Νόμοι — ΦΕΚ A' 263/2008
Συμβούλιο Ασφάλειας και Πολιτικής Προστασίας
Στο Υπουργείο Εσωτερικών ιδρύεται και λειτουργεί Συμβούλιο Ασφάλειας και Πολιτικής Προστασίας (Σ.Α.Π.Π.), το οποίο συγκροτείται από τους: α. Υπουργό Εσωτερικών, ως πρόεδρο. β. Υφυπουργό Εσωτερικών αρμόδιο για θέματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. γ. Υφυπουργό Εσωτερικών αρμόδιο για θέματα Δημόσιας Τάξης. δ. Γενικό Γραμματέα Εσωτερικών. ε. Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης. στ. Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας. ζ. Αρχηγό Ελληνικής Αστυνομίας. η. Αρχηγό Πυροσβεστικού Σώματος. θ. Αρχηγό Ελληνικής Αγροφυλακής. ι. Διοικητή Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. ια. Διευθυντή Διεύθυνσης Παλλαϊκής Αμυνας (Π.ΑΜ.)Πολιτικής Σχεδίασης Εκτακτης Ανάγκης (Π.Σ.Ε.Α.), ως μέλη.
Τα μέλη του ανωτέρω Συμβουλίου δεν αναπληρώνονται σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του Υπουργού αναπληρώνεται από τον Υφυπουργό.
Το Συμβούλιο Ασφάλειας και Πολιτικής Προστασίας έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α. Προβαίνει σε εκτιμήσεις καταστάσεων, που παρουσιάζονται στην Επικράτεια της Χώρας ή στον ευρύτερο γεωγραφικό της χώρο και είναι δυνατόν να επηρεάσουν σοβαρά την ασφάλεια και δημόσια τάξη, την πυρασφάλεια και δασοπυρόσβεση, την αγροτική ασφάλεια και την πολιτική προστασία ή να οδηγήσουν σε κρίση ή να δημιουργήσουν συνθήκες κρίσεως που απαιτείται άμεση αντίδραση. β. Διαχειρίζεται τα κρίσιμα θέματα κοινής αρμοδιότητας των Σωμάτων και υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και αποφασίζει για την ακολουθητέα στρατηγική, παρέχοντας κατευθύνσεις προς αντιμετώπισή τους. γ. Καθορίζει τρόπους αποτελεσματικότερης συνεργασίας επί θεμάτων κοινής αρμοδιότητας των Σωμάτων και Υπηρεσιών των Γενικών Γραμματειών Δημόσιας Τάξης και Πολιτικής Προστασίας. δ. Αποφασίζει επί θεμάτων κοινών δομών, διυπηρεσιακής συνεργασίας και διαλειτουργικότητας, αποτελεσματικότητας και κοινής αρμοδιότητας των Σωμάτων και Υπηρεσιών των Γενικών Γραμματειών Δημόσιας Τάξης και Πολιτικής Προστασίας και εξετάζει θέματα που αφορούν τη δομή των δυνάμεων, κοινά εξοπλιστικά ή ερευνητικά προγράμματα, καθώς και αντίστοιχα ζητήματα προϋπολογισμού και Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. ε. Εξετάζει κάθε άλλο θέμα αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο κρίνεται σκόπιμο να συζητηθεί.
Η άσκηση των αρμοδιοτήτων του εν λόγω Συμβουλίου δεν θίγει αρμοδιότητες και λειτουργίες άλλων συλλογικών οργάνων των Σωμάτων και Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών.
Το Συμβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρο του, ο οποίος καθορίζει και την ημερήσια διάταξη του.
Στο Συμβούλιο μπορούν να προσκαλούνται υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Εσωτερικών, εκπρόσωποι άλλων Υπουργείων και δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, καθώς και εμπειρογνώμονες και ειδικοί επιστήμονες.
Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί κατά περίπτωσηανώτατος ή ανώτερος αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνο Στις Υπηρεσίες κοινοποιούνται μόνο οι αποφάσεις του Συμβουλίου προς υλοποίηση.
Άρθρο 25
Στοιχεία αιτήσεων προς τη Διοίκηση Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «4. Τα στοιχεία της ταυτότητας που αναφέρονται στην αίτηση, όταν πρόκειται για Έλληνες πολίτες, αποδεικνύονται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ή τη σχετική προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ή το διαβατήριο ή την άδεια οδήγησης ή το ατομικό βιβλιάριο υγείας όλων των ασφαλιστικών φορέων.»
Άρθρο 26
Αυτοματοποίηση Διεκπεραίωσης Υποθέσεων από τη Διοίκηση
Τα ηλεκτρονικά αιτήματα τα οποία υποβάλλονταιστις Δημόσιες Υπηρεσίες, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 32 του ν.3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α΄), είτε απευθείας από τους αιτούντες είτε μέσω Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών είτε στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης αναζήτησης δικαιολογητικών διεκπεραιώνονται αυτόματα, με την υποστήριξηκαι χρήση κατάλληλων Πληροφοριακών Συστημάτωναπό τους αρμόδιους φορείς, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Η διεκπεραίωση της υπόθεσης και η έκδοση της σχετικής πράξης βασίζεται σε στοιχεία τα οποία έχουν ελεγχθεί και έχει επιβεβαιωθεί η γνησιότητα και εγκυρότητα τους από τους αρμόδιους φορείς κατά το στάδιο της καταχώρισης των στοιχείων στο εκάστοτε Πληροφοριακό Σύστημα. β. Ο αρμόδιος για την έκδοση της πράξης φορέας παρέχει στους λοιπούς φορείς του δημόσιου τομέα και τους τρίτους τη δυνατότητα ηλεκτρονικής επαλήθευσης και επιβεβαίωσης του περιεχομένου και της γνησιότητας της εκδιδόμενης σε ψηφιακή μορφή πράξης.
Η ηλεκτρονική έκδοση της πράξης σε ψηφιακή μορφή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου από τους αρμόδιους φορείς συνιστά έκδοση διοικητικής πράξης. Η εκτύπωση της εκδιδόμενης πράξης σύμφωνα με τα ανωτέρω επέχει θέση ακριβούς αντιγράφου, το οποίο επικυρώνεται από τη διοικητική αρχή που παραλαμβάνει το αίτημα.
Η ψηφιοποίηση διοικητικής πράξης, που εκδόθηκε σε έντυπη μορφή, απαιτεί ψηφιοποίηση του πρωτοτύπου και επικύρωση από τον αρμόδιο υπάλληλο της διοικητικής αρχής που το εξέδωσε ή άλλης με υποχρεωτική χρήση ψηφιακής υπογραφής.
Άρθρο 27
Αρμοδιότητες Υπηρεσίας Ανάπτυξης Πληροφορικής
Η Υπηρεσία Ανάπτυξης Πληροφορικής της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της είναι υπεύθυνη για: α. Τον καθορισμό του Πλαισίου Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και ιδίως των προδιαγραφών, των κανόνων και των προτύπων σχετικά με: i) To σχεδιασμό, ανάπτυξη, συντήρηση και λειτουργία των διαδικτυακών τόπων και πληροφοριακών συστημάτων της Δημόσιας Διοίκησης. ii) Την ανάπτυξη και παροχή ολοκληρωμένων ηλεκτρονικών υπηρεσιών από τους φορείς του δημόσιου τομέα. iii) Τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας σε οργανωτικό, σημασιολογικό και τεχνολογικό επίπεδο, για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ πληροφοριακών συστημάτων των φορέων του δημόσιου τομέα. iν) Την εγγραφή, ταυτοποίηση και ηλεκτρονική αναγνώριση πολιτών και επιχειρήσεων σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες του δημόσιου τομέα.
- ν) Τη διαχείριση του Μητρώου για την καταχώριση
των παρεχόμενων υπηρεσιών από φορείς της Δημόσιας Διοίκησης (Μητρώο Διαλειτουργικότητας). β. Το συντονισμό και υποστήριξη των αρμόδιων υπηρεσιών του Δημοσίου για την παροχή υπηρεσιών πληροφόρησης και ηλεκτρονικών συναλλαγών μέσω Κεντρικών Διαδικτυακών Πυλών της Δημόσιας Διοίκησης, σύμφωνα με το Πλαίσιο Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. γ. Το συντονισμό και την παρακολούθηση της λειτουργίας οριζόντιων έργων του Υπουργείου Εσωτερικών που υποστηρίζουν την ανάπτυξη και παροχή Ολοκληρωμένων Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. δ. Την αντιμετώπιση κάθε άλλου θέματος που αφορά στην παροχή Ολοκληρωμένων Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κυρώνεται το Πλαίσιο Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Με αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ρυθμίζονται, όπου απαιτείται, ζητήματα ολοκλήρωσης και αυτοματοποίησης ηλεκτρονικών υπηρεσιών στο Πλαίσιο Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, τα οποία εμπίπτουν στη αρμοδιότητα άλλων φορέων του δημόσιου τομέα.
Από τις ρυθμίσεις των παραπάνω παραγράφων εξαιρείται η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
Άρθρο 28
Θέματα Επιχειρησιακών Προγραμμάτων
Με προκήρυξη που εκδίδεται από την Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφος 3 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α), επιλέγονται έως διακόσια (200) κατ’ ανώτατο όριο άτομα, κάτοχοι πτυχίων Σχολών ή Τμημάτων Πληροφορικής A.E.Ι. ή Τ.Ε.Ι ή συναφών, για τη συμμετοχή τους σε πρόγραμμα εκπαίδευσης και διορισμό τους σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους. Με την προκήρυξη μπορεί να ορίζονται συγκεκριμένες ειδικότητες πληροφορικής ή συναφείς ειδικότητες που καθορίζονται από το Υπουργείο Εσωτερικών.
Το προσωπικό αυτό εκπαιδεύεται σε ειδικά θέματα που σχετίζονται με το σχεδιασμό, παρακολούθηση και εκτέλεση δράσεων των επιχειρησιακών προγραμμάτων του Ε.Σ.Π.Α. ή άλλων κοινοτικών ή ειδικών προγραμμάτων. Τα θέματα εκπαίδευσης προσδιορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Το πρόγραμμα εκπαίδευσης οργανώνεται και εκτελείται από την ΕλΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4265
Το προσωπικό αυτό, μετά την εκπαίδευση του, διατίθεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών για διορισμό στις Περιφέρειες και τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις. Ο διορισμός ανατρέχει στην ημερομηνία ένταξης τους στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Με την απόφαση διάθεσης καθορίζονται οι κλάδοι ή και οι ειδικότητες σε θέσεις των οποίων διορίζονται. Αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις ή δεν επαρκούν συνιστώνται αυτοδικαίως με την απόφαση διάθεσης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Κατά το διάστημα της εκπαίδευσης και ως το διορισμό καταβάλλονται οι τακτικές αποδοχές νεοδιοριζόμενου υπαλλήλου αντίστοιχου κλάδου ή ειδικότητας. Οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών/Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης στον οποίο εγγράφονται οι σχετικές πιστώσεις.
α. Στο πλαίσιο εκτέλεσης του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007−2013» του Υπουργείου Εσωτερικών συγκροτείται Συμβουλευτική Επιτροπή αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες υψηλού κύρους και επαγγελματικής κατάρτισης, Ελληνες και αλλοδαπούς, η οποία αποτελείται κατ’ ανώτατο όριο από 25 μέλη. β. Αποστολή της Συμβουλευτικής Επιτροπής είναι η επιστημονική υποστήριξη για την εφαρμογή του Επιχειρησιακού Προγράμματος, η παρακολούθηση της προόδου και των αποτελεσμάτων του και η υποβολή προτάσεων και εισηγήσεων για την καλύτερη αποτελεσματικότητά του. γ. Η Συμβουλευτική Επιτροπή συνέρχεται τακτικώς μία (1) φορά το έτος και εκτάκτως, εάν απαιτείται, μετά από πρόσκληση του Υπουργού Εσωτερικών. δ. Στα μέλη της Επιτροπής καταβάλλεται αποζημίωση που καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, στην οποία περιλαμβάνονται και τα έξοδα μετάβασης, επιστροφής και διαμονής, η οποία δεν θα υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες κάθε φορά.
Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του ν. 3389/2005 (ΦΕΚ 232 Α), όπως τροποποιήθηκαν με τηνπαράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 3483/2006 (ΦΕΚ 169Α΄), εφαρμόζονται και επί της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης τουΥπουργείου Εσωτερικών για τις ανάγκες του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Διοικητική Μεταρρύθμιση 2007−2013». Η προβλεπόμενη στις ανωτέρω διατάξεις απόφαση εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών.
Άρθρο 29
Ρυθμίσεις διαδικαστικών θεμάτων διενέργειας των εκλογών
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του π.δ. 96/2007 (ΦΕΚ116 Α) καταργείται.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 68 του π.δ. 96/2007 (ΦΕΚ 116 Α) αντικαθίσταται, ως ακολούθως: «3. Αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής διορίζονται:
- α) Οι πρωτοδίκες και οι αντιεισαγγελείς πρωτοδικών.
- β) Οι πάρεδροι των πρωτοδικείων και των εισαγγελιών
πρωτοδικών.
- γ) Οι εισηγητές του Συμβουλίου Επικρατείας.
- δ) Οι εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
- ε) Οι πρωτοδίκες και οι πάρεδροι των διοικητικών
πρωτοδικείων.
- στ) Οι σπουδαστές της Εθνικής Σχολής Δικαστών.
- ζ) Οι δικαστικοί αντιπρόσωποι του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
- η) Οι ειρηνοδίκες και οι πταισματοδίκες.
- θ) Οι δικηγόροι.
- ι) Οι συμβολαιογράφοι.
- ια) Οι έμμισθοι και άμισθοι υποθηκοφύλακες.
- ιβ) Οι υπάλληλοι με βαθμό Α΄ ή Β΄ της γραμματείας
των δικαστηρίων, δηλαδή του Συμβουλίου Επικρατείας, όλων των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, των εισαγγελιών, της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των έμμισθων υποθηκοφυλακείων.
- ιγ) Οι ασκούμενοι δικηγόροι.»
α. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 68 του π.δ. 96/2007 αντικαθίσταται, ως εξής: «β) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποστέλλει ονομαστικούς καταλόγους όλων των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α΄ έως και γ΄, ε΄, στ΄, η, ι, ια΄ και ιβ΄.» β. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 68 του π.δ. 96/2007 αντικαθίσταται, ως ακολούθως: «Οι παραπάνω με στοιχεία β΄ και στ’ ονομαστικοί κατάλογοι αποστέλλονται το αργότερο δεκαπέντε (15) ημέρες μετά την κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3 έναρξη της προεκλογικής περιόδου.»
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 69 του π.δ. 96/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι έφοροι, οι αναπληρωτές τους, οι αναπληρωτές αντιπρόσωποι της δικαστικής αρχής, που δεν άσκησαν τα καθήκοντα τους, καθώς και όσοι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί μετέχουν στην εκλογική διαδικασία, εφόσον έχουν οριστεί με σχετική απόφαση του οικείου εφόρου, ψηφίζουν τους ίδιους υποψήφιους σε εκλογικό τμήμα της έδρας του εφόρου, που ορίζεται από αυτόν, τους υποψήφιους της εκλογικής περιφέρειας στην οποία υπάγεται το ανωτέρω εκλογικό τμήμα.»
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του π.δ. 96/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Οι άνδρες της φρουράς του άρθρου 54 ψηφίζουν, μόνον εφόσον είναι γραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του άρθρου 27, οποιασδήποτε εκλογικής περιφέρειας, που επικυρώθηκαν από το οικείο πρωτοδικείο.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 87 του π.δ. 96/2007 καταργείται.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 88 του π.δ. 96/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Οι υποψήφιοι μπορούν να ψηφίσουν σε οποιοδήποτε εκλογικό τμήμα της εκλογικής περιφέρειας στην οποία έχουν ανακηρυχθεί, στο οποίο βρίσκονται την ημέρα της ψηφοφορίας.»
Η παράγραφος 3 του άρθρου 95 του π.δ. 96/2007αντικαθίσταται ως εξής: «3. Με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 96 του παρόντος για την προϋπόθεση σύστασης ειδικών εκλογικών τμημάτων ετεροδημοτών, οι ετεροδημότες ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα στον τόπο διαμονής τους, εφόσον εγγραφούν στον ειδικό εκλογικό κατάλογο ετεροδημοτών.» «Προϋπόθεση για την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος αποτελεί η εγγραφή, για όλη την εφετειακή περιφέρεια, σαράντα (40) τουλάχιστον ετεροδημοτών εκλογέων, που ανήκουν στην ίδια βασική εκλογική περιφέρεια.»
Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 97 του π.δ. 96/2007 καταργείται.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 98 του π.δ. 96/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Μόλις συγκεντρωθούν τα αποτελέσματα όλων των εφορευτικών επιτροπών της εκλογικής περιφέρειας, το Πρωτοδικείο προβαίνει σε αρίθμηση των ψήφων και συντάσσει τον πίνακα αποτελεσμάτων της παραγράφου 4. Επίσης συντάσσει πίνακα με αναλυτικά αποτελέσματα σταυροδοσίας των υποψηφίων, τον οποίο αποστέλλει άμεσα σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή στο Υπουργείο Εσωτερικών.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 117 του π.δ. 96/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις γενικές βουλευτικές εκλογές και στις εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μόνο για τον εκλογέα που έχει περάσει το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του, για τον εκλογέα που θα βρίσκεται στο εξωτερικό, καθώς και για τον εκλογέα που έχει εγγραφεί στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους ετεροδημοτών, αλλά, προκειμένου για τις βουλευτικές εκλογές, δεν κατέστη δυνατή η σύσταση ειδικού εκλογικού τμήματος ετεροδημοτών, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος.»
Τα άρθρα όγδοο, ένατο, δέκατο έκτο και οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου δέκατου του ν. 2196/1994 (ΦΕΚ41 Α) καταργούνται.
Το στοιχείο γ.i. της παραγράφου 9 του άρθρου 21 του ν. 3023/2002 (ΦΕΚ 146 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «γ.i. Η Τοπική Επιτροπή, εφόσον κρίνει ότι η καταγγελία είναι ορισμένη και βάσιμη, καλεί τους εκπροσώπους των κομμάτων, των συνασπισμών και τους υποψήφιους βουλευτές κατά των οποίων στρέφεται η καταγγελία, προς ακρόαση και συλλέγει το, κατά την κρίση της, αναγκαίο αποδεικτικό υλικό.»
Η παράγραφος 1 του άρθρου 24 του ν. 3023/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η υπέρβαση του ορίου της παραγράφου 1α του άρθρου 10 του παρόντος νόμου για τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση μηνυμάτων των κομμάτων και των συνασπισμών, τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι το 40% της τελευταίας, κάθε φορά, καταβληθείσας σε αυτά τακτικής χρηματοδότησης. Αν το κόμμα δεν λαμβάνει τακτική χρηματοδότηση, τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.»
Άρθρο 30
Θέματα υπηρεσιακής κατάστασης δημοσίων υπαλλήλων
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του Υπαλληλικού Κώδικα, ο οποίος έχει κυρωθεί με το ν. 3528/2007, καθώς και στην παράγραφο 1 του άρθρου 61 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ο οποίος έχει κυρωθεί με το ν. 3584/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Υπάλληλος, ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας έξι (6) μηνών, δικαιούται να λάβει τις βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες που προβλέπονται. Μετά την εξάντλησή τους, ο υπάλληλος δικαιούται άδεια άνευ αποδοχών.»
Η παράγραφος 8 του άρθρου 141 του Υπαλληλικού Κώδικα, που έχει κυρωθεί με το ν. 3528/2007 απαλείφεται.
Η παράγραφος 8 του άρθρου 159 του Υπαλληλικού Κώδικα, ο οποίος έχει κυρωθεί με το ν. 3528/2007 αναδιατυπώνεται ως εξής: «8. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 δεν εφαρμόζονται στα κοινά υπηρεσιακά συμβούλια.»
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 141 του Υπαλληλικού Κώδικα, ο οποίος έχει κυρωθεί μετο ν. 3528/2007, καθώς και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 145 του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ο οποίος έχει κυρωθεί με το ν. 3584/2007 αναδιατυπώνονται ως εξής: «Η προθεσμία για την άσκηση ένστασης και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης με εξαίρεση τις πειθαρχικές ποινές της προσωρινής και οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού.»
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 84 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007) προστίθενται εδάφια ως ακολούθως: «Δεν επιτρέπεται να είναι υποψήφιος για επιλογή σε θέση Προϊσταμένου Γενικής Διεύθυνσης, υπάλληλος του οποίου το υπολειπόμενο διάστημα για αυτοδίκαιη αποχώρηση από την υπηρεσία είναι μικρότερο από δύο (2) έτη. Το προηγούμενο εδάφιο δεν ισχύει για όσους είναι, ήδη, Προϊστάμενοι Γενικής Διεύθυνσης.»
Μετά το τέλος του εδαφίου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 82 του Υπαλληλικού Κώδικα, που έχει κυρωθεί με το ν. 3528/2007, καθώς και μετά το τέλος του εδαφίου β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 85 του ΚώδικαΔημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ο οποίος έχει κυρωθεί με το ν. 3584/2007, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Για υπαλλήλους οι οποίοι αποκτούν διδακτορικό δίπλωμα μετά το διορισμό τους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική τους εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά τέσσερα (4) έτη.»
α. Η παράγραφος 4 του άρθρου 18 του ν. 2503/1997 (ΦΕΚ 107 Α), όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α΄), που επίσης αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ 263 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «4. Οι διατάξεις του άρθρου 72 του ν. 3528/2007 (ΦΕΚ 26 Α), καθώς και οι διατάξεις της παραγράφου 22 του άρθρου 9 του ν. 2266/1994 (ΦΕΚ 218 Α) έχουν εφαρμογή και για μετατάξεις υπαλλήλων στους Νομούς Σερρών, Δράμας, Πέλλας, Κυκλάδων και στους Νομούς Φλώρινας, Κιλκίς και Καστοριάς για τις περιοχές πέραν των όσων καθορίστηκαν ως παραμεθόριες με την υπ’ αριθμ. ΔΙΔΑΔ/Φ. 42/2175/11943, 11639, 11981, 12268, 12826, 13542/20.12.1995 (ΦΕΚ 1054 Β) κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας, καθώς και για όλα τα νησιωτικά Επαρχεία της Χώρας.» β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 42 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο «2. Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 67 του ν. 3528/2007 (ΦΕΚ 26 Α), όπως εκάστοτε ισχύει, έχουν επίσης εφαρμογή για τους Νομούς Σερρών, Δράμας, Πέλλας, Φλώρινας, Κιλκίς και Καστοριάς.» γ. Η περίπτωση ιδ΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 17 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως ακολούθως: «ιδ. Κατά είκοσι (20) μονάδες για τους δημότες των Νομών Ξάνθης, Ροδόπης, Εβρου, Δράμας, Σερρών, Καστοριάς, Φλώρινας, Γρεβενών, Ευρυτανίας, Πέλλας και Κιλκίς ή των νησιών του Αιγαίου, πλην της Κρήτης, ή των νησιών Κυθήρων, Αντικυθήρων, Ιθάκης, Παξών, Οθωνών, Ερείκουσας και Μαθρακίου ή παραμεθόριων περιοχών των Νομών Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων, όπως οι περιοχές αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, οι οποίοι δεσμεύονται να υπηρετήσουν επί μία τουλάχιστον δεκαετία σε θέσεις υπηρεσιών του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του παρόντος ή της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997, οι οποίες προκηρύσσονται στον αντίστοιχο νομό ή νησί ή παραμεθόρια περιοχή.»
Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 16 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α΄) τροποποιούνται ως ακολούθως: «4. Η μείωση του ωραρίου εργασίας κατά μία (1) ώρα την ημέρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. 193/1988 (ΦΕΚ 84 Α), προκειμένου για τακτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., που έχουν παιδιά με πνευματική, ψυχική ή σωματική αναπηρία σε ποσοστό 67% και άνω ή σύζυγο με αναπηρία 100% τον οποίο συντηρεί, γίνεται χωρίς ανάλογη περικοπή των αποδοχών τους. Το ποσοστό αναπηρίας βεβαιούται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις.
Η κατά την προηγούμενη παράγραφο μείωση του ωραρίου ισχύει και για τους τυφλούς ή παραπληγικούςτετραπληγικούς, τους νεφροπαθείς τελικού σταδίου, καθώς και τους έχοντες αναπηρία 67% και άνω υπαλλήλους του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Ειδικώς για τους τυφλούς τηλεφωνητές η μείωση του ωραρίου εργασίας ορίζεται σε δύο (2) ώρες την ημέρα.»
Στο τέλος της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3242/2004 (ΦΕΚ 102 Α) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Η αυτεπάγγελτη αναζήτηση δικαιολογητικών εφαρμόζεται και στις επιχειρήσεις.»
Σε περίπτωση νοσηλείας στρατιωτικού, αστυνομικού, πυροσβεστικού υπαλλήλου, λιμενικού, συνοριακούφύλακα, ειδικού φρουρού, υπαλλήλου της αγροφυλακήςκαι εποχικού δασοπυροσβέστη σε μονάδα εντατικής θεραπείας, συνεπεία σοβαρού τραυματισμού κατά τηνεκτέλεση της υπηρεσίας του και ένεκα αυτής, το Δημόσιο καλύπτει τα έξοδα ταξιδιού και διαμονής, μέχρι εξήντα (60) ημερών, στον τόπο του νοσηλευτικού ιδρύματος ή πλησίον αυτού, στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή,δύο μελών της οικογένειας του παθόντος. Με απόφασητων Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής Αμυνας, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής καθορίζονται το ύψος των εξόδων ταξιδιού και διαμονής, ο δημόσιος φορέας του οποίου ο προϋπολογισμός βαρύνεται, τελικώς, με την αντίστοιχη δαπάνη, οιπροϋποθέσεις και η διαδικασία καταβολής των εξόδων στους δικαιούχους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 31
Θέματα διορισμών συγγενών θανόντων κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 3448/2006 (ΦΕΚ 57 Α) προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Ο διορισμός ενεργείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού.»
Άρθρο 32
Ρύθμιση υπηρεσιακών θεμάτων προσωπικού Ε.Κ.Δ.Δ.Α.
Ο χρόνος διάρκειας της απόσπασης των ήδη αποσπασμένων, καθώς και των αποσπώμενων στο ΕθνικόΚέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης(Ε. Κ.Δ.Δ.Α.) εκπαιδευτικών, για την επιλογή τους σε θέσεις στελεχών εκπαίδευσης, λογίζεται από την ημερομηνία έναρξής της: α. Για τους υπηρετούντες σε θέση Υπευθύνου Σπουδών και Ερευνας του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση Προϊσταμένου Εκπαιδευτικών Θεμάτων. β. Για τους υπηρετούντες σε θέση Προϊσταμένου των Περιφερειακών Ινστιτούτων Επιμόρφωσης του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. ή Προϊσταμένου Αυτοτελούς Τμήματος ή Γραφείου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση Προϊσταμένου Γραφείου Εκπαίδευσης. γ. Για τους υπηρετούντες σε θέση Διευθυντή ή Αναπληρωτή Διευθυντή (άρθρο 34 του π.δ. 57/2007) του Ινστιτούτου Επιμόρφωσης του Ε.Κ.Δ.Δ.Α., ως χρόνος υπηρεσίας σε θέση Διευθυντή Εκπαίδευσης.
Οι ως άνω αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί των περιπτώσεων β΄ και γ’ μπορούν να είναι υποψήφιοι Διευθυντές εκπαίδευσης και προϊστάμενοι γραφείων εκπαίδευσης, εφόσον, κατά τα λοιπά, πληρούν τις προϋποθέσειςτης παραγράφου Β΄ υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (δ), (ε) και(στ) του άρθρου 7 του ν. 3467/2006.
Άρθρο 33
Ρυθμίσεις θεμάτων υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών Το ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του ν. 3074/2002 (ΦΕΚ 296 Α) αυξάνεται σε πενήντα τοις εκατό (50%). Για το ανωτέρω ποσοστό αύξησης εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις όλων των εδαφίων της προαναφερθείσας παραγράφου του ίδιου άρθρου του ανωτέρω νόμου. Η χορηγούμενη αύξηση θα πραγματοποιηθεί σε τρεις ετήσιες δόσεις, ήτοι από 1.1.2009 σε ποσοστό από 35% σε 40%, από 1.1.2010 σε ποσοστό από 40% σε 45% και από 1.1.2011 σε ποσοστό από 45% σε 50%.
Άρθρο 34
Τροχαία ατυχήματα από οχήματα του Δημοσίου Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 976/1979 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «β) από τις αστυνομικές αρχές τη διενέργεια αυτοψίας στον τόπο του ατυχήματος και τη σύνταξη σχετικής έκθέσης μετά σχεδιαγράμματος ή αντίγραφα της έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος, στις περιπτώσεις που διενεργείται προανάκριση και στις περιπτώσεις διάγραμμα».
Άρθρο 35
Ρυθμίσεις θεμάτων Α.Σ.Ε.Π. και Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.
Το δέκατο εδάφιο της περίπτωσης Β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 αντικαθίσταταιαπό τότε που προστέθηκε και τέθηκε σε ισχύ με την παράγραφο 3 του άρθρου 12 του ν. 3146/2003 ως εξής: «Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που κατά τον οργανισμό ή κανονισμό του οικείου φορέα η εμπειρία προβλέπεται ως προϋπόθεση διορισμού, καθώς και εκείνες που προβλέπεται, ως τυπικό προσόν διορισμού ή πρόσληψης, η κατάταξη όλων των υποψηφίων, εχόντων και μη εχόντων εμπειρία, γίνεται με βάση τη βαθμολογία τους σε όλα τα βαθμολογούμενα κριτήρια και μόνο για το τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των θέσεων που προκηρύσσονται κατά κλάδο ή ειδικότητα ή για όσο μικρότερο ποσοστό θέσεων έως το τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), μετά την ισχύ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν. 3260/2004, ορίζεται στην προκήρυξη από το Α.Σ.Ε.Π. σε συνεργασία με τον οικείο φορέα, ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες για ανανέωση του προσωπικού των θέσεων αυτών, η εμπειρία δεν λαμβάνεται υπόψη ως βαθμολογούμενο κριτήριο.»
Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 3491/2006 (ΦΕΚ 207 Α), με την οποία τροποποιήθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του ν. 3074/2002 (ΦΕΚ 296 Α), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το πρώτο εδάφιο τηςπερ. γ΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 14 του ν. 3345/2005 (ΦΕΚ 138 Α΄), τροποποιείται και συμπληρώνεται ως εξής: «2. Ο Ειδικός Γραμματέας του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. επικουρείται από δεκατέσσερις (14) Προϊσταμένους Επιθεωρητές, οι οποίοι προέρχονται από τους υπηρετούντες Επιθεωρητές−Ελεγκτές και ορίζονται ή παύονται με απόφαση του Ειδικού Γραμματέα του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. Ο αριθμός των Προϊσταμένων Επιθεωρητών μπορεί να αυξάνεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών σε περίπτωση αύξησης των θέσεων των Επιθεωρητών−Ελεγκτών και Βοηθών ΕπιθεωρητώνΕλεγκτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. ή σε περίπτωση σύστασης νέων Περιφερειακών Γραφείων.»
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3074/2002 (ΦΕΚ 296 Α), όπως αυτό αντικαταστάθηκεμε την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν. 3174/2003 (ΦΕΚ 205 Α), καταργείται και στο τέλος της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως: «Για το περιεχόμενο των δηλώσεων, τον έλεγχο, τις ποινικές κυρώσεις και τον καταλογισμό εφαρμόζονται οι ισχύουσες, κάθε φορά, διατάξεις για τη δήλωση και τον έλεγχο περιουσιακής κατάστασης των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ΄ έως και ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309 Α΄).»
Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του ν. 3074/2002, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 4 του ν. 3613/2007, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Η απόσπαση των Επιθεωρητών−Ελεγκτών, που έχουν συμπληρώσει εννέα (9) συνεχή έτη υπηρεσίας στο Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. ως Επιθεωρητές−Ελεγκτές ή ως Βοηθοί Επιθεωρητές−Ελεγκτές, ανανεώνεται αυτοδίκαια. Ο συνολικός αριθμός των ανωτέρω Επιθεωρητών−Ελεγκτών των οποίων η απόσπαση ανανεώνεται αυτοδίκαια δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του εκάστοτε αριθμού των οργανικών θέσεων του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. Η απόσπαση των ανωτέρω ΕπιθεωρητώνΕλεγκτών ανακαλείται κατόπιν εισήγησης του Ειδικού Γραμματέα του Σ.Ε.Ε.Δ.Δ. μόνο για λόγους αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων τους ή πλημμελούς άσκησης αυτών ή ύστερα από αίτηση των ιδίων.»
Άρθρο 36
Ρυθμίσεις θεμάτων υπαλλήλων Περιφερειών
Στους υπαλλήλους των Περιφερειών, μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταβάλλεται σταδιακώς, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 4 του παρόντος, μηνιαία ειδική παροχή, η οποία συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές τους και το ύψος της οποίας ορίζεται ανάλογα με την κατηγορία του υπαλλήλου, ως εξής: Κατηγορία ΠΕ πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ, κατηγορία TE πεντακόσια δέκα (510) ευρώ, κατηγορία ΔΕ τετρακόσια εβδομήντα (470) ευρώ και κατηγορία ΥΕ τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.
Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α) δεν εφαρμόζονται στους παραπάνω υπαλλήλους και η προβλεπόμενη από αυτήν προσωπική διαφορά καταργείται για τους υπαλλήλους αυτούς.
Τυχόν καταβαλλόμενες στους ανωτέρω υπαλλήλους πρόσθετες μισθολογικές παροχές συμψηφίζονται με την ειδική παροχή της παραγράφου 1, εξαιρουμένων του επιδόματος ειδικών συνθηκών εργασίας του άρθρου 8 παράγραφος 1 του ν. 2342/1995 (ΦΕΚ 208 Α), του ειδικού επιδόματος (αντισταθμίσματος) του άρθρου 8 παράγραφος 2 του ν. 2430/1996 (ΦΕΚ 156 Α), του ειδικού επιδόματος του άρθρου 27 παράγραφοι 34, 35, 36 και 37 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α), του μερίσματος του προϊόντος του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 23 του ν. 3470/2006 (ΦΕΚ 132 Α) και του ειδικού επιδόματος του άρθρου 21 παράγραφος 2 του ν. 3212/2003 (ΦΕΚ 308 Α΄). Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ρυθμίζονται τα θέματα συμψηφισμού, μεταφοράς πιστώσεων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Η σταδιακή καταβολή των ποσών της παραγράφου 1 του παρόντος αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 2009 και ολοκληρώνεται την 1η Ιανουαρίου 2012. Ειδικότερα, την 1η Ιανουαρίου 2009 καταβάλλεται το 25% της προκύπτουσας σχετικής διαφοράς, την 1η Ιανουαρίου 2010 το 50% αυτής, την 1η Ιανουαρίου 2011 το 75% και την 1η Ιανουαρίου 2012 το σύνολο αυτής, ήτοι το 100%.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΟΝ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Άρθρο 37
Εποχιακά εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις Στο τέλος της περίτττωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α΄), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α΄), προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: νων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και σε επιχειρήσεις επισιτισμού, εφόσον κατά το διάστημα της ανανέωσης λαμβάνουν επίδομα ανεργίας.»
Άρθρο 38
Άδεια διαμονής συζύγων επαναπατρισθέντων, παλιννοοτησάντων, ομογενών Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 60 του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Στους συζύγους επαναπατρισθέντος ή παλιννοστήσαντος ή ομογενούς, που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, χορηγείται άδεια διαμονής διάρκειας πέντε (5) ετών, η οποία παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας.»
Άρθρο 39
Άδειες διαμονής δεκαετούς διάρκειας
Η παράγραφος 2 του άρθρου 91 του ν. 3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του ν. 3536/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος έχει άδεια διαμονής κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, εφόσον συμπληρώσει δεκαετή συνεχή νόμιμη διαμονή στη Χώρα, δικαιούται να λάβει άδεια διαμονής διάρκειας δέκα (10) ετών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 10 του παρόντος, η οποία παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Η ανωτέρω άδεια διαμονής χορηγείται και στα ενήλικα, άνω του 21ου έτους της ηλικίας τους, μέλη της οικογένειας του υπηκόου τρίτης χώρας, εφόσον πληρούν αυτοτελώς τις παραπάνω προϋποθέσεις. Η άδεια χορηγείται ύστερα από αίτηση του υπηκόου τρίτης χώρας και απόφαση του οργάνου που χορήγησε την τελευταία άδεια διαμονής και μπορεί να ανανεώνεται κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, για ισόχρονο διάστημα, εφόσον αποδεικνύει συνεχή διαμονή στην Ελλάδα, η διακοπή της οποίας δεν υπερβαίνει τα δύο (2) συναπτά έτη και διαθέτει πλήρη κάλυψη ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης. Για την ανανέωση της άδειας διαμονής της παρούσας οι υπήκοοι τρίτων χωρών δεν υπόκεινται στην καταβολή παραβόλου.»
Όπου στις διατάξεις του ν. 3386/2005 ή στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται άδεια διαμονής αόριστηςδιάρκειας, νοείται η άδεια διαμονής της προηγούμενηςπαραγράφου.
Άρθρο 40
Ρυθμίσεις επί μέρους ζητημάτων μεταναστευτικής πολιτικής
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 84 του ν. 3386/2005, όπως συμπληρώθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 15 του ν. 3536/2007, προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Στους υπηκόους τρίτων χωρών που ανανεώνουν την άδεια διαμονής τους βάσει των προβλεπόμενων στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος, παρέχεται δικαίωμα οποιασδήποτε συναλλαγής με τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 υπηρεσίες, μόνο με την επίδειξη της άδειας διαμονής τους.»
α. Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου73 του ν.3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Την απώλεια ή την ανανέωση ή μεταβολή των στοιχείων του διαβατηρίου του ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου.» β. Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 73 του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής: «δ. Την απώλεια του δελτίου διαμονής ή μόνιμης διαμονής.» γ. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 73 του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι παραπάνω δηλώσεις γίνονται μέσα σε δύο μήνες αφότου συμβεί το αντίστοιχο γεγονός, πλην της περίπτωσης ανανέωσης του διαβατηρίου, η οποία μπορεί να γίνει μέχρι και την ημερομηνία υποβολής αίτησης ανανέωσης της άδειας διαμονής και της δήλωσης γέννησης τέκνου που τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.»
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 6 του άρθρου 28 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ 263Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «Στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 73 του παρόντος, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους διακοσίων (200) ευρώ και τετρακοσίων (400) ευρώ σε περίπτωση υποτροπής.»
α. Σε περιπτώσεις τέλεσης γάμου μεταξύ υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν στη χώρα με άδεια διαμονής, στον ένα εκ των συζύγων και στα κατά το άρθρο 4 του π.δ. 131/2006 (ΦΕΚ 143 Α) μέλη της οικογένειας τους, που διαμένουν ήδη νόμιμα στη χώρα, μπορεί να χορηγηθεί άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2 περίπτωση β΄ του άρθρου 5 του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος. β. Η διαμονή των ανήλικων τέκνων που γεννιούνται στην Ελλάδα από νόμιμα διαμένοντες στη χώρα γονείς, καλύπτεται από την άδεια διαμονής του συντηρούντος μέχρις ότου υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής τούτων. Αν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής στο ανήλικο τέκνο υποβληθεί μετά την πάροδο διετίας από τη γέννηση του επιβάλλεται το πρόστιμο που προβλέπεται από τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005, όπως ισχύει. Οι ρυθμίσεις της ανωτέρω παραγράφου εφαρμόζονται και για τα γεννηθέντα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος, τέκνα, εφόσον η αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής υποβληθεί εντός διαστήματος δύο ετών από τη γέννησή τους.
Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου χορηγείται άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση σε ανήλικα τέκνα υπηκόων τρίτων χωρών που κατείχαν άδεια διαμονής, η οποία τους είχε χορηγηθεί, είτε για λόγους οικογενειακής επανένωσης είτε βάσει των μεταβατικών διατάξεων της παραγράφου 11 του άρθρου 91 του ν. 3386/2005 και η οποία δεν ανανεώθηκε ταυτόχρονα με εκείνη του συντηρούντος. Οι σχετικές αιτήσεις υποβάλλονται στις οικείες υπηρεσίες μέχρι 30.6.2009. Τυχόν εκκρεμείς αιτήσεις εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τυχόν βεβαιωθέντα πρόστιμα στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., λόγω μη εμπρόθεσμης δήλωσης, στην οικεία υπηρεσία της Περιφέρειας, των μεταβολών που αφορούν στην ανανέωση διαβατηρίου, διαγράφονται με ατομικά φύλλα έκπτωσης νισμός Λειτουργίας των Δ.Ο.Υ.).
Τέκνα υπηκόων τρίτων χωρών, τα οποία γεννήθηκαν και διαμένουν στην Ελλάδα και των οποίων οι γονείς εξακολουθούν να διαμένουν νόμιμα στη Χώρα, μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον έχουν διανύσει την πρωτοβάθμια και γυμνασιακή εκπαίδευση, αποκτούν, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος, κατά παρέκκλιση της διαδικασίας, των προϋποθέσεων και των κριτηρίων των άρθρων 67 και 68 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α), όπως, ισχύει, καθώς και του π.δ. 150/2006 (ΦΕΚ 160 Α). Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Άρθρο 41
Θέματα ελληνικής ιθαγένειας
Το προβλεπόμενο στις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1 περίπτωση β΄ του ν. 3284/2004 (ΦΕΚ 217 Α΄) κώλυμα που αναφέρεται στη μη ύπαρξη τελεσίδικης καταδίκης, ανεξαρτήτως ποινής και χρόνου έκδοσης καταδικαστικής απόφασης, για παραβάσεις της νομοθεσίας για την εγκατάσταση και κίνηση αλλοδαπών στην Ελλάδα, καταργείται. Η κατάργηση του κωλύματος αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς αιτήσεις πολιτογράφησης.
Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ν. 3284/2004 προστίθεται εδάφιο, ως ακολούθως: «Οι ομογενείς αλλοδαποί δεν καλούνται σε συνέντευξη στην Επιτροπή Πολιτογράφησης, πλην των περιπτώσεων εκείνων για τις οποίες ζητείται η παραπομπή από τον Υπουργό Εσωτερικών.»
α. Στο άρθρο 15 του ν. 3284/2004 προστίθεται παράγραφος 5 ως ακολούθως: «5. Με την αίτηση για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει και τον εξελληνισμό του ονόματος και του επωνύμου του, αν αυτά είχαν μεταβληθεί ή αλλοιωθεί στη χώρα από την οποία προέρχεται. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας συμφωνεί με τον ενδιαφερόμενο ως προς τον τρόπο αποδόσεως στην ελληνική γλώσσα του ονόματος και του επωνύμου του, με την απόφαση του, διατάσσει την εγγραφή στο δημοτολόγιο με το εξελληνισμένο κατά τα ανωτέρω ονοματεπώνυμο. Με τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις γίνεται και ο εξελληνισμός του ονοματεπώνυμου των ανήλικων τέκνων του αιτούντος, τα οποία αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.» β. Η ανωτέρω ρύθμιση εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, αιτήσεις για κτήση της ελληνικής ιθαγενείας.
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 17 του ν. 3284/2004 προστίθεται περίπτωση γ’ ως ακολούθως: «γ. Αλλοδαπός, ο οποίος απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια, λόγω της ιδιότητας του ως δοκίμου ή μοναχού στο Άγιο Όρος, εφόσον εγκατέλειψε, αποδεδειγμένα, τη μονή της εγκαταβίωσής του, καθώς και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους.»
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου76 του ν. 2910/2001 «Είσοδος και παραμονή αλλοδαπώνστην Ελληνική Επικράτεια. Κτήση της Ελληνικής Ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 91Α΄) που έχει συμπεριληφθεί στις διατηρούμενες διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 3284/2004 αντικαθίσταται, ωςακολούθως: «Με την ίδια διαδικασία αποκτούν ελληνική ιθαγένεια ή ειδικό δελτίο ταυτότητας, ανεξαρτήτως του χρόνου άφιξης τους στη χώρα, γονείς ή τέκνα ομογενών που έχουν ήδη αποκτήσει ειδικό δελτίο ταυτότητας ή ελληνική ιθαγένεια, είτε κατόπιν εκδόσεως σχετικής περί της ελληνικής τους ιθαγένειας διαπιστωτικής πράξης του Νομάρχη κατά το προΐσχύσαν νομικό καθεστώς είτε με σχετική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας περί κτήσης αυτής.»
α. Στο άρθρο 1 του ν.δ. 127/1969 (ΦΕΚ 29 Α΄), όπωςτροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 13 τουν. 3345/2005 (ΦΕΚ 138 Α), προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Με δελτίο αστυνομικής ταυτότητας μπορούν, κατόπιν αίτησής τους, να εφοδιάζονται και Ελληνες πολίτες που κατοικούν μόνιμα στην Κύπρο. Ως προς τον τύπο του δελτίου ταυτότητας, το χρόνο ισχύος και τα θέματα που αφορούν την ακύρωση και αντικατάσταση αυτού, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τα δελτία ταυτότητας των Ελλήνων πολιτών που κατοικούν ή διαμένουν στην Ελλάδα.» β. Στο άρθρο 4 του ν.δ. 127/1969, όπως αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 55 του ν. 3585/2007 (ΦΕΚ 148 Α), προστίθενται παράγραφοι 5 και 6 ως εξής: «5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Εξωτερικών καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά, η διαδικασία, τα αρμόδια για την έκδοση της ταυτότητας όργανα, το ύψος των εξόδων αποστολής που βαρύνουν τον ενδιαφερόμενο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα αναφορικά με την έκδοση δελτίου ταυτότητας Ελλήνων πολιτών που κατοικούν μόνιμα στην Κύπρο.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Εξωτερικών, μπορεί να αναγνωρίζεται δικαίωμα εφοδιασμού με δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και σε Ελληνες πολίτες που κατοικούν μόνιμα σε άλλες χώρες.»
Άρθρο 42
Συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί από πρωτοβάθμιους ΟΤΑ, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, με τις οποίες έχει ανατεθεί σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου η καθαριότητα κοινόχρηστων χώρων και η αποκομιδή και διαχείριση αποβλήτων, καθώς και αντίστοιχου περιεχομένου συμβάσεις με αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές ή διαδημοτικές επιχειρήσεις, που εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 270 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (κυρωτ. ν. 3463/2006, ΦΕΚ 114 Α΄), θεωρούνται νόμιμες. Καταλογισμοί που έχουν γίνει εις βάρος αιρετών οργάνων, από την ανωτέρω αιτία, αίρονται.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 176 του ν. 3463/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Για τη συνομολόγηση δανείου ποσού άνω του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης με πληθυσμό έως πενήντα χιλιάδες (50.000) κατοίκους ή άνω των τριών εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ με πληθυσμό άνω των ογδόντα χιλιάδων (80.000) κατοίκων ή άνω των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ με πληθυσμό άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) κατοίκων ή άνω των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ με πληθυσμό άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) κατοίκων, η σχετική απόφαση του οικείου συμβουλίου λαμβάνεται με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των μελών του.»
Στο πλαίσιο υλοποίησης κάθε ετήσιου προγράμματος σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της υπ’ αριθμ. 2008/381/ ΕΚ Απόφασης του Συμβουλίου της Ε.Ε. για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Δικτύου Μετανάστευσης (Ε.Δ.Μ.), το Υπουργείο Εσωτερικών μπορεί να αναθέτει δράσεις και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, όπως το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (Ι.ΜΕ.ΠΟ.), η Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε. (Ε.Ε.Τ.Α.Α. Α.Ε.), το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕ.ΜΕ.Α.) κ.ά. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μπορεί να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη λειτουργία του «Εθνικού Σημείου Επαφής» του Ευρωπαϊκού Δικτύου Μετανάστευσης. Το ποσοστό της εθνικής συμμετοχής στις δαπάνες που καλύπτουν την υλοποίηση του ανωτέρω προγράμματος, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά, βαρύνει τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων.
Η μισθοδοσία του μεταφερόμενου προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ 263 Α΄), βαρύνει τον προϋπολογισμό τους και η σχετική δαπάνη καλύπτεται από τα έσοδα τους από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους.
Άρθρο 43
Συμβάσεις μεταφοράς μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που καταρτίσθηκαν μεταξύ των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων και των αστικών ή υπεραστικών ΚΤΕΛ, τουριστικών λεωφορείων ή ταξί, για τις οποίες οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις δεν τήρησαν τη διαδικασία που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2741/1999 (ΦΕΚ 199 Α), όπως αυτές τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3060/2002 (ΦΕΚ 242 Α), της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του ν. 3090/2002 (ΦΕΚ 329 Α) και της παραγράφου 27 του άρθρου 12 του ν. 3310/2005 (ΦΕΚ 30 Α΄) ή όμοιες συμβάσεις μεταφοράς μαθητών που καταρτίσθηκαν κατά παρέκκλιση της διαδικασίας των υπ’ αριθμ. ΙΒ/6722/29.8.1996 (ΦΕΚ 794 Β) και ΙΒ/6071/26.8.1998 (ΦΕΚ 932 Β) κοινών αποφάσεων των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, θεωρούνται νόμιμες. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την κατάθεσή του στη Βουλή.
Άρθρο 44
Στο άρθρο 5 του ν. 3206/2003 (ΦΕΚ 298 Α), όπωςσυμπληρώθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 12 τουν. 3387/2005 (ΦΕΚ 224 Α), προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Στους ανωτέρω πολίτες που καθίστανται δια βίου ανάπηροι σε ποσοστό 100% χορηγείται μηνιαίο επίδομα διατροφής εφ’ όρου ζωής, το ύψος του οποίου, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, η διαδικασία καταβολής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.»
Η παράγραφος 5 του άρθρου 62 του ν. 1481/1984 (ΦΕΚ 152 Α), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2018/1992 (ΦΕΚ 33 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής: «5.α. Η χρήση αστυνομικών σκύλων επιτρέπεται για τον εντοπισμό ναρκωτικών ουσιών, την ανακάλυψη εκρηκτικών υλών, την αναζήτηση εξαφανισθέντων ατόμων, τη φύλαξη προσώπων και πραγμάτων, τη φύλαξη και συνοδεία κρατουμένων προς αποτροπή απόδρασης, καθώς και τη λήψη μέτρων τάξης σε αθλητικές εγκαταστάσεις. Επίσης επιτρέπεται η χρήση αστυνομικών σκύλων κατά τις πεζές περιπολίες από ένστολους αστυνομικούς σε δημόσιους χώρους για την καταδίωξη και σύλληψη ατόμων που τελούν επ’ αυτοφώρω κακουργήματα ή πλημμελήματα και ιδίως αυτών που προβαίνουν σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων. Απαγορεύεται η χρήση αστυνομικών σκύλων για τη διάλυση συναθροίσεων και συγκεντρώσεων. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται οι υπηρεσίες που επιτρέπεται να κάνουν χρήση αστυνομικών σκύλων, τα θέματα εκπαίδευσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. β. Το Πυροσβεστικό Σώμα επιτρέπεται να χρησιμοποιεί ειδικά εκπαιδευμένους σκύλους για τον εντοπισμό παγιδευμένων και αναζήτηση εξαφανισθέντων ατόμων. Οι διατάξεις του ν. 1024/1980 (ΦΕΚ 47 Α), που αφορούν τους αστυνομικούς σκύλους, εφαρμόζονται ανάλογα και για τους σκύλους του Πυροσβεστικού Σώματος.»
Η προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ν. 2168/1993 (ΦΕΚ 147 Α΄), όπως παρατάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2334/1995 (ΦΕΚ 184 Α) και το άρθρο 4 του ν. 2452/1996 (ΦΕΚ 283 Α) και ανανεώθηκε με το άρθρο 34 του ν. 2800/2000 (ΦΕΚ 41 Α), την παράγραφο 8 του άρθρου 9 του ν. 3169/2003 (ΦΕΚ 189 Α) και την παράγραφο 2 του άρθρου 16 του ν. 3387/2005 (ΦΕΚ 224 Α), ανανεώνεται για ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. 2713/1999 (ΦΕΚ 89 Α΄) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων στελεχώνεται από μόνιμο αστυνομικό προσωπικό, το οποίο επιλέγεται και μετατίθεται σε αυτήν για μια τριετία. Η θητεία αυτή μπορεί να παρατείνεται μέχρι τρεις φορές για ένα έτος κάθε φορά. Το ως άνω προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση τριών ετών από την αποχώρηση του από την Υπηρεσία αυτή, μπορεί να επανεπιλέγεται για τη στελέχωση της. Ως προϊστάμενοι των Υπηρεσιών αυτών ορίζονται ανώτεροι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας.»
Οι δόκιμοι υπαστυνόμοι και οι δόκιμοι αστυφύλακες όταν αποβάλουν την ιδιότητα τους αυτή για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από λόγους υγείας, υποχρεούνται να καταβάλουν στο Δημόσιο αποζημίωση, που είναι ίση με το γινόμενο του 65% του συνόλου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών υπαστυνόμου Β΄ ή του 50% του συνόλου των καθαρών μηνιαίων αποδοχών αστυφύλακα, αντιστοίχως, επί τον αριθμό των μηνών που έχουν φοιτήσει στη σχολή. Ως μηνιαίες αποδοχές νοούνται μόσιο έσοδο με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η δε είσπραξη της εκτελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων. Δεν υποχρεούνται σε καταβολή της αποζημίωσης όσοι από τους προαναφερόμενους αποχωρούν κατά τη διάρκεια του πρώτου εκπαιδευτικού έτους σπουδών, καθώς και οι δόκιμοι αστυφύλακες που αποχωρούν σε οποιοδήποτε έτος σπουδών προκειμένου να εγγραφούν στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας.
Οι αστυνομικοί, οι ειδικοί φρουροί και οι συνοριακοί φύλακες της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίοι κρίνονται ανίκανοι για την ενεργό υπηρεσία για λόγους υγείας, ικανοί όμως για υπηρεσία γραφείου, διατηρούνται στην ενέργεια σε θέσεις που συνιστώνται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας και καταργούνται με την αποχώρηση τους από την υπηρεσία ή την επάνοδο τους στην ενεργό υπηρεσία κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Η διατήρηση στην κατάσταση υπηρεσίας γραφείου γίνεται για μεν τους αξιωματικούς σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του π.δ. 24/1997 (ΦΕΚ 29 Α΄), για δε τους λοιπούς με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Συμβουλίου Κρίσεων. Οι τιθέμενοι στην κατάσταση της υπηρεσίας γραφείου διατίθενται μετά από γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας (Α.Υ.Ε.) σε γραφική ή άλλη υπηρεσία ανάλογα με τα προσόντα τους και την κατάσταση της υγείας τους και δεν δύνανται να επανέλθουν στην ενεργό υπηρεσία. Κατ’ εξαίρεση, οι αστυνομικοί μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου, οι συνοριακοί φύλακες και ειδικοί φρουροί εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το 45ο έτος της ηλικίας τους δύνανται, εντός τριών ετών από την ημερομηνία που τέθηκαν στην κατάσταση της υπηρεσίας γραφείου, με αίτηση τους να ζητήσουν την επανεξέταση τους από την Α.Υ.Ε. προκειμένου να γνωματεύσει για την ικανότητα τους προς επαναφορά στην ενεργό υπηρεσία. Για την επάνοδο τους στην ενεργό υπηρεσία ακολουθείται αναλόγως η προαναφερόμενη διαδικασία που αφορά τη θέση σε υπηρεσία γραφείου.
Από την έναρξη ισχύος του ν. 3648/2008 (ΦΕΚ 38 Α) επαναφέρεται σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 17 παράγραφος 9 του ν.δ. 398/1974 (ΦΕΚ 116 Α), που καταργήθηκε με το άρθρο 39 του νόμου αυτού.
Άρθρο 45
α) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο υπήκοος τρίτης χώρας οφείλει, πριν τη λήξη της θεώρησης εισόδου, να καταθέσει στο δήμο ή στην κοινότητα του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής συνοδευόμενη από τα σχετικά δικαιολογητικά.»
- β) Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 44
του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Θύματα εγκληματικών πράξεων, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 1 έως 3 του ν. 927/1979 (ΦΕΚ 139 Α΄), εφόσον έχει ασκηθεί γι’ αυτές ποινική δίωξη και μέχρι να εκδοθεί δικαστική απόφαση. Εάν τα ανωτέρω πρόσωπα υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή, η άδεια διαμονής εξακολουθεί να χορηγείται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η θεραπεία τους.»
- γ) Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 44
του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής: «Προϋπόθεση για τη χορήγηση της ανωτέρω άδειας είναι η κατοχή διαβατηρίου με θεώρηση εισόδου (visa) στη χώρα, ανεξάρτητα από την ισχύ αυτής ή λήΈ,αοα άδεια διαμονής, και η αποδεδειγμένη επίκληση του συγκεκριμένου λόγου που καθιστά αναγκαία τη διαμονή του υπηκόου τρίτης χώρας στην Ελληνική Επικράτεια.»
- δ) Η παράγραφος 6 του άρθρου 44 του ν.3386/2005
αντικαθίσταται ως εξής: «6. Οι άδειες διαμονής του παρόντος άρθρου παρέχουν στον υπήκοο τρίτης χώρας δικαίωμα πρόσβασης στη μισθωτή απασχόληση και στην παροχή υπηρεσιών ή έργου. Δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας παρέχεται μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος της ανωτέρω άδειας διαμονής κατείχε προηγουμένως άδεια διαμονής η οποία του επέτρεπε την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας και η δραστηριότητα εξακολουθεί να υφίσταται. Για την ανανέωση των αδειών διαμονής του προηγούμενου εδαφίου θα εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων ανανέωσης αδειών διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.»
- ε) Στο άρθρο 60 του ν. 3386/2005 προστίθεται παράγραφος 6 ως ακολούθως:
«6. α. Οι σύζυγοι επαναπατρισθέντος ή παλιννοστήσα−ντος ή ομογενούς, που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, δικαιούνται να αποκτήσουν αυτοτελή άδεια διαμονής, εφόσον: i. Εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου και εφόσον ο γάμος διήρκεσε, έως την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής διαζυγίου ή της αγωγής ακύρωσης του γάμου, επί τρία, τουλάχιστον, έτη από τα οποία το ένα έτος έχει διανυθεί στην Ελλάδα. ii. Συντρέχουν ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακής βίας, εν όσω υφίστατο ο γάμος. Η διάρκεια της αυτοτελούς άδειας διαμονής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος. Περαιτέρω ανανέωση της επιτρέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. β. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το δικαίωμα διαμονής των ανήλικων τέκνων ακολουθεί την τύχη του δικαιώματος διαμονής του γονέα, στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια. γ. Στις ρυθμίσεις της παρούσας υπάγονται και οι αλλογενείς σύζυγοι ομογενών από την Αλβανία, το καθεστώς διαμονής των οποίων ρυθμίζεται από τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 4000/3/10−δ/9.5.2005 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και Δημόσιας Τάξης, όπως ισχύει. δ. Οι διατάξεις της παρούσας εφαρμόζονται και στους υπηκόους τρίτων χωρών που συνεχίζουν να διαμένουν στη χώρα, ανεξαρτήτως εάν τα γεγονότα της περίπτωσης α΄ της παρούσας έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφόσον οι σχετικές αιτήσεις υποβληθούν εντός έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας.» ΦΕΚ 263 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4273 «Οι κυρώσεις της παρούσας επιβάλλονται και στους πολίτες των κρατών μελών της Ε.Ε.»
- ζ) Στο άρθρο 91 του ν. 3386/2005 προστίθεται παράγραφος 12 ως ακολούθως:
«12.α.Υπήκοοι Αλβανίας, οι οποίοι αιτούνται τον εφοδιασμό τους ή την ανανέωση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.) και το αίτημα τους απορρίπτεται, διότι δεν απέδειξαν ομογενειακή ιδιότητα, έχουν τη δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος, εφόσον. ι. Διαμένουν επί τρία (3) τουλάχιστον έτη στη χώρα. ii. Εχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί τυχόν ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως της σχετικής απορριπτικής απόφασης. iii. Δεν έχει ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για χρησιμοποίηση ψευδών πληροφοριών, πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, καθώς και για διάπραξη απάτης. iv. Δεν υφίστανται σε βάρος τους λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α΄). β. Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής υποβάλλεται στο δήμο ή στην κοινότητα του τόπου διαμονής του αιτούντος εντός τριών (3) μηνών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης ή της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως. Η ανωτέρω άδεια διαμονής παρέχει στον κάτοχο δικαίωμα πρόσβασης στη μισθωτή απασχόληση και στην παροχή υπηρεσιών ή έργου και έχει ετήσια ισχύ. Δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας παρέχεται μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος της ανωτέρω άδειας διαμονής ασκούσε ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και η δραστηριότητα εξακολουθεί να υφίσταται. Για την ανανέωση των αδειών διαμονής του προηγούμενου εδαφίου θα εξετάζεται η συνδρομή των προϋποθέσεων ανανέωσης αδειών διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα. Οι άδειες διαμονής της παρούσας μπορούν να ανανεώνονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των διατάξεων του νόμου αυτού. γ. Η ανωτέρω άδεια διαμονής χορηγείται και στα μέλη της οικογένειας του αιτούντος, εφόσον αποδεδειγμένα συγκατοικούσαν με αυτόν και εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα. δ. Στις ρυθμίσεις της παρούσας υπάγονται και οι υπήκοοι Αλβανίας, τα αιτήματα των οποίων απορρίφθηκαν πριν την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας και συνεχίζουν έκτοτε να διαμένουν στη χώρα, εφόσον οι σχετικές αιτήσεις υποβληθούν εντός έτους από την έναρξη ισχύος του παρούσας. ε. Δικαίωμα υπαγωγής στην ανωτέρω διαδικασία παρέχεται και στους υπηκόους Αλβανίας των οποίων το αίτημα για χορήγηση ή ανανέωση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (ΕΔΤΟ) απορρίφθηκε λόγω προσκόμισης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση, εντός τριών (3) μηνών από την έκδοση σχετικής τελεσίδικης αθωωτικής απόφασης για τη διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων.»
- η) Υπήκοοι τρίτων χωρών που διέμεναν νόμιμα στην
Ελλάδα για έναν από τους λόγους του ν. 3386/2005 και μετά τη σύναψη γάμου με έτερο υπήκοο τρίτης χώρας ή πολίτη της Ε.Ε. ή Ελληνα υπήκοο μετέβαλαν το καθεστώς διαμονής τους και έλαβαν είτε άδεια διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης είτε δελτίο διαμονής ως μέλη οικογένειας πολίτη της Ε. Ε. ή Ελληνα, έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν στο προηγούμενο καθεστώς διαμονής τους, εφόσον: α. Ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο πολίτης της Ε. Ε. ή ο Έλληνας αποβιώσει και δεν δικαιούνται αυτοτελές ή προσωποπαγές αντίστοιχα δικαίωμα διαμονής. β. Εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου και δεν δικαιούνται αυτοτελές ή προσωποπαγές αντίστοιχα δικαίωμα διαμονής. Η ανωτέρω δυνατότητα παρέχεται και σε όσα από τα μέλη της οικογένειας τους διέμεναν νόμιμα στη χώρα και μετέβαλαν αντίστοιχα το καθεστώς διαμονής τους.
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 90του ν. 3386/2005, όπως έχει αναριθμηθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 17 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α), αντικαθίσταται, ως ακολούθως: «7. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να ανακαθορίζονται οι υπηρεσίες στις οποίες κατατίθενται οι αιτήσεις των υπηκόων τρίτων χωρών για τη χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής τους και να ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την αντίστοιχη διαδικασία και το ποσοστό επί των εσόδων από τα εισπραττόμενα παράβολα, που παρακρατείται κατά το άρθρο 92 παράγραφος 6α του ν. 3386/2005, όπως έχει αντικατασταθεί με τα άρθρα 20 παράγραφος 2 του ν. 3536/2007 και 26 παράγραφος 4 του ν. 3613/2007, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.»
α. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 176 του ν. 3463/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «Στους πιο πάνω περιορισμούς δεν περιλαμβάνονται τα κάθε είδους λοιπά έσοδα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται για λήψη δανείων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος, κατόπιν εκχωρήσεως ή ενεχυριάσεως, με την επιφύλαξη τυχόν ρητής αντίθετης διάταξης.» β. Δανειακές συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με εκχώρηση ή ενεχυρίαση λοιπών εσόδων, θεωρούνται νόμιμες.
Απαιτήσεις και οφειλές από προγραμματικές συμβάσεις, που έχουν συναφθεί με διάρκεια ισχύος τους μέχρι την 31.12.2009, καθώς και συμβάσεις μίσθωσης κινητών ή ακινήτων, με τη συμμετοχή αμιγών δημοτικών ή κοινοτικών επιχειρήσεων του π.δ. 410/1995, μετά τη μετατροπή αυτών σε κοινωφελείς επιχειρήσεις, εισπράττονται και αποπληρώνονται αντίστοιχα από τις νέες επιχειρήσεις, ακόμη και εάν προέρχονται από δραστηριότητα που δεν προβλέπεται πλέον στους σκοπούς αυτών. Δημοτική ή κοινοτική ανώνυμη εταιρεία (μονομετοχική), μπορεί να εισπράττει ή να αποπληρώνει ανάλογες απαιτήσεις και οφειλές, μόνο εάν προέρχονται από την αξιοποίηση της ακίνητης δημοτικής ή κοινοτικής περιουσίας, ή την εκμετάλλευση κοινόχρηστων χώρων.
α) Στην παράγραφο 6 του άρθρου 18 του ν. 2768/1999 (ΦΕΚ 273 Α΄, 8.12.1999), προστίθενται εδάφια ως ακολούθως: «Το δικαίωμα διορισμού παρέχεται και στα άτομα τα οποία τραυματίστηκαν σοβαρά και νοσηλεύτηκαν σε συνεπεία του σεισμού της 7ης Σεπτεμβρίου 1999. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο διορισμός τους, για λόγους υγείας, το δικαίωμα διορισμού μεταβιβάζεται στον ή στη σύζυγο ή ένα τέκνο τους. Στα δικαιολογητικά που υποχρεούνται να προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι για διορισμό, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 1 της απόφασης υπ’ αριθμ. ΔΙΠΠ/Φ ΔΣ1/4159/18.2.2000, του Υπουργού Εσωτερικών προστίθεται και βεβαίωση νοσηλευτικού ιδρύματος από την οποία να προκύπτει η νοσηλεία σε ΜΕΘ στο χρονικό διάστημα αμέσως μετά το σεισμό αυτόν ή το ποσοστό αναπηρίας (67% και άνω), καθώς και η αιτία που προκάλεσε τον τραυματισμό.»
- β) Στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 του ν. 3624/2007 (ΦΕΚ
289 Α΄, 24.12.2007), προστίθενται εδάφια ως ακολούθως: «Το δικαίωμα διορισμού παρέχεται και στα άτομα τα οποία υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα και νοσηλεύτηκαν σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ή προκύπτει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, συνεπεία των εκτεταμένων και καταστρεπτικών πυρκαγιών του 2007. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο διορισμός τους, για λόγους υγείας, το δικαίωμα διορισμού μεταβιβάζεται στον ή στη σύζυγο ή ένα τέκνο τους. Στα δικαιολογητικά που υποχρεούνται να προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι για διορισμό, όπως αυτά περιγράφονται στην απόφαση υπ’ αριθμ. ΔΙΠΠ/Φ.ΕΠ.Ι/ οικ. 1553/17.12.2008 του Υπουργού Εσωτερικών, όπως συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ΔΙΠΠ/Φ.ΕΠ1.1/12/οικ. 26795/6.10.2008 ομοία, προστίθεται βεβαίωση νοσηλευτικού ιδρύματος από την οποία να προκύπτει η νοσηλεία σε ΜΕΘ στο χρονικό διάστημα αμέσως μετά τις πυρκαγιές αυτές ή το ποσοστό αναπηρίας (67% και άνω), καθώς και η αιτία που προκάλεσε τον τραυματισμό.»
Άρθρο 46
Η ισχύς των βεβαιώσεων εγγραφής των εγγεγραμμένων στις τάξεις 3η και ανώτερες του Μητρώου Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.), που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία λήγει, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 97 του ν. 3669/2008 (ΦΕΚ 116 Α), εντός του πρώτου εξαμήνου του έτους 2009, παρατείνεται για χρονικό διάστημα έξι μηνών μετά την ημερομηνία λήξης τους, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν σχετικό αίτημα μέχρι την ημερομηνία λήξης του πτυχίου. Η υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. θέτει σημείωση επί του πτυχίου της εταιρείας για τη δοθείσα παράταση. Πτυχία χωρίς τη σχετική σημείωση λήγουν κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΤΕΛΙΚΕΣ−ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Αρθρο 47 Μεταβατική ρύθμιση Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 41 έχει εφαρμογή και στις εκκρεμείς αιτήσεις πολιτογράφησης ομογενών αλλοδαπών, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Αρθρο 48 Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο αυτού, με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του παρόντος. Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν από τις διατάξεις του ορίζεται διαφορετικά. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2008
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ – ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ι. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΦΛΙΑΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους Αθήνα, 23 Δεκεμβρίου 2008
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)