Νόμοι — ΦΕΚ A' 208/2013

Type Νόμος
Publication 2013-09-27
State In force
Source ΦΕΚ
articles 160
Reform history JSON API
3.

Η εκλογή διενεργείται ενώπιον Εφορευτικής Επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του, εφόσον δεν είναι υποψήφιος, και από τους ψηφολέκτες, ή σε περίπτωση κωλύματος από τους νόμιμους αναπληρωτές τους, και αποφασίζει κατά πλειοψηφία για κάθε ζήτημα που ανακύπτει κατά την ψηφοφορία. Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος του συλλόγου είναι υποψήφιος, Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μέλος του συλλόγου με δεκαπενταετή τουλάχιστον υπηρεσία. Η Εφορευτική Επιτροπή τηρεί το πρωτόκολλο ψηφοφορίας στο οποίο αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των ψηφοφόρων και ο αριθμός του μητρώου τους και μετά το τέλος της ψηφοφορίας συντάσσει το πρακτικό διαλογής των ψήφων, εξάγει τα αποτελέσματα της εκλογής και ανακηρύσσει τους επιτυχόντες. Εάν κατά τη διαλογή απουσιάζουν ορισμένοι ψηφολέκτες ή οι αναπληρωτές τους, ο Πρόεδρος του συλλόγου μπορεί με απόφασή του να διορίσει και κατά την ίδια ημέρα της εκλογής δικηγόρους οι οποίοι έχουν δικαίωμα ψήφου ως μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής σε αντικατάσταση των απόντων δικηγόρων.

4.

Σε Δικηγορικούς Συλλόγους, στους οποίους υπάρχουν περισσότεροι από χίλιοι εγγεγραμμένοι στo μητρώο δικηγόροι η εκλογή μπορεί να ενεργείται σε τμήματα ύστερα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου μαζί με τους προέδρους των εφορευτικών επιτροπών αποτελούν την Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή, η οποία

Άρθρο 115

Η διενέργεια της ψηφοφορίας και οι σταυροί προτιμήσεως

1.

Την ημέρα της ψηφοφορίας ο εκλογέας προσέρχεται στο εκλογικό τμήμα και μετά τη διαπίστωση των στοιχείων της ταυτότητάς του, παραλαμβάνει από την εφορευτική επιτροπή δύο φακέλους σφραγισμένους με τη σφραγίδα του Συλλόγου και σειρά ψηφοδελτίων των υποψήφιων Προέδρων και συμβούλων και αποσύρεται σε ιδιαίτερο χώρο, ώστε να εξασφαλίζεται το απόρρητο της ψηφοφορίας. Ο εκλογέας ψηφίζει τους υποψήφιους προέδρους και συμβούλους της προτίμησής του με σταυρό που σημειώνει δίπλα στο ονοματεπώνυμό τους. Εάν υπάρχει ξεχωριστό ψηφοδέλτιο για κάθε υποψήφιο πρόεδρο, δεν απαιτείται σταυροδότηση. Ο εκλογέας δικαιούται να σταυροδοτήσει υποψήφιους συμβούλους της προτίμησής του μέχρι τον προβλεπόμενο αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

2.

Σε περίπτωση που οι εκλογές διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 110 του Κώδικα, ο εκλογέας δικαιούται να σταυροδοτήσει υποψήφιους συμβούλους της προτίμησής του μέχρι το ήμισυ του προβλεπόμενου αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει στους Δικηγορικούς Συλλόγους που τα μέλη τους δεν υπερβαίνουν τα χίλια.

3.

Τα ψηφοδέλτια τοποθετούνται στους φακέλους που ρίπτονται ιδιόχειρα στις ψηφοδόχους από το μέλος που ψηφίζει.

4.

Στο σύστημα εκλογής με συνδυασμούς, ψηφοδέλτια που δεν φέρουν σταυρό προτίμησης για τους υποψήφιους συμβούλους είναι έγκυρα και υπολογίζονται υπέρ του συνδυασμού.

Άρθρο 116

Άκυρα ψηφοδέλτια Άκυρα είναι τα ψηφοδέλτια που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 113 του Κώδικα, καθώς και τα ψηφοδέλτια που έχουν ενδείξεις, οι οποίες παραβιάζουν εμφανώς τη μυστικότητα της ψηφοφορίας.

Άρθρο 117

Εκλογή Προέδρου και μελών Διοικητικού Συμβουλίου

1.

Για την εκλογή του Προέδρου απαιτείται να λάβει αυτός το 50% συν ένα των έγκυρων ψηφοδελτίων. Άλλως, την επόμενη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 του Κώδικα, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται και συμμετέχουν οι δύο πρώτοι υποψήφιοι πρόεδροι που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, οπότε εκλέγεται ως πρόεδρος ο υποψήφιος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους. Οι σύμβουλοι εκλέγονται από την ψηφοφορία της πρώτης Κυριακής ή και Δευτέρας στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 του Κώδικα, και κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν μέχρι τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου αριθμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

2.

Στην περίπτωση του άρθρου 109 και 110 του Κώδικα, Πρόεδρος εκλέγεται εκείνος που μεταξύ των υποψήφιων προέδρων έλαβε το 50% συν ένα των εγκύρων ψηφοδελτίων. Διαφορετικά η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2. Σε αυτήν συμμετέχουν οι δύο πρώτοι υποψήφιοι πρόεδροι που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, οπότε εκλέγεται ως πρόεδρος ο υποψήφιος που θα λάβει τις περισσότερες ψήφους.

3.

Ο μη εκλεγείς στην επαναληπτική εκλογή υποψήφιος Πρόεδρος καταλαμβάνει τη θέση συμβούλου.

Άρθρο 118

Σύστημα αναλογικής και συνδυασμοί

1.

Στους Δικηγορικούς Συλλόγους, στους οποίους οι αρχαιρεσίες διεξάγονται με το σύστημα των συνδυασμών, η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής. Οι θέσεις των συμβούλων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων διαιρείται με τον αριθμό των θέσεων του Διοικητικού Συμβουλίου. Το πηλίκο αυτής της διαίρεσης, και σε περίπτωση κλάσματος ο πλησιέστερος προς το κλάσμα μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός, αποτελεί το εκλογικό μέτρο. Αν το κλάσμα ισούται με το μισό της μονάδας, ως εκλογικό μέτρο θεωρείται ο μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός. Κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες θέσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο, όσες φορές χωρεί το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε. Συνδυασμός, που περιλαμβάνει υποψηφίους λιγότερους από τις θέσεις που του ανήκουν, καταλαμβάνει τόσες μόνο θέσεις όσοι είναι και οι υποψήφιοί του. Οι θέσεις που μένουν αδιάθετες από την πρώτη κατανομή σύμφωνα με τα παραπάνω, κατανέμονται στη συνέχεια στους συνδυασμούς εκείνους που έχουν τα μεγαλύτερα κατά σειρά υπόλοιπα ψήφων και οι οποίοι έχουν εκλέξει σύμβουλο από την πρώτη κατανομή. Σύμβουλοι από κάθε συνδυασμό εκλέγονται αυτοί που έλαβαν τις περισσότερες κατά σειρά ψήφους στο ψηφοδέλτιο αυτού, σύμφωνα με τον αριθμό των θέσεων που κατέλαβε ο συνδυασμός. Σε περίπτωση ίσου αριθμού ψήφων γίνεται κλήρωση.

2.

Ο επικεφαλής του συνδυασμού εκλέγεται σύμβουλος, εάν ο ίδιος, ως υποψήφιος πρόεδρος, έχει λάβει ποσοστό ψήφων άνω του 6% των έγκυρων ψηφοδελτίων.

Άρθρο 119

Κλήρωση σε περίπτωση ισοψηφίας Σε περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ των υποψήφιων προέδρων ή υποψήφιων συμβούλων γίνεται κλήρωση από την Εφορευτική Επιτροπή.

Άρθρο 120

Το αποτέλεσμα της εκλογής Το αποτέλεσμα της εκλογής κοινοποιείται από τον πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής προς τον πρόεδρο και τους συμβούλους που εκλέχθηκαν και γνωστοποιείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος δημοσιεύει τα ονόματα που εκλέχθηκαν σε Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αφού παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση ενστάσεων κατά του κύρους των εκλογών ή όταν απορριφθούν τυχόν ενστάσεις που έχουν υποβληθεί.

Άρθρο 121

Ενστάσεις κατά του κύρους των εκλογών

1.

Κάθε μέλος του Συλλόγου έχει το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση κατά του κύρους των εκλογών, εφόσον έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς το Σύλλογο μέχρι την ημέρα της υποβολής της ένστασής του. τικού Εφετείου, στην περιοχή του οποίου υπάγεται ο Δικηγορικός Σύλλογος. Η ένσταση ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του αρμόδιου εφετείου και εκδικάζεται την ημέρα που ορίζει ο πρόεδρος με πράξη του. Μεταξύ κατάθεσης της ένστασης και συζήτησής της πρέπει να μεσολαβούν δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της ένστασης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδίδεται με φροντίδα του ενισταμένου στον Πρόεδρο του Συλλόγου τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

3.

Στη συζήτηση της ένστασης παρίσταται ο ενιστάμενος και εκ μέρους του Συλλόγου, ο πρόεδρος ή αντιπρόεδρος ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου, εξουσιοδοτούμενο εγγράφως από τον Πρόεδρο. Υπομνήματα κατατίθενται δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση, χωρίς να είναι υποχρεωτικά.

4.

Το διοικητικό Εφετείο εκδικάζει την ένσταση λαμβάνοντας υπόψη τα προσκομιζόμενα στοιχεία χωρίς να απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης. Μάρτυρες μπορεί να εξετασθούν κατά τη συζήτηση της ένστασης.

5.

Η υποβολή ένστασης κατά το κύρος των αρχαιρεσιών δεν αναστέλλουν το αποτέλεσμα αυτών.

Άρθρο 122

Μη αποδοχή της εκλογής από τον πρόεδρο ή θάνατος ή παραίτησή του Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 120 του Κώδικα, πρόεδρος, που δεν αποδέχεται την εκλογή του, πρέπει να το δηλώσει εγγράφως στον πρόεδρο του οικείου Συλλόγου ή τον αναπληρωτή του. Στην περίπτωση αυτή, όσο και στην περίπτωση που κενωθεί η θέση του προέδρου τα τρία (3) πρώτα έτη της θητείας του, διενεργούνται εκλογές με ανάλογη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Σε περίπτωση που κενωθεί η θέση του προέδρου κατά το τελευταίο έτος της θητείας του τη θέση του αναλαμβάνει ο αντιπρόεδρος ή εάν δεν υπάρχει αντιπρόεδρος, ο αρχαιότερος ως προς τη δικηγορική υπηρεσία σύμβουλος και τη θέση αυτού καταλαμβάνει ο πρώτος αναπληρωματικός σύμβουλος.

Άρθρο 123

Μη αποδοχή της εκλογής του από σύμβουλο, θάνατός του ή παραίτησή του Αν σύμβουλος δεν αποδέχεται την εκλογή του, ή σε περίπτωση που κενωθεί θέση συμβούλου από οποιαδήποτε αιτία, αυτήν καταλαμβάνει ο πρώτος αναπληρωματικός σύμβουλους, όπως έχουν καταταγεί σύμφωνα με τα άρθρα 117 και 118 του Κώδικα.

Άρθρο 124

Μη διενέργεια εκλογών ή ακύρωσής τους

1.

Αν δεν διεξαχθούν οι εκλογές για οποιονδήποτε λόγο ή ακυρωθούν ή κενωθεί η θέση του πρόεδρου, ο κατάλογος των εκλογέων του άρθρου 103 του Κώδικα συντάσσεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη ματαίωση των εκλογών ή την ακύρωσή τους ή την κένωση της θέσης του προέδρου. Η προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων ορίζεται εικοσαήμερη από την επέλευση των γεγονότων αυτών, οι δε αρχαιρεσίες ενεργούνται την πρώτη Κυριακή ή και Δευτέρα στην περίπτωση του άρθρου 107 παράγραφος 2 μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την ανακήρυξη των υποψηφίων. Οι διατάξεις των άρθρων 103 έως 127 του Κώδικα εφαρμόζονται ανάλογα.

2.

Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ανεξάρτητα από το χρόνο διενέργειας των εκλογών, δεν παρατείνεται αλλά λήγει την ίδια ημέρα που θα έληγε η θητεία του Προέδρου και του συμβουλίου, ως εάν είχαν εκλεγεί στις πρώτες αρχαιρεσίες του τετάρτου έτους που θα έληγε η θητεία.

Άρθρο 125

Αποβολή της ιδιότητας του προέδρου ή του συμβούλου Έκπτωση από το αξίωμα

1.

Αποβάλλει την ιδιότητα του προέδρου αυτοδίκαια εκείνος που:

  • α) για οποιονδήποτε λόγο αποβάλει την ιδιότητα του

δικηγόρου, ή

  • β) τιμωρήθηκε τελεσίδικα με πειθαρχική ποινή της

προσωρινής παύσης.

2.

Στις περιπτώσεις της αυτοδίκαιης απώλειας της ιδιότητας του προέδρου ή του συμβούλου γνωστοποιείται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου, στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ενεργούνται όσα ορίζονται στο άρθρο 122 του Κώδικα.

3.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου δύναται να κηρυχθεί έκπτωτος από το αξίωμα του προέδρου ή του συμβούλου εκείνος που:

  • α) αποδέχθηκε θέση ή αξίωμα που συνεπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα, ολική αναστολή του

λειτουργήματος του δικηγόρου και

  • β) αδικαιολόγητα απουσιάζει από οκτώ (8) συνεχείς ή

δεκαέξι (16) μη συνεχείς συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.

4.

Αν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ο πρόεδρος ή ο σύμβουλος που αποδέχθηκε θέση ή αξίωμα που συνεπάγεται ολική αναστολή του λειτουργήματος, κριθεί ότι θα πρέπει να διατηρήσει τη θέση ή το αξίωμα, τότε αυτός τελεί σε αναστολή της άσκησης του αξιώματος, ως προέδρου ή συμβούλου.

Άρθρο 126

Παραίτηση από το αξίωμα Ο πρόεδρος ή ο σύμβουλος δικαιούνται να παραιτηθούν από το αξίωμα. Η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Η απόφαση της αποδοχής της παραίτησης διαβιβάζεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο 127

Η άμισθη παροχή υπηρεσιών του Διοικητικού Συμβουλίου και η συγκρότησή του σε σώμα Καθορισμός Αρμοδιοτήτων

1.

Οι υπηρεσίες του προέδρου και των συμβούλων είναι άμισθες. βουλος καλεί εντός οκτώ (8) ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων του το συμβούλιο για να εκλέξει αντιπρόεδρο, γενικό γραμματέα και ταμία.

3.

Αν υπάρξει απαρτία, το συμβούλιο εκλέγει με μυστική ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του Διοικητικού Συμβούλιου: α) τον αντιπρόεδρο, β) τον γενικό γραμματέα και γ) τον ταμία. Σε περίπτωση μη επίτευξης της παραπάνω απόλυτης πλειοψηφίας η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται εντός τριημέρου και το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Αν το συμβούλιο αποτελείται από δεκαπέντε μέλη με τον Πρόεδρο ή και περισσότερα, εκλέγονται δύο αντιπρόεδροι, ενώ αν αποτελείται από ολιγότερα μέλη εκλέγεται ένας αντιπρόεδρος.

4.

Ο αντιπρόεδρος, ο γενικός γραμματέας και ο ταμίας εκλέγονται για ολόκληρη την τετραετία.

ΤΜΗΜΑ Δ΄

ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΜΗΤΡΩΟΥ

Άρθρο 128

Σύσταση και οργάνωση επιτροπών

1.

Σε κάθε Δικηγορικό Σύλλογο συνιστώνται από μία πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια Επιτροπή Μητρώου. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους Αθηνών και Θεσσαλονίκης μπορούν να συσταθούν περισσότερες Επιτροπές Μητρώου σε κάθε βαθμό. Τα μέλη των επιτροπών ορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων ανά διετία και το αργότερο μέχρι τη 15η Φεβρουαρίου, με διετή θητεία, η οποία αρχίζει την 1η Μαρτίου και λήγει την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου του δεύτερου έτους.

2.

Οι Επιτροπές Μητρώου αποτελούνται από πέντε (5) τακτικά και πέντε (5) αναπληρωματικά μέλη δικηγόρους, που δεν είναι μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων με δεκαετή τουλάχιστον θητεία και δεκαπενταετή, αν πρόκειται για τις Επιτροπές Μητρώου δευτέρου βαθμού και στις οποίες προεδρεύει ο αρχαιότερος κατά το διορισμό δικηγόρος. Όσοι Δικηγορικοί Σύλλογοι έχουν αριθμό μελών μικρότερο των τριακοσίων (300) οι πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές μητρώου είναι τριμελείς και οι δικηγόροι των πρωτοβάθμιων επιτροπών πρέπει να έχουν πενταετή τουλάχιστον θητεία και των δευτεροβάθμιων τουλάχιστον δεκαετή θητεία.

3.

Χρέη γραμματέα ασκεί ο νεώτερος δικηγόρος.

Άρθρο 129

Έργο Επιτροπών Μητρώου

1.

Οι Επιτροπές έχουν ως έργο τον έλεγχο των μητρώων και των δηλώσεων που υποβάλλονται ετησίως. Αποφαίνονται για τη μη υποβολή, ή το αναληθές περιεχόμενο αυτών και ή το εκπρόθεσμο και διαγράφουν από το μητρώο όσους δικηγόρους δεν υπέβαλαν ή υπέβαλαν ανειλικρινείς ή εκπρόθεσμες δηλώσεις.

2.

Οι Επιτροπές βρίσκονται σε απαρτία και συνεδριάζουν, εφόσον παρίστανται πέντε τουλάχιστον μέλη και οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων.

3.

Στις Επιτροπές διαβιβάζονται όλοι οι φάκελοι των εγγεγραμμένων στο μητρώο του συλλόγου μαζί με τις υποβληθείσες δηλώσεις μέχρι τη 10η Μαρτίου κάθε έτους και σε περίπτωση που η δήλωση κριθεί ειλικρινής, ενημερώνεται ο ατομικός φάκελος και σημειώνεται η χρονολογία λήψης της απόφασης και οι υπογραφές του προέδρου και του γραμματέα. Για την περίπτωση διαγραφής δικηγόρου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης, η Επιτροπή οφείλει να καλέσει αυτόν πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο. Η απόφαση για τη διαγραφή συντάσσεται εγγράφως, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη και να καταγράφεται η γνώμη της τυχόν μειοψηφίας. Η απόφαση διαγραφής καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο που τηρείται στο Σύλλογο και κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο με επιμέλεια του Συλλόγου, τα δε σχετικά αποδεικτικά τηρούνται στο φάκελο.

4.

Κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας Επιτροπής επιτρέπεται η άσκηση έφεσης εντός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης με κατάθεση στη Γραμματεία του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η έφεση καταχωρίζεται σε ιδιαίτερο βιβλίο και διαβιβάζεται με το σχετικό φάκελο στη δευτεροβάθμια Επιτροπή, η απόφαση της οποίας συντάσσεται εγγράφως και πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Η δευτεροβάθμια Επιτροπή με κλήση που υπογράφεται από τον Πρόεδρο υποχρεούται να καλέσει τον εκκαλούντα και επιδίδεται στον εκκαλούντα πέντε (5) ημέρες πριν από τη συνεδρίασή της.

5.

Οι Επιτροπές μητρώου, πρώτου και δεύτερου βαθμού, δύναται για κάθε υπόθεση να διορίζουν από τα μέλη τους εισηγητές, ασκούν δε όλες τις κατά τα άρθρα εξουσίες του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Οι ψηφοφορίες, αν ζητηθεί από κάποιο μέλος, διεξάγονται μυστικά και η απόφαση πρέπει να εκδίδεται εντός ευλόγου χρόνου.

6.

Η διαδικασία ενώπιον των Επιτροπών διεξάγεται ατελώς και οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Οι δε αποφάσεις και οι κλήσεις κοινοποιούνται με βάση τις αντίστοιχες διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας. Αιτήσεις εξαίρεσης μελών των Επιτροπών υποβάλλονται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου. Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιούται να αντικαθιστά το μέλος των Επιτροπών που απουσιάζει αδικαιολόγητα για τρεις (3) συνεχείς συνεδριάσεις και μπορεί να διατάξει και την πειθαρχική του δίωξη.

7.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και κάθε νομικό πρόσωπο υποχρεούνται να παρέχουν στους Δικηγορικούς Συλλόγους οποιαδήποτε πληροφορία ή βεβαίωση σχετική με την υπηρεσιακή κατάσταση των δικηγόρων ή ασκουμένων που υπηρετούν σε αυτούς.

ΤΜΗΜΑ Ε΄

ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

Άρθρο 130

Διαμεσολάβηση

1.

Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας υποστηρίζουν ενεργά και διαρκώς το θεσμό της διαμεσολάβησης. Προς το σκοπό αυτό, προβαίνουν σε κάθε ενδεδειγμένη και σκόπιμη ενέργεια για την προβολή και διάδοση του θεσμού της διαμεσολάβησης ως εναλλακτικής μορφής επίλυσης διαφορών, τόσο προς τους δικηγόρους, όσο και προς το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

2.

Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οργανώνουν και λειτουργούν ειδικά πιστοποιημένα κέντρα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών. Εκτός από τα ως άνω κέντρα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να ιδρύουν υπηρεσίες ή κέντρα δια παντός τύπου εκδηλώσεων προβολής και προώθησης της διαμεσολάβησης.

Άρθρο 131

Μόνιμη διαιτησία στους δικηγορικούς συλλόγους

1.

Στους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας μπορούν, μετά τη γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε συλλόγου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες. Ομοίως, μόνιμη διαιτησία μπορεί να οργανωθεί σε επίπεδο εφετείου, μετά τη γνωμοδότηση των διοικητικών συμβουλίων των οικείων δικηγορικών συλλόγων.

2.

Με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται οι λεπτομέρειες οργάνωσης της διαιτησίας σε κάθε δικηγορικό σύλλογο.

3.

Με τα προεδρικά διατάγματα της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να προβλέπεται και παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με τις ακόλουθες προσαρμογές, όπως:

  • α) Στις περιπτώσεις των άρθρων 878, 880 παρ. 2 και

884 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αποφαίνεται, αντί του ειρηνοδικείου, ο πρόεδρος ή το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου ή επιτροπή αποτελούμενη από συμβούλους αυτού.

  • β) Η υποχρέωση επιλογής των διαιτητών και του επιδιαιτητή από κατάλογο διαιτητών που συντάσσεται κατά

ορισμένα χρονικά διαστήματα από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και περιλαμβάνει μόνο δικηγόρους μέλη του ίδιου συλλόγου.

  • γ) Η διαιτητική διαδικασία, τηρουμένων των διατάξεων

του άρθρου 886 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και ο τρόπος προσδιορισμού της δαπάνης της διαιτησίας και της αμοιβής των διαιτητών.

  • δ) Το εφαρμοστέο από τον επιδιαιτητή και τους διαιτητές ουσιαστικό δίκαιο.
  • ε) Τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η διαιτητική

απόφαση, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 892 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 132

Αντικείμενο και διαδικασία διαιτησίας στους δικηγορικούς συλλόγους

1.

Στη διαιτησία κάθε δικηγορικού συλλόγου μπορούν να υπαχθούν όλες οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις.

2.

Στις διαιτησίες των Δικηγορικών Συλλόγων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 867 έως 900 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των διαταγμάτων που θα εκδοθούν.

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Άρθρο 133

Η Ολομέλεια ως συντονιστικό όργανο

1.

Συντονιστικό όργανο των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας αποτελεί η «Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος».

2.

Η Ολομέλεια είναι το ανώτατο αντιπροσωπευτικό όργανο των δικηγόρων της χώρας.

3.

Η ανεξαρτησία και η αυτοτέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, όπως το άρθρο 89 του Κώδικα ορίζει, δεν θίγονται από τη λειτουργία, τις προτάσεις και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων. Οι αποφάσεις της Ολομέλειας συνιστούν κατευθυντήριες γραμμές στη λήψη αποφάσεων από τα όργανα των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και αξιοποιούνται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και την πραγμάτωση των σκοπών τους.

4.

Αυτοδικαίως, με την εκλογή τους τα μέλη της Ολομέλειας αποτελούν οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου σε περίπτωση κωλύματός του δύναται να ορίσει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου για να τον αναπληρώσει.

5.

Η Ολομέλεια εδρεύει στην Αθήνα, όπου διατηρεί γραφεία και διοικητικό – υποστηρικτικό προσωπικό. Όσον αφορά στο προσωπικό της Ολομέλειας εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 5 του Κώδικα.

6.

Η Ολομέλεια διευθύνεται από τριμελές Προεδρείο, το οποίο αποτελείται από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά. Πρόεδρος αυτής είναι ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος και την εκπροσωπεί.

7.

Πόρος της Ολομέλειας είναι η ετήσια συνδρομή κάθε Δικηγορικού Συλλόγου, η οποία και καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας. Με κανονισμό, ο οποίος καταρτίζεται από επταμελή επιτροπή και εγκρίνεται από την Ολομέλεια με πλειοψηφία των μελών της, ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας αυτής.

Άρθρο 134

Έργο της Ολομέλειας

1.

Έργο της Ολομέλειας αποτελεί ο συντονισμός της δραστηριότητας των Δικηγορικών Συλλόγων και η εκπροσώπηση του δικηγορικού σώματος συνολικά. Στο έργο της Ολομέλειας εμπίπτουν ιδίως:

  • α) Η μελέτη των προβλημάτων που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και η προώθηση

λύσεων.

  • β) Η μέριμνα για ζητήματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του δικαστικού συστήματος.
  • γ) Η μελέτη και επεξεργασία θεμάτων σχετικών με τη

νομοθεσία και τη νομολογία.

  • δ) Η εκπροσώπηση του δικηγορικού σώματος ενώπιον

των αρχών, των διεθνών οργανισμών και των οργάνων των ευρωπαϊκών κοινοτήτων.

  • ε) Η δημιουργία και λειτουργία από την Ολομέλεια

ή σε συνεργασία με άλλους κρατικούς ή μη φορείς, τράπεζας νομικών πληροφοριών.

  • στ) Η συνεργασία και ο συντονισμός με τους επιστημονικούς Συλλόγους της χώρας, της αλλοδαπής και

ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • ζ) Η οργάνωση συνεδρίων των Δικηγορικών Συλλόγων

της χώρας.

  • η) Η παρέμβαση σε ζητήματα εθνικού ή ευρύτερου

κοινωνικού ενδιαφέροντος.

  • θ) Όσα άλλα της ανατίθενται με τον Κώδικα.
2.

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων είναι νομικός αρωγός ή σύμβουλος της Ελληνικής Πολιτείας.

1.

Η Ολομέλεια συνεδριάζει μία (1) φορά τουλάχιστον κάθε τέσσερις (4) μήνες, μετά από έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου ή και μετά από αίτηση δέκα (10) τουλάχιστον μελών αυτής προς τον Πρόεδρο. Αυτός οφείλει εντός μηνός από την υποβολή της αίτησης να συγκαλέσει αυτήν. Στην πρόσκληση του Προέδρου ή την αίτηση των μελών πρέπει να αναφέρονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.

2.

Αν ο Πρόεδρος δεν συγκαλέσει εντός μηνός την Ολομέλεια, αυτή συγκαλείται αυτοδικαίως το επόμενο Σάββατο μετά την παρέλευση πέντε (5) εργασίμων ημερών από την πάροδο της πιο πάνω πενθήμερης προθεσμίας στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Το Προεδρείο για τη συγκεκριμένη και μόνο συνεδρίαση, εκλέγεται από την Ολομέλεια, η οποία ολοκληρώνει τις εργασίες της σε μία συνεδρίαση. Ρητά, απαγορεύεται η διακοπή των εργασιών της συγκεκριμένης Ολομέλειας για επόμενη συνεδρίαση.

3.

Η Ολομέλεια βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον τα 3/5 των μελών της, αποφασίζει δε με ονομαστική ψηφοφορία και απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.

Άρθρο 136

Οργάνωση Πανελλήνιου Συνεδρίου Δικηγορικών Συλλόγων

1.

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος οργανώνει τουλάχιστον κάθε τετραετία πανελλήνιο συνέδριο, το οποίο σκοπό έχει τη λήψη αποφάσεων σε θέματα που αναφέρονται στη δικαιοσύνη, στη δικηγορία, στη νομοθεσία και νομολογία, καθώς και σε θέματα γενικότερου εθνικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Σύνεδροι είναι οι Πρόεδροι και τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων, δικαίωμα όμως παρέμβασης έχουν και εκπρόσωποι παρατάξεων που συμμετείχαν στις τελευταίες αρχαιρεσίες των κατά τόπους δικηγορικών συλλόγων.

2.

Με απόφαση της Ολομέλειας ορίζεται επταμελής οργανωτική επιτροπή, η οποία καταρτίζει τον κανονισμό του συνεδρίου, ορίζει το χρόνο και τόπο διοργάνωσης αυτού, την ημερήσια διάταξη, τους εισηγητές και τα μέλη των επιτροπών επεξεργασίας των θεμάτων, τον τρόπο παρέμβασης των εκπροσώπων παρατάξεων που συμμετείχαν στις τελευταίες αρχαιρεσίες των κατά τόπους δικηγορικών συλλόγων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για τη διεξαγωγή του συνεδρίου. Εισηγητές και μέλη των επιτροπών μπορούν να ορισθούν και μη μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων. Ο κανονισμός αυτός εγκρίνεται από την Ολομέλεια και η εφαρμογή του ανατίθεται στην πιο πάνω επταμελή επιτροπή.

Άρθρο 137

Συντονιστική Επιτροπή

1.

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων συγκροτεί, στην πρώτη συνεδρίασή της, Συντονιστική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και από δέκα Προέδρους Δικηγορικών Συλλόγων της περιφέρειας, οι οποίοι εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία.

2.

Η Συντονιστική Επιτροπή εδρεύει στην Αθήνα, εξυπηρετείται από το διοικητικό προσωπικό της Ολομέλειας και έχει Πρόεδρο τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας, ο οποίος συγκαλεί τις συνεδριάσεις αυτής, τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα. Οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων Θεσσαλονίκης και Πειραιά αποτελούν τα άλλα δύο μέλη του Προεδρείου της.

3.

Η Συντονιστική Επιτροπή συγκαλείται επίσης, με αίτηση επτά τουλάχιστον μελών της. Αν ο Πρόεδρος δεν συγκαλέσει τη Συντονιστική Επιτροπή εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης, συγκαλείται αυτοδικαίως το επόμενο Σάββατο μετά την παρέλευση πέντε (5) εργασίμων ημερών από την πάροδο της πιο πάνω δεύτερης πενθήμερης προθεσμίας στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και το Προεδρείο, αυτή εκλέγεται από τη Συντονιστική Επιτροπή, η οποία ολοκληρώνει τις εργασίες της σε μία συνεδρίαση.

4.

Η Συντονιστική Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίστανται στις συνεδριάσεις της τουλάχιστον επτά από τα μέλη της και αποφασίζει με πλειοψηφία των 3/5 των παρόντων μελών.

5.

Έργο της Συντονιστικής Επιτροπής είναι πέραν των όσων προβλέπονται στον Κώδικα και η αντιμετώπιση επειγόντων ζητημάτων και αυτών που αναθέτει σε αυτήν η Ολομέλεια.

6.

Οι διατάξεις για τη λειτουργία της Ολομέλειας των Προέδρων ισχύουν αναλογικά και για τη Συντονιστική Επιτροπή αυτής.

Άρθρο 138

Δημοψηφίσματα

1.

Για θέματα ιδιαίτερης και κρίσιμης σημασίας για το δικηγορικό λειτούργημα ή τη λειτουργία της δικαιοσύνης, με απόφαση των 2/3 των μελών της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων δύναται να προκηρυχθεί η διεξαγωγή πανελλαδικού δημοψηφίσματος δικηγόρων με μυστική ψηφοφορία.

2.

Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας καλεί όλα τα μέλη των Δικηγορικών Συλλόγων να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία με γενική πρόσκληση, που δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας και αναρτάται σε προβεβλημένα σημεία των δικαστηρίων, οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη ψηφοφορία ή και στην ιστοσελίδα της Ολομέλειας και των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Στην πρόσκληση πρέπει να αναγράφονται ο χρόνος και ο τόπος της ψηφοφορίας, καθώς και τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί αυτή. Η Συντονιστική Επιτροπή και οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων έχουν την ευθύνη για την οργάνωση και τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας.

3.

Με απόφαση των 2/3 των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε Δικηγορικού Συλλόγου, δύναται να προκηρυχθεί η διεξαγωγή δημοψηφίσματος δικηγόρων μελών του Συλλόγου αυτού (για τοπικά θέματα), με μυστική ψηφοφορία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ − ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ

Άρθρο 139

Γενικές αρχές

1.

Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη.

3.

Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής δύναται να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, έως ότου περατωθεί η ποινική. Σε περίπτωση αθώωσης στην ποινική δίκη, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται αν έχει τιμωρηθεί ο διωχθείς. Πάντως, οι διαπιστώσεις που εμπεριέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων, γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη.

4.

Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο και επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Διαφορετική νομική υπαγωγή των ίδιων περιστατικών δεν καθιστά την πειθαρχική αγωγή νέα.

5.

Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής.

6.

Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολάσιμου της πράξης ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.

7.

Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας και εσωτερικοί κανονισμοί του οικείου δικηγορικού συλλόγου, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του Συλλόγου και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις που είναι ευμενέστερες, για τον διωκόμενο.

8.

Παραίτηση ή μετάθεση του δικηγόρου πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης δεν παρακωλύει την εξέλιξή της ούτε την καταργεί.

Άρθρο 140

Πειθαρχικά παραπτώματα

1.

Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια και καταλογιστή πράξη, ενέργεια ή παράλειψη του δικηγόρου, στο πλαίσιο του λειτουργήματός του ή και έξω από αυτό, εφόσον αυτή:

  • α) αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τους νόμους που συνδέονται

άρρηκτα με την άσκηση του λειτουργήματός του και την απονομή της Δικαιοσύνης,

  • β) αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις διατάξεις εσωτερικού και διεθνούς δικαίου που αφορούν την προστασία των ανθρωπίνων

δικαιωμάτων,

  • γ) αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τις διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας, εσωτερικών κανονισμών του οικείου δικηγορικού συλλόγου,

αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων αυτού.

  • δ) είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά του ως υπερασπιστή και εκπροσώπου των ηθικών και υλικών συμφερόντων του εντολέα του,
  • ε) θίγει το κύρος του δικηγορικού λειτουργήματος.
2.

Πειθαρχικά παραπτώματα του δικηγόρου αποτελούν:

  • α) Πράξεις που μαρτυρούν έλλειψη αφοσίωσης προς

την Πατρίδα και το Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας.

  • β) Η χρησιμοποίηση της ιδιότητας του δικηγόρου για

την επιδίωξη παράνομων ιδιοτελών σκοπών. Η απαίτηση για τη λήψη νόμιμης αμοιβής δεν συνιστά τέτοιο σκοπό.

  • γ) Η εν γένει αναξιοπρεπής ή απρεπής συμπεριφορά

του.

  • δ) Η παραβίαση του δικηγορικού απορρήτου.
3.

Κάθε κακούργημα που τελείται από δικηγόρο είναι και αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα. Επίσης, κάθε πλημμέλημα που η διάπραξή του και η σχετική καταδίκη είναι ασυμβίβαστες με το δικηγορικό λειτούργημα είναι και αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα.

4.

Δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για το δικηγόρο η άρνησή του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του Συντάγματος ή είναι αντίθετες σε αυτό.

Άρθρο 141

Παραγραφή

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται πέντε (5) έτη μετά την τέλεσή τους.

2.

Πειθαρχικό παράπτωμα, που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παρέλθει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου. Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και ένα (1) έτος μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ή αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος. Ομοίως, αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος για όσο χρόνο διαρκεί η ακυρωτική διαδικασία.

3.

O χρόνος της παραγραφής αναστέλλεται με την υποβολή της αναφοράς, ο χρόνος της αναστολής αυτής δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου συλλόγου καθορίζεται το ύψος του παραβόλου που απαιτείται για την υποβολή της ως άνω αναφοράς.

4.

Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής δίωξης για αυτό.

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

Άρθρο 142

Πειθαρχικές ποινές

1.

Οι πειθαρχικές ποινές είναι:

  • α) η σύσταση,
  • β) η επίπληξη,
  • γ) το πρόστιμο από 500 μέχρι 20.000 ευρώ. Το ανώτατο και το κατώτατο όριο των προστίμων μπορεί να τροποποιείται με πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων

των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης,

  • δ) προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα

έως δύο (2) χρόνια και

  • ε) οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα.
2.

Η ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκόμενου κύρος του δικηγορικού λειτουργήματος. Τέτοιες προϋποθέσεις συντρέχουν:

  • α) αν ο διωκόμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα για

κακούργημα,

  • β) αν καταδικάσθηκε αμετάκλητα για οποιοδήποτε

πλημμέλημα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Κώδικα,

  • γ) αν έχει τιμωρηθεί ήδη με ποινή προσωρινής παύσης

τουλάχιστον έξι (6) μηνών την τελευταία τριετία για άλλη, χρονικά προγενέστερη, πράξη.

3.

Τα μέτρα της επίπληξης και του προστίμου μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά.

4.

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται κατά την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης.

Άρθρο 143

Συνέπειες παύσης − Απαγόρευση εκπροσώπησης

1.

Ο δικηγόρος, στον οποίο έχει επιβληθεί παύση από το δικηγορικό λειτούργημα, οριστική ή προσωρινή, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί, δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως πληρεξούσιος ή συνήγορος ή νομικός σύμβουλος αυτοπροσώπως ή μέσω αλληλογραφίας, ενώπιον δικαστηρίων, υπηρεσιών, διαιτητικού δικαστηρίου ή άλλων προσώπων ή να διορίζει πληρεξουσίους ή μεταπληρεξουσίους.

2.

Το κύρος των νομικών πράξεων του δικηγόρου δεν θίγεται από την επιβληθείσα παύση, εκτός αν εκείνος που εκπροσωπείται τελούσε σε γνώση αυτής.

3.

Τα δικαστήρια οφείλουν να αποπέμπουν τον δικηγόρο που παρίσταται ενώπιόν τους παρά την παύση που του έχει επιβληθεί.

Άρθρο 144

Επιμέτρηση ποινής

1.

Κατά τον προσδιορισμό του είδους της ποινής και κατά την επιμέτρησή της το πειθαρχικό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη:

  • α) τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και

ιδίως τη βλάβη που προκάλεσε το αδίκημα, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του αδικήματος, τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε αυτό, την ένταση του δόλου ή το βαθμό αμέλειας του διωκομένου,

  • β) την προσωπικότητα του δικηγόρου, την πείρα του,

τις ατομικές, κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη πορεία του, καθώς και τη διαγωγή του μετά την πράξη, τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία να επανορθώσει τις συνέπειες αυτής.

2.

Όταν συρρέουν περισσότερα πειθαρχικά αδικήματα και οι πειθαρχικές ποινές για καθένα από αυτά είναι του ίδιου είδους, επιβάλλεται μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την πιο βαριά από τις συντρέχουσες ποινές και προσαυξάνεται. Εάν οι πειθαρχικές ποινές είναι του αυτού είδους, ή αν οι ποινές είναι ίσης διάρκειας η συνολική ποινή αποτελείται από μία από αυτές, που προσαυξάνεται μέχρι το ανώτερο όριό της. Η επαύξηση της προσωρινής παύσης δεν μπορεί να είναι ανώτερη των έξι (6) μηνών. Η επαύξηση της πιο βαριάς ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές γίνεται κατά την αιτιολογημένη κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου.

3.

Σε περίπτωση που ο δικηγόρος έχει τιμωρηθεί με προσωρινή παύση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και τιμωρηθεί μέσα σε πέντε (5) χρόνια από την τέλεση της πράξης για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ποινή προσωρινής παύσης, μπορεί να διαγραφεί οριστικά από το μητρώο του συλλόγου, με αίτηση του Πρόεδρου αυτού προς το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο.

4.

Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να μην επιβάλει ποινή, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί, καθώς και την προσωπικότητα του διωκομένου δικηγόρου.

Άρθρο 145

Δημοσιότητα

1.

Οι τελεσίδικες αποφάσεις που επιβάλλουν την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης δημοσιεύονται στο νομικό περιοδικό που εκδίδει σε τακτική βάση ο οικείος δικηγορικός σύλλογος και στην περίπτωση που δεν εκδίδεται ή έχει παύσει να εκδίδεται, στο νομικό περιοδικό που εκδίδεται στην ίδια εφετειακή περιφέρεια, διαφορετικά στο Νομικό Βήμα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Επίσης, αναρτάται περίληψη στην ηλεκτρονική σελίδα του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου είναι μέλος εκείνος στον οποίο έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή.

2.

Σε περίπτωση προσωρινής ή οριστικής παύσης δικηγόρου που ανήκει σε δικηγορική Εταιρεία, αφαιρείται το όνομά του από την επωνυμία της Εταιρείας.

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Άρθρο 146

Πειθαρχικά Συμβούλια

1.

Πειθαρχικά συμβούλια είναι: (α) τα πειθαρχικά συμβούλια στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου που δικάζουν πειθαρχικά αδικήματα σε πρώτο βαθμό και (β) το ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο για τους δικηγόρους, με έδρα τον Άρειο Πάγο που δικάζει τα πειθαρχικά αδικήματα των δικηγόρων σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό.

2.

Τα πειθαρχικά συμβούλια με απόφασή τους μπορούν να συνεδριάζουν και στην έδρα του Δικηγορικού Συλλόγου των πειθαρχικά εγκαλουμένων, εφόσον κρίνουν ότι με τον τρόπο αυτόν διευκολύνονται τα διάδικα μέρη.

Άρθρο 147

Πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια

1.

Τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια είναι πενταμελή και συγκροτούνται ως ακολούθως:

  • α) Εντός του μηνός Μαρτίου, μετά τη διεξαγωγή των

αρχαιρεσιών των δικηγορικών συλλόγων, η συντονιστική επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων μετά από πρόταση ενός ή περισσοτέρων συλλόγων αποφασίζει τον αριθμό των πειθαρχικών συμβουλίων στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου και τον αναγκαίο αριθμό μελών, τακτικών και αναπληρωματικών, για τη συγκρότησή τους. Με πρόταση των διοικητικών συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων της έδρας κάθε πολιτικού εφετείου και κατά την αναλογία των μελών κάθε συλλόγου, συντάσσεται κατάλογος με πενταπλάσιο του αναγκαίου αριθμού μελών για το πειθαρχικό συμβούλιο στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου για την επόμενη θητεία. Η συντονιστική επιτροπή μετά από πρόταση στην έδρα συγκεκριμένων πολιτικών εφετείων.

  • β) Εντός του μηνός Μαρτίου γίνεται δημόσια κλήρωση

των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου με απόφαση του Προέδρου Εφετών και την παρουσία αυτού και των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της περιφέρειας αυτού.

2.

Υποψήφια μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων δύνανται να είναι:

  • α) Δικηγόροι, που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον

δεκαπενταετή δικηγορία.

  • β) Επίτιμοι δικηγόροι, που έχουν διακριθεί εξαιρετικά

κατά τη διάρκεια της ενεργούς δικηγορίας τόσο για τις επιστημονικές τους ικανότητες όσο και για την επαγγελματική τους συμπεριφορά.

3.

Δεν δύνανται να είναι μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων όσοι τελούν σε αναστολή, όσοι είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συλλόγου και όσοι έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα σε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, πλην της σύστασης και της επίπληξης.

4.

Καθήκοντα Προέδρου κάθε πειθαρχικού συμβουλίου ασκεί το μέλος αυτού με τα περισσότερα χρόνια δικηγορίας.

5.

Η Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων συντάσσει Κανονισμό Λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων, η οποία εγκρίνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και δημοσιεύεται στο Νομικό Βήμα. Στον Κανονισμό λειτουργίας μπορεί να προβλεφθεί η δημιουργία περισσότερων πειθαρχικών τμημάτων στην έδρα κάθε πολιτικού Εφετείου.

6.

Δικηγόροι που διορίσθηκαν μέλη πειθαρχικού συμβουλίου απέχουν υποχρεωτικά των καθηκόντων τους για όσο χρόνο υπάρχει εκκρεμής σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη.

Άρθρο 148

Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο

1.

Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων, με εξαίρεση εκείνες που επιβάλλουν τη σύσταση ή την επίπληξη, υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης που εκδικάζεται από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

2.

Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που εδρεύει στην Αθήνα και στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου είναι πενταμελές και αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, έναν αρεοπαγίτη και τρεις δικηγόρους. Τα αναπληρωματικά μέλη είναι συνολικά εννέα (9), δηλαδή ένας αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, δύο (2) αρεοπαγίτες και έξι (6) δικηγόροι.

3.

Ο αντιπρόεδρος και οι τρεις (3) αρεοπαγίτες ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μέσα στο μήνα Μάρτιο κάθε διετίας. Η θητεία τους είναι διετής και αρχίζει από την 1η Μαΐου.

4.

Οι δικηγόροι που είναι τακτικά και αναπληρωματικά μέλη επιλέγονται ύστερα από κλήρωση που διενεργείται το μήνα Μάρτιο κάθε διετίας από τη Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος από κατάλογο πενταπλασίου του αριθμού προς κλήρωση, ο οποίος συντάσσεται με απόφασή της. Η απόφασή τους αυτή επικυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.

Υποψήφια μέλη του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου δύνανται να είναι δικηγόροι που έχουν συμπληρώσει εικοσαετή τουλάχιστον δικηγορία, έχουν προαχθεί στον Άρειο Πάγο και δεν έχουν τα κωλύματα της παραγράφου 3 του άρθρου 147 του Κώδικα.

6.

Γραμματέας του συμβουλίου είναι ο γραμματέας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Το σχετικό πρακτικό διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης για την έκδοση της σχετικής απόφασης.

7.

Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συνεδριάζει πάντοτε σε ολομέλεια των μελών του και οι αποφάσεις του λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία. Τον πρόεδρο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, όταν κωλύεται, τον αναπληρώνει ως αναπληρωματικό μέλος ο διορισμένος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και σε περίπτωση κωλύματος και αυτού ο αρχαιότερος αρεοπαγίτης, από τους τρεις που εκλέγονται και τον τελευταίο ο αρχαιότερος αναπληρωματικός αρεοπαγίτης, τα δε λοιπά τακτικά μέλη του συμβουλίου αναπληρώνονται, σε περίπτωση κωλύματος, από τα αναπληρωματικά μέλη κατά σειρά αρχαιότητάς τους.

8.

Στην περίπτωση μεγάλου αριθμού υποθέσεων ο πρόεδρος του ανωτάτου πειθαρχικού συμβουλίου δύναται να αναθέτει υποθέσεις και στα αναπληρωματικά μέλη αυτού.

Άρθρο 149

Συγκρότηση πειθαρχικών συμβουλίων

1.

Η θητεία των τακτικών και αναπληρωματικών μελών των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων είναι τετραετής.

2.

Ο πρόεδρος και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των πειθαρχικών συμβουλίων, των πολιτικών Εφετείων που ανήκει ο σύλλογός τους αλλά σε άλλο όμορο Εφετείο. Ο καθορισμός του όμορου πολιτικού εφετείου γίνεται με απόφαση της συντονιστικής επιτροπής των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων που δημοσιεύεται στον Κώδικα Νομικού Βήματος.

3.

Πράξεις που διενεργήθηκαν έγκυρα κατά τη διάρκεια θητείας των πειθαρχικών συμβουλίων παραμένουν ισχυρές και μετά τη λήξη της θητείας τους. Αποφάσεις που έχουν συζητηθεί ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων πριν από τη λήξη της θητείας τους μπορούν να εκδοθούν και να δημοσιευθούν μέσα σε ένα τετράμηνο από τη λήξη της θητείας. Σε κάθε άλλη περίπτωση επαναλαμβάνεται η συζήτηση της πειθαρχικής υπόθεσης ενώπιον των νέων πειθαρχικών συμβουλίων.

4.

Σε κάθε πειθαρχικό συμβούλιο λειτουργεί γραμματεία αποτελούμενη από υπαλλήλους ή και δικηγόρους των αντίστοιχων Δικηγορικών Συλλόγων κατ’ άρθρο 95 παράγραφος 1 περίπτωση ιγ΄ και παράγραφος 5 του Κώδικα, που ενεργούν κάθε αναγκαία πράξη για τη διεκπεραίωση των πειθαρχικών υποθέσεων, σύμφωνα με τις υποδείξεις του πειθαρχικού συμβουλίου και του εισηγητή. Οποιαδήποτε παράλειψη στον ορισμό γραμματέως δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του οργάνου.

Άρθρο 150

Εξαίρεση μελών πειθαρχικού συμβουλίου

1.

Οι διατάξεις για την εξαίρεση των δικαστών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 52 επ.) ισχύουν και για την εξαίρεση των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων.

2.

Η αίτηση για την εξαίρεση επιδίδεται στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, ο οποίος την εισάγει στο έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης εξαίρεσης μόνο μία φορά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας.

3.

Αν η αίτηση εξαίρεσης γίνει δεκτή και δεν απομένει επαρκής αριθμός μελών για συγκρότηση του πειθαρχικού συμβουλίου η υπόθεση με την ίδια απόφαση παραπέμπεται σε άλλο πειθαρχικό συμβούλιο στην έδρα του ίδιου πολιτικού εφετείου, στην περίπτωση που λειτουργούν περισσότερα από ένα τμήματα ή στο πειθαρχικό συμβούλιο όμορου εφετείου.

4.

Η αίτηση εξαίρεσης είναι απαράδεκτη όταν αυτή αφορά στην εξαίρεση όλων των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου.

Άρθρο 151

Τοπική αρμοδιότητα των πειθαρχικών συμβουλίων

1.

Αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών παραπτωμάτων είναι το πειθαρχικό συμβούλιο στην έδρα του πολιτικού εφετείου στην περιφέρεια του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε το πειθαρχικό παράπτωμα.

2.

Σε περίπτωση τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος σε περιφέρειες περισσότερων πολιτικών εφετείων, αρμόδιο είναι το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο έχει επιληφθεί της υπόθεσης το πρώτον.

ΤΜΗΜΑ Δ΄

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρο 152

Προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση

1.

Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικά επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής σχετικά με την τέλεση τέτοιων πράξεων, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης, αναθέτοντάς την σε μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Με την παραγγελία αυτή ο δικηγορικός σύλλογος καθίσταται διάδικος σε όλες τις δίκες που ανακύπτουν επί των πειθαρχικών αποφάσεων.

2.

Η προκαταρτική εξέταση είναι συνοπτική και κατά το δυνατόν σύντομη και σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται να διαρκέσει πέραν των τριάντα (30) ημερών. Περατώνεται είτε με γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται είτε με πράξη με την οποία τίθεται η υπόθεση στο αρχείο.

3.

Το μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου που διενεργεί την προκαταρτική εξέταση μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Κατά τη διεξαγωγή της προκαταρτικής εξέτασης φροντίζει έτσι ώστε να μην προσβάλλεται δυσανάλογα η τιμή και η υπόληψη του δικηγόρου, του οποίου η συμπεριφορά ερευνάται.

4.

Ανώνυμες καταγγελίες δεν λαμβάνονται υπόψη και αρχειοθετούνται αμέσως.

5.

Σε περίπτωση που η αναφορά δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία ή ανεπίδεκτη οποιασδήποτε εκτίμησης, ο Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου την αρχειοθετεί με συνοπτική αιτιολογία και ανακοινώνει στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου την πράξη αρχειοθέτησης.

6.

Δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για πράξεις, για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα.

7.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει την υποχρέωση να ενημερώσει τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος δικηγόρου. Την ίδια υποχρέωση έχει και σε περίπτωση έκδοσης παραπεμπτικού ή απαλλακτικού βουλεύματος, τελεσίδικης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης σε βάρος δικηγόρου, αποστέλλοντας πλήρη αντίγραφα, εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή τους.

Άρθρο 153

Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

1.

Η πειθαρχική δίωξη ασκείται ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου από τον Πρόεδρο του οικείου δικηγορικού συλλόγου μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης και εφόσον προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος.

2.

Το έγγραφο της πειθαρχικής δίωξης μαζί με το πόρισμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου αποστέλλονται αμέσως στον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων τμημάτων στο πειθαρχικό συμβούλιο της έδρας του πολιτικού εφετείου, ο σχετικός φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του τμήματος που έχει τα περισσότερα χρόνια ενεργούς δικηγορίας. Ο τελευταίος διενεργεί κλήρωση ενώπιον των Προέδρων όλων των τμημάτων της ίδιας εφετειακής περιφέρειας για το ποιο τμήμα θα χρεωθεί την υπόθεση μεταξύ όλων των τμημάτων που έχουν συγκροτηθεί στην έδρα του πολιτικού εφετείου.

Άρθρο 154

Διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων

1.

Ο Πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου ή του τμήματος του πειθαρχικού συμβουλίου που έχει τελικά χρεωθεί την υπόθεση ορίζει εισηγητή της υπόθεσης.

2.

Ο εισηγητής έχει όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες κάθε γενικού προανακριτικού υπαλλήλου. Εξετάζει τους μάρτυρες, συλλέγει το λοιπό αποδεικτικό υλικό, συντάσσει το κατηγορητήριο και καλεί τον πειθαρχικά διωκόμενο να λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και να απολογηθεί προφορικά ή γραπτά μέσα σε εύλογο χρόνο. Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υποβάλει γραπτό απολογητικό υπόμνημα ο εισηγητής δύναται να διατυπώσει οποιανδήποτε κατά την κρίση του διευκρινιστική ή άλλη ερώτηση.

3.

Σε περίπτωση έκδοσης από τον εισηγητή εντάλματος βιαίας προσαγωγής κατά των μαρτύρων που απειθούν, το ένταλμα διαβιβάζεται απ’ ευθείας στον αρμόδιο εισαγγελέα και κατά μαρτύρων στρατιωτικών στον αρμόδιο Υπουργό, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να το εκτελέσουν. Ο εισηγητής έχει επίσης, το δικαίωμα να ενεργήσει εκτός έδρας της περιφέρειας του Εφετείου πράξεις, σε κάθε περίπτωση, όμως, έχει την υποχρέωση να ανακοινώσει στον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, του οποίου είναι μέλος, την προγραμματισμένη από αυτόν πράξη τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διεξαγωγή της.

4.

Αν ο εισηγητής μετά τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που να στηρίζουν πειθαρχική κατηγορία, παραδίδει το φάκελο στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου με την πρόταση να μην γίνει κατηγορία και να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. Ο πρόεδρος εισάγει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει, αν θα γίνει λιο δεχθεί ότι πρέπει να γίνει κατηγορία, συντάσσεται από τον εισηγητή κατηγορητήριο και εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους.

5.

Μετά την ολοκλήρωση του έργου του εισηγητή, ολόκληρος ο φάκελος διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου για τον ορισμό της δικασίμου, μαζί με τον κατάλογο των μαρτύρων που πρέπει να κληθούν και το αποδεικτικό επίδοσης της πράξης αυτής στον πειθαρχικά διωκόμενο δικηγόρο.

6.

Ο εισηγητής της υπόθεσης δύναται να συμμετάσχει στη συνεδρίαση του συμβουλίου.

7.

Κατά την ακροαματική διαδικασία μπορούν να παραστούν ο Πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου που άσκησε την πειθαρχική δίωξη ή το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που τον αναπληρώνει ή αντικαθιστά. Ο ασκήσας την ποινική δίωξη Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ή ο αντικαταστάτης του έχει το δικαίωμα να ζητήσει και να λάβει το λόγο από τον Πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου για να αναπτύξει την υπόθεση για την οποία άσκησε πειθαρχική δίωξη. Η μη παράσταση του Προέδρου του δικηγορικού Συλλόγου ή του αναπληρωτή του δεν αποτελεί λόγο αναβολής ούτε καθιστά άκυρη τη σύνθεση του πειθαρχικού συμβουλίου.

8.

Ο διωκόμενος δικηγόρος δύναται να παραστεί αυτοπροσώπως ή και με δικηγόρο. Ασκεί το δικαίωμα υπεράσπισής του, καλώντας και με δική του ευθύνη, χωρίς υποχρεωτική προδικασία, μάρτυρες για να καταθέσουν υπέρ του ή για την υπόθεσή του.

9.

Το πειθαρχικό συμβούλιο μέσα σε έξι (6) μήνες το αργότερο από την άσκηση της πειθαρχικής διώξεως, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση. Ο χρόνος αυτός παρατείνεται αναλόγως, εάν έχει διαταχθεί η αναστολή της πειθαρχικής δίωξης. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσης και εξαιτίας της ανέφικτης συγκρότησης του πειθαρχικού συμβουλίου με νέα σύνθεση, παραπέμπεται η υπόθεση σε άλλο πειθαρχικό συμβούλιο.

10.

Αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά και αξιόποινη πράξη, η αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, καθώς και το απαλλακτικό βούλευμα δεν εμποδίζουν το πειθαρχικό συμβούλιο να εκδικάσει την υπόθεση στην ουσία της και να εκδώσει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη του τη σχετική ποινική δικογραφία, την οποία οφείλει να αποστείλει σε αντίγραφα ο αρμόδιος εισαγγελέας, ύστερα από σχετική αίτηση του εισηγητή της υπόθεσης.

Άρθρο 155

Πειθαρχικά παραπτώματα ενώπιον δικαστηρίων Πειθαρχικά παραπτώματα που διαπράττονται ενώπιον δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, ανακριτή ή εισηγητή βεβαιώνονται με έκθεση αυτού, η οποία διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Σε κάθε περίπτωση οι δικαστικές αρχές έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν στον οικείο δικηγορικό σύλλογο κάθε πειθαρχικό παράπτωμα δικηγόρου το οποίο λαμβάνουν γνώση.

Άρθρο 156

Έκδοση της πειθαρχικής απόφασης

1.

Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας και της απολογίας του πειθαρχικά διωκόμενου ακολουθεί η διάσκεψη των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου για τη λήψη οριστικής απόφασης.

2.

Η απόφαση συντάσσεται εγγράφως εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την εκδίκαση και πρέπει να είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη. Εγγράφως συντάσσονται, επίσης μέσα στην ίδια προθεσμία, και τα πρακτικά του πειθαρχικού συμβουλίου, τα οποία υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα και καταχωρούνται όπως και η απόφαση σε ειδικό βιβλίο με αύξοντα αριθμό.

3.

Αν ο εγκαλούμενος δικηγόρος δεν έχει δηλώσει το τελευταίο έτος στο δικηγορικό του σύλλογο την ακριβή διεύθυνση του γραφείου του ή της κατοικίας του ή είναι άγνωστης διαμονής, τότε οι κοινοποιήσεις της πειθαρχικής διαδικασίας γίνονται στον γενικό γραμματέα του δικηγορικού συλλόγου που θεωρείται νόμιμος αντίκλητός του.

Άρθρο 157

Έφεση

1.

Ο δικηγόρος στον οποίο επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, πλην της σύστασης ή επίπληξης, έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση σε προθεσμία εντός μηνός από την επίδοση της απόφασης. Η έφεση ασκείται με κατάθεσή της στη γραμματεία του πειθαρχικού συμβουλίου, που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. Για την άσκηση της έφεσης συντάσσεται έκθεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτική δύναμη, εκτός εάν στην απόφαση ορίζεται διαφορετικά.

2.

Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της έφεσης, με επιμέλεια και ευθύνη του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου που εξέδωσε την απόφαση, ο φάκελος παραδίδεται στον πρόεδρο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3.

Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει ημέρα για την εκδίκαση της έφεσης και καλεί με κλήση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, στον εκκαλούντα δικηγόρο δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Ο εγκαλούμενος μπορεί αυτοπρόσωπα ή με πληρεξούσιο δικηγόρο να αναπτύξει έγγραφα ή προφορικά τις απόψεις του.

4.

Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να διατάξει τη συμπλήρωση της ανάκρισης, οφείλει όμως να εκδώσει την απόφασή του σε προθεσμία το πολύ δύο (2) μηνών από την ημέρα της κατάθεσης της έφεσης.

5.

Με την επιφύλαξη του επόμενου άρθρου, η απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι αμετάκλητη. Η απόφαση διαβιβάζεται μαζί με τη δικογραφία στον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου χωρίς καθυστέρηση, ο οποίος οφείλει να κοινοποιήσει αντίγραφο της απόφασης στο δικηγόρο που τιμωρήθηκε.

Άρθρο 158

Έλεγχος των πειθαρχικών συμβουλίων

1.

Στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διαβιβάζονται από τον γραμματέα του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου οι αποφάσεις αυτού, οι οποίες καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Εισαγγελέα.

2.

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου κατά οποιασδήποτε απόφασης του πρωτο Η προσφυγή ασκείται είτε για εσφαλμένη ή πλημμελή εφαρμογή του νόμου είτε για λόγους ουσιαστικής εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών.

Άρθρο 159

Εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων

1.

Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων εκτελούνται με επιμέλεια του προέδρου του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου μέλος αποτελεί ο τιμωρημένος δικηγόρος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον Κώδικα.

2.

Η σύσταση, η επίπληξη και το πρόστιμο γνωστοποιούνται εγγράφως στον τιμωρηθέντα από τον πρόεδρο του συλλόγου. Ο Σύλλογος παρακρατεί ή συμψηφίζει τα πρόστιμα με τα ποσά των διανεμητικών λογαριασμών και των μερισμάτων που δικαιούται ο τιμωρηθείς ή εισπράττονται με τη διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων και κατατίθενται στο ταμείο του συλλόγου. Αν δεν καταβληθεί το πρόστιμο είναι απαράδεκτη η υποβολή της ετήσιας δήλωσης. Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται ποινές οριστικής παύσης ή προσωρινής τουλάχιστον ενός μηνός, δημοσιεύονται στο νομικό τύπο με δαπάνη του δικηγόρου που τιμωρήθηκε η οποία εισπράττεται, όπως και τα πρόστιμα, και τοιχοκολλούνται επιπλέον στα γραφεία του συλλόγου. Οι αποφάσεις που επιβάλλουν οριστική ή προσωρινή παύση γνωστοποιούνται στους εισαγγελείς και στους γραμματείς όλων των δικαστηρίων όπου υπηρετεί ο τιμωρημένος.

3.

Ο δικηγόρος που τιμωρήθηκε οφείλει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη γνωστοποίηση της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης και εφόσον του επιβλήθηκε ποινή οριστικής ή προσωρινής παύσης να προσέλθει στα γραφεία του συλλόγου, στον οποίο ανήκει και να παραδώσει το δελτίο της δικηγορικής του ταυτότητας. Από την επόμενη ημέρα της παράδοσης του δελτίου αρχίζει η έκτιση της ποινής. Αν δεν έχει εφοδιασθεί με δελτίο ταυτότητας, τότε καταθέτει σχετική υπεύθυνη δήλωση και από την επόμενη ημέρα της κατάθεσης της δήλωσης αυτής, αρχίζει η έκτιση της ποινής. Αν δεν κατατεθεί το δελτίο της ταυτότητάς του ή η υπεύθυνη δήλωση, η έκτιση της ποινής αρχίζει με την παρέλευση της κατά τα άνω πενθήμερης προθεσμίας γνωστοποίησης της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης οπότε συντρέχει και περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 175 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα. Αν ο δικηγόρος τιμωρηθεί με την ποινή της οριστικής παύσης, αποβάλλει αυτοδίκαια την ιδιότητα του δικηγόρου.

4.

Αν η απόφαση για την οριστική παύση εξαφανισθεί από νεότερη δικαστική απόφαση, ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να επαναδιορισθεί μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου που ήταν μέλος του πριν την καταδίκη του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ

Άρθρο 160

Υποχρέωση αποζημίωσης από δικηγόρο

1.

Ο δικηγόρος, ο οποίος με πράξη, ενέργεια ή παράλειψή του προκάλεσε ζημία στον εντολέα του παράνομα, από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

2.

Οι διατάξεις του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3094/2003 (Α΄ 10) εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 161

Παραγραφή

1.

Οι αξιώσεις του προηγούμενου άρθρου παραγράφονται μετά τρία (3) έτη από την πράξη, ενέργεια ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.

2.

Η παραγραφή των αξιώσεων του προηγούμενου άρθρου αναστέλλεται ή διακόπτεται για όσο χρόνο προβλέπεται στα άρθρα 255 επ. και 260 του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 162

Αρμόδιο δικαστήριο Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για υποθέσεις αγωγών κακοδικίας κατά δικηγόρων που εδρεύουν στην Ελλάδα, εφαρμοστέο δε είναι το ελληνικό δίκαιο.

Άρθρο 163

Περιεχόμενο αγωγής

1.

Το δικόγραφο της αγωγής:

  • α) συντάσσεται σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στα

άρθρα 118 και 216 εδάφιο 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,

  • β) περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και
  • γ) αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα

που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους.

2.

Στην αγωγή επισυνάπτονται:

  • α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται

για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα,

  • β) ειδικό πληρεξούσιο στον δικηγόρο που υπογράφει

την αγωγή, η έλλειψη του οποίου την καθιστά απαράδεκτη.

Άρθρο 164

Συνέπειες απόρριψης Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα ενώ μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 165

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Οι διατάξεις για τις εξετάσεις των υποψήφιων δικηγόρων εφαρμόζονται στους υποψηφίους δικηγόρους που εγγράφονται στα σχετικά βιβλία ασκουμένων από 1.1.2014.

2.

Οι διατάξεις του Κώδικα ως προς τους πτυχιούχους ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης. ξη ισχύος του παρόντος νόμου, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του Κώδικα ισχύει από 1.1.2015.

4.

Οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παρ.  1 του άρθρου 96Α και της παρ. 7 του άρθρου 161 του ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την έκδοση των αντίστοιχων υπουργικών αποφάσεων, δυνάμει του άρθρου 62 του Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση οι Δικηγορικοί Σύλλογοι οφείλουν σε προθεσμία δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης του άρθρου 62 του Κώδικα να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες που έχουν αρχίσει, ως προς τη σύσταση νέων διανεμητικών λογαριασμών και τη συνολική διαδοχή των παλαιών, διαφορετικά οι λογαριασμοί αυτοί τίθενται σε εκκαθάριση.

5.

Μέχρι τις 31.12.2013 διατηρείται σε ισχύ η διάταξη της περίπτωσης 8α της υποπαραγράφου 1 της παρ. ΙΓ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄222).

6.

Οι επόμενες αρχαιρεσίες στους Δικηγορικούς Συλλόγους θα διεξαχθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα.

7.

Οι διατάξεις που θέτουν ανώτατο όριο στη θητεία των Προέδρων και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων δεν εφαρμόζονται στις επόμενες αρχαιρεσίες. Η θητεία των Προέδρων και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων που θα εκλεγούν στις αρχαιρεσίες του Φεβρουαρίου 2014 θα διαρκέσει έως τις 31.12.2017.

8.

Οι προπαρασκευαστικές πράξεις και ιδίως η συγκρότηση και λειτουργία των πειθαρχικών συμβουλίων και οργάνων, καθώς επίσης η σύνταξη, έγκριση και δημοσίευση Κανονισμού λειτουργίας των πειθαρχικών συμβουλίων πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τις 31.12.2013.

9.

Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 148 αρχίζει από 1.5.2014. Η συγκρότηση του πρώτου Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το Μάιο του 2014. Έως τότε εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν πριν την κύρωση του Κώδικα.

10.

Οι πειθαρχικές υποθέσεις που εκκρεμούν συνεχίζουν να ερευνώνται και εκδικάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την κύρωση του Κώδικα.

Άρθρο 166

Τελικές διατάξεις

1.

Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης.

2.

Από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καταργείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός έχει κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 (Α΄ 235).

3.

Ο νόμος αυτός, με την επιφύλαξη του άρθρου 165 του Κώδικα, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)