Νόμοι — ΦΕΚ A' 262/2004

Type Νόμος
Publication 2005-01-05
Τελευταία ενημέρωση 2004-12-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 29
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 262 23 Δεκεμβρίου 2004

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3300

Κύρωση της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φορο?διαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Ελληνι?κής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδή?ματος και ωφέλειας από κεφάλαιο, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Νοεμβρίου 2003, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής: -ΣΥΜBΑΣΗ ΜΕΤΑΞΥ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΕΙΑΣ ΑΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Κυβέρ?νηση της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, επιθυμώντας να συνάψουν Σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολο?γίας και της αποτροπής της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο, συμφώνησαν τα ακόλουθα:

Άρθρο 1

ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ Η ΣΥΜΒΑΣΗ Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επί προσώπων που είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.

Άρθρο 2

ΦΟΡΟΙ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

1.

Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους ει?σοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο που επιβάλλονται από το καθένα Συμβαλλόμενο Κράτος, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιβάλλονται.

2.

Φόροι επί του εισοδήματος και επί της ωφέλειας από κεφάλαιο θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, ή σε στοιχεία του εισοδήματος, συ?μπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση κινητής ή ακί?νητης περιουσίας, καθώς και των φόρων επί της υπερα?ξίας που προκύπτει από την ανατίμηση του κεφαλαίου.

3.

Οι υφιστάμενοι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση είναι:

i)

ο φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων και ii) ο φόρος εισοδήματος των νομικών προσώπων, (εφεξής αναφερόμενος ως «Ελληνικός φόρος»).

i)

ο φόρος εισοδήματος, ii) ο φόρος εταιρειών και iii) ο φόρος από την ωφέλεια κεφαλαίου (εφεξής αναφερόμενος ως «Ιρλανδικός φόρος»).

4.

Η Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επι?βάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβα?σης επί πλέον, ή σε αντικατάσταση, των υφιστάμενων φό?ρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών γνωστοποιούν η μια στην άλλη οποιεσδήποτε σημαντικές αλλαγές έχουν επέλθει στις αντίστοιχες φορολογικές νο?μοθεσίες τους.

Άρθρο 3

ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, εκτός αν η έν?νοια του κείμενου απαιτεί διαφορετικά:

των χωρικών της υδάτων καθώς επίσης και του τμήματος των υδάτων, του βυθού και του υπεδάφους κάτω από τη Μεσόγειο θάλασσα, επί των οποίων η Ελληνική Δημοκρα?τία, σύμφωνα με την εσωτερική της νομοθεσία και το διε?6401

σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έχουν ή πρόκειται να προσδιοριστούν σύμφωνα με τους νόμους της Ιρλανδίας οι οποίοι αφορούν την υφαλοκρηπίδα, σαν μια περιοχή εντός της οποίας η Ιρλανδία μπορεί να ασκήσει δικαιώμα?τα αναφορικά με το θαλάσσιο βυθό, και το θαλάσσιο υπέ?δαφος και τους φυσικούς της πόρους,

υποδηλώνουν την Ελληνική Δημοκρατία ή την Ιρλανδία, όπως το κείμενο απαιτεί, και ο όρος «Συμβαλλόμενα Κρά?τη» υποδηλώνει την Ελληνική Δημοκρατία και την Ιρλαν?δία,

μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομι?κό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείρι?ση με μια εταιρεία κεφαλαιουχικού χαρακτήρα,

και «επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους» υποδηλώνουν αντίστοιχα μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μια επιχείρηση που ασκείται από κάτοικο του άλλου Συμβαλ?λόμενου Κράτους,

μεταφορά με πλοίο ή αεροσκάφος, εκτός αν το πλοίο ή το αεροσκάφος εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ τοποθεσιών μέσα σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη,

σε σχέση με την Ελληνική Δημοκρατία i) οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που έχει την υπηκοό?τητα της Ελληνικής Δημοκρατίας, και οιοδήποτε νομικό πρόσωπο, προσωπική εταιρεία ή ένωση που αποκτά το νομικό καθεστώς του από τους νόμους που ισχύουν στην Ελληνική Δημοκρατία, ii) σε σχέση με την Ιρλανδία, οποιοσδήποτε πολίτης της Ιρλανδίας και οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή ένωση ή άλλη επιχείρηση που αποκτά νομικό καθεστώς από τους νόμους που ισχύουν στην Ιρλανδία.

i)

στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ή τον εξουσιοδο?τημένο αντιπρόσωπό του, ii) στην περίπτωση της Ιρλανδίας το Διευθυντή Εσόδων ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του.

2.

Όσον αφορά στην εφαρμογή της παρούσας Σύμβα?σης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, οποιοσδήποτε όρος ο οποίος δεν προσδιορίζεται σ’ αυτή θα έχει, εκτός αν η έννοια του κειμένου απαιτεί διαφορετικά, την έννοια που έχει σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους ανα?φορικά με τους φόρους στους οποίους εφαρμόζεται η Σύμβαση.

Άρθρο 4

ΚΑΤΟΙΚΟΣ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «κά?τοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους» σημαίνει οποιοδή?ποτε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, υπόκειται σε φορολογία σε αυτό λόγω κα?τοικίας, διαμονής, τόπου διοίκησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ή άλλου παρόμοιας φύσης κριτηρί?ου. Αλλά ο όρος αυτός δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που υπόκεινται σε φορολογία στο Κράτος αυτό μόνον όσον αφορά σε εισόδημα που προέρχεται από πη?γές μέσα σε αυτό το Κράτος.

2.

Αν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλο?μένων Κρατών, τότε η νομική κατάστασή του καθορίζεται ως εξής:

διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία, αν διαθέτει μόνιμη οι?κογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσω?πικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμ?φερόντων),

συμφερόντων του δεν μπορεί να προσδιορισθεί, ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος μόνο του Κράτους στο οποίο έχει την συνήθη διαμονή του,

αυτά, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών δι?ευθετούν το θέμα με αμοιβαία συμφωνία.

3.

Αν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 ένα πρόσω?πο εκτός από φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρεί?ται κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρί?σκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησής του.

Άρθρο 5

ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

1.

Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης, ο όρος «μό?νιμη εγκατάσταση» υποδηλώνει ένα καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μέσω του οποίου οι ερ?γασίες μιας επιχείρησης διεξάγονται εν όλω ή εν μέρει.

2.

Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει ειδικό?τερα:

3.

Ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» περιλαμβάνει επίσης, ένα εργοτάξιο, ένα έργο κατασκευής, συναρμολόγησης ή εγκατάστασης ή δραστηριότητες επίβλεψης συνδεόμε?νη με αυτά, αν το εργοτάξιο, το έργο ή οι δραστηριότητες έχουν διάρκεια μεγαλύτερη από εννέα (9) μήνες.

4.

Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, ο όρος «μόνιμη εγκατάσταση» θεωρείται ότι δεν περιλαμβάνει:

αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση αγαθών ή εμπορευμά?των που ανήκουν στην επιχείρηση,

6402 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,

δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την αγορά αγα?θών ή εμπορευμάτων, ή για τη συλλογή πληροφοριών, για την επιχείρηση,

δραστηριοτήτων αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση για την επιχείρηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα,

δραστηριοτήτων, αποκλειστικά με σκοπό την άσκηση ενός συνδυασμού δραστηριοτήτων από τις αναφερόμε?νες στις υποπαραγράφους α) έως ε), εφόσον η συνολική δραστηριότητα του εν λόγω καθορισμένου τόπου που προκύπτει από αυτόν το συνδυασμό είναι βοηθητικού ή προπαρασκευαστικού χαρακτήρα.

5.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 όταν ένα πρόσωπο- εκτός από ανεξάρτητο πράκτορα για τον οποίο έχει εφαρμογή η παράγραφος 6- ενεργεί για λογαριασμό μιας επιχείρησης και έχει εξουσιοδότηση βά?σει της οποίας ενεργεί συστηματικά στο άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος για να συνάπτει συμβόλαια στο όνομα της εν λόγω επιχείρησης, αυτή η επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο Κράτος αυτό όσον αφορά σε οποιεσδήποτε δραστηριότητες αναλαμβάνει το εν λόγω πρόσωπο για την επιχείρηση, εκτός αν οι δραστηριότητες αυτού του προσώπου περιορίζονται σ’ εκείνες που ανα?φέρονται στην παράγραφο 4 οι οποίες, και αν ακόμη ασκούνται μέσω καθορισμένου τόπου επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, δεν καθιστούν αυτόν τον καθορισμένο τόπο μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με τις διατάξεις αυ?τής της παραγράφου.

6.

Μια επιχείρηση δεν θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατά?σταση σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος απλά και μόνο επει?δή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το Κράτος μέσω μεσίτη, γε?νικού αντιπροσώπου επί προμήθεια ή άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα ενεργούν μέσα στα συνήθη πλαίσια της δραστηριότητάς τους.

7.

Το γεγονός ότι μια επιχείρηση που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ελέγχει ή ελέγχεται από εταιρεία που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή διεξάγει εργασίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος (εί?τε μέσω μόνιμης εγκατάστασης είτε με άλλο τρόπο), δεν καθιστά την καθεμία από τις εταιρείες αυτές μόνιμη εγκα?τάσταση της άλλης.

Άρθρο 6

ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

1.

Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλ?λόμενου Κράτους από ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμ?βανομένου του εισοδήματος από γεωργία ή δασοκομία) που βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Ο όρος «ακίνητη περιουσία» θα έχει την έννοια που ορίζεται από τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω περιουσία. Ο όρος περι?λαμβάνει σε κάθε περίπτωση περιουσία παρεπόμενη της ακίνητης περιουσίας, τα ζώα και τον εξοπλισμό που χρη?σιμοποιούνται στην γεωργία και δασοκομία, δικαιώματα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού δικαίου για την έγγειο ιδιοκτησία, επικαρπία ακίνητης περιουσίας και δικαιώματα τα οποία παρέχουν προσόδους μεταβλη?τές ή σταθερές πληρωμές ως αντάλλαγμα για την εκμε?τάλλευση, ή δικαίωμα εκμετάλλευσης, μεταλλευτικών κοιτασμάτων, πηγών και άλλων φυσικών πόρων, πλοία, πλοιάρια και αεροσκάφη δεν θεωρούνται ως ακίνητη πε?ριουσία.

3.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται σε ει?σόδημα που προέρχεται από την άμεση χρήση, εκμίσθω?ση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής χρήση ακίνητης περι?ουσίας.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζονται επίσης στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχεί?ρησης και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία που χρη?σιμοποιείται για την παροχή ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών.

Άρθρο 7

ΚΕΡΔΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

1.

Τα κέρδη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος εκτός αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρί?σκεται σ’ αυτό. Αν η επιχείρηση διεξάγει εργασίες ως ανωτέρω, τότε τα κέρδη της επιχείρησης μπορούν να φο?ρολογούνται στο άλλο Κράτος αλλά μόνο ως προς το τμή?μα αυτών που αποδίδεται στην μόνιμη εγκατάσταση.

2.

Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, αν μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διε?ξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, τότε στο κάθε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος αποδίδονται στη μό?νιμη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη τα οποία υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούσε αν ήταν μια διαφορετική και χω?ριστή επιχείρηση που ασχολείται με τις ίδιες ή παρόμοιες δραστηριότητες κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθή?κες και συναλλάσσεται εντελώς ανεξάρτητα με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.

3.

Κατά τον προσδιορισμό των κερδών μιας μόνιμης εγκατάστασης αναγνωρίζονται προς έκπτωση δαπάνες που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης, περιλαμβανομένων των πραγματοποιού?μενων για τους σκοπούς της μόνιμης εγκατάστασης διαχειριστικών και γενικών διοικητικών εξόδων, είτε στο Κρά?τος που βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση είτε αλλού.

4.

Εφόσον συνηθίζεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να καθορίζονται τα κέρδη που αποδίδονται σε μια μόνιμη εγκατάσταση με βάση τον καταμερισμό των συνολικών κερδών της επιχείρησης στα διάφορα τμήματα της, οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εμποδίζουν αυτό το Συμβαλλόμενο Κράτος να προσδιορίζει τα φορολογητέα κέρδη με βάση αυτόν τον καταμερισμό, όπως συνηθίζε?ται. Η υιοθετηθείσα όμως μέθοδος καταμερισμού πρέπει να είναι τέτοια ώστε το αποτέλεσμα να είναι σύμφωνο με τις αρχές που περιέχονται σε αυτό το άρθρο.

5.

Κανένα κέρδος δεν θεωρείται ότι ανήκει στη μόνιμη εγκατάσταση λόγω απλής αγοράς αγαθών ή εμπορευμά?των από την μόνιμη εγκατάσταση για λογαριασμό της επιχείρησης.

6.

Για τους σκοπούς των προηγούμενων παραγράφων, ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6403

7.

Σε περίπτωση που στα κέρδη περιλαμβάνονται στοιχεία εισοδήματος ή κέρδη από την εκποίηση οποιοιδήπο?τε περιουσιακού στοιχείου η φορολογική μεταχείριση των οποίων ρυθμίζεται χωριστά με άλλα Άρθρα αυτής της Σύμβασης, τότε οι διατάξεις εκείνων των Άρθρων δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου.

Άρθρο 8

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

1.

Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμ?βαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι νηολογημένα τα πλοία ή από το οποίο έχουν εφοδιασθεί με ναυτιλιακά έγγραφα.

2.

Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 1, ει?σόδημα που αποκτάται από μια επιχείρηση ενός Συμβαλ?λομένου Κράτους από την εκμετάλλευση πλοίου σε διε?θνείς μεταφορές, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο αυτό Κράτος.

3.

Κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση αερο?σκάφους σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διεύθυνσης της επιχείρησης.

4.

Για τους σκοπούς αυτού του Άρθρου, κέρδη προερχόμενα από την εκμετάλλευση πλοίων ή αεροσκαφών σε διεθνείς μεταφορές περιλαμβάνουν κέρδη προερχόμενα από την ενοικίαση πλοίων ή αεροσκαφών εάν τέτοια πλοία ή αεροσκάφη δραστηριοποιούνται σε διεθνείς μεταφο?ρές από τον ενοικιαστή ή εάν τέτοια κέρδη από ενοίκια εί?ναι συμπτωματικά με άλλα κέρδη όπως αυτά περιγράφο?νται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτού του Άρθρου έχουν επίσης εφαρμογή σε κέρδη που πραγμα?τοποιούνται από συμμετοχή σε «POOL» σε κοινοπρακτι?κής μορφής εκμετάλλευση ή σε πρακτορείο που λειτουρ?γεί σε διεθνές επίπεδο.

Άρθρο 9

ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

1.

Αν

διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μιας επιχείρησης άλ?λου Συμβαλλόμενου Κράτους, και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές επικρατούν ή επιβάλλονται μεταξύ των δύο επιχειρήσεων στις εμπορι?κές ή οικονομικές σχέσεις τους όροι οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε οποιαδήποτε κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από μια από τις επιχειρήσεις, αλλά, λό?γω αυτών των όρων, δεν έχουν πραγματοποιηθεί, μπο?ρούν να συμπεριλαμβάνονται στα κέρδη αυτής της επιχείρησης και να φορολογούνται ανάλογα.

2.

Αν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος περιλαμβάνει στα κέρ?δη μιας επιχείρησης αυτού του Κράτους - και φορολογεί ανάλογα - κέρδη για τα οποία μια επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους έχει φορολογηθεί σ’ αυτό το άλλο Κράτος και τα κέρδη που έχουν έτσι περιληφθεί εί?ναι κέρδη τα οποία θα είχαν πραγματοποιηθεί από την επιχείρηση του πρώτου - μνημονευθέντος Κράτους αν οι όροι που επικρατούν μεταξύ των δύο επιχειρήσεων ήταν οι ίδιοι με εκείνους που θα επικρατούσαν μεταξύ ανεξάρ?τητων επιχειρήσεων, τότε αυτό το άλλο Κράτος προσαρ?μόζει ανάλογα το ποσό του φόρου που έχει επιβληθεί μέ?σα σ’ αυτό το Κράτος επί εκείνων των κερδών. Κατά τον καθορισμό μιας τέτοιας προσαρμογής, πρέπει να λη?φθούν υπόψη και οι λοιπές διατάξεις αυτής της Σύμβασης και οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών συμ?βουλεύονται η μια την άλλη αν κριθεί απαραίτητο.

Άρθρο 10

ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ

1.

Μερίσματα που καταβάλλονται από εταιρεία που εί?ναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορο?λογηθούν σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Τέτοια μερίσματα μπορούν όμως, επίσης να φορολο?γούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εταιρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος και σύμφω?να με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά εάν ο ει?σπράττων είναι ο δικαιούχος των μερισμάτων, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει:

δικαιούχος είναι μία εταιρεία η οποία κατέχει άμεσα του?λάχιστον 25% του δικαιώματος ψήφου της εταιρείας που καταβάλλει τα μερίσματα,

όλες τις άλλες περιπτώσεις. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών καθο?ρίζουν με αμοιβαία συμφωνία, το τρόπο εφαρμογής αυ?τών των περιορισμών. Η παρούσα παράγραφος δεν επηρεάζει τη φορολογία της εταιρείας όσον αφορά στα κέρδη από τα οποία κατα?βάλλονται τα μερίσματα.

3.

Ο όρος «μερίσματα» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρθρο υποδηλώνει εισόδημα από μετοχές, ή άλλα δικαι?ώματα, που δεν αποτελούν απαιτήσεις από χρέη και περι?λαμβάνει οποιοδήποτε εισόδημα ή διανομή που εξομοι?ούται με εισόδημα από μετοχές σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο είναι κάτοικος η εταιρεία που διενεργεί τη διανομή.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των μερισμάτων, όντας κάτοι?κος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργα?σίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου η εται?ρεία που καταβάλλει τα μερίσματα είναι κάτοικος, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, ή παρέχει ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες σ’ αυτό το άλλο Κράτος μέσω καθορισμένης βάσης που βρίσκεται σ’ αυ?τό, και η συμμετοχή (holding) σε σχέση με την οποία κα?ταβάλλονται τα μερίσματα, συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτή τη περίπτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 7 ή 14, ανάλογα με την περίπτωση.

5.

Αν μια εταιρεία που είναι κάτοικος ενός Συμβαλλόμε?νου Κράτους πραγματοποιεί κέρδη ή αποκτά εισόδημα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, αυτό το άλλο Κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει φόρο στα μερίσματα που κατα?6404 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) άλλο Κράτος, ούτε μπορεί να υπαγάγει τα μη διανεμόμε?να κέρδη σε φόρο επί μη διανεμόμενων κερδών, ακόμη και αν τα καταβαλλόμενα μερίσματα ή τα μη διανεμόμενα κέρδη αποτελούνται εν όλω ή εν μέρει από κέρδη ή εισο?δήματα που προκύπτουν σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 11

ΤΟΚΟΙ

1.

Τόκοι που προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Εντούτοις, αυτοί οι τόκοι μπορούν επίσης να φορο?λογούνται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύ?πτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των τόκων, ο φό?ρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 5% του ακαθάριστου ποσού των τόκων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών καθορίζουν με αμοι?βαία συμφωνία το τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορι?σμού.

3.

Ο όρος «τόκοι» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρ?θρο υποδηλώνει εισόδημα από απαιτήσεις από χρέη κά?θε είδους είτε εξασφαλίζονται με υποθήκη ή όχι, είτε πα?ρέχουν ή όχι δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη του οφει?λέτη, και ιδιαίτερα, εισόδημα από κρατικά χρεόγραφα και εισόδημα από ομολογίες με ή χωρίς ασφάλεια, περιλαμ?βανομένων των δώρων (premiums) και βραβείων που συ?νεπάγονται τέτοιου είδους χρεόγραφα και ομολογίες κα?θώς επίσης και οιοδήποτε εισόδημα που έχει την ίδια φο?ρολογική μεταχείριση με εισόδημα από δάνειο σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο προκύπτει το εν λόγω εισόδημα αλλά δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε εισόδημα το οποίο θεωρείται ως μέρισμα σύμφωνα με το Άρθρο 10. Πρόστιμα για καθυστερημένη πληρωμή δεν θα θεωρούνται τόκοι για τους σκοπούς αυ?τού του Άρθρου.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1και 2 δεν έχουν εφαρ?μογή αν ο δικαιούχος των τόκων, που είναι κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλ?λο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν οι τό?κοι, μέσω μόνιμης εγκατάστασης σ’ αυτό ή παρέχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό και η απαίτηση χρέους σε σχέση με την οποία καταβάλ?λονται οι τόκοι συνδέεται ουσιαστικά μ’ αυτήν την μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σ’ αυτή τη περί?πτωση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 7 ή του άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

5.

Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλό?μενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο αυτό το Κράτος, μια πολιτική υποδιαίρεση, τοπική αρχή ή κάτοι?κος αυτού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που κα?ταβάλλει τους τόκους, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σε ένα Συμβαλλόμε?νο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η οφειλή για την οποία κα?ταβάλλονται οι τόκοι, και αυτοί οι τόκοι βαρύνουν αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τότε αυτοί οι τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Κράτος που βρί?σκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

6.

Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών και κά?ποιου άλλου προσώπου, το ποσό των τόκων, λαμβανομέ?νης υπόψη της απαίτησης από το χρέος για την οποία κα?ταβάλλονται, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμ?φωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις αυτού του Άρ?θρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο αναφερθέν ποσόν. Σ’ αυτή τη περίπτωση, το υπερβάλλον μέρος των πληρωμών φορολογείται σύμφωνα με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμβανομένων υπό?ψη και των λοιπών διατάξεων της παρούσας Σύμβασης.

7.

Οι διατάξεις αυτού του Άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν η απαίτηση από χρέος σε σχέση με την οποία οι τόκοι καταβάλλονται δημιουργήθηκε ή εκχωρήθηκε κυρίως με σκοπό την απόκτηση των πλεονεκτημάτων αυτού του Άρ?θρου και όχι για καθαρά (bonafide) εμπορικούς σκοπούς.

Άρθρο 12

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

1.

Δικαιώματα που προκύπτουν σ’ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου Συμ?βαλλόμενου Κράτους μπορούν να φορολογούνται σ’ αυ?τό το άλλο Κράτος.

2.

Τέτοια δικαιώματα μπορούν, όμως, να φορολογού?νται επίσης στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύ?πτουν και σύμφωνα με τους νόμους αυτού του Κράτους, αλλά αν ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος των δικαιωμά?των, ο φόρος που επιβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπερβαίνει το 5% του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμά?των. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών ρυθμί?ζουν με αμοιβαία συμφωνία τον τρόπο εφαρμογής αυτού του περιορισμού.

3.

Ο όρος «δικαιώματα» όπως χρησιμοποιείται σ’ αυτό το Άρθρο σημαίνει: πληρωμές κάθε είδους που εισπράττονται ως αντάλ?λαγμα για τη χρήση, ή το δικαίωμα χρήσης, οποιουδήπο?τε δικαιώματος αναπαραγωγής, φιλολογικής, καλλιτεχνι?κής ή επιστημονικής εργασίας, (περιλαμβανομένων των κινηματογραφικών ταινιών, ή ταινιών, μαγνητοταινιών για τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές ή άλλα μέσα ανα?παραγωγής ή μετάδοση ή οποιουδήποτε άλλου μέσου για ηχητική ή τηλεοπτική αναπαραγωγή) οιασδήποτε ευ?ρεσιτεχνίας, εμπορικού σήματος, σχεδίου ή προτύπου, μηχανολογικού σχεδίου, μυστικού τύπου ή διαδικασίας παραγωγής, ή για τη χρήση, ή το δικαίωμα χρήσης, βιο?μηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού, ή για πληροφορίες που αφορούν σε βιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική εμπειρία.

4.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή αν ο δικαιούχος των δικαιωμάτων, όντας κά?τοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει εργασίες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο προκύπτουν τα δικαιώματα, μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκε?ται σ’ αυτό, ή παρέχει σ’ αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτη?τες προσωπικές υπηρεσίες από καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό, και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέ?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6405 περίπτωση.

5.

Δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σ’ ένα Συμ?βαλλόμενο Κράτος αν ο καταβάλλων είναι αυτό το ίδιο το Κράτος, μια πολιτική υποδιαίρεση, μια τοπική αρχή ή κά?τοικος αυτού του Κράτους. Αν, όμως, το πρόσωπο που καταβάλλει τα δικαιώματα, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι κά?τοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, έχει σ’ ένα Συμ?βαλλόμενο Κράτος μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση σε σχέση με την οποία προέκυψε η υποχρέωση κα?ταβολής των δικαιωμάτων, και τα δικαιώματα αυτά βαρύ?νουν τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση, τό?τε τα εν λόγω δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάσταση ή η καθορισμένη βάση.

6.

Σε περίπτωση που, λόγω ειδικής σχέσης μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ή μεταξύ αυτών των δύο και κάποιου άλλου προσώπου, το ποσόν των δικαιω?μάτων, λαμβανομένης υπόψη της χρήσης ή του δικαιώ?ματος χρήσης ή των πληροφοριών για τα οποία καταβάλ?λονται τα δικαιώματα, υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ του καταβάλλοντα και του δικαιούχου ελλείψει μιας τέτοιας σχέσης, οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου έχουν εφαρμογή μόνο στο τελευταίο μνημονευόμενο ποσόν. Σ’ αυτή τη περίπτωση, το υπερ?βάλλον μέρος της καταβολής φορολογείται σύμφωνα με τους νόμους του καθενός Συμβαλλόμενου Κράτους, λαμ?βανομένων υπ’ όψη και των λοιπών διατάξεων της παρού?σας Σύμβασης.

7.

Οι διατάξεις αυτού του Άρθρου δεν θα έχουν εφαρ?μογή αν το δικαίωμα ή η περιουσία λόγω των οποίων προ?κύπτουν τα δικαιώματα δημιουργήθηκε ή εκχωρήθηκε κυ?ρίως με σκοπό την απόκτηση των πλεονεκτημάτων αυτού του Άρθρου και όχι για καθαρά ( bonafide) εμπορικούς σκοπούς.

Άρθρο 13

ΩΦΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

1.

Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλό?μενου Κράτους από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 6 και βρίσκεται στο άλλο Συμ?βαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλ?λο Κράτος.

2.

Ωφέλεια που αποκτήθηκε από κάτοικο ενός Συμβαλ?λόμενου Κράτους από την εκποίηση μετοχών οι οποίες προέρχονται περισσότερο από 50% της άξιας τους άμε?σα ή έμμεσα από κινητή περιούσια η οποία βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογηθεί σε αυτό το άλλο Κράτος.

3.

Ωφέλεια, άλλη από αυτή που αναφέρεται στην παρά?γραφο 2, από την εκποίηση κινητής περιουσίας ή οποία αποτελεί μέρος της επαγγελματικής περιουσίας μιας μό?νιμης εγκατάστασης την οποία επιχείρηση του ενός Συμ?βαλλόμενου Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή κινητής περιουσίας η οποία αποδίδεται σε μια καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος ενός Συμβαλλόμε?νου Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό της άσκησης ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένων τέτοιων κερδών από την εκποίηση μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνη ή μα?ζί με ολόκληρη την επιχείρηση) ή μιας καθορισμένης βά?σης, μπορεί να φορολογηθεί σε αυτό το άλλο Κράτος.

4.

Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές ή κινητής περιουσίας που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αε?ροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κρά?τος, στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λό?γω πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

5.

Κέρδη από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις προηγούμενες πα?ραγράφους του Άρθρου αυτού, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο είναι κάτοικος ο εκποι?ών την περιουσία. Στην περίπτωση κατά την οποία ο εκ?ποιών ήταν κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών που προη?γούνται του έτους της εκποίησης της περιουσίας, τότε τα κέρδη μπορούν επίσης να φορολογηθούν στο άλλο Συμ?βαλλόμενο Κράτος.

Άρθρο 14

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.

Εισόδημα που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι επαγγελματικών υπηρεσιών ή άλλων δραστηριοτήτων ανεξάρτητου χαρακτήρα φορολογού?νται μόνο σ’ αυτό το Κράτος εκτός αν διατηρεί κατά συ?νήθη τρόπο μια καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλό?μενο Κράτος για τον σκοπό άσκησης των δραστηριοτή?των του. Αν έχει μια τέτοια καθορισμένη βάση, το εισόδημα μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμε?νο Κράτος αλλά μόνο κατά το τμήμα εκείνο που αποδίδε?ται σ’ αυτήν την καθορισμένη βάση.

2.

Ο όρος «επαγγελματικές υπηρεσίες» περιλαμβάνει ιδιαίτερα ανεξάρτητες επιστημονικές, φιλολογικές, καλ?λιτεχνικές, εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες καθώς επίσης και τις ανεξάρτητες δραστηριότητες ια?τρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιά?τρων και λογιστών.

Άρθρο 15

ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 16, 18, 19 και 21 μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοι?βές που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για εξαρτημένη απασχόληση φορολογούνται μόνο σ’ αυ?τό το Κράτος εκτός αν η απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Αν η απασχόληση ασκείται έτσι η αμοιβή που αποκτάται από αυτήν μπορεί να φορολογείται στο άλλο Κράτος.

2.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος εάν:

για περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 μέρες σε οποιαδήποτε περίοδο 12 μηνών που αρχίζει ή τελειώνει στο οικείο οικονομικό έτος αυτού του άλ?λου Κράτους, και

6406 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ενός τέτοιου πλοίου ή αεροσκάφους φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.

Άρθρο 16

ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ Αμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες πληρωμές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους υπό την ιδιότητα του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μιας εταιρείας που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 17

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΕΣ

1.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμε?νου Κράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχα?γωγίας, όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, ραδιοφώνου ή τηλεόρασης ή μουσικός ή ως αθλητής, από την άσκηση των προσωπικών δραστηριοτήτων του στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορούν να φορολο?γούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.

2.

Αν εισόδημα από την άσκηση προσωπικών δραστη?ριοτήτων από πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγω?γίας ή έναν αθλητή υπό την ιδιότητα του αυτή, δεν πε?ριέρχεται στο πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγω?γίας ή του αθλητή αλλά σε άλλο πρόσωπο, αυτό το εισόδημα μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρ?θρων 7, 14 και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προ?σώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλη?τή.

Άρθρο 18

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΤΗΣΙΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ

1.

Με τις επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρ?θρου 19, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που κα?ταβάλλονται σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κρά?τους για απασχόληση που πρόσφερε στο παρελθόν και οποιαδήποτε παροχή που καταβάλλεται σε αυτό τον κά?τοικο φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.

2.

O όρος «παροχή», σημαίνει ορισμένο ποσό που κατα?βάλλεται περιοδικώς κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα εφ’ όρου ζωής ή κατά την διάρκεια ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος συνέπεια αναληφθείσας υποχρέ?ωσης για την πραγματοποίηση των καταβολών αυτών έναντι επαρκούς και πλήρους χρηματικού ανταλλάγμα?τος ή ανταλλάγματος το οποίο αποτιμάται σε χρήμα.

Άρθρο 19

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

1.

α) Μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές, εκτός από σύνταξη, που καταβάλλονται από ένα Συμβαλ?λόμενο Κράτος ή μία πολιτική υποδιαίρεση ή μια τοπική αρχή αυτού σ’ ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό ή προς την υπο?διαίρεση ή προς την τοπική αρχή φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος.

Κράτος αυτό και το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος αυ?τού του Κράτους και: i) είναι υπήκοος αυτού του Κράτους, ή iii) δεν έγινε κάτοικος αυτού του Κράτους αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό παροχής των υπηρεσιών.

2.

α) Οποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μία πολιτική υποδιαίρεση ή από τοπική αρχή αυτού ή από ταμεία που συστάθηκαν από αυ?τά, σ’ ένα φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που παρασχέ?θηκαν προς το Κράτος αυτό ή προς την υποδιαίρεση ή προς την τοπική αρχή φορολογείται μόνο σ’ αυτό το Κρά?τος.

υπήκοος και κάτοικος του Κράτους αυτού.

3.

Οι διατάξεις των άρθρων 15, 16, 17 και 18 εφαρμόζο?νται σε μισθούς, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοι?βές και συντάξεις για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού.

Άρθρο 20

ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ Χρηματικά ποσά, τα οποία σπουδαστής ή μαθητευό?μενος ο οποίος είναι ή ήταν αμέσως πριν από την μετά?βασή του σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, και ο οποίος βρίσκεται στο πρώτο-μνημονευόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος μόνο για το σκοπό της εκπαίδευσής του ή της εξάσκησής του, λαμβάνει για το σκοπό της συντήρησής του, της εκπαί?δευσής του ή της εξάσκησής του, δεν φορολογoύνται σ’ αυτό το Κράτος υπό την προϋπόθεση ότι τα χρηματικά αυτά ποσά προκύπτουν από πηγές εκτός του Κράτους αυτού.

Άρθρο 21

ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ

1.

Καθηγητής ή δάσκαλος ο οποίος επισκέπτεται ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη για περίοδο που δεν θα υπερβαίνει τα δυο έτη με μοναδικό σκοπό τη διδασκα?λία ή την εκπόνηση προηγμένης μελέτης (συμπεριλαμ?βανομένης και της έρευνας) σε ένα πανεπιστήμιο, κο?λέγιο ή άλλο αναγνωρισμένο ερευνητικό κέντρο σε αυ?τό το Συμβαλλόμενο Κράτος και ο οποίος ήταν αμέσως πριν την επίσκεψη αυτή κάτοικος του άλλου Συμβαλλό?μενου Κράτους θα εξαιρείται από τη φορολογία στο πρώτο μνημονευόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος για οποι?αδήποτε αμοιβή λαμβάνει για την διδασκαλία ή την έρευνα για μια περίοδο που δεν θα υπερβαίνει τα δυο έτη από την ημερομηνία της πρώτης επίσκεψης σε αυ?τό το Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό αυτό. Τα άτο?μα που καλύπτονται από το Άρθρο αυτό έχουν δικαίω?μα να κάνουν χρήση των ευεργετικών διατάξεων του μόνο μια φορά. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6407 συγκεκριμενου προσώπου ή προσώπων.

Άρθρο 22

ΑΛΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ

1.

Εισοδήματα κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κρά?τους, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, η φορολογική με?ταχείριση των οποίων δεν ρυθμίζεται με τα προηγούμενα άρθρα αυτής της Σύμβασης φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.

2.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται επί εισοδήματος, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία όπως ορίζεται στη παράγραφο 2 του άρθρου 6, αν ο δικαιούχος αυτού του εισοδήματος όντας κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διεξάγει επιχειρηματική δραστηριότητα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό, ή ασκεί σ’ αυτό το άλλο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρε?σίες από μια καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό, και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με την οποία κατα?βάλλεται το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με αυτή τη μόνιμη εγκατάσταση ή την καθορισμένη βάση. Σε μια τέ?τοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του Άρθρου 7 ή του Άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 23

ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΧΟΥΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΥΠΕΡΑΚΤΙΕΣ (OFFSHORE) ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

1.

Οι διατάξεις αυτού του Άρθρου έχουν ισχύ ανεξάρ?τητα από κάθε άλλη διάταξη αυτής της Σύμβασης όπου οι δραστηριότητες (σε αυτό το άρθρο ονομάζονται «σχετι?κές δραστηριότητες»)διεξάγονται υπεράκτια σχετικά με την εξερεύνηση ή εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και του υπεδάφους και τους φυσικούς πόρους που βρίσκο?νται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος.

2.

Μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους η οποία διεξάγει σχετικές δραστηριότητες στο άλλο Συμ?βαλλόμενο Κράτος θα, υπό την επιφύλαξη της παραγρά?φου 3, θεωρείται ότι διεξάγει εργασίες σε αυτό το άλλο Κράτος διαμέσου μιας μόνιμης εγκατάστασης η οποία βρίσκεται σε αυτό.

3.

Σχετικές δραστηριότητες οι οποίες διεξάγονται από μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για περίοδο ή περιόδους οι οποί?ες δεν υπερβαίνουν αθροιζόμενες τις 30 ημέρες μέσα σε οποιαδήποτε 12 μήνη περίοδο δεν θα θεωρείται ότι συνι?στούν μόνιμη εγκατάσταση μέσω της οποίας διεξάγονται αυτές οι δραστηριότητες. Για τους σκοπούς της παρα?γράφου αυτής:

Κράτος συνδέεται με άλλη επιχείρηση η οποία διεξάγει ουσιαστικά παρόμοιες σχετικές δραστηριότητες σε αυτό η πρώτη επιχείρηση θα θεωρείται ότι διεξάγει καθ’ ολο?κληρίαν η ίδια τις δραστηριότητες της δεύτερης επιχεί?ρησης, εκτός κατά το μέτρο που αυτές οι δραστηριότητες διεξάγονται ταυτόχρονα με τις δικές της δραστηριότη?τες.

επιχείρηση εάν συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, έλεγχο ή κεφάλαιο της άλλης επιχείρησης ή εάν τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, έλεγχο ή κεφάλαιο και των δυο επιχειρήσεων.

4.

Κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ο οποίος διε?ξάγει σχετικές δραστηριότητες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, οι οποίες είναι επαγγελματικές υπηρεσίες ή άλλες δραστηριότητες ανεξαρτήτου χαρακτήρα, θα θεωρούνται ότι ασκούν αυτές τις δραστηριότητες από μια καθορισμέ?νη βάση σε αυτό το άλλο Κράτος. Σε κάθε περίπτωση, ει?σόδημα αποκτώμενο από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε σχέση με τέτοια δραστηριότητα η οποία ασκεί?ται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δεν θα υπόκειται σε φορολογία στο άλλο Κράτος εάν οι δραστηριότητες ασκούνται σε αυτό το άλλο Κράτος για μια περίοδο ή πε?ριόδους οι οποίες δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 30 ημέρες για οποιαδήποτε χρονική περίοδο δώδεκα μηνών.

5.

Μισθοί, ημερομίσθια και παρόμοιες αμοιβές που απο?κτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σχε?τικά με απασχόληση, η οποία συνδέεται με σχετική δρα?στηριότητα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, στο μέτρο που η εργασία εκτελείται πέραν των θαλασσίων ακτών αυ?τού του αλλού Κράτους, μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 24

ΑΠΑΛΟΙΦΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

1.

Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της εσωτερικής νομοθεσίας της Ελληνικής Δημοκρατίας αναφορικά με την έκπτωση ως πίστωση έναντι του ελληνικού φόρου, του φόρου που έχει καταβληθεί σε έδαφος εκτός της Ελ?ληνικής Δημοκρατίας (ο οποίος δεν θα επηρεάζει τη βα?σική αρχή του παρόντος):

τους νόμους της Ιρλανδίας και σε συμφωνία με τη Σύμβα?ση αυτή, είτε άμεσα ή ως αφαίρεση στα κέρδη, εισόδημα ή ωφέλεια από πηγές εντός της Ιρλανδίας (αποκλειομέ?νου στη περίπτωση του μερίσματος του φόρου που κατα?βάλλεται σε σχέση με τα κέρδη από τα οποία το μέρισμα καταβάλλεται) θα αναγνωρίζεται ως πίστωση έναντι οιο?δήποτε ελληνικού φόρου υπολογιζόμενου με βάση το ίδιο κέρδος, εισόδημα ή ωφέλεια αναφορικά με τα οποία υπο?λογίσθηκε ο Ιρλανδικός φόρος.

η οποία είναι κάτοικος της Ελληνικής Δημοκρατίας και η οποία ελέγχει άμεσα ή έμμεσα το 10% (δέκα τοις εκατό) ή περισσότερο του δικαιώματος ψήφου της εταιρείας που καταβάλλει το μέρισμα, ή πίστωση θα λαμβάνει υπόψη (επιπρόσθετα του οποιοιδήποτε Ιρλανδικού φόρου που πιστώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγρά?φου (α) αυτής της παραγράφου) τον Ιρλανδικό φόρο που καταβάλλεται από την εταιρεία σε σχέση με τα κέρδη από τα ποια καταβάλλεται το μέρισμα.

2.

Με την προϋπόθεση των διατάξεων των νόμων της Ιρ?λανδίας αναφορικά με την αναγνώριση της έκπτωσης ως πίστωση έναντι του Ιρλανδικού φόρου, του φόρου που έχει καταβληθεί σε έδαφος εκτός Ιρλανδίας (ο οποίος δεν θα επηρεάζει τη βασική αρχή του παρόντος):

νόμους της Ελληνικής Δημοκρατίας κα σε συμφωνία με 6408 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) τα οποία το μέρισμα καταβάλλεται) θα αναγνωρίζεται ως πίστωση έναντι οιονδήποτε Ιρλανδικού φόρου υπολογι?ζόμενου με βάση το ίδιο κέρδος, εισόδημα ή ωφέλεια με βάση τα οποία υπολογίσθηκε ο Ελληνικός φόρος.

σε μια εταιρεία η οποία είναι κάτοικος της Ιρλανδίας και η οποία ελέγχει άμεσα ή έμμεσα το 10% (δέκα τοις εκατό) ή περισσότερο του δικαιώματος ψήφου της εταιρείας που καταβάλει το μέρισμα, η πίστωση θα λαμβάνει υπόψη (επιπρόσθετα του οιονδήποτε Ελληνικού φόρου που πι?στώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου (α) αυτής της παραγράφου) τον Ελληνικό φόρο που κα?ταβάλλεται από την εταιρεία σε σχέση με τα κέρδη από τα οποία καταβάλλεται το μέρισμα.

3.

Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 κέρδη, ει?σόδημα και ωφέλεια που κατέχει κάτοικος του ενός Συμ?βαλλόμενου Κράτους τα οποία μπορούν να φορολογη?θούν στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σύμφωνα με την Σύμβαση αυτή θα θεωρούνται ότι αποκτώνται από πηγές εντός αυτού του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους.

4.

Εάν σύμφωνα με τις όποιες διατάξεις της Σύμβασης αυτής εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους απαλλάσσεται του φόρου σε αυτό το Κράτος, αυτό το Κράτος μπορεί εντούτοις, κατά τον υπολογισμό του ποσού του φόρου επί του εναπομεί?ναντος εισοδήματος αυτού του κατοίκου, να λάβει υπόψη στον υπολογισμό το απαλλασσόμενο εισόδημα.

5.

Όπου, με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, εισόδη?μα ή ωφέλεια είναι μερικώς ή ολικώς απαλλασσόμενα του φόρου σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του άλλου Συμβαλλόμενου Κρά?τους, ένα άτομο, όσον αφορά το αναφερόμενο εισόδημα ή ωφέλεια, είναι υποκείμενο στο φόρο σε σχέση με το πο?σό το οποίο εμβάζεται ή λαμβάνεται σε αυτό το άλλο Κρά?τος, και όχι σε σχέση με το συνολικό πόσο, τότε η απαλ?λαγή που αναγνωρίζεται σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή στο πρώτο αναφερόμενο Κράτος θα εφαρμόζεται μόνο στο τμήμα του εισοδήματος ή ωφέλειας που εμβάζεται ή λαμβάνεται σε αυτό το άλλο Κράτος.

Άρθρο 25

ΜΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

1.

Υπήκοοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκει?νται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φο?ρολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτή διαδικασία, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φο?ρολογία και την σχετική διαδικασία στην οποία υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν υπήκοοι αυτού του άλλου Κρά?τους κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 1, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επί?σης σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.

2.

Η φορολογία επί μιας μόνιμης εγκατάστασης την οποία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διατη?ρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δεν επιβάλλεται κα?τά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό σ’ αυτό το άλλο Κράτος από τον τρόπο που επιβάλλεται η φορολογία επί επιχειρήσε?ων αυτού του άλλου Κράτους που διεξάγουν τις ίδιες δραστηριότητες. Η διάταξη αυτή δεν ερμηνεύεται ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί σε κα?τοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους οποιεσδή?ποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής κατάστασης ή οικογενειακών υποχρεώσεων τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.

3.

Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου 9, της παραγράφου 6 ή 7 του Άρθρου 11, ή της παραγράφου 6 ή 7 του Άρθρου 12, εφαρμόζονται, τόκοι, δικαιώματα και άλλες πληρωμές που καταβάλλονται από μία επιχείρηση ενός Συμβαλλό?μενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, αναγνωρίζονται κατά τον υπολογισμό των φο?ρολογητέων κερδών της εν λόγω επιχείρησης, ως έκπτω?ση με τους ίδιους όρους σαν να είχαν καταβληθεί σε κά?τοικο του πρώτου - μνημονευόμενου Κράτους.

4.

Επιχειρήσεις ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, των οποίων το κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, άμεσα ή έμμεσα, από ένα ή περισσότερους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο πρώ?το μνημονευόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτή διαδικασία η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τη σχετική διαδικασία στην οποία υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του πρώτου - μνημονευόμενου Κράτους.

Άρθρο 26

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΜΟΙΒΑΙΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

1.

Αν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών έχουν ή θα έχουν γι’ αυτό ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμ?φωνη με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, μπορεί, ανε?ξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών, να παρουσιάσει την υπόθεση του στην αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή, αν εφαρμόζεται γι’ αυ?τό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του Άρθρου 24, της αρμό?διας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Η υπόθεση πρέπει να παρουσιαστεί μέσα σε τρία χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης η οποία έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης.

2.

Η αρμόδια αρχή προσπαθεί, αν η ένσταση θεωρηθεί απ’ αυτήν ως βάσιμη και η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανο?ποιητική λύση, να επιλύει τη διαφορά με αμοιβαία συμ?φωνία με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, με σκοπό την αποφυγή φορολογίας που δεν εί?ναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης. Οποιαδήπο?τε συμφωνία επιτευχθεί εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις προθεσμίες που ορίζονται στην εσωτερική νομοθεσία των Συμβαλλομένων Κρατών.

3.

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών προ?σπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδή?ποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης.

4.

Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών μπο?ρούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας, με σκοπό την επίτευξη μιας συμφωνίας κατά την έννοια των προη?γούμενων παραγράφων. ΦΕΚ 262 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6409 ανταλλάσσουν πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή των εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλομένων Κρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. Η ανταλλαγή πληροφοριών δεν περιορίζεται από το Άρθρο 1. Όλες οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται θεωρούνται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους αυτού και απο?καλύπτονται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβα?νομένων δικαστηρίων και διοικητικών οργάνων) που σχε?τίζονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέ?λεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Τα πρό?σωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μό?νο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά την έπ’ ακροατηρίω διαδικασία ή σε δικαστικές αποφάσεις.

2.

Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος την υποχρέωση:

πρακτική της διοίκησης αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμε?νου Κράτους.

εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή παραγωγική δια?δικασία, ή πληροφορία, η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη με κανόνα δημόσιας τάξης (ordre public).

Άρθρο 28

ΜΕΛΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΞΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Τίποτα σ’ αυτή τη Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογι?κά προνόμια των μελών των διπλωματικών ή των προξενι?κών αποστολών τα οποία προβλέπονται από τους γενι?κούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή από διατάξεις ειδι?κών συμφωνιών.

Άρθρο 29

ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ

1.

Το καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη γνωστοποιεί στο άλλο την ολοκλήρωση των εσωτερικών νομικών δια?δικασιών για τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης.

2.

Αυτή η Σύμβαση θα έχει εφαρμογή κατά την ημερο?μηνία λήψης των γνωστοποιήσεων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι διατάξεις της θα έχουν ισχύ:

i)

αναφορικά με εισόδημα που αποκτάται κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος κατά το οποίο η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ. ii) αναφορικά με παρακρατούμενους στην πηγή φό?ρους κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος κατά το οποίο η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ.

i)

αναφορικά με φόρους εισοδήματος και φόρους από ωφέλεια από κεφάλαιο για οποιαδήποτε έτος κτήσης το οποίο αρχίζει κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρί?ου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος κατά το οποίο η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ. ii) αναφορικά με τον εταιρικό φόρο για οποιοδήποτε οι?κονομικό έτος που αρχίζει κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το έτος κατά το οποίο η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ.

Άρθρο 30

ΛΗΞΗ

1.

Η παρούσα Σύμβαση παραμένει σε ισχύ μέχρι να κα?ταγγελθεί από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος. Καθένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορεί να καταγγείλει αυτή την Σύμβαση, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά τη συ?μπλήρωση πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ με την προϋπόθεση ότι θα δοθεί έγγραφη γνωστοποίηση της λήξης τουλάχιστον έξι μήνες πριν μέσω διπλωματικής οδού.

2.

Σ’ αυτή τη περίπτωση, η Σύμβαση παύει να έχει εφαρ?μογή:

i)

αναφορικά με τους φόρους που παρακρατούνται στην πηγή, σε εισόδημα που αποκτάται κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την περίοδο που ορίζεται στην αναφερό?μενη γνωστοποίηση της καταγγελίας για παύση της Σύμ?βασης. ii) αναφορικά με τους λοιπούς φόρους, εισόδημα που αποκτάται κατά το φορολογικό έτος που αρχίζει κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογια?κού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η περίοδος που ορίζεται στην αναφερόμενη γνω?στοποίηση της καταγγελίας για παύση

i)

αναφορικά με φόρο εισοδήματος και φόρο από ωφε?λεία κεφαλαίου, για οποιοδήποτε έτος βεβαίωσης που αρχίζει ή τελειώνει κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ια?νουαρίου κατά το ημερολογιακό έτος που ακολουθεί την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία λή?γει η ως άνω γνωστοποίηση. ii) αναφορικά με το εταιρικό φόρο, για οποιοδήποτε οι?κονομικό έτος που αρχίζει κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ως άνω γνωστο?ποίηση. ΣΕ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογεγραμμένοι, νόμιμα εξουσιοδοτημένοι για αυτό, υπέγραψαν αυτή τη Σύμβαση. Έγινε σε δυο αντίγραφα στην Αθήνα την 24 Νοεμβρίου του 2003 στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα, όλα τα κεί?μενα είναι εξίσου αυθεντικά. Σε περίπτωση αμφιβολίας στη μετάφραση, το αγγλικό κείμενο υπερισχύει. Για την Κυβέρνηση Για την Κυβέρνηση της της Ελληνικής Δημοκρατίας Δημοκρατίας της Ιρλανδίας ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ ΜΑRGARET HENNESSY Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Αmbassador 6410 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) φοροδιαφυγής, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ιρλανδίας, αναφορικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, οι υπογεγραμμένοι συμφώνησαν ότι τα ακόλουθα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης. Συμπληρωματικά στο Άρθρο 4

4.

Για τους σκοπούς της παρούσας σύμβασης, ένα ανα?γνωρισμένο συνταξιοδοτικό ταμείο που εδρεύει σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρείται κάτοικος του Κράτους αυτού. Σε επιβεβαίωση των ανωτέρω, οι υπογεγραμμένοι νόμι?μα εξουσιοδοτημένοι γι’ αυτό, υπέγραψαν αυτή την Σύμ?βαση. Έγινε σε δυο πρωτότυπα στις 24 Noεμβρίου του 2003 στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα, κάθε κείμενο είναι εξί?σου αυθεντικό, σε περίπτωση αμφιβολίας στη μετάφρα?ση το Αγγλικό κείμενο υπερισχύει. Για την Κυβέρνηση Για την Κυβέρνηση της της Ελληνικής Δημοκρατίας Δημοκρατίας της Ιρλανδίας ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ ΜΑRGARET HENNESSY Υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Αmbassador CONVENTION BETWEEN THE HELLENIC REPUBLIC AND IRELAND FOR THE AVOIDANCE OF DOUBLE TAXATION AND THE PREVENTION OF FISCAL EVASION WITH RESPECT TO TAXES ON INCOME AND CAPITAL GAINS The Government of the Hellenic Republic and the Gov?ernment of Ireland, desiring to conclude a Convention for the avoidance of double taxation and the prevention of fis?cal evasion with respect to taxes on income and capital gains, have agreed as follows: Article 1 PERSONAL SCOPE This Convention shall apply to persons who are residents of one or both of the Contracting States. Article 2 TAXES COVERED

1.

This Convention shall apply to taxes on income and capital gains imposed by each Contracting State, irre?spective of the manner in which they are levied.

2.

There shall be regarded as taxes on income and cap?ital gains all taxes imposed on total income or on elements of income, including taxes on gains from the alienation of movable or immovable property, as well as taxes on capital appreciation.

3.

The existing taxes to which this Convention shall apply are: (a) in the case of the Hellenic Republic: (i) income tax on individuals; and (ii) income tax on legal persons (hereinafter referred to as «Hellenic tax»); (b) in the case of Ireland: (i) the income tax; (ii) the corporation tax; and (iii) the capital gains tax; (hereinafter referred to as «Irish tax»).

4.

The Convention shall apply also to any identical or substantially similar taxes which are imposed after the date of signature of the Convention in addition to, or in place of, the existing taxes. The competent authorities of the Con?tracting States shall notify each other of any substantial changes which have been made in their respective taxation laws. Article 3 GENERAL DEFINITIONS

1.

For the purposes of this Convention, unless the con?text otherwise requires: (a) the term «Hellenic Republic» comprises the territory of the Hellenic Republic including its territorial sea as well as the part of the sea, the sea-bed and its subsoil under the Mediterranean Sea, over which the Hellenic Republic, in accordance with its internal legislation and international law, has sovereign rights for the purpose of exploration, extraction or exploitation of the natural resources of such areas; (b) the term «Ireland» includes any area outside the ter?ritorial waters of Ireland which, in accordance with inter?national law, has been or may hereafter be designated un?der the laws of Ireland concerning the Continental Shelf, as an area within which the rights of Ireland with respect to the sea bed and subsoil and their natural resources may be exercised; (c) the terms «Contracting State», «one of the Contrac?ting States» and «the other Contracting State» mean the Hellenic Republic or Ireland, as the context requires; and the term «Contracting States» means the Hellenic Repub?lic and Ireland; (d) the term «person» includes an individual, a company and any other body of persons; (e) the term «company» means any body corporate or any entity which is treated as a body corporate for tax pur?poses; (f) the terms «enterprise of a Contracting State» and «en?terprise of the other Contracting State» mean respectively an enterprise carried on by a resident of a Contracting State and an enterprise carried on by a resident of the oth?er Contracting State; (g) the term «international traffic» means any transport by a ship or aircraft, except when the ship or aircraft is oper?ated solely between places in the other Contracting State; (h) the term «a national» means: (i) in relation to the Hellenic Republic, any individual pos?sessing the nationality of the Hellenic Republic and any le?gal person, partnership and association deriving its status as such from the laws of the Hellenic Republic; (ii) in relation to Ireland, any citizen of Ireland and any le?gal person, association or other entity deriving its status as such from the laws in force in Ireland; (i) the term «competent authority» means: (i) in the case of the Hellenic Republic, the Minister of Economy and Finance or his authorised representative; (ii) in the case of Ireland, the Revenue Commissioners or their authorised representative.

2.

As regards the application of the Convention by a Con?tracting State, any term not defined therein shall, unless the ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6411 Article 4 RESIDENT

1.

For the purposes of this Convention, the term «resident of a Contracting State» means any person who, under the laws of that State, is liable to tax therein by reason of his domicile, residence, place of management or any other cri?terion of a similar nature. But this term does not include any person who is liable to tax in that State in respect only of in?come from sources in that State.

2.

Where by reason of the provisions of paragraph 1 an individual is a resident of both Contracting States, then his status shall be determined as follows: (a) he shall be deemed to be a resident of the State in which he has a permanent home available to him; if he has a permanent home available to him in both States, he shall be deemed to be a resident only of the State with which his personal and economic relations are closer (centre of vital interests); (b) if the State in which he has his centre of vital interests cannot be determined, or if he has not a permanent home available to him in either State, he shall be deemed to be a resident only of the State in which he has an habitual abode; (c) if he has an habitual abode in both States or in neither of them, he shall be deemed to be a resident only of the State of which he is a national; (d) if he is a national of both States or of neither of them, the competent authorities of the Contracting States shall settle the question by mutual agreement.

3.

Where by reason of the provisions of paragraph 1 a per?son other than an individual is a resident of both Contrac?ting States, then it shall be deemed to be a resident only of the State in which its place of effective management is sit?uated. Article 5 PERMANENT ESTABLISHMENT

1.

For the purposes of this Convention, the term «perma?nent establishment» means a fixed place of business through which the business of an enterprise is wholly or partly carried on.

2.

The term «permanent establishment» includes espe?cially: (a) a place of management; (b) a branch; (c) an office; (d) a factory; (e) a workshop; and (f) a mine, an oil or gas well, a quarry or any other place of extraction of natural resources.

3.

The term «permanent establishment» shall also in?clude a building site, a construction, assembly or instal?lation project, or supervisory activities in connection there?with, but only if such building site, project or activities last more than nine months.

4.

Notwithstanding the preceding provisions of this Arti?cle, the term «permanent establishment» shall be deemed not to include: (a) the use of facilities solely for the purpose of storage, display or delivery of goods or merchandise belonging to the enterprise; (b) the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the enterprise solely for the purpose of stor?age, display or delivery; (c) the maintenance of a stock of goods or merchandise belonging to the enterprise solely for the purpose of pro?cessing by another enterprise; (d) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of purchasing goods or merchandise, or of collecting information, for the enterprise; (e) the maintenance of a fixed place of business solely for the purpose of carrying on, for the enterprise, any other ac?tivity of a preparatory or auxiliary character; (f) the maintenance of a fixed place of business solely for any combination of activities mentioned in subparagraphs (a) to (e), provided that the overall activity of the fixed place of business resulting from this combination is of a preparatory or auxiliary character.

5.

Notwithstanding the provisions of paragraphs 1 and 2, where a person - other than an agent of an independent status to whom paragraph 6 applies - is acting on behalf of an enterprise and has, and habitually exercises, in a Con?tracting State an authority to conclude contracts in the name of the enterprise, that enterprise shall be deemed to have a permanent establishment in that State in respect of any activities which that person undertakes for the enter?prise, unless the activities of such person are limited to those mentioned in paragraph 4 which, if exercised through a fixed place of business, would not make this fixed place of business a permanent establishment under the provisions of that paragraph.

6.

An enterprise shall not be deemed to have a perma?nent establishment in a Contracting State merely because it carries on business in that State through a broker, gen?eral commission agent or any other agent of an indepen?dent status, provided that such persons are acting in the ordinary course of their business.

7.

The fact that a company which is a resident of a Con?tracting State controls or is controlled by a company which is a resident of the other Contracting State, or which carries on business in that other State (whether through a perma?nent establishment or otherwise), shall not of itself con?stitute either company a permanent establishment of the other. Article 6 INCOME FROM IMMOVABLE PROPERTY

1.

Income derived by a resident of a Contracting State from immovable property (including income from agri?culture or forestry) situated in the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.

The term «immovable property» shall have the meaning which it has under the law of the Contracting State in which the property in question is situated. The term shall in any case include property accessory to immovable property, livestock and equipment used in agriculture and forestry, rights to which the provisions of general law respecting landed property apply, usufruct of immovable property and rights to variable or fixed payments as consideration for the working of, or the right to work, mineral deposits, sources 6412 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) derived from the direct use, letting or use in any other form of immovable property.

4.

The provisions of paragraphs 1 and 3 shall also apply to the income from immovable property of an enterprise and to income from immovable property used for the per?formance of independent personal services. Article 7 BUSINESS PROFITS

1.

The profits of an enterprise of a Contracting State shall be taxable only in that State unless the enterprise carries on business in the other Contracting State through a per?manent establishment situated therein. If the enterprise carries on business as aforesaid, the profits of the enter?prise may be taxed in the other State but only so much of them as is attributable to that permanent establishment.

2.

Subject to the provisions of paragraph 3, where an en?terprise of a Contracting State carries on business in the other Contracting State through a permanent establish?ment situated therein, there shall in each Contracting State be attributed to that permanent establishment the profits which it might be expected to make if it were a distinct and separate enterprise engaged in the same or similar activi?ties under the same or similar conditions and dealing whol?ly independently with the enterprise of which it is a perma?nent establishment.

3.

In determining the profits of a permanent establish?ment, there shall be allowed as deductions expenses which are incurred for the purposes of the permanent es?tablishment, including executive and general admin?istrative expenses so incurred, whether in the State in which the permanent establishment is situated or else?where.

4.

Insofar as it has been customary in a Contracting State to determine the profits to be attributed to a permanent es?tablishment on the basis of an apportionment of the total profits of the enterprise to its various parts, nothing in para?graph 2 shall preclude that Contracting State from deter?mining the profits to be taxed by such an apportionment as may be customary; the method of apportionment adopted shall, however, be such that the result shall be in accor?dance with the principles contained in this Article.

5.

No profits shall be attributed to a permanent establish?ment by reason of the mere purchase by that permanent establishment of goods or merchandise for the enterprise.

6.

For the purposes of the preceding paragraphs, the profits to be attributed to the permanent establishment shall be determined by the same method year by year un?less there is good and sufficient reason to the contrary.

7.

Where profits include items of income or gains from the alienation of any property which are dealt with separately in other Articles of this Convention, then the provisions of those Articles shall not be affected by the provisions of this Article. Article 8 SHIPPING AND AIR TRANSPORT

1.

Profits derived from the operation of ships engaged in international traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the ships are registered or by which they are documented.

2.

Subject to the provisions of paragraph 1, income de?rived by an enterprise of a Contracting State from the op?eration of ships in international traffic shall be taxable only in that Contracting State.

3.

Profits derived from the operation of aircraft in inter?national traffic shall be taxable only in the Contracting State in which the place of effective management of the enter?prise is situated.

4.

For the purposes of this Article, profits derived from the operation of ships or aircraft in international traffic include profits derived from the rental of ships or aircraft if such ships or aircraft are operated in international traffic by the lessee or if such rental profits are incidental to other profits described in paragraphs 1,2 and 3.

5.

The provisions of paragraphs 1, 2 and 3 of this Article shall also apply to profits from the participation in a pool, a joint business or an international operating agency. Article 9 ASSOCIATED ENTERPRISES

1.

Where (a) an enterprise of a Contracting State participates di?rectly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of the other Contracting State, or (b) the same persons participate directly or indirectly in the management, control or capital of an enterprise of a Con?tracting State and an enterprise of the other Contracting State, and in either case conditions are made or imposed be?tween the two enterprises in their commercial or financial relations which differ from those which would be made be?tween independent enterprises, then any profits which would, but for those conditions, have accrued to one of the enterprises, but, by reason of those conditions have not so accrued, may be included in the profits of that enterprise and taxed accordingly.

2.

Where a Contracting State includes in the profits of an enterprise of that State - and taxes accordingly - profits on which an enterprise of the other Contracting State has been charged to tax in that other State and the profits so in?cluded are profits which would have accrued to the enter?prise of the first-mentioned State if the conditions made be?tween the two enterprises had been those which would have been made between independent enterprises, then that other State shall make an appropriate adjustment to the amount of the tax charged therein on those profits. In determining such adjustment, due regard shall be had to the other provisions of this Convention and the competent authorities of the Contracting States shall if necessary con?sult each other. Article 10 DIVIDENDS

1.

Dividends paid by a company which is a resident of a Contracting State to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.

However, such dividends may also be taxed in the Contracting State of which the company paying the divi?dends is a resident and according to the laws of that State, ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 6413 beneficial owner is a company which holds directly at least 25 per cent of the voting power of the company paying the dividends; (b) 15 per cent of the gross amount of the dividends in all other cases. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of these limitations. This paragraph shall not affect the taxation of the com?pany in respect of the profits out of which the dividends are paid.

3.

The term «dividends» as used in this Article means in?come from shares or other rights, not being debt-claims, and includes any income or distribution assimilated to in?come from shares under the taxation laws of the Contrac?ting State of which the company paying the dividends or in?come or making the distribution is a resident.

4.

The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the dividends, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Con?tracting State of which the company paying the dividends is a resident, through a permanent establishment situated therein, or performs in that other State independent per?sonal services from a fixed base situated therein, and the holding in respect of which the dividends are paid is effec?tively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Arti?cle 14, as the case may be, shall apply.

5.

Where a company which is a resident of a Contracting State derives profits or income from the other Contracting State, that other State may not impose any tax on the divi?dends paid by the company, except insofar as such divi?dends are paid to a resident of that other State or insofar as the holding in respect of which the dividends are paid is ef?fectively connected with a permanent establishment or a fixed base situated in that other State, nor subject the com?pany’s undistributed profits to a tax on the company’s undistributed profits, even if the dividends paid or the undistributed profits consist wholly or partly of profits or in?come arising in such other State. Article 11 INTEREST

1.

Interest arising in a Contracting State and paid to a res?ident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.

However, such interest may also be taxed in the Con?tracting State in which it arises and according to the laws of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the interest the tax so charged shall not exceed 5 per cent of the gross amount of the interest. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of this limitation.

3.

The term «interest», as used in this Article, means in?come from debt-claims of every kind, whether or not se?cured by mortgage, and whether or not carrying a right to participate in the debtor’s profits, and in particular, income from government securities and income from bonds or debentures, including premiums and prizes attaching to such securities, bonds or debentures as well as all other in?come assimilated to income from money lent by the laws of the State in which the income arises but does not include any income which is treated as a dividend under Article 10. Penalty charges for late payment shall not be regarded as interest for the purpose of this Article.

4.

The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the interest, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Con?tracting State in which the interest arises, through a per?manent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the debt-claim in respect of which the interest is paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

5.

Interest shall be deemed to arise in a Contracting State when the payer is that State itself, a political subdivision, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the interest, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a per?manent establishment or a fixed base in connection with which the indebtedness on which the interest is paid was incurred, and such interest is borne by such permanent es?tablishment or fixed base, then such interest shall be deemed to arise in the State in which the permanent es?tablishment or fixed base is situated.

6.

Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the interest, having regard to the debt-claim for which it is paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relation?ship, the provisions of this Article shall apply only to the last-mentioned amount. In such case, the excess part of the payments shall remain taxable according to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Convention.

7.

The provisions of this Article shall not apply if the debt?claim in respect of which the interest is paid was created or assigned mainly for the purpose of taking advantage of this Article and not for bona fide commercial reasons. Article 12 ROYALTIES

1.

Royalties arising in a Contracting State and paid to a resident of the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.

However, such royalties may also be taxed in the Con?tracting State in which they arise and according to the law of that State, but if the recipient is the beneficial owner of the royalties the tax so charged shall not exceed 5 per cent of the gross amount of the royalties. The competent authorities of the Contracting States shall by mutual agreement settle the mode of application of this limitation.

3.

The term «royalties», as used in this Article, means pay?ments of any kind received as a consideration for the use of, or the right to use, any copyright of literary, artistic or sci?entific work (including motion pictures or films, recordings 6414 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

4.

The provisions of paragraphs 1 and 2 shall not apply if the beneficial owner of the royalties, being a resident of a Contracting State, carries on business in the other Con?tracting State in which the royalties arise, through a per?manent establishment situated therein, or performs in that other State independent personal services from a fixed base situated therein, and the right or property in respect of which the royalties are paid is effectively connected with such permanent establishment or fixed base. In such case the provisions of Article 7 or Article 14, as the case may be, shall apply.

5.

Royalties shall be deemed to arise in a Contracting State where the payer is that State itself, a political subdivi?sion, a local authority or a resident of that State. Where, however, the person paying the royalties, whether he is a resident of a Contracting State or not, has in a Contracting State a permanent establishment or a fixed base in con?nection with which the obligation to pay the royalties was incurred and such royalties are borne by that permanent establishment or fixed base, then such royalties shall be deemed to arise in the Contracting State in which the per?manent establishment or fixed base is situated.

6.

Where, by reason of a special relationship between the payer and the beneficial owner or between both of them and some other person, the amount of the royalties, having regard to the use, right or information for which they are paid, exceeds the amount which would have been agreed upon by the payer and the beneficial owner in the absence of such relationship, the provisions of this Article shall ap?ply only to the last-mentioned amount. In such case, the excess part of the payments shall remain taxable accord?ing to the laws of each Contracting State, due regard being had to the other provisions of this Convention.

7.

The provisions of this Article shall not apply if the right or property giving rise to the royalties was created or as?signed mainly for the purpose of taking advantage of this Article and not for bona fide commercial reasons. Article 13 CAPITAL GAINS

1.

Gains derived by a resident of a Contracting State from the alienation of immovable property referred to in Article 6 and situated in the other Contracting State may be taxed in that other State.

2.

Gains derived by a resident of a Contracting State from the alienation of shares deriving more than 50% of their value directly or indirectly from immovable property sit?uated in the other Contracting State may be taxed in that other State.

3.

Gains, other than those dealt with in paragraph 2, from the alienation of movable property forming part of the busi?ness property of a permanent establishment which an en?terprise of a Contracting State has in the other Contracting State or of movable property pertaining to a fixed base available to a resident of a Contracting State in the other Contracting State for the purpose of performing indepen?dent personal services, including such gains from the alienation of such a permanent establishment (alone or with the whole enterprise) or of such fixed base, may be taxed in that other State.

5.

Gains from the alienation of ships or aircraft operated in international traffic, or movable property pertaining to the operation of such ships or aircraft, shall be taxable only in the Contracting State in which the profits of such ships or aircraft are taxable according to the provisions of Article 8.

5.

Gains from the alienation of any property, other than that referred to in the preceding paragraphs of this Article, shall be taxable only in the Contracting State of which the alienator is a resident. In the case that the alienator was a resident of the other Contracting State during the last three years preceding the year of the alienation of the property, the gains may be taxed also in the other Contracting State. Article 14 INDEPENDENT PERSONAL SERVICES

1.

Income derived by a resident of a Contracting State in respect of professional services or other activities of an in?dependent character shall be taxable only in that State un?less he has a fixed base regularly available to him in the oth?er Contracting State for the purpose of performing his ac?tivities. If he has such a fixed base, the income may be taxed in the other State but only so much of it as is attributable to that fixed base.

2.

The term «professional services» includes especially in?dependent scientific, literary, artistic, educational or teaching activities as well as the independent activities of physicians, lawyers, engineers, architects, dentists and accountants. Article 15 DEPENDENT PERSONAL SERVICES

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)