Νόμοι — ΦΕΚ A' 195/2007

Type Νόμος
Publication 2007-08-24
Τελευταία ενημέρωση 2007-08-17
State In force
Source ΦΕΚ
articles 84
Reform history JSON API
1.

Οι ΑΕΠΕΥ μπορούν να ορίζουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως συνδεδεμένους αντιπροσώπους, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι δεν επιτρέπεται να κατέχουν χρήματα ή χρηματοπιστωτικά μέσα για λογαριασμό πελατών.

2.

Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι ενεργούν για λογαριασμό μιας και μόνο ΑΕΠΕΥ υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη της. Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι μπορούν να διαφημίζουν τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που δύναται να παρέχει η ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, να μεσολαβούν για την τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων και να παρέχουν συμβουλές σε πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα και υπηρεσίες που παρέχει η ΑΕΠΕΥ.

3.

Οι ΑΕΠΕΥ διασφαλίζουν ότι ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος γνωστοποιεί την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί και την ΑΕΠΕΥ την οποία αντιπροσωπεύει όποτε έρχεται σε επαφή με δυνητικό πελάτη ή προτού διαφημίσει ή παράσχει τις υπηρεσίες της παραγράφου 2 σε πελάτη.

4.

Οι ΑΕΠΕΥ που ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων των μη υποκείμενων στον παρόντα νόμο δραστηριοτήτων του συνδεδεμένου αντιπροσώπου στις δραστηριότητες που ασκεί αυτός για λογαριασμό της ΑΕΠΕΥ.

5.

Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα εγγράφονται από την ΑΕΠΕΥ ή το πιστωτικό ίδρυμα που αντιπροσωπεύουν σε μητρώο συνδεδεμένων αντιπροσώπων που τηρείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος αντίστοιχα. Το μητρώο ενημερώνεται τακτικά και η πρόσβαση του κοινού είναι ελεύθερη. Οι ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα που προτείνουν την εγγραφή συνδεδεμένου αντιπροσώπου στο μητρώο βεβαιώνουν ότι αυτός διαθέτει καλή φήμη και κατάλληλες γενικές, εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις που τους επιτρέπουν να παρέχουν με ακρίβεια στον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προτεινόμενη υπηρεσία.

6.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή με Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται αντίστοιχα οι προϋποθέσεις για την εγγραφή των συνδεδεμένων αντιπροσώπων στο μητρώο, το οποίο τηρείται κατά περίπτωση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος αντίστοιχα, καθώς και οι τεχνικές λεπτομέρειες για την τήρηση και ενημέρωση του μητρώου και την πρόσβαση του επενδυτικού κοινού σε αυτό. Με την ίδια απόφαση και πράξη ορίζονται οι οργανωτικές απαιτήσεις των ΑΕΠΕΥ και των πιστωτικών ιδρυμάτων αντίστοιχα, που χρησιμοποιούν συνδεδεμένους αντιπροσώπους, καθώς και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικά με τη λειτουργία των συνδεδεμένων αντιπροσώπων.

Άρθρο 30

Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους

1.

Οι ΑΕΠΕΥ που έχουν λάβει άδεια να εκτελούν εντολές για λογαριασμό πελατών ή να διαπραγματεύονται για ίδιο λογαριασμό ή να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν εντολές μπορούν να συμφωνούν τη διενέργεια συναλλαγών με επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους χωρίς να υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις των άρθρων 25 και 27 και της παραγράφου 1 του άρθρου 28, όσον αφορά τις συναλλαγές αυτές ή οποιαδήποτε παρεπόμενη υπηρεσία άμεσα σχετιζόμενη με αυτές τις συναλλαγές.

2.

Ως επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι νοούνται οι ΑΕΠΕΥ, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ασφαλιστικές εταιρίες, οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και οι εταιρίες διαχείρισής τους, οι ανώνυμες εταιρίες επενδύσεως χαρτοφυλακίου, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι εταιρίες διαχείρισής τους, άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας 4180−8 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) περιπτώσεις ια΄ και ιβ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 3, οι εθνικές κυβερνήσεις και οι αντίστοιχες υπηρεσίες τους, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος, οι κεντρικές τράπεζες και οι υπερεθνικοί οργανισμοί. Οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να ζητήσουν να αντιμετωπιστούν, είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες συναλλαγές, ως πελάτες των οποίων οι σχέσεις με την ΑΕΠΕΥ υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 25, 27 και 28.

3.

Σε περίπτωση συναλλαγής, στην οποία ο επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος είναι επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος − μέλος, οι ΑΕΠΕΥ αποδέχονται το καθεστώς του επιλέξιμου αντισυμβαλλόμενου, όπως αυτό καθορίζεται από τη νομοθεσία του κράτους − μέλους εγκατάστασής του.

4.

Οι ΑΕΠΕΥ, πριν διενεργήσουν συναλλαγές της παραγράφου 1, λαμβάνουν από τον επιλέξιμο αντισυμβαλλόμενο, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ρητή επιβεβαίωση ότι δέχεται να αντιμετωπιστεί ως επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος. Η επιβεβαίωση αυτή λαμβάνεται είτε με μορφή γενικής συμφωνίας είτε για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή.

5.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι διαδικασίες αίτησης για τη μεταχείριση πελατών ως επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι, οι διαδικασίες λήψης ρητής επιβεβαίωσης από αυτούς και κάθε άλλο σχετικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 5 του άρθρου 24 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΠΕΥ

Άρθρο 31

Ελευθερία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης δραστηριοτήτων

1.

ΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου με τις οποίες το εν λόγω κράτος προσαρμόστηκε στην Οδηγία 2004/39/ΕΚ μπορεί να παρέχει ελεύθερα επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες και να ασκεί ελεύθερα επενδυτικές δραστηριότητες στην Ελλάδα χωρίς εγκατάσταση, εφόσον αυτές οι υπηρεσίες και δραστηριότητες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα. ΕΠΕΥ μπορεί να αρχίσει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες μετά τη διαβίβαση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικής γνωστοποίησης από την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής.

2.

Οι ΑΕΠΕΥ που επιθυμούν να παράσχουν για πρώτη φορά επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκήσουν δραστηριότητες στο έδαφος άλλου κράτους − μέλους χωρίς εγκατάσταση ή να τροποποιήσουν το φάσμα των υπηρεσιών που παρέχουν ή των δραστηριοτήτων που ασκούν με τον τρόπο αυτόν, ανακοινώνουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: (α) το κράτος − μέλος στο οποίο προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες ή να ασκεί δραστηριότητες, (β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, το οποίο αναφέρει ιδίως τις επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες και τις τυχόν παρεπόμενες υπηρεσίες που σκοπεύει να παρέχει και να ασκεί, καθώς και το αν σκοπεύει να χρησιμοποιεί συνδεδεμένους αντιπροσώπους στο έδαφος των κρατών − μελών στα οποία προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί εντός εύλογου χρόνου στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής, μετά από αίτησή της, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει η ΑΕΠΕΥ. Το κράτος − μέλος υποδοχής μπορεί να δημοσιοποιήσει τις πληροφορίες αυτές.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εντός μηνός από τη λήψη των πληροφοριών των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού, τις διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως αρμόδια για επικοινωνία σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 65. Η ΑΕΠΕΥ μπορεί να αρχίσει να παρέχει και να ασκεί τις σχετικές επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες στο κράτος − μέλος υποδοχής μετά τη διαβίβαση στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής των πληροφοριών αυτών.

5.

Σε περίπτωση που ΑΕΠΕΥ σκοπεύει να επιφέρει μεταβολές στα στοιχεία που είχε ανακοινώσει, βάσει της παραγράφου 2, γνωστοποιεί τούτο εγγράφως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έναν (1) μήνα τουλάχιστον πριν την επέλευση των μεταβολών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής για κάθε μεταβολή.

6.

Οι ΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς άλλων κρατών − μελών που διαχειρίζονται ΠΜΔ επιτρέπεται να εγκαθιστούν στην Ελλάδα κατάλληλες υποδομές για να διευκολύνουν την πρόσβαση και τη χρήση των συστημάτων τους από εξ αποστάσεως χρήστες ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα, αφού κοινοποιηθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετική ανακοίνωση της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους καταγωγής. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής να της γνωστοποιήσει την ταυτότητα των εγκατεστημένων στο κράτος − μέλος καταγωγής των μελών ή των συμμετεχόντων στον ΠΜΔ.

7.

ΑΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ στην Ελλάδα γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το κράτος − μέλος στο οποίο προτίθεται να εγκαταστήσει την υποδομή που αναφέρεται στην παράγραφο 6. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί εντός μηνός την πληροφορία αυτή στο κράτος − μέλος όπου πρόκειται να εγκατασταθεί η υποδομή. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κατόπιν αίτησης των αρμόδιων αρχών του κράτους − μέλους υποδοχής, την ταυτότητα των μελών ή συμμετεχόντων στον ΠΜΔ που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα.

8.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζεται η διαδικασία, οι προθεσμίες και το περιεχόμενο των γνωστοποιήσεων και ανταλλαγής πληροφοριών του άρθρου αυτού και ρυθμίζεται κάθε άλλο τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. ΦΕΚ 195 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4180−9 αρχή άλλου κράτους − μέλους σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, με τις οποίες το εν λόγω κράτος προσαρμόστηκε στην Οδηγία 2004/39/ΕΚ, μπορεί να παρέχει στην Ελλάδα, με την εγκατάσταση υποκαταστήματος, επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες οι οποίες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της, μετά τη σχετική γνωστοποίηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς την ΕΠΕΥ και το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη γνωστοποίηση της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους καταγωγής της προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα.

2.

Η παροχή των υπηρεσιών από υποκατάστημα ΕΠΕΥ το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα υπόκειται στις υποχρεώσεις των άρθρων 25, 27, 28 και 49 έως 54, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και μπορεί να ζητεί τη λήψη των απαραίτητων μέτρων από την ΕΠΕΥ για τη συμμόρφωση του υποκαταστήματος προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εν λόγω διατάξεις όσον αφορά τις επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες που παρέχει και τις επενδυτικές δραστηριότητες που ασκεί το υποκατάστημα στην Ελλάδα.

3.

Η αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος − μέλος μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και αφού ενημερώσει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να προβεί σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα της ΕΠΕΥ το οποίο είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα.

4.

ΕΠΕΥ που έχουν εγκαταστήσει υποκαταστήματα στην Ελλάδα υποχρεούνται, για στατιστικούς λόγους, να υποβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα.

5.

ΕΠΕΥ που έχουν εγκαταστήσει υποκαταστήματα στην Ελλάδα υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους με τις διατάξεις που ισχύουν γι’ αυτές.

6.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία για την εγκατάσταση υποκαταστήματος ΕΠΕΥ που έχει άδεια λειτουργίας από άλλο κράτος − μέλος και την έναρξη παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών από αυτά στην Ελλάδα.

7.

ΕΠΕΥ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή τρίτου κράτους μπορούν να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες και να λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ύστερα από άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται, καθώς και οι ειδικότεροι όροι για τη χορήγηση της προβλεπόμενης στην παρούσα παράγραφο άδειας και να ρυθμίζεται κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 33

Εγκατάσταση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος − μέλος

1.

ΑΕΠΕΥ που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος − μέλος γνωστοποιεί προηγουμένως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: (α) τα κράτη − μέλη στο έδαφος των οποίων προτίθεται να εγκαταστήσει υποκατάστημα, (β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναφέρονται ιδίως οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και οι παρεπόμενες υπηρεσίες που θα παρέχονται, η οργανωτική διάρθρωση του υποκαταστήματος, καθώς και αν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι, (γ) τη διεύθυνση του υποκαταστήματος στο κράτος − μέλος υποδοχής από την οποία μπορούν να ζητηθούν έγγραφα, (δ) τα ονόματα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος.

2.

Αν η ΑΕΠΕΥ χρησιμοποιεί στο κράτος − μέλος υποδοχής συνδεδεμένο αντιπρόσωπο, ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος υπόκειται στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις του νόμου αυτού.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εάν δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης ΑΕΠΕΥ, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων που προτίθεται να ασκήσει στο κράτος − μέλος υποδοχής γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής, που έχει οριστεί ως αρμόδια για επικοινωνία σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 58 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, τις πληροφορίες της παραγράφου 1 εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη τους και ενημερώνει σχετικά την ΑΕΠΕΥ.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής λεπτομέρειες σχετικά με το εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης του οποίου η ΑΕΠΕΥ είναι μέλος. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων του προηγούμενου εδαφίου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εάν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης ΑΕΠΕΥ, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων που προτίθεται να ασκήσει στο κράτος − μέλος υποδοχής, μπορεί να αρνηθεί να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες της παραγράφου 3 στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής, αιτιολογώντας τους λόγους της άρνησής της στην ΑΕΠΕΥ εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.

6.

Μόλις λάβει η ΑΕΠΕΥ σχετική γνωστοποίηση από την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής, ή ελλείψει παρόμοιας γνωστοποίησης, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης της παραγράφου 3 από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το υποκατάστημα μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του στο κράτος − μέλος υποδοχής. 4180−10 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) εγγράφως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τη μεταβολή αυτή, έναν (1) μήνα τουλάχιστον πριν τεθεί σε ισχύ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής για κάθε μεταβολή.

Άρθρο 34

Πρόσβαση στα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού

1.

Οι ΕΠΕΥ έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης ή διακανονισμού που λειτουργούν στην Ελλάδα για την οριστικοποίηση ή τη διευθέτηση της οριστικοποίησης συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Η πρόσβασή τους στα εν λόγω συστήματα υπόκειται στα ίδια διαφανή, αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις κριτήρια, τα οποία εφαρμόζονται στα μέλη των συστημάτων αυτών, που έχουν καταστατική έδρα και κεντρική διοίκηση στην Ελλάδα. Η χρήση των συστημάτων αυτών δεν περιορίζεται στην εκκαθάριση και το διακανονισμό των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διενεργούνται σε οργανωμένη αγορά ή σε ΠΜΔ που λειτουργεί στην Ελλάδα.

2.

Οι οργανωμένες αγορές που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να επιτρέπουν στα μέλη τους να επιλέγουν το σύστημα διακανονισμού των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διενεργούνται σε αυτές, εφόσον υφίστανται: (α) οι αναγκαίοι σύνδεσμοι και οι αναγκαίες συμφωνίες μεταξύ του επιλεγόμενου συστήματος διακανονισμού και κάθε άλλου συστήματος ή υποδομής για την εξασφάλιση αποτελεσματικού και οικονομικού διακανονισμού συγκεκριμένης συναλλαγής, και (β) η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ότι οι τεχνικές προϋποθέσεις για το διακανονισμό των συναλλαγών που διενεργούνται στην οργανωμένη αγορά μέσω συστήματος διακανονισμού, διαφορετικού από εκείνο που έχει ορίσει η οργανωμένη αγορά, επιτρέπουν την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η εκτίμηση αυτή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν θίγει τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ως επιβλέπουσα τα συστήματα πληρωμών και διακανονισμού. Για την αποφυγή επικάλυψης ελέγχων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη την επίβλεψη που ήδη ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος και συνεργάζεται μαζί της, όπου απαιτείται.

3.

Τα δικαιώματα που παρέχει στις ΕΠΕΥ το άρθρο αυτό δεν θίγουν το δικαίωμα των διαχειριστών συστήματος κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης ή διακανονισμού να αρνηθούν για θεμιτούς εμπορικούς λόγους την πρόσβαση στις υπηρεσίες που παρέχουν.

Άρθρο 35

Παροχή υπηρεσιών και εγκατάσταση υποκαταστήματος σε τρίτο κράτος

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαγορεύσει σε ΑΕΠΕΥ την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος, εάν κρίνει ότι η άσκηση δραστηριοτήτων σε αυτό το κράτος θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαγορεύσει σε ΑΕΠΕΥ την ίδρυση υποκαταστήματος σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος εάν, με βάση τα στοιχεία που τους υποβάλλει η ΑΕΠΕΥ και αφού λάβει υπόψη της την εν γένει οργάνωση, χρηματοοικονομική κατάσταση και τεχνικοοικονομική υποδομή της ΑΕΠΕΥ, κρίνει ότι η ίδρυση υποκαταστήματος θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών.

3.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την εγκατάσταση υποκαταστήματος σε τρίτο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, κράτος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΑΝΩΝΥΜΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

Άρθρο 36

Άδεια λειτουργίας, μετοχικό κεφάλαιο και τακτικός έλεγχος ΑΕΕΔ

1.

Οι ΑΕΕΔ λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας. Στην επωνυμία τους πρέπει να προσδιορίζονται ως «Ανώνυμη Εταιρία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης» και στο διακριτικό τους τίτλο ως «ΑΕΕΔ».

2.

Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών που αφορούν κινητές αξίες και μερίδια που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Οι ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια και χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών τους.

3.

Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να διαβιβάζουν εντολές επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μόνο σε: (α) ΕΠΕΥ που εδρεύουν σε κράτος − μέλος, (β) πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε κράτος − μέλος, (γ) υποκαταστήματα ΕΠΕΥ ή πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτη χώρα που λειτουργούν νομίμως σε κράτος − μέλος, εφόσον οι εν λόγω ΕΠΕΥ ή τα πιστωτικά ιδρύματα υπόκεινται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας τουλάχιστον ισοδύναμους με τους κανόνες που ισχύουν για την προληπτική εποπτεία των ΕΠΕΥ ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε κράτος − μέλος, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων τους, (δ) Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δύνανται να διαθέτουν μερίδια στο κοινό σύμφωνα με το ν. 3283/2004.

4.

Το μετοχικό κεφάλαιο των ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.

5.

Οι μετοχές των ΑΕΕΔ είναι ονομαστικές.

6.

Για να εκδοθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες, άδεια σύστασης ΑΕΕΔ ή για να μετατραπεί υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία σε ΑΕΕΔ πρέπει προηγουμένως να έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Στην άδεια λειτουργίας απαριθμούνται οι επενδυτικές υπηρεσίες που δικαιούται να παρέχει η ΑΕΕΔ.

7.

Ο τακτικός και έκτακτος έλεγχος που προβλέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 για τις ανώνυμες ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4180−11 γοράς τα στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7α παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920.

Άρθρο 37

Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και οργανωτικές προϋποθέσεις ΑΕΕΔ

1.

Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει: (α) αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 36, (β) την επάρκεια της οργάνωσης, της οργανωτικής δομής και των τεχνικών και οικονομικών μέσων της εταιρίας, (γ) την αξιοπιστία και την πείρα των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τη δραστηριότητα της ΑΕΕΔ και τα οποία δεν μπορεί να είναι λιγότερα από δύο ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και συνετή διαχείριση της ΑΕΕΔ, καθώς και (δ) την καταλληλότητα των μετόχων που διαθέτουν ειδική συμμετοχή στην εταιρία για τη διασφάλιση της χρηστής και συνετής διαχείρισής της.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια λειτουργίας ή να αντιταχθεί σε κάθε μεταβολή της διοίκησης της ΑΕEΔ εάν διατηρεί επιφυλάξεις για την αξιοπιστία και την πείρα των προσώπων που θα διευθύνουν πραγματικά την ΑΕΕΔ ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι η διοίκηση της ΑΕΕΔ αποτελεί απειλή για την ορθή και συνετή διαχείρισή της.

3.

Η ΑΕΕΔ γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια βραδύτητα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε μεταβολή στη διοίκησή της και της παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εάν τα νέα πρόσωπα που διορίζονται στη διοίκηση της ΑΕΕΔ παρέχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας και πείρας. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεωρείται ότι εγκρίνει τη μεταβολή στη διοίκηση ΑΕΕΔ εάν δεν αντιταχθεί σε αυτή εντός ενός (1) μηνός από τη γνωστοποίηση της μεταβολής.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, κρίνοντας βάσει της αξιοπιστίας και πείρας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την ΑΕΕΔ να απαιτήσει την απομάκρυνση των προσώπων από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΕΕΔ, την απομάκρυνση των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν ή τη συμπλήρωση της στελέχωσης της εταιρίας, εφόσον κρίνει ότι τούτο απαιτείται για τη διασφάλιση των συμφερόντων των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία της ΑEEΔ, καθώς και της κεφαλαιαγοράς. Αν η ΑΕΕΔ δεν συμμορφωθεί εντός ευλόγου χρόνου στις σχετικές αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η τελευταία μπορεί, πέραν της επιβολής κυρώσεων του άρθρου 61, να λάβει και τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 38 και 39.

5.

Μέτοχος ΑΕΕΔ ο οποίος προτίθεται να μεταβιβάσει μετοχές της, έτσι ώστε μετά τη μεταβίβαση το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο να κατέρχεται κάτω των ορίων του 20%, 1/3, 50% του μετοχικού κεφαλαίου ή των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ή εφόσον η εταιρία παύσει να είναι θυγατρική του μεταβιβάζοντος, υποχρεούται να ενημερώσει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από τη μεταβίβαση των μετοχών. Επίσης, όποιος προτίθεται να αποκτήσει ή να αυξήσει τη συμμετοχή του σε ΑΕΕΔ, έτσι ώστε μετά την απόκτηση το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο να φθάνει ή υπερβαίνει τα όρια του 20%, 1/3, 50% του μετοχικού κεφαλαίου ή των μετοχών με δικαίωμα ψήφου ή εφόσον η εταιρία πρόκειται να καταστεί θυγατρική του αποκτώντος, υποχρεούται να ενημερώσει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από την απόκτηση των μετοχών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να μην εγκρίνει απόκτηση και διάθεση μετοχικής συμμετοχής εφόσον, εν όψει της ανάγκης να διασφαλισθεί η ορθή και συνετή διαχείριση της ΑΕΕΔ, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των νέων μετόχων. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που μπορεί να επιβάλλει, είναι άκυρη η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από αυτές τις μετοχές.

6.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ΑΕΕΔ και να ορίζονται οι προϋποθέσεις για τη σύσταση υποκαταστήματος. Με την ίδια απόφαση μπορεί να καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται σε κάθε περίπτωση μεταβολής των μελών του Δ.Σ., των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν την ΑΕΕΔ, καθώς και των προσώπων που κατέχουν ειδική συμμετοχή σύμφωνα με την παράγραφο 5.

Άρθρο 38

Προσωρινή αναστολή άδειας λειτουργίας ΑΕΕΔ

1.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αναστέλλει προσωρινά την άδεια λειτουργίας ΑΕΕΔ, όταν έχει σοβαρές ενδείξεις παραβίασης της νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς, που καθιστά τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις η αναστολή αποφασίζεται από την Εκτελεστική Επιτροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και η σχετική απόφαση εγκρίνεται στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η διάρκεια της αναστολής δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. Στην απόφαση αναστολής της άδειας λειτουργίας μπορεί να τίθεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην ΑΕΕΔ σύντομη προθεσμία, μέσα στην οποία αυτή οφείλει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή ύστερα από αίτηση της ίδιας της ΑΕΕΔ, η αναστολή λειτουργίας μπορεί να παραταθεί για άλλες σαράντα πέντε (45) ημέρες κατ’ ανώτατο όριο μετά τη λήξη του χρόνου ισχύος της πρώτης αναστολής.

2.

Η απόφαση με την οποία επιβάλλεται προσωρινή αναστολή είναι αμέσως εκτελεστή και γνωστοποιείται στην ΑΕΕΔ με κάθε πρόσφορο μέσο και δημοσιοποιείται στο διαδυκτιακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στα μέσα ενημέρωσης. Το αργότερο μέχρι την παρέλευση του χρόνου αναστολής και αφού λάβει υπόψη τις θέσεις της ΑΕΕΔ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει είτε την άρση της αναστολής είτε την 4180−12 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) γίας της ΑΕΕΔ εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 έως 7 του άρθρου 20.

Άρθρο 39

Ανάκληση άδειας λειτουργίας ΑΕΕΔ

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ΑΕΕΔ εν όλω ή ως προς μία επενδυτική υπηρεσία για την οποία έχει χορηγηθεί σε αυτήν η άδεια λειτουργίας: (α) εάν η ΑΕΕΔ δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία χορήγησής της ή παύσει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες για συνεχόμενο χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) μηνών, (β) εάν η ΑΕΕΔ απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον παράνομο τρόπο, (γ) εάν κρίνει ότι έχουν παύσει να συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες είχε χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας, (δ) εάν το ύψος των ιδίων κεφαλαίων ΑΕΕΔ σύμφωνα με τον τελευταίο ισολογισμό της είναι μικρότερο των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (ε) εάν η ΑΕΕΔ έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων της νομοθεσίας.

2.

Πριν προχωρήσει στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην ΑΕΕΔ τις διαπιστωθείσες ελλείψεις ή παραβάσεις και την πρόθεσή της για να προχωρήσει σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας της τάσσοντάς της ταυτόχρονα προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερών από τη γνωστοποίηση να παράσχει εξηγήσεις και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την παύση των παραβιάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας και αφού λάβει υπόψη τις απόψεις της ΑΕΕΔ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει οριστικά.

Άρθρο 40

Διατάξεις για την προστασία επενδυτών

1.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται τα βιβλία και στοιχεία που τηρούν και εκδίδουν οι ΑΕΕΔ σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχουν, το περιεχόμενο των υποχρεωτικών εγγραφών στα παραπάνω βιβλία και στοιχεία και κάθε άλλο τεχνικό ζήτημα και αναγκαία λεπτομέρεια.

2.

Οι διατάξεις του άρθρου 25 και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του εφαρμόζονται αναλόγως και στις ΑΕΕΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΕΣ ΑΓΟΡΕΣ

Άρθρο 41

Άδεια λειτουργίας οργανωμένης αγοράς και εφαρμοστέο δίκαιο

1.

Η λειτουργία οργανωμένης αγοράς στην Ελλάδα επιτρέπεται ύστερα από προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

2.

Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του ν. 3340/ 2005 (ΦΕΚ 112 Α΄), οι συναλλαγές που διενεργούνται σε οργανωμένη αγορά, η άδεια λειτουργίας της οποίας έχει χορηγηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που χορήγησε σε οργανωμένη αγορά εάν: (α) ο διαχειριστής δεν έχει κάνει χρήση της εντός δώδεκα (12) μηνών από τη χορήγησή της, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή η οργανωμένη αγορά δεν έχει λειτουργήσει κατά τους προηγούμενους έξι (6) μήνες, (β) η άδεια λειτουργίας αποκτήθηκε με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον παράνομο τρόπο, (γ) η οργανωμένη αγορά δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, (δ) ο διαχειριστής της αγοράς κατά τη διαχείριση της οργανωμένης αγοράς έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων του νόμου αυτού, (ε) ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του διαχειριστή της οργανωμένης αγοράς.

Άρθρο 42

Άδεια λειτουργίας διαχειριστή αγοράς

1.

Ο διαχειριστής αγοράς λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας ύστερα από άδεια λειτουργίας που χορηγείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ο διαχειριστής ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό της οργανωμένης αγοράς που διαχειρίζεται και ευθύνεται για τη συμμόρφωσή της με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία.

2.

Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο του διαχειριστή αγοράς ανέρχεται τουλάχιστον σε είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) ευρώ. Για τη χορήγηση άδειας σύστασης απαιτείται να έχει κατατεθεί προηγουμένως το μετοχικό κεφάλαιο σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στην Ελλάδα. Άδεια λειτουργίας μπορεί να χορηγείται σε υφιστάμενες ανώνυμες εταιρίες εφόσον λειτουργούν τουλάχιστον για (1) ένα έτος και πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κεφαλαίου αυτού. Τα ίδια κεφάλαια του διαχειριστή αγοράς δεν μπορεί να υπολείπονται του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του. Οι μετοχές του διαχειριστή αγοράς είναι ονομαστικές.

3.

Ο διαχειριστής αγοράς δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ιδίως την ταυτότητα και την έκταση των συμφερόντων των προσώπων που είναι σε θέση να ασκήσουν ουσιαστική επιρροή στη διοίκηση και διαχείριση της οργανωμένης αγοράς. Ο διαχειριστής αγοράς δημοσιοποιεί με τον ίδιο τρόπο και κάθε αλλαγή στα στοιχεία αυτά.

4.

Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει την αξιοπιστία και την πείρα των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τη δραστηριότητα του διαχειριστή αγοράς, ή που είναι επιφορτισμένα με τη διοίκηση και διαχείριση των οργανωμένων αγορών ή των ΠΜΔ, καθώς και των προσώπων που κατέχουν ειδική συμμετοχή, κατά την έννοια της περιπτώσεως 20 του άρθρου 2, στο μετοχικό του κεφάλαιο και των προσώπων που είναι σε θέση να ασκήσουν άμεσα ή έμμεσα ουσιαστική επιρροή στη διοίκηση και στη διαΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4180−13 παραγράφου εξαιρείται η Τράπεζα της Ελλάδος όταν έχει την ιδιότητα του διαχειριστή αγοράς.

5.

Έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απαιτείται και για κάθε αλλαγή των μελών του διοικητικού συμβουλίου, των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τη δραστηριότητά του και των προσώπων που είναι σε θέση να ασκούν άμεσα ή έμμεσα ουσιαστική επιρροή στη διοίκηση και διαχείριση της οργανωμένης αγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν εγκρίνει τις προτεινόμενες αλλαγές εάν έχει αντικειμενικούς και εξακριβώσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι αλλαγές αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διοίκηση και διαχείριση της οργανωμένης αγοράς. Από τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου εξαιρείται η Τράπεζα της Ελλάδος όταν έχει την ιδιότητα του διαχειριστή αγοράς.

6.

Για τη μεταβίβαση μετοχών του διαχειριστή αγοράς συνεπεία της οποίας το ποσοστό συμμετοχής μετόχου φθάνει ή υπερβαίνει το 20%, 1/3, 50% ή 2/3 του μετοχικού κεφαλαίου του απαιτείται προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για τη χορήγηση της άδειας αυτής η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ελέγχει την καταλληλότητα του προσώπου που αποκτά τις μετοχές σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η απόκτηση μετοχών χωρίς την προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς έχει ως συνέπεια τη στέρηση του δικαιώματος ψήφου στη γενική συνέλευση.

7.

Ο τακτικός και έκτακτος έλεγχος του διαχειριστή αγοράς, ο οποίος προβλέπεται από τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες, ασκείται από δύο ορκωτούς ελε−γκτές. Οι καταχωρήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες γίνονται στο Μητρώο της παραγράφου 8 του άρθρου 7β του κ.ν. 2190/ 1920.

8.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας διαχειριστή αγοράς εάν: (α) ο διαχειριστής δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12) μηνών από τη χορήγησή της, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή η οργανωμένη αγορά δεν έχει λειτουργήσει για συνεχόμενο διάστημα έξι (6) μηνών, (β) η άδεια λειτουργίας αποκτήθηκε με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον παράνομο τρόπο, (γ) ο διαχειριστής δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, (δ) ο διαχειριστής έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις του νόμου αυτού.

9.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία και να καθορίζονται ειδικότεροι όροι για τη χορήγηση και την ανάκληση άδειας λειτουργίας διαχειριστή αγοράς, περιλαμβανομένων των όρων και προϋποθέσεων για την έγκριση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των προσώπων που πραγματικά διευθύνουν τη δραστηριότητά του, των προσώπων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διοίκηση και διαχείριση της οργανωμένης αγοράς και των μετόχων του, και κάθε άλλο τεχνικό θέμα ή αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 43

Οργανωτικές προϋποθέσεις

1.

Η οργανωμένη αγορά πρέπει κατ’ ελάχιστο: (α) να έχει μηχανισμούς για το σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών για τη λειτουργία της ή για τα μέλη της, από κάθε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ αφ’ ενός της οργανωμένης αγοράς, του διαχειριστή της αγοράς ή των προσώπων που συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στο μετοχικό του κεφάλαιο και αφ’ ετέρου της υγιούς λειτουργίας της οργανωμένης αγοράς, ιδίως εάν αυτή η σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εκπλήρωση των λειτουργιών που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τυχόν αναθέσει στην οργανωμένη αγορά, (β) να διαθέτει κατάλληλα μέσα που να της επιτρέπουν να διαχειρίζεται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη, να εφαρμόζει κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών για τη λειτουργία της κινδύνων και να έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων, (γ) να έχει μηχανισμούς που να επιτρέπουν την ορθή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, και ιδίως αποτελεσματικούς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων, (δ) να εφαρμόζει διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν τη δίκαιη και εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών, και να έχει διατυπώσει αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών, (ε) να έχει αποτελεσματικούς μηχανισμούς που να επιτρέπουν την αποτελεσματική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων της, (στ) να διαθέτει, κατά το χρόνο της χορήγησης της άδειας λειτουργίας της και σε μόνιμη βάση, επαρκείς χρηματοπιστωτικούς πόρους για να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στην οργανωμένη αγορά, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτή είναι εκτεθειμένη, (ζ) να διαθέτει Κανονισμό λειτουργίας με τον οποίο να ρυθμίζονται ιδίως θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των μελών της οργανωμένης αγοράς, οι κανόνες πρόσβασης στην οργανωμένη αγορά, οι κανόνες για την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων για διαπραγμάτευση, οι κανόνες διαπραγμάτευσης, καθώς και οι κανόνες σχετικά με την αναστολή και διαγραφή των χρηματοπιστωτικών μέσων, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 44 έως 46.

2.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς χορηγεί άδεια λειτουργίας οργανωμένης αγοράς εφόσον διαπιστώσει ότι πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις των άρθρων 43 έως 45. Ταυτόχρονα με τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας οργανωμένης αγοράς η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγκρίνει τον Κανονισμό της οργανωμένης αγοράς ως προς τη νομιμότητά του. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ε−γκρίνει και κάθε τροποποίηση του Κανονισμού. Οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός και 4180−14 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) τους εκδότες των κινητών αξιών που έχουν εισαχθεί ή έχουν υποβάλει αίτηση για την εισαγωγή τους στην οργανωμένη αγορά και εν γένει τα πρόσωπα τα οποία αφορά ο Κανονισμός.

3.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία και να καθορίζονται ειδικότεροι όροι για τη χορήγηση και ανάκληση της άδειας λειτουργίας οργανωμένης αγοράς. Με την ίδια απόφαση μπορεί να εξειδικεύεται το περιεχόμενο του Κανονισμού λειτουργίας οργανωμένης αγοράς και να καθορίζεται η διαδικασία δημοσιοποίησής του.

Άρθρο 44

Εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση

1.

Ο Κανονισμός της οργανωμένης αγοράς περιλαμβάνει σαφείς και διαφανείς κανόνες για την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση.

2.

Οι κανόνες αυτοί διασφαλίζουν ιδίως: (α) ότι κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο που εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά είναι δεκτικό δίκαιης, ομαλής και αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης, (β) προκειμένου περί κινητών αξιών, ότι είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμες, (γ) προκειμένου περί παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων που απαριθμούνται στις περιπτώσεις δ΄ έως ι΄ του άρθρου 5, ότι οι όροι των συμβολαίων των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων επιτρέπουν την ομαλή διαμόρφωση των τιμών τους, καθώς και την ύπαρξη αποτελεσματικών όρων διακανονισμού.

3.

Ο Κανονισμός της οργανωμένης αγοράς περιλαμβάνει επίσης ρυθμίσεις: (α) για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των εκδοτών κινητών αξιών που είναι εισηγμένες στην οργανωμένη αγορά με τις υποχρεώσεις για την αρχική, διαρκή και, κατά περίπτωση, δημοσιοποίηση πληροφοριών, (β) για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των μελών της στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, (γ) για τον έλεγχο σε τακτά χρονικά διαστήματα του εάν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην οργανωμένη αγορά πληρούν τους όρους εισαγωγής σε αυτήν.

4.

Κινητή αξία που έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά μπορεί στη συνέχεια να εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε άλλες οργανωμένες αγορές, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων του ν. 3401/2005 (ΦΕΚ 257 Α΄). Ο εκδότης ενημερώνεται από την οργανωμένη αγορά για το ότι οι κινητές αξίες του εισάγονται προς διαπραγμάτευση στην εν λόγω οργανωμένη αγορά. Ο εκδότης δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 3. Οι όροι και η διαδικασία εισαγωγής κινητών αξιών σε οργανωμένη αγορά σύμφωνα με την παράγραφο αυτή ορίζονται στον Κανονισμό της οργανωμένης αγοράς.

Άρθρο 45

Πρόσβαση στην οργανωμένη αγορά

1.

Ο Κανονισμός της οργανωμένης αγοράς περιλαμβάνει διαφανείς και χωρίς διακρίσεις κανόνες, οι οποίοι βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, όσον αφορά την πρόσβαση στην οργανωμένη αγορά ή την ιδιότητα του μέλους της.

2.

Οι κανόνες αυτοί ορίζουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα μέλη της οργανωμένης αγοράς που απορρέουν από: (α) τη διενέργεια των συναλλαγών, (β) τα επαγγελματικά πρότυπα προς τα οποία πρέπει να συμμορφώνεται το προσωπικό των μελών της οργανωμένης αγοράς, (γ) τις διαδικασίες εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στην οργανωμένη αγορά, (δ) τους όρους που ισχύουν για τα μέλη της που δεν είναι ΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα.

3.

Οι οργανωμένες αγορές μπορούν να δέχονται ως μέλη ΕΠΕΥ πιστωτικά ιδρύματα και άλλα πρόσωπα τα οποία διαθέτουν: (α) εχέγγυα ήθους και ικανότητας, (β) επαρκές επίπεδο συναλλακτικής ικανότητας και επάρκειας, (γ) εφόσον συντρέχει περίπτωση, επαρκείς οργανωτικές ρυθμίσεις και (δ) επαρκή μέσα για το ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν, λαμβανομένων υπόψη των διάφορων χρηματοοικομικών ρυθμίσεων που τυχόν επιβάλλει η οργανωμένη αγορά για να εγγυάται τον προσήκοντα διακανονισμό των συναλλαγών.

4.

Τα μέλη οργανωμένης αγοράς: (α) δεν έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν έναντι αλλήλων τις υποχρεώσεις των άρθρων 25, 27 και 28 ως προς τις συναλλαγές που διενεργούνται στην αγορά και (β) εφαρμόζουν έναντι των πελατών τους τις υποχρεώσεις των άρθρων 25, 27 και 28 όταν εκτελούν εντολές για λογαριασμό πελατών τους στην οργανωμένη αγορά.

5.

Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στην οργανωμένη αγορά ή την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους της πρέπει να προβλέπουν την άμεση ή την εξ αποστάσεως συμμετοχή των ΕΠΕΥ, εφόσον οι διαδικασίες και τα συστήματα διαπραγμάτευσης της αγοράς δεν απαι−τούν αυτοπρόσωπη παρουσία για τη διενέργεια συναλλαγών.

6.

Οργανωμένη αγορά, η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μπορεί να δημιουργήσει κατάλληλα συστήματα σε άλλο κράτος − μέλος για να διευκολύνει την πρόσβαση και τη διενέργεια συναλλαγών από τα μέλη της που είναι εγκατεστημένα στο κράτος − μέλος αυτό, ύστερα από γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί την πληροφορία αυτή εντός μηνός στην αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους − μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί, εντός ευλόγου χρόνου, την ταυτότητα των μελών της οργανωμένης αγοράς που είναι εγκατεστημένα στο κράτος − μέλος υποδοχής.

7.

Οργανωμένες αγορές που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από άλλο κράτος − μέλος μπορούν να δηΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4180−15 είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα. H αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής της οργανωμένης αγοράς γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την πρόθεση της οργανωμένης αγοράς να δημιουργήσει συστήματα στην Ελλάδα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητήσει να πληροφορηθεί την ταυτότητα των μελών ή συμμετεχόντων στην οργανωμένη αγορά που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα.

8.

Ο διαχειριστής της οργανωμένης αγοράς οφείλει να ανακοινώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον κατάλογο των μελών της.

Άρθρο 46

Αναστολή διαπραγμάτευσης και διαγραφή χρηματοπιστωτικών μέσων

1.

Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ε΄ και στ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 59 του νόμου αυτού και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178 Α΄) για τη διακοπή, αναστολή και διαγραφή κινητών αξιών, ο διαχειριστής αγοράς μπορεί να διακόψει ή να αναστείλει τη διαπραγμάτευση ή να διαγράψει χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο δεν πληροί πλέον τους κανόνες της οργανωμένης αγοράς, εκτός εάν το μέτρο αυτό ενδέχεται να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Ο διαχειριστής αγοράς δημοσιοποιεί αμέσως την απόφασή του για τη διακοπή ή την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή χρηματοπιστωτικού μέσου και την κοινοποιεί ταυτόχρονα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών − μελών.

2.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει να ζητήσει την αναστολή διαπραγμάτευσης ή αποφασίζει τη διαγραφή χρηματοπιστωτικού μέσου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή ΠΜΔ, δημοσιοποιεί αμέσως την απόφασή της αυτή και ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών − μελών.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητά την αναστολή διαπραγμάτευσης ή διαγράφει χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή ΠΜΔ, εφόσον ενημερωθεί ότι η αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους έχει ζητήσει την αναστολή ή έχει αποφασίσει τη διαγραφή αυτού του χρηματοπιστωτικού μέσου από την οργανωμένη αγορά που υπάγεται στην εποπτεία της, εκτός αν η ενέργεια αυτή θα έβλαπτε σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Άρθρο 47

Εμπορία στοιχείων και δεδομένων συναλλαγών Η εμπορία και εν γένει η κατ’ επάγγελμα άμεση ή έμμεση διάθεση, μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων, των στοιχείων και δεδομένων των συναλλαγών που συνάπτονται σε οργανωμένη αγορά, όπως ιδίως των τιμών των συναλλαγών, του όγκου τους, των τιμών ζήτησης και προσφοράς επιτρέπεται μόνο ύστερα από έγγραφη άδεια της οργανωμένης αγοράς, με την οποία καθορίζονται οι όροι υπό τους οποίους μπορεί να παρέχονται οι πληροφορίες και τα στοιχεία αυτά, ο τρόπος με τον οποίο διοχετεύονται, το εύρος της πληροφόρησης, καθώς και η αμοιβή της οργανωμένης αγοράς.

Άρθρο 48

Κατάλογος των οργανωμένων αγορών Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καταρτίζει κατάλογο των οργανωμένων αγορών για τις οποίες έχει εκδώσει άδεια λειτουργίας και τον ανακοινώνει στα άλλα κράτη − μέλη και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όμοια ανακοίνωση γίνεται και για κάθε τροποποίηση του καταλόγου αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 49

Γνωστοποίηση συναλλαγών και καταχώρηση στοιχείων

1.

Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τηρούν στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για πέντε (5) τουλάχιστον χρόνια, τα στοιχεία σχετικά με τις συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν διενεργήσει, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελατών. Στην περίπτωση των συναλλαγών για λογαριασμό πελατών, τα αρχεία περιέχουν όλες τις πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του πελάτη, καθώς και τις πληροφορίες που ζητούνται σύμφωνα με το ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α΄), για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

2.

Οι ΕΠΕΥ οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα ή λειτουργούν με υποκατάστημα στην Ελλάδα και εκτελούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά γνωστοποιούν τις συναλλαγές αυτές στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το ταχύτερο δυνατόν, και το αργότερο εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Η υποχρέωση αυτή ισχύει και για συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά οι οποίες διενεργήθηκαν εκτός οργανωμένης αγοράς.

3.

Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει ιδίως στοιχεία σχετικά με τα ονόματα, τους κωδικούς και τον αριθμό (όγκο) των χρηματοπιστωτικών μέσων που αγοράστηκαν ή πωλήθηκαν, την ημερομηνία και την ώρα εκτέλεσης των εντολών, τις τιμές των συναλλαγών και τα μέσα προσδιορισμού της ταυτότητας της ΕΠΕΥ που κατάρτισε τη συναλλαγή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παράρτημα Ι, πίνακας Ι του Κανονισμού (ΕΚ) 1287/2006 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (L 241/2.9.2006).

4.

Η γνωστοποίηση μπορεί να υποβάλλεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από την ίδια την ΕΠΕΥ, από τρίτον που ενεργεί για λογαριασμό της, από σύστημα αντιστοίχισης ή αναφοράς συναλλαγών εγκεκριμένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και από την οργανωμένη αγορά ή τον ΠΜΔ, με τα συστήματα των οποίων ολοκληρώθηκε η συναλλαγή. Σε περίπτωση που οι συναλλαγές γνωστοποιούνται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απευθείας από οργανωμένη αγορά, ΠΜΔ ή σύστημα αντιστοίχισης ή αναφοράς συναλλαγών εγκεκριμένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η ΕΠΕΥ απαλλάσσεται από την υποχρέωση της παραγράφου 2.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει τη γνωστοποίηση που λαμβάνει από υποκαταστήματα ΕΠΕΥ, οι οποίες έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος − μέλος, 4180−16 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Άρθρο 50

Γνωστοποίηση συστηματικού εσωτερικοποιητή

1.

Οι ΑΕΠΕΥ γνωστοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την πρόθεσή τους να ενεργούν ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές αναφέροντας τις μετοχές για τις οποίες θα ενεργούν με αυτή την ιδιότητα. Οι ΑΕΠΕΥ ενημερώνουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όταν πρόκειται να μεταβληθούν τα στοιχεία που έχουν γνωστοποιήσει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.

2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που προτίθενται να ενεργούν ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές γνωστοποιούν την πρόθεσή τους και στην Τράπεζα της Ελλάδος. Τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν και την Τράπεζα της Ελλάδος όταν πρόκειται να μεταβληθούν τα στοιχεία που έχουν γνωστοποιήσει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.

Άρθρο 51

Υποχρεώσεις προσυναλλακτικής διαφάνειας των συστηματικών εσωτερικοποιητών

1.

Οι ΑΕΠΕΥ που δραστηριοποιούνται ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές σε μετοχές που είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ανακοινώνουν δημόσια τιμές στις οποίες δεσμεύονται να καταρτίζουν συναλλαγές στις μετοχές αυτές. Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές επικαιροποιούν τακτικά την τιμή αυτή.

2.

Η υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου ισχύει ως προς μετοχές για τις οποίες υπάρχει ρευστή αγορά. Προκειμένου περί μετοχών για τις οποίες δεν υπάρχει ρευστή αγορά, οι ΑΕΠΕΥ που διενεργούν συναλλαγές ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές γνωστοποιούν τιμή στην οποία δεσμεύονται να καταρτίσουν συναλλαγές μόνο κατόπιν αιτήματος των πελατών τους.

3.

Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές αποφασίζουν το μέγεθος (αριθμό μετοχών) ή τα μεγέθη για τα οποία ορίζουν τιμή ή τιμές, αντίστοιχα, στις οποίες δεσμεύονται να καταρτίζουν συναλλαγές αγοράς ή/και πώλησης. Το μέγεθος ή τα μεγέθη αυτά είναι ίσα ή μικρότερα από το σύνηθες μέγεθος συναλλαγών για την κατηγορία στην οποία ανήκει κάθε μετοχή. Οι τιμές πρέπει να αντανακλούν τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά για κάθε μετοχή.

4.

Οι υποχρεώσεις του άρθρου αυτού δεν ισχύουν για συναλλαγές των οποίων ο όγκος είναι μεγαλύτερος από το σύνηθες μέγεθος συναλλαγών της αγοράς.

Άρθρο 52

Κατάταξη μετοχών με βάση το σύνηθες μέγεθος συναλλαγών

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατατάσσει τις μετοχές σε κατηγορίες βάσει της μέσης αριθμητικής αξίας των εντολών που εκτελούνται στην αγορά για κάθε μετοχή. Το σύνηθες μέγεθος συναλλαγών για κάθε κατηγορία μετοχών είναι αντιπροσωπευτικό της μέσης αριθμητικής αξίας των εντολών που εκτελούνται στην αγορά για όλες τις μετοχές που περιλαμβάνονται στην κατηγορία αυτή.

2.

Για τον υπολογισμό του συνήθους μεγέθους συναλλαγών, λαμβάνονται υπόψη για κάθε μετοχή όλες οι συναλλαγές που καταρτίζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση στη μετοχή αυτή, εκτός από τις συναλλαγές των οποίων το μέγεθος είναι μεγαλύτερο από το κανονικό μέγεθος των συναλλαγών γι’ αυτή τη μετοχή.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατατάσσει κάθε μετοχή, που είναι εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά την οποία εποπτεύει και η οποία αποτελεί τη σημαντικότερη από άποψη ρευστότητας αγορά γι’ αυτή τη μετοχή, σε κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Η κατάταξη αναθεωρείται τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος και δημοσιοποιείται στους συμμετέχοντες στην αγορά.

4.

Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές ανακοινώνουν δημόσια τις τιμές και τα μεγέθη στα οποία δεσμεύονται να καταρτίζουν συναλλαγές σε τακτική και συνεχή βάση κατά τις κανονικές ώρες συναλλαγών τους, με τρόπο εύκολα προσιτό στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά και υπό εύλογους εμπορικούς όρους. Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν να επικαιροποιούν ανά πάσα στιγμή τις τιμές και τα μεγέθη στα οποία δεσμεύονται να καταρτίσουν συναλλαγές. Κατ’ εξαίρεση οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν, εφόσον διαμορφώνονται εξαιρετικές συνθήκες στην αγορά, να ανακαλούν τις τιμές και τα μεγέθη στα οποία δεσμεύονται να καταρτίσουν συναλλαγές.

Άρθρο 53

Κατάρτιση συναλλαγών από συστηματικούς εσωτερικοποιητές

1.

Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές εκτελούν στην ανακοινωθείσα, κατά το χρονικό σημείο λήψης κάθε εντολής, τιμή τις εντολές που λαμβάνουν από τους ιδιώτες πελάτες τους σε μετοχές αναφορικά με τις οποίες λειτουργούν ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές, τηρώντας παράλληλα τις διατάξεις του άρθρου 27.

2.

Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές εκτελούν στην ανακοινωθείσα, κατά το χρονικό σημείο λήψης της εντολής, τιμή τις εντολές που λαμβάνουν από τους επαγγελματίες πελάτες τους σε μετοχές αναφορικά με τις οποίες λειτουργούν ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές. Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν σε δικαιολογημένες περιπτώσεις να εκτελούν τις εντολές που λαμβάνουν από επαγγελματίες πελάτες σε καλύτερη τιμή εφόσον: (α) η τιμή αυτή κείται εντός δημοσιευμένου εύρους που δεν απέχει από τις συνθήκες της αγοράς και (β) οι εντολές έχουν μεγαλύτερο μέγεθος από το μέγεθος των εντολών που δίνουν κατά κανόνα οι ιδιώτες επενδυτές.

3.

Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν να εκτελούν τις εντολές που λαμβάνουν από επαγγελματίες πελάτες σε διαφορετικές τιμές από αυτές που ανακοινώνουν σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 52 χωρίς να συμμορφώνονται με τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο προκειμένου περί σύνθετων συναλλαγών που περιλαμβάνουν την εκτέλεση επί μέρους πράξεων επί περισσότερων κινητών αξιών ή προκειμένου περί εντολών που υπόκεινται σε άλλους όρους από την τρέχουσα τιμή της αγοράς.

4.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού: (α) Σε περίπτωση που: (αα) η μοναδική τιμή που έχει ανακοινώσει δημόσια ο συστηματικός εσωτερικοποιητής, ή, αν έχει ανακοινώσει περισσότερες τιμές, η καΦΕΚ 195 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4180−17 μεγαλύτερο μέγεθος από το μέγεθος της μοναδικής ή της καλύτερης τιμής του, αλλά μικρότερο από το σύνηθες μέγεθος των συναλλαγών, τότε ο συστηματικός εσωτερικοποιητής μπορεί να αποφασίσει να εκτελέσει και το τμήμα της εντολής που υπερβαίνει το μέγεθος για το οποίο έχει ορίσει τιμή, στην ίδια τιμή που έχει ανακοινώσει. (β) Σε περίπτωση που ο συστηματικός εσωτερικοποιητής, ο οποίος ανακοινώνει δημόσια τιμές για διαφορετικά μεγέθη συναλλαγών, λάβει εντολή για μέγεθος που κυμαίνεται μεταξύ των μεγεθών για τα οποία έχει ανακοινώσει τιμή και επιλέξει να την εκτελέσει, καταρτίζει τη συναλλαγή σε μία από τις τιμές που έχει ανακοινώσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28.

5.

Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν να επιλέγουν, βάσει της εμπορικής τους πολιτικής και με τρόπο αντικειμενικό που να μην δημιουργεί διακρίσεις, τους επενδυτές στους οποίους δίνουν πρόσβαση στις τιμές που ανακοινώνουν, εφαρμόζοντας σαφή πρότυπα διαχείρισης της πρόσβασης. Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν να αρνούνται να συνάψουν εμπορικές σχέσεις με επενδυτές, ή να τις διακόπτουν, βάσει εμπορικών κριτηρίων, όπως η πιστοληπτική ικανότητα του επενδυτή, ο κίνδυνος αντισυμβαλλομένου και ο τελικός διακανονισμός της συναλλαγής.

6.

Για να περιορίζεται ο κίνδυνος έκθεσης σε πολλαπλές συναλλαγές με τον ίδιο πελάτη, οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν να θέτουν, με τρόπο που να μην δημιουργεί διακρίσεις, όρια στον αριθμό των συναλλαγών του ίδιου πελάτη που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν υπό τους όρους που ανακοινώνουν. Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές μπορούν, με τρόπο που να μην δημιουργεί διακρίσεις και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28, να περιορίζουν το συνολικό αριθμό ταυτόχρονων συναλλαγών διαφορετικών πελατών, μόνο σε περίπτωση που ο αριθμός ή ο όγκος των εντολών που λαμβάνουν από τους πελάτες υπερβαίνει σημαντικά τα κανονικά επίπεδα.

Άρθρο 54

για συναλλαγές εκτός οργανωμένης αγοράς ή ΠΜΔ

1.

Οι ΑΕΠΕΥ που καταρτίζουν για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό πελατών τους εκτός οργανωμένης αγοράς ή ΠΜΔ συναλλαγές σε μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά δημοσιοποιούν κατ’ ελάχιστον τον όγκο και την τιμή των συναλλαγών τους και το χρονικό σημείο κατάρτισής τους. Τα στοιχεία αυτά δημοσιοποιούνται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο χρόνο κατάρτισης κάθε συναλλαγής, υπό εύλογους εμπορικούς όρους και με τρόπο εύκολα προσιτό στους λοιπούς συμμετέχοντες στην αγορά.

2.

Τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 και οι προθεσμίες εντός των οποίων αυτές δημοσιοποιούνται πρέπει να είναι σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 57. Εάν επιτρέπεται, βάσει των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 57, η χρονική μετάθεση της δημοσιοποίησης των στοιχείων για ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών σε μετοχές, η δυνατότητα αυτή εφαρμόζεται και στις συναλλαγές που διενεργούνται εκτός οργανωμένων αγορών ή ΠΜΔ.

Άρθρο 55

Έλεγχος της συμμόρφωσης με τους κανόνες του ΠΜΔ ή της οργανωμένης αγοράς Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή οργανωμένη αγορά: (α) δημιουργούν και εφαρμόζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες σχετικά με το συγκεκριμένο ΠΜΔ ή την οργανωμένη αγορά για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των χρηστών με τους κανόνες τους, (β) παρακολουθούν τις συναλλαγές, που καταρτίζονται από τους χρήστες τους μέσω των συστημάτων τους, προκειμένου να εντοπίζονται οι παραβάσεις των κανόνων τους, οι ανώμαλες συνθήκες διαπραγμάτευσης και οι συμπεριφορές που ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς, (γ) αναφέρουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις σημαντικές παραβάσεις των κανόνων τους, τις ανώμαλες συνθήκες διαπραγμάτευσης και τις συμπεριφορές που ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς και (δ) διαβιβάζουν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις σχετικές πληροφορίες για τη διερεύνηση των περιπτώσεων κατάχρησης της αγοράς και παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε συνδρομή για τη διερεύνηση των περιπτώσεων κατάχρησης της αγοράς που έχουν επιχειρηθεί στα συστήματά τους ή μέσω αυτών.

Άρθρο 56

Υποχρεώσεις προσυναλλακτικής διαφάνειας

1.

Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή οργανωμένη αγορά οφείλουν να δημοσιοποιούν κατ’ ελάχιστο τις τρέχουσες τιμές προσφοράς και ζήτησης και το βάθος του συναλλακτικού ενδιαφέροντος στις τιμές που ανακοινώνονται μέσω των συστημάτων τους για μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού υπό εύλογους εμπορικούς όρους και συνεχώς κατά τις κανονικές ώρες συναλλαγών.

2.

Οι διαχειριστές οργανωμένης αγοράς μπορούν, υπό εύλογους εμπορικούς όρους και κατά τρόπο που δεν δημιουργεί διακρίσεις, να επιτρέπουν στις ΑΕΠΕΥ, οι οποίες υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τις συναλλαγές τους επί μετοχών σύμφωνα με το άρθρο 51, την πρόσβαση στα μέσα που χρησιμοποιούν για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων της παραγράφου 1.

3.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαλλάσσονται οι ΑΕΠΕΥ ή οι διαχειριστές της αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή οργανωμένη αγορά από την υποχρέωση να ανακοινώνουν δημόσια τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 στοιχεία, ανάλογα με το μοντέλο αγοράς ή το είδος και το μέγεθος της εντολής και ιδίως προκειμένου περί συναλλαγών μεγάλης κλίμακας σε σύγκριση με το κανονικό μέγεθος της αγοράς για τη συγκεκριμένη μετοχή ή τύπο μετοχής. 4180−18 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

1.

Οι ΑΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή οργανωμένη αγορά οφείλουν να δημοσιοποιούν τουλάχιστον την τιμή, τον όγκο και το χρόνο των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων τους σε μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά. Τα στοιχεία αυτά δημοσιοποιούνται υπό εύλογους εμπορικούς όρους και, όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο χρόνο κατάρτισης κάθε συναλλαγής.

2.

Η υποχρέωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει για συναλλαγές που εκτελούνται σε ΠΜΔ και δημοσιοποιούνται στα πλαίσια των συστημάτων οργανωμένης αγοράς.

3.

Οι διαχειριστές οργανωμένης αγοράς μπορούν, υπό εύλογους εμπορικούς όρους και κατά τρόπο που δεν δημιουργεί διακρίσεις, να επιτρέπουν στις ΑΕΠΕΥ, οι οποίες υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τις συναλλαγές τους επί μετοχών σύμφωνα με το άρθρο 54, την πρόσβαση στα μέσα που χρησιμοποιούν για τη δημοσιοποίηση των στοιχείων της παραγράφου 1.

4.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί με απόφασή του να επιτρέπει στις ΑΕΠΕΥ ή τους διαχειριστές της αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή οργανωμένη αγορά να μεταθέτουν χρονικά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων των συναλλαγών ανάλογα με τον τύπο ή τον όγκο τους και ιδίως τις συναλλαγές μεγάλου όγκου σε σύγκριση με τον κανονικό όγκο των συναλλαγών στη συγκεκριμένη μετοχή ή στην κατηγορία μετοχών. Ο τρόπος μετάθεσης της δημοσιοποίησης των στοιχείων των συναλλαγών εγκρίνεται εκ των προτέρων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ανακοινώνεται στους συμμετέχοντες στην αγορά και στο επενδυτικό κοινό.

Άρθρο 58

Διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης ή διακανονισμού

1.

Οι ΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή οργανωμένη αγορά μπορούν να συνάπτουν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, φορέα εκκαθάρισης, ή σύστημα διακανονισμού που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση ή το διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν οι συμμετέχοντες στα πλαίσια των συστημάτων τους. Η εκκαθάριση των συναλλαγών που καταρτίζονται σε ΠΜΔ ή σε οργανωμένη αγορά ολοκληρώνεται το αργότερο μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την κατάρτισή τους.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αντιταχθεί στη χρήση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, φορέα εκκαθάρισης ή συστήματος διακανονισμού που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος, μόνο σε περίπτωση που αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συγκεκριμένου ΠΜΔ ή της οργανωμένης αγοράς, και λαμβανομένων υπόψη των οριζόμενων στην παράγραφο 2 του άρθρου 34 προϋποθέσεων για τα συστήματα διακανονισμού. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη την επίβλεψη του συστήματος εκκαθάρισης και διακανονισμού που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος ή άλλη αρμόδια αρχή, ως επιβλέπουσα τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΑΡΧΩΝ

Άρθρο 59

Αρμοδιότητες

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια για την εποπτεία της εφαρμογής του Πρώτου Μέρους. Προκειμένου περί της εποπτείας της εφαρμογής των άρθρων 12 έως 15, 19 και 29 από πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες αρμόδια είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Στο πλαίσιο της εποπτείας που ασκεί, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να διενεργεί γενικούς ή ειδικούς, επιτόπιους ή μη, ελέγχους στους εποπτευόμενους, σύμφωνα με το νόμο αυτόν, φορείς, ιδίως στις περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις παραβατικής συμπεριφοράς. Οι παραπάνω έλεγχοι είναι δειγματοληπτικοί.

3.

Τα εντεταλμένα όργανα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος κατά περίπτωση μπορούν: (α) να έχουν πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο υπό οποιαδήποτε μορφή και να λαμβάνουν αντίγραφό του, (β) να ζητούν πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και, εφόσον είναι απαραίτητο, να καλούν και να λαμβάνουν μαρτυρικές καταθέσεις από οποιοδήποτε πρόσωπο εφαρμοζομένων των διατάξεων των παραγράφων 9 έως 13 του άρθρου 22 του ν. 3340/2005, (γ) να έχουν πρόσβαση σε κάθε υπάρχουσα καταγραφή τηλεφωνικής συνδιάλεξης ή ανταλλαγής δεδομένων και να λαμβάνουν αντίγραφο αυτής.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί επιπροσθέτως: (α) να απαιτεί τη διακοπή κάθε δραστηριότητας ή πρακτικής που είναι αντίθετη με το νόμο αυτόν ή τις αποφάσεις του που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, (β) να απαγορεύει προσωρινά, για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή άλλως παρέχουν υπηρεσίες σε εποπτευόμενους φορείς, (γ) να λαμβάνει πληροφορίες από τους ελεγκτές εποπτευόμενων φορέων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, (δ) να ζητά την αναστολή της διαπραγμάτευσης χρηματοπιστωτικών μέσων, (ε) να διαγράφει η ίδια, ή να ζητά τη διαγραφή χρηματοπιστωτικών μέσων από την οργανωμένη αγορά και να ζητά τη διακοπή της διαπραγμάτευσής τους από άλλους τόπους εκτέλεσης, (στ) να αναθέτει εξακριβώσεις ή έρευνες σε ορκωτούς λογιστές και άλλους εμπειρογνώμονες, (ζ) να διενεργεί ελέγχους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 22 του ν. 3340/2005: (αα) σε εποπτευόμενους φορείς και (ββ) σε μη εποπτευόμενους φορείς ή πρόσωπα μόνο στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του νόμου αυτού.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ελέγχει τα πιστωτικά ιδρύματα ως προς την εφαρμογή των διατάΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4180−19 της παρέχει ο ν. 3601/2007.

6.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλουν οι εποπτευόμενοι φορείς, ο χρόνος και τρόπος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 60

Συνεργασία αρμόδιων αρχών

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας επί των ΕΠΕΥ και επί των πιστωτικών ιδρυμάτων και παρέχει η μία στην άλλη κάθε αναγκαία συνδρομή για την εκτέλεση των καθηκόντων της, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του νόμου αυτού και σύμφωνα με όσα θα προβλεφθούν σε ειδικό Μνημόνιο Συνεργασίας που θα συνταχθεί εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Το Μνημόνιο Συνεργασίας προβλέπει μεταξύ άλλων: (α) την εξειδίκευση των υποχρεώσεων των εποπτευόμενων από αυτές ΑΕΠΕΥ και πιστωτικών ιδρυμάτων, (β) τις διαδικασίες με τις οποίες θα διασφαλίζεται η εν γένει ανταλλαγή πληροφοριών και ο συντονισμός μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό την, κατά το δυνατόν, αποφυγή επικαλύψεων ή σύγκρουσης αρμοδιοτήτων στο πεδίο της εποπτείας και της διενέργειας ελέγχων, καθώς και τη μείωση του διοικητικού κόστους εποπτείας, (γ) την παροχή κάθε αναγκαίας συνδρομής για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, (δ) την αμοιβαία ενημέρωση μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος για επιβληθείσες κυρώσεις ή την προηγούμενη διαβούλευσή τους για την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις σημαντικών παραβάσεων, που μπορεί να έχουν επίπτωση στην ομαλή λειτουργία των εποπτευόμενων ιδρυμάτων, (ε) την ενημέρωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από την Τράπεζα της Ελλάδος για τα πιστωτικά ιδρύματα άλλου κράτους − μέλους που παρέχουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού επενδυτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος ή χωρίς εγκατάσταση και (στ) τη διαδικασία συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διενέργεια ελέγχων σχετικά με τη συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις των άρθρων 25, 27, 28, 50 έως 54, 56 και 57, καθώς και την επιβολή κυρώσεων για τις σχετικές παραβάσεις.

2.

Επιτρέπεται η αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και τις αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης.

Άρθρο 61

Διοικητικές κυρώσεις

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού, των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, επίπληξη ή πρόστιμο ύψους μέχρι τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του τυχόν οφέλους που απεκόμισε ο παραβάτης από την παράβαση. Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών, το ύψος της προκληθείσας ζημίας σε επενδυτές και η τυχόν ανόρθωσή της, η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπήν τέλεση παραβάσεων του νόμου αυτού ή της λοιπής νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλει πρόστιμο μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ σε περίπτωση μη συνεργασίας σε μια έρευνα που καλύπτεται από το άρθρο 59.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων κατά την παράγραφο 1 προκειμένου περί παραβάσεων των διατάξεων των άρθρων 12 έως 15, 19 και 29 του νόμου αυτού, των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτών των διατάξεων, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ από πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύει η Τράπεζα της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί ακόμη να επιβάλλει το πρόστιμο που προβλέπεται στην παράγραφο 2 σε περίπτωση μη συνεργασίας πιστωτικού ιδρύματος που εποπτεύει η ίδια σε έρευνα προκειμένου περί παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 12 έως 15, 19 και 29.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση μπορεί να ανακοινώνει δημόσια οποιαδήποτε μέτρα ή κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του Πρώτου Μέρους, των κανονιστικών πράξεων που θεσπίζονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτών των διατάξεων, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, εκτός εάν, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη προστασίας των επενδυτών, η ανακοίνωση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα ενδιαφερόμενα μέρη.

Άρθρο 62

Εξωδικαστική επίλυση διαφορών Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να συνεργάζονται με φορείς που είναι επιφορτισμένοι για την υποβολή καταγγελιών και παραπόνων από πελάτες ΑΕΠΕΥ, με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών που αφορούν στην παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών.

Άρθρο 63

Επαγγελματικό απόρρητο

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κάθε πρόσωπο που ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθώς και οι εντεταλμένοι σε αυτήν ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Ως εμπιστευτικές πληροφορίες για τις οποίες υπάρχει 4180−20 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) του ν. 1969/ 1991 (ΦΕΚ 167 Α΄), καθώς και οι πληροφορίες που περιέρχονται σε αυτά από άλλες αρμόδιες αρχές, φορείς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου αίρεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 13 του άρθρου 76 του ν. 1969/1991, καθώς και όταν συγκατατίθεται η αρμόδια αρχή, ο φορέας ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κοινοποίησε τη σχετική πληροφορία αυτή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

2.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται ανάλογα και ως προς την Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων των άρθρων 12 έως 15, 19 και 29.

3.

Όταν πρόκειται για ΕΠΕΥ ή διαχειριστή αγοράς που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαδικασίας.

Άρθρο 64

Σχέσεις με ελεγκτές

1.

Οι ορκωτοί ελεγκτές, οι οποίοι διενεργούν βάσει του π.δ. 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α΄) έλεγχο των ετήσιων, ενοποιημένων ή ατομικών λογαριασμών εποπτευόμενων φορέων ή κάθε άλλη νόμιμη δραστηριότητα στο πλαίσιο των καθηκόντων τους υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με τον εν λόγω φορέα που περιήλθε σε γνώση τους κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και η οποία είναι δυνατόν: (α) να συνιστά σοβαρή παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, (β) να θέσει σε κίνδυνο τη συνέχιση της λειτουργίας τους, (γ) να οδηγήσει σε άρνηση πιστοποίησης των λογαριασμών ή στη διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών.

2.

Η ίδια υποχρέωση ισχύει για τους ορκωτούς ελεγκτές και για κάθε γεγονός ή απόφαση που περιήλθε σε γνώση τους κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους της παραγράφου 1 σε σχέση με επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τον εποπτευόμενο φορέα τον οποίο ελέγχουν.

3.

Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, γεγονότων ή αποφάσεων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους από τα πρόσωπα που αναφέρονται παραπάνω, δεν αποτελεί παράβαση συμβατικού ή νομικού περιορισμού της γνωστοποίησης πληροφοριών και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη των προσώπων αυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 65

Υποχρέωση συνεργασίας

1.

H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών − μελών, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών − μελών, ιδίως με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία στο πλαίσιο ερευνών.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως η αρμόδια αρχή επικοινωνίας για να λαμβάνει αιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών ή συνεργασίας για τους σκοπούς του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού.

3.

Στην περίπτωση όπου, οργανωμένη αγορά, η οποία έχει εγκαταστήσει μηχανισμούς στην Ελλάδα, έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία για τη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής της οργανωμένης αγοράς συνάπτουν ανάλογες συμφωνίες συνεργασίας.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει τα αναγκαία διοικητικά και οργανωτικά μέτρα για τη διευκόλυνση της συνδρομής που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ασκεί τις αρμοδιότητές της για τους σκοπούς της συνεργασίας, ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες η υπό έρευνα συμπεριφορά δεν αποτελεί παράβαση των κανόνων που ισχύουν στην Ελλάδα.

6.

Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει βάσιμες υπόνοιες ότι πράξεις αντίθετες προς το νόμο αυτόν διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφος άλλου κράτους − μέλους από επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται στην εποπτεία της, γνωστοποιεί το γεγονός αυτό με το λεπτομερέστερο δυνατό τρόπο στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους − μέλους προκειμένου να λάβει εκείνη τα κατάλληλα μέτρα. Η παράγραφος αυτή δεν θίγει τις αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

7.

Εάν η αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους γνωστοποιήσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι πράξεις αντίθετες προς νόμο που ενσωματώνει την Οδηγία 2004/39/ΕΚ διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφός του από επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται στην εποπτεία της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει τη εν λόγω αρμόδια αρχή για τα αποτελέσματα των τυχόν ενεργειών της και, στο μέτρο του δυνατού, για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.

Άρθρο 66

Συνεργασία σε δραστηριότητες εποπτείας

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητήσει τη συνεργασία της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους − μέλους κατά τη διενέργεια έρευνας.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητήσει από ΕΠΕΥ, που αποτελούν εξ αποστάσεως μέλη οργανωμένης αγοράς, οποιοδήποτε στοιχείο κρίνει απαραίτητο και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής του εξ αποστάσεως μέλους.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν λαμβάνει από αρμόδια αρχή άλλου κράτους − μέλους αίτημα για επιτόπια εξακρίβωση ή έρευνα: (α) προβαίνει η ίδια στην έρευνα, ή (β) επιτρέπει στην αιτούσα αρχή να πραγματοποιήσει η ίδια την εξακρίβωση ή έρευνα, ή (γ) αναθέτει σε ορκωτό λογιστή ή εμπειρογνώμονα τη διενέργεια της εν λόγω εξακρίβωσης ή έρευνας. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4180−21 όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών των κρατών − μελών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί κατά την παροχή των πληροφοριών σε άλλη αρμόδια αρχή να ορίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχει σύμφωνα με το Πρώτο Μέρος μπορούν να γνωστοποιηθούν μόνο ύστερα από τη ρητή συναίνεσή της και αποκλειστικά για τους σκοπούς για τους οποίους έχει δώσει τη συγκατάθεσή της. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να διαβιβάζει τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 65 στην Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Οι αρμόδιες αρχές, οι φορείς, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία διαβιβάζονται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού ή σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 70, μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως: (α) για να εξακριβώσουν εάν πληρούνται οι όροι ανάληψης της δραστηριότητας από τις ΕΠΕΥ και να διευκολύνουν, σε μη ενοποιημένη ή σε ενοποιημένη βάση, τον έλεγχο των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, ειδικά όσον αφορά τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, (β) για να ελέγξουν την καλή λειτουργία των τόπων διαπραγμάτευσης, (γ) για να επιβάλουν κυρώσεις, (δ) στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης αρμόδιας αρχής, (ε) σε δικαστικές διαδικασίες αστικής, ποινικής ή διοικητικής φύσεως ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων, ή (στ) στη διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης των καταγγελιών των επενδυτών που προβλέπεται στο άρθρο 62.

3.

Τα άρθρα 63, 67 και 70 δεν εμποδίζουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διαβιβάζει στην Τράπεζα της Ελλάδος, όταν ενεργεί υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και, κατά περίπτωση, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Οι εν λόγω αρχές ή φορείς δεν εμποδίζονται να διαβιβάζουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις πληροφορίες που ενδέχεται να χρειασθεί η τελευταία για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων που προβλέπει ο νόμος αυτός.

4.

Με Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να καθορίζονται τα στοιχεία και οι πληροφορίες που πρέπει να της υποβάλλουν οι ΕΠΕΥ προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, η διαδικασία παροχής των στοιχείων και πληροφοριών αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα και στοιχεία και πληροφορίες κρίνει απαραίτητα για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της ως νομισματικής αρχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για όλες τις πληροφορίες και όλα τα στοιχεία που περιέρχονται σε γνώση της σύμφωνα με την προηγούμενη και την παρούσα παράγραφο.

Άρθρο 68

Άρνηση συνεργασίας

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, παρά την υποβολή αίτησης αρμόδιας αρχής άλλου κράτους − μέλους για συνεργασία σε έρευνα, σε επιτόπια εξακρίβωση ή σε άλλη δραστηριότητα εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 66 ή για την ανταλλαγή πληροφοριών του άρθρου 67, να αρνηθεί την ανταλλαγή πληροφοριών και κάθε ενέργεια που προβλέπεται στο άρθρο 66 εάν: (α) η έρευνα ή η ανταλλαγή πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Ελλάδος, (β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, (γ) έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ελληνικού δικαστηρίου για τα ίδια πρόσωπα και για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

2.

Στις περιπτώσεις άρνησης η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει λεπτομερώς την αιτούσα αρμόδια αρχή για την εκκρεμή δικαστική διαδικασία ή απόφαση που έχει εκδοθεί.

Άρθρο 69

Αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τη λήψη προληπτικών μέτρων

1.

Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαπιστώσει ότι ΕΠΕΥ που ασκεί δραστηριότητες στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ότι ΕΠΕΥ που έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, οι οποίες όμως δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 32, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής. Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής ή εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ανεπαρκή, η ΕΠΕΥ συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των επενδυτών ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στην Ελλάδα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που είναι αναγκαία για να προστατεύσει τους επενδυτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η δυνατότητα να απαγορεύει στις ΕΠΕΥ τη διενέργεια συναλλαγών στην Ελλάδα.

2.

Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαπιστώσει ότι ΕΠΕΥ η οποία διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα παραβαίνει τη νομοθεσία για την κεφαλαιαγορά που ισχύει στην Ελλάδα, απαιτεί από την ΕΠΕΥ να παύσει την παράνομη συμπεριφορά. Εάν η ΕΠΕΥ δεν συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η ΕΠΕΥ θα παύσει την παράνομη συμπεριφορά, ενημερώνοντας σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής. Εάν, παρά τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η ΕΠΕΥ συνεχίζει να παραβιάζει τις διατάξεις για την κεφαλαιαγορά που ισχύουν στην Ελλάδα, η Επιτροπή 4180−22 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) κυρώσεις για την παράνομη συμπεριφορά και, καθόσον είναι απαραίτητο, να εμποδίσει την ΕΠΕΥ να διεξάγει τυχόν περαιτέρω συναλλαγές στην Ελλάδα.

3.

Εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως η αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους υποδοχής οργανωμένης αγοράς ή ΕΠΕΥ που λειτουργεί ΠΜΔ, διαπιστώσει ότι η εν λόγω οργανωμένη αγορά ή ΕΠΕΥ παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής της οργανωμένης αγοράς ή της ΕΠΕΥ. Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής ή εφόσον τα μέτρα αυτά αποδειχθούν ανεπαρκή, η οργανωμένη αγορά ή η ΕΠΕΥ συνεχίζει να ενεργεί με τρόπο που είναι σαφώς επιζήμιος για τα συμφέροντα των επενδυτών ή για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών στην Ελλάδα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής, μπορεί να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα που είναι αναγκαία για να προστατεύσει τους επενδυτές και να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται η δυνατότητα να απαγορεύεται στις οργανωμένες αγορές ή στις ΕΠΕΥ να παρέχουν πρόσβαση στους μηχανισμούς τους σε μέλη εξ αποστάσεως εγκατεστημένα στην Ελλάδα.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αμέσως για τα μέτρα που λαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί και στην ενδιαφερόμενη ΕΠΕΥ ή οργανωμένη αγορά τα μέτρα τα οποία λαμβάνει σύμφωνα με αυτό το άρθρο και αφορούν σε κυρώσεις ή περιορισμό των δραστηριοτήτων τους.

Άρθρο 70

Ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτες χώρες

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)