Νόμοι — ΦΕΚ A' 214/2020
- δ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του
ν. 2915/2001 (Α΄ 109), όπου ισχύει.
Οι εισφορές αυτές είναι πάγια ποσά για κάθε διαδικαστική πράξη ή παράσταση δικηγόρου, όπως καθορίζονται στο Παράρτημα III. Τα ποσά αυτά αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που θα ζητηθεί αυτή με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τα ποσά αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται ιδίως σε περίπτωση αύξησης των αμοιβών του Παραρτήματος Ι ή όταν έχει προηγηθεί σχετική αναλογιστική μελέτη για τη βιωσιμότητα των φορέων υπέρ των οποίων γίνονται οι εισφορές. Με την ίδια διαδικασία μπορούν να προβλέπονται νέες εισφορές υπέρ ταμείων ή λογαριασμών αλληλοβοήθειας και ενίσχυσης δικηγόρων, καθώς και το ύψος των αντίστοιχων ποσών ανά δικαστική ή εξώδικη ενέργεια. Πλέον των πάγιων ποσών των εισφορών, τα γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων, τα οποία εκδίδονται από τους Δικηγορικούς Συλλόγους που συμμετέχουν στο Πληροφοριακό Σύστημα «Αλληλεπιδραστικές Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες Προδικασίας - On line Εξυπηρέτηση Δικηγόρων, Δικαστών και Πολιτών» (portal olomeleia. gr), επιβαρύνονται με πάγιο ποσό ύψους 0,40 ευρώ ανά γραμμάτιο για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών του πληροφοριακού αυτού συστήματος, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων συντήρησής του. Το ποσό αυτό, που αποτελεί το ανώτατο ύψος επιβάρυνσης, μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος. Με την ίδια απόφαση μπορεί να καθορίζονται κατηγορίες διαφορών και διαδικασιών, για τις οποίες το ανωτέρω ποσό μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με το προβλεπόμενο ύψος της αξίας του γραμματίου προκαταβολής, καθώς και να καθορίζεται και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετική με τη διαχείριση, τη διάθεση και την αξιοποίηση του πόρου αυτού.
Από την υποχρέωση της προκαταβολής, που ορίζεται και υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1, απαλλάσσονται οι δικηγόροι όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, καθώς και όταν εκπροσωπούν:
- α) διαδίκους που αναγνωρίζονται ότι δικαιούνται
του ευεργετήματος πενίας, σύμφωνα με τα άρθρα 194 έως 204 του Κ.Πολ.Δ., ή δικαιούχους νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 (Α΄24),
- β) διαδίκους που εμπίπτουν στην παρ. 2 του άρθρου 82
και στην περ. θ΄ της παρ. 1 του άρθρου 95 του Κώδικα,
- γ) το Δημόσιο,
- δ) τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και τα λοιπά νομικά
πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με σύμβαση πάγιας αντιμισθίας. Η συνδρομή των περ. β΄, γ΄ και δ΄ αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου. Σε κάθε άλλη περίπτωση που ο δικηγόρος συνδέεται με τον εντολέα του με σύμβαση πάγιας αντιμισθίας, η οποία έχει γνωστοποιηθεί στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, η υποχρέωση προκαταβολής της παρ. 1 βαρύνει τον διάδικο, για την καταβολή όμως του ποσού ευθύνεται εις ολόκληρον και ο δικηγόρος.
α) Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτησή τους ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παρ. 1, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. Στην τακτική διαδικασία, κατά τη διάταξη του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο δικηγόρος οφείλει να καταθέτει ενιαίο γραμμάτιο για τις προτάσεις και την παράσταση. Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων θεωρείται τυπική παράλειψη η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από τo δικαστήριο.
- β) Για την παράσταση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κάθε βαθμού, των ανακριτών ή ανακριτικών υπαλλήλων ή δικαστικών συμβουλίων, ο δικηγόρος οφείλει
να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η παράστασή του δεν γίνεται δεκτή. Στην περίπτωση της παρούσας, ο δικηγόρος καταθέτει ένα γραμμάτιο ανεξαρτήτως του αριθμού των εντολέων που εκπροσωπεί. Ειδικώς, επί ποινικών ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, η παράλειψη προσκόμισης γραμματίου, επισύρει μόνον τις κυρώσεις της παρ. 5.
- γ) Στην περίπτωση παράστασης δικηγόρου κατά τη
διαδικασία λήψης ενόρκων βεβαιώσεων, ο δικηγόρος εκδίδει ένα γραμμάτιο, ανεξαρτήτως του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται στο πλαίσιο του ιδίου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου.
- δ) Δεν υπάρχει υποχρέωση της προκαταβολής της
παρ. 1 σε περίπτωση:
- δα) παραίτησης από το δικόγραφο, και
- δβ) αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης.
Καταβληθείσα προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που κατέβαλε, άλλως ισχύει για τη νέα συζήτηση. τιμωρείται με πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, σε περίπτωση δε υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από δεκαπέντε (15) ημέρες μέχρι έξι (6) μήνες. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, τα παραπάνω όρια του ύψους του προστίμου μπορούν να αναπροσαρμόζονται. Το ποσό προστίμου και κάθε ποσό που έπρεπε να έχει προκαταβληθεί καταβάλλονται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Οι προϊστάμενοι των γραμματειών όλων των δικαστηρίων υποχρεούνται, επί ποινή πειθαρχικού ελέγχου, να αποστέλλουν στο τέλος κάθε μήνα στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους ονομαστικές καταστάσεις των δικηγόρων που παρέστησαν, χωρίς να προσκομίσουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του παρόντος γραμμάτιο προκαταβολής, μνημονεύοντας ταυτόχρονα τα στοιχεία του διαδίκου για τον οποίο παρέστησαν, τη δικονομική του θέση, την ημερομηνία δικασίμου, το δικαστήριο και το είδος της διαδικασίας.».
Άρθρο 13
Παράσταση δικηγόρου σε συμβόλαιο Τροποποίηση του άρθρου 74 του ν. 4194/2013 Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 74 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθί σταται και το άρθρο 74 διαμορφώνεται ως εξή ς: «Άρθρο 74 Αμοιβή στις δικαιοπραξίες
Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (συμβόλαια) η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα II του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Τα ποσοστά και οι αξίες του Παραρτήματος II, με βάση τα οποία υπολογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος. Η πιο πάνω απόφαση μπορεί να εκδίδεται και χωρίς τη γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που αυτή θα ζητηθεί με έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Για δικαιοπραξία το αντικείμενο της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της. Για δικαιοπραξία με περισσότερα αντικείμενα λαμβάνεται υπόψη η αξία των περισσοτέρων αντικειμένων.
Στην περίπτωση παράστασης δικηγόρου σε συμβόλαιο, γίνεται ειδική μνεία στο συμβόλαιο. Ο οικείος δικηγορικός σύλλογος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη για κάθε παράσταση δικηγόρου σε συμβόλαιο ενώπιον συμβολαιογράφου, ένα από τα αντίτυπα της οποίας προσαρτάται από τον συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο.».
Άρθρο 14
Αρμοδιότητες Γενικής Συνέλευσης Τροποποίηση του άρθρου 92 του ν. 4194/2013 Η παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθί σταται και το άρθρο 92 διαμορφώνεται ως εξή ς: «Άρθρο 92 Αρμοδιότητες Γενικής Συνέλευσης
Στις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης υπάγονται:
- α) Η εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου
και ο έλεγχος των πεπραγμένων του.
- β) Η ψήφιση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων και
εξόδων, ο έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών και της περιουσίας του Συλλόγου, καθώς και η έγκριση του απολογισμού και της ετήσιας εισφοράς των δικηγόρων, όπως αυτή έχει καθορισθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο.
- γ) Η καθιέρωση ειδικών εισφορών και ο καθορισμός
του σκοπού για τον οποίο θα διατεθούν. Για τη λήψη αυτής της απόφασης, απαιτείται απαρτία του ενός τρίτου τουλάχιστον του όλου αριθμού των μελών του Συλλόγου και απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.
- δ) Η κατάρτιση κανονισμού λειτουργίας της.
Ειδικά για τους Δικηγορικού ς Συλλό γους Αθηνώ ν, Θεσσαλονί κης και Πειραιά , οι αρμοδιό τητες των περ. β΄ και γ΄ της παρ. 1 ανατί θενται στο Διοικητικό Συμβού λιο, εφό σον το τελευταί ο αποφασί σει σχετικά , με πλειοψηφί α τριών πέμπτων του ό λου αριθμού των μελώ ν του Διοικητικού Συμβουλί ου.».
Άρθρο 15
Σύγκληση Γενικής Συνέλευσης - Τροποποίηση του άρθρου 98 του ν. 4194/2013 Στο άρθρο 98 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 98 διαμορφώνεται ως εξής: «ΤΜΗΜΑ Β΄ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ
Άρθρο 98
Σύγκληση Γενικής Συνέλευσης
Η Γενική Συνέλευση των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου συγκαλείται σε τακτική μεν συνεδρίαση όποτε προβλέπεται στον Κώδικα, σε έκτακτη δε: α) όταν το κρίνει αναγκαίο το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου ή
- β) όταν το ζητήσουν γραπτώς το 1/10 των μελών του
Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ή το 1/5 των μελών των λοιπών Δικηγορικών Συλλόγων. Στην τελευταία περίπτωση με την ίδια γραπτή αίτηση πρέπει να ορίζονται απαραιτήτως τα θέματα, για τα οποία ζητείται η σύγκληση από την υποβολή της σχετικής αίτησης να συγκαλέσει τη συνέλευση για συζήτηση των θεμάτων που προτάθηκαν και αυτών που ενδεχομένως το ίδιο θα προτείνει.
Τα μέλη του Συλλόγου καλούνται να συμμετάσχουν στη Γενική Συνέλευση με γενική πρόσκληση, που δημοσιεύεται σε 2 τουλάχιστον τοπικές εφημερίδες, προκειμένου περί των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, ενώ για τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους η πρόσκληση τοιχοκολλάται στα γραφεία του Συλλόγου, καθώς και σε προβεβλημένες θέσεις των δικαστηρίων πέντε (5) ημέρες πριν από τη σύγκληση. Σε περίπτωση που δεν εκδίδονται τοπικές εφημερίδες η σύγκληση είναι έγκυρη, εφόσον η πρόσκληση γνωστοποιηθεί στα μέλη τους. Στην πρόσκληση, η οποία υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα του Συλλόγου, πρέπει να αναγράφονται ο χρόνος, ο τόπος και τα θέματα της ημερησίας διάταξης, καθώς και αν πρόκειται για πρώτη ή επαναληπτική συνέλευση.
Τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη σύγκληση της συνέλευσης, ο Πρόεδρος του Συλλόγου καλεί το Διοικητικό Συμβούλιο σε συνεδρίαση, προκειμένου να συζητηθούν τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και να διαμορφωθεί η εισήγηση του Συμβουλίου προς τη συνέλευση.
Τα θέματα της ημερησίας διάταξης της Γενικής Συνέλευσης ορίζονται:
- α) Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
- β) Με την αίτηση των μελών, αν αυτά ζητήσουν τη
σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης.
Σε δικηγορικό σύλλογο, στην περιφέ ρεια του οποίου ανή κουν περισσό τερα του ενό ς νησιά , η Γενική Συνέ λευση πραγματοποιεί ται στην έ δρα του ή ό που ορισθεί από το Διοικητικό του Συμβού λιο. Τα μέ λη του Συλλό γου, που εδρεύ ουν σε διαφορετικό τό πο από τον τό πο διεξαγωγή ς της Συνέ λευσης, έ χουν δικαί ωμα συμμετοχή ς σ΄ αυτή ν από την έ δρα τους και μέ σω τηλεδιά σκεψης. Τα ως άνω ισχύουν και για τις Γενικέ ς Συνελεύ σεις των Λογαριασμών Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ).».
Άρθρο 16
Απαρτία Γενικής Συνέλευσης Τροποποίηση του άρθρου 99 του ν. 4194/2013 Στο τέλος των παρ. 1 και 2 του άρθρου 99 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) προστίθενται εδάφια, το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 αντικαθίσταται και το άρθρο 99 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 99 Απαρτία Γενικής Συνέλευσης
Οι δικηγόροι που προσέρχονται στον χώρο της συνέλευσης υπογράφουν σε ειδικούς καταλόγους, οι οποίοι τηρούνται από υπαλλήλους του Συλλόγου για τη διαπίστωση της απαρτίας. Σε κάθε δικηγόρο, που εγγράφεται στους καταλόγους, παραδίδεται ένα λευκό χαρτί με τη σφραγίδα του Συλλόγου, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός του μητρώου του. Η συμμετοχή των μελώ ν στη Γενική Συνέ λευση μέ σω τηλεδιά σκεψης, σημειώ νεται στον κατά λογο μελώ ν από τον τηρού ντα τα πρακτικά Γενικό Γραμματέ α του Συλλό γου.
Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία, για τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών δύο χιλιάδων (2.000) μελών, για τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης χιλίων τετρακοσίων (1.400) μελών και για καθέναν από τους λοιπούς Δικηγορικούς Συλλόγους το ένα τέταρτο (1/4) των εγγεγραμμένων στο μητρώο μελών του. Η διαπίστωση της ύπαρξης ή μη απαρτίας γίνεται από τον Πρόεδρο, όταν συμπληρωθεί μισή ώρα από εκείνη που είχε οριστεί για την έναρξη της συνέλευσης. Στην απαρτί α της Γενική ς Συνέ λευσης συνυπολογί ζονται και οι μετέ χοντες μέ σω τηλεδιά σκεψης.
Εάν δεν διαπιστωθεί η ύπαρξη απαρτίας, καλείται νέα επαναληπτική συνέλευση εντός οκτώ (8) ημερών, η σύγκληση της οποίας γίνεται όπως και στην πρώτη, αλλά με σύντμηση των προθεσμιών δημοσίευσης στο ήμισυ. Σε κάθε περίπτωση, στην πρόσκληση για τη νέα Γενική Συνέλευση πρέπει να αναγράφονται τα στοιχεία της πρώτης πρόσκλησης, με την προσθήκη ότι πρόκειται για επαναληπτική.
Για την ύ παρξη απαρτί ας στην επαναληπτική συνέ λευση αρκεί η παρουσί α, αυτοπρό σωπη ή μέ σω τηλεδιά σκεψης, του ημίσεος των μελώ ν που αναφέ ρονται στην παρ. 2. Εάν διαπιστωθεί και πάλι η μη ύπαρξη της απαιτούμενης απαρτίας, δεν συγκαλείται τρίτη κατά σειρά συνέλευση και η τρέχουσα ματαιώνεται. Για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνέλευσης που ματαιώνεται αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο.
Η έλλειψη απαρτίας διαπιστώνεται με ευθύνη του Πρόεδρου ή με την υποβολή σχετικής αιτήσεως από μέλος της συνέλευσης και ελέγχεται ανά πάσα στιγμή. Ένσταση έλλειψης απαρτίας μπορεί να προβληθεί, εφόσον υποβληθεί από το 1/10 τουλάχιστον των μελών, τα οποία κάθε φορά απαιτούνται για το σχηματισμό της απαρτίας, μόνο όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφαση του να καλέσει να παρασταθούν στη συνέλευση και άλλα πρόσωπα, τα οποία κάθονται σε διακριτή θέση στο χώρο διεξαγωγής της. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα χαιρετισμού, εφόσον αυτό επιτρέψει ο Πρόεδρος της Συνέλευσης.».
Άρθρο 17
Διεξαγωγή Γενικής Συνέλευσης Τροποποίηση του άρθρου 100 του ν. 4194/2013 Μετά το δεύ τερο εδά φιο της παρ. 2 του άρθρου 100 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) προστίθεται εδάφιο και το άρθρο 100 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 100 Διεξαγωγή Γενικής Συνέλευσης
Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης είναι ο Πρόεδρος του Συλλόγου, ο οποίος αναπληρώνεται από τους νόμιμους αναπληρωτές του. Στους συλλόγους άνω των 1.000 μελών καθήκοντα Προέδρου ασκεί ο Αντιπρόε Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη της Συνέλευσης, τηρεί την τάξη, δίνει τον λόγο σε όσα μέλη επιθυμούν να ομιλήσουν, συνιστά στους ομιλητές να αναφέρονται στα θέματα της ημερήσιας διάταξης και να διατηρούν το ήρεμο κλίμα της Συνέλευσης. Ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τους κατά νόμο αναπληρωτές του. Όταν αυτός που προεδρεύει της Συνέλευσης συμμετέχει ως εισηγητής για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης αναπληρώνεται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του, όπως ανωτέρω ορίζεται. Ο Πρόεδρος της Συνέλευσης βοηθείται στο έργο του από άλλα μέλη του Συμβουλίου.
Ο κατάλογος των ομιλητών συντάσσεται με ευθύνη και επιμέλεια του Προέδρου της συνέλευσης. Το μέλος που επιθυμεί να συμμετάσχει στη συζήτηση αναγράφει το όνομά του σε χαρτί και το παραδίδει σε εντεταλμένο υπάλληλο του Συλλόγου, και ο τελευταίος στον Πρόεδρο της συνέλευσης, ο οποίος το τοποθετεί σε κληρωτίδα. Στην περί πτωση μέ λους που μετέ χει μέ σω τηλεδιά σκεψης και επιθυμεί να λά βει τον λό γο, το ό νομά του καταχωρίζεται στον κατά λογο ομιλητώ ν από τον Πρό εδρο της συνέ λευσης. Ο κατάλογος των ομιλητών της συνέλευσης καταρτίζεται κατά τη σειρά κλήρωσής τους. Θέματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη, δεν επιτρέπεται να συζητηθούν στη συνέλευση.
Ο Πρόεδρος του Συλλόγου εισηγείται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, ενημερώνει τα μέλη και διατυπώνει προτάσεις.
Κάθε μέλος του Συλλόγου δικαιούται να ομιλεί για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Ο Πρόεδρος της συνέλευσης ενημερώνει τον ομιλητή για το πέρας του χρόνου της ομιλίας του και τον καλεί να ολοκληρώσει τις σκέψεις του. Αν αυτός συνεχίζει, ο Πρόεδρος του αφαιρεί τον λόγο.
Τα μέλη της συνέλευσης δεν μπορούν να λάβουν το λόγο, αν δεν ζητήσουν την άδεια από τον Πρόεδρο και είναι υποχρεωμένα να συμπεριφέρονται με τρόπο που συνάδει στην αξιοπρέπεια του δικηγορικού λειτουργήματος.
Αν στη διάρκεια της συνέλευσης μέλη επιδείξουν ιδιαιτέρως ανάρμοστη συμπεριφορά, είτε με φραστικές διατυπώσεις είτε με άλλες πράξεις ή ενέργειές τους, καλούνται από τον Πρόεδρο της συνέλευσης να δώσουν τις αναγκαίες εξηγήσεις και να ανακαλέσουν. Εάν αρνηθούν, ανακαλούνται από τον Πρόεδρο στην τάξη.
Εάν κατά τη συζήτηση προκληθούν εντάσεις και επεισόδια, που παρεμποδίζουν την ήρεμη διεξαγωγή της συζήτησης και βλάπτουν το κύρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ο Πρόεδρος δικαιούται να διακόψει τη συνέλευση για λίγη ώρα. Αν η κατάσταση παραμένει έκρυθμη και μετά τη διακοπή, ο Πρόεδρος διακόπτει τη συνέλευση για άλλη ημέρα εντός τριών (3) ημερών από τη διακοπή. Στην περίπτωση αυτήν ανακοινώνεται ο χρόνος και ο τόπος συνέχισης των εργασιών της συνέλευσης, η σειρά δε των ομιλητών δεν αλλάζει.
Ζήτημα επί προσωπικού θεωρείται η υβριστική ή ονειδιστική γενικά εκδήλωση εναντίον μέλους της συνέλευσης, που προσβάλλει την προσωπικότητά του ή η απόδοση σε ομιλητή όλως διαφορετικής γνώμης από εκείνη που εξέφρασε. Όποιος επικαλείται προσωπικό ζήτημα σε βάρος του, ζητεί από τον Πρόεδρο την άδεια να ομιλήσει. Ο Πρόεδρος έχει την ευχέρεια να μην δώσει τον λόγο, αν κρίνει ότι δεν υπάρχει προσωπικό ζήτημα. Σε περίπτωση που το μέλος επιμένει, ο Πρόεδρος του δίνει τον λόγο μόνο για να αναπτύξει σε ένα (1) λεπτό της ώρας σε τι συνίσταται το προσωπικό ζήτημα. Η ανάπτυξη του προσωπικού ζητήματος και η παροχή διευκρινίσεων ή εξηγήσεων από εκείνον που το προκάλεσε δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) λεπτά της ώρας. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος αποφαίνεται εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση προσωπικού ζητήματος. Σε περίπτωση που κρίνει ότι υπάρχει, καλεί εκείνον που το προκάλεσε να ανακαλέσει ή να ανασκευάσει.
Αν πριν από τη λήξη του προκαθορισμένου χρόνου της Γενικής Συνέλευσης δεν έχει εξαντληθεί ο κατάλογος των ομιλητών, ο Πρόεδρος δικαιούται είτε να μειώσει τον χρόνο ομιλίας είτε ανάλογα με τις συνθήκες να επιλέξει την κλήρωση μεταξύ όσων απομένουν να ομιλήσουν.».
Άρθρο 18
Αποφάσεις - Τροποποίηση του άρθρου 102 του ν. 4194/2013 Το ά ρθρο 102 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθί σταται ως εξή ς: «Άρθρο 102 Αποφάσεις
Οι αποφά σεις της Γενικής Συνέ λευσης του Συλλό γου λαμβά νονται με πλειοψηφί α των μελώ ν που μετέ χουν στη συνέ λευση αυτοπρό σωπα η μέ σω τηλεδιά σκεψης. Σε περί πτωση ισοψηφί ας η πρό ταση θεωρεί ται ό τι απορρί φθηκε. Εά ν για οποιονδήποτε λό γο δεν επαρκεί ο χρό νος για τη λήψη από φασης, η συζήτηση συνεχί ζεται ά λλη ημέ ρα που ορί ζεται από τον Πρό εδρο, μέ σα σε τρεις (3) ημέ ρες από την επόμε νη εκεί νης που διακό πηκε η συνέ λευση. Τα πρακτικά της Γενικής Συνέ λευσης τηρού νται χωρί ς να απαιτεί ται η επικύ ρωσή τους και μπορεί να καταγρά φονται με ηλεκτρονικά μέ σα.
Η παράβαση της παρ. 1 συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.».
Άρθρο 19
Ημερομηνία και τόπος διεξαγωγής εκλογών - Τροποποίηση του άρθρου 107 του ν. 4194/2013 Στο άρθρο 107 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 107 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 107 Ημερομηνία και τόπος διεξαγωγής εκλογών
Οι εκλογές για την ανάδειξη του Προέδρου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διεξάγονται την τελευταία Κυριακή ή και Δευτέρα, στην περίπτωση της επόμενης παραγράφου, του Νοεμβρίου του έτους των εκλογών στην έδρα του Δικηγορικού Συλλόγου, εκτός αν άλλως αποφασίσει το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού. εκλογικού υλικού.
α) Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου δικηγορικού συλλόγου, στην περιφέ ρεια του οποίου ανήκουν περισσό τερα του ενό ς νησιά , μπορεί να ορίζονται περισσότεροι τό ποι ψηφοφορ ίας, και σε νησιά εκτό ς του νησιού όπου βρίσκεται η έ δρα του. Αν ληφθεί η απόφαση της παρούσας ορίζονται τόσες εφορευτικές επιτροπές, όσες οι τόποι ψηφοφορίας, ό που μπορούν να ψηφίζουν τα μέ λη του Δικηγορικού Συλλόγου που εδρεύ ουν στα νησιά αυτά .
- β) Η ψηφοφορί α στα νησιά που ορίζονται με την απόφαση της περ. α΄ διεξά γεται την προηγού μενη της καθορισμέ νης ημέ ρας εκλογώ ν. Αμέ σως μετά από το πέ ρας
της ψηφοφορί ας, ο Πρό εδρος της εφορευτικής επιτροπής ενημερώ νει, με κά θε πρό σφορο τρό πο, τον σύ λλογο για τον αριθμό και τα ονό ματα όσων ψήφισαν, ώ στε να υπά ρξει σχετική σημεί ωση στον εκλογικό κατά λογο, προς αποφυγή διπλοψηφί ας. Με ευθύ νη του, το εκλογικό υλικό και οι σφραγισμέ νοι φά κελοι ψηφοφορί ας μεταφέ ρονται το ταχύ τερο δυνατό στην έ δρα του συλλό γου, ώ στε να ανοιχθού ν μετά από το τέ λος της ψηφοφορί ας εκεί και να προσμετρηθού ν στο εκλογικό αποτέ λεσμα.».
Άρθρο 20
Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων - Τροποποίηση του άρθρου 141 του ν. 4194/2013 Οι παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 141 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίστανται και το άρθρο 141 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 141 Παραγραφή
Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται τρία (3) έτη μετά από την ημέρα που διαπράχθηκαν.
Πειθαρχικό παράπτωμα που συνιστά και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν από την παραγραφή του τελευταίου. Όσο διαρκεί η ποινική διαδικασία και μέχρι την περάτωσή της αναστέλλεται η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.
Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος αναστέλλεται με την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.
Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στη ματαίωση έγερσης πειθαρχικής δίωξης γι΄ αυτό.».
Άρθρο 21
Χρηματικό πρόστιμο ως πειθαρχική ποινή - Τροποποίηση του άρθρου 142 του ν. 4194/2013 Η περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 142 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται και το άρθρο 142 διαμορφώνεται ως εξής: «ΤΜΗΜΑ Β ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ
Άρθρο 142
Πειθαρχικές ποινές
Οι πειθαρχικές ποινές είναι:
- α) η σύσταση,
- β) η επίπληξη,
- γ) το πρόστιμο από πεντακόσια (500) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ,
- δ) η προσωρινή παύση από το δικηγορικό λειτούργημα έως δύο (2) χρόνια και
- ε) η οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα.
Η ποινή της οριστικής παύσης επιβάλλεται μόνο σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων, όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν και ο βαθμός υπαιτιότητας του διωκόμενου μαρτυρούν ότι αυτός δεν έχει συναίσθηση των βασικών υποχρεώσεών του ως δικηγόρου ή θίγουν σοβαρά το κύρος του δικηγορικού λειτουργήματος. Τέτοιες προϋποθέσεις συντρέχουν:
- α) αν ο διωκόμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα για
κακούργημα,
- β) αν καταδικάσθηκε αμετάκλητα για οποιοδήποτε
πλημμέλημα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6 του Κώδικα,
- γ) αν έχει τιμωρηθεί ήδη με ποινή προσωρινής παύσης
τουλάχιστον έξι (6) μηνών την τελευταία τριετία για άλλη, χρονικά προγενέστερη, πράξη.
Τα μέτρα της επίπληξης και του προστίμου μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά.
Η παρ. 2 του άρθρου 7 δεν εφαρμόζεται κατά την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης.».
Άρθρο 22
Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια Τροποποίηση του άρθρου 147 του ν. 4194/2013 Η παρ. 1 του άρθρου 147 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται και το άρθρο 147 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 147 Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια
Τα Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια είναι πενταμελή και συγκροτούνται ως εξής:
- α) Εντός του μηνός Μαρτίου, μετά από τη διεξαγωγή
των αρχαιρεσιών των Δικηγορικών Δυλλόγων, η συντονιστική επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, μετά από πρόταση ενός ή περισσότερων συλλόγων, αποφασίζει τον αριθμό των Πειθαρχικών Συμβουλίων στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου και τον αναγκαίο αριθμό μελών, τακτικών και αναπληρωματικών, για τη συγκρότησή τους. Στις περιπτώ σεις που το πολιτικό εφετεί ο εδρεύ ει σε νησιωτική περιφέ ρεια, στην οποί α υπά γονται περισσό τεροι του ενό ς δικηγορικοί σύ λλογοι, η σύ νταξη του καταλό γου μπορεί να γίνει με τον διπλά σιο του αναγκαί ου αριθμού των μελω ν για το Πειθαρχικό Συμβούλιο. Με πρόταση των διοικητικών συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων της έδρας κάθε πολιτικού κάθε πολιτικού εφετείου για την επόμενη θητεία. Η συντονιστική επιτροπή, μετά από πρόταση ενός ή περισσότερων Δικηγορικών Συλλόγων, μπορεί να προβλέψει περισσότερα του ενός Πειθαρχικά Συμβούλια στην έδρα συγκεκριμένων πολιτικών εφετείων.
- β) Εντός του μηνός Μαρτίου γίνεται δημόσια κλήρωση
των μελών του Πειθαρχικού Συμβούλιου στην έδρα κάθε πολιτικού εφετείου με απόφαση του Προέδρου Εφετών, παρουσία αυτού και των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της περιφέρειας του πολιτικού εφετείου. Στους Δικηγορικούς Συλλόγους νησιωτικής περιφέ ρειας η δημό σια κλήρωση των μελώ ν μπορεί να γίνει παρουσί α του οικεί ου Προέ δρου Εφετώ ν, του Προέ δρου του Δικηγορικού Συλλό γου της έ δρας του Εφετεί ου και των Προέ δρων των Δικηγορικών Συλλο γων, οι οποίοι υπάγονται στο πολιτικό Εφετεί ο και μπορούν να συμμετέ χουν σ΄ αυτήν, η των νό μιμων αναπληρωτώ ν τους.
- γ) Οι δικηγόροι συμμετέχουν στην κλήρωση μετά από
έγγραφη δήλωσή τους για τη διαδικασία αυτήν. Η διενέ ργεια της κλήρωσης χωρί ς την προηγού μενη υποβολή έ γγραφης δήλωσης δικηγό ρου για τη συμμετοχή του σε αυτήν , δεν επιφέ ρει καμία ακυρό τητα και οι κληρωθέ ντες δικηγό ροι μπορούν να αποδέχονται τη θέ ση ή να παραιτούνται με σχετική δήλωσή τους στο οικεί ο Διοικητικό Συμβού λιο.
- δ) Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη εκλέγονται
κατά Πειθαρχικό Τμήμα και κατατάσσονται κατά σειρά κλήρωσης. Συμπληρωματική κλήρωση για την πλήρωση κενών θέσεων ενός ή περισσότερων Πειθαρχικών Συμβουλίων δεν αποκλείεται να διενεργηθεί, οποτεδήποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο από τον Πρόεδρο κάθε Δικηγορικού Συλλόγου.
- ε) Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει το σαράντα τοις
εκατό (40%) των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του Πειθαρχικού Συμβούλιου και το υπόλοιπο εξήντα τοις εκατό (60%) των τακτικών και αναπληρωματικών μελών εκλέγεται με την πιο πάνω διαδικασία.
- στ) Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του
να διορίζει τακτικά και αναπληρωματικά μέλη, εφόσον έχει εξαντληθεί ο κατάλογος που καταρτίζεται σύμφωνα με την παρ. 1.
Υποψήφια μέλη των Πειθαρχικών Συμβουλίων μπορούν να είναι:
- α) Δικηγόρος, που έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δεκαπενταετή δικηγορία.
- β) Επίτιμος δικηγόρος, που έχει διακριθεί εξαιρετικά
κατά τη διάρκεια της ενεργούς δικηγορίας τόσο για τις επιστημονικές του ικανότητες όσο και για την επαγγελματική του συμπεριφορά.
Δεν μπορούν να είναι μέλη των Πειθαρχικών Συμβουλίων όποιος τελεί σε αναστολή, όποιος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου και όποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα σε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, πλην της σύστασης και της επίπληξης.
Καθήκοντα Προέδρου κάθε Πειθαρχικού Συμβούλιου ασκεί το μέλος με τα περισσότερα χρόνια δικηγορίας.
Η Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων συντάσσει Κανονισμό Λειτουργίας των Πειθαρχικών Συμβουλίων, ο οποίος εγκρίνεται από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και δημοσιεύεται στο Νομικό Βήμα. Στον Κανονισμό λειτουργίας μπορεί να προβλεφθεί η δημιουργία περισσότερων πειθαρχικών τμημάτων στην έδρα κάθε πολιτικού Εφετείου.
Δικηγόροι που διορίσθηκαν μέλη Πειθαρχικού Συμβούλιου απέχουν υποχρεωτικά των καθηκόντων τους για όσο χρόνο υπάρχει εκκρεμής σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη.».
Άρθρο 23
Διαδικασία άσκησης πειθαρχικής δίωξης Τροποποίηση του άρθρου 152 του ν. 4194/2013 Η παρ. 7 του άρθρου 152 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται και το άρθρο 152 διαμορφώνεται ως εξή ς: «ΤΜΗΜΑ Δ΄ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Άρθρο 152
Προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση
Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ευθύς ως λάβει αναφορά με την οποία καταγγέλλονται πειθαρχικά επιλήψιμες πράξεις δικηγόρου ή λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση από ανακοίνωση δικαστικής ή εν γένει δημόσιας αρχής σχετικά με την τέλεση τέτοιων πράξεων, παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης, αναθέτοντάς την σε μέλος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, ευθύς ως λάβει ιδία γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, πειθαρχικά επιλήψιμων πράξεων δικηγόρου ή δικηγορικής εταιρείας, μπορεί να παραγγείλει ανέξοδα τη διενέργεια προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης, αναθέτοντάς την σε μέλος του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση περισσότερων πειθαρχικών τμημάτων του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στην παραγγελία προβαίνει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους των πειθαρχικών τμημάτων. Με τις παραγγελίες αυτές ο Δικηγορικός Σύλλογος καθίσταται διάδικος σε όλες τις δίκες που ανακύπτουν επί των πειθαρχικών αποφάσεων.
Η προκαταρτική εξέταση είναι συνοπτική και κατά το δυνατόν σύντομη και σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται να διαρκέσει πέραν των τριάντα (30) ημερών. Περατώνεται είτε με γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται είτε με πράξη με την οποία τίθεται η υπόθεση στο αρχείο.
Το μέλος του Πειθαρχικού Συμβούλιου που διενεργεί την προκαταρτική εξέταση μπορεί να εξετάζει μάρτυρες και να αναζητά κάθε άλλο πρόσφορο νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Κατά τη διεξαγωγή της προκαταρτικής εξέτασης φροντίζει έτσι ώστε να μην προσβάλλεται δυσανάλογα η τιμή και η υπόληψη του δικηγόρου, του οποίου η συμπεριφορά ερευνάται.
Σε περίπτωση που η αναφορά δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία ή ανεπίδεκτη οποιασδήποτε εκτίμησης, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου την αρχειοθετεί με συνοπτική αιτιολογία και ανακοινώνει στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου την πράξη αρχειοθέτησης.
Δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για πράξεις, για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα ή πλημμέλημα.
α) Ο αρμόδιος Εισαγγελέας, σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος δικηγόρου, οφείλει να γνωστοποιεί σε περίληψη την ποινική δίωξη στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.
- β) Οι γραμματείς των δικαστηρίων ή των δικαστικών
συμβουλίων οφείλουν να διαβιβάζουν στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και τις πρωτόδικες, τελεσίδικες και αμετάκλητες καταδικαστικές ή απαλλακτικές αποφάσεις που αφορούν σε δικηγόρο.».
Άρθρο 24
Διαδικασία ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων Τροποποίηση του άρθρου 154 του ν. 4194/2013 Οι παρ. 1, 5 και 7 του άρθρου 154 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίστανται και το άρθρο 154 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 154 Διαδικασία ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων
Ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβούλιου ή του τμήματος του Πειθαρχικού Συμβούλιου που έχει τελικά χρεωθεί την υπόθεση ορίζει εισηγητή της υπόθεσης, στον οποίο ανατίθεται η διεξαγωγή πειθαρχικής ανάκρισης, η οποία είναι μυστική.
Ο εισηγητής έχει όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες κάθε γενικού προανακριτικού υπαλλήλου. Εξετάζει τους μάρτυρες, συλλέγει το λοιπό αποδεικτικό υλικό, συντάσσει το κατηγορητήριο και καλεί τον πειθαρχικά διωκόμενο να λάβει γνώση του κατηγορητηρίου και της δικογραφίας και να απολογηθεί προφορικά ή γραπτά μέσα σε εύλογο χρόνο. Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υποβάλει γραπτό απολογητικό υπόμνημα ο εισηγητής δύναται να διατυπώσει οποιανδήποτε κατά την κρίση του διευκρινιστική ή άλλη ερώτηση.
Σε περίπτωση έκδοσης από τον εισηγητή εντάλματος βιαίας προσαγωγής κατά των μαρτύρων που απειθούν, το ένταλμα διαβιβάζεται απευθείας στον αρμόδιο εισαγγελέα και κατά μαρτύρων στρατιωτικών στον αρμόδιο Υπουργό, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να το εκτελέσουν. Ο εισηγητής έχει το δικαίωμα να ενεργήσει εκτός έδρας της περιφέρειας του Εφετείου πράξεις, ανακοινώνοντας υποχρεωτικά στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβούλιου, του οποίου είναι μέλος, την προγραμματισμένη προς διενέργεια πράξη είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες πριν από τη διεξαγωγή της.
Αν ο εισηγητής μετά τη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που να στηρίζουν πειθαρχική κατηγορία, παραδίδει το φάκελο στον πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβούλιου με την πρόταση να μην γίνει κατηγορία και να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. Ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει, αν θα γίνει ή όχι η κατηγορία ή αν πρέπει να γίνει συμπληρωματική ανάκριση από τον εισηγητή. Αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεχθεί ότι πρέπει να γίνει κατηγορία, συντάσσεται από τον εισηγητή κατηγορητήριο και εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους.
Μετά από την ολοκλήρωση του έργου του εισηγητή, ο πλήρης φάκελος, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης της πειθαρχικής ανάκρισης, διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβούλιου για τον ορισμό της δικασίμου, μαζί με τον κατάλογο των μαρτύρων που πρέπει να κληθούν και το αποδεικτικό επίδοσης της πράξης της παρούσας στον πειθαρχικά διωκόμενο δικηγόρο.
Ο εισηγητής της υπόθεσης μπορεί να συμμετάσχει στη συνεδρίαση του Συμβουλίου.
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας μπορούν να παραστούν ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου που άσκησε την πειθαρχική δίωξη ή το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που τον αναπληρώνει ή τον αντικαθιστά. Ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου που άσκησε την ποινική δίωξη ή ο αντικαταστάτης του έχει το δικαίωμα να ζητήσει και να λάβει τον λόγο από τον πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβούλιου για να αναπτύξει την υπόθεση για την οποία άσκησε πειθαρχική δίωξη. Η μη παράσταση του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου ή του αναπληρωτή του δεν αποτελεί λόγο αναβολής, ούτε καθιστά άκυρη τη σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβούλιου. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεν παρίσταται όποιος υπέβαλε αναφορά κατά δικηγόρου.
Ο διωκόμενος δικηγόρος μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή και με δικηγόρο. Ασκεί το δικαίωμα υπεράσπισής του, καλώντας και με δική του ευθύνη, χωρίς υποχρεωτική προδικασία, μάρτυρες για να καταθέσουν υπέρ του ή για την υπόθεσή του.
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μέσα σε έξι (6) το αργότερο μήνες από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση. Ο χρόνος αυτός παρατείνεται αναλόγως, εάν έχει διαταχθεί η αναστολή της πειθαρχικής δίωξης. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που έγινε δεκτή αίτηση εξαίρεσης και εξαιτίας της ανέφικτης συγκρότησης του Πειθαρχικού Συμβούλιου με νέα σύνθεση, παραπέμπεται η υπόθεση σε άλλο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
Αν το πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά και αξιόποινη πράξη, η αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, καθώς και το απαλλακτικό βούλευμα δεν εμποδίζουν το Πειθαρχικό Συμβούλιο να εκδικάσει την υπόθεση στην ουσία της και να εκδώσει απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη του τη σχετική ποινική δικογραφία, την οποία οφείλει να αποστείλει σε αντίγραφα ο αρμόδιος εισαγγελέας, ύστερα από σχετική αίτηση του εισηγητή της υπόθεσης.». του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας Τροποποίηση του άρθρου 157 του ν. 4194/2013 Η παρ. 5 του άρθρου 157 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται και το άρθρο 157 διαμορφώνεται ως «Άρθρο 157 Έφεση
Ο δικηγόρος στον οποίο επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, πλην της σύστασης ή της επίπληξης, έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση της απόφασης. Η έφεση ασκείται με κατάθεσή της στη γραμματεία του Πειθαρχικού Συμβούλιου, που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. Για την άσκηση της έφεσης συντάσσεται έκθεση. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της δεν έχουν ανασταλτική δύναμη, εκτός εάν στην απόφαση ορίζεται διαφορετικά.
Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση της έφεσης, με επιμέλεια και ευθύνη του προέδρου του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβούλιου που εξέδωσε την απόφαση, ο φάκελος παραδίδεται στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.
Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζει ημέρα για την εκδίκαση της έφεσης και καλεί με κλήση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, στον εκκαλούντα δικηγόρο δέκα (10) ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης. Ο εγκαλούμενος μπορεί αυτοπρόσωπα ή με πληρεξούσιο δικηγόρο να αναπτύξει έγγραφα ή προφορικά τις απόψεις του.
Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να διατάξει τη συμπλήρωση της ανάκρισης, οφείλει όμως να εκδώσει την απόφασή του σε προθεσμία το πολύ δύο (2) μηνών από την ημέρα της κατάθεσης της έφεσης.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 158, η απόφαση του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι οριστική. Η απόφαση διαβιβάζεται μαζί με τη δικογραφία αμελλητί στον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου, ο οποίος κοινοποιεί αντίγραφο της απόφασης στον δικηγόρο που τιμωρήθηκε. Η απόφαση του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου υπόκειται σε αίτηση ακύρωσης και σε αίτηση αναστολής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.».
Άρθρο 26
Πίνακας Αμοιβών Δικηγόρων για Πολιτικές Υποθέσεις - Τροποποίηση Παραρτημάτων I και II του ν. 4194/2013
Στο Τμήμα Β΄ με τίτλο «Πολιτικές Υποθέσεις» του Παραρτήματος Ι του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
- α) Ο αριθμός 3 διαγράφεται και ο αριθμός 2 της περ. Γ΄
με τίτλο «Τακτική Διαδικασία - Διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας», υπό τον τίτλο «Μονομελές Πρωτοδικείο», αντικαθίσταται ως εξής: «2. Παράσταση - Προτάσεις: 219».
- β) Ο αριθμός 3 καταργείται και ο αριθμός 2 της περ. α΄
με τίτλο «Τακτική Διαδικασία (Μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές) - Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας», υπό τον τίτλο «Πολυμελές Πρωτοδικείο», αντικαθίσταται ως εξής: «2. Παράσταση - Προτάσεις: 256».
- γ) Ο αριθμός 3 καταργείται και ο αριθμός 2 της περ. β΄
με τίτλο «Τακτική διαδικασία (αποτιμητές) από 250.001 έως 350.000 €», υπό τον τίτλο «Πολυμελές Πρωτοδικείο», αντικαθίσταται ως εξής: «2. Παράσταση - Προτάσεις: 566».
- δ) Ο αριθμός 3 καταργείται και ο αριθμός 2 της
περ. β΄ «Τακτική διαδικασία (αποτιμητές) από 350.001 έως 800.000 €», υπό τον τίτλο «Πολυμελές Πρωτοδικείο», αντικαθίσταται ως εξής: «2. Παράσταση - Προτάσεις: 726».
- ε) Ο αριθμός 3 καταργείται και ο αριθμός 2 της
περ. β΄ «Τακτική διαδικασία (αποτιμητές) από 800.001 έως 1.500.000 €», υπό τον τίτλο «Πολυμελές Πρωτοδικείο», αντικαθίσταται ως εξής: «2. Παράσταση - Προτάσεις: 1.132».
- στ) Ο αριθμός 3 καταργείται και ο αριθμός 2 της περ. β΄
«Τακτική διαδικασία (αποτιμητές) από 1.500.001 € και άνω», υπό τον τίτλο «Πολυμελές Πρωτοδικείο», αντικαθίσταται ως εξής: «2. Παράσταση - Προτάσεις: 1.644».
Στο τέλος του Παραρτήματος II του ν. 4194/2013 προστίθεται η φράση: «Για παράσταση ενώπιον συμβολαιογράφου, για τη ρύθμιση θεμάτων του άρθρου 1441 ΑΚ, μετά από την έκδοση της πράξης βεβαίωσης λύσης του γάμου: 64 €.».
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ
Άρθρο 27
Έργο δικαστικών επιμελητών Τροποποίηση του άρθρου 1 του ν. 2318/1995 Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2318/1995 (Α΄ 126) αντικαθίσταται και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής: «ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤO
ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ ΤIΤΛΟΣ - ΚΑΘHΚΟΝΤΑ
Άρθρο 1
Καθήκοντα Δικαστικών Επιμελητών
Ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός.
Έργο του δικαστικού επιμελητή είναι:
- α) Η επίδοση δικογράφων και εξώδικων εγγράφων,
καθώς και η κοινοποίηση, γνωστοποίηση, διαβίβαση ή άλλη συναφής διαδικαστική πράξη με φυσικό τρόπο ή με ηλεκτρονικά μέσα,
- γ) η σύνταξη διαπιστωτικών εκθέσεων για πραγματικά
περιστατικά, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με βάση νόμο ή δικαστική απόφαση και
- δ) η εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος, που του ανατίθεται με νόμο.
Ο δικαστικός επιμελητής ασκεί τα καθήκοντά του μόνο στην περιφέρεια του Εφετείου που είναι διορισμένος με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 43 του παρόντος. Οι δικαστικοί επιμελητές όμως των περιφερειών των Εφετείων Αθηνών - Πειραιά, μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους στις περιφέρειες των δύο Εφετείων αντίστοιχα. Η γεωγραφική κατανομή των οργανικών θέσεων των Δικαστικών Επιμελητών θα διασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή κάλυψη των αναγκών των υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή και της ίσης πρόσβασης σε αυτές. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 31.12.2015 θα καθορισθούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής και ο τρόπος κάλυψης των θέσεων που θα λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρας όπως απομακρυσμένες ορεινές περιοχές και εκτεταμένα νησιωτικά συμπλέγματα.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Άρθρο 28
Ευθύνη αμίσθων υποθηκοφυλάκων Τροποποίηση του άρθρου 1344 του Αστικού Κώδικα και του άρθρου 73 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Το άρθρο 1344 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1344 Ευθύνη του φύλακα Ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται, από δόλο ή βαριά αμέλεια.».
Ο τίτλος του άρθρου 73 του Εισαγωγικού Νόμου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 503/1985 (Α΄ 182), τροποποιείται, η παρ. 1 του άρθρου 73 αντικαθίσταται και το άρθρο 73 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 73 Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, άμισθου υποθηκοφύλακα, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή
Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, άμισθου υποθηκοφύλακα, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα και δικαστικού επιμελητή υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.
Η αγωγή, που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδάφιο 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, πρέπει:
- α) να περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους
ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας, και
- β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα
που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα.
Στη αγωγή επισυνάπτονται:
- α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται
για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα,
- β) ειδικό πληρεξούσιο στον δικηγόρο που υπογράφει
την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη.
Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.
Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, και μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».
Άρθρο 29
Επιπρόσθετα έγγραφα που καταθέτει ο δικαστικός επιμελητής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού μετά από την εκτέλεση Τροποποίηση του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Η παρ. 4 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται και το άρθρο 995 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 995 Επιδόσεις αντιγράφου ή περίληψης έκθεσης κατάθεσης
Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να εγγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση.
Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ΄ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα.
Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/2016 (Α΄ 95). Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου του τόπου εκτέλεσης ή της περιφέρειας του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σ΄ αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού.
Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ.».
Άρθρο 30
Παράδοση στον δικαστικό επιμελητή της εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή και σε ηλεκτρονική μορφή - Τροποποίηση του άρθρου 2 του π.δ. 59/2016 Το άρθρο 2 του π.δ. 59/2016 (Α΄95) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Τρόπος υπολογισμού εμπορικής αξίας ακινήτου Ο πιστοποιημένος εκτιμητής συντάσσει εντός προθεσμίας που του τίθεται, εγγράφως και παραδίδει την εκτίμησή του στον δικαστικό επιμελητή, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα, δεσμευόμενος παράλληλα για την πιστή τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θεσπίστηκε με την υπ’ αρ. 19928/292/10.5.2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄1147).».
Άρθρο 31
Αναψηλάφηση - Τροποποίηση του άρθρου 544 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Ο αριθμός 6 του άρθρου 544 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τροποποιείται και το άρθρο 544 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 544 Αναψηλάφηση Αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο:
Αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους,
αν διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη, εφόσον ύστερα δεν εγκρίθηκε ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης, ιδιότητες, οι οποίοι είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη,
αν κάποιος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος διαδίκου χωρίς πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν εγκρίθηκε ύστερα η διεξαγωγή της δίκης,
αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλαστή, είτε διότι γράφει ψευδώς ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον αναγκαίο σύμφωνα με το νόμο αριθμό δικαστών, είτε διότι, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διάσκεψης, δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος ή δεν έχει τις υπογραφές που ορίζει ο νόμος και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από τα πρόσωπα αυτά,
αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή ενόρκως βεβαιώσαντος ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ή δημόσια, προφορική ή έγγραφη, ομολογία του δια του τύπου και λοιπών ΜΜΕ ή μέσω του διαδικτύου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι (6) μήνες από αυτήν,
αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης,
αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται,
αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του,
αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοση της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι (6) μήνες από αυτήν.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΣΧΕΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΕΠΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ
Άρθρο 32
Δικονομικές διατάξεις στις υποθέσεις λαθρεμπορίας και φοροδιαφυγής Τροποποιήσεις του ν. 2960/2001 και του ν. 4174/2013
Η παρ. 5 του άρθρου 150 του ν. 2960/2001 (A΄ 265) αντικαθίσταται ως εξής: «5. α) H έκδοση πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους σε βάρος ορισμένου προσώπου, σύμφωνα με την παρ. 1, για παράβαση που συνιστά συγχρόνως και το έγκλημα της λαθρεμπορίας κατά τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού ποινικού αδικήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η τελωνειακή αρχή που εξέδωσε την πράξη αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο αυτής στον αρμόδιο εισαγγελέα.
- β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του
κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο. Αν έχει κινηθεί η διαδικασία που προβλέπεται για τα αυτόφωρα εγκλήματα, σύμφωνα με τα άρθρα 275 επ. και 417 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται και την αναστολή αυτής διατάσσει το δικαστήριο στο οποίο έχει εισαχθεί για εκδίκαση η υπόθεση.
- γ) Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και
η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας, διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε.
- δ) Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των
τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η τελωνειακή αρχή, που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης. πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα.».
Στο άρθρο 159 του ν. 2960/2001 προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 159 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 159
Η άσκηση ποινικής δίωξης με την κατηγορία της λαθρεμπορίας, της συμμετοχής ή της συνέργειας σε αυτή, σε βάρος δημοσίου υπαλλήλου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συνεπάγεται την κρίση του από το αρμόδιο όργανο για τη θέση του ή μη σε δυνητική αργία κατόπιν ακρόασής του. Η αμετάκλητη παραπομπή δημοσίου υπαλλήλου στη διαδικασία του ακροατηρίου για ίδια ως άνω αδικήματα συνεπάγεται τη θέση του υπαλλήλου σε υποχρεωτική αργία και λαμβάνει, μέχρι έκδοσης αμετάκλητης απόφασης των ποινικών δικαστηρίων, το ένα τέταρτο (1/4) των αποδοχών του. Σε περίπτωση που θα καταδικαστεί αμετάκλητα τουλάχιστον με ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, εκπίπτει αυτοδικαίως της υπαλληλικής θέσης. Η καταδίκη σε οποιαδήποτε ποινή για λαθρεμπορία, συνεπάγεται αυτοδικαίως, τις συνέπειες των άρθρων 61 και 63 του Ποινικού Κώδικα. Ο δημόσιος υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στην Υπηρεσία αν αθωωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και λαμβάνει τις αποδοχές που στερήθηκε κατά τον χρόνο της εκτός Υπηρεσίας παραμονής του. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν εφεξής και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Το αρμόδιο Συμβούλιο συνέρχεται εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντα Κώδικα για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στις εκκρεμείς υποθέσεις, διατηρουμένου του δικαιώματος του Προϊσταμένου της Αρχής να ενεργήσει, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα.
Πλοίαρχοι, μηχανικοί, και καθένας που ανήκει στο πλήρωμα γενικά εμπορικού πλοίου ή αεροσκάφους, οι υπάλληλοι της υπηρεσίας των πρακτορείων των πλοίων και των αεροπορικών και των δι΄ αυτοκινήτων συγκοινωνιών και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι παντός βαθμού καθώς και οδηγοί αυτοκινήτων, εφόσον υποπέσουν στο αδίκημα της λαθρεμπορίας στερούνται πρόσκαιρα συνεπεία της καταδίκης τους του διπλώματός τους ή της άδειας άσκησης επαγγέλματός τους ή εκπίπτουν της θέσης την οποία κατέχουν, κατά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου.
Σε περίπτωση αναστολής της ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 150, το αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με την παρ. 1, κρίνει για τη θέση ή μη σε δυνητική αργία του δημοσίου υπαλλήλου, κατόπιν ακρόασής του. Αν ο υπάλληλος έχει τεθεί ήδη σε υποχρεωτική αργία, το αρμόδιο όργανο κρίνει εκ νέου για τη διατήρηση ή μη της θέσης του υπαλλήλου σε αργία.».
Το άρθρο 55Α του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 55Α Παραπομπή εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη Εάν με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 66, υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.».
Η παρ. 3 του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «3. α) Αν, με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης.
- β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του
κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.
- γ) Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και
η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε.
- δ) Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των
τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης.
- ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α΄,
πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα.». αδικημάτων που σχετίζονται με τη μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών Τροποποίηση του άρθρου 28 του ν. 4321/2015 Στην περ. β΄ της παρ. 15 του άρθρου 28 του ν. 4321/ 2015 (Α΄ 32) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 15 διαμορφώνεται ως εξής: «15. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και καταβάλλονται οι τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές:
- α) Χορηγείται στους υπόχρεους μηνιαίο πιστοποιητικό
οφειλής, στο οποίο πιστοποιείται και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής και το οποίο επέχει θέση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας. Για τις επιχειρήσεις της περ. ε΄ της παρ. 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179), που υπάγονται σε καθεστώς ρύθμισης με τις διατάξεις της παρούσας και είναι συνεπείς με τους όρους αυτών, χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής, για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, χωρίς παρακράτηση, εφόσον το έργο για το οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό δεν οφείλει τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής του έργου χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής με παρακράτηση τη συνολική οφειλή του έργου.
- β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του
α.ν. 86/1967 (Α΄ 136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται. Σε περίπτωση αναστολής της ποινικής δίωξης κατά τα ανωτέρω, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα.
- γ) Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων, εφόσον
έχει πληρωθεί η πρώτη δόση. Αν ο οφειλέτης απωλέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
- δ) Αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των οφειλών,
σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (Α΄ 270).».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ
Άρθρο 34
Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος κατά τη διαμεσολάβηση Τροποποίηση του άρθρου 31 του ν. 4640/2019 Στο άρθρο 31 του ν. 4640/2019 (Α΄ 190) προστίθεται τρίτο εδάφιο και το άρθρο 31 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 31 Νομική βοήθεια Οι διατάξεις του ν. 3226/2004 (Α΄ 24) για την παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος εφαρμόζονται αναλογικά για τους διαμεσολαβητές και τους νομικούς παραστάτες του άρθρου 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται η διαδικασία καταβολής, οι προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης των προσώπων αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση καθορίζεται και η αποζημίωση των προσώπων της παρούσας, που έχουν ήδη διορισθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και πριν από τη δημοσίευση της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης περί δημιουργίας Μητρώου Διαμεσολαβητών Νομικής Βοήθειας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 29.».
Άρθρο 35
Αρμόδια αρχή για τον διορισμό διαμεσολαβητών στη νομική βοήθεια Τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 3226/2004 Στην παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3226/2004 (Α΄ 24) προστίθεται τρίτο εδάφιο και το άρθρο 8 διαμορφώνεται ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Άρθρο 8
Αρμόδια αρχή
Αρμόδια αρχή για την εξέταση της αίτησης παροχής νομικής βοήθειας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα είναι ο Ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο Πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και, εάν πρόκειται για πράξεις που είναι άσχετες με δίκη, ο Ειρηνοδίκης της κατοικίας του αιτούντος. Στις πράξεις που είναι άσχετες με δίκη συμπεριλαμβάνονται οι πράξεις που συντάσσονται από συμβολαιογράφο σχετικά με υποθέσεις συναινετικού διαζυγίου. H Αρχή της παρούσας είναι αρμόδια και για την εξέταση της αίτησης παροχής νομικής βοήθειας στις υποθέσεις που υπάγονται στον ν. 4640/2019 (Α΄ 190).
Κατά της απόφασης του ειρηνοδίκη, του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του προέδρου του Πρωτοδικείου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή από τον αιτούντα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την έκδοσή της. Η προσφυγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Άρθρο 36
Διασκέψεις εξ αποστάσεως Κατ’ εξαίρεση, οι διασκέψεις σε όλα τα δικαστήρια της χώρας μπορούν να γίνονται και εξ αποστάσεως με τη χρήση τεχνολογικών μέσων που διασφαλίζουν τη μυστικότητά τους, εφόσον λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος δεν είναι εφικτή η φυσική συμμετοχή ενός ή περισσότερων δικαστών σε αυτές. πληροφορικής στο Συμβούλιο της Επικρατείας και δυνατότητα κάλυψης κενών θέσεων με μετάταξη ή μεταφορά υπηρετούντων ήδη υπαλλήλων στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια
Συστήνονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας είκοσι (20) θέσεις δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου πληροφορικής, οι οποίες κατανέμονται στις παρακάτω κατηγορίες και ειδικότητες:
- α) Κατηγορία ΠΕ κλάδος ΠΕ Πληροφορικής, με τα προσόντα που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 6 του
π.δ. 50/2001 (Α΄ 39), πέντε (5) θέσεις.
- β) Κατηγορία ΤΕ κλάδος ΤΕ Πληροφορικής, με τα προσόντα που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του
π.δ. 50/2001, δέκα (10) θέσεις.
- γ) Κατηγορία ΔΕ, κλάδος ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ
Πληροφορικής) με τα προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 19 του π.δ. 50/2001, πέντε (5) θέσεις.
Η πλήρωση των συνιστώμενων και των υφιστάμενων κενών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου πληροφορικής στο Συμβούλιο της Επικρατείας γίνεται είτε με διορισμό μόνιμου προσωπικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000, Α΄ 67) είτε με την τήρηση της διαδικασίας των παρ. 3 και 4.
Κατά παρέκκλιση όσων ορίζονται στον Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, στον ν. 4440/2016 (Α΄ 224) και σε κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, επιτρέπεται κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος η πλήρωση κενών θέσεων και με μετάταξη μόνιμων υπαλλήλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), ύστερα από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο αξιολογεί και τα προσόντα των υποψηφίων. Το Τμήμα Λειτουργίας Γραμματείας Δικαστηρίων και Υπηρεσιακής Κατάστασης Δικαστικών Υπαλλήλων της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει και διαβιβάζει στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης σχετική ανακοίνωση - πρόσκληση για τη μετάταξη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ανακοίνωση καθορίζονται ο αριθμός των θέσεων, οι κατηγορίες και τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται, η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων, η αρμόδια υπηρεσία και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Οι φορείς στους οποίους διαβιβάζεται η πρόσκληση - ανακοίνωση υποχρεούνται να τη γνωστοποιούν στους υπαλλήλους του κλάδου πληροφορικής με κάθε πρόσφορο τρόπο. Η μετάταξη πραγματοποιείται μετά από απλή γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος και σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του οικείου Υπουργείου. Το υπηρεσιακό συμβούλιο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν και πάντως μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την υποβολή της αίτησης.
Κατά παρέκκλιση όσων ορίζονται στις παρ. 2 και 3 και σε κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, επιτρέπεται η κάλυψη των αναγκαίων κενών θέσεων και μέχρι δύο (2) θέσεων της περ. α΄, μέχρι έξι (6) θέσεων της περ. β΄ και μέχρι δύο (2) θέσεων της περ. γ΄ της παρ. 1 με μεταφορά αντίστοιχων θέσεων υπαλλήλων που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα και υπηρετούν με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Η μεταφορά των θέσεων και των υπαλλήλων πραγματοποιείται με την ίδια σχέση και τους αυτούς όρους εργασίας με τους οποίους υπηρετούν, ύστερα από αίτησή τους και σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της Συμβουλίου της Επικρατείας, με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του οικείου Υπουργείου. Η δαπάνη μισθοδοσίας και εν γένει όλες οι οφειλόμενες εισφορές και κρατήσεις βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Το Τμήμα Λειτουργίας Γραμματείας Δικαστηρίων και Υπηρεσιακής Κατάστασης Δικαστικών Υπαλλήλων της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης εκδίδει και διαβιβάζει σε όλες τις υπηρεσίες των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης σχετική ανακοίνωση - πρόσκληση για τη μετάταξη, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ανακοίνωση καθορίζονται ο αριθμός των θέσεων, οι κατηγορίες και τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται, η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων, η αρμόδια υπηρεσία και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Οι φορείς στους οποίους διαβιβάζεται η πρόσκληση - ανακοίνωση υποχρεούνται να τη γνωστοποιούν στους υπαλλήλους του κλάδου πληροφορικής με κάθε πρόσφορο τρόπο. Η ανακοίνωση - πρόσκληση της παρούσας μπορεί να είναι ενιαία με την ανακοίνωση της παρ. 3. Σε περίπτωση εφαρμογής της παρούσας και μέχρι την αποχώρηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο του προσωπικού που έχει μεταφερθεί, δεν επιτρέπεται η κάλυψη οργανικών θέσεων με μόνιμο προσωπικό σε αριθμό ίσο προς τον αριθμό του προσωπικού που έχει μεταφερθεί. Με την αποχώρηση του προσωπικού που μεταφέρεται, οι θέσεις του προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, οι οποίες έχουν μεταφερθεί, καταργούνται.
Οι παρ. 2, 3 και 4 εφαρμόζονται και για την κάλυψη, με πρόσληψη, μετάταξη ή μεταφορά, υφιστάμενων κενών οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του κλάδου πληροφορικής της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, όπου στις παρ. 3 και 4 αναφέρεται το υπηρεσιακό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του οικείου Διοικητικού Εφετείου. Ως προς τη μεταφορά θέσεων και προσωπικού Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου επιτρέπεται η κάλυψη μέχρι το ήμισυ κάθε κατηγορίας των υφιστάμενων κενών οργανικών θέσεων.
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί, και κατά τροποποίηση των παρ. 2, 3, 4 και 5, καθώς και κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, να εξειδικεύονται ή να συμπληρώνονται τα προσόντα των υποψηφίων
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να μεταφέρονται κενές θέσεις του κλάδου πληροφορικής των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας των ΤΔΔ.
Άρθρο 38
Συμμετοχή δικαστικών λειτουργών και λοιπών προσώπων σε ομάδες εργασίας για έργα πληροφορικής της Δικαιοσύνης Τροποποίηση των άρθρων 41 του ν. 1756/1988 και 30 του ν. 2812/2000
Στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μπορεί να συστήνονται ομάδες εργασίας για την υλοποίηση έργων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στο πλαίσιο προγραμμάτων και δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ηλεκτρονική δικαιοσύνη. Οι ομάδες της παρούσας συγκροτούνται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του εκάστοτε καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού. Μέλη των ομάδων εργασίας μπορεί να ορίζονται δικαστικοί ή εισαγγελικοί λειτουργοί που ανήκουν στον κλάδο της δικαιοσύνης στον οποίο αφορούν οι υλοποιούμενες δράσεις, δικαστικοί υπάλληλοι, μέλη Διδακτικού - Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), δικηγόροι, ειδικοί πληροφορικής και ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και υπηρεσιακοί παράγοντες των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης και άλλων συναφών με το εκάστοτε αντικείμενο υπηρεσιών. Η επιλογή του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού, ο οποίος μετέχει στην ως άνω ομάδα γίνεται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, την οργάνωση του οποίου ή της οποίας αφορούν οι δράσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 41 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.
Κατ’ εξαίρεση, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), στα μέλη των επιτροπών της παρ. 1 καταβάλλεται αποζημίωση σύμφωνα με τη διαδικασία και κατά τους όρους της παρ. 1.
Στο άρθρο 41 του ν. 1756/1988 (Α΄ 35) προστίθεται παρ. 5 και το άρθρο 41 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 41 Ασυμβίβαστα
Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία, καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές, που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους προβλέπεται ειδικά από τον νόμο. Ο δικαστικός λειτουργός που θα μετάσχει υποδεικνύεται από το δικαστή ή τον εισαγγελέα ή το τριμελές συμβούλιο που διευθύνει το πολιτικό ή το διοικητικό δικαστήριο ή την εισαγγελία, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ο δικαστικός λειτουργός προεδρεύει στα ως άνω συμβούλια ή τις επιτροπές, εκτός εάν μετέχει επίσης υπουργός, υφυπουργός ή γενικός γραμματέας υπουργείου. Ειδικώς στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, δεν μπορεί να μετέχει ως μέλος δικαστικός λειτουργός στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει κάποιο από τα κωλύματα των περ. α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 6 του άρθρου 15. Εφόσον, στις ανωτέρω επιτροπές, δεν συμμετέχει δικαστικός λειτουργός με το βαθμό του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ή αντίστοιχο, ως Πρόεδρος της επιτροπής μπορεί να ορίζεται μέλος το οποίο δεν έχει τη δικαστική ιδιότητα.
Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 871Α, 882Α και 902 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τις σχετικές διατάξεις των ν. 2331/1995 και 1816/1988.
Απαγορεύεται η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στην Κυβέρνηση.
Η συμμετοχή δικαστικών ή εισαγγελικών λειτουργών στην υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων με αντικείμενο την ανάπτυξη, την προώθηση και τη βελτίωση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, συνιστά δικαστικό έργο, το οποίο παρέχεται στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους. Η επιλογή του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού που μετέχει σε ομάδες εργασίας για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων και δράσεων, γίνεται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στην οργάνωση του οποίου ή της οποίας αποσκοπούν οι προς υλοποίηση δράσεις και στο οποίο υπηρετεί ο επιλεγόμενος λειτουργός.».
Στο άρθρο 30 του ν. 2812/2000 (Α΄ 67) προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 30 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 30 Δικαίωμα άσκησης καθηκόντων
Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου, στον οποίο ανήκει, ή της ειδικότητάς του.
Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλον τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του Προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για χρονικό διάστημα έως έξι (6) μήνες, με δυνατότητα παράτασης για έξι (6) ακόμη μήνες, με όμοια απόφαση. Ο χρόνος ανάθεσης μπορεί να παραταθεί συνολικά έως δύο (2) έτη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Η συμμετοχή δικαστικών υπαλλήλων στην υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων με αντικείμενο την ανάπτυξη, την προώθηση και τη βελτίωση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, εντάσσεται στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους. Η επιλογή του δικαστικού υπαλλήλου του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στην οργάνωση του οποίου ή της οποίας αποσκοπούν οι προς υλοποίηση δράσεις και στο οποίο υπηρετεί ο επιλεγόμενος υπάλληλος».
Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και στα υπό εξέλιξη έργα, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο υλοποίησης προγραμμάτων και δράσεων για την ηλεκτρονική δικαιοσύνη, χρηματοδοτούνται εν όλω ή εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τα οποία έχουν ήδη συναφθεί οι σχετικές συμφωνίες επιδότησης, είτε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, είτε από το όργανο που διευθύνει το δικαστήριο. Ειδικώς, για τα υπό εξέλιξη έργα της παρούσας, οι συνέπειες συγκρότησης των συλλογικών οργάνων της παρ. 1 ανατρέχουν στην ημερομηνία σύναψης των ήδη συναφθεισών συμφωνιών.
Άρθρο 39
Επεξεργασία διαταγμάτων με τη χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (Τ.Π.Ε.) - Τροποποίηση του π.δ. 18/1989 Στο π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:
- α) Προστίθεται άρθρο 16Α ως εξής:
«Άρθρο 16Α Επεξεργασία διαταγμάτων με τη χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών Τα σχέδια διαταγμάτων που αποστέλλονται προς επεξεργασία προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, τα στοιχεία που κατά νόμο τα συνοδεύουν και η σχετική γνωμοδότηση του Δικαστηρίου διακινούνται αποκλειστικά με τη χρήση Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (Τ.Π.Ε.), που διατίθενται στο Συμβούλιο της Επικρατείας από το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων της Διοικητικής Δικαιοσύνης (Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.Δ.Δ.). Τα σχέδια των διαταγμάτων, τα κρίσιμα στοιχεία που τα συνοδεύουν και το αντίγραφο της γνωμοδότησης του Δικαστηρίου που αποστέλλεται στη Διοίκηση φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 (Α΄ 184). Η Διοίκηση παρέχει στους δικαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους που υπηρετούν στο Δικαστήριο πλήρη πρόσβαση στις πληροφορίες και στα έγγραφα που είναι αναγκαία για την επεξεργασία των διαταγμάτων. Η Διοίκηση οφείλει να αποστείλει σε έγχαρτη ή ηλεκτρονική μορφή οποιοδήποτε στοιχείο κρίνει σκόπιμο ο Εισηγητής ότι είναι αναγκαίο για την επεξεργασία του σχεδίου λόγω της φύσης του.».
- β) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 70α αντικαθίσταται ως εξής:
«Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 27 και των αιτήσεων περί ευεργετήματος πενίας, όπου στις διατάξεις του παρόντος αναφέρεται η κατάθεση δικογράφου ή εγγράφου σε έντυπη μορφή, από την 1η.1.2021 νοείται αποκλειστικώς η ηλεκτρονική κατάθεσή τους, εφόσον τα δικόγραφα ή έγγραφα αυτά φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 (Α΄ 184).».
Άρθρο 40
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)