεμόνα και αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών, ο σχετικός φάκελος διαβιβάζεται στο Υπουργείο αυτό. Αν από τα στοιχεία πιθανολογείται σφόδρα ότι δεν υπάρχει κληρονόμος πλην του Δημοσίου, ο διορισμός κηδεμόνα παραλείπεται και υποβάλλεται αίτηση στο δικαστήριο της κληρονομίας για τη βεβαίωση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 1868 του Αστικού Κώδικα και με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου 5 του παρόντος.
Η αρμόδια αρχή διορίζει κηδεμόνα για την προσωρινή διοίκηση της κληρονομίας και την εξακρίβωση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου όταν ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν είναι βέβαιο ότι αποδέχθηκε την κληρονομία. Για το διορισμό κηδεμόνα ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση η γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομίας. Ο επικαλούμενος κληρονομικό δικαίωμα μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε τη βεβαίωση του κληρονομικού του δικαιώματος, με αίτησή του προς το δικαστήριο της κληρονομίας, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεώς της.
Συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται και τα άρθρα 1867, 1868 και 1870 του Αστικού Κώδικα.
Αν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα ενεργειών του κηδεμόνα και του τυχόν αντικαταστάτη του μετά την παρέλευση διετίας από του αρχικού διορισμού ούτε σχετική εκκρεμοδικία και πιθανολογείται με γνώμη του Συμβουλίου ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο, το έργο του θεωρείται ως περαιωθέν και ζητείται η αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου κατά το άρθρο 1868 του Αστικού Κώδικα. Πριν την υποβολή της αίτησης δημοσιεύεται πρόσκληση της αρμόδιας αρχής προς όσους τυχόν αξιώνουν κληρονομικό δικαίωμα, προκειμένου να αναγγείλουν το δικαίωμά τους σε προθεσμία τριών (3) μηνών. Η πρόσκληση δημοσιεύεται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας και αναρτάται στην ιστοσελίδα της αρμόδιας αρχής επί έναν τουλάχιστον μήνα και η προθεσμία αναγγελίας αρχίζει από την ολοκλήρωση των δημοσιεύσεων.
Με την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, θεωρείται ότι η κληρονομία επάγεται σε αυτό χωρίς όρο και για την εκκαθάρισή της, εφόσον απαιτείται, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δ΄.
Άρθρο 62
Διορισμός − Καθήκοντα − Λήξη του έργου
Ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας διορίζεται κατά το άρθρο 16 από την αρμόδια αρχή αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος δημόσιας αρχής ή οποιουδήποτε προσώπου έχει έννομο προς τούτο συμφέρον, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου για την ιδιότητα της κληρονομίας ως σχολάζουσας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 17 έως 20, 22 έως 24 και 26 έως 28.
Για την εξακρίβωση των στοιχείων της κληρονομίας ο κηδεμόνας μπορεί να ζητεί πληροφορίες, πιστοποιητικά και αντίγραφα δημοσίων εγγράφων από κάθε δημόσια ή τοπική αρχή, γραμματείς δικαστηρίων, υποθηκοφύλακες, κτηματολογικά γραφεία και συμβολαιογράφους. Οι αρχές και τα πρόσωπα αυτά υποχρεούνται να χορηγούν τις ζητούμενες πληροφορίες, πιστοποιητικά ή αντίγραφα ατελώς, μέσα σε δεκαπέντε (15) το πολύ ημέρες από τη λήψη της σχετική αίτησης.
Το λειτούργημα του κηδεμόνα παύει και ο κηδεμόνας παραδίδει την περιουσία στον κληρονόμο ή τον εκκαθαριστή, ύστερα από ενημέρωση της αρμόδιας αρχής, αν του κοινοποιηθεί δικαστική απόφαση περί αναγνώρισης του δικαιώματος του κληρονόμου ή αν διαπιστωθεί το κληρονομικό δικαίωμα τρίτου με απόφαση της αρμόδιας αρχής που εκδίδεται μετά από γνώμη του Συμβουλίου.
Άρθρο 63
Λογοδοσία κηδεμόνα − Αμοιβή
Μετά τη λήξη του έργου του ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας έχει την υποχρέωση να λογοδοτήσει στην αρμόδια αρχή. Η λογοδοσία περιλαμβάνει πλήρη έκθεση της διοίκησης της περιουσίας που διενεργήθηκε.
Ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας υποβάλει στο πρώτο δίμηνο και στη συνέχεια κάθε εξάμηνο από το διορισμό του, ιδιαίτερο πίνακα με τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της κληρονομίας, με καταχώ βωση της περιουσίας και των δικαιούχων κληρονόμων. Το αργότερο εντός δύο (2) ετών οφείλει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή για τα τελικά αποτελέσματα των ενεργειών του, υποβάλλοντας σχετική έκθεση και όλα τα στοιχεία, που συνέλεξε από αρμόδιες αρχές και από πληροφορίες.
Για την αμοιβή και τις δαπάνες του κηδεμόνα εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 30.
Άρθρο 64
Φάκελοι και Μητρώο Σχολαζουσών Κληρονομιών
Οι αρμόδιες αρχές καταρτίζουν και τηρούν φακέλους και Μητρώο των σχολαζουσών κληρονομιών. Στους φακέλους περιλαμβάνονται: α) Το όνομα του κληρονομουμένου, β) το είδος και η αποτίμηση της περιουσίας,
- γ) οι αναφορές και οι εκθέσεις του κηδεμόνα, καθώς και
όλα τα στοιχεία σχετικά με τις ενέργειες διαχείρισης και διοίκησης, η αλληλογραφία κατά χρονολογική σειρά, οι προσκλήσεις της αρχής προς τον κηδεμόνα και η λογοδοσία του. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 13 και 14 του παρόντος.
Οι κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών υποχρεούνται, εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα, να αναγγείλουν την ύπαρξη των κληρονομιών για τις οποίες είναι υπεύθυνοι στην αρμόδια αρχή και να προσκομίσουν εντός έξι (6) μηνών από την αναγγελία τα στοιχεία της προηγούμενης παραγράφου σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία τριών (3) μηνών που τάσσεται για την αναγγελία επιβάλλονται στους υπεύθυνους οι κυρώσεις της παρ. 2, περίπτωση α΄του άρθρου 71. Εάν κατά τη λήξη της προθεσμίας έξι (6) μηνών που τάσσεται για την προσκόμιση των στοιχείων αυτά δεν έχουν προσκομιστεί, επιβάλλονται σε βάρος των υπευθύνων οι κυρώσεις της παρ. 2, περίπτωση α΄του άρθρου 71 και η αρμόδια αρχή προχωρά στην αντικατάστασή τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΕΞΟΔΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ
Άρθρο 65
Πόροι
Στον Κρατικό Προϋπολογισμό προβλέπεται κάθε έτος ειδική πίστωση για τη δημιουργία και τήρηση σε ηλεκτρονική μορφή του Μητρώου των άρθρων 12 έως 14 και για τα έξοδα διοίκησης και εποπτείας των περιουσιών του παρόντος Κώδικα. Έσοδα του προϋπολογισμού αυτού αποτελούν τα πρόστιμα του άρθρου 71 και τα ποσά δικαιώματος χρήσης και αντιτίμου δαπάνης που εισπράττονται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 7 του άρθρου 14. Η πίστωση αυτή δεν ενισχύεται με μεταφορά ποσών από άλλους κωδικούς.
Για την αντιμετώπιση δαπανών των περιουσιών του παρόντος Κώδικα, επιβάλλεται ετήσια παρακράτηση σε βάρος των εσόδων τους κατά ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5‰). Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να αναπροσαρμόζεται το ποσοστό αυτό και να καθορίζεται ο τρόπος και οι ειδικότερες λεπτομέρειες της παρακράτησης. Το ποσό από την παρακράτηση εμφανίζεται στον κατά το άρθρο 34 ειδικό προϋπολογισμό και διατίθεται και για έξοδα της αρμόδιας αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της που απορρέουν από τον παρόντα Κώδικα.
Άρθρο 66
Πάγια προκαταβολή
Για την πληρωμή κάθε είδους αμοιβών, δαπανών και εξόδων εκκαθάρισης περιουσιών, οι οποίες δεν διαθέτουν για εκταμίευση τα απαραίτητα χρήματα, μπορεί να συσταθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46 έως 53 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) πάγια προκαταβολή υπέρ της Διεύθυνσης Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Οικονομικών ή Αποκεντρωμένης Διοίκησης, την οποία διαχειρίζεται ο εκάστοτε Διευθυντής ή αναπληρωτής του. Μετά την εκκαθάριση τα ποσά αυτά εισπράττονται από το ενεργητικό ή τα εισοδήματα της περιουσίας και αποδίδονται στο λογαριασμό από τον οποίο εκταμιεύθηκαν.
Για την πληρωμή κάθε είδους αμοιβών, δαπανών και εξόδων σχολαζουσών κληρονομιών εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 1.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΩΝ
Άρθρο 67
Διαχείριση καταθέσεων
Κληρονόμοι, κληροδόχοι, εκτελεστές διαθηκών, διαχειριστές, εκκαθαριστές και διοικητές ιδρυμάτων και κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών καταθέτουν σε έναν ή και περισσότερους έντοκους λογαριασμούς όψεως, ταμιευτηρίου ή προθεσμιακούς χρηματικά ποσά που προέρχονται από περιουσίες του παρόντος Κώδικα και ενημερώνουν άμεσα την αρμόδια αρχή για τα στοιχεία των λογαριασμών, με αιτιολόγηση του αριθμού τους και του σκοπού της κατάθεσης.
Πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία υπάρχουν τίτλοι υπέρ κοινωφελών σκοπών, υποχρεούνται, χωρίς ειδική εντολή, να εισπράττουν κατά τη λήξη τα μερίσματα ή άλλα ωφελήματα αυτών και να τα καταθέτουν στον οικείο λογαριασμό. Από την ημερομηνία λήξης τα ποσά των μερισμάτων και άλλων ωφελημάτων καθίστανται αυτοδικαίως έντοκα.
Όταν συνιστάται επικαρπία ή καταπίστευμα επί κινητών αξιών ή μετρητών, η κυριότητα των οποίων καταλείπεται στο Δημόσιο ή σε κοινωφελές ίδρυμα ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού, ο επικαρπωτής ή βεβαρημένος με το καταπίστευμα τα καταθέτει σε πιστωτικό ίδρυμα ή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη διαθήκη. Κατ’ εξαίρεση, με απόφαση της αρμόδιας αρχής που εκδίδεται μετά από γνώμη του Συμβουλίου, μπορεί να επιτραπεί η εκ μέρους του διαχείριση των παραπάνω στοιχείων, ύστερα από την παροχή ασφάλειας.
Η μεταφορά ή μετατροπή των καταθέσεων των προηγούμενων παραγράφων γίνεται με εντολή του δικαιούχου και ενημέρωση της αρμόδιας αρχής, αλλιώς το πιστωτικό ίδρυμα υπέχει ευθύνη για τη ζημιά που τυχόν προκαλείται.
Άρθρο 68
Πληροφορίες Οι αρμόδιες αρχές, οι εκκαθαριστές και διοικητές περιουσιών, οι εκτελεστές διαθηκών και οι κηδεμόνες χεία της περιουσίας (όπως ιδίως πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρείες, Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών) πληροφορίες για τα στοιχεία αυτά και να ενεργούν έλεγχο για την εξακρίβωση των περιουσιών αυτών. Οι ζητούμενες πληροφορίες παρέχονται χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής ή τέλους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 69
Δίκες κοινωφελών περιουσιών
Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων:
- α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για
την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα,
- β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών,
- γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την
εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,
- δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης η οποία
αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης,
- ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για
την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά.
Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου.
Άρθρο 70
Κοινοποίηση εγγράφων Η κοινοποίηση προσκλήσεων ή άλλων εγγράφων εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προς τους εκκαθαριστές κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών, εκτελεστές διαθηκών, διοικητές ιδρυμάτων κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών ή άλλα πρόσωπα, γίνεται με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2672/1998 (Α΄ 290) ή με υπάλληλο της αρμόδιας αρχής και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47 έως 57 του ν. 2717/1999 (Α΄ 97).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 71
Πειθαρχικές παραβάσεις και διοικητικές κυρώσεις
Δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που συμμετέχουν λόγω της υπηρεσίας τους στην εξακρίβωση ή στην εκκαθάριση των περιουσιών του παρόντος Κώδικα, όπως και εκείνοι που ασκούν προσωρινή διοίκηση, κατά το άρθρο 5 του παρόντος Κώδικα, υπάγονται για τα ζητήματα αυτά στην πειθαρχική εξουσία της αρμόδιας αρχής, η οποία μπορεί να επιβάλει σε αυτούς πειθαρχική ποινή προστίμου για τη μη εκπλήρωση των καθηκόντων που προσδιορίζονται με τον παρόντα νόμο ή για αμελή εκπλήρωση αυτών.
Πρόστιμο μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ επιβάλλεται:
- α) Σε εκτελεστές διαθηκών, διαχειριστές, κηδεμόνες
σχολαζουσών κληρονομιών, διοικητές ιδρυμάτων ή περιουσιών, που διέπονται από τον παρόντα νόμο, οι οποίοι δεν παρέχουν τα προβλεπόμενα από αυτόν στοιχεία της διαχείρισής τους ή δεν υποβάλλουν τον προϋπολογισμό και απολογισμό μέσα στις νόμιμες προθεσμίες ή αρνούνται να υποβληθούν σε έλεγχο ή εξέταση, που διατάσσεται από την αρμόδια αρχή ή δεν υποβάλλουν σχετική έκθεση ή δεν παρέχουν πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών ή δεν τηρούν τα απαραίτητα βιβλία ή δε συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κώδικα και των συστατικών πράξεων.
- β) Σε πιστωτικά ιδρύματα, όργανα των οποίων δεν παρέχουν τις ζητούμενες από την αρμόδια αρχή πληροφορίες ή αρνούνται να συμμορφωθούν σε αίτημά της που
προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
- γ) Σε συμβολαιογράφους, δικαστικούς γραμματείς και
προξένους που δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα και τις υποχρεώσεις τους από αυτές.
Τα ανωτέρω πρόστιμα επιβάλλονται μετά από κλήση του υπόχρεου για να παράσχει εντός ευλόγου χρόνου εξηγήσεις στο οριζόμενο από την αρμόδια αρχή όργανο ή πρόσωπο. Για όργανα ή υπαλλήλους του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για διοικητές ιδρυμάτων, η επίδοση της κλήσης γίνεται στην υπηρεσία τους ή την έδρα του νομικού προσώπου, για δε τους λοιπούς στον τόπο κατοικίας τους. Τα πρόστιμα επιβάλλονται από την αρμόδια αρχή, μετά από γνώμη του Συμβουλίου, βεβαιώνονται από τον Διευθυντή Δ.Ο.Υ. του τόπου που έγινε η επίδοση της κλήσης και εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.
Το πρόστιμο επιβάλλεται ανεξάρτητα από την υποχρέωση για ανόρθωση της ζημιάς, που προξένησαν και ανεξάρτητα από ενδεχόμενη ποινική ευθύνη τους.
Άρθρο 72
Ποινικές κυρώσεις
Όσοι διακατέχουν ή παρακρατούν περιουσίες, που έχουν διατεθεί υπέρ του Δημοσίου ή κοινωφελών σκοπών, καθώς και οι θεματοφύλακες και οι οφειλέτες, που αποδίδουν τα οφειλόμενα αντικείμενα στους αντιδίκους του Δημοσίου ή των δικαιούχων, παρά τις διατάξεις της συστατικής πράξης και του παρόντος Κώδικα, τιμωρούνται κατά τα άρθρα 258 και 259 του Ποινικού Κώδικα, εξομοιούμενοι για το αξιόποινο και τιμωρητό των εγκλημάτων αυτών, προς δημόσιους υπαλλήλους.
Οι διατάξεις των άρθρων 235 έως και 263Α του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και για τους εκτελεστές διαθηκών, διαχειριστές, εκκαθαριστές, κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών, διοικητές ιδρυμάτων και περιουσιών, που έχουν διατεθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς υπαλλήλους.
Κακουργήματα που τελούνται από τα παραπάνω πρόσωπα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων (άρθρο 111 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).
Εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές, διαχειριστές και κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών, διοικητές ιδρυμάτων, οι οποίοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα της θέσης τους ή να ενεργούν πράξεις διαχείρισης, παρά την αντικατάσταση ή παύση τους, τιμωρούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα, εξομοιούμενοι προς δημόσιους υπαλλήλους, ανεξάρτητα από άλλη αστική ευθύνη τους για ανόρθωση της ζημίας που προκάλεσαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄
ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
Άρθρο 73
Βιβλία − Στοιχεία
Για κάθε περιουσία του παρόντος Κώδικα τηρούνται ειδικά βιβλία και στοιχεία, στα οποία εμφανίζονται τα περιουσιακά τους στοιχεία και η οικονομική τους κατάσταση εν γένει. Τα βιβλία και στοιχεία υπόκεινται στον έλεγχο της αρμόδιας αρχής. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μπορεί να ρυθμίζονται λεπτομερειακά θέματα που αφορούν το είδος και το περιεχόμενο των βιβλίων και στοιχείων αυτών, τη διενέργεια των ελέγχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Τα πορίσματα των ελέγχων που διενεργούνται από τα ελεγκτικά γραφεία του άρθρου 21 σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο υποβάλλονται στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Με την επιφύλαξη του άρθρου 59, οι περιουσίες του παρόντος Κώδικα με ετήσια έσοδα μεγαλύτερα από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ ή με ενεργητικό μεγαλύτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ υπόκεινται σε έλεγχο διαχείρισης από τα ελεγκτικά γραφεία του άρθρου 21 κάθε τέσσερα (4) χρόνια. Για την υποβολή έκθεσης, τον εξ υπαρχής έλεγχο και τον καταλογισμό εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6 του άρθρου 31. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητεί τη διενέργεια δειγματοληπτικού ελέγχου από την Οικονομική Επιθεώρηση οποτεδήποτε.
Ιδρύματα και λοιπές περιουσίες του παρόντος Κώδικα τηρούν ειδικό κλαδικό λογιστικό σχέδιο με κωδικούς αριθμούς εσόδων και εξόδων σε αντιστοίχιση με τους προβλεπόμενους από τα προεδρικά διατάγματα 205/1998 και 15/2011 κωδικούς του κλαδικού λογιστικού σχεδίου που ισχύει για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζεται το ειδικό κλαδικό λογιστικό σχέδιο του προηγούμενου εδαφίου και η έναρξη εφαρμογής αυτού και μπορούν να ορίζονται κατηγορίες ιδρυμάτων ή περιουσιών για τις οποίες, κατ’ εξαίρεση, η εφαρμογή του κλαδικού λογιστικού σχεδίου είναι προαιρετική. Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2362/1995 για τους δημόσιους υπόλογους και τον έλεγχο και την εποπτεία των λογαριασμών των περιουσιών από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013.
Άρθρο 74
Συμβιβασμός − Κατάργηση δίκης − Διαιτησία
Για την κατάρτιση συμβιβασμού ή την κατάργηση δίκης σε διαφορές επί περιουσιών των Κεφαλαίων Δ΄, Ε΄ και Η΄ του παρόντος Κώδικα απαιτείται απόφαση της αρμόδιας αρχής ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
Για την κατάρτιση συμβιβασμού ή συμφωνίας διαιτησίας ή την κατάργηση δίκης σε διαφορές επί περιουσιών των Κεφαλαίων ΣΤ΄ και Ζ΄ του παρόντος Κώδικα απαιτείται έγκριση της σχετικής απόφασης του διοικούντος την περιουσία από την αρμόδια αρχή, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
Άρθρο 75
Αμφισβήτηση κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου
Στις δίκες κατά του Δημοσίου για την απόδοση κληρονομίας ή μέρους αυτής, το Δημόσιο θεωρείται καλής πίστεως νομέας της κληρονομίας.
Το δικαίωμα προσβολής διαθήκης με την οποία καταλείπεται περιουσία του παρόντος Κώδικα, λόγω ακυρότητας αυτής, ασκείται εντός αποσβεστικής προθεσμίας πέντε (5) ετών από το χρόνο δημοσίευσής της.
Το Δημόσιο δικαιούται να απαιτήσει τις δαπάνες εκκαθάρισης, διοίκησης και διαχείρισης κληρονομίας, την οποία υποχρεούται να αποδώσει. Οι δαπάνες βεβαιώνονται και εισπράττονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Άρθρο 76
Διάλυση περιουσίας
Με την επιφύλαξη ειδικών περιπτώσεων του παρόντος Κώδικα, περιουσίες που βρίσκονται σε αδράνεια για χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας διαλύονται με απόφαση του κατά το άρθρο 10 δικαστηρίου. Το δικαστήριο αποφασίζει για την τύχη της περιουσίας και τη διάθεσή της προς εξυπηρέτηση του ίδιου ή άλλου κοινωφελούς σκοπού. Αν μετά τη διάλυση απαιτείται εκκαθάριση της περιουσίας, ενεργείται κατά τον παρόντα Κώδικα.
Δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 1 αν υφίσταται εκκρεμοδικία για αντικείμενα της περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται να ασκεί στο δικαστήριο τα δικαιώματα της περιουσίας για την επιτάχυνση της δίκης, ακόμα και αν δεν είναι διάδικος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 77
Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
α. Εξωτικός εγκαθίσταται ως κληρονόμος κληρονομιάς που δεν έχει εξ αδιαθέτου κληρονόμους μόνο με δημόσια διαθήκη. β. Αν με ιδιόγραφη διαθήκη διαθέτη που δεν είναι εν ζωή κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει εγκατασταθεί εξωτικός ως κληρονόμος κληρονομιάς που δεν έχει εξ αδιαθέτου κληρονόμους, το δικαστήριο διατάσσει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής και της πριν τη συνεδρίαση, το Ελληνικό Δημόσιο.
Το άρθρο 813 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Όταν κατά το νόμο το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ειδικό κηδεμόνα για τη διεξαγωγή δίκης, ο διορισμός, η αντικατάσταση και η παύση του γίνεται από το δικαστήριο της κληρονομίας. Από το ίδιο δικαστήριο γίνεται και η βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο.»
Το άρθρο 825 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναδιατυπώνεται ως εξής: «Άρθρο 825 Ερμηνεία διαθήκης υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών Κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εφετείου της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία. Αν η κοινωφελής περιουσία υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, αρμόδιο είναι το Εφετείο Αθηνών.»
Άρθρο 78
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3852/2010
Στην παρ. 1 του άρθρου 81 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) προστίθεται περίπτωση ε΄ ως εξής: «ε) Συμμετέχει στη διοίκηση κληροδοτήματος, με έδρα τη δημοτική κοινότητα στην οποία ασκεί τα καθήκοντά του, στις περιπτώσεις που προβλέπεται, σύμφωνα με το ν. 2539/1997 (Α΄ 244) ή την πράξη σύστασής του, η συμμετοχή προέδρου τοπικού συμβουλίου ή δημάρχου δήμου, ο οποίος καταργείται με τον παρόντα νόμο.»
Στο άρθρο 82 του ν. 3852/2010 προστίθεται περίπτωση ια΄ ως εξής: «ια) Συμμετέχει στη διοίκηση κληροδοτήματος, με έδρα την τοπική κοινότητα στην οποία ασκεί τα καθήκοντά του, στις περιπτώσεις που προβλέπεται, σύμφωνα με το ν. 2539/1997 ή την πράξη σύστασής του, η συμμετοχή προέδρου τοπικού συμβουλίου ή δημάρχου δήμου, ο οποίος καταργείται με τον παρόντα νόμο.»
Στο άρθρο 83 του ν. 3852/2010, μετά την παράγραφο 4 προστίθεται παράγραφος 4Α, ως εξής: «4Α. Μέλη του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας συμμετέχουν στη διοίκηση κληροδοτήματος με έδρα την κοινότητα που ασκούν τα καθήκοντά τους, στις περιπτώσεις που προβλέπεται, σύμφωνα με το ν. 2539/1997 ή την πράξη σύστασής του, η συμμετοχή μελών τοπικού συμβουλίου ή μελών του δημοτικού συμβουλίου δήμου ο οποίος καταργείται με τον παρόντα νόμο.»
Στο άρθρο 84 του ν. 3852/2010, μετά την παράγραφο 4 προστίθεται παράγραφος 4Α, ως εξής: «4Α. Μέλη του συμβουλίου της τοπικής κοινότητας συμμετέχουν στη διοίκηση κληροδοτήματος με έδρα την κοινότητα που ασκούν τα καθήκοντά τους, στις περιπτώσεις που προβλέπεται, σύμφωνα με το ν. 2539/1997 ή την πράξη σύστασής του, η συμμετοχή μελών τοπικού συμβουλίου ή μελών του δημοτικού συμβουλίου δήμου, ο οποίος καταργείται με τον παρόντα νόμο. Εφόσον κατά τα ανωτέρω είχαν οριστεί ως μέλη της διοίκησης του κληροδοτήματος μέλη τοπικού συμβουλίου κοινότητας, η οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει πληθυσμό κάτω των 300 κατοίκων, για την υποκατάσταση των μελών αυτών απαιτείται η κατά τις οικείες διατάξεις τροποποίηση του Οργανισμού του κληροδοτήματος.»
Στην παρ. 3 του άρθρου 160 του ν. 3852/2010 προστίθεται περίπτωση ζ΄ ως εξής: «ζ) Συμμετέχει στη διοίκηση κληροδοτήματος, με έδρα την πρωτεύουσα της περιφερειακής ενότητας στην οποία ασκεί τα καθήκοντά του, στις περιπτώσεις που προβλέπεται από την πράξη σύστασής του ή κατ’ άλλο νόμιμο τρόπο, η συμμετοχή του Νομάρχη της καταργούμενης με τον παρόντα νόμο Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.»
Στο άρθρο 163 του ν. 3852/2010 προστίθεται παράγραφος 2, ως εξής: «2. Μέλη του περιφερειακού συμβουλίου συμμετέχουν στη διοίκηση κληροδοτήματος με έδρα την περιφερειακή ενότητα στην οποία εκλέγονται, στις περιπτώσεις που προβλέπεται από την πράξη σύστασής του ή κατ’ άλλο νόμιμο τρόπο, η συμμετοχή μελών του νομαρχιακού συμβουλίου της καταργούμενης με τον παρόντα νόμο Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης.»
Άρθρο 79
Σύσταση τμήματος Μητρώου Κοινωφελών Περιουσιών − Σχολαζουσών Κληρονομιών
Η Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών του άρθρου 13 του π.δ. 284/1988 (Α΄ 128) μετονομάζεται σε Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών και έχει τη διάρθρωση και τις αρμοδιότητες του άρθρου αυτού.
Οι Διευθύνσεις Εθνικών Κληροδοτημάτων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων των προεδρικών διαταγμάτων 136/2010 (Α΄ 229), 138/2010 (Α΄ 231), 139/2010 (Α΄ 232), 140/2010 (Α΄ 233), 141/2010 (Α΄ 234), 142/2010 (Α΄ 235), 143/2010 (Α΄ 236) μετονομάζονται σε Διευθύνσεις Κοινωφελών Περιουσιών.
Στη Διεύθυνση της παραγράφου 1 συστήνεται Τμήμα Γ΄ − Μητρώου Κοινωφελών Περιουσιών − Σχολαζουσών Κληρονομιών, με αρμοδιότητες:
- α) το διορισμό και τη διοικητική εποπτεία των κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών,
- β) την τήρηση μητρώου κληροδοτημάτων, ιδρυμάτων,
διαθηκών και σχολαζουσών κληρονομιών, την τήρηση του πρωτοκόλλου της Διεύθυνσης, τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας, την τήρηση και ενημέρωση του φυσικού και ηλεκτρονικού αρχείου της Διεύθυνσης και την ενημέρωση των πολιτών για θέματα αρμοδιότητάς της. Επίσης, μεριμνά για την κοινοποίηση στο Πρόγραμμα Διαύγεια όλων των αποφάσεων που σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία αναρτώνται στο διαδίκτυο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄
ΕΙΔΙΚΕΣ − ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ − ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 80
Αναπροσαρμογή ποσών Τα ποσά και τα χρηματικά όρια που ορίζονται στον παρόντα Κώδικα και στις πράξεις που εκδίδονται κατ’
Άρθρο 81
Τροποποίηση οργανισμών Οργανισμοί ή καταστατικά ιδρυμάτων, τα οποία διέπονται από τον παρόντα Κώδικα και έχουν εγκριθεί στο παρελθόν με τυπικό νόμο ή ισοδύναμη νομοθετική πράξη, μπορεί να τροποποιούνται ή να συμπληρώνονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος Κώδικα.
Άρθρο 82
Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις
Όπου δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται και στις κοινωφελείς περιουσίες που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους. Κοινωφελή ιδρύματα που έχουν εξαιρεθεί με ειδικές διατάξεις του α.ν. 2039/1939 εξακολουθούν να εξαιρούνται του παρόντος Κώδικα και της εποπτείας της αρμόδιας αρχής αλλά υπέχουν σε κάθε περίπτωση υποχρέωση υποβολής προς έλεγχο του προϋπολογισμού και του απολογισμού τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 59. Διαδικασίες, που έχουν ήδη αρχίσει, θεωρούνται έγκυρες, εκτός αν ήδη καταργούνται, οι εφεξής όμως διαδικαστικές ενέργειες διεξάγονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα.
Η νομική μορφή των ήδη συνεστημένων περιουσιών δεν ανατρέπεται με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
Αν δεν ορίζεται αλλιώς, οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται και σε περιουσίες για τις οποίες αρμόδια αρχή είναι άλλη, πλην του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Ειδικές διατάξεις που αφορούν την ίδρυση και εποπτεία συγκεκριμένων περιουσιών εξακολουθούν να ισχύουν, μπορεί όμως να τροποποιούνται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με το άρθρο 51, για την εναρμόνισή τους με τις διατάξεις του Κώδικα.
Μέχρι την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων και λοιπών κανονιστικών πράξεων, που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, ισχύουν ανάλογα οι μέχρι τώρα διέπουσες τα αντίστοιχα ζητήματα διατάξεις, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
Μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας − πλαισίου του άρθρου 21 του παρόντος, ο έλεγχος επί των κοινωφελών περιουσιών και η εκτίμηση της αγοραίας αξίας των ακινήτων για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διενεργείται σύμφωνα με τις ισχύουσες μέχρι τούδε διατάξεις. Για το μεταβατικό αυτό διάστημα όσοι διαχειρίζονται περιουσίες με ετήσια έσοδα περισσότερα από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ ή με ενεργητικό μεγαλύτερο των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ οφείλουν να αναθέτουν, με δαπάνη της περιουσίας, τον ετήσιο έλεγχό της σε ορκωτό ελεγκτή. Ο απολογισμός και ο ισολογισμός ιδρυμάτων για το οικονομικό έτος εντός του οποίου συνήφθη η πρώτη συμφωνία − πλαίσιο του άρθρου 21, καθώς και η μερική λογοδοσία των εκκαθαριστών και εκτελεστών διαθηκών για το ημερολογιακό έτος εντός του οποίου συνήφθη η ανωτέρω συμφωνία υπόκεινται σε έλεγχο από τα ελεγκτικά γραφεία του άρθρου 21. Για την υποβολή έκθεσης, τον επανέλεγχο και τον καταλογισμό εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 3 έως 6 του άρθρου 31.
Μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Μητρώου του άρθρου 16, ο διορισμός των εκκαθαριστών, εκτελεστών, διαχειριστών κοινωφελούς περιουσίας ή ιδρύματος και κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών γίνεται με κλήρωση που διενεργεί το Συμβούλιο της αρμόδιας αρχής από τον πίνακα που τηρείται στο Υπουργείο Οικονομικών.
α) Οι υποθέσεις που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα εκκρεμούν προς έλεγχο από την Οικονομική Επιθεώρηση και για τις οποίες έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου και έχει αρχίσει ο έλεγχος από Οικονομικό Επιθεωρητή, παραμένουν και ολοκληρώνονται από την Οικονομική Επιθεώρηση.
- β) Επανέρχονται στην αρμόδια αρχή και αποτελούν
αντικείμενο ελέγχου των ελεγκτικών εταιρειών οι υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί σχετικές εντολές ελέγχου από την Οικονομική Επιθεώρηση αλλά δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ελεγκτική ενέργεια έως την έναρξη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 21.
- γ) Πορισματικές εκθέσεις Οικονομικών Επιθεωρητών
επί υποθέσεων διενέργειας ελέγχου, κατά τις διατάξεις του παρόντος, ισχύουν έναντι πάντων και επιφέρουν έννομα αποτελέσματα.
Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στις λοιπές διατάξεις του παρόντος Κώδικα, από την έναρξη ισχύος αυτού, καταργούνται:
- α) ο α.ν. 2039/1939 (Α΄ 455),
- β) το ν.δ. 430/1970 (Α΄ 25),
- γ) ο ν. 455/1976 (Α΄ 277),
- δ) το β.δ. 18.9−20.10/1947 (Α΄ 223),
- ε) τα άρθρα 1865, 1866 εδάφιο δεύτερο και 1869 του
Αστικού Κώδικα,
- στ) Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία αφορά θέματα, που ρυθμίζονται από αυτόν ή αντίκεινται στις
διατάξεις του.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον α.ν. 2039/1939 ή γενικά στη νομοθεσία περί Εθνικών Κληροδοτημάτων, νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του.
Άρθρο 83
Σύσταση − Σκοπός − Επωνυμία − Έδρα − Διάρκεια
Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ Α.Ε.» (Ε.Α.Ε.Α.Π.). Η Ε.Α.Ε.Α.Π. έχει αποκλειστικό σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση των ακινήτων επί των οποίων διατηρεί περιουσιακά δικαιώματα ή των οποίων ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών ή νομικά πρόσωπα ή φορείς που υπάγονται στη δικαιοδοσία της.
Στην Ε.Α.Ε.Α.Π. δύνανται να περιέρχονται τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης και άλλων ακινήτων επί των οποίων διατηρούν περιουσιακά δικαιώματα ή των οποίων ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 (Α΄ 146), μετά από απόφαση των νομικών αυτών προσώπων και την τήρηση των προς τούτο προβλεπόμενων διαδικασιών.
Η Ε.Α.Ε.Α.Π. λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδι των οποίων ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στην Ε.Α.Ε.Α.Π., οι διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο, με εξαίρεση όσων ρητά ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Διατάξεις νόμων που αναφέρονται σε επιχειρήσεις, οργανισμούς ή φορείς, γενικά, του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν αφορούν στις παραπάνω εταιρείες, εκτός εάν ορίζεται ρητά ότι εφαρμόζονται και σε αυτές.
Η Ε.Α.Ε.Α.Π. διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.
Η Ε.Α.Ε.Α.Π. εδρεύει σε δήμο του Νομού Αττικής, ο οποίος ορίζεται με το Καταστατικό της.
Η διάρκεια της Ε.Α.Ε.Α.Π. είναι ενενήντα εννέα (99) έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η διάρκεια αυτή μπορεί να παρατείνεται με αποφάσεις της γενικής συνέλευσης, εφόσον ο σκοπός της Ε.Α.Ε.Α.Π. δεν έχει εκπληρωθεί.
Άρθρο 84
Μέτοχοι − Μετοχικό Κεφάλαιο − Έσοδα
Μέτοχοι της Ε.Α.Ε.Α.Π. είναι το Ελληνικό Δημόσιο και η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Το μετοχικό κεφάλαιο της Ε.Α.Ε.Α.Π. είναι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, διαιρείται σε χίλιες (1.000) ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας τριακοσίων (300) ευρώ η καθεμία, αναλαμβάνεται δε και καλύπτεται από τους μετόχους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά πενήντα τοις εκατό (50%) από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών.
Οι μετοχές της Ε.Α.Ε.Α.Π. είναι αμεταβίβαστες.
Έσοδα της Ε.Α.Ε.Α.Π. είναι:
- α) Το αντάλλαγμα από την αξιοποίηση των ακινήτων
των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1.
- β) Οι τόκοι, τα μερίσματα και οι κάθε είδους αποδόσεις των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων και των
χρηματικών διαθεσίμων της.
- γ) Κάθε άλλο έσοδο από οποιαδήποτε πηγή.
Τα έσοδα της Ε.Α.Ε.Α.Π. από κάθε ακίνητο του οποίου τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης παραχωρούνται στην Ε.Α.Ε.Α.Π., αφού αφαιρεθούν οι λειτουργικές της δαπάνες και μετά τη δημιουργία αποθεματικού σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, αποδίδονται κατά ποσοστό 50% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά ποσοστό 50% στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 1, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών διαθέτει τα έσοδα περαιτέρω στον φορέα που παραχώρησε τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης στην Ε.Α.Ε.Α.Π. Τα έσοδα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 διατίθενται, κυρίως, για την εξυπηρέτηση του εκκλησιαστικού, προνοιακού και φιλανθρωπικού έργου των προσώπων αυτών και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οι ειδικότεροι όροι και η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης των εσόδων της Ε.Α.Ε.Α.Π., καθώς και το ύψος των λειτουργικών της δαπανών καθορίζονται με απόφαση του Δ.Σ. που εγκρίνεται από τη γενική συνέλευση.
Άρθρο 85
Καταστατικό − Διοίκηση − Αρμοδιότητες − Διαχείριση
Το καταστατικό της Ε.Α.Ε.Α.Π., συμπεριλαμβανομένων των διατάξεών του, οι οποίες ρυθμίζονται κατά περιεχόμενο και από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών και δημοσιεύεται στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Το παραπάνω καταστατικό της Εταιρείας μπορεί να τροποποιείται και να κωδικοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.
Το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της Ε.Α.Ε.Α.Π. είναι πενταμελές και ορίζεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων για θητεία πέντε (5) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται για ίσο χρονικό διάστημα. Προς τούτο, ένα (1) μέλος υποδεικνύεται από τον Υπουργό των Οικονομικών, ένα (1) μέλος υποδεικνύεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, τα δε υπόλοιπα τρία (3) μέλη υποδεικνύονται από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ε.Α.Ε.Α.Π. εκλέγονται μέλη του Δ.Σ. εξ αυτών που υποδεικνύονται από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Ε.Α.Ε.Α.Π. ασκεί πλήρως τα δικαιώματα και καθήκοντα διοίκησης και διαχείρισης της Ε.Α.Ε.Α.Π. εντός των ορίων που προβλέπονται από τον κ.ν. 2190/1920. Σε περίπτωση κενώσεως θέσεως μέλους του Δ.Σ. πριν από τη λήξη της θητείας του διορίζεται νέο μέλος για το χρόνο της θητείας που απομένει.
Κατά τα λοιπά τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, ως μετόχου της Ε.Α.Ε.Α.Π. ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών.
Άρθρο 86
Ρυθμίσεις σχετικά με την περιέλευση των δικαιωμάτων διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης επί των ακινήτων στην Ε.Α.Ε.Α.Π.
Στην Ε.Α.Ε.Α.Π. περιέρχονται τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης επί των ακινήτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1, εξαιρουμένης ρητώς της μεταβιβάσεως της κυριότητας επ’ αυτών και με σκοπό την αξιοποίησή τους. Προς τούτο, συνάπτεται σύμβαση μεταξύ της Ε.Α.Ε.Α.Π. και, του κατά περίπτωση, κυρίου του ακινήτου ή του φορέα που ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση καθενός απ’ αυτά, ύστερα από την υποβολή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, που περιλαμβάνει τους όρους για την περιέλευση των ανωτέρω δικαιωμάτων στην Ε.Α.Ε.Α.Π. και μετά την έκδοση σχετικής απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Ε.Α.Ε.Α.Π..
Τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης κάθε ακινήτου περιέρχονται στην Ε.Α.Ε.Α.Π., χωρίς αντάλλαγμα και ατελώς, χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε φόρου, τέλους ή άλλου βάρους, για χρονική περίοδο που δεν μπορεί να υπερβεί τα ενενήντα εννέα (99) έτη. Επίσης, τα έσοδα που αποδίδονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 2, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή άλλη επιβάρυνση. το χρόνο μεταβίβασης των ως άνω δικαιωμάτων στην Ε.Α.Ε.Α.Π., δεν θίγεται.
Τυχόν τελεσίδικη δικαστική αναγνώριση αναφορικά με την κυριότητα επί ακινήτου, επί του οποίου τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης έχουν περιέλθει στην Ε.Α.Ε.Α.Π. δεν θίγει, κατά τη χρονική περίοδο που έχει συμφωνηθεί, την ακώλυτη άσκηση από την Ε.Α.Ε.Α.Π. της διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης επί του ακινήτου αυτού που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 7. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται κυριότητα του Δημοσίου, της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών ή άλλου νομικού προσώπου του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 επί ακινήτου επί του οποίου τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης έχουν περιέλθει στην Ε.Α.Ε.Α.Π., εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο.
Μετά την, με οποιοδήποτε τρόπο, λήξη του δικαιώματος διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης του ακινήτου από την Ε.Α.Ε.Α.Π., αυτό επανέρχεται σε εκείνον που το παραχώρησε στην Ε.Α.Ε.Α.Π. ή σε όποιον δικαιούται να το ασκεί κατά την εν λόγω χρονική στιγμή.
Άρθρο 87
Διοίκηση − Διαχείριση − Αξιοποίηση των ακινήτων
Η Ε.Α.Ε.Α.Π. ασκεί τη διοίκηση και τη διαχείριση των ακινήτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1, με σκοπό την αξιοποίησή τους.
Η αξιοποίηση των ακινήτων από την Ε.Α.Ε.Α.Π. διενεργείται με κάθε πρόσφορο τρόπο, πλην της συστάσεως και μεταβίβασης εμπράγματων δικαιωμάτων επ’ αυτών, και κατά προτίμηση με:
- α) Εκμίσθωση.
- β) Ολιγόχρονη ή μακροχρόνια παραχώρηση της χρήσης ή της εκμετάλλευσής τους σε τρίτους.
- γ) Ανάθεση της διαχείρισης των περιουσιακών δικαιωμάτων σε τρίτους.
Κατ’ εξαίρεση της προηγούμενης παραγράφου, είναι δυνατή, εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά στη σύμβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, η σύσταση δικαιώματος επιφανείας από την Ε.Α.Ε.Α.Π. επί ακινήτων που αξιοποιεί, σύμφωνα με τα άρθρα 19 έως και 26 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), για διάστημα που δεν θα υπερβαίνει το χρόνο παραχώρησης της χρήσης προς την εταιρεία.
Η διαδικασία σύναψης των συμβάσεων για την αξιοποίηση των ακινήτων από την Ε.Α.Ε.Α.Π. καθορίζεται με Κανονισμό Αξιοποίησης που εκδίδεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας.
Άρθρο 88
Σύσταση Εταιρειών Ειδικού Σκοπού
Για τη βέλτιστη αξιοποίηση των ακινήτων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1, η Ε.Α.Ε.Α.Π. μπορεί να συστήνει επιμέρους Εταιρείες Ειδικού Σκοπού (Ε.Ε.Σ.), το σύνολο των μετοχών των οποίων θα ανήκουν στην Ε.Α.Ε.Α.Π., και στις οποίες θα περιέρχονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου τα δικαιώματα διοίκησης, διαχείρισης και αξιοποίησης επί του προς αξιοποίηση ακινήτου ή της ομάδας ακινήτων. Η δυνατότητα αυτή θα μνημονεύεται ρητά σε όλες τις συμβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4, η δε διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση θα γίνεται με όρους όμοιους με εκείνους που τίθενται από τον Κανονισμό Αξιοποίησης της Ε.Α.Ε.Α.Π..
Οι διατάξεις του άρθρου 1, των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου 2, της παραγράφου 2 του άρθρου 3, του άρθρου 4 και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 5 ισχύουν και για τις συνιστώμενες Ε.Ε.Σ.
Άρθρο 89
Πολεοδομική ωρίμανση των ακινήτων
Μετά τη σύναψη των συμβάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 4, εφαρμόζονται για την πολεοδομική ωρίμανση των ακινήτων αυτών οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων των άρθρων 11 έως 17Β του Κεφαλαίου Β΄ του ν. 3986/2011.
Τις αιτήσεις του άρθρου 12 του ν. 3986/2011 υποβάλλει η Ε.Α.Ε.Α.Π. ή, κατά περίπτωση, η Ε.Ε.Σ. που συνιστάται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. Εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες που έχει εκκινήσει η Ε.Α.Ε.Α.Π. συνεχίζονται από την Ε.Ε.Σ. μετά τη σύστασή της.
Άρθρο 90
Η περίπτωση β΄της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν. 3863/2010 (Α΄115) όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο Ζ του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (A΄ 41) καταργείται.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1759/1988 (Α΄ 50) αντικαθίσταται ως εξής: «Επίσης υπάγονται στην ασφάλιση του παρόντος νόμου και πρόσωπα που απασχολούνται ή παρέχουν εργασία ή υπηρεσία με αμοιβή είτε σε φυσικά πρόσωπα είτε στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε σε ανεξάρτητες αρχές με οποιαδήποτε άλλη σχέση, εφόσον για την απασχόληση, εργασία τους ή υπηρεσία τους αυτή δεν υπάγονται με ρητή διάταξη νόμου στην ασφάλιση άλλου ταμείου κύριας ασφάλισης. Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και σε συνταξιούχους ελληνικού ή αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα.»
Άρθρο 91
Ενδοομιλικές συναλλαγές
Στην παρ. 1 του άρθρου 39Α του ν. 2238/1994 (Κ.Φ.Ε.) (Α΄ 151) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για τις υποκείμενες, κατά τα ανωτέρω, σε τεκμηρίωση συναλλαγές με μία ή περισσότερες συνδεδεμένες, η υποχρέωση τεκμηρίωσης των συναλλαγών αφορά σε συναλλαγές που υπερβαίνουν το ποσό των 20.000 ευρώ ανά κατηγορία συναλλαγής συνδεδεμένης.»
Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 39Α του ν. 2238/ 1994 (Κ.Φ.Ε.) αντικαθίστανται ως εξής: «Ο φάκελος τεκμηρίωσης καταρτίζεται μέχρι το τέλος του τέταρτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου. Συνοδεύεται από συνοπτικό πίνακα πληροφοριών, ο οποίος υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών μέσα στην ίδια προθεσμία και περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργική ταυτότητα της επιχείρησης, όπως τον όμιλο στον οποίο ανήκει, τις λειτουργίες που επιτελεί και τους κινδύνους που αναλαμβάνει, καθώς και κατάλογο με τις ενδοομιλικές συναλλαγές προς τεκμηρίωση, οι οποίες πραγματοποιούνται εντός της οικείας διαχειριστικής περιόδου και σύντομη περιγραφή της μεθόδου τεκμηρίωσης που εφαρμόζεται. Ο φάκελος τεκμηρίωσης εύλογου χρόνου ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες.»
Η παρ. 17 του άρθρου 11 του ν. 4110/2013 (Α΄ 17) αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: «Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 5 εφαρμόζονται για ενδοομιλικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται, σε διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από την 1.1.2012 και μετά, καθώς και σε υπερδωδεκάμηνη διαχειριστική περίοδο που άρχισε πριν την 1.1.2012 και λήγει από 31.12.2012 και μετά. Ειδικά για τις διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες η προθεσμία κατάρτισης του φακέλου τεκμηρίωσης και υποβολής του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών λήγει μέχρι και τη 19η Σεπτεμβρίου 2013, ο φάκελος τεκμηρίωσης καταρτίζεται και ο συνοπτικός πίνακας πληροφοριών υποβάλλεται μέχρι την 20ή Σεπτεμβρίου 2013. Για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στις διαχειριστικές περιόδους που άρχισαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3775/2009 (διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες η προθεσμία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος γεννάται από την 1η Ιανουαρίου 2011 και μετά) και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, λαμβάνεται υπόψη ο φάκελος τεκμηρίωσης που ορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3728/2008. Ο έλεγχος διενεργείται από την αρμόδια φορολογική αρχή, όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 2238/1994 (Κ.Φ.Ε.), η οποία προσδιορίζει και τις τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών σε περίπτωση μη τήρησης ή μη διάθεσης ή τήρησης ανεπαρκούς ή ανακριβούς φακέλου τεκμηρίωσης, καταργούμενης της παραγράφου 6 του άρθρου 39, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από τον παρόντα νόμο.»
Άρθρο 92
Θέματα Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων και Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (Ε.Ε.Ε.Π.)
Η προθεσμία τριών μηνών για τη στελέχωση της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων, που ορίζεται στην υποπαράγραφο Β.11 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), παρατείνεται από τότε που έληξε, κατά τρεις μήνες.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)