Νόμοι — ΦΕΚ A' 207/2020

Type Νόμος
Publication 2020-10-28
Τελευταία ενημέρωση 2020-10-27
State In force
Source ΦΕΚ
articles 584
Reform history JSON API

καθώς και η προβλεπόμενη Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (Α.Π.Δ.), εντός τριών (3) μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους, μετά από αίτηση του οφειλέτη, η Φορολογική Διοίκηση αποφασίζει ότι οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων σε βάρος του οφειλέτη δεν καταλαμβάνουν μελλοντικές απαιτήσεις. Η απόφαση αυτή εκδίδεται, ανεξάρτητα από το εάν οι κατασχέσεις επιβλήθηκαν για υπαγόμενες ή μη στη σύμβαση οφειλές και γνωστοποιείται στον τρίτο. Ποσά απαιτήσεων που γεννώνται μετά την ως άνω γνωστοποίηση, αποδεσμεύονται και αποδίδονται κατά νόμο, ενώ ποσά απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν από αυτήν, αποδίδονται στο Δημόσιο. Αν ανατραπεί ή ακυρωθεί η σύμβαση, οι ανωτέρω κατασχέσεις αναπτύσσουν πλήρως τις έννομες συνέπειές τους, αναφορικά με τις μελλοντικές απαιτήσεις, από τη γνωστοποίηση της ανατροπής στον τρίτο. Τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα ή αξιώσεις τρίτων δεν αντιτάσσονται έναντι του κατασχόντος Δημοσίου. Οι κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά για οφειλές υπαγόμενες στη σύμβαση, αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη, εφόσον έχει εξοφληθεί ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού προς καταβολή στο Δημόσιο ποσού της σύμβασης. Στις περιπτώσεις των ανωτέρω εδαφίων, ποσά που έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο, δεν επιστρέφονται. β. Από την ημερομηνία ισχύος της εγκριθείσας σύμβασης αναδιάρθρωσης, ισχύουν τα ακόλουθα ως προς τον Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης: i. Αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων κατά του οφειλέτη. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για τις ληξιπρόθεσμες δόσεις της σύμβασης. ii. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σύμφωνα με αυτά ή, εφόσον άρχισε, η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, χωρίς να ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα. γ. Με την υπαγωγή στις ως άνω ρυθμίσεις αναστέλλεται η παραγραφή των ρυθμιζόμενων οφειλών καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος αυτών και δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής. δ. Για τη χορήγηση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας στον οφειλέτη εφαρμόζονται το άρθρο 12 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170) και οι κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού. Η ρύθμιση οφειλών στο πλαίσιο του παρόντος θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ανωτέρω σύμβαση. ε. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας στον οφειλέτη, που δεσμεύονται από την απόφαση επικύρωσης σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις των φορέων. Η ρύθμιση οφειλών στο πλαίσιο του παρόντος θεωρείται ως ρύθμιση τμηματικής καταβολής για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν προς διαγραφή οφειλές, όπως αυτές προσδιορίζονται στην ανωτέρω σύμβαση.

Άρθρο 24

Διμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών με το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης Το Δημόσιο και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης δύνανται να καταρτίζουν διμερείς συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών, εφόσον με τη σύμβαση ο οφειλέτης καθίσταται βιώσιμος ή αξιόχρεος, κατά περίπτωση, η ανάκτηση του Δημοσίου ή του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης είναι τουλάχιστον ίση προς την εκτιμώμενη ανάκτησή του σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη και τηρούνται οι Δημόσιο ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά περίπτωση, τις συνέπειες του άρθρου 23.

Άρθρο 25

Προηγούμενες ρυθμίσεις οφειλών που υπάγονται σε σύμβαση αναδιάρθρωσης Συμμετοχή του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης σε σύμβαση αναδιάρθρωσης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη κατάργηση προηγούμενων ρυθμίσεων για τις οφειλές που υπάγονται στη σύμβαση αναδιάρθρωσης.

Άρθρο 26

Τήρηση και ολοκλήρωση της σύμβασης αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη

1.

Ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τη ρύθμιση και να καταβάλει το σύνολο των δόσεων, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Με την καταβολή του συνόλου των οφειλόμενων δόσεων σε κάθε καταλαμβανόμενο πιστωτή, ολοκληρώνεται επιτυχώς η ρύθμιση και αποσβέννυται το τμήμα της απαίτησης που υπερβαίνει το ποσό της ρύθμισης που τον αφορά, με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων του κάθε πιστωτή έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη ή δικαιωμάτων των πιστωτών με δικαιώματα επιφύλαξης κυριότητας.

2.

Στην περίπτωση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της ρύθμισης κατά την παρ. 1, κάθε καταλαμβανόμενος πιστωτής παρέχει στον οφειλέτη πιστοποίηση της ρυθμισμένης απαίτησής του σύμφωνα με την σύμβαση αναδιάρθρωσης.

3.

Η πιστοποίηση της παρ. 2 αποτελεί τίτλο εξόφλησης ρυθμισμένης απαίτησης και διαγραφής για το ποσό του διαγράφηκε από το σύνολο των απαιτήσεων του πιστωτή που καταλαμβάνονται από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης και υποκαθιστά τη συναίνεση του δανειστή που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 1330 του Αστικού Κώδικα για την εξάλειψη της προσημείωσης.

4.

Η πιστοποίηση μπορεί να εκδίδεται και μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του άρθρου 29. Αθέτηση της σύμβασης αναδιάρθρωσης από τον οφειλέτη και καταγγελία από τον χρηματοδοτικό φορέα

1.

Αν ο οφειλέτης καταστεί υπερήμερος ως προς καταβολές της σύμβασης αναδιάρθρωσης, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικά είτε την αξία τριών (3) δόσεων είτε την αξία τουλάχιστον του τρία τοις εκατό (3%) του συνολικά οφειλομένου ποσού σύμφωνα με την επιτευχθείσα ρύθμιση, οποιοσδήποτε καταλαμβανόμενος πιστωτής δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Καταγγελία από καταλαμβανόμενο πιστωτή συνεπάγεται την απώλεια της ρύθμισης ως προς τον πιστωτή αυτόν.

2.

Η απώλεια της ρύθμισης ως προς οποιοδήποτε πιστωτή συνεπάγεται την αναβίωση των απαιτήσεων του πιστωτή αυτού στο ύψος που είχαν πριν την σύμβαση αναδιάρθρωσης, αφαιρουμένων ποσών που τυχόν καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της ρύθμισης, ενώ τις καθιστούν ληξιπρόθεσμες και άμεσα απαιτητές. Η απώλεια της ρύθμισης ως προς καταλαμβανόμενο πιστωτή δεν ασκεί επίδραση στη νομική θέση των λοιπών καταλαμβανόμενων πιστωτών.

Άρθρο 28

Επιδότηση καταβολής δόσεων

1.

Σε οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια των επόμενων παραγράφων, και εφόσον έχουν ρυθμίσει ή δεν έχουν καθυστερήσει για χρονικό διάστημα άνω των ενενήντα (90) ημερών τις οφειλές τους προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, παρέχεται επιδότηση για την αποπληρωμή των δανείων που εξασφαλίζονται με την κύρια κατοικία τους, για πέντε (5) έτη από την ημερομηνία της αίτησης. Προκειμένου να λάβουν την επιδότηση αυτή, θα πρέπει να υποβάλουν την αίτηση του άρθρου 8. Σε περίπτωση που το σύνολο των οφειλών τους είναι ενήμερο, εκδίδεται από την πλατφόρμα του άρθρου 29 βεβαίωση ενήμερων οφειλών, προκειμένου να εκκινήσει η καταβολή της επιδότησης, άλλως αυτή παρέχεται κατόπιν υπογραφής της σύμβασης αναδιάρθρωσης του άρθρου 14.

2.

Για τη λήψη της επιδότησης της παρ. 1, ο οφειλέτης πρέπει να πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Έχει εμπράγματο δικαίωμα, αποκλειστικής ή κατ’

ιδανικό μερίδιο, κυριότητας, πλήρους ή ψιλής, ή επικαρπίας σε ακίνητο, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του και βρίσκεται στην Ελλάδα.

  • β) Για την εμπράγματη εξασφάλιση της οφειλής έχει

εγγραφεί, πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 8, υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο, που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία του οφειλέτη.

  • γ) Το σύνολο των οφειλών του προς χρηματοδοτικούς

φορείς, το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής ασφάλισης είναι τουλάχιστον είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ.

  • δ) Το υπόλοιπο της οφειλής από το δάνειο που εξασφαλίζεται με την κύρια κατοικία του οφειλέτη, δεν

υπερβαίνει το ποσό των εκατό τριάντα πέντε χιλιάδων (135.000) ευρώ προκειμένου για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, το οποίο προσαυξάνεται κατά το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος, έως του ανώτατου ποσού των διακοσίων δέκα πέντε χιλιάδων (215.000) ευρώ ανά πιστωτή.

  • ε) Το δάνειο δεν έχει καταγγελθεί σε χρονικό διάστημα

πέραν του ενός (1) έτους από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 8.

  • στ) Έχει επέλθει μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων ως εξής:

στα. εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, των οποίων ο μέσος μικτός μηνιαίος μισθός, αφαιρουμένων πρόσθετων ή άλλων έκτακτων αποδοχών των τελευταίων έξι (6) μηνών πριν την υποβολή της αίτησης παρουσίασε μείωση, σε σχέση με τους αντίστοιχους έξι (6) προηγούμενους μήνες, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα: i) για ποσά έως χίλια (1.000) ευρώ, μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%), ii) για ποσά μεγαλύτερα των χιλίων (1.000) ευρώ, μείωση ίση ή μεγαλύτερη του τριάντα τοις εκατό (30%), όπως στβ. Ελεύθεροι επαγγελματίες ή φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, των οποίων τα έσοδα του τελευταίου εξαμήνου πριν την υποβολή της αίτησης παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του τριάντα τοις εκατό (30%), σε σχέση με το αντίστοιχο προηγούμενο εξάμηνο, όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές φορολογικές δηλώσεις στγ. Σε περίπτωση εποχικής απασχόλησης ή δραστηριότητας, συγκρίνονται οι αποδοχές ή τα έσοδα του τελευταίου ενός (1) έτους πριν την υποβολή της αίτησης, σε σχέση με το προηγούμενο έτος, προκειμένου να εντοπιστεί η μείωση. Ως «εποχική» νοείται η απασχόληση ή δραστηριότητα που παρέχεται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υποκαταστήματα ή παραρτήματα επιχειρήσεων οι οποίες από τη φύση τους, τις καιρικές ή ιδιαίτερες συνθήκες ή λόγω των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών λειτουργούν κατά ημερολογιακό έτος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) και μικρότερο από εννέα (9) μήνες, κατά το υπόλοιπο δε χρονικό διάστημα του ημερολογιακού έτους δεν απασχολούν προσωπικό που υπερβαίνει το 25% του μέσου όρου του προσωπικού, το οποίο απασχολούν κατά την περίοδο αιχμής της δραστηριότητάς τους.

  • ζ) Λόγω της μείωσης που παρουσίασαν τα οικογενειακά εισοδήματα, σύμφωνα με την περ. στ΄, πληροί τα

εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια και λοιπά κριτήρια που εκάστοτε ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74). Τα εν λόγω εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια ελέγχονται κατά το χρονικό σημείο της αίτησης του άρθρου 8 και εάν προκύπτει ότι τα εισοδηματικά αυτά κριτήρια υπολείπονται των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, λαμβάνονται υπόψη ως κριτήριο τα εν λόγω εισοδηματικά κριτήρια, προσαυξημένα κατά ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%).

  • η) Αποδέχθηκε τη ρύθμιση που πρότειναν οι πιστωτές

για όλες τις οφειλές του στο πλαίσιο της εξωδικαστικής ρύθμισης αυτών δυνάμει του άρθρου 14, σε περίπτωση που οι οφειλές δεν ήταν ενήμερες. Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τα άρθρα 21 και 22.

  • θ) Να μην λαμβάνει ταυτόχρονα άλλη επιδότηση ή

επιχορήγηση ή άλλη κρατική ενίσχυση, για το δάνειο πρώτης κατοικίας που επιδοτείται με το παρόν.

  • ι) Να είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερος ως

προς τις υποχρεώσεις του μετά τη συνολική αναδιάρθρωση των οφειλών.

  • ια) Σε περίπτωση που οφειλή που πρόκειται να λάβει επιδότηση έχει υπαχθεί οριστικά στις διατάξεις του

ν. 3869/2010 (A΄ 130), εφόσον εγκριθεί η επιδότηση του παρόντος, ο οφειλέτης παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει συνεισφορά του Δημοσίου, σύμφωνα με τα εδάφια πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 (A΄ 130). Οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 (A΄ 130), η οποία εκκρεμεί σε πρώτο βαθμό, χωρίς να έχει συζητηθεί, μπορούν να υποβάλουν την αίτηση του άρθρου 8. Αν οι αιτούντες ρυθμίσουν συναινετικά μέσω σύμβασης αναδιάρθρωσης τις οφειλές που είναι επιδεκτικές για την καταβολή επιδότησης κατά το παρόν, η δίκη του ν. 3869/2010 καταργείται ως προς τις οφειλές που ρυθμίστηκαν συναινετικά.

3.

Η υποβολή αίτησης για την επιδότηση δόσης συνεπάγεται ως προς το Δημόσιο την παροχή άδειας για την πρόσβαση στο σύνολο των στοιχείων του οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 12. Η πρόσβαση αυτή παρέχεται τόσο για την έγκριση της επιδότησης όσο και για τη διενέργεια περιοδικών ελέγχων της πλήρωσης των προϋποθέσεων χορήγησης.

4.

Το μέγιστο ποσό της επιδότησης δόσης, για τα νοικοκυριά που πληρούν τα κριτήρια της παρ. 3 ορίζεται ως ακολούθως:

  • α) Για τον αιτούντα: εβδομήντα (70) ευρώ ανά μήνα.
  • β) Για κάθε επιπλέον μέλος του νοικοκυριού προσαύξηση κατά τριάντα πέντε (35) ευρώ τον μήνα.
  • γ) Στη μονογονεϊκή οικογένεια χορηγείται επιπλέον

προσαύξηση τριάντα πέντε (35) ευρώ τον μήνα.

  • δ) Στα νοικοκυριά με απροστάτευτο/α τέκνο/α, χορηγείται επιπλέον προσαύξηση τριάντα πέντε (35) ευρώ τον

μήνα για κάθε απροστάτευτο τέκνο.

  • ε) Ως ανώτατο όριο του Επιδόματος Στέγασης ορίζονται τα διακόσια δέκα (210) ευρώ μηνιαίως, ανεξαρτήτως

της σύνθεσης του νοικοκυριού.

5.

Η επιδότηση δόσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ακόλουθα όρια:

  • α) ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) επί της μηνιαίας δόσης, προκειμένου για δάνεια εξυπηρετούμενα ή

δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μέχρι ενενήντα (90) ημέρες κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 8.

  • β) ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί της μηνιαίας

δόσης, προκειμένου για δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 8.

  • γ) ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) επί της μηνιαίας

δόσης, προκειμένου για δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών και έχουν επιπλέον καταγγελθεί σε χρόνο όχι μεγαλύτερο του ενός (1) έτους προ της υποβολής της αίτησης του άρθρου 8. Σε περίπτωση που τα ποσά της παρ. 4 υπερβαίνουν τα όρια των περ. α΄, β΄ και γ΄, μειώνονται αναλόγως.

6.

Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να τηρεί τη ρύθμιση και να καταβάλει εμπρόθεσμα και προσηκόντως το σύνολο του υπολοίπου δόσης επί της οποίας χορηγείται η επιδότηση δόσης, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης Αναδιάρθρωσης. Σε περίπτωση που δεν καταβάλει εμπρόθεσμα και προσηκόντως το υπόλοιπο της δόσης, κατά τρόπο ώστε να επέλθουν οι προϋποθέσεις για την έκπτωσή του από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης σύμφωνα με το άρθρο 27, ακόμα και αν ο πιστωτής δεν ασκήσει τα δικαιώματά του για την έκπτωση του οφειλέτη βάσει του άρθρου αυτού, οφείλει να επιστρέψει τα ποσά επιδότησης δόσης που έλαβε, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, ως εξής:

  • α) Προκειμένου για δάνεια εξυπηρετούμενα ή δάνεια

που παρουσίαζαν καθυστέρηση μέχρι ενενήντα (90) της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον πρώτο χρόνο χορήγησης της επιδότησης,

  • αβ) ποσό που αντιστοιχεί στο ογδόντα τοις εκατό

(80%) της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον δεύτερο χρόνο χορήγησης της επιδότησης,

  • αγ) ποσό που αντιστοιχεί στο εξήντα τοις εκατό (60%)

της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον τρίτο χρόνο χορήγησης της επιδότησης,

  • αδ) ποσό που αντιστοιχεί στο σαράντα τοις εκατό

(40%) της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον τέταρτο χρόνο χορήγησης της επιδότησης,

  • αε) ποσό που αντιστοιχεί στο είκοσι τοις εκατό (20%)

της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον πέμπτο χρόνο χορήγησης της επιδότησης.

  • β) Προκειμένου για δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών κατά τον

χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 8:

  • βα) ποσό που αντιστοιχεί στο εκατό τοις εκατό (100%)

της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον πρώτο και τον δεύτερο χρόνο χορήγησης της επιδότησης,

  • ββ) ποσό που αντιστοιχεί στο εβδομήντα πέντε τοις

εκατό (75%) της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον τρίτο χρόνο χορήγησης της επιδότησης,

  • βγ) ποσό που αντιστοιχεί στο πενήντα τοις εκατό (50%)

της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον τέταρτο χρόνο χορήγησης της επιδότησης,

  • βδ) ποσό που αντιστοιχεί στο είκοσι πέντε τοις εκατό

(25%) της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης κατά τον πέμπτο χρόνο χορήγησης της επιδότησης.

  • γ) Προκειμένου για δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών και επιπλέον έχουν καταγγελθεί σε χρόνο όχι μεγαλύτερο του ενός

(1) έτους προ της υποβολής της αίτησης του άρθρου 8, ανακτάται ποσό που αντιστοιχεί στο εκατό τοις εκατό (100%) της συνολικής χορηγηθείσας επιδότησης δόσης, σε περίπτωση που εκπέσει από τη σύμβαση αναδιάρθρωσης και για τα πέντε έτη χορήγησης της επιδότησης, καθώς και για ένα (1) έτος μετά τη λήξη της περιόδου καταβολής της επιδότησης δημοσίου.

Άρθρο 29

Ηλεκτρονική πλατφόρμα εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών Η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών που περιγράφεται στον παρόντα νόμο διεξάγεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, που αναπτύσσεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης σε συνεργασία με την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.), και στην οποία παρέχεται πρόσβαση μέσω της ιστοσελίδας της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. Η ηλεκτρονική πλατφόρμα έχει κυρίως τις παρακάτω λειτουργίες και εφαρμογές:

  • α) αυθεντικοποίηση των συμμετεχόντων στη διαδικασία μέσω των μοναδικών κωδικών-διαπιστευτηρίων

της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης,

  • β) υποβολή αίτησης υπαγωγής και συνοδευτικών εγγράφων σε ηλεκτρονική μορφή,
  • γ) πρόσβαση οφειλέτη και συμμετεχόντων πιστωτών

στα στοιχεία που είναι διαθέσιμα μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας,

  • δ) σύστημα επικοινωνίας, κοινοποίησης και ανταλλαγής εγγράφων μεταξύ οφειλέτη και συμμετεχόντων

πιστωτών,

  • ε) έκδοση πιστοποιημένων εγγράφων,
  • στ) υπολογιστικές εφαρμογές,
  • ζ) διασύνδεση ηλεκτρονικών και ψηφιακών αρχείων

για τη διασταύρωση και την επαλήθευση στοιχείων,

  • η) παραγωγή στατιστικών αναφορών και εκθέσεων,

οι οποίες αξιοποιούνται για τον σχεδιασμό της εθνικής στρατηγικής για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους υπό την προϋπόθεση ψευδωνυμοποίησης των υποκειμένων των δεδομένων.

Άρθρο 30

Συνεργασία χρηματοδοτικών φορέων

1.

Όταν περισσότεροι του ενός χρηματοδοτικοί φορείς έχουν ή διαχειρίζονται ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις έναντι του ίδιου οφειλέτη, ως προς τον οποίον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών του υποχρεώσεων, αυτοί μπορεί να συνεργάζονται, προκειμένου να επεξεργαστούν και να υποβάλουν στον οφειλέτη κοινή πρόταση, με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμης λύσης. Προς τον σκοπό τούτο, τα ανωτέρω πρόσωπα μπορούν να ανταλλάσσουν μεταξύ τους όσες πληροφορίες απαιτούνται, προκειμένου να αξιολογήσουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη και να διαμορφώσουν τους όρους της κοινής πρότασης, την οποία θα υποβάλουν, στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου.

2.

Με την επιφύλαξη της τήρησης των όρων του ειδικού πλαισίου της παρ. 3, οι χρηματοδοτικοί φορείς μπορούν να ορίζουν από κοινού κανόνες που αφορούν τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες του παρόντος κεφαλαίου, έχοντας και την υποχρέωση δημοσιοποίησής τους:

  • α) προϋποθέσεις εξέτασης ή/και αποδοχής αιτήσεων,

οφειλών,

  • δ) τη θέση όρων αποδοχής, ενδεικτικά ότι η προσφορά

είναι δεκτική αποδοχής μόνο συνολικά και όχι μόνο σε επί μέρους σημεία της,

  • ε) τον τρόπο και τα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, των οφειλετών για τις διαδικασίες και όρους του παρόντος άρθρου,
  • στ) την έκδοση της πιστοποίησης της παρ. 2 του άρθρου 26, και
  • ζ) τη διαμόρφωση και χρήση εργαλείων έγκαιρης

προειδοποίησης και μηχανισμών ειδοποίησης για την αποφυγή της αφερεγγυότητας των οφειλετών τους.

3.

Οι όροι της παρ. 2 μπορεί να διαφοροποιούνται κατά είδος οφειλέτη, ενδεικτικά, ως προς φυσικά πρόσωπα των οποίων οι οφειλές δεν αφορούν εμπορική, επαγγελματική ή επιχειρηματική δραστηριότητα ή την εγγύηση πρωτοφειλών ή συνοφειλών που αφορούν μια ή περισσότερες από τις δραστηριότητες αυτές, και ως προς επιχειρήσεις ανάλογα με το μέγεθός τους ή το ύψος των οφειλών τους ανά φορέα ή και συνολικά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΠΡΟΠΤΩΧΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ

Άρθρο 31

Ορισμός και σκοπός της εξυγίανσης Η διαδικασία εξυγίανσης αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία, που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με την επικύρωση της συμφωνίας που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών. Η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών θεωρείται ότι πληρούται, αν κανείς από τους μη συναινούντες πιστωτές δεν βρεθεί, βάσει της συμφωνίας εξυγίανσης, σε χειρότερη θέση από τη θέση στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη.

Άρθρο 32

Πεδίο εφαρμογής

1.

Κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του κατά τρόπο γενικό, δύναται να αιτείται την επικύρωση της συνυποβαλλόμενης συμφωνίας εξυγίανσης που προβλέπεται στο άρθρο 34.

2.

Το πρόσωπο της παρ. 1 δύναται να υποβάλει την ως άνω αίτηση και όταν δεν συντρέχει παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης, αν υφίσταται απλώς πιθανότητα αφερεγγυότητάς του, η οποία δύναται να αρθεί με τη διαδικασία αυτή.

3.

Οι διατάξεις των άλλων κεφαλαίων του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις διαδικασίες του παρόντος κεφαλαίου μόνο στο μέτρο που γίνεται παραπομπή σε αυτές.

4.

Όπου στο παρόν Κεφάλαιο προβλέπεται δημοσιοποίηση, αυτή λαμβάνει χώρα σύμφωνα με το άρθρο 84.

Άρθρο 33

Αρμόδιο δικαστήριο Αρμόδιο δικαστήριο για τις διαδικασίες του παρόντος κεφαλαίου είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, το δικαστήριο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Άρθρο 34

Συμφωνία εξυγίανσης και απαιτούμενη πλειοψηφία πιστωτών

1.

Προκειμένου να επικυρωθεί συμφωνία εξυγίανσης πρέπει να παρασχεθεί συναίνεση από τον οφειλέτη και από πιστωτές του που εκπροσωπούν αφενός περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των απαιτήσεων που έχουν ειδικό προνόμιο και αφετέρου περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό (50%) των λοιπών απαιτήσεων, σε κάθε περίπτωση όσων θίγονται από τη συμφωνία εξυγίανσης. Θεωρείται ότι δεν θίγεται η απαίτηση ενός πιστωτή όταν, κατά τη συμφωνία εξυγίανσης, δεν επηρεάζεται η νομική κατάσταση που είχε πριν από την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης. Η συναίνεση των πιστωτών σε συμφωνία εξυγίανσης μπορεί να παρασχεθεί και μέσω ηλεκτρονικής ψηφοφορίας που διεξάγεται όπως προβλέπεται στην κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 72 υπουργική απόφαση.

2.

Η επικύρωση συμφωνίας, η οποία έχει συναφθεί μόνον από πιστωτές, που συγκεντρώνουν το ποσοστό της παρ. 1, χωρίς τη σύμπραξη του οφειλέτη, είναι δυνατή στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) εφόσον ο οφειλέτης βρίσκεται, κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, σε παύση πληρωμών ή,
  • β) αν πρόκειται για κεφαλαιουχική εταιρία, εφόσον το

σύνολο των ιδίων κεφαλαίων του οφειλέτη καταστεί κατώτερο του ενός δεκάτου (1/10) του μετοχικού κεφαλαίου και δεν έχει αποκατασταθεί τουλάχιστον στο ποσοστό αυτό εντός της διαχειριστικής χρήσης που ακολουθεί την ημερομηνία αναφοράς του ετήσιου ισολογισμού στον οποίο διαπιστώνεται ότι συνέτρεξε η περίπτωση αυτή, ή

  • γ) αν ο οφειλέτης δεν έχει υποβάλει προς καταχώρηση

οικονομικές καταστάσεις δυο (2) τουλάχιστον διαδοχικών διαχειριστικών χρήσεων, ή,

  • δ) αν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης,

συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 3190/1955 (Α΄ 91).

3.

Τα ποσοστά της παρ. 1 υπολογίζονται με βάση κατάσταση πιστωτών που επισυνάπτεται στη συμφωνία εξυγίανσης. Η ημερομηνία που φέρει η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να είναι προγενέστερη των τριών (3) ημερολογιακών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της συμφωνίας στο δικαστήριο. Στην κατάσταση των πιστωτών συμπεριλαμβάνονται όλοι οι πιστωτές, ανεξαρτήτως γενικών ή ειδικών προνομίων, οι απαιτήσεις των οποίων υπήρχαν κατά την ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου, έστω και αν δεν είναι ληξιπρόθεσμες. Πιστωτές από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις περιλαμβάνονται μόνο μετά από υπαναχώρηση από τη σύμβαση. Πιστωτές θεωρούνται επίσης και όσοι έχουν απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από την ημερομηνία του δεύτερου εδαφίου μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων.

4.

Για τις ανάγκες του υπολογισμού των ποσοστών της παρ. 1, δεν λαμβάνονται υπόψη οι πάσης φύσης απαιτήσεις υπό αίρεση.

5.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών που περιλαμβάνονται στην κατάσταση της παρ. 3 πρέπει να προκύπτουν από τα βιβλία του οφειλέτη ή να έχουν αναγνωριστεί ή να έχουν πιθανολογηθεί με απόφαση δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, ακόμη και με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία να έχει κοινοποιηθεί στον οφειλέτη το αργότερο κατά την ημερομηνία που φέρει η κατάσταση της παρ. 3. Στην περίπτωση της συμφωνίας της παρ. 2, η κατάσταση των πιστωτών της παρ. 3 συντάσσεται με βάση στοιχεία που αντλούνται από τις πλέον πρόσφατες δημοσιευμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, εφόσον υπάρχουν, τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη, τα βιβλία και στοιχεία που διαθέτουν οι συμβαλλόμενοι πιστωτές, και αποφάσεις δικαστηρίων οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, συμπεριλαμβανομένων αποφάσεων που εκδίδονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Άρθρο 35

Συναίνεση οφειλέτη και σύμπραξη συνέλευσης μετόχων ή εταίρων

1.

Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, αποκλειστική αρμοδιότητα παροχής συναίνεσης σε συμφωνία εξυγίανσης για λογαριασμό του έχει ο διαχειριστής ή το όργανο διοίκησης του, ενδεικτικά, επί ανωνύμων εταιρειών, το διοικητικό συμβούλιο.

2.

Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εμπειρογνώμονας κρίνει στην έκθεση της περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 46 ότι η υπολειμματική αξίωση κατά της εταιρίας των εταίρων ή μετόχων, κατά περίπτωση, δεν θίγεται από την εφαρμογή της συμφωνίας εξυγίανσης, ιδίως ως προς τη μεταβίβαση εταιρικής περιουσίας ή κλάδου εκμετάλλευσης, η σύναψη και η εφαρμογή της συμφωνίας δεν προϋποθέτουν την με οποιοδήποτε τρόπο συναίνεση των μετόχων ή εταίρων κατά παρέκκλιση τυχόν αντίθετης καταστατικής διάταξης του οφειλέτη, εκτός εάν παρόμοια συναίνεση απαιτείται κατά ρητή διάταξη της κείμενης εταιρικής νομοθεσίας. Δεν απαιτείται απόφαση της συνέλευσης των εταίρων ή μετόχων του οφειλέτη, ακόμα και για πράξεις που κατά την εταιρική νομοθεσία προϋποθέτουν τέτοια απόφαση, στις περιπτώσεις που κατά το άρθρο 34 δεν απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

3.

α) Αν απαιτείται κατ’ εξαίρεση παρόμοια σύμπραξη ή συναίνεση και υπό την προϋπόθεση ότι κατά τα λοιπά ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 1, το δικαστήριο με την απόφασή του που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης δύναται να διορίσει ειδικό εντολοδόχο με την εξουσία να συγκαλέσει γενική συνέλευση και να ασκήσει το δικαίωμα παράστασης και ψήφου εκείνων των μετόχων ή εταίρων του οφειλέτη που δεν συμπράττουν. Η κοινοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου στην εταιρεία υποκαθιστά την κατά τον νόμο διαδικασία νομιμοποίησης του ειδικού εντολοδόχου για τη συμμετοχή του στη συνέλευση.

  • β) Στο πλαίσιο της συνέλευσης που συγκαλείται για

τη λήψη της απόφασης της παρ. 1, πρώτα δίδεται ο λόγος στους μετόχους ή εταίρους οι οποίοι δηλώνουν την πρόθεσή τους να υπερψηφίσουν ή να καταψηφίσουν την προβλεπόμενη στη συμφωνία εξυγίανσης απόφαση ή να απέχουν από την σχετική ψηφοφορία. Εφόσον από την καταμέτρηση των ψήφων δεν συγκεντρώνεται η απαραίτητη απαρτία ή πλειοψηφία για την έγκριση της ως άνω απόφασης, τότε ο ειδικός εντολοδόχος ασκεί το δικαίωμα ψήφου, τόσο αναφορικά με μετόχους που καταψηφίζουν την απόφαση ή απέχουν, όσο και αναφορικά με μετόχους που δεν παρίστανται, στην έκταση που αυτό απαιτείται για την έγκρισή της.

  • γ) Οι μη συμπράττοντες μέτοχοι ή εταίροι διατηρούν

δικαίωμα αποζημίωσης έναντι της εταιρίας και των πιστωτών, σε περίπτωση που στο πλαίσιο διαγνωστικής δίκης αποδειχθεί ότι μετά την εκκαθάριση θα απέμενε υπολειμματική αξίωσή τους.

Άρθρο 36

Σύμπραξη τρίτων Στην περίπτωση που για την εκπλήρωση ορισμένων όρων της συμφωνίας απαιτείται η σύμπραξη τρίτων προσώπων που δεν συμβάλλονται, αυτή είτε παρέχεται με σχετική δήλωση τούτων σε έγγραφο που φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή υπό την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014 ή βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και συνοδεύει τη συμφωνία είτε τίθεται ως αναβλητική αίρεση στη συμφωνία για τη θέση της σε ισχύ.

Άρθρο 37

Συμμετοχή Δημοσίου και δημοσίων φορέων

1.

Το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, συναινούν στη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης υπογράφοντας τη συμφωνία με τους ίδιους όρους και ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια με τα οποία θα συναινούσε υπό τις αυτές συνθήκες ιδιώτης πιστωτής, ακόμη και όταν με τη συμφωνία το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης παραιτούνται από προνόμια και εξασφαλίσεις ενοχικής ή εμπράγματης φύσεως καθώς και από ένδικα μέσα ή βοηθήματα. Ειδικότερα, με την επιφύλαξη της παρ. 2, το Δημόσιο δεν συναινεί σε περίπτωση που λόγω της εφαρμογής της συμφωνίας εξυγίανσης θα περιερχόταν σε χειρότερη θέση ως προς τις βεβαιωμένες απαιτήσεις του κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας εξυγίανσης, από τη θέση στην οποία θα περιερχόταν σε περίπτωση πτώχευσης.

2.

Τα πρόσωπα και φορείς της παρ. 1 θεωρείται ότι συναινούν σε συμφωνία εξυγίανσης, ακόμα και αν δεν αυτής ή της ανάκτησης από πλευράς του αντιστοίχου φορέα ή των λοιπών προϋποθέσεων της παρούσας:

  • α) η βεβαιωμένη βασική οφειλή του οφειλέτη προς το

αντίστοιχο πρόσωπο ή φορέα κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το ποσό δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ,

  • β) σύμφωνα με την έκθεση του εμπειρογνώμονα της

περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 46, το πρόσωπο ή ο φορέας της παρ. 1 δεν θα περιέλθει λόγω της εφαρμογής της συμφωνίας εξυγίανσης σε χειρότερη θέση ως προς τις βεβαιωμένες απαιτήσεις του κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας εξυγίανσης, από τη θέση στην οποία θα περιέλθει σε περίπτωση πτώχευσης, και

  • γ) σύμφωνα με την έκθεση του εμπειρογνώμονα της

περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 46, οι βεβαιωμένες απαιτήσεις του συνόλου των προσώπων και φορέων της παρ. 1 κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας εξυγίανσης είναι ως ποσό μικρότερο από το σύνολο των απαιτήσεων των ιδιωτών πιστωτών.

Άρθρο 38

Απαλλαγή από την ευθύνη υπαλλήλου για την υπογραφή συμφωνίας εξυγίανσης Με την επιφύλαξη των άρθρων 235, 236, 237 και 237Β του Ποινικού Κώδικα για τη δωροδοκία, ουδείς υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα υπέχει οποιαδήποτε αστική, ποινική ή πειθαρχική ευθύνη για την υπογραφή συμφωνίας εξυγίανσης ή τη θετική ψήφο σε ηλεκτρονική ψηφοφορία εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 37. Επίσης ουδείς υπάλληλος υπέχει ευθύνη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74). Ποινική δίωξη ασκείται μόνο υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 65 του ν. 4472/2017.

Άρθρο 39

Περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να έχει ως αντικείμενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του παθητικού του οφειλέτη και ιδίως:

  • α) Τη μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων του οφειλέτη χωρίς περιορισμό, συμπεριλαμβανομένων και τρεχουσών ή συναφθεισών ρυθμίσεων με φορείς του Δημοσίου ή Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης. Η μεταβολή αυτή

δύναται ενδεικτικά να συνίσταται στη μεταβολή του χρόνου εκπλήρωσης των απαιτήσεων, περιλαμβανομένης της τροποποίησης των όρων υπό τους οποίους δύναται να ζητηθεί η πρόωρη αποπληρωμή τους, στη μεταβολή του επιτοκίου, στην αντικατάσταση της υποχρέωσης καταβολής επιτοκίου με την υποχρέωση καταβολής μέρους των κερδών, στην αντικατάσταση απαιτήσεων με μετατρέψιμες ή μη ομολογίες έκδοσης του οφειλέτη ή στην υποχρέωση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών να δεχθούν την εναλλαγή υποθηκικής ή ενεχυρικής τάξης υπέρ νέων πιστωτών του οφειλέτη.

  • β) Την κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων του οφειλέτη

με την έκδοση μετοχών κάθε είδους ή κατά περίπτωση εταιρικών μεριδίων. Πριν από την κεφαλαιοποίηση δύναται να λαμβάνει χώρα μείωση του μετοχικού κεφαλαίου για την απόσβεση ζημιών ή για το σχηματισμό αποθεματικού.

  • γ) Τη ρύθμιση των σχέσεων των πιστωτών μεταξύ τους

μετά από την επικύρωση της συμφωνίας είτε υπό την ιδιότητά τους ως πιστωτών είτε σε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή μεταβίβασης επιχείρησης σε νέο φορέα, υπό την ιδιότητά τους ως μετόχων ή εταίρων. Ενδεικτικά η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να προβλέπει ότι μία κατηγορία πιστωτών δεν δύναται να ζητήσει την αποπληρωμή των απαιτήσεων προς αυτή πριν από την πλήρη ικανοποίηση μιας άλλης, να ρυθμίζει θέματα διοίκησης της επιχείρησης του οφειλέτη μετά την κεφαλαιοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών ή μετά τη μεταβίβαση επιχείρησης σε νέο φορέα, να ρυθμίζει θέματα σε σχέση με τη μεταβίβαση των μετοχών ή εταιρικών μεριδίων που θα προκύψουν από την κεφαλαιοποίηση (ή τη μεταβίβαση επιχείρησης σε νέο φορέα), όπως ενδεικτικά δικαίωμα ή υποχρέωση των μετόχων μειοψηφίας σε περίπτωση πώλησης της πλειοψηφίας των μετοχών να πωλήσουν τις μετοχές τους με τους ίδιους όρους με τους οποίους γίνεται η πώληση της πλειοψηφίας.

  • δ) Τη μείωση των απαιτήσεων έναντι του οφειλέτη.
  • ε) Την εκποίηση επί μέρους περιουσιακών στοιχείων

του οφειλέτη.

  • στ) Την ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης του

οφειλέτη σε τρίτο με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση περιλαμβανομένης ενδεικτικά της εκμίσθωσης ή της σύμβασης διαχείρισης.

  • ζ) Τη μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο ή σε εταιρεία των πιστωτών

κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 64.

  • η) Την αναστολή των ατομικών και συλλογικών διώξεων των πιστωτών για ορισμένο διάστημα μετά την

επικύρωση της συμφωνίας. Η αναστολή αυτή δεν θα δεσμεύει τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές, καθώς και τους πιστωτές των οποίων η συναίνεση συνάγεται σύμφωνα με το άρθρο 35 για διάστημα που υπερβαίνει τους τρείς (3) μήνες από την επικύρωση της συμφωνίας.

  • θ) Τη λήψη από τον οφειλέτη ή από φορέα στον οποίο

μεταβιβάζεται επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη ενδιάμεσης ή νέας χρηματοδότησης για τη διατήρηση της αξίας της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης ή, αντιστοίχως, για την εφαρμογή του επιχειρηματικού σχεδίου μετά την εξυγίανση.

  • ι) Τον διορισμό προσώπου που θα επιβλέπει την εκτέλεση των όρων της συμφωνίας εξυγίανσης ασκώντας τις

εξουσίες που του δίνονται κατά τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης.

  • ια) Την καταβολή συμπληρωματικών ποσών προς

εξόφληση απαιτήσεων σε περίπτωση βελτίωσης της οικονομικής θέσης του οφειλέτη. Η συμφωνία πρέπει να ορίζει με ακρίβεια τις προϋποθέσεις καταβολής των ποσών αυτών.

  • ιβ) Οι εγγυήσεις, οι ασφαλίσεις πιστώσεων και άλλες

συμβάσεις με αντίστοιχο αποτέλεσμα υπέρ απαιτήσεων που κεφαλαιοποιούνται τρέπονται, αν δεν ορίζεται του χρέους κατά τον χρόνο στον οποίο θα καθίστατο κατά τους όρους του ληξιπρόθεσμο το χρέος και για ποσό ίσο με το άθροισμα του κεφαλαίου και των τυχόν τόκων που καλύπτονται από την εγγύηση. Το δικαίωμα προαίρεσης δύναται να ασκηθεί εντός δύο (2) μηνών από τον χρόνο κατά τον οποίο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη η υποχρέωση που κεφαλαιοποιήθηκε και, αν είναι ήδη ληξιπρόθεσμη κατά την κεφαλαιοποίηση, εντός δύο (2) μηνών από την τελευταία.

2.

Δεν θίγονται οι πιστώσεις που είναι εξασφαλισμένες με συμφωνία χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263) στο μέτρο που ικανοποιούνται από την ασφάλεια αυτή, εκτός αν συμφωνήσει διαφορετικά ο ασφαλειολήπτης.

3.

Οι υποχρεώσεις που μπορεί να μεταρρυθμίζει η συμφωνία εξυγίανσης περιλαμβάνουν και τις υπό αίρεση, μελλοντικές ή και άγνωστες υποχρεώσεις του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών υποχρεώσεων από κατάπτωση εγγυήσεων, οι οποίες έχουν παρασχεθεί έως την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης.

4.

Με τη συμφωνία εξυγίανσης δεν θίγονται κεκτημένα δικαιώματα σε επαγγελματικές συντάξεις.

5.

Η συμφωνία εξυγίανσης δεν θίγει:

  • α) το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και εργασιακής κινητοποίησης των εργαζομένων,
  • β) το δικαίωμα στην ενημέρωση και τη διαβούλευση σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ και την Οδηγία

2009/38/ΕΚ, και

  • γ) τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τις Οδηγίες

98/59/ΕΚ, 2001/23/ΕΚ και 2008/94/ΕΚ.

Άρθρο 40

Αιρέσεις επί της συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Η μη τήρηση της συμφωνίας εξυγίανσης από τον οφειλέτη δύναται να τίθεται ως διαλυτική αίρεση της συμφωνίας εξυγίανσης ή ως λόγος καταγγελίας της, τόσο από τους συναινούντες όσο και από τους μη συναινούντες αλλά θιγομένους από τη συμφωνία πιστωτές.

2.

Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να τελεί και υπό άλλες αιρέσεις αναβλητικές ή διαλυτικές, όπως ενδεικτικά την τροποποίηση ή καταγγελία εκκρεμών αμφοτεροβαρών συμβάσεων, οι όροι των οποίων είναι επαχθείς για την επιχείρηση του οφειλέτη.

3.

Σε περίπτωση αναβλητικής αίρεσης θα πρέπει να προβλέπεται ο χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να πληρωθεί η αίρεση, μη δυνάμενος να υπερβεί τους εννέα (9) μήνες από την επικύρωση, και να ρυθμίζονται προσωρινά οι υποχρεώσεις του οφειλέτη στο μέτρο που κρίνεται αναγκαίο για την αποφυγή της παύσης πληρωμών του οφειλέτη όσο εκκρεμεί η αίρεση.

Άρθρο 41

Ισχύς της συμφωνίας εξυγίανσης Η ισχύς της συμφωνίας εξυγίανσης τελεί υπό την προϋπόθεση της επικύρωσής της από το δικαστήριο, εκτός αν κατά τη βούληση των συμβαλλομένων το σύνολο ή μέρος των όρων της ισχύουν μεταξύ τους και χωρίς την επικύρωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου.

Άρθρο 42

Τύπος της συμφωνίας εξυγίανσης Η συμφωνία εξυγίανσης συνάπτεται με ιδιωτικό έγγραφο, εκτός αν οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με αυτή απαιτούν τη σύνταξη δημοσίου εγγράφου. Στην τελευταία περίπτωση το συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να αναπληρωθεί με δηλώσεις ενώπιον του δικαστηρίου.

Άρθρο 43

Επιχειρηματικό σχέδιο Η συμφωνία εξυγίανσης συνοδεύεται υποχρεωτικά από επιχειρηματικό σχέδιο με χρονική διάρκεια ίση με αυτή της συμφωνίας, το οποίο εγκρίνεται από τους συμβαλλόμενους, με την εξαίρεση των φορέων των οποίων η συναίνεση συνάγεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 37.

Άρθρο 44

Αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Στην περίπτωση συμφωνίας εξυγίανσης που συνάπτεται από τον οφειλέτη και τους πιστωτές του, η αίτηση επικύρωσής της από το δικαστήριο υποβάλλεται από τον οφειλέτη ή συμβαλλόμενο πιστωτή. Στην περίπτωση της συμφωνίας εξυγίανσης που συνάπτεται μόνον από τους πιστωτές του οφειλέτη, η αίτηση επικύρωσης υποβάλλεται από οιονδήποτε από τους συμβαλλομένους πιστωτές.

2.

Με την επιφύλαξη του ν. 3301/2004 (Α΄ 263), η υποβολή της αίτησης του παρόντος άρθρου, η αποδοχή της, καθώς και η υποβολή αίτησης για λήψη προληπτικών μέτρων και η αποδοχή τους κατά το άρθρο 50 δεν συνιστούν λόγους λύσης, καταγγελίας ή τροποποίησης εκκρεμών συμβάσεων κατά τρόπο επιζήμιο για τον οφειλέτη, δυνάμει σχετικών συμβατικών ρητρών.

Άρθρο 45

Στοιχεία της αίτησης

1.

Η αίτηση προς το δικαστήριο πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

  • α) την ταυτότητα του οφειλέτη·
  • β) τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του

οφειλέτη όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην αίτηση και πάντως όχι πέραν του τριμήνου, συμπεριλαμβανομένης της αξίας του ενεργητικού, καθώς και περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη και της θέσης των εργαζομένων, και περιγραφή των αιτίων και της έκτασης των δυσχερειών του οφειλέτη·

  • γ) τα θιγόμενα μέρη, είτε ονομαστικά είτε με περιγραφή κατηγοριών χρεών, με βάση το αν τα χρέη έχουν

γενικά ή ειδικά προνόμια, καθώς και τις απαιτήσεις ή τα συμμετοχικά δικαιώματα των εν λόγω μερών που καλύπτονται από τη συμφωνία εξυγίανσης·

  • δ) κατά περίπτωση, τις κατηγορίες στις οποίες ομαδοποιούνται κατά το άρθρο 34 οι πιστωτές για τους σκοπούς της έγκρισης της συμφωνίας εξυγίανσης, και τις
  • ε) κατά περίπτωση, τα μέρη, είτε ονομαστικά είτε με

περιγραφή κατηγοριών χρεών, τα οποία δεν θίγονται από τη συμφωνία εξυγίανσης, με περιγραφή των λόγων για τους οποίους προτείνεται να μη θιγούν τα εν λόγω μέρη·

  • στ) την ταυτότητα του ειδικού εντολοδόχου που τυχόν

προτείνεται να διοριστεί·

  • ζ) τους όρους του σχεδίου εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων ιδίως:
  • ζα) της προτεινόμενης ρύθμισης του ενεργητικού και

του παθητικού του οφειλέτη·

  • ζβ) της διάρκειας των προτεινομένων μέτρων εξυγίανσης, ανάλογα με την περίπτωση·
  • ζγ) των τρόπων ενημέρωσης και διαβούλευσης με

τους εκπροσώπους των εργαζομένων, στο μέτρο που απαιτείται σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο·

  • ζδ) τυχόν, των γενικότερων συνεπειών όσον αφορά

την απασχόληση, όπως απολύσεις, μερική απασχόληση ή παρόμοιες·

  • ζε) κάθε νέας χρηματοδότησης η οποία αναμένεται

στο πλαίσιο της συμφωνίας εξυγίανσης και του σκεπτικού της αναγκαιότητας της νέας χρηματοδότησης για την εφαρμογή του σχεδίου εξυγίανσης·

  • ζστ) σκεπτικού στο οποίο εξηγείται γιατί η συμφωνία

εξυγίανσης διαθέτει εύλογη προοπτική εξασφάλισης της βιωσιμότητας της επιχείρησης, καθώς και των αναγκαίων προϋποθέσεων για την επιτυχία του σχεδίου εξυγίανσης.

2.

Αν ορισμένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν είναι γνωστά εν όλω ή εν μέρει σε εκείνον που υποβάλλει την αίτηση, ιδίως αν την αίτηση υποβάλλει πιστωτής, η αίτηση περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους δεν είναι γνωστά τα στοιχεία αυτά και τις σχετικές εκτιμήσεις εκείνου που υποβάλλει την αίτηση έστω και κατά προσέγγιση ή κατά πιθανολόγηση.

Άρθρο 46

Συνοδευτικά έγγραφα αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης με τη συμμετοχή του οφειλέτη

1.

Στην περίπτωση συμφωνίας εξυγίανσης που συνάπτεται από τον οφειλέτη και τους πιστωτές του η αίτηση επικύρωσης πρέπει να συνοδεύεται, με ποινή απαραδέκτου, από τα ακόλουθα έγγραφα:

  • α) Την υπογεγραμμένη συμφωνία εξυγίανσης.
  • β) Τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, εφόσον υπάρχουν, για την τελευταία χρήση, για την

οποία είναι διαθέσιμες. Στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιριών, οι ως άνω χρηματοοικονομικές καταστάσεις πρέπει να είναι δημοσιευμένες και εγκεκριμένες από γενική συνέλευση.

  • γ) Την κατάσταση πιστωτών της παρ. 3 του άρθρου 34.
  • δ) Έκθεση εμπειρογνώμονα, η οποία συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 48.
  • ε) Βεβαίωση χρεών προς το Δημόσιο και τους Φορείς

Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία πρέπει να έχει εκδοθεί εντός μηνός πριν την υποβολή της αίτησης επικύρωσης.

2.

Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται και από άλλα έγγραφα που στηρίζουν τα παρεχόμενα στοιχεία, βεβαιωμένα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους από τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου, όπου υπάρχει, και από τον νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης του οφειλέτη. Τα έγγραφα του προηγούμενου εδαφίου μπορούν να προσκομισθούν και με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης.

Άρθρο 47

Συνοδευτικά έγγραφα αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης χωρίς τη συμμετοχή του οφειλέτη

1.

Στην περίπτωση της συμφωνίας εξυγίανσης που συνάπτεται μόνον από τους πιστωτές του οφειλέτη, συνυποβάλλεται στην περίπτωση που ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών επί ποινή απαραδέκτου αίτηση για την κήρυξη του οφειλέτη σε κατάσταση πτώχευσης, καθώς και έκθεση εμπειρογνώμονα που συντάσσεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 48. Τα υπόλοιπα έγγραφα του άρθρου 46 συνυποβάλλονται με την αίτηση, εφόσον έχουν παρασχεθεί από τον οφειλέτη στους πιστωτές ή στον ορισθέντα εμπειρογνώμονα.

2.

Σε περίπτωση ελλείψεων, το δικαστήριο δύναται να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να διατάξει να χορηγηθούν από τον οφειλέτη στον ορισθέντα εμπειρογνώμονα όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητα της αίτησης εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την έκδοση της μη οριστικής του απόφασης. Με τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής ο αιτών ή οι αιτούντες πιστωτές επαναφέρουν με κλήση τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης, η οποία προσδιορίζεται εντός διμήνου από την υποβολή της.

Άρθρο 48

Έκθεση του εμπειρογνώμονα

1.

Στην έκθεση του εμπειρογνώμονα που συνοδεύει την αίτηση επικύρωσης της παρ. 1 του άρθρου 46 πρέπει να εκτίθεται η γνώμη του ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, ειδικότερα των παρ. 1 ή 2 του άρθρου 54 και των περ. α΄, β΄ και δ΄ της παρ. 3 του ιδίου άρθρου. Στην έκθεση του προηγούμενου εδαφίου περιλαμβάνεται επίσης βεβαίωση του εμπειρογνώμονα για την ακρίβεια και εγκυρότητα της κατάστασης των πιστωτών που συνοδεύει τη συμφωνία εξυγίανσης, με ειδική μνεία των ενέγγυων πιστωτών και επισυνάπτεται κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

2.

Ο εμπειρογνώμονας επιλέγεται από τον οφειλέτη και τους συμβαλλόμενους πιστωτές του από κοινού στην περίπτωση της αίτησης του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 44 και από τους συμβαλλόμενους πιστωτές στην περίπτωση της αίτησης του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, μεταξύ των προσώπων που είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Εμπειρογνωμόνων του άρθρου 65.

3.

Δεν διορίζεται ως εμπειρογνώμονας πρόσωπο που έχει οποιοδήποτε από τα κωλύματα του άρθρου 238. Δεν επιτρέπεται ο ορισμός δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν σε οικονομικές υπηρεσίες ως εμπειρογνωμόνων.

4.

Ο εμπειρογνώμονας υποχρεούται να εκτελεί τα εμπειρογνώμονας ευθύνεται για δόλο και βαριά αμέλεια.

5.

Η αμοιβή των εμπειρογνωμόνων κατά το παρόν κεφάλαιο συμφωνείται με τους αιτούντες την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης.

6.

Οι εμπειρογνώμονες έχουν υποχρέωση να μην γνωστοποιούν πληροφορίες που περιέρχονται σε αυτούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εφόσον αυτό δεν είναι αναγκαίο για τη σύναψη της συμφωνίας.

Άρθρο 49

Δικάσιμος και κλητεύσεις

1.

Για τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της.

2.

Στη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης κλητεύεται ο οφειλέτης, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους αιτούντες, άλλως η συζήτηση είναι απαράδεκτη. Η κλήτευση του οφειλέτη γίνεται τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες πριν από την ημερομηνία συζήτησης, με επίδοση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Εμπορικού Μητρώου δεν έχει διοίκηση εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 5 του άρθρου 78.

3.

Με επιμέλεια του αιτούντος ή των αιτούντων, η αίτηση δημοσιοποιείται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 84 εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της. Στο μέτρο που ο αιτών έχει στη διάθεσή του την ηλεκτρονική διεύθυνση των θιγομένων πιστωτών, μετόχων ή εταίρων του οφειλέτη, οφείλει να τους ειδοποιήσει με ηλεκτρονικά μέσα εντός είκοσι (20) ημερών από τη δημοσιοποίηση και όχι αργότερα από δύο (2) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης. Παράλειψη, όμως, ειδοποίησης ενός ή περισσότερων πιστωτών, μετόχων ή εταίρων δεν συνιστά λόγο απόρριψης της αίτησης επικύρωσης.

4.

Στη συζήτηση δύναται να παραστεί και να ακουσθεί και εκπρόσωπος των εργαζομένων. Κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να παρέμβει προφορικά.

5.

Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά την παρ. 3 του άρθρου 748 του Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης. Εφόσον υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς το Δημόσιο ή προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση τούτων.

Άρθρο 50

Αυτοδίκαιη αναστολή - προληπτικά μέτρα

1.

Από την κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης προς επικύρωση και μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας εξυγίανσης, ισχύουν τα ακόλουθα:

  • α) αναστέλλονται αυτόματα τα μέτρα, εκκρεμή ή μη,

ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης,

  • β) αναστέλλεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού

μέτρου κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένης της συντηρητικής κατάσχεσης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, συναινετικής ή κατ’ αντιδικία, εκτός εάν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης, τεχνολογικού ή εν γένει εξοπλισμού της που δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει τον κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη,

  • γ) απαγορεύεται η διάθεση των ακινήτων και του

εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη, εκτός και αν αντικαθίσταται με άλλα τουλάχιστον ίσης αξίας ή εκτός και αν η διάθεση αφορά χρήση τους ως εξασφάλισης στο πλαίσιο ενδιάμεσης χρηματοδότησης, η οποία αναφέρεται στη συμφωνία εξυγίανσης,

  • δ) αναστέλλονται οι αποκλειστικές προθεσμίες άσκησης αξιώσεων και παραγραφής, υπό τις οποίες τελούν οι

απαιτήσεις των πιστωτών και τα δικαιώματα των υπέρ του οφειλέτη εγγυητών και συνοφειλετών του εις ολόκληρον, καθώς και οι προθεσμίες και η άσκηση διαδικαστικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών των ενδίκων μέσων, και

  • ε) απαγορεύεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν την κατάθεση, καθώς και η παρακράτηση

τρεχουσών οφειλών προς τον οφειλέτη λόγω απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν την κατάθεση, συμπεριλαμβανομένων και παρακρατήσεων από δημόσια αρχή για την έκδοση αποδεικτικών ή βεβαιώσεων.

2.

Η αναστολή της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες. Η ως άνω αυτόματη αναστολή διώξεων μπορεί να εφαρμοστεί μόνον μία (1) φορά ανά οφειλέτη. Στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας του άρθρου 213 σημειώνεται η έναρξη ισχύος της αυτόματης αναστολής διώξεων κατά την πρώτη υποβολή αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης.

3.

Μετά την πάροδο της περιόδου των τεσσάρων (4) μηνών που αναφέρεται στην παρ. 2, δύναται να διαταχθεί η αναστολή λήψης μέτρων, εκκρεμών ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, καθώς και η λήψη κάθε άλλου προληπτικού μέτρου, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 86. Η περ. γ΄ της παρ. 1 ισχύει και στην περίπτωση αυτή.

4.

Το δικαστήριο μπορεί να απαγορεύσει την καταγγελία συμβάσεων τις οποίες κρίνει ουσιώδεις για τη λειτουργία της επιχείρησης μέχρι την επικύρωση ή την απόρριψη της συμφωνίας εξυγίανσης. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να επιτρέψει τη δανειοδότηση του οφειλέτη άνευ ασφαλιστικής ή φορολογικής ενημερότητας, εφόσον κρίνεται αναγκαίο για τη λειτουργία της επιχείρησης.

5.

Εφόσον συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος, τα παραπάνω προληπτικά μέτρα μπορεί να επεκτείνονται και υπέρ εγγυητών ή λοιπών συνοφειλετών του οφειλέτη.

Άρθρο 51

Διορισμός ειδικού εντολοδόχου

1.

Το δικαστήριο ή κατά περίπτωση ο Πρόεδρός του, με απόφαση που λαμβάνεται κατόπιν αιτήσεως οποιου να ασκεί ορισμένες ή και όλες τις αρμοδιότητες της διοίκησης του οφειλέτη.

2.

Ορισμένες ή και όλες τις αρμοδιότητες της διοίκησης μπορεί να αναθέσει το δικαστήριο στον ειδικό εντολοδόχο χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη και στην περίπτωση παράβασης του άρθρου 127, σε περίπτωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων από τον οφειλέτη ή σε περίπτωση καταχρηστικής άρνησης συμμετοχής σε διαπραγμάτευση για συμφωνία εξυγίανσης του οφειλέτη.

3.

Ο ειδικός εντολοδόχος διορίζεται μεταξύ των προσώπων που είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Διαχειριστών Αφερεγγυότητας.

4.

Με την ίδια απόφαση μπορεί το αρμόδιο όργανο να διατάξει και οποιοδήποτε άλλο από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 86 προληπτικά μέτρα.

Άρθρο 52

Ανάκληση ή μεταρρύθμιση ή παράταση της αναστολής προληπτικών μέτρων και πρόβλεψη εξαιρέσεων με απόφαση του δικαστηρίου

1.

Το δικαστήριο ή κατά περίπτωση ο Πρόεδρός του δύναται οποτεδήποτε, ύστερα από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον ή αυτεπαγγέλτως, να ανακαλεί ή να μεταρρυθμίζει κατά περίπτωση τα κατ΄ άρθρα 50 και 51 προληπτικά μέτρα, και να διατάζει την παράταση της διάρκειας κάθε προληπτικού μέτρου των άρθρων 50 και 51 εφόσον, σε κάθε περίπτωση, η συνολική διάρκεια της αναστολής, συμπεριλαμβανομένης της αυτοδίκαιης αναστολής και των παρατάσεων και ανανεώσεων της αναστολής, δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.

2.

Η αυτοδίκαιη αναστολή της παρ. 1 του άρθρου 50, τα προληπτικά μέτρα της παρ. 3 του άρθρου 50 και της παρ. 4 του άρθρου 51, δεν μπορούν να θίγουν τα δικαιώματα από συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (Α΄ 263) ή από ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ανεξάρτητα από το αν η ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού περιέχεται σε συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή σε συμφωνία της οποίας αποτελεί μέρος η συμφωνία παροχής ασφάλειας, καθώς και τα δικαιώματα του εκδοχέα απαίτησης που εκχωρήθηκε από τον οφειλέτη στον πιστωτή προς εξασφάλιση ή προς ικανοποίησή του από το προϊόν της είσπραξης. Επίσης, δεν θίγεται το δικαίωμα καταγγελίας και απόδοσης του μισθίου σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης, εφόσον ο οφειλέτης είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή έξι (6) ή περισσότερων μηνιαίων μισθωμάτων.

3.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης για τη λήψη προληπτικών μέτρων το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη ή τον οφειλέτη στην περίπτωση που δεν έχει συμμετάσχει στη σύναψη της συμφωνίας. Η κλήτευση μπορεί να γίνεται με τα μέσα που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 686 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

4.

Στα προληπτικά μέτρα των άρθρων 50 και 51, δύνανται να τίθενται εξαιρέσεις, αν συντρέχει σπουδαίος κοινωνικός λόγος, όπως, ενδεικτικά, προκειμένου να καταβληθούν σε πιστωτή ποσά που είναι αναγκαία για τη διατροφή τούτου ή της οικογένειάς του ή για την ικανοποίηση απαιτήσεων διατροφής άλλων προσώπων.

5.

Απαιτήσεις εργαζομένων για μισθούς δεν καταλαμβάνονται από τα προληπτικά μέτρα, εκτός αν το δικαστήριο επεκτείνει αυτά και στις απαιτήσεις αυτές για σπουδαίο λόγο και για ορισμένο χρόνο ειδικά αναφερόμενους στην απόφαση.

Άρθρο 53

Προληπτικά μέτρα πριν από την κατάθεση αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Τα προληπτικά μέτρα των άρθρων 50 και 51 δύνανται να διαταχθούν και πριν από την κατάθεση αίτησης επικύρωσης συμφωνίας, άπαξ, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, η οποία δημοσιοποιείται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 84, εφόσον προσκομίζεται από τον αιτούντα έγγραφη δήλωση πιστωτών που εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον είκοσι τοις εκατό (20%) του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη ότι συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας και συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της επείγουσας περίπτωσης ή του επικειμένου κινδύνου κατά τις διατάξεις των άρθρων 682 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τα προληπτικά μέτρα που διατάσσονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο ή τυχόν προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε ισχύουν έως την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης και σε κάθε περίπτωση κατ` ανώτατο όριο έως τέσσερις (4) μήνες συνολικά από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο χορήγησή τους, οπότε παύουν αυτοδικαίως να ισχύουν, απαγορευομένης της παράτασης ισχύος τους.

2.

Κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στην παρ. 1, παράταση της διάρκειας αναστολής ατομικών διώξεων ή νέα αναστολή ατομικών διώξεων μπορούν να χορηγηθούν εφόσον συντρέχει δεόντως αιτιολογημένη περίσταση, ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) έχει καταγραφεί πρόοδος στις διαπραγματεύσεις

επί του σχεδίου εξυγίανσης,

  • β) η συνέχιση της αναστολής δεν θίγει αδικαιολόγητα

τα δικαιώματα οποιουδήποτε θιγόμενου μέρους, και δεν έχει συζητηθεί αίτηση πτώχευσης σε βάρος του οφειλέτη, και

  • γ) η συνολική διάρκεια της αναστολής με χρονικό σημείο εκκίνησης την ημερομηνία της αίτησης της παρ. 1,

συμπεριλαμβανομένων των παρατάσεων και ανανεώσεών της, δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.

Άρθρο 54

Επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Το δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης, εφόσον έχει υπογραφεί από τον οφειλέτη (εκτός από την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 34) και από την απαιτούμενες κατά την παρ. 1 του άρθρου 34 πλειοψηφίες αφενός των πιστωτών με ειδικό προνόμιο και αφετέρου των λοιπών πιστωτών ή εφόσον οι απαιτούμε του που συγκεντρώνουν την ανωτέρω πλειοψηφία κατά την παρ. 2.

2.

Συμφωνία εξυγίανσης, η οποία δεν έχει εγκριθεί από πιστωτές που εκπροσωπούν την πλειοψηφία των απαιτήσεων μίας από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 κατηγορίες, δύναται να επικυρωθεί από το δικαστήριο και να καταστεί δεσμευτική έναντι της μη συναινούσας κατηγορίας εφόσον η συμφωνία εξυγίανσης πληροί τουλάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) έχει εγκριθεί από πιστωτές που εκπροσωπούν περισσότερο από το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου

των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη και περισσότερο από πενήντα τοις εκατό (50%) των απαιτήσεων με ειδικό προνόμιο,

  • β) οι μη συναινούντες θιγόμενοι πιστωτές τυγχάνουν

ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε σχέση με κάθε πιστωτή του οποίου η απαίτηση έχει ελάσσονα εξοφλητική προτεραιότητα, όπου αυτό προκύπτει βάσει της κατάταξής τους στην πτωχευτική εκκαθάριση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 167,

  • γ) καμία κατηγορία θιγόμενων μερών δεν μπορεί, στο

πλαίσιο της συμφωνίας εξυγίανσης, να λάβει αξία μεγαλύτερη της συνολικής απαίτησής της κατά του οφειλέτη, και

  • δ) ειδικά για τις επιχειρήσεις που ικανοποιούν τα κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του

ν. 4308/2014 (Α΄ 251), απαιτείται επιπροσθέτως η συμφωνία να έχει προταθεί από τον οφειλέτη ή να έχει τη συναίνεση του οφειλέτη.

3.

Το δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης όταν, επιπλέον των προϋποθέσεων των παρ. 1 ή 2, κατά περίπτωση, πληρούνται σωρευτικά και τα ακόλουθα:

  • α) Πιθανολογείται ότι η συμφωνία εξυγίανσης διαμορφώνει εύλογη προοπτική εξασφάλισης της βιωσιμότητας

της επιχείρησης του οφειλέτη, όπως αυτή αναδιαρθρώνεται βάσει της συμφωνίας εξυγίανσης.

  • β) Πιθανολογείται ότι πληρούται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών κατά την έννοια του

άρθρου 31. Η πλήρωση του κριτηρίου αυτού απαιτείται να εξετάζεται μόνο σε σχέση με πιστωτές των οποίων η συναίνεση συνάγεται ή δύναται να συναχθεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 37 και όσους αντιτάσσονται στην επικύρωση της συμφωνίας είτε με την άσκηση παρέμβασης ενώπιον του δικαστηρίου, είτε με αρνητική ψήφο σε περίπτωση ηλεκτρονικής ψηφοφορίας ή, εναλλακτικά, αν ασκήσουν τριτανακοπή κατόπιν επικύρωσης.

  • γ) Η συμφωνία εξυγίανσης δεν είναι αποτέλεσμα δόλου και δεν παραβιάζει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου,

ιδίως του δικαίου του ανταγωνισμού.

  • δ) Η συμφωνία εξυγίανσης αντιμετωπίζει με βάση την

αρχή της ισότιμης μεταχείρισης τους πιστωτές, που βρίσκονται στην ίδια θέση. Αποκλίσεις από την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών επιτρέπονται για σπουδαίο επιχειρηματικό ή κοινωνικό λόγο που εκτίθεται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου ή αν ο θιγόμενος πιστωτής συναινεί στην απόκλιση. Ενδεικτικά, δύνανται να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης απαιτήσεις πιστωτών της επιχείρησης του οφειλέτη, η μη ικανοποίηση των οποίων βλάπτει ουσιωδώς τη φήμη της ή τη συνέχιση της επιχείρησης, απαιτήσεις, η εξόφληση των οποίων είναι αναγκαία για τη διατροφή του πιστωτή και της οικογένειάς του, καθώς και εργατικές απαιτήσεις.

  • ε) Συναινεί ο οφειλέτης, στην περίπτωση της αίτησης

της παρ. 2 του άρθρου 34. Η συναίνεση του οφειλέτη θεωρείται ότι έχει δοθεί, εάν, έως και τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης, δεν ασκήσει παρέμβαση κατά της αποδοχής της. Η παρέμβαση του οφειλέτη κατά της αποδοχής της αίτησης επικύρωσης της συμφωνίας δεν εμποδίζει την επικύρωση της συμφωνίας από το δικαστήριο, εάν από την αίτηση και ιδίως από την έκθεση του εμπειρογνώμονα προκύπτει ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεν θα καταστήσει τη νομική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη χειρότερη από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν χωρίς τη συμφωνία.

4.

Αν πιθανολογείται ότι με την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν αίρεται η παύση πληρωμών που τυχόν υφίσταται, το δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης και, αν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, κηρύσσει την πτώχευση του οφειλέτη. Αν δεν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, αλλά το δικαστήριο διαπιστώσει την παύση των πληρωμών, η απόφαση απόρριψης της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης κοινοποιείται με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου στον εισαγγελέα πρωτοδικών για να κρίνει κατά πόσο θα υποβάλει αίτηση πτώχευσης.

5.

Το δικαστήριο δύναται, σε περίπτωση που δεν έχουν προσκομιστεί σε αυτό όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν το βάσιμο της αίτησης ή που διαπιστώνει ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεν πρέπει να επικυρωθεί, αντί της απόρριψης της αίτησης να τάξει προθεσμία για την προσκόμιση εγγράφων, την παροχή διευκρινίσεων ή την τροποποίηση της συμφωνίας εξυγίανσης. Τα έγγραφα, οι διευκρινίσεις ή η τροποποίηση πρέπει να υποβληθούν εντός της προθεσμίας που τάσσει το δικαστήριο και η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το εικοσαήμερο.

Άρθρο 55

Ορισμός ειδικού εντολοδόχου Με την απόφαση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης ή και με μεταγενέστερη απόφαση, το δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή του, δύναται να ορίσει πρόσωπο από το Μητρώο διαχειριστών αφερεγγυότητας του άρθρου 236 ως ειδικό εντολοδόχο, για τη διενέργεια ειδικών πράξεων, τις οποίες ορίζει το δικαστήριο, ιδίως για τη διαφύλαξη της περιουσίας του οφειλέτη, τη διενέργεια ειδικών διαχειριστικών πράξεων, τη διενέργεια των πράξεων της παρ. 3 του άρθρου 35, την υπογραφή εκτελεστικών συμβάσεων της συμφωνίας εξυγίανσης και την επίβλεψη της εφαρμογής των επιμέρους όρων της. Η απόφαση ορίζει τις πράξεις στις οποίες δύναται να προβαίνει ο ειδικός εντολοδόχος και τη διάρκεια της εντολής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια της συμφωνίας εξυγίανσης.

Άρθρο 56

Αιτιολογία και δημοσίευση της απόφασης επικύρωσης

1.

Εφόσον δεν έχει ασκηθεί παρέμβαση κατά της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, η απόφαση αρκεί την οποία προκύπτει η συνδρομή κάθε απαιτούμενου για την επικύρωση της συμφωνίας στοιχείου.

2.

Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης ή που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της δημοσιοποιείται αμελλητί σύμφωνα με το άρθρο 84 με επιμέλεια του οφειλέτη ή πιστωτών.

Άρθρο 57

Τριτανακοπή

1.

Τριτανακοπή κατά της επικυρωτικής απόφασης δύναται να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση και δεν είχε κλητευθεί νομίμως εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση κατά την παρ. 2 του άρθρου 56.

2.

Στην περίπτωση τριτανακοπής το δικαστήριο ακυρώνει τη συμφωνία μόνο αν δεν είναι εφικτή η διατήρησή της με επανυπολογισμό των ποσών που δικαιούται να λάβει το πρόσωπο που άσκησε την τριτανακοπή. Στον επανυπολογισμό αυτόν προβαίνει το ίδιο το δικαστήριο.

Άρθρο 58

Έφεση Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσης επιτρέπεται έφεση κατά τις κοινές διατάξεις.

Άρθρο 59

Τροποποίηση της επικυρωθείσας συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Η επικυρωθείσα συμφωνία εξυγίανσης δύναται να τροποποιείται άπαξ με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των συμβαλλόμενων μερών, η οποία κατατίθεται προς επικύρωση ενώπιον του δικαστηρίου, με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε εκ των συμβαλλόμενων πιστωτών. Η παρ. 2 του άρθρου 37 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή. Το δικαστήριο επικυρώνει την τροποποιητική συμφωνία, μόνον εφόσον συντρέχουν περιοριστικά και σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Η τροποποίηση αφορά τον χρόνο και τον τρόπο

αποπληρωμής των απαιτήσεων ή το είδος των εκατέρωθεν παροχών, ή το ύψος των προς αποπληρωμή απαιτήσεων.

  • β) Η τροποποιητική συμφωνία δεν θίγει την αρχή της

ίσης μεταχείρισης των πιστωτών, ούτε οδηγεί στο να μην πληρούται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών κατά την έννοια του άρθρου 31. Το αν πληρούται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών εξετάζεται μόνο σε σχέση με πιστωτές που αντιτάσσονται στην επικύρωση της τροποποιητικής συμφωνίας με την άσκηση παρέμβασης και ως μέτρο σύγκρισης λαμβάνεται η αξία ανάκτησης σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη κατά τον χρόνο σύναψης της τροποποιητικής συμφωνίας.

  • γ) Προσκομίζεται με τις προτάσεις συμπληρωματική

έκθεση του ορισθέντος εμπειρογνώμονα επί των τροποποιούμενων όρων.

2.

Κατά τη δίκη επικύρωσης της συμφωνίας τροποποίησης της παρ. 1 δύναται να ασκηθεί μόνο κύρια παρέμβαση, χωρίς προδικασία, από οποιονδήποτε έχοντα έννομο συμφέρον, ο οποίος επικαλείται τη μη τήρηση των ανωτέρω προϋποθέσεων και αποδεικνύει βλάβη στα συμφέροντά του, προερχόμενη από τη μη τήρησή τους. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου που απορρίπτει την συμφωνία τροποποίησης επιτρέπεται μόνον έφεση κατά τις κοινές διατάξεις, αποκλειόμενου οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου ή βοηθήματος, συμπεριλαμβανομένης της τριτανακοπής.

Άρθρο 60

Αποτελέσματα της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Από την επικύρωσή της, η συμφωνία εξυγίανσης δεσμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων ρυθμίζονται από αυτή, ακόμη και αν δεν είναι συμβαλλόμενοι στη συμφωνία εξυγίανσης.

2.

Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να ρυθμίσει απαιτήσεις που γεννώνται μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της επικυρωτικής απόφασης.

3.

Τα δικαιώματα των πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφειλέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματά τους σε περιουσιακά αντικείμενα τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, μόνο αν συμφωνεί ρητά ο πιστωτής, ενώ η παρ. 2 του άρθρου 37 δεν εφαρμόζεται για την παροχή της συναίνεσης αυτής.

4.

Η διάταξη της παρ. 3 ισχύει και σε σχέση με τις εγγυήσεις που παρέχονται από το Δημόσιο εφόσον περιορίζεται με τη συμφωνία το ποσό του εγγυημένου από τον άνω φορέα κεφαλαίου. Σε περίπτωση που δεν συναινεί ο πιστωτής, οι άνω εγγυήσεις δεν θίγονται στο σύνολό τους ως προς το εκάστοτε ανεξόφλητο εγγυημένο κεφάλαιο. Η παραγραφή των δικαιωμάτων των πιστωτών κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως εγγυητή, καθώς και η τυχόν οριζόμενη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις προθεσμία υποβολής αιτημάτων κατάπτωσης, αναστέλλονται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επικύρωσης και για όσο χρονικό διάστημα η συμφωνία είναι σε ισχύ, και σε κάθε περίπτωση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αίτησης επικύρωσης.

5.

Σε περίπτωση ικανοποίησης πιστωτή από εγγυητή ή συνοφειλέτη εις ολόκληρον, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι των τελευταίων, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής, με τον ίδιο τρόπο που ευθύνεται κατά τη συμφωνία έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτούς.

6.

Με την επικύρωση της συμφωνίας:

  • α) Αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα

έκδοσης επιταγών που είχε επιβληθεί στον οφειλέτη πριν από την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης.

  • β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη των πλημμελημάτων

της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄43), καθώς και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136), εφόσον οι παραπάνω πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 44. Η αναστολή δεν υπόκειται στον χρονικό περιορισμό της παρ. 2 του συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων.

  • γ) Οι ρυθμιζόμενες με τη συμφωνία εξυγίανσης οφειλές προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης καθίστανται ενήμερες υπό τον όρο τήρησης της

συμφωνίας εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να χορηγούν τις αντίστοιχες βεβαιώσεις ενημερότητας, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στη συμφωνία εξυγίανσης.

  • δ) Εφόσον προβλέπεται στη συμφωνία εξυγίανσης,

αίρονται τυχόν κατασχέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, που έχουν ως αιτία ρυθμιζόμενες με τη συμφωνία οφειλές.

Άρθρο 61

Εξάλειψη του αξιοποίνου Σε περίπτωση πλήρους και εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης εξαλείφεται το αξιόποινο των πράξεων που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 60.

Άρθρο 62

Εκτελεστός τίτλος Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις, εφόσον από τη συμφωνία προκύπτουν η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής.

Άρθρο 63

Ακύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Η συμφωνία εξυγίανσης μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση του δικαστηρίου μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, εάν μετά από την επικύρωση αποκαλύφθηκε ότι η συμφωνία αποτέλεσε προϊόν δόλου του οφειλέτη ή συμπαιγνίας του με πιστωτή ή τρίτο, ιδίως λόγω απόκρυψης του ενεργητικού ή διόγκωσης του παθητικού του, υπό την προϋπόθεση ότι η ζημία που υπέστη ο αιτών από τον δόλο ή τη συμπαιγνία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή αποζημίωσης από τους υπαιτίους.

2.

Η ακύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης επιφέρει αυτοδικαίως την αποδέσμευση των πιστωτών από τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης και την επαναφορά τους στην πριν από την επικύρωση της συμφωνίας νομική θέση τους ως προς το ύψος, το είδος, την εξασφάλιση και τα προνόμια των απαιτήσεών τους κατά του οφειλέτη και τυχόν συνοφειλετών και εγγυητών, εφόσον είχαν διαμορφωθεί διαφορετικά στη συμφωνία εξυγίανσης, μετά από αφαίρεση των ποσών που τυχόν είχαν λάβει κατά τη συμφωνία. Η απόφαση που ακυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης ή που απορρίπτει την αίτηση ακύρωσής της δημοσιοποιείται αμελλητί, σύμφωνα με το άρθρο 84, σε περίληψη με επιμέλεια του οφειλέτη ή πιστωτών.

3.

Η ακύρωση της συμφωνίας δεν θίγει τα δικαιώματα τρίτου που απέκτησε εξ επαχθούς αιτίας περιουσιακά στοιχεία από τον οφειλέτη μετά την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης, χωρίς να γνωρίζει τον δόλο ή τη συμπαιγνία του τελευταίου.

4.

Κατά τα λοιπά ισχύουν τα δικαιώματα που έχει κάθε πιστωτής, συμβαλλόμενος ή μη, κατά το κοινό δίκαιο για τις περιπτώσεις μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που αναλαμβάνονται ή διαμορφώνονται με τη συμφωνία, καθώς και καθυστερημένης ή πλημμελούς εκπλήρωσης, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων καταγγελίας ή υπαναχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της αποδέσμευσής τους από τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης και της επαναφοράς των απαιτήσεων στο αρχικό τους ύψος αφού αφαιρεθούν τυχόν ενδιάμεσες καταβολές.

Άρθρο 64

Μεταβιβάσεις περιουσίας και υποχρεώσεων επιχείρησης σε εκτέλεση συμφωνίας εξυγίανσης

1.

Όταν κατά τη συμφωνία εξυγίανσης ή με σύμβαση που καταρτίζεται σε εκτέλεση της τελευταίας μεταβιβάζεται το σύνολο ή μέρος της επιχείρησης του οφειλέτη, μεταβιβάζονται στον αποκτώντα το ενεργητικό της επιχείρησης ή του μέρους της και ενδεχομένως, στο μέτρο και μόνο που προβλέπεται στη συμφωνία, μέρος των υποχρεώσεων. Οι λοιπές υποχρεώσεις κατά περίπτωση εξοφλούνται από το τίμημα της πώλησης της επιχείρησης ή του μέρους της, διαγράφονται, ή στην περίπτωση μεταβίβασης μέρους της επιχείρησης παραμένουν ως υποχρεώσεις του οφειλέτη ή κεφαλαιοποιούνται. Η μεταβίβαση υποχρεώσεων αποτελεί ειδική και όχι καθολική διαδοχή του αποδέκτη στις υποχρεώσεις του οφειλέτη. Ως προς τη μεταβίβαση διοικητικών αδειών εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 3 του άρθρου 171. Ως προς τη μεταβίβαση επιχείρησης ή περιουσίας εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 170 και 171. Οι πράξεις για την πραγματοποίηση μεταβίβασης του παρόντος άρθρου εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης, κατά την έννοια των άρθρων 116επ. Ως προς τη μεταβίβαση εκκρεμών συμβατικών σχέσεων εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 108.

2.

Η μεταβίβαση της επιχείρησης ή μέρους της ή οποιουδήποτε στοιχείου του ενεργητικού του οφειλέτη, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μπορεί να γίνει:

  • α) σε τρίτο,
  • β) σε μία ή περισσότερες εταιρείες που συνιστώνται

από τους πιστωτές σύμφωνα με την παρ. 3, ή

  • γ) σε μία ή περισσότερες άλλες εταιρείες, υφιστάμενες ή νεοϊδρυόμενες, υπό τη μορφή εισφοράς εις είδος,

τηρουμένων των προϋποθέσεων των άρθρων 17 και 18 του ν. 4548/2018 (Α΄ 104).

3.

Είναι δυνατόν κατά τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης να συστήνεται ανώνυμη εταιρεία ή εταιρείες, με εισφορά σε είδος μέρους ή του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, τηρουμένων των προϋποθέσεων των άρθρων 17 και 18 του ν. 4548/2018. Η εταιρεία αυτή ή οι εταιρείες αυτές αποκτά ή αποκτούν, κατά περίπτωση, το σύνολο ή μέρος της επιχείρησης του οφειλέτη ή στοιχείο του ενεργητικού του έναντι εξόφλησης των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη που έχουν εισφερθεί σε αυτήν ή αυτές. δυνατότητα να τροποποιήσουν τη συμφωνία εξυγίανσης κατά το μέρος που αφορά στους όρους μεταβίβασης της επιχείρησης ή μέρους της, εφόσον έως την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης επικύρωσης έχουν μεταβληθεί τα στοιχεία του μεταβιβαζόμενου ενεργητικού και προσκομίζεται με τις προτάσεις συμπληρωματική έκθεση του ορισθέντος εμπειρογνώμονα επί των τροποποιούμενων όρων. ΜΗΤΡΩΟ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ

Άρθρο 65

Σύσταση και σκοπός του Μητρώου Εμπειρογνωμόνων Συνιστάται μητρώο εμπειρογνωμόνων (εφεξής: «Μητρώο Εμπειρογνωμόνων» ή «Μητρώο») που τηρείται στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) του Υπουργείου Οικονομικών. Από το Μητρώο επιλέγονται εμπειρογνώμονες, οι οποίοι ενεργούν τα προβλεπόμενα στα Α΄ κεφάλαιο του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Βιβλίου και στο Β΄ Κεφάλαιο του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Βιβλίου του παρόντος νόμου.

Άρθρο 66

Μέλη του Μητρώου Εμπειρογνωμόνων Στο Μητρώο Εμπειρογνωμόνων δύνανται να εγγραφούν ως μέλη φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία προσφέρουν κατ’ επάγγελμα υπηρεσίες παροχής χρηματοοικονομικών συμβουλών και είναι: α) φυσικά πρόσωπα, ενεργά μέλη του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.), με συναφή προϋπηρεσία επί τουλάχιστον πέντε (5) έτη ή πιστοποιημένοι λογιστές - φοροτεχνικοί με επαγγελματική άδεια Α΄ τάξης ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν λογιστικές, φοροτεχνικές ή συμβουλευτικές υπηρεσίες, β) φυσικά πρόσωπα ή ελεγκτικές εταιρείες, που είναι μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ΣΟΕΛ) που έχει συσταθεί με το άρθρο 1 του π.δ. 226/1992 (Α΄ 120) και έχουν λάβει άδεια άσκησης επαγγέλματος (επαγγελματική άδεια) από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.) σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4449/2017 (Α΄ 7) ή γ) φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αποτελούν πιστοποιημένους εκτιμητές του κλάδου άυλων αγαθών ή επιχειρήσεων, εγγεγραμμένα στο οικείο Μητρώο του Υπουργείου Οικονομικών.

Άρθρο 67

Διορισμός Εμπειρογνώμονα

1.

Ο διορισμός του εμπειρογνώμονα γίνεται μέσω επιλογής του από το Μητρώο Εμπειρογνωμόνων, τον οποίο δικαιούται να αποδεχθεί εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) εργασίμων ημερών. Η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής ισοδυναμεί με αποποίηση αποδοχής.

2.

Ο εμπειρογνώμονας υποχρεούται να αποποιηθεί τον διορισμό του αν συντρέχουν στο πρόσωπό του περιστάσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανεξαρτησία του. Τέτοιες περιστάσεις είναι ιδίως:

  • α) Κάθε προσωπική ή επαγγελματική σχέση με τον

οφειλέτη ή πιστωτή, ή

  • β) οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο συμφέρον, άμεσο

ή έμμεσο, από την έκβαση της διαδικασίας.

Άρθρο 68

Εποπτεία και κατάρτιση εμπειρογνωμόνων Η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) επιβλέπει το έργο των εμπειρογνωμόνων και μεριμνά για την κατάρτισή τους.

Άρθρο 69

Αμοιβή εμπειρογνώμονα Η αμοιβή του εμπειρογνώμονα συμφωνείται ελεύθερα και βαρύνει τον οφειλέτη.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ/ ΚΑΤΑΡΓΗΤΙΚΕΣ - ΤΕΛΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 70

Εξουσιοδοτικές διατάξεις του Μέρους Πρώτου

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης και Επενδύσεων καθορίζονται οι διαδικασίες, το περιεχόμενο της αίτησης, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες, οι οποίες αποτελούν τις λειτουργικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας έγκαιρης προειδοποίησης οφειλετών. Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης και Επενδύσεων καθορίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας του μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης στο πλαίσιο της λειτουργίας των Κ.Ε.Υ.Δ. και Γ.Ε.Υ.Δ.

3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης και Επενδύσεων καθορίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας του μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης στο πλαίσιο της λειτουργίας των Επαγγελματικών Φορέων.

Άρθρο 71

Εξουσιοδοτικές διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Δευτέρου

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορεί να τροποποιούνται το περιεχόμενο της αίτησης και ο κατάλογος των στοιχείων, εγγράφων και δικαιολογητικών των άρθρων 9 και 10. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να προβλέπεται ότι ορισμένα από τα στοιχεία, έγγραφα ή δικαιολογητικά απαιτούνται μόνο σε κάποιες κατηγορίες υποθέσεων, καθώς και ότι ορισμένα δεν υποβάλλονται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση, αλλά μπορούν να υποβληθούν το αργότερο έως τη λήξη της διαπραγμάτευσης. Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου δύναται να εισαχθεί πρότυπη κατάσταση για την αποτύπωση των Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορούν να ρυθμίζονται τεχνικά και λεπτομερειακά θέματα της διαδικασίας διαπραγμάτευσης, καθώς και να τροποποιούνται οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 16. Με την απόφαση αυτή μπορεί ιδίως:

  • α) να καθορίζεται διαδικασία συμπλήρωσης των στοιχείων της αίτησης, καθώς και διόρθωσης των σφαλμάτων της,
  • β) να ορίζονται προθεσμίες για συγκεκριμένες ενέργειες, όταν τέτοιες προθεσμίες δεν ορίζονται στον νόμο,
  • γ) να εξειδικεύονται τα κριτήρια αποδοχής της αίτησης

των οφειλετών της περ. στ΄ της παρ. 3 του άρθρου 7,

  • δ) να προβλέπεται διαδικασία παράτασης της προθεσμίας σε συγκεκριμένη περίπτωση, όταν η μη τήρησή

της οφείλεται σε λόγους, τους οποίους δεν μπορεί να ελέγξει το μέρος που ζητά την παράταση,

  • ε) να καθορίζεται διαδικασία διαγραφής της αίτησης

με ταυτόχρονη επανυποβολή της, όταν υπάρχουν ελλείψεις ή σφάλματα, τα οποία κατά τον χρόνο διαπίστωσής τους δεν μπορούν να διορθωθούν με εισαγωγή των στοιχείων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα,

  • στ) να καθορίζονται θέματα που αφορούν την επικοινωνία και τον συντονισμό των συμμετεχόντων πιστωτών,

του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης ως προς τη συμμετοχή τους στην διαδικασία αναδιάρθρωσης οφειλών μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ενδεικτικά να ορίζεται συντονιστής των συμμετεχόντων πιστωτών βάσει της κατάταξής του ως προς ειδικό προνόμιο ή του ύψους των απαιτήσεών του κατά του οφειλέτη,

  • ζ) να προβλέπεται ως επιλογή κατά τη διακριτική ευχέρεια των χρηματοδοτικών φορέων η χρήση υπολογιστικού εργαλείου για τον προσδιορισμό των όρων της

σύμβασης αναδιάρθρωσης, το οποίο:

  • ζα) θα καθορίζει σε δόσεις το τελικό ποσό αποπληρωμής καθώς και τη χρονική περίοδο αποπληρωμής ανά

καταλαμβανόμενο πιστωτή λαμβάνοντας υπόψη, i. την ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη με όρους καθαρής παρούσας αξίας, ii. την αξία ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, και iii. την κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών στο προϊόν της ρευστοποίησης, προκειμένου να προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό ανάκτησης ανά καταλαμβανόμενο πιστωτή,

  • ζβ) θα παράγει τα τελικά ποσά αποπληρωμής εφαρμόζοντας τους ακόλουθους κανόνες:

i. Δεν επιτρέπεται να φέρουν οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρισκόταν σε περίπτωση ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτό ισχύει κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ανεξάρτητα από τον χρόνο επιβολής κατάσχεσης ή επίδοσης επιταγής προς εκτέλεση. ii. Ποσά και άλλα ανταλλάγματα που απομένουν μετά την κατά προτεραιότητα κατανομή ποσών και άλλων ανταλλαγμάτων, σύμφωνα με την περ. i, κατανέμονται σε όλους τους καταλαμβανόμενους πιστωτές συμμέτρως κατά το μέρος των απαιτήσεών τους που απομένει ανεξόφλητο. iii. Δεν θα παραβιάζει το άρθρο 22. iv. Για τον υπολογισμό των ποσών διανομής μεταξύ των καταλαμβανόμενων πιστωτών, από τις απαιτήσεις των πιστωτών τους αφαιρούνται προηγουμένως: A) το σύνολο των τόκων υπερημερίας των πιστωτών του ιδιωτικού τομέα, B) ποσοστό ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των απαιτήσεων του Δημοσίου από πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τη φορολογική διοίκηση και ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) των απαιτήσεων του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Tα αναφερόμενα στις υποπερ. A΄ και B΄ ποσά συνυπολογίζονται στη διανομή μόνο στην περίπτωση και κατά την έκταση που το επιτρέπει η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη και αποπληρώνονται, εν όλω ή εν μέρει, μόνο εφόσον έχουν αποπληρωθεί πλήρως οι λοιπές απαιτήσεις των πιστωτών. Σε αντίθετη περίπτωση τα ανωτέρω ποσά διαγράφονται μετά την ολοσχερή εξόφληση όλων των οφειλών με βάση τη σύμβαση αναδιάρθρωσης. v. Θα βασίζεται σε στοιχεία διαθέσιμα σε συμμετέχοντες πιστωτές και παρεχόμενα από τον οφειλέτη (σε περίπτωση ασυμφωνίας των στοιχείων αυτών, επιλέγονται τα στοιχεία που προέρχονται από τους συμμετέχοντες πιστωτές) ως προς τα ακόλουθα: Α) Συνολικό ύψος υποχρεώσεων του οφειλέτη προς κάθε πρόσωπο, Β) συνολική αξία της περιουσίας του οφειλέτη, Γ) ετήσιο εισόδημά του, και Δ)τρέχουσες υποχρεώσεις του προς πιστωτές εκτός των καταλαμβανομένων πιστωτών.

  • η) να καθορίζονται θέματα που αφορούν την παροχή

βεβαίωσης για την επίτευξη σύμβασης αναδιάρθρωσης του παρόντος κεφαλαίου, και

  • θ) να καθορίζεται το κόστος συμμετοχής στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και το πρόσωπο ή πρόσωπα που

ευθύνονται για την κάλυψή του, καθώς και για τυχόν σχετικά έξοδα ή δαπάνες.

3.

Με κοινή απόφαση των Οικονομικών και Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ορίζεται η διαδικασία επιβεβαίωσης της βιωσιμότητας ή φερεγγυότητας του οφειλέτη, κατά περίπτωση, και της ελάχιστης απαιτούμενης ανάκτησης. Η ίδια απόφαση ορίζει τη διαδικασία κατάρτισης της διμερούς σύμβασης αναδιάρθρωσης, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια.

4.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι διαδικασίες, οι προϋποθέσεις και οι τεχνικές λεπτομέρειες, οι οποίες αποτελούν τις λειτουργικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών. της σύμβασης στην οποία υποχρεούνται να προσχωρήσουν χρηματοδοτικοί φορείς προκειμένου να δικαιούνται να καταστούν συμμετέχοντες πιστωτές. Η σύμβαση αυτή θα προβλέπει ιδίως:

  • α) Τη διαδικασία επικοινωνίας, διαπραγμάτευσης,

έγκρισης και κοινοποιήσεων που αφορούν τη σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών, ενδεικτικά των στοιχείων οφειλών του αιτούντα,

  • β) την υποχρέωση εμπιστευτικότητας των παρεχομένων στοιχείων,
  • γ) ότι για την έγκριση πρότασης αναδιάρθρωσης οφειλών απαιτείται συμφωνία του οφειλέτη και της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων πιστωτών, συμπεριλαμβανομένου και του ποσοστού συμμετεχόντων πιστωτών με

ειδικό προνόμιο,

  • δ) την αποδοχή ότι η συμφωνία δεσμεύει και τους

μη συναινούντες συμμετέχοντες πιστωτές που είναι χρηματοδοτικοί φορείς, εφόσον δεν περιέρχονται σε χειρότερη θέση απ’ ό,τι σε περίπτωση πτώχευσης (το οποίο δεν απαιτείται εφόσον η πρόταση προκύπτει βάσει του υπολογιστικού εργαλείου της περ. ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 71) και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος Πρώτου Βιβλίου,

  • ε) την αποδοχή ότι η συμφωνία δεσμεύει και τους ειδικούς ή καθολικούς διαδόχους συμμετέχοντα πιστωτή,
  • στ) τα γεγονότα καταγγελίας, τα δικαιώματα καταγγελίας των συμμετεχόντων πιστωτών και τις συνέπειες

καταγγελίας από και ως προς καταλαμβανόμενο πιστωτή και τον οφειλέτη,

  • ζ) την εξέταση αιτήματος οφειλέτη για την υποβολή

των όρων συμβιβασμού σε διαμεσολάβηση, και

  • η) την επεξεργασία κοινά αποδεκτής μεθόδου για τη

διάγνωση της βιωσιμότητας οφειλέτη και την ευθύνη της παροχής σχετικής δήλωσης προς το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά περίπτωση.

6.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζεται κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά τη διαδικασία αίτησης και καταβολής της επιδότησης δόσης του άρθρου 28, τη διασταύρωση στοιχείων, τη διενέργεια περιοδικών ελέγχων πλήρωσης των κριτηρίων, το όργανο που είναι αρμόδιο να εγκρίνει την επιδότηση, την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και την επιβολή συνεπειών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα σχετικά με αυτήν. Η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου πρέπει να συμμορφώνεται προς την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί κρατικών ενισχύσεων.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύνανται να τροποποιούνται οι προϋποθέσεις καταβολής της επιδότησης δόσης του άρθρου 28, καθώς και το ύψος αυτής.

Άρθρο 72

Εξουσιοδοτικές διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Δευτέρου

1.

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 34 διαδικασία ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μεταξύ των πιστωτών για την έγκριση σχεδίου συμφωνίας εξυγίανσης από τις απαιτούμενες κατά περίπτωση πλειοψηφίες και κάθε ειδικό θέμα και λεπτομέρεια που αφορά την ψηφοφορία αυτή καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων μπορούν να τίθενται επιπλέον λόγοι μη συναίνεσης του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 1 του άρθρου 37.

3.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καταρτίζεται ολοκληρωμένος κατάλογος ελέγχου για τις αιτήσεις επικύρωσης συμφωνιών εξυγίανσης, προσαρμοσμένος στις ανάγκες των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ο οποίος αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα. Ο κατάλογος ελέγχου περιλαμβάνει πρακτικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το πώς θα πρέπει να καταρτισθεί η αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να ορίζονται το ελάχιστο περιεχόμενο της προβλεπόμενης στο άρθρο 48 έκθεσης του εμπειρογνώμονα και οι διαδικασίες που ο εμπειρογνώμονας πρέπει να τηρήσει για την κατάρτιση της έκθεσής του.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης δύναται να ορίζεται πρότυπο κείμενο της απόφασης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης που εκδίδεται στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 56.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να προβλέπεται, κατά παρέκκλιση της παρ. 2 του άρθρου 56, η αυτεπάγγελτη δημοσίευση από το δικαστήριο της απόφασης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)