Νόμοι — ΦΕΚ A' 212/2018
NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4583
Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων, ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 1
Κατάργηση των διατάξεων περί μείωσης των συντάξεων
Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4387/2016 (Α΄ 85), όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74), αντικαθίσταται ως εξής: «β. Από 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από τον υπολογισμό τους σύμφωνα με την παράγραφο 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3, όπως ισχύει.»
Η παρ. 1 του άρθρου 1 και το άρθρο 2 του ν. 4472/ 2017 καταργούνται.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2016/97/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 20ής ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΚΟΠΟΣ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ, ΕΘΝΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ
Άρθρο 2
Σκοπός Σκοπός του παρόντος είναι η ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (ΕΕ L 26), σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2018/411/ ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2018 (ΕΕ L 76) και η θέσπιση άλλων διατάξεων για την ασφαλιστική και αντασφαλιστική διαμεσολάβηση.
Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής (Άρθρο 1 και άρθρο 2 παρ. 2 της Οδηγίας)
Το παρόν Μέρος θεσπίζει κανόνες όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων από φυσικά και νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς το αγαθό
ή την υπηρεσία που παρέχεται από προμηθευτή, όταν η εν λόγω ασφάλιση καλύπτει:
- αα) τον κίνδυνο βλάβης, απώλειας ή ζημίας αγαθού
ή τη μη χρήση της υπηρεσίας που παρέχει ο εν λόγω προμηθευτής, ή
- ββ) τη ζημία ή απώλεια αποσκευών και τους άλλους
κινδύνους που σχετίζονται με ταξίδι για το οποίο έγινε κράτηση από τον εν λόγω προμηθευτή,
- β) το ποσό των ασφαλίστρων, που καταβλήθηκε για το
ασφαλιστικό προϊόν, δεν υπερβαίνει τα εξακόσια (600) ευρώ, υπολογιζόμενο αναλογικά σε ετήσια βάση,
- γ) κατά παρέκκλιση της περίπτωσης β΄, όταν η ασφάλιση είναι συμπληρωματική προς υπηρεσία της περίπτωσης α΄ και η διάρκεια της εν λόγω υπηρεσίας είναι ίση
ή μικρότερη από τρεις (3) μήνες, το ποσό των ασφαλίστρων που καταβλήθηκε κατ’ άτομο δεν υπερβαίνει τα διακόσια (200) ευρώ.
Όταν η ασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ασκεί δραστηριότητα διανομής μέσω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος εξαιρείται από την εφαρμογή του παρόντος, σύμφωνα με την παράγραφο 2, η εν λόγω επιχείρηση ή ο διαμεσολαβητής διασφαλίζει ότι:
- α) τίθενται στη διάθεση του πελάτη, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τη διεύθυνσή του και σχετικά με τις διαδικασίες
του άρθρου 10, οι οποίες επιτρέπουν στους πελάτες και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλουν καταγγελίες,
- β) υπάρχουν κατάλληλες και αναλογικές διαδικασίες με
σκοπό τη συμμόρφωση προς τα άρθρα 27 και 34 και την εξέταση των απαιτήσεων και των αναγκών του πελάτη πριν από την πρόταση σύμβασης,
- γ) το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 30
παρέχεται στον πελάτη πριν από τη σύναψη της σύμβασης.
Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων σε σχέση με κινδύνους και υποχρεώσεις που βρίσκονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν ρυθμίζει, επίσης, δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων που διενεργούνται σε τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η άσκηση στην Ελλάδα της δραστηριότητας ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή διαμεσολαβητές εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, που εργάζονται στην Ελλάδα στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των προσώπων που ασκούν ή εξουσιοδοτήθηκαν να ασκούν δραστηριότητες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διανομής στην ελληνική αγορά. Η εποπτική αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τις γενικής φύσης δυσκολίες, τις οποίες συναντούν οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων που προέρχονται από την Ελλάδα ως κράτος - μέλος καταγωγής, κατά την εγκατάστασή τους ή την άσκηση δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων σε τρίτη χώρα.
Άρθρο 4
Ορισμοί (Άρθρο 2 παρ. 1 και άρθρο 12 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας)
Για τους σκοπούς του παρόντος, ισχύουν οι εξής ορισμοί: 1) «Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων»: οι δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, οι δραστηριότητες σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις, βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη μέσω ενός ιστότοπου ή κάποιου άλλου μέσου και η παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων, ή η παροχή έκπτωσης επί της τιμής ασφαλιστικής σύμβασης, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ή έμμεσα μία ασφαλιστική σύμβαση, χρησιμοποιώντας ιστότοπο ή άλλα μέσα. 2) «Διανομή αντασφαλιστικών προϊόντων»: οι δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για τη σύναψη συμβάσεων αντασφάλισης, οι δραστηριότητες σύναψής τους ή οι δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά τη διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται από αντασφαλιστική επιχείρηση χωρίς την παρέμβαση αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή. 3) «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση ή τους υπαλλήλους τους και εκτός από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που έχουν έδρα στην Ελλάδα και υπόκεινται στα άρθρα 19 έως 26, διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:
- α) ασφαλιστικοί πράκτορες,
- β) συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων,
- γ) μεσίτες ασφαλίσεων.
4) «Ασφαλιστικός Πράκτορας»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Στους ασφαλιστικούς πράκτορες εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί 5) «Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μέσω ομάδας ασφαλιστικών πρακτόρων, τους οποίους επιλέγει και προτείνει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για συνεργασία, και στη συνέχεια εκπαιδεύει και επιβλέπει το έργο τους, με σκοπό να διασφαλίσει την εκ μέρους τους εφαρμογή των σχετικών με τη διανομή πολιτικών και διαδικασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος με αυτούς. 6) «Μεσίτης ασφαλίσεων»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, με γραπτή εντολή του πελάτη, ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης. 7) «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή τον αγροτικό συνεταιρισμό, όπως ορίζονται στα σημεία 1) και 2) της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 176), που αναλαμβάνει και ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω
φυσικού ή νομικού προσώπου δεν είναι η διανομή ασφαλιστικών προϊόντων,
- β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διανέμει μόνο ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα που συμπληρώνουν ένα
αγαθό ή μία υπηρεσία,
- γ) τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν καλύπτουν
την ασφάλιση ζωής ή κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη συμπληρώνει το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του. Οι επιχειρήσεις ενοικίασης οχημάτων και τα ταξιδιωτικά γραφεία που δραστηριοποιούνται στη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων εγγράφονται στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 ως ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. 8) «Αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, άλλο από την αντασφαλιστική επιχείρηση ή τους υπαλλήλους της, το οποίο αναλαμβάνει ή ασκεί με αμοιβή τη δραστηριότητα διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων. Αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές με έδρα στην Ελλάδα είναι μόνον οι μεσίτες αντασφαλίσεων, δηλαδή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που, κατ’ εντολή του πελάτη, ασκούν τη δραστηριότητα της διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού αντασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύονται ως προς την επιλογή της αντασφαλιστικής επιχείρησης. 9) «Ασφαλιστική επιχείρηση»: οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 (Α΄ 13). 10) «Αντασφαλιστική επιχείρηση»: οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 . 11) «Διανομέας ασφαλιστικών προϊόντων»: κάθε ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ή ασφαλιστική επιχείρηση. 12) «Αμοιβή»: κάθε προμήθεια, τέλος, επιβάρυνση ή άλλη πληρωμή, συμπεριλαμβανομένου κάθε είδους οικονομικού οφέλους ή οποιουδήποτε άλλου χρηματικού ή μη χρηματικού οφέλους ή κινήτρου, που προτείνεται ή παρέχεται σε σχέση με τις δραστηριότητες διανομής 13) «Κράτος - μέλος καταγωγής»:
- α) αν ο διαμεσολαβητής είναι φυσικό πρόσωπο, το
κράτος - μέλος στο οποίο διαμένει,
- β) εάν ο διαμεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο, το
κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα ή, αν δεν έχει καταστατική έδρα σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, το κράτος - μέλος στο οποίο βρίσκεται η κεντρική του διοίκηση. 14) «Κράτος - μέλος υποδοχής»: το κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει μόνιμη παρουσία ή εγκατάσταση ή παρέχει υπηρεσίες και το οποίο δεν είναι το κράτος - μέλος καταγωγής του. 15)«Υποκατάστημα»: το πρακτορείο ή το υποκατάστημα διαμεσολαβητή, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους εκτός του κράτους - μέλους καταγωγής του. 16) «Στενοί δεσμοί»: οι στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στην παρ. 17 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016. 17) «Κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας»: ο τόπος από τον οποίο ασκείται η διοίκηση επί της κύριας επιχειρηματικής δραστηριότητας. 18) «Συμβουλή»: η παροχή προσωπικής σύστασης στον πελάτη σε σχέση με μία ή περισσότερες συμβάσεις ασφάλισης. 19) «Μεγάλοι κίνδυνοι»: οι μεγάλοι κίνδυνοι, όπως ορίζονται στην παρ. 27 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016. 20)«Επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση»: ένα ασφαλιστικό προϊόν που προσφέρει αξία κατά τη λήξη του ή αξία εξαγοράς, οι οποίες είναι, συνολικά ή μερικά, εκτεθειμένες, άμεσα ή έμμεσα, σε διακυμάνσεις της αγοράς και στο οποίο δεν περιλαμβάνονται:
- α) οι ασφαλίσεις κατά ζημιών, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 4364/2016,
- β) οι ασφαλίσεις ζωής, οι παροχές των οποίων καταβάλλονται μόνο σε περίπτωση θανάτου ή για ανικανότητα λόγω σωματικής βλάβης, ασθένειας ή αναπηρίας,
- γ) τα συνταξιοδοτικά προϊόντα, τα οποία έχουν ως
πρωταρχικό σκοπό την παροχή εισοδήματος στον επενδυτή κατά τη συνταξιοδότησή του και δίνουν στον επενδυτή το δικαίωμα σε ορισμένες παροχές,
- δ) τα επισήμως αναγνωρισμένα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
των ν. 3029/2002 (Α΄ 160) και 4364/2016, προς το συνταξιοδοτικό προϊόν ή τον πάροχο. 21) «Σταθερό μέσο ή μόνιμο υπόθεμα»: κάθε μέσο το οποίο:
- α) παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να αποθηκεύει
πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέχει σε αυτές μελλοντικά και για χρονικό διάστημα ικανό για τους σκοπούς των πληροφοριών,
- β) επιτρέπει την αμετάβλητη αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών.
22) «Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων» (Ε.Α.Α.Ε.Σ.): η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που έχει συσταθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 (EE L 331). 23) «Όργανο διοίκησης ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση»: το συλλογικό ή ατομικό όργανο που σύμφωνα με τη νομοθεσία για τις εμπορικές εταιρείες και αναλόγως της νομικής μορφής του νομικού προσώπου, είναι επιφορτισμένο με την εν γένει διοίκηση και εκπροσώπηση του νομικού προσώπου. Στις ατομικές επιχειρήσεις, ως όργανο διοίκησης νοείται ο ίδιος ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. 24) «Παραγωγή ασφαλιστικού πράκτορα ή συντονιστή»: το σύνολο των ασφαλιστικών συμβάσεων, οι οποίες καταρτίστηκαν από την ασφαλιστική επιχείρηση με τη διαμεσολάβηση του ασφαλιστικού πράκτορα ή συντονιστή.
Για τους σκοπούς των περιπτώσεων 1 και 2 της παραγράφου 1, οι ακόλουθες δραστηριότητες δεν θεωρούνται διανομή ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων:
- α) η περιστασιακή παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο
άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, εάν:
- αα) ο πάροχος δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να
βοηθήσει στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής σύμβασης,
- ββ) σκοπός της εν λόγω δραστηριότητας δεν είναι η
βοήθεια του πελάτη στη σύναψη ή την εκτέλεση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης,
- β) η κατ’ επάγγελμα διαχείριση των αξιώσεων μιας
ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο διακανονισμός ζημιών και η εκτίμηση των ζημιών από πραγματογνώμονα,
- γ) η απλή παροχή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους δυνητικούς ασφαλισμένους στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις,
αν ο πάροχος των πληροφοριών δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης,
- δ) η απλή παροχή πληροφοριών στους δυνητικούς
ασφαλισμένους σχετικά με τα ασφαλιστικά ή αντασφαλιστικά προϊόντα ή τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αν ο πάροχος των πληροφοριών δεν λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να βοηθήσει στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης.
Άρθρο 5
Συναλλακτικές σχέσεις των διανομέων ασφαλιστικών προϊόντων μεταξύ τους και με τον πελάτη
Ο ασφαλιστικός πράκτορας διανέμει προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.
Ο συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων ασκεί τη δραστηριότητα της περίπτωσης 5 του άρθρου 4 στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.
Αν, για οποιονδήποτε λόγο, λυθεί η σύμβαση μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, και αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, γι’ αυτό το διάστημα, να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Η παραγωγή τεκμαίρεται ότι παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον διατηρείται η ασφαλιστική κάλυψη για το ασφαλιζόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή αντικείμενο, χωρίς ουσιώδη μεταβολή των όρων της αρχικής ασφαλιστικής σύμβασης. Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα, με αναλυτική κατάσταση, τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή για τη διατηρούμενη σε ισχύ παραγωγή του και τις προμήθειές του που αναλογούν σε αυτή. Το βάρος απόδειξης για την απώλεια της παραγωγής φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση. Το ποσό του πρώτου εδαφίου δεν καταβάλλεται, αν η σύμβαση λύθηκε με πρωτοβουλία του διαμεσολαβητή. Αν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, για αξιόποινες πράξεις από τη σχέση του με την ασφαλιστική επιχείρηση ή που τελέστηκαν επ’ ευκαιρία αυτής, καταβάλλεται στον ασφαλιστικό πράκτορα ή συντονιστή το ήμισυ του ποσού που θα δικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί η σύμβαση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή παύσης της ποινικής δίωξης ή εν γένει απαλλαγής του πράκτορα ή του συντονιστή από τις σχετικές κατηγορίες, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να καταβάλει εντόκως στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή το ποσό που υπολείπεται. Αντίθετα, αν ο πράκτορας ή ο συντονιστής καταδικαστεί αμετάκλητα, επιστρέφει εντό Σε περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον συντονιστή ποσό που ισούται με την προμήθεια τεσσάρων (4) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί γι’ αυτό το διάστημα να παραμένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή, το ανωτέρω ποσό καταβάλλεται στα πρόσωπα που ο πράκτορας ή ο συντονιστής έχει ορίσει ως δικαιούχους. Αν δεν έχουν οριστεί δικαιούχοι, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει το ποσό αυτό στους κληρονόμους του θανόντος κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας. Σε περίπτωση αποχώρησης του ασφαλιστικού πράκτορα ή του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων, λόγω συνταξιοδότησης, η ασφαλιστική επιχείρηση του καταβάλλει ποσό που ισούται με την προμήθεια τριών (3) ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί να παραμένει γι’ αυτό το διάστημα σε αυτήν.
Ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ασκεί τη δραστηριότητα διανομής βάσει έγγραφης σύμβασης με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, με τρόπο που να αποτρέπεται η νομική και οικονομική εξάρτησή του έναντι αυτών. Ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων λαμβάνει:
- α) προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στις
οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ’ εντολή του πελάτη του, ή και
- β) αμοιβή από τον πελάτη, βάσει έγγραφης σύμβασης
μεταξύ τους. Ελάχιστο περιεχόμενο της συμφωνίας με τον πελάτη είναι ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του μεσίτη ασφαλίσεων, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου του πελάτη, ο χρόνος και ο τρόπος απόδοσης της αμοιβής και το ακριβές ποσό της αμοιβής ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, η βάση και η μέθοδος υπολογισμού της αμοιβής.
Στην ασφάλιση μεγάλων κινδύνων, όταν πρόκειται για επαγγελματία πελάτη της παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και στη συνασφάλιση της παρ. 4 του άρθρου 15 του ν. 2496/1997 (Α΄ 87), ο μεσίτης ασφαλίσεων μπορεί, αν δεν είναι δυνατή η άμεση έκδοση από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλιστηρίου του άρθρου 2 του ν. 2496/1997, να υποβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις «συμφωνητικό ασφαλιστικής κάλυψης», στο οποίο αναγράφονται οι προϋποθέσεις και οι όροι αποδοχής της ασφάλισης από τις ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες βεβαιώνουν την αποδοχή της κάλυψης του κινδύνου. Ο μεσίτης ασφαλίσεων εκδίδει «πιστοποιητικό ασφάλισης» με βάση τα στοιχεία που συμφώνησε με την ασφαλιστική επιχείρηση, το οποίο παραδίδει στον πελάτη. Ο μεσίτης αντικαθιστά το πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με τη σύμβαση ασφάλισης.
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, διανέμει προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τη δραστηριότητά του και αμείβεται με προμήθεια από εκείνην.
Η συνεργασία μεταξύ των εγγεγραμμένων προσώπων στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 επιτρέπεται μόνο εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία. Αν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη μεσολαβούν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές, οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους στην προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος, εκείνος από τους συνεργαζόμενους διαμεσολαβητές που έχει σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνει έγκριση από την ασφαλιστική επιχείρηση για τη διανομή των προϊόντων της μέσα από τη συγκεκριμένη συνεργασία και, κατά περίπτωση, για την εξουσιοδότηση της παραγράφου 5 του άρθρου 28, πριν συναφθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώσει την προώθηση των προϊόντων της από μη εγκεκριμένη συνεργασία, ζητεί, εγγράφως, διευκρινίσεις από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, που έχει σύμβαση με αυτή, και θέτει προθεσμία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών (3) ημερών. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη ή αν οι διευκρινίσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν κριθούν επαρκείς, η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται ύστερα από τρεις (3) ημέρες από την επίδοσή της στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρακρατήσει τις αναλογούσες επί του ασφαλίστρου προμήθειες που θα κατέβαλλε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, αν είχε εγκρίνει τη συνεργασία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ, ΕΠΟΠΤΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΧΩΝ
Άρθρο 6
Σκοπός και γενικές αρχές εποπτείας (άρθρο 12 και άρθρο 1 παρ. 5 της Οδηγίας)
Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των Επιμελητηρίων και της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος (Κ.Ε.Ε.Ε.) που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 26, αρμόδια για την εποπτεία της δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, εφεξής αναφερόμενη ως η εποπτική αρχή.
Η εποπτική αρχή εποπτεύει, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του καταστατικού της (ν. 3424/1927, Α΄ 298), τον τρόπο που ασκείται η δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, ώστε να διασφαλίζει τη διαρκή συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών, καθώς και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με τις διατάξεις του παρόντος και της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας. Η εποπτική αρχή παρακολουθεί τη λειτουργία της αγοράς ασφαλι υπηρεσίας ή αγαθού, τα οποία διατίθενται, διανέμονται ή πωλούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως χώρας προέλευσης, ή πωλούνται προς την αγορά άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με χώρα προέλευσης την Ελλάδα.
Για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων η εποπτική αρχή μεριμνά να διαθέτει σε συνεχή βάση επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό.
Τα όργανα διοίκησης της εποπτικής αρχής και το προσωπικό αυτής, δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά το παρόν Μέρος νόμο αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης εντός των λοιπών αρμοδιοτήτων, τις οποίες ασκεί η εποπτική αρχή κατά ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός αν βαρύνονται με δόλο.
Άρθρο 7
Διενέργεια ελέγχων
Για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, η εποπτική αρχή μπορεί να διενεργεί, γενικούς ή ειδικούς, επιτόπιους ή μη ελέγχους σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Επίσης, η εποπτική αρχή μπορεί να διενεργεί ελέγχους σε:
- α) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος αλλά, είτε
του έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, σύμφωνα με το άρθρο 37 του ν. 4364/2016, είτε είναι τρίτος με τον οποίον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση έχει πραγματοποιήσει συναλλαγή, η οποία είναι αναγκαίο να ελεγχθεί για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος,
- β) οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μόνο
όμως στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος και εφόσον ο έλεγχος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση.
Η εποπτική αρχή, κατά την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της:
- α) έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο, βιβλίο ή
άλλο στοιχείο τηρείται, με οποιαδήποτε μορφή, για τις δραστηριότητες του ελεγχομένου, είτε στις ίδιες τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις είτε αλλού, εντός ή εκτός Ελλάδας, και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφό του, ακόμη και αν αυτό περιέχει απλά ή ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, σύμφωνα με τη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων,
- β) μπορεί να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε
πρόσωπο ή δημόσια αρχή,
- γ) μπορεί να απαιτεί τη διακοπή της πώλησης συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος ή τη διακοπή δραστηριότητας ή πρακτικής προώθησης προϊόντος που
είναι αντίθετη με το παρόν Μέρος,
- δ) μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες από εξωτερικούς
εμπειρογνώμονες και να αναθέτει εξακριβώσεις, μελέτες, έρευνες και κατά περίπτωση έργα σε εξωτερικούς συνεργάτες,
- ε) μπορεί να λαμβάνει κάθε πληροφορία για συμβάσεις
που βρίσκονται στην κατοχή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών διαμεσολαβητών ή έχουν συναφθεί με τρίτους. Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την εποπτική αρχή ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών, σύμφωνα με το παρόν Μέρος και το ν. 4364/2016, τα πρόσωπα που υπόκεινται στους ελέγχους αυτούς δεν δικαιούνται να επικαλεστούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή τη νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου.
Οι διανομείς διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που υποβάλλουν στην εποπτική αρχή είναι πλήρεις, ακριβείς και κατάλληλες για την άσκηση του εποπτικού της έργου.
Τα πάσης φύσεως έγγραφα που υποβάλλονται από τους διανομείς στην εποπτική αρχή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν Μέρος, είναι στην ελληνική γλώσσα. Η εποπτική αρχή μπορεί να λαμβάνει υπόψη της έγγραφα σε άλλες επίσημες ευρωπαϊκές γλώσσες, εφόσον κατά την απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση της έχει, κατά τον χρόνο εκείνο, τη δυνατότητα να το πράξει.
Άρθρο 8
Συνεργασία με την Ε.Α.Α.Ε.Σ. και εποπτική σύγκλιση Η εποπτική αρχή καταβάλλει κάθε προσπάθεια ώστε να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τα πρότυπα που εκδίδονται από την Ε.Α.Α.Ε.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1094/2010, καθώς και από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές μέσω της Μικτής Επιτροπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, 1094/2010 και 1095/2010, όπως εκάστοτε ισχύουν, οι οποίες σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της δυνάμει του παρόντος και εκδίδει σχετικές αποφάσεις που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 9
Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών - μελών (Άρθρο 13 της Οδηγίας)
Η εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και ανταλλάσσει πληροφορίες για τους διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος. Ειδικότερα, κατά τη διαδικασία τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών της Ε.Ε. για την καλή φήμη, τις επαγγελματικές γνώσεις και τις ικανότητες των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.
Η εποπτική αρχή ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών για τους διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, στους οποίους έχει επιβληθεί κύρωση ή άλλο μέτρο που προβλέπεται στο Κεφάλαιο VII της Οδηγίας 2016/97 και στα άρθρα 41 έως 46 του παρόντος, ιδίως αν έχει ή είχε ως αποτέλεσμα τη διαγραφή των εν λόγω διανομέων από τα μητρώα του άρθρου 3 της Οδηγίας 2016/97 και του άρθρου 19 του παρόντος.
Όλα τα πρόσωπα που υποχρεούνται να λαμβάνουν ή να παρέχουν πληροφορίες, σύμφωνα με το παρόν Μέρος, οφείλουν να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, όπως ορίζεται στο άρθρο 44 του ν. 4364/2016.
Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με το παρόν Μέρος, η Κ.Ε.Ε.Ε. και τα αρμόδια επιμελητήρια παρέχουν στην εποπτική αρχή, μόλις τους ζητηθεί, κάθε πληροφορία, στοιχείο και έγγραφο που σχετίζεται με τις αρμοδιότητες αυτές.
Άρθρο 10
Καταγγελίες (Άρθρο 14 της Οδηγίας) Με απόφαση της εποπτικής αρχής καθορίζεται η διαδικασία υποβολής από τους πελάτες και τους άλλους ενδιαφερομένους και, ειδικότερα, τις ενώσεις καταναλωτών, καταγγελιών κατά των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και διερεύνησης της βασιμότητας των καταγγελιών αυτών, μετά την οποία και αφού ασκηθεί από τους ελεγχομένους το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45), μπορεί, αν διαπιστωθούν παραβάσεις και ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης ποινικής τους ευθύνης, να τους επιβληθούν οι κυρώσεις του άρθρου 43, ανά παράβαση. Σε κάθε περίπτωση, η εποπτική αρχή αποστέλλει, μέσα σε εύλογο χρόνο, απάντηση στον καταγγέλλοντα για το περιεχόμενο της καταγγελίας του.
Άρθρο 11
Εξωδικαστική επίλυση διαφορών (Άρθρο 15 της Οδηγίας)
Για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών του με διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων, ο πελάτης μπορεί να προσφεύγει στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ο οποίος έχει συσταθεί με τον ν. 3297/2004 (Α΄ 259), ή σε άλλον φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, νόμιμα καταχωρισμένο στο Μητρώο της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή και Εποπτείας της Αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 18 της 70330οικ./30.6.2015 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 1421).
Οι φορείς της παραγράφου 1 συνεργάζονται με τους αντίστοιχους φορείς των άλλων κρατών - μελών για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν Μέρος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
Άρθρο 12
Άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (Άρθρο 4 της Οδηγίας)
Κάθε ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με χώρα καταγωγής την Ελλάδα, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει τις δραστηριότητές του για πρώτη φορά στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ενημερώνει, εγγράφως, για την πρόθεσή του αυτή:
- α) το επιμελητήριο, στο ειδικό μητρώο του οποίου
είναι εγγεγραμμένος,
- β) την εποπτική αρχή.
Το επιμελητήριο αποστέλλει στην εποπτική αρχή, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή του εγγράφου της παραγράφου 1, τις εξής πληροφορίες:
- α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και τον αριθμό
ειδικού μητρώου του διαμεσολαβητή,
- β) το κράτος - μέλος ή τα κράτη - μέλη στα οποία προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες ο διαμεσολαβητής,
- γ) την κατηγορία διαμεσολάβησης της παραγράφου
3 του άρθρου 19 στην οποία έχει εγγραφεί ο διαμεσολαβητής,
- δ) τους κλάδους στους οποίους προτίθεται ο διαμεσολαβητής να δραστηριοποιηθεί, αναφέροντας κατά
περίπτωση, εάν μπορεί να προωθεί επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση,
- ε) την επωνυμία κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας θα διαμεσολαβεί στο κράτος - μέλος υποδοχής, εφόσον ο διαμεσολαβητής διαθέτει τη σχετική πληροφορία,
- στ) αντίγραφο του ασφαλιστηρίου επαγγελματικής
αστικής ευθύνης ή άλλου εγγράφου σύμφωνα με την περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 και την περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22.
Η εποπτική αρχή αποστέλλει τις πληροφορίες των περιπτώσεων α΄ έως ε΄ της παραγράφου 2, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή τους, στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, στο οποίο σκοπεύει να δραστηριοποιηθεί ο διαμεσολαβητής της παραγράφου 1.
Μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής επιβεβαιώσει στην εποπτική αρχή την παραλαβή των πληροφοριών της παραγράφου 2, η εποπτική αρχή ενημερώνει, εγγράφως, τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και το αρμόδιο επαγγελματι και ότι ο διαμεσολαβητής μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του στο κράτος - μέλος υποδοχής. Η εποπτική αρχή ενημερώνει ταυτόχρονα τον διαμεσολαβητή:
- α) ότι οι πληροφορίες, όσον αφορά τις νομοθετικές
διατάξεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, οι οποίες ισχύουν στο κράτος - μέλος υποδοχής, είναι διαθέσιμες με τα μέσα που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ,
- β) ότι ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις που αναφέρονται στην περίπτωση
α΄, προκειμένου να αρχίσει τις δραστηριότητές του στο κράτος - μέλος υποδοχής.
Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων της παραγράφου 2, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση ενημερώνει για τη μεταβολή αυτή το αρμόδιο επιμελητήριο, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν επιφέρει τη μεταβολή. Το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τότε που έλαβε την ενημέρωση του πρώτου εδαφίου, το επιμελητήριο γνωστοποιεί τη μεταβολή στην εποπτική αρχή. Το αργότερο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τότε που ενημερώθηκε, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί, με τη σειρά της, τη μεταβολή στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής.
Όταν η Ελλάδα είναι το κράτος - μέλος υποδοχής ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με χώρα καταγωγής άλλο κράτος - μέλος, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να λαμβάνει από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής τις πληροφορίες του άρθρου 4 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ. Η εποπτική αρχή επιβεβαιώνει, χωρίς καθυστέρηση, στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής την παραλαβή των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου.
Άρθρο 13
Παράβαση υποχρεώσεων κατά την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (Άρθρο 5 της Οδηγίας)
Όταν η Ελλάδα είναι το κράτος - μέλος υποδοχής, αν η εποπτική αρχή έχει λόγους να θεωρεί ότι ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος ασκεί δραστηριότητες στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με το παρόν Μέρος γνωστοποιεί τις διαπιστώσεις αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής.
Αν, παρά τα ληφθέντα από το κράτος καταγωγής μέτρα, ύστερα από την ενημέρωση της παραγράφου 1, ή επειδή τα μέτρα αυτά αποδείχθηκαν ανεπαρκή ή επειδή δεν έχουν ληφθεί μέτρα από το κράτος - μέλος καταγωγής, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση εξακολουθεί να ενεργεί κατά τρόπο σαφώς ζημιογόνο, είτε για τα συμφέροντα των καταναλωτών στην Ελλάδα σε μεγάλη κλίμακα είτε για την εύρυθμη λειτουργία της ελληνικής ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς, η εποπτική αρχή μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, να λάβει οποιοδήποτε κατάλληλο μέτρο, ιδίως από αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 43, για την πρόληψη νέων παρατυπιών, και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύσει στον διαμεσολαβητή την άσκηση νέων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010.
Ανεξάρτητα από την υποχρέωση της παραγράφου 1, η εποπτική αρχή μπορεί να λαμβάνει σε βάρος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 κρίνει κατάλληλο για την πρόληψη και τιμωρία των παρατυπιών που διαπράττονται στην Ελλάδα, αν είναι απαραίτητη η ανάληψη άμεσης δράσης, προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα των καταναλωτών. Στις περιπτώσεις αυτές, η εποπτική αρχή μπορεί, επιπλέον των μέτρων του άρθρου 43, να απαγορεύσει στον διαμεσολαβητή την άσκηση νέων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα.
Κάθε μέτρο που λαμβάνει η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή κράτους - μέλους υποδοχής, γνωστοποιείται εγγράφως με αιτιολογημένη απόφαση στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση και κοινοποιείται, στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής του διαμεσολαβητή, στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, ενημερωθεί από αρμόδια αρχή κράτους - μέλους υποδοχής ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στο κράτος - μέλος υποδοχής υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει, σύμφωνα με την Οδηγία 2016/97/ΕΕ, η εποπτική αρχή, αφού αξιολογήσει την πληροφορία, λαμβάνει, το συντομότερο δυνατόν και κρίνοντας κατά περίπτωση, τα ενδεδειγμένα από τα μέτρα του άρθρου 43, για να διορθώσει την κατάσταση. Η εποπτική αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής για κάθε μέτρο που έλαβε. Επίσης, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010. Όταν χώρα καταγωγής την Ελλάδα, ο οποίος δραστηριοποιείται στο άλλο κράτος - μέλος υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να λαμβάνει τη σχετική ενημέρωση από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής.
Άρθρο 14
Άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης (Άρθρο 6 της Οδηγίας)
Κάθε ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, με χώρα καταγωγής την Ελλάδα, ο οποίος προτίθεται να κάνει χρήση της ελευθερίας εγκατάστασης, ιδρύοντας υποκατάστημα ή έχοντας μόνιμη παρουσία στο έδαφος άλλου κράτους - μέλους, ενημερώνει εγγράφως για την πρόθεσή του αυτή:
- α) το επιμελητήριο στο ειδικό μητρώο του οποίου είναι
εγγεγραμμένος,
- β) την εποπτική αρχή.
Το επιμελητήριο αποστέλλει στην εποπτική αρχή, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή του εγγράφου της παραγράφου 1, τις εξής πληροφορίες:
- α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και τον αριθμό
ειδικού μητρώου του διαμεσολαβητή,
- β) το κράτος - μέλος στο έδαφος του οποίου ο διαμεσολαβητής σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα ή να έχει
μόνιμη παρουσία,
- γ) την κατηγορία διαμεσολάβησης της παραγράφου
3 του άρθρου 19 στην οποία έχει εγγραφεί ο διαμεσολαβητής,
- δ) τους κλάδους στους οποίους προτίθεται να δραστηριοποιηθεί ο διαμεσολαβητής, αναφέροντας κατά
περίπτωση αν μπορεί να προωθεί επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση,
- ε) την επωνυμία κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για λογαριασμό της οποίας θα διαμεσολαβεί στο κράτος - μέλος υποδοχής, εφόσον ο διαμεσολαβητής διαθέτει τη σχετική πληροφορία,
- στ) τη διεύθυνση στο κράτος - μέλος υποδοχής, στην
οποία μπορεί να ζητηθούν έγγραφα,
- ζ) το όνομα κάθε αρμοδίου για τη διοίκηση του υποκαταστήματος ή της μόνιμης παρουσίας,
- η) αντίγραφο του υποβληθέντος από τον διαμεσολαβητή ασφαλιστηρίου επαγγελματικής αστικής ευθύνης
ή άλλου εγγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 και την περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22.
Η εποπτική αρχή αποστέλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής τις πληροφορίες των περιπτώσεων α΄ έως η΄ της παραγράφου 2, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή τους, εκτός εάν η εποπτική αρχή έχει λόγους να αμφιβάλει για την επάρκεια της οργανωτικής διάρθρωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων διανομής που προτίθεται να ασκήσει.
Μόλις η αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής επιβεβαιώσει στην εποπτική αρχή ότι παρέλαβε τις πληροφορίες της παραγράφου 3, η εποπτική αρχή ενημερώνει εγγράφως τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και το αρμόδιο επιμελητήριο. Επιπλέον, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί στον διαμεσολαβητή τις νομοθετικές διατάξεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, οι οποίες ισχύουν στο κράτος - μέλος υποδοχής, καθώς και τα μέσα των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ με τα οποία αυτές είναι διαθέσιμες και ανακοινώνει στον διαμεσολαβητή ότι μπορεί να αρχίσει τη δραστηριότητά του στο κράτος - μέλος υποδοχής υπό τον όρο ότι συμμορφώνεται προς τις εν λόγω νομοθετικές διατάξεις. Αν ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, δεν λάβει από την εποπτική αρχή την ανωτέρω γραπτή ενημέρωση μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημερομηνία που εκδήλωσε την πρόθεση της παραγράφου 1, ο εν λόγω διαμεσολαβητής μπορεί να εγκαταστήσει το υποκατάστημα και να αρχίσει τη δραστηριότητά του στο κράτος - μέλος υποδοχής.
Αν η εποπτική αρχή αρνηθεί να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες της παραγράφου 3 στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, ενημερώνει για τους λόγους της άρνησής της τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την παραλαβή των πληροφοριών από το αρμόδιο επιμελητήριο σύμφωνα με την παράγραφο 2.
Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων της παραγράφου 2, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ενημερώνει για τη μεταβολή αυτή το αρμόδιο επιμελητήριο, τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν επιφέρει τη μεταβολή. Το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τότε που έλαβε την ενημέρωση του πρώτου εδαφίου, το αρμόδιο επιμελητήριο γνωστοποιεί τη μεταβολή στην εποπτική αρχή. Το αργότερο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τότε που ενημερώθηκε, η εποπτική αρχή, με τη σειρά της, γνωστοποιεί τη μεταβολή στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής.
Αν η Ελλάδα είναι το κράτος - μέλος υποδοχής ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος έχει ως χώρα καταγωγής άλλο κράτος - μέλος την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής τις πληροφορίες του άρθρου 6 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ και επιβεβαιώνει την παραλαβή τους χωρίς καθυστέρηση. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την παραλαβή των ανωτέρω πληροφοριών, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής τις διατάξεις γενικού συμφέροντος του άρθρου 18 που ισχύουν στην Ελλάδα, καθώς και τα μέσα με τα οποία αυτές είναι διαθέσιμες προς το κοινό.
Για τους σκοπούς του παρόντος, κάθε μόνιμη παρουσία διαμεσολαβητή στο έδαφος της Ελλάδας ή άλλου κράτους - μέλους σαν να έχει υποκατάστημα εξομοιώνεται με υποκατάστημα, εκτός αν ο διαμεσολαβητής νομίμως έχει μόνιμη παρουσία με διαφορετική νομική μορφή σε αυτό το κράτος - μέλος.
Άρθρο 15
Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατών - μελών καταγωγής και υποδοχής (Άρθρο 7 της Οδηγίας)
Αν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, βρίσκεται σε άλλο κράτος - μέλος και η Ελλάδα είναι η χώρα καταγωγής του, η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους - μέλους μπορεί να συμφωνήσει με την εποπτική αρχή ότι η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους - μέλους θα ενεργεί σαν να είναι η εποπτική αρχή, όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 19 έως 46. Αν υπάρξει τέτοια συμφωνία, η εποπτική αρχή ενημερώνει γι’ αυτήν χωρίς καθυστέρηση τον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καθώς και την Ε.Α.Α.Ε.Σ.. Αν ο κύριος τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας ενός ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση βρίσκεται στην Ελλάδα, ενώ η χώρα καταγωγής του είναι άλλο κράτος - μέλος, η εποπτική αρχή μπορεί να συμφωνήσει με την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής να ενεργεί η εποπτική αρχή σαν αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, όσον αφορά την εφαρμογή των Κεφαλαίων IV έως και VII της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ.
Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται κατά το άρθρο 14 του παρόντος από φυσικά ή νομικά πρόσωπα άλλων κρατών - μελών εγκαταστημένα στην Ελλάδα, είναι σύμφωνες με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 27 έως 40. Η εποπτική αρχή μπορεί να επανεξετάζει τις ρυθμίσεις που αφορούν την εγκατάσταση του προηγούμενου εδαφίου και να ζητεί όποιες αλλαγές είναι απαραίτητες για να μπορεί να επιβάλει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 27 ως 40.
Άρθρο 16
Παράβαση υποχρεώσεων κατά την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης (Άρθρο 8 της Οδηγίας)
Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, διαπιστώσει ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με ελεύθερη εγκατάσταση, παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 27 έως 40, μπορεί να λάβει τα ενδεδειγμένα, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, μέτρα του άρθρου 43.
Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, έχει λόγους να θεωρεί ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και αν η εποπτική αρχή δεν είναι υπεύθυνη σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 15, η εποπτική αρχή γνωστοποιεί τις διαπιστώσεις της στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής.
Αν, παρά τα ληφθέντα από το κράτος καταγωγής μέτρα, ύστερα από την ενημέρωση της παραγράφου 2, ή επειδή τα μέτρα αυτά αποδείχθηκαν ανεπαρκή ή επειδή δεν έχουν ληφθεί μέτρα από το κράτος - μέλος καταγωγής, ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, εξακολουθεί να ενεργεί κατά τρόπο σαφώς ζημιογόνο για τα συμφέροντα των καταναλωτών στην Ελλάδα σε μεγάλη κλίμακα ή για την εύρυθμη λειτουργία της ελληνικής ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς, η εποπτική αρχή μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, να λάβει σε βάρος του ανωτέρω διαμεσολαβητή οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 για την πρόληψη νέων παρατυπιών και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύσει στον εν λόγω διαμεσολαβητή να συνεχίσει την άσκηση νέων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα. Επιπλέον, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010.
Εκτός από τα μέτρα των παραγράφων 2 και 3, η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, μπορεί να λαμβάνει σε βάρος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 κρίνει κατάλληλο για να αποτρέψει ή να τιμωρήσει παραβάσεις που διαπράττονται στην Ελλάδα, αν είναι απολύτως απαραίτητη η ανάληψη άμεσης δράσης, προκειμένου να προστατευτούν τα δικαιώματα των καταναλωτών και εφόσον τα ισοδύναμα μέτρα του κράτους - μέλους καταγωγής είναι που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις αυτές, η εποπτική αρχή μπορεί, επιπλέον των μέτρων του άρθρου 43, να απαγορεύσει στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, την άσκηση νέας δραστηριότητας στην Ελλάδα.
Κάθε μέτρο που λαμβάνει η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, γνωστοποιείται εγγράφως με αιτιολογημένη απόφαση στον ενδιαφερόμενο ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση και κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής του διαμεσολαβητή, στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Αν η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, ενημερωθεί από αρμόδια αρχή κράτους - μέλους υποδοχής ότι ένας ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος δραστηριοποιείται στο άλλο κράτος - μέλος μέσω εγκατάστασης, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με την Οδηγία 2016/97/ΕΕ, αφού αξιολογήσει τις πληροφορίες αυτές, λαμβάνει, το συντομότερο δυνατόν και κρίνοντας κατά περίπτωση, τα ενδεδειγμένα από τα μέτρα του άρθρου 43, για να διορθώσει την κατάσταση. Η εποπτική αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής για κάθε μέτρο που έλαβε. Επίσης, η εποπτική αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010. Όταν άλλο κράτος - μέλος λαμβάνει μέτρα σε βάρος ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, ο οποίος έχει ως χώρα καταγωγής την Ελλάδα και δραστηριοποιείται στο άλλο κράτος - μέλος μέσω εγκατάστασης, η εποπτική αρχή είναι η αρμόδια να λαμβάνει τη σχετική ενημέρωση από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής.
Άρθρο 17
Παράβαση κανόνων περί προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (Άρθρο 9 της Οδηγίας)
Η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, μπορεί, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να λαμβάνει σε βάρος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 κρίνει κατάλληλο για την τιμωρία παραβάσεων των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 18, οι οποίες διαπράττονται στην Ελλάδα. Τα ανωτέρω μέτρα δεν μπορεί να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των διαμεσολαβητών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Στις περιπτώσεις αυτές, η εποπτική αρχή μπορεί, επιπλέον των μέτρων του άρθρου 43, να απαγορεύσει στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, την άσκηση νέας δραστηριότητας στην Ελλάδα.
Εκτός από τα μέτρα της παραγράφου 1, η εποπτική αρχή, ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής, μπορεί, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, να λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 43 και να απαγορεύσει σε διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων εγκατεστημένο σε άλλο κράτος - μέλος να ασκήσει δραστηριότητα στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελευθερίας εγκατάστασης, αν η σχετική δραστηριότητα κατευθύνεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στην Ελλάδα ως κράτος - μέλος υποδοχής, με μοναδικό σκοπό την αποφυγή των νομοθετικών διατάξεων που θα ίσχυαν, αν η Ελλάδα ήταν το κράτος - μέλος καταγωγής του εν λόγω διανομέα, και, επιπροσθέτως, αν η δραστηριότητα του διανομέα θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη σωστή λειτουργία της ελληνικής ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής αγοράς όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών.
Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2, η εποπτική αρχή είτε δρα ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής είτε δρα ως αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους καταγωγής, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1094/2010.
Άρθρο 18
Δημοσίευση κανόνων περί προστασίας του γενικού συμφέροντος (Άρθρο 11 της Οδηγίας)
Διανομείς με άλλο κράτος - μέλος καταγωγής από την Ελλάδα, που ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων στην Ελλάδα, είτε μέσω της ελευθερίας εγκατάστασης είτε μέσω της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, υπόκεινται στις διατάξεις της ελληνικής ασφαλιστικής, τραπεζικής και χρηματιστηριακής νομοθεσίας, καθώς και της νομοθεσίας περί καταναλωτή που αποβλέπουν στην προστασία του γενικού συμφέροντος.
Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προσδιορίζεται ποιες από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τη διανομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων αποτελούν κανόνες προστασίας του γενικού συμφέροντος (κανόνες γενικού συμφέροντος).
Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι ο διοικητικός φόρτος που απορρέει από την εφαρμογή των κανόνων γενικού συμφέροντος της παραγράφου 2 είναι ανάλογος της προστασίας των καταναλωτών. Η εποπτική αρχή παρακολουθεί την εφαρμογή των κανόνων γενικού συμφέροντος της παραγράφου 2, ώστε να διασφαλίζει ότι ικανοποιείται η απαίτηση του πρώτου εδαφίου. ιστότοπο της εποπτικής αρχής και επικαιροποιούνται από αυτήν σε τακτική βάση.
Η εποπτική αρχή παρέχει στην Ε.Α.Α.Ε.Σ. τον υπερσύνδεσμο προς το σημείο του ιστοτόπου της, όπου δημοσιεύει τις πληροφορίες της παραγράφου 4, καθώς και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που της ζητείται από την Ε.Α.Α.Ε.Σ..
Η εποπτική αρχή είναι αρμόδια να παρέχει πληροφορίες, ως ενιαίο σημείο επαφής της παραγράφου 4 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ, σχετικά με τους κανόνες γενικού συμφέροντος που ισχύουν στην Ελλάδα για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. Ο τρόπος επικοινωνίας με την εποπτική αρχή για τις ανάγκες της παρούσας παραγράφου αναγράφεται στον ιστότοπό της.
Όταν η εποπτική αρχή ενεργεί σαν αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής στο πλαίσιο της παρ. 5 του άρθρου 115 και της παρ. 4 του άρθρου 117 του ν. 4364/2016, ενημερώνει τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή/και τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής και για τους κανόνες της νομοθεσίας για τη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων που αποτελούν κανόνες για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Άρθρο 19
Ειδικό μητρώο και Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης (Άρθρο 3 της Οδηγίας)
Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, εγγράφονται υποχρεωτικά στο ειδικό μητρώο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων επιτρέπεται να ασκούν μόνο οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο ειδικό μητρώο και μόνο για την κατηγορία στην οποία εγγράφονται. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι υπάλληλοί τους δεν εγγράφονται στο ειδικό μητρώο.
Το ειδικό μητρώο τηρείται από τα επαγγελματικά επιμελητήρια ή από τα επαγγελματικά τμήματα των ενιαίων επιμελητηρίων, στην περιφέρεια των οποίων έχουν οι διαμεσολαβητές της παραγράφου 1 την εμπορική ή επαγγελματική κατοικία τους. Όπου στο παρόν Μέρος αναφέρεται μόνον «επιμελητήριο» ή «επιμελητήρια», νοούνται τα επαγγελματικά επιμελητήρια ή τα επαγγελματικά τμήματα των ενιαίων επιμελητηρίων, κατά περίπτωση.
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο της παραγράφου 1 επιτρέπεται να εγγραφεί στις εξής κατηγορίες του ειδικού μητρώου:
- α) είτε ως ασφαλιστικός πράκτορας ή και συντονιστής
ασφαλιστικών πρακτόρων,
- β) είτε μόνον ως μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων,
- γ) είτε μόνον ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που
ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγράφεται λαμβάνει αριθμό ειδικού μητρώου.
Η ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα, του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του γενικού διευθυντή ή του διευθυντή ή του εκπροσώπου ημεδαπής ή αλλοδαπής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η ιδιότητα του υπαλλήλου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα ή του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων. Οι ιδιότητες του ασφαλιστικού πράκτορα και του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων είναι ασυμβίβαστες με την ιδιότητα του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων. Οι ιδιότητες του ασφαλιστικού πράκτορα, του συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και του μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων είναι ασυμβίβαστες με την ιδιότητα του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, επιτρέπεται η εκπροσώπηση της Ένωσης Ασφαλιστών Lloyd’s από μεσίτη ασφαλίσεων, δυνάμει ειδικής έγγραφης πληρεξουσιότητας.
Το νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης κοινοποιεί στο οικείο επιμελητήριο νόμιμα επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης του οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου, με την οποία ορίζεται ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα από τα μέλη του οργάνου της διοίκησής του στα οποία ανατίθεται η ευθύνη για τη δραστηριότητα της διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. Στις περιπτώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων επενδύσεων, αγροτικών συνεταιρισμών και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, μπορούν ειδικά να εξουσιοδοτηθούν ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, τα οποία συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τους ανωτέρω φορείς και είναι μέλη της διοίκησης, υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Στην περίπτωση αυτή, υποβάλλεται στο αρμόδιο επιμελητήριο το επικυρωμένο πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου ή του οργάνου διοίκησης που παρέχει την ειδική εξουσιοδότηση. πρόθεση να ασκήσει τις δραστηριότητές του υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Τα αρμόδια επιμελητήρια και η Κ.Ε.Ε.Ε. είναι διαρκώς σε θέση να εξάγουν, ευχερώς, ακριβή και ασφαλή στατιστικά στοιχεία, τουλάχιστον για τον αριθμό των εγγεγραμμένων, ξεχωριστά για κάθε κατηγορία της παραγράφου 3 και ξεχωριστά για τα εγγεγραμμένα πιστωτικά ιδρύματα, τις εταιρείες επενδύσεων και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς.
Τα επιμελητήρια καθιερώνουν την επιγραμμική επικοινωνία (online) με τους αιτούντες την εγγραφή και με τα μέλη τους. Κατ’ ελάχιστον, διαθέτουν στον ιστότοπό τους ηλεκτρονική αίτηση εγγραφής και μεταβολής στοιχείων και δυνατότητα ηλεκτρονικής παραλαβής των δικαιολογητικών των άρθρων 21, 22 και 23.
Οι αιτήσεις εγγραφής στο ειδικό μητρώο εξετάζονται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή όλων των δικαιολογητικών των άρθρων 21 και 22. Ο αιτών ενημερώνεται αμέσως για τη σχετική απόφαση. Τα επιμελητήρια αρνούνται την εγγραφή στο ειδικό μητρώο, αν ενημερωθούν από την εποπτική αρχή ότι παρεμποδίζεται στην αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της είτε λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων τρίτης χώρας, στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία έχει στενούς δεσμούς ο αιτών, είτε λόγω δυσχερειών σχετικών με την επιβολή των ανωτέρω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.
Η Κ.Ε.Ε.Ε. οργανώνει και τηρεί Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης (Ε.ΣΗ.Π.) για τους εγγεγραμμένους ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι είναι νόμιμα εγγεγραμμένοι στα κατά τόπους ειδικά μητρώα των επιμελητηρίων. Το Ε.ΣΗ.Π. διαθέτει μηχανή αναζήτησης για τη διευκόλυνση όσων ενδιαφέρονται να εξακριβώσουν την εγγραφή προσώπου που ασκεί δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.
Τα στοιχεία των ειδικών μητρώων που δημοσιεύονται στο Ε.ΣΗ.Π. είναι κατ’ ελάχιστον τα εξής:
- α) το όνομα και το επώνυμο του φυσικού προσώπου ή
η εταιρική επωνυμία του νομικού προσώπου, που είναι εγγεγραμμένα στο ειδικό μητρώο,
- β) η κατηγορία εκ των περιπτώσεων α΄ έως και γ΄ της
παραγράφου 3, στην οποία είναι εγγεγραμμένο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο,
- γ) το κατά τόπον επιμελητήριο όπου είναι εγγεγραμμένο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και ο αριθμός ειδικού
μητρώου της εγγραφής του,
- δ) τα ονόματα και η ιδιότητα των εξής φυσικών προσώπων:
- αα) του φυσικού προσώπου που εγγράφεται ως ατομική επιχείρηση στο ειδικό μητρώο,
- ββ) των φυσικών προσώπων, τα στοιχεία των οποίων
κοινοποιούνται στο αρμόδιο επιμελητήριο σύμφωνα με την παράγραφο 5,
- γγ) των υπαλλήλων του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή και του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την
ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων,
- ε) ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) και η
Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) του εγγεγραμμένου προσώπου,
- στ) η διεύθυνση της έδρας,
- ζ) τα άλλα κράτη - μέλη στα οποία ο διαμεσολαβητής
έχει εκδηλώσει την πρόθεση να ασκήσει τις δραστηριότητές του υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών,
- η) αν ο διαμεσολαβητής μπορεί, κατά περίπτωση, να
προωθεί επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση. Το Ε.ΣΗ.Π. αναφέρει τα στοιχεία επικοινωνίας των κατά τόπους επιμελητηρίων και της εποπτικής αρχής και παρέχει υπερσυνδέσμους προς τους ιστοτόπούς τους.
Ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής και ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση οφείλει να ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, το οικείο ειδικό μητρώο για κάθε μεταβολή των στοιχείων που πρέπει να περιέχονται σε αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22. Τα οικεία επιμελητήρια επικαιροποιούν τις εγγραφές τους και διασφαλίζουν την ορθότητα των στοιχείων που δημοσιεύουν σύμφωνα με την παράγραφο 11.
Η Κ.Ε.Ε.Ε. παρέχει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, κάθε πληροφορία και συνδρομή στην Ε.Α.Α.Ε.Σ., προκειμένου η τελευταία να διατηρεί επικαιροποιημένο ενιαίο ηλεκτρονικό μητρώο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι έχουν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους να ασκήσουν διασυνοριακές δραστηριότητες. Η Κ.Ε.Ε.Ε. παρέχει μέσω της ιστοσελίδας της ένα σύνδεσμο για άμεση και αμφίδρομη πρόσβαση στα προαναφερόμενα μητρώα της ίδιας και της Ε.Α.Α.Ε.Σ.. Τα υποκείμενα, τα προσωπικά δεδομένα των οποίων αποθηκεύονται στο μητρώο και ανταλλάσσονται σύμφωνα με τα ανωτέρω, έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα αποθηκευμένα δεδομένα τους και δικαίωμα επαρκούς πληροφόρησης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Άρθρο 20
Επαγγελματικές απαιτήσεις γνώσεων και ικανοτήτων (Άρθρο 10 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας)
Για την έναρξη της άσκησης δραστηριότητας διανομής, τα μέλη του οργάνου διοίκησης των ασφαλιστικών πρακτόρων, των συντονιστών ασφαλιστικών πρακτόρων και των μεσιτών ασφαλίσεων και τα ειδικώς εξουσιοδοτημένα πρόσωπα των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων και των αγροτικών συνεταιρισμών που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, τα μέλη της διοίκησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων και οι υπάλληλοί τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή, κατέχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες για την εκτέλεση των εργασιών και την άσκηση των καθηκόντων τους και συμμορφώνονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις επαγγελματικών γνώσεων και επάρκειας του Παραρτήματος XIIΙ.
Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο πιστοποιείται ότι ένα φυσικό πρόσωπο κατέχει επαρκείς γνώσεις και ικανότητες, είτε ως προϋπόθεση εγγραφής του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 είτε ως προϋπόθεση για την έναρξη άσκησης δραστηριότητας διανομής από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Με την απόφαση αυτή μπορεί ιδίως να προβλέπεται η διενέργεια γραπτής εξέτασης και οι γνωστικές περιοχές της εξέτασης, να ορίζεται πότε η εξέταση θεωρείται επιτυχής, να προβλέπεται η χορήγηση πιστοποιητικού επαγγελματικών γνώσεων ή άλλου αποδεικτικού επιτυχούς εξέτασης, να καθορίζεται το περιεχόμενο του ως άνω πιστοποιητικού ή του αποδεικτικού και η διάρκεια ισχύος του, να προσαρμόζονται οι ανωτέρω απαιτήσεις ανάλογα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της διανομής, να θεσπίζονται σχετικές οργανωτικές υποχρεώσεις των φυσικών ή νομικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, ενδεικτικά η υποχρέωση τήρησης αρχείου, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό με την εφαρμογή της παραγράφου 1 θέμα.
Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 υποχρεούνται σε επαγγελματική εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ωρών κατ’ έτος, προκειμένου να διατηρούν ικανοποιητικό επίπεδο ικανότητας και απόδοσης, και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση της εποπτικής αρχής της παραγράφου 4.
Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύονται το είδος, το περιεχόμενο και ο τρόπος παρακολούθησης της δεκαπεντάωρης εκπαίδευσης των προσώπων της παραγράφου 1, είτε ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της εγγραφής του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 23, είτε ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της νόμιμης άσκησης της δραστηριότητας διανομής από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, και μπορεί να προβλέπεται το σύστημα και η διαδικασία αξιολόγησης από την εποπτική αρχή του ελάχιστου ικανοποιητικού επιπέδου της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ο τρόπος πιστοποίησης της επιτυχούς ολοκλήρωσης της εκπαίδευσης, ενδεικτικά μέσω της χορήγησης πιστοποιητικών επανεκπαίδευσης, ο χρόνος για την υποβολή των σχετικών πιστοποιητικών στο ειδικό μητρώο, καθώς και να προσαρμόζονται οι ανωτέρω απαιτήσεις ανάλογα με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα των διανομέων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της διανομής, να ορίζονται τυχόν σχετικές με τα σεμινάρια οργανωτικές υποχρεώσεις των φυσικών ή νομικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στη διανομή ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες διανομής ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, χορηγούν στο αρμόδιο επιμελητήριο έγγραφη βεβαίωση ότι οι γνώσεις και οι ικανότητες των προσώπων που, χωρίς να είναι μέλη του οργάνου διοίκησης των εν λόγω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί και φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή, πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, προκειμένου οι εν λόγω διαμεσολαβητές να εγγραφούν στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 σύμφωνα με το άρθρο 22.
Άρθρο 21
Δικαιολογητικά για την εγγραφή του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο ειδικό μητρώο (Άρθρο 10 παρ. 3 και 4 και άρθρο 3 παρ. 6 της Οδηγίας)
Για την εγγραφή του στο ειδικό μητρώο, ο ενδιαφερόμενος ασφαλιστικός και αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 19 υποβάλλει στο αρμόδιο επιμελητήριο τα εξής έγγραφα:
- α) Απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής.
- β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης,
που αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης.
- γ) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει κατατεθεί σε βάρος του αίτηση για πτώχευση και αναγκαστική
διαχείριση και ότι δεν έχει πτωχεύσει ούτε έχει τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί.
- δ) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί
σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση.
- ε) Βεβαίωση ασφάλισης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του, η οποία να καλύπτει το σύνολο του
εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οποιαδήποτε άλλη εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων εξακοσίων δεκαοκτώ (1.250.618) ευρώ ανά απαίτηση και τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι επτά (1.875.927) ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός αν ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πλην του μεσίτη, προσκομίσει βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές του. Τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόζονται, με απόφαση της εποπτικής αρχής, σε περίπτωση αναθεώρησής τους από την Ε.Α.Α.Ε.Σ.. Το μέγιστο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη του πρώτου εδαφίου, εφόσον προβλέπεται στη σύμβαση, δεν μπορεί να ξεπερνά αυτό των δεκαοκτώ χιλιάδων επτακοσίων εξήντα (18.760) ευρώ.
- στ) Ένα ή περισσότερα πιστοποιητικά επαγγελματικών
γνώσεων που κατά περίπτωση προβλέπονται από την απόφαση της εποπτικής αρχής που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 20.
- ζ) Υπεύθυνη δήλωση του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή με τις εξής πληροφορίες:
- αα) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε
πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή, και τα ποσοστά των εν λόγω συμμετοχών τους,
- ββ) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς
δεσμούς με τον διαμεσολαβητή,
- γγ) πληροφορίες ότι οι εν λόγω συμμετοχές ή οι στενοί
δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.
Επιπλέον των ανωτέρω, ο αιτών, προκειμένου να εγγραφεί στο ειδικό μητρώο ως συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων, προσκομίζει έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι επί τουλάχιστον τρία (3) έτη είτε ήταν εγγεγραμμένος ως φυσικό πρόσωπο στο ειδικό μητρώο σε οποιαδήποτε κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ή έχει διατελέσει μέλος της διοίκησης ή μέλος του οργάνου διοίκησης που ήταν υπεύθυνο για τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, ή ότι έχει εργαστεί σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό ως υπάλληλος που συμμετείχε άμεσα στις εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Εφόσον ο αιτών την εγγραφή έχει πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις ιδιότητες του προηγούμενου εδαφίου επί δύο (2) έτη. Εφόσον ο αιτών την εγγραφή ως συντονιστής έχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση ενός (1) τουλάχιστον έτους σε θέματα ιδιωτικής ασφάλισης, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις ιδιότητες του πρώτου εδαφίου επί ένα (1) έτος.
Τα έγγραφα των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της παραγράφου 1 και εκείνα της παραγράφου 2 αφορούν:
- α) το φυσικό πρόσωπο που εγγράφεται ως ατομική
επιχείρηση στο ειδικό μητρώο,
- β) τα φυσικά πρόσωπα τα στοιχεία των οποίων κοινοποιούνται στο αρμόδιο επιμελητήριο σύμφωνα με τις
παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 19,
- γ) τους υπαλλήλους του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή που συμμετέχουν άμεσα στη
δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.
Επιπλέον όσων ορίζονται στην παράγραφο 3, τα έγγραφα των περιπτώσεων γ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 αφορούν το αιτούμενο την εγγραφή φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τα έγγραφα της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 αφορούν το αιτούμενο την εγγραφή νομικό πρόσωπο.
Με απόφαση της εποπτικής αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζεται η μορφή, ο τύπος και το περιεχόμενο της ασφάλισης επαγγελματικής αστικής ευθύνης της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1, καθώς και να αναθεωρείται το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη της ίδιας διάταξης.
Άρθρο 22
Δικαιολογητικά για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (Άρθρο 10 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο και παρ. 5 και άρθρο 3 παρ. 6 της Οδηγίας)
Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση προσκομίζει στο αρμόδιο επιμελητήριο τα εξής έγγραφα:
- α) απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής,
- β) πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης,
το οποίο αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο (2) έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης,
- γ) πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει πτωχεύσει
ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί,
- δ) πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί
σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση,
- ε) βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι
της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγ
- ζ) υπεύθυνη δήλωση του διαμεσολαβητή με τις εξής
πληροφορίες:
- αα) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε
πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στο διαμεσολαβητή και τα ποσοστά της συμμετοχής αυτής,
- ββ) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς
δεσμούς με το διαμεσολαβητή,
- γγ) διαβεβαίωση ότι οι συμμετοχές αυτές ή οι στενοί
δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.
Τα έγγραφα των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της παραγράφου 1 αφορούν:
- α) το φυσικό πρόσωπο που εγγράφεται ως ατομική
επιχείρηση,
- β) το φυσικό πρόσωπο που ασκεί τη διοίκηση του νομικού προσώπου ή, σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης,
τα φυσικά πρόσωπα που είναι μέλη της διοίκησης και είναι υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής του αιτούμενου την εγγραφή νομικού προσώπου,
- γ) τους υπαλλήλους του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή
που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων.
Επιπλέον όσων ορίζονται στην παράγραφο 2, τα έγγραφα των περιπτώσεων γ΄, ε΄ και ζ΄ της περιπτώσεων α΄. β΄, γ΄, δ΄ και στ΄ της παραγράφου 1 αφορούν το αιτούμενο την εγγραφή φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τα έγγραφα της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 το αιτούμενο την εγγραφή νομικό πρόσωπο.
Άρθρο 23
Διατήρηση εγγραφής στο ειδικό μητρώο και διαγραφή (Άρθρο 3 παρ. 4 εδάφιο όγδοο, άρθρο 10 παρ. 2, 3, 4 και 5 της Οδηγίας)
Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση για τη διατήρηση της εγγραφής τους στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 παράγραφος 1 του παρόντος υποβάλλουν στο αρμόδιο επιμελητήριο, μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε τρίτου έτους με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου της εγγραφής τους, τα έγγραφα των άρθρων 21 και 22, εκτός από αυτά των περιπτώσεων α΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 και των περιπτώσεων α΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22, με τις εξής παρεκκλίσεις:
- α) τα έγγραφα της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1
του άρθρου 21 και της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 22 υποβάλλονται μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε έτους,
- β) η υπεύθυνη δήλωση της περίπτωσης ζ΄ του άρθρου
21 και της περίπτωσης ζ΄ του άρθρου 22, προσκομίζεται όποτε επέλθει μεταβολή στα σχετικά στοιχεία. Επιπλέον των ανωτέρω, οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση υποβάλλουν στο αρμόδιο επιμελητήριο, στην ίδια προθεσμία, βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., ότι δεν έχουν δηλώσει διακοπή της δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. Τα πιστοποιητικά που κατά περίπτωση προβλέπονται από την απόφαση της εποπτικής αρχής, που έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 4 του άρθρου 20, προσκομίζονται εντός του πρώτου τριμήνου του έτους που έπεται εκείνου της διενέργειας των σχετικών σεμιναρίων, ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της εγγραφής στο ειδικό μητρώο.
Επιπλέον όσων ορίζονται στην παράγραφο 1, ο μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων υποβάλλει στο αρμόδιο επιμελητήριο, μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε τρίτου έτους, με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου της εγγραφής του, την κατανομή των δραστηριοτήτων του ανά ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τα τρία (3) προηγούμενα έτη.
Αν ο ενδιαφερόμενος ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 και 2, καθώς και αν το αρμόδιο επιμελητήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 21 και 22, το επιμελητήριο διαγράφει, αμελλητί, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο από το ειδικό μητρώο και κοινοποιεί αντίγραφο της απόφασης διαγραφής στην εποπτική αρχή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη έκδοσή της. Η εποπτική αρχή ενημερώνει για τη διαγραφή αυτή το κράτος - μέλος υποδοχής του διαμεσολαβητή.
Άρθρο 24
Επαγγελματικές και οργανωτικές υποχρεώσεις των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων (Άρθρο 10 παρ. 8 της Οδηγίας)
Με ευθύνη του διοικητικού τους συμβουλίου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκρίνουν, εφαρμόζουν και αναθεωρούν, τακτικά και τουλάχιστον ετησίως τις εσωτερικές πολιτικές τους και τις κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες τους και διαθέτουν εσωτερική λειτουργία για την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής των εγκεκριμένων πολιτικών και διαδικασιών της διανομής, ώστε να διασφαλίζουν ότι τα μέλη της διοίκησης που είναι υπεύθυνα για τη διανομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και οι υπάλληλοί τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων:
- α) διαθέτουν απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής,
- β) δεν έχουν καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια,
νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης,
- γ) δεν έχουν πτωχεύσει ή, αν είχαν πτωχεύσει, ότι έχουν
αποκατασταθεί,
- δ) δεν έχουν υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική
δικαστική συμπαράσταση,
- ε) κατέχουν τα πιστοποιητικά που κατά περίπτωση
προβλέπονται από την απόφαση της εποπτικής αρχής, που έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 20. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορεί, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους να ζητούν από τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα να τους υποβάλλουν πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης.
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θεσπίζουν, διατηρούν και τηρούν επικαιροποιημένα αρχεία με όλα τα έγγραφα για τη συμμόρφωσή τους με το παρόν άρθρο και γνωστοποιούν στην εποπτική αρχή κάθε σχετικό δικαιολογητικό, αμέσως μόλις ζητηθεί.
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στην εποπτική αρχή το ονοματεπώνυμο των μελών της διοίκησής τους σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4364/2016, τα οποία είναι υπεύθυνα για τη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και του υπεύθυνου τήρησης των οριζόμενων στις παραγράφους 1 και
Κάθε αλλαγή αυτών γνωστοποιείται στην εποπτική αρχή μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από τότε που ελήφθη η σχετική απόφαση.
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκρίνουν, εφαρμόζουν και αναθεωρούν τακτικά τις εσωτερικές πολιτικές τους και τις κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες τους και διαθέτουν εσωτερική λειτουργία για να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 20. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες κατ’ ελάχιστον προβλέπουν μέσα κατάρτισης και επαγγελματικής εξέλιξης των μελών διοίκησης των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών δευτερεύουσας δραστηριότητας, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα της διανομής, τα οποία αντιστοιχούν στις απαιτήσεις γνώσεων και ικανοτήτων του Παραρτήματος XIIΙ που είναι συναφείς με τα ασφαλιστικά προϊόντα που προωθούν τα πρόσωπα αυτά, και δίδουν, αμέσως μόλις τους ζητηθεί, τις σχετικές πληροφορίες στην εποπτική αρχή.
Άρθρο 25
Λοιπές υποχρεώσεις (Άρθρο 10 παρ. 6 της Οδηγίας)
Ο πελάτης, καταβάλλοντας το ασφάλιστρο στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και αν ακόμη ο διαμεσολαβητής δεν αποδώσει το ασφάλιστρο στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εκτός αν ο πελάτης, ενεργώντας με δόλο, καταβάλει το ασφάλιστρο σε διαμεσολαβητή ο οποίος δεν έχει εντολή από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να εισπράττει ασφάλιστρα για λογαριασμό της. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος της απόδειξης του δόλου του πελάτη φέρει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
Η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία καταβάλλει στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση χρηματικά ποσά που προορίζονται για τον πελάτη, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της έναντι του πελάτη, παρά μόνον αν ο πελάτης εισπράξει πράγματι τα χρηματικά ποσά.
Άρθρο 26
Περιορισμός συνεργασίας με πρόσωπα εγγεγραμμένα στο μητρώο (Άρθρο 16 της Οδηγίας) Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων συνεργάζονται για την παροχή των υπηρεσιών διανομής αποκλειστικά με πρόσωπα εγγεγραμμένα στο ειδικό μητρώο του άρθρου 19 του παρόντος ή στα μητρώα του άρθρου 3 της Οδηγίας 2016/1997.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Άρθρο 27
Γενικές αρχές (Άρθρο 17 της Οδηγίας)
Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων κατά την άσκηση δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, ενεργούν πάντοτε με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο, με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)