Προεδρικά Διατάγματα — ΦΕΚ A' 210/2007

Type Προεδρικό Διάταγμα
Publication 2007-09-17
Τελευταία ενημέρωση 2007-08-31
State In force
Source ΦΕΚ
articles 164
Reform history JSON API
1.

Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων γενικά και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων τους, από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. ΄Αρθρο 61 παρ. 2 Α.Ν.1854/51, όπως ισχύει μετά το άρθ. 9 παρ. 5 εδ. δεύτ. Ν.2362/95

2.

Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση για πρώτη φορά πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης ή βοηθήματος παραγράφονται σε δύο χρόνια που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. ΄Αρθρο 61 παρ. 3

3.

Οι συντάξεις που από οποιονδήποτε λόγο οφείλονται, έστω και αν δεν έχουν ακόμη αναγνωρισθεί, σ΄αυτούς που πέθαναν, καταβάλλονται στους κληρονόμους εφόσον αυτοί με έγγραφη αίτησή τους, που συνοδεύεται με σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου, ζήτησαν από την Υπηρεσία Συντάξεων την πληρωμή ή αναγνώριση των συντάξεων μέσα σ΄ ένα εξάμηνο από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, αλλιώς οι συντάξεις αυτές παραγράφονται υπέρ του Δημοσίου.

Άρθρο 3, παρ.14

Η ανωτέρω εξάμηνη προθεσμία δεν ισχύει για τους δικαιούχους της σύνταξης του θανόντος. ΄Αρθρο 61 παρ. 4 Α.Ν.1854/51

4.

Οι παραγραφές των προηγούμενων παραγράφων τρέχουν και κατά αυτών που διατελούν σε επιτροπεία, κηδεμονία ή δικαστική αντίληψη. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν επίτροπο, κηδεμόνα ή αντιλήπτορα η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση έξι μηνών από τότε που έγιναν απεριόριστα ικανά ή απέκτησαν επίτροπο, κηδεμόνα ή αντιλήπτορα. συνδ. με άρθρ. 93 περιπ. β΄ Ν.2362/95

5.

Η αίτηση του δικαιούχου για πληρωμή σύνταξης ή βοηθήματος που καθυστερούνται η οποία υποβάλλεται πριν από την πάροδο της παραπάνω διετίας ή της εξάμηνης προθεσμίας, διακόπτει την παραγραφή για μία διετία, η οποία αρχίζει από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής. Αν η αρμόδια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία που υποβλήθηκε η αίτηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ 62 Απώλεια δικαιώματος σύνταξης Το δικαίωμα σύνταξης χάνεται στις παρακάτω περιπτώσεις: περ. α΄ Α.Ν.1854/ 51, όπως αντικ. με άρθρ. 2 Ν.Δ. 626/70

  • α) Αν ο υπάλληλος απολυθεί γιατί απέσχε από την εκπλήρωση

των καθηκόντων του αδικαιολόγητα ή ο στρατιωτικός τέθηκε σε απόταξη για λιποταξία. περ. β΄ εδ. πρώτο συνδυασμό με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ.366/69, όπως αντικ. με άρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 1813/88

  • β) Αν ο δικαιούχος καταδικαστεί αμετάκλητα, είτε όταν ήταν στην

ενέργεια είτε ως συνταξιούχος, σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, πλαστογραφία, απιστία, παραποίηση ή σε φυλάκιση για δωροδοκία ή δωροληψία, εφόσον τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου καθώς και αν καταδικαστεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα των άρθρων 270 και 272 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του Ν.Δ. 364/1969. περίπτ. β΄ εδάφιο δεύτ. Α.Ν. 1854/51 Αν παρασχεθεί χάρη με άρση των συνεπειών ή επέλθει δικαστική αποκατάσταση το δικαίωμα αποκτάται πάλι με τους όρους της παρ. 2 του επόμενου άρθρου. περ. γ΄ Α.Ν.1854/ 51, όπως αντικ. με το άρθ. 11 παρ. 2

  • γ) Αν η θυγατέρα έλθει σε γάμο ή η χήρα σε νέο γάμο είτε κατά το

δίκαιο της χώρας μας είτε κατά το αλλοδαπό δίκαιο ή αν η χήρα σύζυγος εκπέσει από τη γονική μέριμνα των παιδιών για καταδίκη σε αδίκημα που διέπραξε με δόλο και το οποίο αφορά τη ζωή, την υγεία και τα ήθη του τέκνου σύμφωνα με το άρθρο 1537 του Αστικού Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΑΠΩΛΕΙΑΤΟΥΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙΑΝΑΣΤΟΛΗΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ
ΤΟΥ

51, όπως αντικ. με το άρθρ. 11 παρ. 2

  • δ) Αν η χήρα σύζυγος που δικαιώθηκε σύνταξη καταδικαστεί με

αμετάκλητη δικαστική απόφαση για παιδοκτονία. ΑΡΘΡΟ 63 Αναστολή άσκησης του δικαιώματος σύνταξης ΄Αρθρο 63 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51 και άρθρο 3, παρ.9 Ν.3408/05

1.

Το δικαίωμα για σύνταξη ή καταβολή δεν μπορεί να ασκηθεί αν ο δικαιούχος καταδικαστεί στην ποινή της κάθειρξης για οποιοδήποτε αδίκημα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην περίπτ. β΄ της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, και μέχρι τη λήξη της ποινής. ΄Αρθρο 63 παρ. 1 περ. β΄ Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 9 παρ. 1 Ν.Δ.4605/66

2.

Αν αρθεί ο λόγος της μη άσκησης, το δικαίωμα σύνταξης αρχίζει ή επαναλαμβάνεται από την πρώτη του μήνα που ακολουθεί την άρση. ΄Αρθρο 2 παρ. 22 Ν.2703/99

3.

Για τους πολίτες των άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης δεν απαιτείται η ελληνική ιθαγένεια για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης. ΄Αρθρο 63 παρ. 2 συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 22 Ν.2703/99

4.

Αν κάποιος κηρυχθεί σε αφάνεια το δικαίωμα σύνταξης δεν μπορεί να ασκηθεί πριν από τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης για την αφάνεια. Στην περίπτωση εξαφάνισης του στρατιωτικού στον πόλεμο ή την επιστράτευση το δικαίωμα σύνταξης μπορεί να ασκηθεί μετά από ένα εξάμηνο από την εξαφάνιση. ΑΡΘΡΟ 64 Μεταβίβαση σύνταξης στη σύζυγο και τα τέκνα του καταδίκου ΄Αρθρο 64 παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 3 παρ. 10 Ν.3408/05

1.

Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού που καταδικάστηκε για αδίκημα της περ. β του άρθρου 62 του Κώδικα αυτού, δικαιούνται με τους όρους αυτού του Κώδικα τη σύνταξη που τους ανήκει σαν αυτός που καταδικάστηκε να είχε πεθάνει και εφόσον ο ίδιος είχε αποκτήσει δικαίωμα με βάση τα έτη της υπηρεσίας του. Αν αυτός που καταδικάσθηκε αποκτήσει πάλι δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τους όρους της περίπτ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 62, παύει η πληρωμή της παραπάνω σύνταξης. το άρθρο 63 παρ. 1 περίπτ. α΄ δικαιούνται, στο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να ασκηθεί από αυτόν δικαίωμα για σύνταξη ή καταβολή, να πάρουν τη σύνταξη που τους ανήκει σύμφωνα με αυτόν τον Κώδικα, σαν αυτός που καταδικάσθηκε να είχε πεθάνει. ΑΡΘΡΟ 65 Παράνομες πράξεις της Διοίκησης και συνέπειες αναγνώρισής τους. ΄Αρθρο 65 Α.Ν. 1854/51 Η πράξη της Διοίκησης που αναγνωρίστηκε ως παράνομη με τελεσίδικη απόφαση ή συμβιβασμό, θεωρείται σαν να μην έχει γίνει για τις συνέπειές της σχετικά με το δικαίωμα σύνταξης και ο χρόνος που διανύθηκε εξαιτίας της εκτός της υπηρεσίας λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ- ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ-ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝΕΚΧΩΡΗΣΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΑΡΘΡΟ 66 Κανονισμός των συντάξεων και ένδικα μέσα ΄Αρθρο 1 παρ. 1-3 Α.Ν. 599/68 και 5 παρ. 15 Ν.2703/99

1.

Ο κανονισμός των συντάξεων, των βοηθημάτων και των επιδομάτων που βαρύνουν το Δημόσιο και πληρώνονται από αυτό, με εξαίρεση τις προσωπικές συντάξεις, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του Κώδικα από την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με πράξη που εκδίδεται από τον Τμηματάρχη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων. Η πράξη κανονισμού σύνταξης είναι υποχρεωτική για το Δημόσιο και τον ενδιαφερόμενο και υπόκειται μόνο στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από αυτό το άρθρο. ΄Αρθρο 8 παρ. 4 Ν.2592/98, άρθρο 3 παρ.15 Ν.3408/05 Η πράξη κανονισμού σύνταξης υπόκειται σε ένσταση που ασκείται για οποιονδήποτε λόγο στην Επιτροπή Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, η οποία αποτελείται από το Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ως Πρόεδρο, που αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο Προϊστάμενο Διεύθυνσης των Διευθύνσεων Συντάξεων της ίδιας Γενικής Διεύθυνσης, και από δύο Προϊσταμένους Διευθύνσεων των Διευθύνσεων Συντάξεων ως μέλη, οι οποίοι δεν μετείχαν άμεσα ή έμμεσα στην έκδοση και τον έλεγχο της πράξης που ΦΕΚ 210 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4637

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣΤΩΝΣΥΝΤΑΞΕΩΝ-ΕΝΔΙΚΑΜΕΣΑ-ΕΚΤΕΛΕΣΗΠΡΑΞΕΩΝ-
ΕΚΧΩΡΗΣΗΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

Συντάξεων της παραπάνω Γενικής Διεύθυνσης. Η σύνθεση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, καθώς και της Επιτροπής της παρ. 4 του άρθρου 14 του Κώδικα αυτού, ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που εκδίδεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους. ΄Αρθρο 1 παρ. 4 Α.Ν.599/68, όπως συμπλ. με άρθρ. 5 παρ. 16 Ν.2703/99

2.

Η ένσταση ασκείται:

  • α) Από το Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων πριν

από την εκτέλεση της πράξης εφόσον ανακύψει διαφωνία μεταξύ αυτού και του αρμόδιου Τμηματάρχη κανονισμού συντάξεων της ίδιας Διεύθυνσης.

  • β) από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον μέσα σ΄ ένα έτος

από την κοινοποίηση της πράξης. ΄Αρθρο 1 παρ. 5 Α.Ν.599/68, όπως η περίπτ.γ΄ αντικ. με άρθρ. 43 παρ. 1 Ν.955/79, άρθρο 3 παρ. 11 Ν.3408/05

3.

Η ένσταση ασκείται χωρίς περιορισμό από προθεσμία.

  • α) αν η πράξη που προσβάλλεται στηρίζεται σε ψευδείς

καταθέσεις μαρτύρων ή σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα, εφόσον τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή βούλευμα,

  • β) αν εμφιλοχώρησε πλάνη για τα πράγματα,

΄Αρθρο 2 παρ. 6

  • γ) αν με την πράξη που προσβάλλεται κανονίστηκε σύνταξη

χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή μεγαλύτερη από αυτή που καθορίζει ο νόμος. Α.Ν. 599/68

4.

Η διόρθωση του ονόματος ή της ιδιότητας του αιτούντος στις πράξεις ή αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, καθώς και η ερμηνεία τους, χωρίς μεταβολή της ουσίας, γίνεται από το όργανο που τις έχει εκδώσει. ΄Αρθρο 43 παρ. 2 Ν.955/79 Το ίδιο όργανο μπορεί με αίτηση του ενδιαφερομένου ή αυτεπάγγελτα να διορθώσει την πράξη ή την απόφασή του, αν κατά τη σύνταξή τους περιέχονται γραφικά ή λογιστικά λάθη ή το διατακτικό τους διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς. Α.Ν.599/68

5.

Απαγορεύεται η εξέταση της νομιμότητας των παραπάνω πράξεων ή αποφάσεων με άλλη διαδικασία εκτός από αυτή που αναγράφεται σ΄ αυτό το άρθρο. ΄Αρθρο 1 παρ. 8 Α.Ν. 599/68 Οι πράξεις κανονισμού σύνταξης και οι αποφάσεις της παραπάνω Επιτροπής κοινοποιούνται στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει κατ΄ αυτών τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στην επόμενη παράγραφο μέσα σ΄ ένα έτος από τότε που θα περιέλθουν σ΄ αυτόν. αντικ. με τα άρθρα 2 παρ. 11, περ.α’ Ν.3075/02, και το άρθρο 3 παρ. 11 Ν.3408/05

6.

Η πράξη κανονισμού σύνταξης και η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ασκείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών εντός έτους από την έκδοσή τους, καθώς και από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον εντός έτους από την κοινοποίησή τους. Στις εφέσεις αυτές και τα άλλα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατ΄ έφεση από το Ελεγκτικό Συνέδριο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Οργανισμού του. Ν.968/79 ΄Οταν ασκηθεί η έφεση εξαντλείται η δικαιοδοσία των οργάνων που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Α.Ν. 599/68

7.

Κάθε αίτηση σχετική με πράξη που εκδόθηκε για κανονισμό σύνταξης ή με απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, η οποία στηρίζεται σε έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων δεν έγινε κρίση, θεωρείται όχι ως ένδικο μέσο άλλα ως αίτηση που εξετάζεται για πρώτη φορά. αντικ. με το άρθρο 3, παρ. 13 Ν.3408/05

8.

Υποθέσεις για συντάξεις που κρίθηκαν οριστικά και τελεσίδικα με τη διαδικασία των παραγράφων 1 έως και 7 αυτού του άρθρου, μπορούν να επαναφερθούν για εξέταση σε πρώτο βαθμό με αίτηση των ενδιαφερομένων ή του Διευθυντή της αρμόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου και Εντολής Πληρωμής Συντάξεων, εφόσον αυτοί επικαλούνται αντίθετη αμετάκλητη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδόθηκε μετά τη χρονολογία έκδοσης της οριστικής πράξης ή απόφασης, η οποία προσβάλλεται.

Άρθρο 3 παρ.6

Η αίτηση του προηγούμενου εδαφίου υποβάλλεται, με ποινή το απαράδεκτό της, σε προθεσμία δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία μεταβάλλεται η νομολογία που αφορά το νομικό ζήτημα της υπόθεσης. ΄Αρθρο 2 παρ. 4 Α.Ν.599/68 και 18 παρ. 11 Ν.1489/84 Τα οικονομικά αποτελέσματα των πράξεων ή αποφάσεων που εκδίδονται με τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσής τους. ΄Αρθρο 66 παρ. 2 Α.Ν.1854/51, όπως ισχύει μετά τα άρθρ. 1 και 2 Α.Ν.599/68

9.

Η διάταξη του άρθρου 9 του Ν.362/1943 διατηρείται σε ισχύ. ΄Αρθρα 12 παρ. 1 Ν.1813/88 και 5 παρ. 17 Ν.2703/99, άρθρο 3 παρ. 14 Ν.3408/05 10.Οι πράξεις κανονισμού συντάξεων ή αναγνώρισης διάρκειας της υπηρεσίας, καθώς και οι αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 4 του Α.Ν. 599/1968, κοινοποιούνται απευθείας στους ενδιαφερομένους σε επικυρωμένο αντίγραφο. 12 αίτημα, θεωρείται ότι έγινε την εξηκοστή ημέρα από την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο της κοινοποίησης. Προκειμένου περί πράξεων αναπροσαρμογής συντάξεων που αποστέλλονται στους ενδιαφερομένους από τη Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων, ως ημερομηνία κοινοποίησής τους θεωρείται η εξηκοστή ημέρα από την ημερομηνία που φέρουν οι πράξεις αυτές. Αν ο ενδιαφερόμενος διαμένει στο εξωτερικό η κοινοποίηση γίνεται στον πληρεξούσιό του, και αν δεν υπάρχει πληρεξούσιος, στον ίδιο από την οικεία Ελληνική προξενική αρχή και στο Δήμο ή την Κοινότητα στα μητρώα των οποίων είναι γραμμένος. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει γνωστή διαμονή η πράξη ή απόφαση στέλνεται στο δήμαρχο ή τον πρόεδρο της Κοινότητας του τόπου στα μητρώα αρρένων ή τα δημοτολόγια του οποίου είναι γραμμένος. Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας υποχρεούται να τοιχοκολλήσει την πράξη ή απόφαση σε φανερό εξωτερικό μέρος του δημαρχιακού ή κοινοτικού καταστήματος για οκτώ ημέρες και να συντάξει αποδεικτικό που να βεβαιώνει το γεγονός αυτό.

Άρθρο 2 παρ. 11

περ. β Ν.3075/02 11.Στις επιτροπές της παραγράφου 4 του άρθρου 14 και της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού του Κώδικα αυτού εισηγούνται Προϊστάμενοι Τμημάτων του Γ.Λ.Κ.,καθώς και υπάλληλοι του Γ,Λ.Κ., με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία σε μία από τις διευθύνσεις συντάξεων και ο αριθμός τους, που καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου των Επιτροπών, είναι άνάλογος με τις υποθέσεις που συζητούνται κάθε φορά. ΑΡΘΡΟ 67 Εκτέλεση πράξεων - ΄Ενσταση ΄Αρθρο 67 παρ. 1

1.

Το Υπουργείο Οικονομικών επιμελείται για την εκτέλεση των πράξεων και αποφάσεων που αφορούν κανονισμό συντάξεων. ΄Αρθρο 67 παρ. 2

2.

Αφού αναγνωρισθούν με πράξη ή απόφαση τα πρόσωπα που δικαιούνται σύνταξη, κάθε μείωση του ποσού της σύνταξης ή του αριθμού των προσώπων αυτών λόγω μεταβολής της κατάστασής τους ενεργείται με πράξη του Υπουργού των Οικονομικών. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις χωριστής καταβολής της σύνταξης που έχει αναγνωρισθεί.

3.

Οι μεταβολές που αφορούν την ενηλικίωση των αρσενικών ενεργούνται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. ΄Αρθρο 5 παρ. 1 Ν.4448/64 σε συνδ. με άρθρ. 7 παρ. 5 και 63 παρ. 1 Π.Δ.774/80

4.

Κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού των Οικονομικών που είναι σχετικές με την αρμοδιότητά του για εκτέλεση των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεων σε βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμή των συντάξεων γενικά, χωρίς να εξαιρούνται και εκείνες που αφορούν καταλογισμό για σύνταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται, μπορεί να ασκηθεί ένσταση στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τότε που ο ενιστάμενος έλαβε γνώση της πράξεως ή σε περίπτωση παράλειψης από τότε που παρήλθε δίμηνο από την ημέρα που δημιουργήθηκε η υποχρέωση για έκδοση της πράξης που παραλείφθηκε. Η ένσταση κρίνεται από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 5 , 28-31, 47, 49-52 και 56-62 του Β.Δ/τος 774/80 για τον Οργανισμό του Ελεγκτικού Συνεδρίου. ΑΡΘΡΟ 68 Εκχώρηση και κατάσχεση της σύνταξης ΄Αρθρο 68 παρ. 1

1.

Η σύνταξη δεν εκχωρείται ούτε κατάσχεται και οι σχετικές με αυτές πράξεις είναι αυτοδίκαια άκυρες, διατηρούνται όμως οι διατάξεις που επέτρεπαν την κατάσχεση και εκχώρηση των συντάξεων όταν άρχισε να ισχύει ο Α.Ν.1854/51. ΄Αρθρο 68 παρ. 2

2.

Παραίτηση από το δικαίωμα είναι ισχυρή και δεν μπορεί να ανακληθεί. Από την παραίτηση δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα των διαδόχων στη σύνταξη προσώπων, ούτε ωφελούνται τα τυχόν συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα. ΑΡΘΡΟ 69 Μεταβολή της συνταξιοδοτικής κατάστασης ΄Αρθρο 69 παρ. 1

1.

Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται μέσα σ΄ έξι μήνες από τη μεταβολή της συνταξιοδοτικής του κατάστασης να την γνωστοποιεί στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Αν από την παράλειψη της αναγγελίας επέλθει ζημία στο Δημόσιο από σύνταξη που καταβλήθηκε χωρίς να οφείλεται, ο συνταξιούχος υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της σύνταξης τριών μηνών και παράλληλα υποχρεούται ν΄ ανορθώσει και τη ζημία που προκλήθηκε. Υπουργού των Οικονομικών και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα είσπραξης δημόσιων εσόδων. ΄Αρθρο 69 παρ. 2

2.

Υπόχρεοι για την αναγγελία της μεταβολής που επέρχεται στη συνταξιοδοτική κατάσταση του συνταξιούχου είναι:

  • α) ΄Ολα τα πρόσωπα στα οποία ανήκει η σύνταξη αν αυτά είναι

περισσότερα από ένα, χωρίς να ενδιαφέρει αν τη σύνταξη την εισπράττουν μαζί ή χωριστά, καθένα δε από αυτά υποχρεούται εις ολόκληρο να επιστρέψει στο Δημόσιο όσα από την παράλειψη αυτή καταβλήθηκαν χωρίς να οφείλονται.

  • β) Αν ο συνταξιούχος πεθάνει αυτοί στους οποίους μεταβιβάζεται

το δικαίωμα της σύνταξης ή οι κληρονόμοι του σε περίπτωση που δε μεταβιβάζεται η σύνταξη σε άλλα πρόσωπα.

  • γ) Ο επίτροπος, ο κηδεμόνας ή ο αντιλήπτορας όταν πρόκειται για

συνταξιούχους που είναι ανήλικοι ή ανίκανοι για δικαιοπραξία. ΄Αρθρο 69 παρ. 3

3.

Στην περίπτωση που ο συνταξιούχος τέλεσε γάμο και η σύνταξη πρέπει να διακοπεί γιατί δεν μεταβιβάζεται σε άλλο πρόσωπο, υπόχρεοι για τη δήλωση του γάμου που τελέσθηκε είναι και οι δύο σύζυγοι. Αν αυτοί παραλείψουν να προβούν στη σχετική δήλωση, εκτός από την υποχρέωση να ανορθώσουν τη ζημία που προκύπτει σε βάρος του Δημοσίου από την καταβολή της σύνταξης που δεν οφείλεται, υπόκεινται και σε χρηματική ποινή ίση με τη σύνταξη έξι μηνών, που εισπράττεται και με προσωπική κράτηση. ΄Αρθρο 69 παρ. 4

4.

Αν ο συνταξιούχος ξαναδιορισθεί σε δημόσια θέση ή ανακληθεί στη στρατιωτική υπηρεσία, υποχρεούται να το δηλώσει στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και στην υπηρεσία που έχει προσληφθεί. Ο Προϊστάμενος του προσωπικού ή ο διευθυντής της υπηρεσίας ή αυτός που θεωρεί το ένταλμα πληρωμής του μισθού οφείλει μέσα σ΄ ένα μήνα από την πρόσληψη του συνταξιούχου στην υπηρεσία του να το αναγγείλει στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αναγράφοντας τη χρονολογία πρόσληψης και μαζί τις αποδοχές που του καταβάλλονται. Αν αυτοί παραλείψουν την αναγγελία που οφείλουν για το διορισμό των συνταξιούχων στις υπηρεσίες τους, τιμωρούνται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην επόμενη παράγραφο. Εξάλλου, αν οι συνταξιούχοι παραλείψουν να υποβάλουν την παραπάνω δήλωση μέσα σ΄ ένα μήνα από το διορισμό τους, υπόκεινται σε χρηματική ποινή μέχρι ποσού που είναι ίσο με τις αποδοχές τριών μηνών της θέσης τους και συγχρόνως υποχρεούνται σε ανόρθωση της ζημίας που προξενήθηκε από τη σύνταξη που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται. Το ποσό τόσο της χρηματικής ποινής όσο και της σύνταξης που εισπράχθηκε χωρίς να οφείλεται, βεβαιώνεται με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων. Α.Ν.1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 8 παρ. 9 Ν.2592/98

5.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όποιος παραλείπει να ενημερώσει τις Διευθύνσεις Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ή υποβάλλει ψευδή δήλωση για την προσωπική ή οικογενειακή ή περιουσιακή κατάσταση του συνταξιούχου, η οποία επηρεάζει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, τιμωρείται ύστερα από αυτεπάγγελτη δίωξη με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ακόμη διακόπτεται η καταβολή της σύνταξής του για μία διετία από την πρώτη του επόμενου μήνα που το γεγονός διαπιστώνεται από την αρμόδια Διεύθυνση. Η σύνταξη που διακόπηκε ξαναχορηγείται είτε μετά την παρέλευση της διετίας είτε αναδρομικά από τη διακοπή της μετά την αμετάκλητη αθώωση του συνταξιούχου από τα δικαστήρια, εφόσον αυτή γίνει ενωρίτερα της διετίας, ή την οριστική παύση της ποινικής δίωξης ή την κήρυξή της ως απαράδεκτης. ΄Αρθρο 8 παρ. 10 Ν. 2592/98

6.

Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται να ενημερώνει τις αρμόδιες διευθύνσεις συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όποτε αυτό του ζητηθεί, για την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση. Σε περίπτωση που δεν υποβληθούν τα παραπάνω στοιχεία μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται στη σχετική ειδοποίηση, διακόπτεται η καταβολή της σύνταξής του. Η σύνταξη που διακόπηκε ξαναχορηγείται αναδρομικά από την επομένη της διακοπής της εφόσον τεθούν υπόψη της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων τα σχετικά στοιχεία. ΄Αρθρο 2 παρ. 23 Ν. 2703/99 και άρθρο 2 παρ. 12 Ν.3075/02

7.

Αν ο συνταξιούχος ανακληθεί ή επαναφερθεί στην ενεργό υπηρεσία, η καταβολή του μισθού αρχίζει από την επομένη της διακοπής της σύνταξης και έπειτα από σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ της σύνταξης που έλαβε και των αποδοχών ενέργειας που δικαιούται για το προηγούμενο χρονικό διάστημα καταβάλλεται από την υπηρεσία που τον μισθοδοτεί. Παρατήρηση: Σχετικά με την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών ισχύει και η διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 20 του Ν.2084/1992 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 9 του Ν. 2320/1995, η οποία έχει ως εξής: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5 του Ν.4448/1964 (ΦΕΚ 253 Α΄), αχρεωστήτως καταβαλλόμενες συντάξεις, βοηθήματα, καθώς και επιδόματα που καταβάλλονται μαζί με τη σύνταξη ή το βοήθημα, μέχρι ποσού τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών, παρακρατούνται με απόφαση του διευθυντή της αρμόδιας διεύθυνσης συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους από τις συντάξεις των επόμενων μηνών σε έξι (6) μηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) του ακαθάριστου ποσού της μηνιαίας σύνταξης. Στην περίπτωση που ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων δεν επαρκεί για την εξόφληση του ανωτέρω ποσού, ο χρόνος επιμηκύνεται ανάλογα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 70 ΄Εκταση εφαρμογής του Κώδικα ΄Αρθρο 75 παρ. 1

1.

Στις διατάξεις αυτού του Κώδικα υπάγονται μόνο τα δικαιώματα που γεννιούνται με την ισχύ του Α.Ν. 1854/51, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα. ΄Αρθρο 75 παρ. 2

2.

Επίσης από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα διέπονται και όσοι έχουν υπαχθεί με αίτησή τους στο Ν.1854/51, έστω και αν δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για απόκτηση δικαιώματος σύμφωνα με το νόμο αυτόν, εφόσον είχαν αποκτήσει δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι τότε. Ο κανονισμός της σύνταξης των παραπάνω γίνεται με όλες τις διατάξεις αυτού του Κώδικα με τις οποίες κρίνεται και το συντάξιμο της υπηρεσίας, με βάση την οποία κανονίζεται η σύνταξη σύμφωνα με τα άρθρα 15,16 παρ. 1,42,43 και 44 παρ. 1 οσηδήποτε και αν είναι η υπηρεσία αυτή. Για την προσμέτρηση ως συντάξιμων των υπηρεσιών που αναφέρονται στα άρθρα 12 και 37 απαιτείται πενταετής πλήρης πραγματική υπηρεσία με την τήρηση σε ισχύ και των σχετικών ευνοϊκότερων εξαιρέσεων των άρθρων 13 και 38. Για τις οικογένειες πρέπει να υπάρχουν και οι όροι των άρθρων 5,6,31 και 32 αυτού του Κώδικα. Για τον υπολογισμό του συντάξιμου μισθού που αναφέρεται στα άρθρα 9 και 34 λαμβάνεται υπόψη ο μισθός του βαθμού τον οποίο έφερε ο υπάλληλος ή ο στρατιωτικός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία προσαυξημένος με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας. ΄Αρθρο 12 παρ. 10 Οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 34 εφαρμόζονται και για τους αντιστράτηγους που διατέλεσαν Διοικητές Στρατιάς ή Τμήματος Στρατού με δύναμη μεγαλύτερη από δύο Σώματα Στρατού και τουλάχιστον από οκτώ Μεραρχίες, εφόσον αυτοί διοίκησαν τη Στρατιά ή το Τμήμα αυτό της Στρατιάς στις πολεμικές επιχειρήσεις του έθνους. Για τους κατώτερους πολιτικούς υπαλλήλους η σύνταξη κανονίζεται με βάση το μισθό με τον οποίο μισθοδοτήθηκαν τον τελευταίο μήνα της συντάξιμης υπηρεσίας τους.

ΤΜΗΜΑ Δ΄
ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
3.

Η σύνταξη που κανονίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τη σύνταξη που έπαιρνε ο συνταξιούχος μαζί με τα επιδόματα σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το Ν.1854/51, το επιπλέον όμως ποσό από τη σύνταξη που του ανήκει με τον Κώδικα αυτόν καθορίζεται αριθμητικά στη σχετική πράξη ή απόφαση και θεωρείται ως προσωρινό και αμεταβίβαστο επίδομα. Σε περίπτωση μείωσης ή διακοπής της σύνταξης σύμφωνα με τα άρθρα 58 και 104 παρ. 2 αυτού του Κώδικα, η σύγκριση της σύνταξης που κανονίζεται με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού γίνεται με εκείνη που ανήκει ύστερα από την εφαρμογή των άρθρων 58 και 104 παρ. 2, οπότε η από αυτά μείωση ή διακοπή της σύνταξης που καταβαλλόταν μέχρι τότε είναι οριστική. ΄Αρθρο 75 παρ. 4

4.

Όταν πρόκειται για μεταβίβαση της σύνταξης στις οικογένειες των παραπάνω πολιτικών και στρατιωτικών συνταξιούχων, οι οποίοι πεθαίνουν , ως σύνταξη που θα πρέπει να απονεμηθεί σ΄ αυτόν που πέθανε λογίζεται εκείνη που του ανήκει σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους. ΄Αρθρο 75 παρ. 5 Α.Ν.1854/51

5.

Οι συντάξεις των συνταξιούχων που δεν έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51, εκτός από αυτούς που δικαιούνται πολεμική σύνταξη, ορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της με αριθ. 320937/1947 απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα. Με βάση το ποσό της σύνταξης που καθορίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω γίνεται και η μεταβίβαση της σύνταξης στις οικογένειες αυτών που πέθαναν μετά την 1η Νοεμβρίου 1950. ΄Αρθρο 75 παρ. 7 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 14 παρ. 4 Ν.Δ.3768/57

6.

Οι οικογένειες των αξιωματικών και μόνιμων υπαξιωματικών γενικά και εκείνων που εξομοιώνονται με αυτούς, είτε στην ενέργεια είτε όχι, καθώς και των δημόσιων γενικά υπαλλήλων, είτε στην υπηρεσία είτε όχι, οι οποίοι σκοτώθηκαν στον πόλεμο ή στο συμμοριακό αγώνα ή σε διατεταγμένη υπηρεσία σε καιρό ειρήνης, οπωσδήποτε και αν αναγνωρίστηκε αυτή, ή εκτελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της πολεμικής περιόδου ή πέθαναν σε αιχμαλωσία ή ομηρία ή πέθαναν από τραύμα που προήλθε από οποιοδήποτε άλλο πολεμικό γεγονός ή από νόσο απότοκη των κακουχιών του πολέμου ή του συμμοριτοπολέμου ή πνίγηκαν στο ναυάγιο του ναρκαλιευτικού «Σπερχειός» και του ατμόπλοιου «Χειμάρα», εφόσον όλες οι παραπάνω οικογένειες πήραν πολεμική σύνταξη, μπορούν να ζητήσουν την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51, οπότε η σύνταξή τους κανονίζεται με βάση το σύνολο του συντάξιμου μισθού του αμέσως ανώτερου βαθμού εκείνου που έφεραν αυτοί που σκοτώθηκαν ή πέθαναν κατά το χρόνο του παθήματος, και στην περίπτωση που δεν υπάρχει ανώτερος βαθμός στον κλάδο που ανήκε αυτός που σκοτώθηκε ή πέθανε με βάση το σύνολο του συντάξιμου μισθού του βαθμού που έφερε αυτός αυξημένο με όλο το επίδομα ευδόκιμης παραμονής που παρασχέθηκε σ΄αυτούς που είχαν εξαντλήσει την ιεραρχία τους. χρονολογία προγενέστερή του. ΄Αρθρο 75 παρ. 7 εδ. δευτ. Α.Ν. 1854/51 Στην περίπτωση των προηγούμενων εδαφίων αυτής της παραγράφου το ποσοστό της σύνταξης της χήρας συζύγου ορίζεται στα 6/10 της σύνταξης που λογίζεται ότι θα έπρεπε να απονεμηθεί σ΄ αυτόν που πέθανε, και αν συντρέχουν τέκνα προστίθενται 2/10 για το πρώτο και 1/10 για καθένα από τα άλλα μέχρι να συμπληρωθεί ολόκληρη η σύνταξη αυτού που πέθανε. Η σύνταξη ενός μόνου τέκνου ορίζεται στα 7/10 της σύνταξης αυτού που πέθανε, η οποία αυξάνεται με 1/10 για καθένα από τα άλλα τέκνα και μέχρι το σύνολο της σύνταξης αυτού που πέθανε. ΄Αρθρο 2 παρ. 2 Ν.Δ. 2704/53, όπως συμπλ. με άρθρ. 14 παρ. 8 Ν.Δ.3768/57 Τη σύνταξη που προβλέπεται από τα άρθρα 1,3,4 και 5 του Α.Ν. 835/1948 καθώς και από την παράγραφο αυτή δικαιούνται και αυτοί που έπαθαν οποτεδήποτε, εφόσον κατέστησαν ή καθίστανται ανίκανοι:

  • α) από τραύμα ή ατύχημα σε συμπλοκή με υπολείμματα των

συμμοριτών ή με ομάδες συμμοριτών ή με στρατιωτικούς ή με ιδιώτες που δρούσαν από γειτονικά κράτη,

  • β) από έκρηξη ναρκών ή άλλων εκρηκτικών μηχανημάτων, που

είχαν τοποθετηθεί από τις Εθνικές Δυνάμεις ή από τους συμμορίτες, εφόσον αυτοί που έπαθαν τελούσαν σε διατεταγμένη υπηρεσία ή σε υπηρεσία εκκαθάρισης ναρκοπεδίων ή από ατυχήματα που έγιναν σε διατεταγμένη υπηρεσία για αποκατάσταση των εθνικών συνόρων και

  • γ) οι οικογένειες αυτών που από τους παραπάνω πεθαίνουν μετά

την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης ή αυτών που σκοτώνονται ή εξαφανίζονται με τις ίδιες προϋποθέσεις. ΄Αρθρο 75 παρ. 10 ισχύει με το άρθρ.14 παρ.4 Ν.Δ.3768/57

7.

Γι΄ αυτούς που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζεται η παρ. 2 των άρθρων 17 και 45. Ν.4448/64

8.

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του Α.Ν. 1939/1951 δεν θίγονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου κατά το μέρος που αυτές αφορούν τους συνταξιούχους του άρθρου 5 του πιο πάνω Α.Ν., ούτε, όταν πρόκειται για δικαίωμα πολεμικής σύνταξης που γεννήθηκε μετά την ισχύ τον Α.Ν. 1854/51, οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 4 του Α.Ν. 1635/1939, με τις οποίες καθορίσθηκε ότι από μία υπηρεσία και από μία έξοδο από αυτή ένα μόνο δικαίωμα σε σύνταξη γεννιέται και ότι ο δικαιούχος μπορεί να επιλέξει οποτεδήποτε την πολεμική ή τη σύνταξη που του ανήκει από την ίδια υπηρεσία με βάση άλλες διατάξεις. ΄Αρθρο 75 παρ. 11

9.

Οι συνταξιούχοι αγωνιστές εθνικών αγώνων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Α.Ν. της 19ης Νοεμβρίου 1935, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οι οποίοι έχουν υπαχθεί με αίτησή τους στις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51, λαμβάνουν ως σύνταξη τα 3/4 του συντάξιμου μισθού του βαθμού με τον οποίο εξομοιώνονται. οποίο εξομοιώνονται και το οποίο αναφέρεται στην παρ. 9 του άρθρου 34. ΄Αρθρο 3 παρ. 1 Ν.4448/64 10.Οι συνταξιούχοι αγωνιστές εθνικών αγώνων που δεν υπάγονται στην προηγούμενη παράγραφο, δικαιούνται σύνταξη με τις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51 ίση με το μισό του συντάξιμου μισθού του βαθμού με τον οποίο εξομοιώνονται. ΄Αρθρο μόνο παρ. 1 Α.Ν. 191/67, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο Ν.Δ.609/70 11.Στους οπλαρχηγούς οποιασδήποτε τάξης και τους ομαδάρχες του Μακεδονικού αγώνα 1903-1909, του Βαλκανοτουρκικού αγώνα 1912-1913 και του Βορειοηπειρωτικού αγώνα 19121914, οι οποίοι περιλαμβάνονται στους πίνακες που καταρτίσθηκαν από την Επιτροπή που συστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 1 Ν.Δ.4185/1961, κυρώθηκαν από τη με αριθ. Φ.0686/02/1/788/17 Ιανουαρίου 1963 απόφαση του Υπουργού Εθνικής ΄Αμυνας και δημοσιεύθηκαν στο 28 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (παράρτημα) της 15ης Φεβρουαρίου 1963, απονέμεται από την 1η Νοεμβρίου 1967 μηνιαία σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο ίση με τα 75% της σύνταξης που ορίζεται κάθε φορά σύμφωνα με την παρ. 9 αυτού του άρθρου για τους ομοιοβάθμους τους που έχουν υπαχθεί στον Α.Ν. της 19ης Νοεμβρίου 1935. Η σύνταξη του προηγούμενου εδαφίου μεταβιβάζεται και στις οικογένειες εκείνων που αναφέρονται σ΄ αυτό, οι οποίες τη δικαιούνται με τους όρους που αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη και οι οικογένειες των στρατιωτικών γενικά. Οι οικογένειες αυτών που πέθαναν πριν από τη χρονολογία ισχύος του Ν.Δ. 609/1970 πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη χρονολογία αυτή και η σύνταξή τους πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. Παρατήρηση: Το τέταρτο εδάφιο αυτής της παραγράφου (άρθρο μόνο παρ. 2 Α.Ν. 191/67) δεν καταχωρίζεται γιατί έχει περιπέσει σε αχρησία. ΄Αρθρο 2 Α.Ν. 578/68 12.Οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 , 17 παρ. 4, 5 και 6 , 32 παρ. 2, 34 παρ. 10,45 παρ. 4,5 και 6,58 παρ. 5,6 και 7 καθώς και της παρ. 9 αυτού του άρθρου εφαρμόζονται και για τους πολιτικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς γενικά, που έπαθαν ή απωλέσθηκαν στο ναυάγιο του οχηματαγωγού «Ηράκλειον», εφόσον αυτοί ταξίδευαν ενώ διατελούσαν σε άδεια ή επέστρεφαν στην οικία τους μετά την απόλυσή τους από τις τάξεις. Στην έννοια του όρου «πολιτικός υπάλληλος» περιλαμβάνεται και ο δόκιμος υπάλληλος για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου. ΄Αρθρο 3 Α.Ν. 578/68 Η ισχύς αυτής της παραγράφου αρχίζει από τότε που έλαβε χώρα το γεγονός που θεμελιώνει το δικαίωμα σε σύνταξη. ΄Αρθρο 76 παρ. 1

1.

Τα εξάμηνα πτητικής ενέργειας και κατάδυσης που διανύθηκαν μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51, λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του συντάξιμου χρόνου και την προσαύξηση της σύνταξης σύμφωνα με τα αντίστοιχα άρθρα 41 και 43 τόσο γι΄ αυτούς που έχουν απομακρυνθεί από την υπηρεσία, όσο και γι΄ αυτούς που απομακρύνονται μετά, όπως αυτά αναγνωρίζονταν με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από τον παραπάνω Α.Ν. και για όσους είχαν δικαίωμα με τις διατάξεις αυτές σε τέτοιο υπολογισμό ή προσαύξηση. ΄Αρθρο 76 παρ. 2 Α.Ν.1854/51, όπως ισχύει μετά την αντικ. των εδαφ. 26 με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν.2256/52 και την ερμηνεία του 8ου εδαφίου του με το άρθρ. 14 παρ. 9

2.

Αν κατά τον κανονισμό της σύνταξης σύμφωνα με την παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου υπάρχει δικαίωμα που έχει αναγνωρισθεί για πάθηση που προήλθε εξαιτίας της υπηρεσίας, η σύνταξη κανονίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 45, χωρίς να απαιτείται η διαδικασία των άρθρων 23 και 51. Η σύνταξη αυτών, που έχουν εξέλθει από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1635/1939 και συνταξιοδοτούνται για νόσο που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας, κανονίζεται με βάση ποσοστό ανικανότητας 25% για όσους παίρνουν σύνταξη με βάση το 1/3 του συντάξιμου μισθού τους, 50% για όσους παίρνουν σύνταξη με βάση τα 2/3 του συντάξιμου μισθού τους και 70% για όσους παίρνουν σύνταξη ίση με το σύνολο του συντάξιμου μισθού τους, ανεξάρτητα από το ότι από το συνταξιοδοτικό τους φάκελο προκύπτει μικρότερο ποσοστό ανικανότητας. Με βάση τα ποσοστά αυτά καθορίζεται και το επίδομα του άρθρου 54. Οι παραπάνω μπορούν να ζητήσουν τον καθορισμό του ποσοστού ανικανότητάς τους κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή, οπότε η σύνταξή τους και το επίδομα του άρθρου 54 κανονίζεται με βάση το ποσοστό ανικανότητας, το οποίο θα καθορισθεί από την Υγειονομική αυτή Επιτροπή είτε αυτό είναι μικρότερο είτε μεγαλύτερο από τα ποσοστά του προηγούμενου εδαφίου. Η σύνταξη αυτών που έχουν εξέλθει από την υπηρεσία όταν ίσχυε το άρθρο 5 του Α.Ν. 1635/1939 μπορεί να κανονισθεί με αίτηση του ενδιαφερομένου με βάση το ποσοστό ανικανότητας, το οποίο καθορίσθηκε από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στην τελευταία εξέτασή τους από αυτή πριν από την οριστικοποίηση της συντάξεως. Με βάση το ποσοστό αυτό καθορίζεται στην περίπτωση αυτή και το επίδομα του άρθρου 54. Αυτοί που έχουν εξέλθει από την υπηρεσία για πάθηση που δεν οφείλεται στην υπηρεσία, εφόσον ζητήσουν τη χορήγηση του επιδόματος που προβλέπεται στο άρθρο 54, της εξόδου τους από την υπηρεσία. ΄Οσοι από αυτούς συνταξιοδοτούνται με βάση τα 2/3 του συντάξιμου μισθού δικαιούνται σύνταξη ίση με το μισό του συντάξιμου μισθού τους καθώς και επίδομα σύμφωνα με το άρθρο 54 με βάση ποσοστό ανικανότητας 50% ή το τυχόν μεγαλύτερο το οποίο ήθελε καθορισθεί από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή. ΄Οσοι έπαθαν από τους άπορους συνταξιούχους, οι οποίοι έπαιρναν σύνταξη με βάση τα 2/3 του συντάξιμου μισθού μειωμένου με το ποσό που η μηνιαία τους πρόσοδος υπερέβαινε το όριο που καθοριζόταν με τον Α.Ν. 1635/1939, δικαιούνται το μισό της σύνταξης του βαθμού τους. ΄Αρθρο μόνο παρ. 4 Ν.2256/52 Οι γνωματεύσεις που εκδόθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο αυτή μέχρι τη δημοσίευση του Ν.2256/1952 λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον το ποσοστό που καθορίσθηκε με αυτές είναι μεγαλύτερο από τα ποσοστά που αναφέρονται σ΄ αυτή την παράγραφο καθώς και αν εκδόθηκαν μόνο για τον καθορισμό του επιδόματος του άρθρου 54. ΄Αρθρο μόνο παρ. 1 Ν.2256/52 Η σύγκριση που αναφέρεται στην παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου γίνεται γι΄ αυτούς που αναφέρονται σ΄ αυτή την παράγραφο χωριστά για τη σύνταξη και χωριστά για τα επιδόματα. ΄Αρθρο 76 παρ. 3 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο παρ. 3 Ν. 2256/52

3.

Αυτοί που διατέλεσαν προσωρινοί συνταξιούχοι, ανεξάρτητα από την επανεξέτασή τους ή όχι, και με εξαίρεση όσων επανήλθαν στη δημόσια υπηρεσία ύστερα από κρίση τους ως ικανών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1950 ή αυτών που δεν αποδέχθηκαν την επάνοδό τους στην υπηρεσία, καθίστανται οριστικοί συνταξιούχοι και δικαιούνται ακόμη να ζητήσουν την υπαγωγή τους στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ή της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου ανάλογα με την περίπτωση στην οποία υπάγονται. ΄Αρθρο 76 παρ. 3 εδ. δεύτ. Α.Ν. 1854/51 Αυτοί που από τους παραπάνω διανύουν την πρώτη διετία της προσωρινής σύνταξης, επανέρχονται στην υπηρεσία αν ήθελαν κριθεί ικανοί ύστερα από επανεξέτασή τους για μιά μόνο φορά από την Α.Σ.Υ. Επιτροπή που ενεργείται με αίτησή τους η οποία υποβάλλεται μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1951. ΄Αρθρο 76 παρ. 3 εδ. τρίτο Α.Ν. 1854/51 Ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας των προσωρινών πολιτικών συνταξιούχων, οι οποίοι επανήλθαν στην υπηρεσία αφού κρίθηκαν ως ικανοί, από την έξοδό τους λόγω νόσου μέχρι την επάνοδό τους στην υπηρεσία υπολογίζεται μόνο για συμπλήρωση του χρόνου πραγματικής υπηρεσίας που απαιτείται από τις διατάξεις που ισχύουν για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης, χωρίς όμως να υπολογίζεται για τον καθορισμό του ποσού της. πρώτο Ν.4448/64 Ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας των προσωρινών πολιτικών συνταξιούχων, οι οποίοι επανήλθαν στην υπηρεσία αφού κρίθηκαν ως ικανοί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Α.Ν. 1635/1939, από την έξοδό τους λόγω νόσου μέχρι την επάνοδό τους στην υπηρεσία λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

4.

Οι Πρόεδροι, οι Κυβερνητικοί Επίτροποι, οι Σύμβουλοι της Στρατιωτικής ή Ναυτικής Δικαιοσύνης και τα Μέλη του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που απομακρύνθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 και παίρνουν σύνταξη σύμφωνα με τους νόμους για τις πολιτικές συντάξεις, διατηρούν το δικαίωμα αυτό κατά την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Α.Ν. αυτού και η σύνταξή τους κανονίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού, με τον οποίο εξομοιώνονται για τον κανονισμό της σύνταξής τους σύμφωνα με το άρθρο 9.

Άρθρο 76 παρ. 5
5.

Οι αξιωματικοί που λαμβάνουν ως σύνταξη ολόκληρες τις αποδοχές ενέργειας που ισχύουν κάθε φορά σύμφωνα με το Ν. 5409/1932, όπως αυτός ερμηνεύθηκε αυθεντικά με την παρ. 1 του άρθρου 11 του Α.Ν. 2414/1940, διατηρούν το δικαίωμά τους και λαμβάνουν ως μισθό τις παραπάνω αποδοχές του βαθμού που φέρουν. Μισθός ή αποδοχές σύμφωνα με τα παραπάνω νοούνται οι πλήρεις αποδοχές των εν ενεργεία συναδέλφων τους όπως ισχύουν κάθε φορά μαζί με τα επιδόματα και παροχές οποιασδήποτε φύσης. ΑΡΘΡΟ 72 Υπολογισμός της σύνταξης ορισμένων κατηγοριών παλαιών συνταξιούχων

Άρθρο 77 παρ. 1
1.

Μισθός, με βάση τον οποίο κανονίζεται κατά την υπαγωγή στις διατάξεις αυτού του Κώδικα η σύνταξη αυτών που αναφέρονται στις παρ. 2,3 και 4 του Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935, είναι αυτός που ισχύει κάθε φορά για το βαθμό για τον οποίο καθορίζεται μισθός στο άρθρο 14 του Δ/τος της 12ης Ιανουαρίου 1934 και του οποίου τα 85% προσεγγίζουν με το συντάξιμο μισθό που ορίζεται από τις διατάξεις του πιο πάνω Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935.

Άρθρο 77 παρ. 2
2.

Για όσους αναγνωρίσθηκε κατά τον κανονισμό της σύνταξής τους μεγαλύτερο σε σχέση με τα έτη της υπηρεσίας τους ποσοστό σύνταξης, ο χρόνος κατά τον οποίο το μεγαλύτερο αυτό ποσοστό υπερβαίνει τη συντάξιμη πραγματική υπηρεσία τους θεωρείται κατά την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Α.Ν. 1854/51 ως χρόνος συντάξιμης πλασματικής υπηρεσίας. Κατεξαίρεση η σύνταξη αξιωματικών ξένων εχθρικών στρατών, οι οποίοι προσχώρησαν στον ελληνικό στρατό, κανονίζεται με βάση το ανώτερο ποσοστό, που τους έχει αναγνωρισθεί με τις προηγούμενες διατάξεις, του συντάξιμου μισθού του αμέσως ανώτερου βαθμού από εκείνον του οποίου λαμβάνουν τη σύνταξη. ΄Αρθρο 77 παρ. 3

3.

Η σύνταξη όσων έχουν εξέλθει από την υπηρεσία με τις διατάξεις για εθελούσια έξοδο, κανονίζεται με βάση το χρόνο μέχρι την απομάκρυνσή τους από την υπηρεσία ή από τις τάξεις σύμφωνα με όλες τις διατάξεις αυτού του Κώδικα με τις οποίες υπολογίζεται το συντάξιμο του χρόνου αυτού. Η όσα τα πλασματικά έτη που χορηγήθηκαν με βάση τους νόμους για εθελούσια έξοδο, όπως αυτά υπολογίζονταν μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51. Κατεξαίρεση τα έτη υπηρεσίας που χορηγήθηκαν με τους νόμους 4191 και 4444/1929, όπως αυτά διαμορφώθηκαν τελικά με το άρθρο 9 του Α.Ν. της 22ας Νοεμβρίου 1935, θεωρούνται ως πραγματικά, έστω και αν οι αξιωματικοί των παραπάνω νόμων ανακλήθηκαν στον πόλεμο 1940-1941 και αποκαταστάθηκαν αργότερα με το Ν.Δ. 955/1948.

Άρθρο 77 παρ. 4

συνδ. με άρθρ. 17 Α.Ν. 1939/51

4.

Στους συνταξιούχους μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 που προέρχονται από κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες παρέχεται προσαύξηση της σύνταξής τους σύμφωνα με τα ακόλουθα: Α) Στους αρχιτεχνίτες κάθε κατηγορίας και εκείνους που εξομοιώνονται με αυτούς σχετικά με το βαθμό

  • α) σ΄αυτούς που έχουν βαθμό λοχαγού 10%,
  • β) σ΄ αυτούς που έχουν βαθμό υπολοχαγού 10%,
  • γ) σ΄ αυτούς που έχουν βαθμό ανθυπολοχαγού 20%,
  • δ) σ΄ αυτούς που έχουν βαθμό ανθυπασπιστή 20%.

Β) Στους επιλοχίες, λοχίες, δεκανείς, μόνιμους τεχνίτες και μουσικούς και στους με αυτούς εξομοιούμενους της Πολεμ. Αεροπορίας, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από τις τάξεις ύστερα από εικοσιπενταετή συντάξιμη υπηρεσία ή λόγω ορίου ηλικίας.

  • α) σ΄ αυτούς που έχουν βαθμό επιλοχία 20%,
  • β) σ΄ αυτούς που έχουν βαθμό λοχία 25%,
  • γ) σ΄ αυτούς που έχουν βαθμό δεκανέα 20%.

Γ) Στους ανθυπασπιστές της Χωροφυλακής που απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία και είχαν εικοσιπενταετή συντάξιμη υπηρεσία και δεκαετή πραγματική υπηρεσία στο βαθμό του ανθυπασπιστή, με λογισμό του τελευταίου έτους σαν πλήρους αν αποτελείται από έξι τουλάχιστον μήνες, 20%. Δ) Στους κατώτερους βαθμούς πληρωμάτων και τεχνίτες που απομακρύνθηκαν από τις τάξεις του Ναυτικού.

  • α) στους υποπλοιάρχους πληρωμάτων και τεχνίτες που είχαν

συμπληρώσει 32 ετών πραγματική υπηρεσία 10%,

  • β) στους ανθυποπλοιάρχους πληρωμάτων και τεχνίτες που

είχαν συμπληρώσει 32 ετών πραγματική υπηρεσία 20%,

  • γ) στους ανθυποπλοιάρχους πληρωμάτων και τεχνίτες που

είχαν συμπληρώσει 27 ετών πραγματική υπηρεσία 10%,

  • δ) στους σημαιοφόρους πληρωμάτων και τεχνίτες που είχαν

συμπληρώσει 27 ετών πραγματική υπηρεσία 20%.

  • α) στους αρχικελευστές που είχαν συμπληρώσει 32 ετών

πραγματική υπηρεσία 25%,

  • β) στους αρχικελευστές που είχαν συμπληρώσει 27 ετών

πραγματική υπηρεσία 20%,

  • γ) στους κελευστές που είχαν συμπληρώσει 32 ετών

πραγματική υπηρεσία 25%,

  • δ) στους κελευστές που είχαν συμπληρώσει 27 ετών

πραγματική υπηρεσία 20%,

  • ε) στους υποκελευστές α΄ ή β΄ που είχαν συμπληρώσει 32

ετών πραγματική υπηρεσία 25%,

  • στ) στους υποκελευστές α΄ ή β΄ τάξης που είχαν συμπληρώσει

27 ετών πραγματική υπηρεσία 20%. ΣΤ) Στους αξιωματικούς και αρχισμηνίες μηχανοσυνθέτες του τεχνικού προσωπικού της Αεροπορίας που απομακρύνθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από τις τάξεις και είχαν συμπληρώσει 8 ετών υπηρεσία στον τελευταίο βαθμό ή τους δύο τελευταίους βαθμούς υπερεικοσιπενταετή πραγματική υπηρεσία 20%. Η σύνταξη της παραγράφου αυτής μαζί με την προσαύξησή της υπάγεται στον περιορισμό του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 55.

Άρθρο 4 παρ. 5

Ν.Δ.4605/66 σε συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.787/78 Οι παραπάνω προσαυξήσεις συμψηφίζονται με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας και διατηρούνται μόνο στο ποσό που δεν καλύπτονται από αυτό. ΑΡΘΡΟ 73 Χρόνος εκτός υπηρεσίας

Άρθρο 2 Ν.Δ.

3055/54

1.

Ο χρόνος στην περίοδο της Δημοκρατίας στον οποίο οι με μηνιαίο μισθό υπάλληλοι και υπηρέτες των Βασιλικών Ανακτόρων παρέμειναν εκτός υπηρεσίας, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, εφόσον αυτοί μετά τη μεταπολίτευση του έτους 1935 και μέσα σ΄ ένα έτος από την επάνοδο του Βασιλιά προσλήφθηκαν πάλι στην υπηρεσία των Βασιλικών Ανακτόρων. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και γι΄ αυτούς που είχαν εξέλθει από την υπηρεσία πριν από την ισχύ του Ν.Δ. 3055/1954.

Άρθρο 1 παρ. 1

Ν.4340/64

2.

Αυτοί που με βάση τις διατάξεις του Ν.Δ. 617/1948 , του ΝΑ΄ Ψηφίσματος της Βουλής του έτους 1948 και της παρ. 2 του άρθρου 62 του Α.Ν. 1854/51 στερήθηκαν οποιαδήποτε παροχή (σύνταξη, χορηγία, βοήθημα, μέρισμα κ.λ.) που έπαιρναν ή είχαν δικαίωμα να πάρουν από το Δημόσιο Ταμείο ή από το Ταμείο νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν. ΄Αρθρο 4 παρ. 3 Ν.4448/64 Για τις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από το προηγούμενο εδάφιο για επαναχορήγηση παροχών, δεν έχουν εφαρμογή άλλες διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει, οι οποίες προβλέπουν στερήσεις ανάλογων παροχών ή αναστολή άσκησης σχετικού δικαιώματος για τους λόγους που είχαν επιβληθεί οι στερήσεις με εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 617/1948, του ΝΑ΄ Ψηφίσματος του 1948 και της παρ. 2 του άρθρου 62 του Α.Ν. 1854/1951.

Άρθρο 1 παρ. 2

Ν.4340/64 Η επαναχορήγηση της σύνταξης ή η αναγνώριση του δικαιώματος σύνταξης αυτών που αποκαθίστανται σύμφωνα με το παραπάνω πρώτο εδάφιο ενεργείται με πράξη του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου. Η πληρωμή της σύνταξης που επαναχορηγείται ή αναγνωρίζεται με αυτόν τον τρόπο αρχίζει από την πρώτη του μήνα που ακολουθεί μετά την υποβολή της αίτησης.

Άρθρο 2 Ν.4340/64 3. Ο χρόνος από την απομάκρυνση μέχρι την επάνοδο στην

υπηρεσία των υπαλλήλων που επανήλθαν σύμφωνα με τον Α.Ν. 1540/1950, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σχετικά με τη σύνταξη. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και γι΄ αυτούς που εξήλθαν από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν.4340/1964, των οποίων η σύνταξη ορίζεται ότι πρέπει να πληρώνεται από την 1η του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 4 παρ. 3
4.

Ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας των καθηγητών Ανώτατων Σχολών, οι οποίοι απολύθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της με αριθ. 34/1945 συντακτικής πράξης και ξαναδιορίστηκαν με τη διαδικασία των άρθρων 3 και 4 αυτής ή κατά την πρώτη πλήρωση των εδρών, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι τρία έτη και πλασματικής για τα πέρα από τρία έτη.

Άρθρο 4 παρ. 4

Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 9 της με αριθ. 59/1945 συντακτικής πράξης εφαρμόζονται και γι΄ αυτούς που απολύθηκαν από την υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις της με αριθ. 67/1945 συντακτικής πράξης.

Άρθρο 1 Ν.Δ.709/70 5. Ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας από την ημέρα της

απόλυσης μέχρι την ημέρα της επανόδου των κατώτερων υπαλλήλων που απολύθηκαν σύμφωνα με τις Θ΄ /1967 και Ι/1967 συντακτικές πράξεις και επανήλθαν με τις διατάξεις του Ν.Δ. 190/1969, υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

Άρθρο 2 παρ. 1

Κυρώνονται οι πράξεις κανονισμού σύνταξης που έχουν εκδοθεί μέχρι την ισχύ του Ν.Δ. 709/1970 κατά το μέρος που με αυτές αναγνωρίστηκε ως συντάξιμος ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας του προηγούμενου εδαφίου. ΦΕΚ 210 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4653 Πράξεις ή αποφάσεις για κανονισμό σύνταξης που έχουν κρίνει αντίθετα, ξαναεξετάζονται με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου από το όργανο που αποφασίζει για τις συντάξεις σε πρώτο βαθμό, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που υποβάλλεται μέσα σ΄ ένα έτος από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 709/1970 και η έναρξη πληρωμής της σύνταξης ή της αύξησής της ορίζεται στην περίπτωση αυτή από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. ΄Αρθρο 3 Ν.Δ. 709/70 Η ισχύς αυτής της παραγράφου ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης του Ν.Δ. 190/1969. 1286/72

6.

Ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας των αστυνομικών υπαλλήλων που απολύθηκαν με τις διατάξεις του Α.Ν. 34/1967 και επανήλθαν μετά στην ενεργό υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 164/1967 και Ν.Δ. 19/1968, υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

Άρθρο 2 Ν.Δ.

1286/72 Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και γι΄ αυτούς που εξήλθαν από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 1286/1972, οι οποίοι πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την ισχύ του. ΄Αρθρο 3 Ν.Δ. 1286/72 Η σύνταξη ή η αύξηση της σύνταξης που αναγνωρίζεται σύμφωνα με την παράγραφο αυτή πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 18 παρ. 1

Ν.955/79

7.

Ο χρόνος εκτός υπηρεσίας κατά τον οποίο το βοηθητικό διδακτικό προσωπικό των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων αποχώρησε από την υπηρεσία σε εφαρμογή του Α.Ν. 553/1968, όπως αυτός τροποποιήθηκε, μέχρι την επαναφορά του με το Ν.Δ. 1264/1972, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, εφόσον το προσωπικό αυτό εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του και αμείφθηκε γι΄ αυτές.

Άρθρο 30 Ν.

1489/84, όπως αντικ. με άρθρ. 32 παρ. 1 Ν.1694/87

8.

Για τους αξιωματικούς αδελφές νοσοκόμους, που είχαν αποστρατευθεί με βάση διατάξεις που έχουν καταργηθεί γιατί τεκνοποίησαν ή τέλεσαν γάμο, και αποκαταστάθηκαν σε εφαρμογή του άρθρου 29 του Ν. 1489/1984, ο χρόνος παραμονής τους εκτός υπηρεσίας και μέχρι τρία (3) έτη θεωρείται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

Άρθρο 3 παρ. 10

Ν.2310/95 Για όσες από τις παραπάνω νοσοκόμες κατά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας δεν θεμελιώνεται δικαίωμα σύνταξης ή για εκείνες που δεν ανακαλούνται στην ενέργεια γιατί συμπλήρωσαν το όριο ηλικίας, αναγνωρίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και τόσος χρόνος όσος απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος, ο οποίος όμως δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη και έξι (6) μήνες.

Άρθρο 32 παρ. 2

Ν.1694/87 Οι αξιωματικοί αδελφές νοσοκόμες των προηγούμενων εδαφίων που αποκαταστάθηκαν με το άρθρο 29 του Ν. 1489/1984 και επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία, εξομοιώνονται σχετικά με το δικαίωμα σε σύνταξη με μόνιμους στρατιωτικούς. αδελφές νοσοκόμες που αποκαταστάθηκαν με βάση τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 26 του Ν. 744/1977.

Άρθρο 3 παρ. 11
9.

Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των συμβασιούχων υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι επανέρχονται στην υπηρεσία, με εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν.2190/1994, ως απολυθέντες λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, για όσους δε από αυτούς καταλάβουν θέσεις μόνιμων υπαλλήλων, λογίζεται και ως συντάξιμος σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν.2084/1992, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παρ. 7 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, οι υπάλληλοι δε αυτοί θεωρούνται ως συμβασιούχοι μέχρι τη μονιμοποίησή τους. Προκειμένου για υπαλλήλους που λόγω της ιδιότητάς τους ασφαλίζονται υποχρεωτικά και σε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν.2084/1992, όπως αυτό αντικαθίσταται με την παρ. 7 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, η αναγνώριση του εκτός υπηρεσίας χρόνου ως συντάξιμου χωρεί με την καταβολή από τους ενδιαφερομένους των κρατήσεων υπέρ συντάξεως που προβλέπονται, κατά περίπτωση, από τα άρθρα 6 του Ν.1902/1990 και 20 παρ. 2 του Ν. 2084/1992 Παρατήρηση: Οι παραπάνω διατάξεις της παρ. 9 του Κώδικα συμπληρώνονται με τις παρακάτω διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 3 του Ν.2320/95 οι οποίες και παρατίθενται χάρη της ενότητας. «Η εξαγορά του εκτός υπηρεσίας χρόνου γίνεται σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν.2190/1994 οι δε εργοδοτικές εισφορές βαρύνουν την υπηρεσία στην οποία προσλαμβάνεται ο απολυθείς. Οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για την εξαγορά του χρόνου είναι αυτές του μήνα υποβολής της σχετικής αίτησης. Ο τρόπος εξόφλησης του ποσού της εξαγοράς θα ρυθμιστεί από την προβλεπόμενη με την παρ. 7 του άρθρου 25 του Ν.2190/1994 απόφαση, ο δε χρόνος της υποβολής της σχετικής αίτησης ορίζεται σε ένα (1) έτος από την επαναπρόσληψή τους. Οι διατάξεις των δύο αμέσως προηγούμενων εδαφίων έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους υπαλλήλους των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν.2190/1994». Άρθρον 3 παρ. 12 του Ν.2320/95 10.Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι ακολουθούν δημοσιοϋπαλληλικό συνταξιοδοτικό καθεστώς και επανέρχονται στην υπηρεσία με εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 του Ν. 2190/1994 ως εξαναγκασθέντες σε παραίτηση κατά το από 1ης Ιανουαρίου 1990 μέχρι 31 δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών ή συντάξεων, εφόσον παραμείνουν τουλάχιστον επί διετία στην υπηρεσία, καταβάλλουν δε και τις προβλεπόμενες, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν.1902/1990 και της παρ. 2 του άρθρου 20 του Ν.2084/1992 κρατήσεις για σύνταξη. Ο περιορισμός της διετίας δεν ισχύει σε περίπτωση θανάτου, καθώς και για όσους αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας η τριακονταπενταετίας ή απόλυσης λόγω ανικανότητας. Αν ο αναγνωριζόμενος χρόνος συμπίπτει με χρόνο ασφάλισης σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, οι εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που έχουν καταβληθεί αποδίδονται στο Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 1 του Ν. 1405/1983. Παρατήρηση: Οι παραπάνω διατάξεις της παρ. 10 του Κώδικα συμπληρώνονται με τις παρακάτω διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 3 του Ν.2320/95 οι οποίες και παρατίθενται χάρη της ενότητας. «Ο χρόνος που κατά τα ανωτέρω αναγνωρίζεται ως συντάξιμος αναγνωρίζεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας με καταβολή των σχετικών εισφορών από τους ενδιαφερομένους και τον εργοδότη, όπου αυτές προβλέπονται , και κατά τα αντίστοιχα ποσοστά που ορίζονται από τη νομοθεσία των οργανισμών αυτών. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και στους υπαλλήλους των λοιπών νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 2190/1994, με καταβολή των εισφορών για όλο το χρονικό διάστημα του εκτός υπηρεσίας χρόνου που επιθυμούν να αναγνωρίσουν, σύμφωνα με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου και νόμου. Επίσης, εφαρμόζονται ανάλογα και για υπαλλήλους που επανέρχονται στην υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 26 του Ν. 2190/1994, της επαναφοράς λογιζομένης από την έναρξη ισχύος του Ν.1847/1989. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της προηγούμενης εφαρμόζονται και για όσους δεν επανήλθαν στην υπηρεσία μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.2190/1994, επειδή καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας ή συμπλήρωσαν τριακονταπενταετή δημόσια υπηρεσία και συντάξιμη, καθώς και για όσους από αυτούς απεβίωσαν μέχρι την ίδια ημερομηνία, ο δε εκτός υπηρεσίας χρόνος λογίζεται ως συντάξιμος μέχρι τη συμπλήρωση των ορίων αυτών ή το θάνατό τους». προσωπικού Α.Ε.Ι. που διώχθηκαν ή ωφελήθηκαν από το καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967 Συντακτ. Πράξη της 3.9.1974

1.

Ο χρόνος εκτός υπηρεσίας των καθηγητών, υφηγητών και μελών του κατώτερου διδακτικού προσωπικού Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, που αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της συντακτικής πράξης της 3ης Σεπτεμβρίου 1974, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, εκτός από το δικαίωμα για αναδρομική λήψη αποδοχών ή σύνταξης. Συντακτ. Πράξη της 4/5.9.1974

2.

Ο χρόνος που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας από τους δικαστικούς λειτουργούς που αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της συντακτικής πράξης της 4/5.9.1974, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Η σύνταξη όσων από αυτούς έχουν εξέλθει από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη της ισχύος της πιο πάνω συντακτικής πράξης ξανακαθορίζεται από την ισχύ της με βάση τις αποδοχές του βαθμού στον οποίο αυτοί πήραν προαγωγή ή επαναφέρθηκαν.

Άρθρο 13 παρ. 3

συντακτ. πράξης της 4/5.9.1974

3.

Η σύνταξη όσων διορίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 803/1971 ως μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου και αποχώρησαν από την υπηρεσία πριν από την ισχύ της συντακτικής πράξης της 4/5.9.1974, αναθεωρείται και κανονίζεται με βάση τις αποδοχές του βαθμού και της θέσης που κατείχαν πριν από τον παραπάνω διορισμό τους και με βάση τον μέχρι το διορισμό τους αυτό χρόνο, χωρίς προσμέτρηση πλασματικού χρόνου ή κάποιας προσαύξησης. Ποσά που καταβλήθηκαν για συντάξεις πέρα από αυτά που υπολογίζονται σύμφωνα με τα παραπάνω δεν αναζητούνται.

Άρθρο 2 Ν.1379/83 4. Το χρονικό διάστημα που θεωρείται σύμφωνα με την περίπτ.

γ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 17 του Ν. 1268/1982 χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τους επιμελητές, βοηθούς και δασκάλους που διορίστηκαν σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 214/1974, λογίζεται και ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου έχει εφαρμογή και γι΄ αυτούς που είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει. Η σύνταξη αναγνωρίζεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων και τα οικονομικά αποτελέσματα στην περίπτωση αυτή αρχίζουν από την πρώτη του μήνα που ακολουθεί την υποβολή της αίτησης. ΑΡΘΡΟ 75 Συνταξιοδοτική αποκατάσταση τακτικών πολιτικών δημόσιων υπαλλήλων που διώχθηκαν από το καθεστώς της 21 - 4 - 1967

Άρθρο 3 παρ. 1
1.

Ο χρόνος της παραμονής εκτός υπηρεσίας των τακτικών πολιτικών δημόσιων υπαλλήλων που επανήλθαν με τις νομοθέτημα μεταγενέστερο της 20ης Απριλίου 1967, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για όλες τις συνέπειες και προσμετράται και συνυπολογίζεται για κάθε περίπτωση βαθμολογικής και μισθολογικής κατάστασης και εξέλιξης, καθώς και λήψης σύνταξης, χωρίς όμως δικαίωμα για αναδρομική απόληψη των αποδοχών τους. Τα παραπάνω ισχύουν και γι΄ αυτούς που αποκαθίστανται, των οποίων ο χρόνος της υπηρεσίας στον κατώτερο βαθμό λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι διανύθηκε στο βαθμό που αποκαθίστανται, εκτός από την αναδρομική απόληψη διαφοράς αποδοχών.

2.

Από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 76/1974 οι παραιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, θεωρούνται ότι δεν υποβλήθηκαν ποτέ και οι πράξεις αποδοχής τους και οι αποφάσεις απόλυσης καταργούνται αναδρομικά. Στους υπαλλήλους που επανήλθαν με αυτόν τον τρόπο εφαρμόζονται παραπέρα και όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Η προθεσμία για εμφάνιση στην υπηρεσία για καθένα από αυτούς αρχίζει από την κοινοποίηση σ΄ αυτόν της απόφασης που δημοσιεύθηκε. Ν.Δ.76/1974 Οι υπάλληλοι που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 5 του Ν.Δ. 76/1974 δικαιούνται όταν εμφανισθούν στην υπηρεσία να δηλώσουν ότι δεν επιθυμούν την επάνοδό τους στην ενέργεια και να συνταξιοδοτηθούν με το βαθμό που είχαν κατά την απόλυση ή την παραίτησή τους ή πριν από τον υποβιβασμό τους, οπότε ο χρόνος μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω Ν.Δ/τος υπολογίζεται ότι διανύθηκε στην ενέργεια για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης ή για τον υπολογισμό της.

Άρθρο 6 παρ. 1

΄Οσοι από τους υπαλλήλους που υπάγονται στο άρθρο 1 του Ν.Δ. 76/1974 συμπλήρωσαν με συνυπολογισμό και του χρόνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 αυτού του άρθρου 35ετή υπηρεσία με τις διατάξεις που ίσχυαν στο χρόνο συμπλήρωσής της, κρίνονται ύστερα από αίτησή τους, που υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 76/1974, από την Επιτροπή του άρθρου 4 παρ. 2 αυτού για την προαγωγή τους στο βαθμό που κατέχουν στο χρόνο της συμπλήρωσής της οι υπάλληλοι που ήταν νεότεροί τους κατά την απόλυση ή τον πριν από αυτή υποβιβασμό τους. Εφόσον κριθούν ότι πρέπει να προαχθούν, προάγονται αναδρομικά και συνταξιοδοτούνται με το βαθμό αυτό από τη συμπλήρωση 35ετίας, με εφαρμογή παραπέρα για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε όσων ορίζονται στην παρ. 1 αυτού του άρθρου, χωρίς δικαίωμα απόληψης διαφοράς αποδοχών ή σύνταξης για το χρόνο μέχρι τη δημοσίευση του πιο πάνω Ν.Δ/τος. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση ή αν αυτή απορριφθεί από την Επιτροπή, αυτοί συνταξιοδοτούνται από το χρόνο συμπλήρωσης της 35ετίας με το βαθμό που είχαν κατά την απόλυσή τους με προσμέτρηση μόνο του χρόνου από την απόλυση μέχρι τη συμπλήρωση σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού.

5.

΄Οσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται ανάλογα και γι΄ αυτούς που, πριν από τη συμπλήρωση 35ετίας, καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας που προβλεπόταν κατά την απόλυσή τους για το βαθμό που κατείχαν ή από τον οποίο υποβιβάσθηκαν και οι οποίοι κρίνονται σύμφωνα με τα παραπάνω για το χρόνο μέχρι την κατάληψή τους από το όριο ηλικίας. Αν για το βαθμό στον οποίο προάγονται προβλεπόταν στον κρίσιμο χρόνο μεγαλύτερο όριο ηλικίας, το οποίο είχε συμπληρωθεί όταν δημοσιεύθηκε το Ν.Δ. 76/1974, η συνταξιοδότησή τους αρχίζει από την κατάληψή τους από το όριο αυτό και ο χρόνος που μεσολάβησε λογίζεται για όλες τις συνέπειες της παρ. 1 αυτού του άρθρου ότι διανύθηκε στην ενέργεια στο βαθμό αυτό.

Άρθρο 6 παρ. 3
6.

Οι διατάξεις των παρ. 4 και 5 εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους της παρ. 3 αυτού του άρθρου των οποίων η αίτηση για επαναφορά ήθελε γίνει δεκτή.

Άρθρο 7 Ν.Δ.

76/1974

7.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και για τους δημόσιους υπαλλήλους που πέθαναν μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 76/1974 για το χρόνο από την απόλυση, υποβιβασμό ή παραίτηση μέχρι το θάνατό τους, οι δε αιτήσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 4 και 5 του πιο πάνω Ν. Δ/τος υποβάλλονται από τα πρόσωπα που συνταξιοδοτήθηκαν ή δικαιούνται σε απόληψη της σύνταξής τους. ΄Αρθρο 8 Ν.Δ. 76/1974

8.

Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου εξαιρούνται και στερούνται οποιασδήποτε προστασίας από αυτό εκείνοι που στο χρονικό διάστημα από 21ης Απριλίου 1967 μέχρι 23ης Ιουλίου 1974 αποδέχθηκαν αξίωμα Υπουργού, Υφυπουργού ή Γενικού Γραμματέα Υπουργείου ή Νομάρχη, αυτοί που διατέλεσαν μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αυτοί που διορίσθηκαν σε θέση Ειδικού Συμβούλου της Κυβέρνησης, καθώς και αυτοί που διορίσθηκαν στη διοίκηση ή ως μέλη του Εποπτικού ή οποιουδήποτε άλλου Συμβουλίου που ασκεί διοίκηση κάθε τραπεζικής εταιρείας που ελέγχεται από το Δημόσιο.

Άρθρο 9 Ν.Δ.

76/1974 Επίσης εξαιρούνται α) οι ισόβιοι και μόνιμοι δικαστικοί λειτουργοί, β) αυτοί που ανήκουν στα Σώματα της Αστυνομίας Πόλεων και το Πυροσβεστικό και γ) όλο το προσωπικό αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών.

Άρθρο 10 παρ. 1
9.

Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους οι οποίοι, αν και υπάγονταν στο Ν.Δ. 190/1969, δεν επανήλθαν στην υπηρεσία γιατί δεν εμφανίσθηκαν σ΄ αυτή σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.Δ. αυτού.

Άρθρο 10 παρ. 4

Επίσης εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους που απολύθηκαν με απόφαση Πειθαρχικού Συμβουλίου γιατί καταδικάσθηκαν από έκτακτα στρατοδικεία ή από οποιοδήποτε άλλο ποινικό δικαστήριο για δραστηριότητα κατά της κατάστασης που επικράτησε μετά την 21η Απριλίου 1967 ή για πειθαρχικό παράπτωμα σχετικό με όμοια δραστηριότητά τους. 10.Δημόσιοι υπάλληλοι με 1ο βαθμό (Γενικοί Διευθυντές, Αναπληρωτές Γενικοί Διευθυντές ή Προϊστάμενοι Υπηρεσιών) που υπηρετούσαν στις 21 Απριλίου 1967 και αποχώρησαν από την υπηρεσία με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 4 του Α.Ν. 4/1967, 3 παρ. 4 του Α.Ν. 19/1967 και 5 του Α.Ν. 65/1967 με βαθμό κατώτερο από τον παραπάνω βαθμό που κατείχαν, επανακτούν αυτοδίκαια από την ισχύ του Ν.Δ. 76/1974 το βαθμό αυτό του Γενικού Διευθυντή, Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή ή Προϊσταμένου και άσχετα με 35ετία, εφόσον δεν καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας που ορίζεται για το βαθμό αυτό, επανέρχονται στην υπηρεσία, αλλιώς συνταξιοδοτούνται από το χρόνο της κατάληψής τους από το όριο ηλικίας με βάση τον παραπάνω βαθμό τους, με εφαρμογή κατά τα λοιπά των διατάξεων των παρ. 1 και 5 σε συνδ. με την παρ. 4 αυτού του άρθρου. Οι παραπάνω διατάξεις για αποκατάσταση εφαρμόζονται και για τους Γενικούς Διευθυντές και Αναπληρωτές Γενικούς Διευθυντές που εξήλθαν πριν από την 21η Απριλίου 1967 και των οποίων η σύνταξη κανονίστηκε με βάση τον προηγούμενο βαθμό τους στον οποίο υποβιβάσθηκαν με τους πιο πάνω νόμους, καθώς και για τους υπαλλήλους της κατηγορίας αυτής που πέθαναν για το χρόνο μέχρι το θάνατό τους, χωρίς όμως δικαίωμα αναδρομικής λήψης διαφοράς μισθού ή σύνταξης.

Άρθρο 10 παρ. 6

11.Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται και στους τακτικούς πολιτικούς δημόσιους υπαλλήλους που απολύθηκαν για οποιονδήποτε λόγο από την 21η Απριλίου 1967 μέχρι την 23η Ιουλίου 1974 και οι οποίοι, αν και η απόλυσή τους ακυρώθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επανήλθαν στην υπηρεσία γιατί η Διοίκηση αρνήθηκε να συμμορφωθεί με αυτή. Εκπαιδευτικοί οποιασδήποτε φύσης που υπηρετούσαν με διορισμό σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 2545/1940, όπως είχε τροποποιηθεί, σε σχολεία που είχαν αναγνωρισθεί ως ισότιμα και ομοταγή με τα αντίστοιχα δημόσια, και οι οποίοι απολύθηκαν από αυτά μετά την 20η Απριλίου 1967, λογίζονται για τη συνταξιοδότησή τους και μόνο ότι διατέλεσαν στην υπηρεσία για όλο το χρόνο διάρκειας της σύμβασής με την οποία τελούσαν κατά την απόλυσή τους, εφόσον η απόλυσή τους ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 10 παρ. 1 Ν.

193/75 12.Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 αυτού του άρθρου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους τακτικούς πολιτικούς δημόσιους υπαλλήλους, οι οποίοι, ενώ υπηρετούσαν σε ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες εξωτερικού έπαυσαν να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους, γιατί δε συμμορφώθηκαν με τη μετάθεση ή απόσπασή τους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου που υπάγονταν εξαιτίας των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν στην Ελλάδα μετά την 21η Απριλίου 1967, ο χρόνος δε της εκτός υπηρεσίας παραμονής τους λογίζεται για κάθε περίπτωση ως χρόνος πραγματικής ενεργού υπηρεσίας και συντάξιμης, χωρίς όμως δικαίωμα αναδρομικής απόληψης αποδοχών ή σύνταξης. του Ν.Δ. 76/1974 από την Επιτροπή των άρθρων αυτών ύστερα από αίτηση που υποβλήθηκε μετά τη λήξη της εις αυτά προθεσμίας, όπως αυτή παρατάθηκε μεταγενέστερα, θεωρούνται έγκυρες και ισχυρές για όλες τις συνέπειες και για το δικαίωμα σε σύνταξη.

Άρθρο 44 παρ. 1
14.

Οι τακτικοί πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν αποκατασταθεί στην αρχαιότητά τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν.887/1979 μετά την έξοδό τους από την υπηρεσία και συγχρόνως έχουν προαχθεί σε ανώτερο βαθμό σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν.Δ. 76/1974, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του παραπάνω νόμου, δικαιούνται σύνταξη με βάση το μισθό του βαθμού στον οποίο έχουν προαχθεί.

15.

Οι τακτικοί πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι που απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία σε εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 125 του Συντάγματος του 1968 γιατί συμπλήρωσαν τριακονταπενταετή πραγματική δημόσια υπηρεσία με υπολογισμό για τη συμπλήρωσή της και υπηρεσίας, που δε λογιζόταν ως συντάξιμη σύμφωνα με τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας που ίσχυαν στο χρόνο της αποχώρησής τους, κρίνονται για προαγωγή στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν, ανεξάρτητα αν υπάρχουν ή όχι κενές οργανικές θέσεις, ύστερα από σχετικό ερώτημα της αρμόδιας Υπηρεσίας στο οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και, εφόσον κριθούν ως ικανοί για προαγωγή, προάγονται στο βαθμό αυτόν και δικαιούνται σύνταξη με βάση το μισθό του βαθμού αυτού, χωρίς δικαίωμα για λήψη οποιασδήποτε αναδρομικής διαφοράς αποδοχών ή σύνταξης. Η κρίση των υπαλλήλων που υπάγονται στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται εφόσον από την αποχώρησή τους από την υπηρεσία μέχρι το χρόνο που, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 193/1975, θεωρήθηκαν ότι είχαν συμπληρώσει τριακονταπενταετή πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία και οπωσδήποτε, όχι πέρα από το 65ο έτος της ηλικίας τους, είχαν συμπληρώσει το χρόνο υπηρεσίας που απαιτείται για προαγωγή στον επόμενο ενιαίο βαθμό από αυτόν που κατέχουν ή εφόσον είχε προαχθεί στον επόμενο μη ενιαίο από αυτόν που κατέχουν βαθμό νεότερός τους υπάλληλος. Η προαγωγή σύμφωνα με την παράγραφο αυτή δεν μπορεί να γίνει σε βαθμό ανώτερο από το 2ο . ΄Αρθρο 42 παρ. 1 15α. Η σύνταξη Ειδικών Συμβούλων του άρθρου 3 του Ν.Δ. 4352/1964 που απολύθηκαν με τον Α.Ν. 4/1967 ή με υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά την επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, καθορίζεται με βάση το μισθό του Γενικού Διευθυντή, εφόσον αυτοί εξήλθαν από την υπηρεσία ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι ενώ είχαν το βαθμό Διευθυντή α΄ τάξης και συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας για προαγωγή στον ανώτερο βαθμό, διάνυσαν δε στη θέση του Ειδικού Συμβούλου διετή τουλάχιστον πραγματική υπηρεσία. συμπλ. με άρθρ. 5 παρ. 12 Ν.2703/99

16.

Επαναφορά στην υπηρεσία και βαθμολογική αποκατάσταση που έγιναν σε εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ/τος 76/1974 και του Ν. 193/1975, και μετά την παράταση των σχετικών προθεσμιών που έγινε με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1232/1982, του άρθρου 19 του Ν.1476/1984 και του άρθρου 47 του Ν.1543/1985, θεωρούνται έγκυρες και ισχυρές για όλες τις συνέπειες καθώς και για το δικαίωμα για σύνταξη. Στις περιπτώσεις αυτές από τον εκτός υπηρεσίας χρόνο αναγνωρίζεται ως συντάξιμος όλος ο χρόνος από την απόλυση του υπαλλήλου ή τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση μέχρι την επαναφορά τους στην υπηρεσία και πάντως όχι αργότερα από την έναρξη ισχύος του Ν.2592/98. Στις διατάξεις αυτής της παραγράφου υπάγονται και όσοι κατά την εμφάνισή τους στην υπηρεσία δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την παραμονή τους σ΄ αυτήν, αλλά τη συνταξιοδότησή τους. Στην περίπτωση αυτήν ο εκτός υπηρεσίας χρόνος που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος τερματίζεται την ημερομηνία εμφάνισής τους στην υπηρεσία.

Άρθρο 8 παρ. 11 Ν.

2592/98

17.

Ο χρόνος κράτησης, φυλάκισης και εκτόπισης στο εσωτερικό που οφείλεται αποκλειστικά σε αντιδικτατορική δράση κατά το χρονικό διάστημα από 21 Απριλίου 1967 μέχρι 23 Ιουλίου 1974 όσων διορίζονται στο Δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και στις τράπεζες, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και συντάξιμος εφόσον η διάρκεια του χρόνου αυτού προκύπτει από δημόσια έγγραφα. Η αναγνώριση του χρόνου αυτού γίνεται με πράξη των αρμόδιων οργάνων που κρίνουν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα του υπαλλήλου.

18.

Για τους εκπαιδευτικούς των ιδιωτικών σχολείων όλων των βαθμίδων που απολύθηκαν ή εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση κατά το από 21 Απριλίου 1967 έως 23 Ιουλίου 1974 χρονικό διάστημα, λόγω της αντίθεσής τους στο τότε δικτατορικό καθεστώς, ο χρόνος από την απόλυσή τους μέχρι την επαναφορά τους στην υπηρεσία ή το διορισμό τους στο Δημόσιο, ο οποίος θεωρήθηκε ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 89 παρ. 2 του Ν. 1566/1985 και 7 παρ. 11 του Ν.1865/1989 λογίζεται και ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και συντάξιμος, ασφαλιστικές δε εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που τυχόν έχουν καταβληθεί σε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό για το χρόνο που αναγνωρίζεται αποδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 1 του Ν.1405/1983 στο Δημόσιο. ΑΡΘΡΟ 76 Συνταξιοδοτική αποκατάσταση στρατιωτικών γενικά που διώχθηκαν από το καθεστώς της 21.4.1967 και παλαιότερα 199/74 σε συνδ. με άρθρ. 2 Ν.787/79

1.

Ο χρόνος που διατέλεσαν εκτός υπηρεσίας οι στρατιωτικοί των ένοπλων δυνάμεων, οι οποίοι αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 197/1974, λογίζεται ως χρόνος αποκαθίστανται μαζί με την προσαύξηση με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας. ΄Αρθρο 2 Ν.Δ. 199/74 Οι διατάξεις της περίπτ. α΄ της παρ. 5 του άρθρου 40 του Κώδικα αυτού εφαρμόζονται και σ΄ αυτούς που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 197/1974 εφόσον η αποστρατεία τους σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού έγινε σε χρόνο προγενέστερο από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 414/1974 (12.5.1974). ΄Αρθρο 3 Ν.Δ. 199/74 Η αίτηση κανονισμού ή αύξησης της σύνταξης από αυτούς που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 197/1974 ή σε περίπτωση θανάτου τους από τις οικογένειές τους, πρέπει να υποβληθεί μέσα σε προθεσμία δύο ετών από την έναρξη της ισχύος τούτου και η σύνταξή τους πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 1 Ν.497/76 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και

για τους στρατιωτικούς των ένοπλων δυνάμεων που αποκαταστάθηκαν με τα Ν.Δ. 4/1974, 9/1974, 228/1974 και τους Ν. 24/1975 και 322/1976. ΄Αρθρο 2 Ν.497/76 Ο χρόνος προφυλάκισης, καταδικίας, παράνομης απουσίας, λιποταξίας, αργίας με απόλυση και διαθεσιμότητας των στρατιωτικών της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και αυτών που αποκαταστάθηκαν με το Ν.Δ. 197/1974, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας εφόσον οι καταστάσεις αυτές οφείλονται σε αντίθεσή τους ή δράση τους κατά του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και της κατάστασης που προήλθε από αυτό μέχρι της 23 Ιουλίου 1974.

Άρθρο 3 Ν.497/76 Η σύνταξη που αναγνωρίζεται με τα προηγούμενα εδάφια ή η

αύξηση της σύνταξης αυτών που έχουν εξέλθει από την υπηρεσία και των οικογενειών τους, από τους οποίους η σχετική αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο ετών από την έναρξη της ισχύος του Ν.497/1976, πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 1 Ν.Δ.200/74 3. Ο χρόνος εκτός υπηρεσίας των αξιωματικών χωροφυλακής,

Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού Σώματος που επαναφέρθηκαν στην υπηρεσία με τις διατάξεις του Ν.Δ. 198/1974, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας και συντάξιμης υπηρεσίας.

Άρθρο 2 Ν.Δ.200/74 Αυτοί που δεν επαναφέρονται στην υπηρεσία σύμφωνα με τις

διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 4 και 8 παρ. 1 περίπτ. α΄ ως ε΄ του Ν.Δ. 198/1974, καθώς και αυτοί που δικαιούνται να επανέλθουν αλλά δεν το ζήτησαν, υπολογίζουν ως χρόνο πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ολόκληρο το χρόνο που πέρασε από την έξοδό τους από την υπηρεσία μέχρι τη χρονολογία που αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 9 του πιο πάνω Ν.Δ/τος, κατά την οποία θεωρούνται ότι εξήλθαν από την υπηρεσία. Οι διατάξεις της περίπτ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 4 αυτού του Κώδικα εφαρμόζονται και σ΄ αυτούς, εφόσον θεωρούνται ότι εξήλθαν από την υπηρεσία μετά την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 142/1974 (1.11.1974). θανάτου τους από τις οικογένειές τους πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση της απόφασης του Συμβουλίου του άρθρου 2 του Ν.Δ. 198/1974 και η σύνταξή τους πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. Ν.Δ. 119/74

4.

Ο χρόνος που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας από τα κατώτερα όργανα των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού, καθώς και από τους ανθυπασπιστές χωροφυλακής, ανθυπαστυνόμους και πυρονόμους, που επαναφέρθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 119/1974, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας και συντάξιμης υπηρεσίας για όλες τις συνέπειες εκτός από τη λήψη αναδρομικών αποδοχών.

Άρθρο 7 παρ. 1

Ν.Δ. 119/74 Αυτοί που δεν επαναφέρθηκαν στην υπηρεσία για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.Δ. 119/1974, προάγονται με τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 2 του Ν.Δ/τος αυτού στο βαθμό , στον οποίο έχει προαχθεί νεότερός τους μέχρι το χρόνο που επήλθε ο λόγος που δημιούργησε την αδυναμία επαναφοράς. Τα ίδια εφαρμόζονται και για όσους έγιναν δεκτές οι αιτήσεις τους για αναθεώρηση, αλλά δε δήλωσαν ότι επιθυμούν να επαναφερθούν στην υπηρεσία.

Άρθρο 7 παρ. 2

Ν.Δ. 199/74 Γι΄ αυτούς που δεν επαναφέρθηκαν στην υπηρεσία λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας αυτός που πέρασε από την έξοδό τους από την υπηρεσία μέχρι την επέλευση του λόγου που δημιούργησε την αδυναμία επαναφοράς ή τη χρονολογία της απόφασης του Συμβουλίου που δέχθηκε την αίτηση αναθεώρησης για όσους δε δήλωσαν εγγράφως ότι επιθυμούν να επανέλθουν στην ενεργό υπηρεσία.

Άρθρο 8 παρ. 1-2

Ν.Δ. 119/74 που δεν επαναφέρθηκαν στην υπηρεσία και σε περίπτωση θανάτου τους από τις οικογένειές τους, πρέπει να υποβληθεί μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη χρονολογία κοινοποίησης σ΄ αυτούς της απόφασης του Συμβουλίου του άρθρου 2 του Ν.Δ. 119/74 και η σύνταξη ή η αύξησή της που αναγνωρίζεται πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 1 Ν.239/75 5. Οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 αυτού του άρθρου εφαρμόζονται

και για τους αξιωματικούς , ανθυπασπιστές , ανθυπαστυνόμους και πυρονόμους, καθώς και για τα κατώτερα όργανα των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού που αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 14/1975 και 81/1975. που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, οι οποίοι έχουν εξέλθει από την υπηρεσία και σε περίπτωση θανάτου τους από τις οικογένειές τους, πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την ισχύ του Ν.239/1975 και η σύνταξή τους πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης. Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού που αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Ν. 488/1976.

Άρθρο 32 Ν.955/79 7. Οι διατάξεις των παρ. 3 και 5 αυτού του άρθρου εφαρμόζονται

ανάλογα και για τους αξιωματικούς και ανθυπασπιστές των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού, που αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.488/1976. Άρθρα 1 και 2 Ν. 235/75

8.

Ο χρόνος υπηρεσίας των στρατιωτικών γενικά που αποκαταστάθηκαν στο χρονικό διάστημα από 21.4.1967 μέχρι 23.7.1974 και υπάγονταν στους ειδικούς νόμους για την αποκατάστασή τους, για τον οποίο τους καταβλήθηκε αποζημίωση κατά την απομάκρυνσή τους, λογίζεται συντάξιμος εφόσον αυτοί επιστρέψουν την αποζημίωση που τους καταβλήθηκε. Η επιστροφή του ποσού γίνεται με μηνιαίες δόσεις που παρακρατούνται από το μηνιαίο μισθό ή σύνταξη που τους ανήκει και συνίστανται στο 1/10 αυτών. Η αναγνώριση του χρόνου ως συντάξιμου σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια γίνεται με πράξη της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με αίτηση των ενδιαφερομένων που υποβάλλεται μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά μέσα σε προθεσμία δύο ετών από τη δημοσίευση του Ν. 235/1975. Η σύνταξη των στρατιωτικών από τους παραπάνω που αποκαταστάθηκαν και δεν επανήλθαν στην υπηρεσία, καθώς και των οικογενειών τους, πληρώνεται από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 3 Ν.1378/83 8α. Ο χρόνος της απομάκρυνσης από την υπηρεσία των

στρατιωτικών που αποκαθίστανται σύμφωνα με το Ν.1378/1983, καθώς και ο χρόνος προφυλάκισης ή φυλάκισής τους, λογίζεται από την έκδοση των διοικητικών πράξεων αποκατάστασης ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης στρατιωτικής υπηρεσίας με όλες τις συνέπειες και η σύνταξή τους ή των οικογενειών τους υπολογίζεται από την αρμόδια Δ/νση του Γ.Λ.Κ., χωρίς αίτηση, με βάση το βαθμό στον οποίο αποκαθίστανται. Η αποκατάσταση δεν παρέχει δικαίωμα σε αναδρομική λήψη αποδοχών ή σύνταξης ή σε αναδρομική προσαρμογή της σύνταξης, ούτε δικαίωμα σε λήψη εφάπαξ ή συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος από τα ταμεία αλληλοβοηθείας ή σε αναδρομικό μέρισμα ή διαφορά μερίσματος από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας.

9.

Η σύνταξη των αξιωματικών των Ένοπλων Δυνάμεων, που αποκαταστάθηκαν σε εφαρμογή της παρ. 16 του άρθρου 17 του Ν. 1213/1981 κανονίζεται με βάση το βαθμό της αποκατάστασής τους. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την αρχική έξοδο από την υπηρεσία μέχρι τη νέα αποστρατεία τους λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Η αναγνώριση των δικαιωμάτων αυτής της παραγράφου γίνεται μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, που πρέπει να υποβληθεί στην αρμόδια Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του Νόμου 1405/1983. Τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 10 Ν.

1447/84 9α. Οι διατάξεις του Ν.Δ. 199/74 (ΦΕΚ Α΄ 362) εφαρμόζονται και στους στρατιωτικούς των Ένοπλων Δυνάμεων που αποκαθίστανται με το Ν. 1447/1984. Η σύνταξη ή αύξηση της σύνταξης που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο αυτών που εξήλθαν από την υπηρεσία και των οικογενειών τους κανονίζεται ύστερα από σχετική αίτηση από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

Άρθρο 21 Ν.

1489/1984 10.Ο χρόνος που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας από τους αξιωματικούς και κατώτερούς τους των Σωμάτων Ασφαλείας και Λιμενικού Σώματος που αποκαθίστανται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 1339/1983, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας για όλες τις συνέπειες, εκτός από τη λήψη αναδρομικά αποδοχών ή σύνταξης. Η σύνταξη αυτών που δε θα επανέλθουν στην υπηρεσία κανονίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή της μισθολογικής προαγωγής που θα αποκατασταθούν.

Άρθρο 25 Ν.

1489/1984 10α. Η σύνταξη των στρατιωτικών και πολιτικών που θα αποκατασταθούν με τα άρθρα 22 μέχρι 24 του Ν. 1489/1984 ή των οικογενειών τους κανονίζεται με βάση 35 χρόνια πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας υπολογιζόμενα και για το χρονοεπίδομα, στο βαθμό που αποκαθίστανται ή εξομοιώνονται.

Άρθρο 27 Ν.

1489/1984 10β. Για την εφαρμογή των συνταξιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 22 ως 26 του Ν. 1489/1984 οι ενδιαφερόμενοι και σε περίπτωση θανάτου τα δικαιούμενα σύνταξης μέλη των οικογενειών τους, πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση, με τα απαιτούμενα από το νόμο συνταξιοδοτικά δικαιολογητικά στην αρμόδια Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. 11.Ο χρόνος που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας από τους Υπαξιωματικούς του Α/Τ ΒΕΛΟΣ, που αποτάχθηκαν λόγω της συμμετοχής τους στο Κίνημα του Ναυτικού, αποκαταστάθηκαν με τις διατάξεις του Ν.Δ/τος 4/1974 και μεταγενέστερα αποστρατεύθηκαν με ειδική έκθεση αποστρατείας, στη συνέχεια δε επανήλθαν στην υπηρεσία με τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 1375/1983 και 17 του Ν. 1848/1989, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας για όλες τις συνέπειες εκτός από τη λήψη αναδρομικά αποδοχών ή σύνταξης. ΑΡΘΡΟ 77 Συνταξιοδοτική αποκατάσταση εκτάκτων.

Άρθρο 7 παρ. 2

Ν.193/75 Ο χρόνος της εκτός υπηρεσίας παραμονής αυτών που επανήλθαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 193/75, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για όλες τις συνέπειες, προσμετράται και συνυπολογίζεται σε κάθε περίπτωση μισθολογικής κατάστασης, καθώς και για λήψη σύνταξης, χωρίς όμως δικαίωμα για αναδρομική απόληψη των αποδοχών ή συντάξεων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ανάλογα και σ΄ αυτούς που δεν επανήλθαν, γιατί δεν είχαν κάποια από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις περιπτ. δ΄ και ε΄ της παρ. 1 του Ν. 193/75, μόνο όμως για το δικαίωμα αναγνώρισης ως συντάξιμου του χρόνου κατά τον οποίο τελούσαν εκτός ασφάλισης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα μέχρι την έναρξη της ισχύος του παραπάνω νόμου. ΑΡΘΡΟ 78 Συνταξιοδοτική τακτοποίηση υπαλλήλων που απομακρύνθηκαν σε εφαρμογή του Συντάγματος του 1968.

Άρθρο 9 Ν.193/75 1. Τακτικοί πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και υπάλληλοι

της Βουλής, νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, που απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία μέχρι την 1η Αυγούστου 1974 λόγω συμπλήρωσης τριακονταπενταετούς πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας με την προσμέτρηση για τον υπολογισμό της και χρόνου υπηρεσίας, που δεν ήταν συντάξιμος σύμφωνα με τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας που ίσχυε, λογίζονται για συνταξιοδοτικούς και μόνο σκοπούς ότι διατέλεσαν στην ενέργεια για χρονικό διάστημα ίσο με αυτό που απαιτείται για τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, χωρίς όμως δικαίωμα για απόληψη διαφοράς αποδοχών ή σύνταξης. λόγω ορίου ηλικίας σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 125 του Συντάγματος του 1968 και πριν από τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας, λογίζονται για συνταξιοδοτικούς και μόνο σκοπούς ότι διατέλεσαν στην ενέργεια μέχρι τη συμπλήρωση της παραπάνω τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας και πάντως όχι πέρα από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, χωρίς όμως δικαίωμα για απόληψη διαφοράς αποδοχών ή σύνταξης.

3.

Οι υπάλληλοι που υπάγονται στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων υποχρεούνται να υποβάλουν την αίτηση για αύξηση της σύνταξής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών από την ισχύ του Ν.193/1975 και η αυξημένη σύνταξή τους πληρώνεται από την 1η του μήνα της χρονολογίας υποβολής της αίτησης.

Άρθρο 17 Ν.955/79 4. Η διάταξη της παρ. 2 αυτού του άρθρου έχει εφαρμογή και για

το προσωπικό της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, που μεταφέρθηκε στα ΕΛΤΑ και το οποίο εξήλθε από την υπηρεσία μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1974. ΑΡΘΡΟ 79 Διατήρηση στην υπηρεσία κατώτερων οργάνων των Σωμάτων Ασφαλείας που καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας.

Άρθρο 1 παρ. 1

Ν.Δ.465/74, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ.139/75

1.

Τα κατώτερα όργανα των Σωμάτων Ασφαλείας και Πυροσβεστικού που αναφέρονται στο άρθρο 2 του Ν.Δ. 974/1971, τα οποία καταλαμβάνονται από το όριο ηλικίας πριν από τη συμπλήρωση 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας στο σώμα, διατηρούνται με αίτησή τους στην ενέργεια για το χρόνο που υπολείπεται για τη συμπλήρωσή της εκτός οργανικών θέσεων με απόφαση του οικείου Αρχηγού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και ο οποίος λογίζεται ότι διανύθηκε ως κατά παράταση του ορίου ηλικίας.

Άρθρο 1 παρ. 2

Ν.Δ. 465/74, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 2 Ν.Δ. 139/74

2.

Η απόλυση των οργάνων που διατηρούνται με αυτόν τον τρόπο στην ενέργεια γίνεται με απόφαση του οικείου Αρχηγού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μόλις συμπληρωθεί από αυτά 25ετής πραγματική υπηρεσία στο σώμα. Η απόλυσή τους μπορεί να αποφασισθεί και πριν από τη συμπλήρωση της πιο πάνω υπηρεσίας, αν κατά την κρίση του οικείου Αρχηγού, που στηρίζεται σε αιτιολογημένη υπηρεσιακή πρόταση, η παραπέρα διατήρησή τους στην ενέργεια εκτός οργανικών θέσεων είναι επιζήμια για το συμφέρον της υπηρεσίας. 139/74

3.

Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, του οποίου η ισχύς αρχίζει από τη δημοσίευση του Ν.Δ. 139/1974 (5.11.1974), εφαρμόζονται και γι΄ αυτούς που καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας την 31η Δεκεμβρίου 1973 και διατηρήθηκαν με αίτησή τους για οποιονδήποτε λόγο στην ενεργό υπηρεσία εκτός οργανικών θέσεων με τον ανώτερο βαθμό. ΑΡΘΡΟ 80 Στρογγυλοποίηση ποσού σύνταξης.

Άρθρο 79 Α.Ν.

1854/51, όπως ισχύει μετά τα άρθρ. 5 Ν.Δ. 67/1974, 5 παρ. 1 Ν.787/78 και 5 παρ. 9 Ν. 2703/99 Το ποσό που προκύπτει μετά τον υπολογισμό της σύνταξης ή του βοηθήματος, που καταβάλλει το Δημόσιο γενικά, στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη εκατοντάδα. Κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει στρογγυλοποίηση των παροχών αυτών με διαφορετικό τρόπο καταργείται. Το ίδιο ισχύει για κάθε πληρωμή σύνταξης, επιδόματος ή βοηθήματος οποιασδήποτε φύσης. ΑΡΘΡΟ 81 Καθορισμός δικαιολογητικών συνταξιοδότησης.

Άρθρο 80 παρ. 1
1.

Με διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού των Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται για τον κανονισμό των συντάξεων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. ΄Αρθρο 80 παρ. 2 συνδ. με το Β.Δ. 805/69

2.

Μέχρι την έκδοση του διατάγματος της προηγούμενης παραγράφου εξακολουθεί να ισχύει το Β.Δ. της 12ης Δεκεμβρίου 1950, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Β.Δ. 805/1969, στις περιπτώσεις που δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 5 παρ. 1 του Α.Ν. 599/1968, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε στα άρθρα 22 και 50 αυτού του Κώδικα. ΦΕΚ 210 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4669 από τη Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων. 774/70

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)