Νόμοι — ΦΕΚ A' 211/2023

Type Νόμος
Publication 2023-12-21
Τελευταία ενημέρωση 2023-12-20
State In force
Source ΦΕΚ
articles 376
Reform history JSON API
1.

Η Αρμόδια Αρχή υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων έκθεση, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις προληπτικής φύσεως, που αφορούν στην επαγγελματική ασφάλιση και οι οποίες δεν εμπίπτουν στην εθνική κοινωνικοασφαλιστική και εργατική νομοθεσία σχετικά με την επαγγελματική ασφάλιση, όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 11.

2.

Η Αρμόδια Αρχή επικαιροποιεί τις πληροφορίες αυτές τακτικά και τουλάχιστον ανά δύο (2) έτη.

Άρθρο 83

Συνεργασία μεταξύ της Αρμόδιας Αρχής, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (άρθρο 60 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1.

Η Αρμόδια Αρχή αναγνωρίζει σε όλες τις εργασίες και αποφάσεις της τον διττό ρόλο της τόσο ως αρμόδιας αρχής δυνάμει του παρόντος Μέρους όσο και ως μέλους της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (L 331) και η μια ιδιότητα δεν παρεμποδίζει την άσκηση της άλλης.

2.

Η Αρμόδια Αρχή εφαρμόζει το παρόν Μέρος, τις οικείες αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και το ενωσιακό δίκαιο και ασκεί τα εποπτικά της καθήκοντα με τρόπο που να λαμβάνει στο μέγιστο δυνατό τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στους αντίστοιχους τομείς και λαμβάνει υπόψη της τα αντίστοιχα εποπτικά εργαλεία και τις εποπτικές πρακτικές που έχουν αναπτυχθεί ή προτείνονται ως βέλτιστα από την ΕΑΑΕΣ.

3.

Η Αρμόδια Αρχή συμμετέχει σε περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών και εμπειριών με άλλα κράτη μέλη, σε εργασίες, δράσεις και δραστηριότητες, καθώς και σε αναγκαίες επιτροπές, υποεπιτροπές και ομάδες εργασίας της ΕΑΑΕΣ σχετικά με τις αρμοδιότητές της και συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να διευκολυνθεί η εποπτεία της λειτουργίας των Ι.Ε.Σ.Π. σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

4.

Η Αρμόδια Αρχή συνεργάζεται με την ΕΑΑΕΣ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010, και της παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, όπως προσδιορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος και από το άρθρο 35 του Κανονισμού 1094/2010.

5.

Η Αρμόδια Αρχή εξετάζει οποιαδήποτε σημαντική δυσκολία προκύψει από την εφαρμογή του παρόντος και ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΑΕΣ.

6.

Η Αρμόδια Αρχή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τα πρότυπα που εκδίδονται από την ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010, εκδίδει σχετικές αποφάσεις που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αιτιολογεί στην ΕΑΑΕΣ μη συμμόρφωση.

Άρθρο 84

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 61 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341) Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος, τα T.E.A., οι εξωτερικοί πάροχοι και συνεργάτες τους, καθώς και η Αρμόδια Αρχή εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Oδηγίας 95/46/ΕΚ (L119, Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων).

Άρθρο 85

Αρμόδιες αρχές - Τροποποίηση περ. γ’ παρ. 1 και περ. γ’ παρ. 2 άρθρου 48 ν. 5042/2023

1.

Στην περ.  γ’ της παρ.  1 του άρθρου 48 του ν. 5042/2023 (Α’ 88), περί ορισμού αρμόδιων αρχών, οι λέξεις «όπως ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4680/2020 (Α’ 72)» διαγράφονται, η αναφορά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αντικαθίσταται από την αναφορά στην Τράπεζα της Ελλάδος, το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής: «γ) Όταν πάροχος ΡΕΡΡ είναι Ίδρυμα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.), με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., αρμόδια αρχή για την επικοινωνία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π. και για την εκτέλεση σχετικών με αυτήν καθηκόντων, που προβλέπονται στον Κανονισμό, στους κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονισμούς και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών πράξεις, είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.»

2.

Στην περ.  γ’ της παρ.  2 του άρθρου 48 του ν. 5042/2023, περί ορισμού αρμόδιων αρχών, οι λέξεις «όπως ορίζεται στην περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4680/2020 (Α’ 72)» διαγράφονται, η αναφορά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αντικαθίσταται από την αναφορά στην Τράπεζα της Ελλάδος, το δεύτερο εδάφιο διαγράφεται και η περ. γ) διαμορφώνεται ως εξής: «γ) όταν διανομέας ΡΕΡΡ είναι Ι.Ε.Σ.Π., με έδρα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε., αρμόδια αρχή για την επικοινωνία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του Ι.Ε.Σ.Π. και για την εκτέλεση των σχετικών με αυτήν καθηκόντων που προβλέπονται στον Κανονισμό, στους κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονισμούς και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών πράξεις, είναι η Τράπεζα της Ελλάδος.» συμμόρφωσης - Τροποποίηση άρθρου 99 ν. 4209/2013 Στο άρθρο 99 του ν. 4209/2013 (Α’ 253), περί αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 προστίθεται η αναφορά στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης ώστε να εμπίπτουν πλέον στην αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος, β) η παρ. 3 καταργείται, γ) στην παρ. 4 διαγράφεται η αναφορά στο αρμόδιο Υπουργείο, δ) επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις, και το άρθρο 99 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 99 Αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως αρμόδια αρχή, για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Ανώνυμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ), των Ανώνυμων Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) και των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Κινητών Αξιών (ΟΣΕΚΑ) με έδρα την Ελλάδα, καθώς και των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΟΕΕ) που τους διαχειρίζονται Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ) οι οποίοι έχουν άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή είναι εγγεγραμμένοι σύμφωνα με την Οδηγία 2011/61/ΕΕ, προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (Ε.Ε. L 201).

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων με έδρα την Ελλάδα, των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα, των Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα καθώς και των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012.

3.

Καταργείται.

4.

Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδομένων κανονισμών και των εκτελεστικών κανονισμών για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και παρέχει η μία στην άλλη κάθε αναγκαία συνδρομή για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Επιτρέπεται η αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.»

Άρθρο 87

Κυρώσεις Τράπεζας της Ελλάδος Τροποποίηση άρθρου 103 ν. 4209/2013 Στο άρθρο 103 του ν. 4209/2013 (Α’ 253), περί κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στον τίτλο οι λοιπές αρμόδιες αρχές αντικαθίστανται από την Τράπεζα της Ελλάδος, β) στην παρ. 1 μετά τη φράση «και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα» προστίθεται η φράση «και Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης», γ) οι παρ. 2 και 3 καταργούνται, δ) στην παρ. 4 η αναφορά στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης διαγράφεται, ε) επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και το άρθρο 103 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 103 Κυρώσεις Τράπεζας της Ελλάδος

1.

Αν παραβιασθούν τα άρθρα 4, 5 και 7 έως 9 και 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, συμπεριλαμβανομένων των οικείων κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθέντων Κανονισμών και των εκτελεστικών Κανονισμών για τον καθορισμό τεχνικών προτύπων, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλει επί Πιστωτικών Ιδρυμάτων με έδρα την Ελλάδα, Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα, Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα την Ελλάδα και Ταμείων Επαγγελματικών Ασφάλισης, με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου του άρθρου 55Α του Καταστατικού της, χρηματικό πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ. Τα ποσά των ανωτέρω προστίμων αποτελούν δημόσιο έσοδο, εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190) και αναπροσαρμόζονται με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος ή εξουσιοδοτημένου από αυτή οργάνου του άρθρου 55Α του Καταστατικού της. Πλημμελής συνεργασία, άρνηση χορήγησης ή πλημμελής παροχή στοιχείων στο πλαίσιο άσκησης των προβλεπόμενων από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 αρμοδιοτήτων, τιμωρείται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 55Α και 55Γ του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος. Κατά την επιμέτρηση των ως άνω κυρώσεων λαμβάνονται υπόψη τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 102.

2.

Καταργείται.

3.

Καταργείται.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοινώνει δημόσια οποιαδήποτε μέτρα ή κυρώσεις επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012, των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθέντων Κανονισμών και των εκτελεστικών Κανονισμών για τον καθορισμό τεχνικών προτύπων, εκτός αν η δημοσιοποίηση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα ενδιαφερόμενα μέρη.»

Άρθρο 88

Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 - Τροποποίηση περ. α’ και β’ παρ. 1 άρθρου 69 ν. 4706/2020 Στην παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 4706/2020 (Α’ 136), περί αρμόδιων αρχών για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

  • α) στην περ. α) οι λέξεις «στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 3

του ν. 4364/2016» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στις παρ. 1, 3, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016», οι λέξεις «στις παρ. 3 και 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην περίπτωση των Τα διαγράφονται και επέρχεται νομοτεχνική βελτίωση και οι περ. α) και β) διαμορφώνονται ως εξής: «α) Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες και τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ), όταν εμπίπτουν στις περ. 1, 16 και 22 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014, στις παρ. 1, 3, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016, καθώς και στην περίπτωση των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.).

  • β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες και τις

οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ) όταν εμπίπτουν στις περ. α’ και β’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 και στις περ. α’, β’, γ’ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4099/2012. Επίσης εποπτεύει τις ανάδοχες οντότητες που είναι επιχειρήσεις επενδύσεων.»

Άρθρο 89

Ρυθμίσεις περιπτώσεων μεταφοράς σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης Τροποποίηση άρθρου 7 ν. 4575/2018 Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 του ν. 4575/2018 (Α’ 192), περί μεταφοράς δικαιωμάτων σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, διαγράφεται η αναφορά στη «υπ’ αρ. Φ.Επαγγ.Ασφ./43/13.11.2003 (Β’ 1703) υπουργική απόφαση» και το άρθρο 7 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 7 Αν ο εργαζόμενος - ασφαλισμένος αλλάξει επαγγελματική δραστηριότητα και μεταφέρει τα δικαιώματά του σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, που λειτουργεί στον χώρο της νέας απασχόλησής του, εφαρμόζονται οι διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει την επαγγελματική ασφάλιση και οι καταστατικές διατάξεις του κάθε Ταμείου Επαγγελματικής Ασφάλισης, όπως εκάστοτε ισχύουν. Αν ο ασφαλισμένος δεν ζητήσει τη μεταφορά των δικαιωμάτων του σε άλλο Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 5.»

Άρθρο 90

Αρμόδιες αρχές και συνεργασία μεταξύ αυτών σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 - Τροποποίηση παρ. 1 και 2 άρθρου 100 ν. 4514/2018 Στο άρθρο 100 του ν. 4514/2018 (Α’ 14), περί αρμόδιων αρχών και συνεργασίας μεταξύ αυτών σύμφωνα με τα άρθρα 16, 17 και 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 οι λέξεις «των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) των άρθρων 7 και 8 του ν. 3029/2002, όπως ισχύουν,» διαγράφονται, β) στην παρ. 2, στο τέλος, προστίθεται η αναφορά στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) και επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και οι παρ. 1 και 2 διαμορφώνονται ως εξής: «1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 (EE L 23.12.2015) των Α.Ε.Π.Ε.Υ., των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα επιχειρήσεων επενδύσεων με έδρα σε τρίτη χώρα, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με έδρα στην Ελλάδα, των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων με έδρα στην Ελλάδα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, των ΑΕΔΑΚ και των ΟΣΕΚΑ με έδρα στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα ΑΕΔΑΚ και ΟΣΕΚΑ με έδρα σε τρίτη χώρα, καθώς και των ΟΕΕ που τους διαχειρίζονται Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΔΟΕΕ), οι οποίοι έχουν άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα ή είναι εγγεγραμμένοι, σύμφωνα με την Οδηγία 2011/61/ΕΕ.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 των πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα στην Ελλάδα και των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτη χώρα, των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα και των Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, των υποκαταστημάτων Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Επιχειρήσεων με έδρα σε τρίτη χώρα, καθώς και των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.).»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 91

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, προβλέπει το ειδικότερο περιεχόμενο του μητρώου της παρ. 7 του άρθρου 6 που αναρτάται στην ιστοσελίδα της και ρυθμίζει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ως προς τη λειτουργία αυτού.

2.

Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με απόφασή της, να καθορίζει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 7, προσδιορίζοντας ειδικότερα τη διαδικασία και τον χρόνο υποβολής αυτών. Με όμοια απόφαση, η Αρμόδια Αρχή μπορεί να καθορίζει τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η προσχώρηση χρηματοδοτούσας επιχείρησης σε Τ.Ε.Α. διενεργείται, χωρίς έγκριση της Αρμόδιας Αρχής, κατά παρέκκλιση της παρ. 1 του άρθρου 7.

3.

Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, μπορεί να προσδιορίζει ειδικότερα τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τις πληροφορίες του άρθρου 8, παρέχοντας σχετικά πρότυπα στο πλαίσιο αξιολόγησης της αίτησης κατά τις παρ. 2 και 6 του άρθρου 8.

4.

Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, μπορεί να μεταβάλει το ελάχιστο περιεχόμενο του καταστατικού της παρ. 2 του άρθρου 9 ως προς τις υποπερ. ηα’ έως ηθ’ της περ. (η) και να προβλέπει την τήρηση από τα Τ.Ε.Α. εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, να καθορίζει το περιεχόμενό του και τον τρόπο και τη συχνότητα επικαιροποίησής του. μπορούν να αποτελούν περιεχόμενο του υποβλητέου προγράμματος δραστηριότητας του άρθρου 10, όπως αποτελέσματα χρήσης, πρόβλεψη ταμειακών ροών και αναλυτική τεκμηρίωση παραδοχών προς τον σκοπό της πληρέστερης αποτύπωσης της βιωσιμότητας του Τ.Ε.Α..

6.

Η Αρμόδια Αρχή δύναται, με απόφασή της, να προβλέπει το ειδικότερο περιεχόμενο του Μητρώου της παρ. 8 του άρθρου 11 και να ρυθμίζει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια περί της λειτουργίας αυτού.

7.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται προς αυτή από το ενδιαφερόμενο Τ.Ε.Α. κατά την υποβολή της αίτησης της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 11 για τη διασυνοριακή δραστηριότητα, και την εφαρμογή από αυτήν των κριτηρίων αξιολόγησης της περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 11, προσδιορίζονται ειδικότερα η σχετική διαδικασία και, όπου χρειάζεται, ο χρόνος υποβολής αυτών, το περιεχόμενο και ο τύπος των συνυποβαλλόμενων στοιχείων και συνοδευτικών εγγράφων, ο καθορισμός της γλώσσας αυτών στο πλαίσιο άσκησης προληπτικής εποπτείας κατά τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

8.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται από τα ενδιαφερόμενα Τ.Ε.Α., προς αυτήν, κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 12 για τη μεταβίβαση, συμπεριλαμβανομένης και της διασυνοριακής μεταβίβασης, προσδιορίζοντας τις πληροφορίες που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις προληπτικής αξιολόγησης της περ. ε’ της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, καθώς και τη σχετική διαδικασία και, όπου χρειάζεται, τον χρόνο υποβολής αυτών, το περιεχόμενο και τύπο των εν λόγω υποβαλλόμενων στοιχείων και συνοδευτικών εγγράφων, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 12.

9.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορούν να καθορίζονται με ειδικότερο τρόπο οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την άσκηση του δικαιώματος διαγραφής, για τον συνυπολογισμό του χρόνου επαγγελματικής ασφάλισης, τη μεταφορά δικαιωμάτων και το αρμόδιο για τη χορήγηση της παροχής Τ.Ε.Α., σε περίπτωση χρονικά διαδοχικής επαγγελματικής ασφάλισης σε περισσότερα Τ.Ε.Α., όπως και κάθε άλλο σχετικό αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 15.

10.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται ενιαίος μορφότυπος για την παροχή από Τ.Ε.Α. και τα Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους των πληροφοριών του άρθρου 16.

11.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να ορίζεται η υποχρέωση σύστασης μίας ή περισσότερων επιτροπών στα Τ.Ε.Α. και να προβλέπονται οι σχετικές αρμοδιότητές τους.

12.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται λεπτομέρειες για τον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο τηρούνται διαθέσιμα για την κάλυψη τρεχόντων λειτουργικών εξόδων των Τ.Ε.Α., ο οποίος δεν φυλάσσεται από τον θεματοφύλακα σύμφωνα με το άρθρο 30, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του ίδιου άρθρου.

13.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής δύνανται να ορίζονται και άλλα καθήκοντα του θεματοφύλακα, πλέον αυτών που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 31.

14.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, για την εφαρμογή αποτελεσματικού συστήματος διακυβέρνησης σύμφωνα με το άρθρο 32, τίθενται κριτήρια ανεξαρτησίας και αποδεκτών σωρεύσεων αρμοδιοτήτων ή εργασιών σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή οργανωτικές μονάδες, εξειδικεύονται οι απαιτήσεις διακυβέρνησης, καθορίζεται το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων από τα Τ.Ε.Α. προς αυτήν πληροφοριών για την αξιολόγηση των απαιτήσεων καταλληλότητας και αξιοπιστίας, επιβάλλεται η εφαρμογή πρόσθετων πολιτικών, επιβάλλεται ο ορισμός και καθορίζονται οι αρμοδιότητες και τα κριτήρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας ενός ή περισσότερων εσωτερικών υπευθύνων προσώπων για την αξιολόγηση των εργασιών βασικών λειτουργιών που έχουν ανατεθεί εξωτερικά, καθορίζονται πρόσθετα κριτήρια και απαιτήσεις σε περιπτώσεις εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων σε παρόχους υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, καθώς και σε παρόχους υπηρεσιών, οι οποίοι δεν παρέχουν μεν υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους αλλά εξαρτώνται σημαντικά από υποδομές υπολογιστικού νέφους για την παροχή των υπηρεσιών τους, εξειδικεύεται το περιεχόμενο των εφαρμοζόμενων από τα Τ.Ε.Α. πολιτικών, όπως ενδεικτικά η πολιτική διαχείρισης κινδύνων, η πολιτική αξιολόγησης καταλληλότητας και αξιοπιστίας, η πολιτική διαχείρισης ασφαλιστικών κινδύνων και σχηματισμού τεχνικών προβλέψεων, η πολιτική διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου, η πολιτική αντασφάλισης και άλλων τεχνικών περιορισμού του κινδύνου, η πολιτική διαχείρισης συντονισμού περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων, η πολιτική διαχείρισης επενδυτικού κινδύνου, η πολιτική διαχείρισης κινδύνου ρευστότητας, η πολιτική εξωτερικής ανάθεσης, καθώς και το περιεχόμενο της διαχείρισης κινδύνων τεχνολογίας πληροφοριών/επικοινωνιών και ασφάλειας.

15.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να εξειδικεύονται τα προσόντα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εποπτικού Συμβουλίου και να εξειδικεύονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση ή εξακρίβωση της καταλληλότητας και αξιοπιστίας των μελών διοίκησης του Τ.Ε.Α., να καθορίζονται τα έγγραφα και πιστοποιητικά που λαμβάνονται υπόψη, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία υποβολής τους, το περιεχόμενο αυτών, τον τρόπο και χρόνο υποβολής, και κάθε ειδικότερο θέμα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου 33.

16.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τους εξεταζόμενους κινδύνους του άρθρου 38 και ιδίως αυτούς που αφορούν στον συγχρονισμό περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και στο περιεχόμενο της αντίστοιχης έκθεσης, στο ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων ρευστότητας, καθώς και σε κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του ίδιου άρθρου.

17.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να εξειδικεύονται οι εργασίες της λειτουργίας εσωτερικού ελέγ

18.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, μπορεί να καθορίζεται το ειδικότερο περιεχόμενο της αναλογιστικής έκθεσης, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση της ποιότητας των στοιχείων και δεδομένων, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση αναλογιστικών μεθόδων και παραδοχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 40.

19.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται περαιτέρω το περιεχόμενο της πολιτικής και της έκθεσης ίδιας αξιολόγησης κινδύνου, τα ειδικότερα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη, ο χρονικός ορίζοντας της αξιολόγησης, οι έκτακτες συνθήκες που επιβάλλουν την επικαιροποίηση, οι απαιτήσεις τεκμηρίωσης και η διαδικασία υποβολής αυτής στην Αρμόδια Αρχή και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 41.

20.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής, καθορίζονται τα εφαρμοζόμενα λογιστικά ή και εποπτικά πρότυπα, το περιεχόμενο και οι μέθοδοι αναφοράς των λογαριασμών και εκθέσεων, οι μέθοδοι αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το περιεχόμενο και ο τύπος των ετήσιων λογαριασμών και το ελάχιστο περιεχόμενο των ετήσιων εκθέσεων των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών και των Τ.Ε.Α., καθώς και το πεδίο και η συχνότητα του εξωτερικού ελέγχου της παρ. 1 του άρθρου 42 και ορίζονται τα μέσα και οι τρόποι δημοσιοποίησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του ίδιου άρθρου.

21.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορούν να τίθενται πρόσθετες και λεπτομερέστερες απαιτήσεις σχετικά με τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων του άρθρου 45, προκειμένου να εξασφαλισθούν αρκούντως τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων και να καθορίζονται λεπτομέρειες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις και ιδίως τις αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης, τα μέγιστα χρησιμοποιούμενα επιτόκια και τις λοιπές παραδοχές.

22.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται η ταξινόμηση των εργασιών των Τ.Ε.Α. σε κλάδους, να επιβάλλεται η τήρηση ξεχωριστών περιουσιακών στοιχείων ανά κλάδο, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 46.

23.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να τίθενται πρόσθετες απαιτήσεις για τα ίδια κεφάλαια για εποπτικούς σκοπούς πλέον αυτών που καθορίζονται στα άρθρα 49 και 50, να συνδέεται το απαιτούμενο ύψος τους με τους κινδύνους του Τ.Ε.Α., να καθορίζονται μέθοδοι ποσοτικοποίησης των κεφαλαίων και των κινδύνων και να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για το ύψος και την κάλυψη των απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τεχνικά ζητήματα των άρθρων 47 έως 50. Περαιτέρω, με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας ανά κατηγορία δραστηριοτήτων ή κλάδων.

24.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής μπορούν να τίθενται πρόσθετες και λεπτομερέστερες προϋποθέσεις ως προς το περιεχόμενο της αίτησης της παρ. 5 του άρθρου 48, τα συνυποβαλλόμενα στοιχεία, τη σχετική διαδικασία και τα εφαρμοζόμενα από την Αρμόδια Αρχή κριτήρια αξιολόγησης της αίτησης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 48.

25.

Με απόφασή της η Αρμόδια Αρχή καθορίζει τις μεθόδους αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, το περιεχόμενο και το χρονικό διάστημα υποβολής από τα Τ.Ε.Α., θέτει επιμέρους όρια ή και περιορισμούς σε μία ή περισσότερες κατηγορίες επενδύσεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 51.

26.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται τα δεδομένα με τα οποία διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 54.

27.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζονται η φύση, η έκταση και η μορφή των πληροφοριών του άρθρου 59, ο χρόνος υποβολής τους, είτε σε προκαθορισμένες περιόδους, είτε κατά τον χρόνο προκαθορισμένων γεγονότων, είτε κατά τη διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση ενός Τ.Ε.Α..

28.

Η Αρμόδια Αρχή, με απόφασή της, καταρτίζει «Κανονισμό Εκκαθαρίσεων Τ.Ε.Α.» προβλέποντας ειδικές ρυθμίσεις για τα ακόλουθα: α) το περιεχόμενο και τη συχνότητα υποβολής από τον ή τους εκκαθαριστές αναφορών και εν γένει πληροφοριών για την πορεία της εκκαθάρισης, β) ειδικότερα ζητήματα για τη διενέργεια της εκκαθάρισης βάσει χρονοδιαγράμματος καθορίζοντας τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αξιολόγηση του έργου του ή των εκκαθαριστών, γ) τους όρους και τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται από τα όργανα εκκαθάρισης για την περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης της εκκαθάρισης και εκποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εκκαθάρισης με φυσικά ή ηλεκτρονικά μέσα, δ) τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, ε) τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των δικαιούχων και μελών του Τ.Ε.Α, ορίζοντας για όσες περιπτώσεις απαιτείται τα αναγκαία κάθε φορά προσκομιζόμενα στοιχεία και πληροφορίες, παρέχοντας σχετικά πρότυπα και ρυθμίζοντας κάθε απαραίτητη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 75.

29.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής δύνανται να ρυθμίζονται λεπτομέρειες και ειδικότερες διαδικασίες σε σχέση με την περάτωση και κήρυξη της λήξης της εκκαθάρισης του Τ.Ε.Α., ιδίως αναφορικά με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της βεβαίωσης που προσκομίζεται από τον ή τους εκκαθαριστές σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 78, καθώς και τα υποβαλλόμενα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες από μέρους τους, παρέχοντας σχετικά πρότυπα και πίνακες. Στην ίδια απόφαση μπορεί να καθορίζονται περαιτέρω υποχρεώσεις του ή των εκκαθαριστών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν στην εφαρμογή της περίπτωσης του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 78, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα που είναι αναγκαίο να ρυθμιστεί αναφορικά με την εκκαθάριση των Τ.Ε.Α..

30.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζεται μηχανισμός για τη διευκόλυνση και ενθάρρυνση της υπο πάροχοι υπηρεσιών στους οποίους έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες του Τ.Ε.Α., σχετικά με επαπειλούμενες ή συντελεσμένες παραβάσεις των Τ.Ε.Α. που εντοπίζουν. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και τη διαχείριση αναφορών με αντικείμενο τις εν λόγω παραβάσεις.

31.

Με απόφαση της Αρμόδιας Αρχής καθορίζεται η εισφορά των εποπτευομένων Τ.Ε.Α., για την εξασφάλιση των πόρων που απαιτούνται για την επιτέλεση του σκοπού της, σε ποσοστό μέχρι ενάμιση τοις χιλίοις (1,5‰) επί των ακαθάριστων ετήσιων εισφορών εκάστου Τ.Ε.Α..

ΜΕΡΟΣ Β’

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΚ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡ. 20 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΟΥ Ν. 3029/2002

Άρθρο 92

Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι η προστασία των ασφαλισμένων και δικαιούχων παροχών και η διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των Ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης που έχουν ιδρυθεί και υπαχθεί στις διατάξεις περί επαγγελματικής ασφάλισης σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α’ 41) (εφεξής Ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης), καθώς και των Ταμείων με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που προέκυψαν εκ μετατροπής από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σύμφωνα με την παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α’ 160) (εφεξής εκ μετατροπής αλληλοβοηθητικά ταμεία).

Άρθρο 93

Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση, λειτουργία και εποπτεία των δραστηριοτήτων των ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης και των εκ μετατροπής αλληλοβοηθητικών ταμείων μέσω της επιβολής αυξημένων απαιτήσεων διακυβέρνησης και εποπτείας, καθώς και της μετατροπής των εκ μετατροπής αλληλοβοηθητικών ταμείων σε προαιρετικής ασφάλισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΤΑΜΕΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 94

Λειτουργία ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης Η λειτουργία των ταμείων υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης που έχουν ιδρυθεί και υπαχθεί ρητώς στις διατάξεις περί επαγγελματικής ασφάλισης δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α’ 41), διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

Άρθρο 95

Εφαρμοστέες διατάξεις για τα ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης

1.

Στα Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης εφαρμόζονται: οι παρ. 1 έως 8 του άρθρου 45 και οι παρ. 1, 2α) και 2β) του άρθρου 46 περί ποσοτικών απαιτήσεων, το άρθρο 51 περί επενδυτικών κανόνων, τα άρθρα 25 και 32 έως 44 περί συστήματος διακυβέρνησης, τα άρθρα 27 και 28 περί εξωτερικών αναθέσεων και διαχείρισης επενδύσεων, τα άρθρα 29, 30 και οι παρ. 1 έως 2 του άρθρου 31 περί Θεματοφύλακα και τα άρθρα 79 έως 81, καθώς και το άρθρο 84 περί επαγγελματικού απορρήτου και ανταλλαγής πληροφοριών.

2.

Στην περίπτωση κατά την οποία Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, δεν διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία προς κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων, το υποβαλλόμενο σχέδιο ανάκαμψης της παρ. 2 του άρθρου 46 δεν μπορεί να υπερβαίνει τα έξι (6) έτη.

Άρθρο 96

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σε μέλη και δικαιούχους

1.

Τα Ταμεία υποχρεωτικής επαγγελματικής ασφάλισης διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που παρέχουν στα μέλη και στους δικαιούχους τους για το πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών στο οποίο έχουν υπαχθεί, είναι επαρκείς. Για τον σκοπό αυτόν:

  • α) επικαιροποιούνται τακτικά,
  • β) συντάσσονται με σαφήνεια, σε κατανοητή γλώσσα, χωρίς τη χρήση εξειδικευμένης ορολογίας και τεχνικών όρων,
  • γ) δεν είναι παραπλανητικές,
  • δ) παρουσιάζονται κατά τρόπο ευανάγνωστο,
  • ε) διατίθενται στα μέλη και τους δικαιούχους δωρεάν

με ηλεκτρονικά μέσα, σε σταθερό μέσο ή σε ιστότοπο ή εγγράφως.

2.

Τα Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης έχουν υποχρέωση να χορηγούν ετησίως τουλάχιστον δωρεάν, βεβαίωση στους ασφαλισμένους για τις καταβληθείσες εισφορές και τα δικαιώματά τους για παροχές.

Άρθρο 97

Διαδικασία τροποποίησης καταστατικού Το καταστατικό των Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης τροποποιείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και εγκριτική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τα θέματα αρμοδιότητάς τους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΕΚ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ

Άρθρο 98

Λειτουργία εκ μετατροπής αλληλοβοηθητικών Ταμείων

1.

Από 1η.1.2026 η υπαγωγή στην ασφάλιση των εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικών Ταμείων είναι προαιρετική. και αναλογιστική έκθεση.

3.

Τα ταμεία της παρ. 1 μετά από απόφαση των διοικητικών τους οργάνων υποβάλλουν στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, πρόταση επιλογής είτε του κεφαλαιοποιητικού συστήματος είτε του διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC).

4.

Το καταστατικό των εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικών Ταμείων τροποποιείται με έκδοση εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.

Τα ταμεία της παρ. 1 υποβάλλουν υποχρεωτικά μέχρι το τέλους του πρώτου εξαμήνου κάθε έτους στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή αναλογιστικές εκθέσεις και οικονομικές καταστάσεις για τον έλεγχο της βιωσιμότητάς τους.

6.

Για τις ποσοτικές απαιτήσεις εφαρμόζονται το άρθρο 28 περί διαχείρισης επενδύσεων, οι παρ. 1 έως 8 του άρθρου 45 περί τεχνικών προβλέψεων, οι παρ. 1, 2α) και 2β) του άρθρου 46 περί κάλυψης τεχνικών προβλέψεων και το άρθρο 51 περί επενδυτικών κανόνων του παρόντος εφόσον επιλέξουν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Άρθρο 99

Διακυβέρνηση και όροι λειτουργίας

1.

Όργανο διοίκησης των εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικών Ταμείων είναι το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο φέρει την τελική ευθύνη για τη λειτουργία του Ταμείου και την τήρηση της κείμενης νομοθεσίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο προβαίνει σε όλες τις ενέργειες και λαμβάνει όλα τα μέτρα για τη διασφάλιση των συμφερόντων των μελών και δικαιούχων παροχών.

2.

Τα εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικά Ταμεία μπορούν να προβλέπουν επιπρόσθετα εξειδικευμένα εποπτικά ή διαχειριστικά όργανα με αρμοδιότητες που καθορίζονται στο καταστατικό τους.

3.

H ανάθεση οποιασδήποτε αρμοδιότητας του Διοικητικού Συμβουλίου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός ή εκτός του εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικού Ταμείου, δεν απαλλάσσει το Διοικητικό Συμβούλιο από την ευθύνη που προβλέπεται στην παρ. 1.

4.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικού Ταμείου και κάθε τρίτο πρόσωπο στο οποίο έχουν ανατεθεί από αυτό αρμοδιότητές του έχουν υποχρέωση πίστης απέναντι στο Ταμείο.

5.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικού Ταμείου δεν επιτρέπεται να είναι μέλη Διοικητικού Συμβουλίου σε εταιρείες, μετοχές ή μερίδια των οποίων κατέχει το εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικό Ταμείο, εφόσον η συμμετοχή του στις εταιρείες αυτές υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου τους.

6.

Στα εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικά Ταμεία εφαρμόζονται κατ’ αναλογία το άρθρο 27 περί εξωτερικής ανάθεσης, το άρθρο 29 περί ορισμού θεματοφύλακα, το άρθρο 30 περί φύλαξης στοιχείων ενεργητικού και ευθύνης θεματοφύλακα, το άρθρο 32 περί γενικών απαιτήσεων διακυβέρνησης, το άρθρο 33 περί απαιτήσεων καταλληλότητας και αξιοπιστίας, το άρθρο 34 περί πολιτικής αποδοχών, το άρθρο 35 περί διαχείρισης καταγγελιών, το άρθρο 36 περί σύγκρουσης συμφερόντων και πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων, το άρθρο 42 περί ετήσιων λογαριασμών και ετήσιων εκθέσεων, το άρθρο 43 περί υποχρεώσεων των εξωτερικών εμπειρογνωμόνων και των προσώπων που είναι επιφορτισμένοι με τον νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, καθώς και περί καθηκόντων ελεγκτών και το άρθρο 44 περί δήλωσης των αρχών επενδυτικής πολιτικής.

Άρθρο 100

Δυνατότητα λειτουργίας των εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικών Ταμείων ως Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης

1.

Τα εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικά Ταμεία δύνανται να υποβάλουν αίτημα στην Αρμόδια Αρχή του δεύτερου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 4 για τη λειτουργία τους ως Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) της περ. β’ της παρ. 1 του άρθρου 4.

2.

Σε περίπτωση χορήγησης άδειας λειτουργίας από την Αρμόδια Αρχή, το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικών Ταμείων περιέρχεται, χωρίς την καταβολή φόρων, τελών και δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλου προσώπου στα νεοϊδρυθέντα Τ.Ε.Α. τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι και υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Εκκρεμείς δίκες με διάδικο τα εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικά Ταμεία συνεχίζονται στο όνομα των Τ.Ε.Α. χωρίς διακοπή.

3.

Στα Τ.Ε.Α. της παρ. 1 μεταφέρονται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και δικαιούχων και ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στο εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικό Ταμείο, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που αναγνωρίσθηκε και εξαγοράσθηκε ή συνεχίζεται η εξαγορά του. Ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε στην ασφάλιση του νέου φορέα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Άρθρο 101

Εποπτεία

1.

Όπου στις διατάξεις του Μέρους Α’ του παρόντος αναφέρεται ως Αρμόδια Αρχή η Τράπεζα της Ελλάδος, για την εποπτεία των Τ.Ε.Α. υποχρεωτικής ασφάλισης του Κεφαλαίου Α’ και των εκ μετατροπής Αλληλοβοηθητικών Ταμείων του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’, νοούνται το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για ζητήματα τήρησης του νόμου και προστασίας των συμ Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τα θέματα που αφορούν τις επενδύσεις.

2.

Οι εποπτικές αρχές της παρ. 1 εφαρμόζουν αναλογικά το άρθρο 52 περί κύριου σκοπού εποπτείας, το άρθρο 53 αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας, το άρθρο 54 περί γενικών αρχών εποπτείας, τις παρ. 1 έως 10 του άρθρου 55 περί εξουσιών παρέμβασης και καθηκόντων της αρμόδιας αρχής, το άρθρο 58 αναφορικά με τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης, το άρθρο 59 σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην αρμόδια αρχή, καθώς και τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 60 αναφορικά με τη διαφάνεια και λογοδοσία.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, επιβάλει αναλογικά τις κυρώσεις που προβλέπονται στις παρ. 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 94 του ν. 4099/2012 (Α’ 250), όπως ισχύει για παραβάσεις των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.

4.

Οι εποπτικές αρχές δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός εάν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο.

5.

Οι εποπτικές αρχές δύνανται να ζητούν οποτεδήποτε από τα Ταμεία να προσκομίζουν οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία, πληροφορίες, που κρίνουν αναγκαία, προκειμένου να ασκήσουν αποτελεσματικά τις εποπτικές τους αρμοδιότητες. ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 102

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται θέματα που αφορούν στην αξιολόγηση και εξακρίβωση της καταλληλότητας και αξιοπιστίας των προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 33 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’, τα έγγραφα και πιστοποιητικά που λαμβάνονται υπόψη, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία υποβολής τους, το περιεχόμενο αυτών, τον τρόπο και χρόνο υποβολής και κάθε ειδικότερο θέμα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των άρθρων 25 και 32 έως 44 για τα ταμεία του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’, καθώς και για την κατ’ αναλογία εφαρμογή των άρθρων 32 έως 36 και 43 έως 44 για τα ταμεία του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’.

2.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται το ύψος των χρηματικών διαθεσίμων που προορίζονται για την κάλυψη τρεχόντων λειτουργικών εξόδων των ταμείων των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’ και δεν φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 30.

3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδας, δύνανται να ορίζονται και άλλα καθήκοντα του θεματοφύλακα, πλέον αυτών που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 31.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τους εξεταζόμενους κινδύνους και ιδίως αυτούς που αφορούν τον συγχρονισμό περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων και το περιεχόμενο της αντίστοιχης έκθεσης, το ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων ρευστότητας, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 38 από τα ταμεία του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόμενο της αναλογιστικής έκθεσης, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση της ποιότητας των στοιχείων και δεδομένων, οι απαιτήσεις για την αξιολόγηση αναλογιστικών μεθόδων και παραδοχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 40 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται τα εφαρμοζόμενα λογιστικά ή και εποπτικά πρότυπα, το περιεχόμενο και οι μέθοδοι αναφοράς των λογαριασμών και εκθέσεων, οι μέθοδοι αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το περιεχόμενο και ο τύπος των ετήσιων λογαριασμών και το ελάχιστο περιεχόμενο των ετήσιων εκθέσεων των προγραμμάτων συνταξιοδοτικών παροχών, η προθεσμία υποβολής των οικονομικών καταστάσεων και εκθέσεων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 42 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’.

7.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής καθορίζονται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και κάθε άλλο ζήτημα σχετικά με τον υπολογισμό και την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων για την εφαρμογή των άρθρων 45 και 46 στα ταμεία των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’, εφόσον τα τελευταία ακολουθούν το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, προκειμένου να εξασφαλισθούν αρκούντως τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων και καθορίζονται λεπτομέρειες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις και ιδίως τις αποδεκτές μεθόδους αποτίμησης, τα μέγιστα χρησιμοποιούμενα επιτόκια και τις λοιπές παραδοχές, καθώς και την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων με περιουσιακά στοιχεία.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται οι μέθοδοι αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, το περιεχόμενο και το χρονικό διάστημα υποβολής από τα ταμεία των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’, τίθενται επιμέρους κανόνες και τίθενται επιμέρους όρια ή περιορισμοί σε μία ή περισσότερες κατηγορίες επενδύσεων για Ταμεία του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’ που ακολουθούν σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης (NDC).

9.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται θέματα ενημέρωσης του άρθρου 96 περί πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στα μέλη και τους δικαιούχους των Ταμείων του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’.

10.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται θέματα που εμπίπτουν στις επιμέρους εποπτικές αρμοδιότητες τους, ως εποπτικές αρχές επί των ταμείων των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’ σύμφωνα με το άρθρο 101.

11.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τροποποιείται, συμπληρώνεται και κωδικοποιείται ο Κανονισμός Δεοντολογίας και Καλών Πρακτικών λειτουργίας των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης.

12.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δύναται να προβλέπεται η υποχρέωση σύστασης μίας ή περισσοτέρων επιτροπών για τη βελτίωση λειτουργίας των ταμείων των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’ και να προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των επιτροπών αυτών.

13.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται οι κυρώσεις, τα μέτρα και η διαδικασία επιβολής αυτών από τις τρεις εποπτικές αρχές, καθώς και κάθε άλλο σχετικό τεχνικό ή λεπτομερειακό ζήτημα.

14.

Με αποφάσεις των παρ. 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 10, 11 και 13 δύνανται να ρυθμίζονται τα σχετικά ζητήματα για τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης της παρ. 1β) του άρθρου 4, μέχρι τις 31.12.2024.

15.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται από τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης της παρ. 1β) του άρθρου 4, στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά την υποβολή της αίτησης για άσκηση διασυνοριακής δραστηριότητας και διασυνοριακής μεταφοράς, ο τρόπος εποπτείας των Ι.Ε.Σ.Π. που ασκούν διασυνοριακή δραστηριότητα στην ημεδαπή, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων 11 και 12 έως την 31η.12.2024.

16.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για το ύψος και την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων για εποπτικούς σκοπούς, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τεχνικά ζητήματα των άρθρων 47, 48 και 49 στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης της παρ. 1β) του άρθρου 4, έως την 31η.12.2024.

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΗΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ

Άρθρο 103

Σκοπός Σκοπός του παρόντος Μέρους είναι: α) η ενίσχυση της προαιρετικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, β) ο εξορθολογισμός της φορολόγησης των προϊόντων συλλογικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης και ειδικότερα των εισφορών και παροχών των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και των ασφαλίστρων και ασφαλισμάτων των ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων με κανόνες φορολογικής δικαιοσύνης, καθώς και γ) η άρση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκαλούνται από την ύπαρξη διακριτών φορολογικών ρυθμίσεων μεταξύ των ανωτέρω προϊόντων.

Άρθρο 104

Αντικείμενο Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι: α) η θέσπιση ανώτατου ορίου για τις εισφορές και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για συλλογικά συνταξιοδοτικά σχήματα προαιρετικής ασφάλισης, β) η απαλλαγή των εισφορών και των ασφαλίστρων από το εισόδημα των ασφαλισμένων μέχρι του ορίου αυτού και γ) ο καθορισμός των φορολογικών συντελεστών και της φορολογικής μεταχείρισης των παροχών Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και άλλων ταμείων προαιρετικής ασφάλισης και των ασφαλισμάτων των ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων.

Άρθρο 105

Ανώτατο ποσό εισφορών και ασφαλίστρων

1.

Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν ο εργαζόμενος και ο εργοδότης υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και των ταμείων του άρθρου 98 για τις συνταξιοδοτικές παροχές, καθώς και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν ετησίως και σωρευτικά:

  • α) Για τους μισθωτούς και όσους αποκτούν εισόδημα

από μισθωτή εργασία, το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματός τους από τη μισθωτή εργασία.

  • β) Για τους μη μισθωτούς, το ποσό των είκοσι χιλιάδων

(20.000) ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος σύμφωνα με τον δείκτη τιμών καταναλωτή όπως διαμορφώνεται την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. ή διατίθενται για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών.

2.

Το ανώτατο ποσό ασφαλίστρων της παρ.  1 δεν εφαρμόζεται για τα υφιστάμενα κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος ομαδικά ασφαλιστήρια συνταξιοδοτικά συμβόλαια προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών (defined benefit). Οι φορολογικοί συντελεστές της παρ. 1 του άρθρου 107 και οι αντίστοιχοι συντελεστές παρακράτησης φόρου του άρθρου 109 ισχύουν για πρόσωπα που λαμβάνουν για πρώτη φορά παροχή στο πλαίσιο των παραπάνω προγραμμάτων από 1ης.1.2024 και εφεξής.

Άρθρο 106

Απαλλαγές εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 14 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), περί απαλλαγών εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. δ) προστίθεται η αναφορά σε εισφορές εργαζομένου υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης υποχρεωτικής ασφάλισης,

  • β) οι περ. ε), ι) και ια) αντικαθίστανται, γ) στην περ. στ)

διαγράφεται η αναφορά σε επαγγελματικά ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται:

  • α) η αποζημίωση εξόδων διαμονής και σίτισης και η

ημερήσια αποζημίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόμενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη,

  • β) η αποζημίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης για τη δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος για τη φόρτιση ατομικού ή εταιρικού

οχήματος μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. CO2/ χλμ., εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγματοποιήθηκαν από τον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά,

  • γ) το επίδομα αλλοδαπής που χορηγείται σε υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δημόσιων πολιτικών υπηρεσιών,
  • δ) οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, οι

οποίες επιβάλλονται με νόμο, συμπεριλαμβανομένων των εισφορών εργαζομένου υπέρ των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης υποχρεωτικής ασφάλισης,

  • ε) οι ασφαλιστικές εισφορές για συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλει ο εργαζόμενος περιλαμβανομένων των εισφορών εργοδότη και εργαζομένου υπέρ

των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και υπέρ των ταμείων της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α’ 160), οι οποίες δεν υπερβαίνουν το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος του εργαζομένου από μισθωτή εργασία, εκτός εάν η υπέρβαση αφορά ποσά, η καταβολή των οποίων επιβάλλεται με απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής,

  • στ) η εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή από ταμεία

πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισμούς του Δημοσίου στους ασφαλισμένους και τα εξαρτώμενα μέλη του ασφαλισμένου,

  • ζ) η αξία των διατακτικών σίτισης αξίας έως έξι (6)

ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα,

  • η) οι παροχές ασήμαντης αξίας μέχρι του ποσού των

είκοσι επτά (27) ευρώ ετησίως,

  • ι) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου

στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, τα οποία δεν υπερβαίνουν το είκοσι τοις εκατό (20%) του ακαθάριστου εισοδήματος του εργαζομένου από μισθωτή εργασία, εκτός εάν η υπέρβαση αφορά ποσά, η καταβολή των οποίων επιβάλλεται με απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής,

  • ια) οι εισφορές που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή και τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης

προαιρετικής ασφάλισης για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη του εργαζομένου ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του, καθώς και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή και τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ετησίως ανά εργαζόμενο,

  • ιβ) η αποζημίωση για αγορά μηνιαίων ή ετήσιων καρτών απεριορίστων διαδρομών μέσων μαζικής μεταφοράς,
  • ιγ) η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήματος

μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. CO2/χλμ. και με Λ.Τ.Π.Φ. έως σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ, προς έναν εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του φορολογικού έτους, με το υπόλοιπο της αξίας να θεωρείται φορολογητέο εισόδημα με βάση την κλίμακα των περ. α’ έως στ’ της παρ. 2 του άρθρου 13,

  • ιδ) η παροχή σε είδος με τη μορφή μετοχών που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή εταίρος ή μέτοχος από νομικό

πρόσωπο ή νομική οντότητα ανεξαρτήτως, εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση, εφόσον ασκηθεί το δικαίωμα προαίρεσης και οι μετοχές που αποκτώνται, μεταβιβαστούν μετά από τη συμπλήρωση είκοσι τεσσάρων (24) ή τριάντα έξι (36) μηνών από την απόκτησή τους ανάλογα με την περίπτωση κατ’ αντιστοιχία με το άρθρο 42Α,

  • ιε) η ελεγκτική αποζημίωση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 70 του ν. 4647/2019 (Α’ 204),
  • ιστ) το άνευ χρηματικού ανταλλάγματος κόστος φόρτισης επιβατικού αυτοκινήτου μηδενικών ή χαμηλών

ρύπων έως 50 γρ. CO2/χλμ. στις εγκαταστάσεις του εργοδότη, προϋπόθεση η επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ή η επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διάθεση των μετοχών,

  • ιη) η αξία των διατακτικών εσωτερικού τουρισμού συνολικής αξίας έως τριακοσίων (300) ευρώ ετησίως για τα

φορολογικά έτη 2020 και 2021,

  • ιθ) ανεξαρτήτως του φορέα που το χορηγεί, το εξωϊδρυματικό επίδομα και κάθε συναφές ποσό που καταβάλλεται σε ειδικές κατηγορίες ατόμων με αναπηρίες.»
Άρθρο 107

Φορολογική μεταχείριση παροχών ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικών Ταμείων - Τροποποίηση άρθρου 15 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1.

Στο άρθρο 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), περί φορολογικού συντελεστή, η παρ. 4 αντικαθίσταται ως εξής: «4α. Το ασφάλισμα που καταβάλλεται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων φορολογείται αυτοτελώς ως εξής: (i) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε έως πέντε (5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. (ii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε περισσότερα από πέντε (5) και έως δέκα (10) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. (iii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε περισσότερα από δέκα (10) και έως είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. (iv) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε περισσότερα από είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. (i) προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε (5) ετών ασφάλισης. Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που: (i) πραγματοποιείται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το εξηκοστό (60ό) έτος της ηλικίας του, ή (ii) γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζόμενου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζόμενου ή πτώχευσης του εργοδότη, ή (iii) πραγματοποιείται λόγω συμμετοχής του εργαζόμενου σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. 4β. Οι συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α’ 160) φορολογούνται αυτοτελώς ως εξής: (i) Για παροχές που αντιστοιχούν σε έως πέντε (5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. (ii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε περισσότερα από πέντε (5) και έως δέκα (10) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. (iii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε περισσότερα από δέκα (10) και έως είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε εκατό (5%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. (iv) Για παροχές που αντιστοιχούν σε περισσότερα από είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης ρευστοποίησης του ατομικού του λογαριασμού. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης ή σε ταμείο της παρ. 20 του άρθρου 6 ν. 3029/2002 μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. (i) προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε (5) ετών ασφάλισης.»

2.

Παροχές που καταβάλλονται σε ασφαλισμένους των ταμείων της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 φορολογούνται με τους συντελεστές της παρ. 4β του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, κατά το μέρος της παροχής που αντιστοιχεί στην αναλογία των ετών ασφάλισης που διανύθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος προς τα συνολικά έτη ασφάλισης στα ταμεία. Για τον υπολογισμό των παραπάνω φορολογικών συντελεστών λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί στο ταμείο.

3.

Το ασφάλισμα που καταβάλλεται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και οι παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 φορολογούνται με τους συντελεστές της παρ. 4 του άρθρου 15 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), ανεξαρτήτως της ιδιότητας με την οποία ήταν ασφαλισμένος ο δικαιούχος, ως μισθωτός ή μη μισθωτός. στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και επί συνταξιοδοτικής παροχής από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικά Ταμεία - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 62 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Στο τέλος της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 62 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), περί πληρωμών υποκείμενων σε παρακράτηση, προστίθεται η αναφορά στις συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης ή τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 και η περ. ε) διαμορφώνεται ως εξής: «ε) το ασφάλισμα που καταβάλλεται εφάπαξ ή με τη μορφή περιοδικά καταβαλλόμενης παροχής στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, καθώς και οι συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης ή τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α’ 160).»

Άρθρο 109

Συντελεστές παρακράτησης φόρου επί ασφαλίσματος στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων και επί συνταξιοδοτικής παροχής από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και Αλληλοβοηθητικά Ταμεία - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 64 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Η περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 64 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α’ 167), περί πληρωμών υποκείμενων σε παρακράτηση, αντικαθίσταται ως εξής: «ε) για το ασφάλισμα που καταβάλλεται στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων ως εξής: (i) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε έως πέντε (5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. (ii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε περισσότερα από πέντε (5) και έως δέκα (10) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. (iii) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε περισσότερα από δέκα (10) και έως είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. (iv) Για ασφάλισμα που αντιστοιχεί σε περισσότερα από είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%), εφόσον καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικής παροχής και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ. Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. (i) προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε (5) ετών ασφάλισης. Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που: (i) πραγματοποιείται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το εξηκοστό (60ό) έτος της ηλικίας του, ή (ii) γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζόμενου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζόμενου ή πτώχευσης του εργοδότη, ή (iii) πραγματοποιείται λόγω συμμετοχής του εργαζόμενου σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου. Για συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται από Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης και τα ταμεία της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 ως εξής: (i) Για παροχές που αντιστοιχούν σε έως πέντε (5) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. (ii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε περισσότερα από πέντε (5) και έως δέκα (10) έτη ασφάλισης, με συντελεστή επτάμιση τοις εκατό (7,5%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. (iii) Για παροχές που αντιστοιχούν σε περισσότερα από δέκα (10) και έως είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή πέντε εκατό (5%) εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. (iv) Για παροχές που αντιστοιχούν σε περισσότερα από είκοσι (20) έτη ασφάλισης, με συντελεστή δυόμιση τοις εκατό (2,5%), εφόσον καταβάλλονται περιοδικά και με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εφόσον καταβάλλονται εφάπαξ. Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων προσαυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης ρευστοποίησης του ατομικού του λογαριασμού. Ειδικά για τα πρόσωπα που ασφαλίστηκαν σε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης ή σε ταμείο της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 μετά τα πενήντα πέντε (55) έτη, οι συντελεστές της περ. (i) προσαυξάνονται κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε έτος που υπολείπεται των πέντε ετών ασφάλισης.»

ΜΕΡΟΣ Δ’

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 110

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Κάθε Ταμείο Επαγγελματικής Ασφάλισης που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας έως την έναρξη άρθρο 8 του παρόντος. Τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης του πρώτου εδαφίου υποχρεούνται μέχρι την 31η.12.2025 να προβούν σε όλες τις αναγκαίες προσαρμογές, περιλαμβανομένων των αναγκαίων τροποποιήσεων του καταστατικού τους, ώστε να συμμορφώνονται πλήρως προς τις απαιτήσεις λειτουργίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, δίχως να εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή το άρθρο 13 για τα υφιστάμενα, κατά τη δημοσίευσή του, μέλη και δικαιούχους.

2.

Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Εθνική Αναλογιστική Αρχή παραδίδουν στην Αρμόδια Αρχή, το αργότερο μέχρι την 31η.12.2024, κάθε αρχείο και φάκελο, ηλεκτρονικό ή φυσικό, καθώς και αντίγραφο κάθε διοικητικής, εγκριτικής, απορριπτικής ή άλλης πράξης που σχετίζεται με τις οντότητες που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους Α’, καθώς και το σχετικό μητρώο και συνεργάζονται με αυτήν για την ομαλή μεταβίβαση της εποπτικής αρμοδιότητας. Για κάθε παράδοση συντάσσεται Πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής με ελάχιστο περιεχόμενο το είδος των παραδιδόμενων αρχείων και το περιεχόμενο αυτών. Ελάχιστα παραδιδόμενα αρχεία είναι: α) οι επωνυμίες και τα στοιχεία νομιμοποίησης των οντοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Μέρους Α’, β) το αρχικό καταστατικό αυτών και κάθε επικαιροποίησή του και γ) τα υποβληθέντα από αυτές για εποπτικούς σκοπούς στοιχεία.

3.

Όπου στις διατάξεις του Μέρους Α’ αναφέρεται Αρμόδια Αρχή για την εποπτεία των Τ.Ε.Α. της παρ. 1 β) του άρθρου 4, για το διάστημα από 1.1.2025 και εφεξής νοείται η Τράπεζα της Ελλάδος και για το διάστημα μέχρι 31.12.2024 νοούνται: α) το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για ζητήματα τήρησης του νόμου και προστασίας των συμφερόντων των ασφαλισμένων,

  • β) η Εθνική Αναλογιστική Αρχή για τη βιωσιμότητα και

φερεγγυότητά τους και γ) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τα θέματα που αφορούν στις επενδύσεις τους.

4.

Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από μέλη της Κυβέρνησης, Υφυπουργούς, ή αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με διατάξεις που καταργούνται με το παρόν ή σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί επαγγελματικής ασφάλισης που παρέχεται από τα Τ.Ε.Α., εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος ή της αμέσου εφαρμογής ενωσιακής νομοθεσίας, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες αποφάσεις, που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος. Οι περιεχόμενες σε αυτές αναφορές σε Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή Εθνική Αναλογιστική Αρχή, στο βαθμό που αφορούν στα Τ.Ε.Α. ή Ι.Ε.Σ.Π. άλλου κράτους μέλους, νοούνται ως αναφορές στην Αρμόδια Αρχή.

5.

Εκκρεμή αιτήματα των Ταμείων του Μέρους Α’ και του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’ για τροποποίηση καταστατικών ή προς ίδρυση νέων Ταμείων εξετάζονται σύμφωνα με τη διαδικασία ίδρυσης και τροποποίησης που ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής τους, εφόσον το περιεχόμενο των καταστατικών τους δεν αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος.

6.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 1 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ51010/ οικ.1893/15/23.1.2015 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (Β’ 178), για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’. Για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’ εφαρμόζονται τα άρθρα 1.1.β έως και 1.1.δ του Κεφαλαίου Δ’ της ως άνω υπουργικής απόφασης.

7.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ.  7 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ.51220/103597/15.12.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β’ 6155) για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’ και για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’.

8.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ.  8 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ.51220/26375/7.5.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β’ 2007) για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α’ του Μέρους Β’ και για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’.

9.

Μέχρι την έκδοση των αποφάσεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 102 εφαρμόζονται αναλογικά η υπό στοιχεία Φ.51220/51546/1432/15.1.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β’ 227) και η υπό στοιχεία Φ.51220/55418/27.7.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β’ 3728) για τα Ταμεία του Κεφαλαίου Α’ και του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’.

10.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ.  13 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ51010/1821/16/16.02.2004 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β’ 370), περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων για τα Ταμεία των Κεφαλαίων Α’ και Β’ του Μέρους Β’, καθώς και για τα Ταμεία της παρ. 1 β) του άρθρου 4, μέχρι την 31η.12.2024. Διαδικασίες που είναι σε εξέλιξη κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω απόφασης συνεχίζουν.

11.

Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος ή της αμέσου εφαρμογής ενωσιακής νομοθεσίας, διατηρούνται σε ισχύ για τα Τ.Ε.Α. της παρ. 1 β) του άρθρου 4 μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες κανονιστικές αποφάσεις, εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος.

12.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ.  15 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ51220/76359/07.10.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β’ 5063).

13.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ.  16 του άρθρου 102 εφαρμόζεται η υπό στοιχεία Φ.51220/26386/07.05.2021 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Β’ 2007) για τα Τ.Ε.Α. της παρ. 1 β) του άρθρου 4.

14.

Μέλη Διοικητικών Συμβουλίων των Ταμείων του Κεφαλαίου Α’ και του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Β’ πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 25 μέχρι την 1η.1.2025.

15.

Τα σωρευμένα ποσά κατ’ άτομο στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συμβολαίων μέχρι και εφεξής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί στο πλαίσιο ομαδικού συμβολαίου ή σε ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης. Εφόσον καταβληθεί η παροχή, χρόνος που λήφθηκε υπόψη για τον υπολογισμό του φόρου που αντιστοιχεί σε αυτή δεν προσμετράται εκ νέου για τη φορολόγηση μελλοντικής παροχής στο πλαίσιο μεταγενέστερης ασφάλισης σε Τ.Ε.Α. ή ομαδικό ασφαλιστήριο συνταξιοδοτικό συμβόλαιο.

16.

Τα σωρευμένα ποσά των ατομικών λογαριασμών των ασφαλισμένων των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης προαιρετικής ασφάλισης μέχρι την 31η.12.2023 φορολογούνται σύμφωνα με το προϊσχύον καθεστώς και καταβάλλονται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των ταμείων, όπως ισχύουν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος. Για τον υπολογισμό του φόρου που αντιστοιχεί στα ποσά που σωρεύονται από την 1η.1.2024 και εφεξής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί σε ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης ή στο πλαίσιο ομαδικού ασφαλιστήριου συνταξιοδοτικού συμβολαίου. Εφόσον καταβληθεί η παροχή, χρόνος που λήφθηκε υπόψη για τον υπολογισμό του φόρου που αντιστοιχεί σε αυτή δεν προσμετράται εκ νέου για τη φορολόγηση μελλοντικής παροχής στο πλαίσιο μεταγενέστερης ασφάλισης σε Τ.Ε.Α. ή ομαδικό ασφαλιστήριο συνταξιοδοτικό συμβόλαιο.

Άρθρο 111

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργούνται: α. Η παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 (Α’ 160), περί της μετατροπής αυτοτελών κλάδων ή Τομέων Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα σε Ν.Π.Ι.Δ., εκτός από το έκτο έως το όγδοο εδάφιο, καθώς και τα άρθρα 7 και 8 του ιδίου νόμου περί Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, β. οι περ. Α’, Β’, Γ’, Δ’, Ε’ και ΣΤ’, καθώς και οι υποπερ. β) και

  • γ) της περ. Ζ’ της παρ. 1 του άρθρου 180 του ν. 4261/2014

(Α’ 107) περί των επενδύσεων των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, γ. τα άρθρα 1 έως 60 του ν. 4680/2020 (Α’ 72), περί της ενσωμάτωσης στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2016 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.). ΕΝΟΤΗΤΑ Β’ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ Α’

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 112

Σκοπός Σκοπός της παρούσας Ενότητας είναι: α) η ενθάρρυνση συνταξιούχων για επανένταξη στην αγορά εργασίας και αύξηση του εισοδήματός τους χωρίς τη δημιουργία αντικινήτρων για τους νέους, β) η διευκόλυνση απονομής σύνταξης σε οφειλέτες του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, γ) η επιτάχυνση της απονομής επικουρικών συντάξεων, δ) η αύξηση του επιπέδου κοινωνικής προστασίας σε άτομα που εντάσσονται σε ιδιαίτερα ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ε) η προστασία των συντάξεων από τον πληθωρισμό, στ) ο εξορθολογισμός της υγειονομικής κάλυψης των ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, ζ) η παροχή δυνατότητας στους νέους να ενταχθούν στην επικουρική ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης και η) η ενίσχυση της προστασίας της μητρότητας.

Άρθρο 113

Αντικείμενο Αντικείμενο της παρούσας Ενότητας είναι: α) η αναμόρφωση πλαισίου απασχόλησης συνταξιούχων, β) η αύξηση του ορίου οφειλών για την καταβολή σύνταξης,

  • γ) η ενοποίηση των προϋποθέσεων θεμελίωσης επικουρικής σύνταξης και η ένταξη όλων των επικουρικών συντάξεων στην ταχεία διαδικασία απονομής, δ) η ενιαία

αντιμετώπιση των αμφοτεροπλεύρως ορφανών τέκνων με αναπηρία ως προς τη χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου γονέων, ε) η διευκόλυνση απονομής μειωμένης σύνταξης σε πρόσωπα που επλήγησαν από την πανδημία, στ) η χορήγηση έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης σε συνταξιούχους, ζ) η χρήση ενεργού Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης για την υγειονομική κάλυψη των ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, η) η παράταση της προθεσμίας προαιρετικής υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης, θ) η επέκταση της ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης σε όλες τις μισθωτές του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και ι) η θέσπιση ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας για ελεύθερες επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενες και αγρότισσες.

ΜΕΡΟΣ Β’

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ - ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 114

Κίνητρα απασχόλησης συνταξιούχων Αντικατάσταση άρθρου 20 ν. 4387/2016 Το άρθρο 20 του ν. 4387/2016 (Α’ 85), περί απασχόλησης συνταξιούχων, αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 20 Απασχόληση συνταξιούχων

1.

Οι εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχοι του e-ΕΦΚΑ, λόγω γήρατος, λόγω αναπηρίας (από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα, ατύχημα εκτός εργασίας, επαγγελματική νόσο) και γήρατος λόγω αναπηρίας του ν. 612/1977 αναλαμβάνουν υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλισή του απασχόληση, συνεχίζουν κατά τη διάρκεια αυτής να λαμβάνουν το σύνολο της κύριας και επικουρικής σύνταξης που δικαιούνται από τον Φορέα.

2.

Η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη γήρατος, κύρια και επικουρική, προσώπων που αναλαμβάνουν υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ απασχόληση σε Φορέα της Γενικής Κυβέρνησης αναστέλλεται για όσο διάστημα συνεχίζει αυτή, εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το εξηκοστό δεύτερο (62ο) έτος της ηλικίας τους. Για το διάστημα της αναστολής δεν καταβάλλεται ο πόρος της παρ. 3. Το ηλικιακό όριο της αναστολής δύναται να αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 3863/2010 (Α’ 115).

3.

Για την ασφάλιση του απασχολούμενου συνταξιούχου καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με την ασφαλιστέα απασχόληση και επιπλέον πόρος μη ανταποδοτικού χαρακτήρα υπέρ e-ΕΦΚΑ ως εξής:

  • α) οι μισθωτοί και οι καταβάλλοντες εισφορές σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 39, καταβάλλουν τις

ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 38, 41, 35 και 97 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση, επιμεριζομένων μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου κατά την κείμενη νομοθεσία και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους εφτά κόμμα εφτά τοις εκατό (7,7%) επί των ασφαλιστέων αποδοχών κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και ύψους δύο κόμμα τρία τοις εκατό (2,3%) επί των ασφαλιστέων αποδοχών επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

  • β) οι μη μισθωτοί (ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοτελώς απασχολούμενοι) καταβάλλουν τις ασφαλιστικές

εισφορές των άρθρων 39, 41, 35 και 97 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους πενήντα τοις εκατό (50%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και παροχών και σε περίπτωση υπαγωγής και στην επικουρική ασφάλιση, ύψους σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον Κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης,

  • γ) οι αγρότες, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην παρ. 6,

καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 40 και 41 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους πενήντα τοις εκατό (50%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και παροχών και σε περίπτωση υπαγωγής και στην επικουρική ασφάλιση, ύψους σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης,

  • δ) οι μισθωτοί μηχανικοί και έμμισθοι δικηγόροι καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 35, 38,

41 και 97 του παρόντος μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση, επιμεριζομένων μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου κατά την κείμενη νομοθεσία και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους εφτά κόμμα εφτά τοις εκατό (7,7%) επί των ασφαλιστέων αποδοχών κύριας ασφάλισης για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών και ύψους σαράντα τοις εκατό (40%) επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας επικουρικής ασφάλισης για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

  • ε) οι αμειβόμενοι με Παραστατικά Παρεχόμενων

Υπηρεσιών (Π.Π.Υ.), εκτός των προσώπων της περ. γ’ της παρ.  6, καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές του άρθρου 55 του ν. 4509/2017 (Α’ 201), μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους δέκα τοις εκατό (10%) επί της καθαρής αξίας του παραστατικού για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

  • στ) οι αμειβόμενοι με εργόσημο του π. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές της παρ. 1 του

άρθρου 21 του ν. 3863/2010 μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση, και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους εγτά κόμμα εφτά τοις εκατό (7,7%) επί της αναγραφόμενης τιμής του εργοσήμου για τον Κλάδο κύριας ασφάλισης και παροχών και ύψους δυο κόμμα τρία τοις εκατό (2,3%) επί της αναγραφόμενης τιμής του εργοσήμου για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο,

  • ζ) οι αμειβόμενοι με εργόσημο του π. ΟΓΑ καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές της παρ. 2 του άρθρου

22 του ν. 3863/2010 (Α’ 115) μετά τυχόν συνεισπραττομένων εισφορών, με βάση την υπαγωγή τους στην ασφάλιση και επιπλέον πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ύψους δέκα τοις εκατό (10%) επί της αξίας των καταβαλλόμενων αμοιβών, για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, ο οποίος βαρύνει αποκλειστικά τον ασφαλισμένο. Σε περίπτωση παράλληλης απασχόλησης, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 36 μόνο ως προς την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Το άρθρο 36 δεν εφαρμόζεται για την είσπραξη του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ. Σε περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης καταβάλλεται πόρος αυτοτελώς για κάθε ασφαλιστέα απασχόληση. Για τη βεβαίωση και είσπραξη του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί βεβαίωσης και είσπραξης ασφαλιστικών εισφορών.

4.

Το συνολικό επιβαλλόμενο ποσό του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ σε ετήσια βάση δεν μπορεί να υπερβαίνει το δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7, όπως εκάστοτε ισχύει. Τυχόν επιπλέον ποσά επιστρέφονται

5.

Από την καταβολή του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ της παρ. 3 εξαιρούνται: α. Τα άτομα με ψυχική αναπηρία του άρθρου 23 του ν. 4488/2017 (Α’ 176). β. Οι συνταξιούχοι του ν. 612/1977 (Α’ 164) και των διατάξεων που παραπέμπουν σε αυτόν. γ. Οι συνταξιούχοι του τρίτου εδαφίου της περ. α’ της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του π.δ. 169/2007 (Α’ 210). δ. Όσοι λαμβάνουν το εξωιδρυματικό επίδομα ή το αντίστοιχο επίδομα του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007. ε. Οι πολύτεκνοι, των οποίων το ένα τουλάχιστον των τέκνων είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και έως τη συμπλήρωση του εικοστού τετάρτου (24ου) έτους της ηλικίας του ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία. στ. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4387/2016 (Α’ 85). ζ. Οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας (από κοινή νόσο, εργατικό ατύχημα, ατύχημα εκτός εργασίας, επαγγελματική νόσο).

6.

Δεν καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές, ούτε πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ της παρ. 3 και δεν αξιοποιείται ο χρόνος απασχόλησης σε περίπτωση απασχόλησης συνταξιούχου των κάτωθι κατηγοριών: α. Οι συνταξιούχοι του π. ΟΓΑ, εφόσον ασκούν απασχόληση υπακτέα στην ασφάλιση του π. ΟΓΑ. β. Οι συνταξιούχοι των ενταγμένων στον e-ΕΦΚΑ φορέων, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους από απασχόληση στον αγροτικό τομέα ως αγροτών, μελισσοκόμων, κτηνοτρόφων, πτηνοτρόφων και αλιέων δεν υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. γ. Οι συνταξιούχοι υπέρ των οποίων εκδίδεται Παραστατικό Παρεχόμενων Υπηρεσιών, οι οποίοι εξαιρούνται από την υποχρέωση ασφάλισης και καταβολής εισφορών σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 55 του ν. 4509/2017 (Α’ 201) και την παρ. 6 του άρθρου 243 του ν. 4957/2022 (Α’ 141).

7.

Ο χρόνος ασφάλισης που δημιουργείται από την απασχόληση συνταξιούχου αξιοποιείται για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης (κύριας ή και επικουρικής) και για τη χορήγηση συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής, κατόπιν αιτήσεως του απασχολούμενου συνταξιούχου, μετά τη διακοπή της απασχόλησης. Το ποσό της προσαύξησης για την κύρια σύνταξη υπολογίζεται με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης και τις συντάξιμες αποδοχές των άρθρων 8 και 28, και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης ως συνταξιούχου και τα οικονομικά αποτελέσματα της προσαύξησης εκκινούν από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης προσαύξησης. Για την επικουρική σύνταξη χορηγείται ποσό που προκύπτει με βάση τον υπολογισμό της επικουρικής σύνταξης και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 96. Ο πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ δεν είναι ανταποδοτικός και δεν αξιοποιείται για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης ή για τη χορήγηση δεύτερης σύνταξης με το άρθρο 30 ή αντίστοιχες διατάξεις. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής είναι η προσμέτρηση του πρόσθετου χρόνου ασφάλισης στην κύρια σύνταξη. Σε περίπτωση μη αξιοποίησης του χρόνου στην κύρια σύνταξη, εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 35.

8.

Για τους απασχολούμενους συνταξιούχους την 12η.5.2016, οι οποίοι συνέχισαν απασχολούμενοι χωρίς διακοπή και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, ο χρόνος εργασίας ή η αυτοαπασχόληση ή μέρος αυτού, οποτεδήποτε και εάν διανύθηκε, αξιοποιείται σύμφωνα με την παρ. 7, εφόσον από τις προϊσχύουσες του ν. 4387/2016 διατάξεις προβλέπεται αξιοποίηση του χρόνου απασχόλησης.

9.

Ο πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ της παρ. 3 εφαρμόζεται και στα πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης στον e-ΕΦΚΑ. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης συνταξιοδότησης ή μεταγενέστερης έναρξης καταβολής της σύνταξης, το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό του πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ επιστρέφεται στον ασφαλισμένο. Τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και οι απασχολούμενοι συνταξιούχοι οφείλουν να ενημερώσουν για την ιδιότητά τους αυτή τον εργοδότη τους.

10.

Οι συνταξιούχοι του e-ΕΦΚΑ εξ ιδίου δικαιώματος, υποχρεούνται, πριν αναλάβουν υπακτέα στον e-ΕΦΚΑ απασχόληση, να δηλώσουν τούτο στον Φορέα. Παράλειψη της δήλωσης επιφέρει χρηματική κύρωση ίση με δώδεκα (12) μηνιαίες συντάξεις, κύριες και επικουρικές. Το ποσό της οφειλής δύναται να αποπληρωθεί με παρακράτηση έως ενός τετάρτου (1/4) από την κύρια σύνταξη και έως του ποσού του άρθρου 46 του ν. 4670/2020 (Α’ 43) από την επικουρική. Άλλως, εισπράττεται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190). Η συνδρομή ιδιότητας που αποκλείει την επιβολή ασφαλιστικής εισφοράς ή και πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ δηλώνεται στο Φορέα.

11.

Σε περίπτωση μη καταβολής των προβλεπομένων στις περ. (β) και (γ) της παρ. 3 ασφαλιστικών εισφορών και πόρου υπέρ e-ΕΦΚΑ για διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, οι οφειλές παρακρατούνται από το σύνολο των καταβαλλόμενων συντάξεων.»

Άρθρο 115

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)