Νόμοι — ΦΕΚ A' 32/2014

Type Νόμος
Publication 2014-02-11
State In force
Source ΦΕΚ
articles 70
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 32 11 Φεβρουαρίου 2014

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4235

Διοικητικά μέτρα, διαδικασίες και κυρώσεις στην εφαρμογή της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας στους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών και της υγείας και προστασίας των ζώων και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ Α΄

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΝΩΣΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ, ΤΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ, ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΖΩΙΚΩΝ ΥΠΟΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΖΥΠ) ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΥΤΩΝ (ΠΠ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής − Ορισμοί

1.

Με τα άρθρα 1 έως 36 του Μέρους Α΄ του παρόντος νόμου και τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις εξουσιοδοτικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα αυτά, καθορίζονται διοικητικά μέτρα, διαδικασίες και κυρώσεις, που εφαρμόζονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας του άρθρου 65 του Μέρους Γ΄, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν, καθώς και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με κάθε άλλη διάταξη της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας περί τροφίμων, ζωοτροφών, υγείας και προστασίας των ζώων και διαχείρισης ΖΥΠ και ΠΠ, που κάθε φορά ισχύει. Σε ό,τι αφορά τα διοικητικά μέτρα, τις διαδικασίες και τις κυρώσεις στην αιθυλική αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά, καθώς και τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης επ’ αυτών, ισχύουν οι διατάξεις των νόμων 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικάς» (Α΄265) και 2969/2001 «Αιθυλική αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά» (Α΄ 281).

2.

Για την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 36 και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με τις εξουσιοδοτικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα αυτά, ισχύουν οι ορισμοί των διατάξεων της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας του άρθρου 65, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν, ως και οι ορισμοί των παραγράφων 3 έως και 11.

3.

Ελεγκτής: Εντεταλμένος υπάλληλος των αρμόδιων αρχών του άρθρου 2 για τη διενέργεια επίσημου ελέγχου.

4.

Μη συμμόρφωση: Μη πλήρωση των απαιτήσεων της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας του άρθρου 65, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν, καθώς και κάθε άλλης διάταξης της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας περί τροφίμων, ζωοτροφών, υγείας και προστασίας των ζώων και διαχείρισης ΖΥΠ και ΠΠ, που κάθε φορά ισχύει.

5.

Μέτρα συμμόρφωσης: Διοικητικά μέτρα που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 2 στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που δεν πληρούν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας περί τροφίμων, ζωοτροφών, υγείας και προστασίας των ζώων και διαχείρισης ΖΥΠ και ΠΠ, με σκοπό τη συμμόρφωσή τους προς αυτές.

6.

Μη ασφαλή τρόφιμα:

  • α) Τα τρόφιμα θεωρούνται ως μη ασφαλή, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 (ΕΕ L 31).

Προκειμένου να καθοριστεί αν ένα τρόφιμο είναι μη ασφαλές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ως άνω Κανονισμού.

  • β) Στις περιπτώσεις κινδύνων για τους οποίους υφίσταται έλλειψη ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας ή όπου

κρίνεται αιτιολογημένα αναγκαίο, τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να βασίζονται στην αξιολόγηση των κινδύνων κατά περίπτωση.

7.

Τρόφιμα ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση: Για τον προσδιορισμό του κατά πόσο ένα τρόφιμο είναι ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002.

8.

Τρόφιμα επιβλαβή για την υγεία: Η έννοια του επιβλαβούς για την υγεία τροφίμου σχετίζεται με την πιθανότητα πρόκλησης βλάβης στην ανθρώπινη υγεία. Προκειμένου να καθοριστεί εάν ένα τρόφιμο είναι επιβλαβές για την υγεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες που απαριθμούνται στην παρ. 4 του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002. 501 νισμούς ή τοξίνες αυτών ή μορφές παρασίτων ή ιούς, με υπέρβαση των νομοθετημένων ορίων – κριτηρίων ασφάλειας, καθώς και τρόφιμα που προέρχονται από ζώα που πάσχουν από μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες.

  • β) Τρόφιμα που περιέχουν ουσίες, είτε που απαντώνται φυσικά είτε ως πρόσθετες χημικές ουσίες είτε που

προκύπτουν από τις μεθόδους παραγωγής, παρασκευής ή ως αποτέλεσμα μόλυνσης από το περιβάλλον, σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τα ανώτατα νομοθετημένα όρια ή που η παρουσία τους δεν δικαιολογείται από τη φύση του τροφίμου.

  • γ) Τρόφιμα που παρουσιάζουν επίπεδα καταλοίπων

κτηνιατρικών φαρμάκων, φυτοφαρμάκων, καθώς και καταλοίπων με ορμονική, θυρεοστατική, αναβολική δράση, που υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια ή που περιέχουν παρόμοιες ουσίες που είναι απαγορευμένες.

  • δ) Τρόφιμα στα οποία η παρουσία ξένων σωμάτων

έχει άμεσες επιπτώσεις στην υγεία του καταναλωτή.

  • ε) Τρόφιμα στα οποία διαπιστώνεται η μη δήλωση

αλλεργιογόνων ουσιών/τροφίμων, που είτε αποτελούν συστατικά τους είτε βρίσκονται στα τρόφιμα, λόγω διασταυρούμενης επιμόλυνσης.

  • στ) Τρόφιμα, στα οποία διαπιστώνεται η μη αναγραφή

υποχρεωτικών προειδοποιητικών ενδείξεων που σχετίζονται με την υγεία.

  • ζ) Τρόφιμα που έχουν προκαλέσει επιβεβαιωμένη τροφιμογενή λοίμωξη ή/και τοξίνωση.
  • η) Μη εγκεκριμένα νέα ή γενετικά τροποποιημένα

τρόφιμα.

  • θ) Τρόφιμα που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία με

ιοντίζουσες ακτινοβολίες και παραβιάζουν τις διατάξεις περί ασφάλειας της σχετικής με αυτά νομοθεσίας.

9.

Μη κανονικά τρόφιμα: Στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται τα κατωτέρω τρόφιμα:

  • α) Μη κανονικά ως προς προδιαγραφές ποιότητας:

Τρόφιμα των οποίων οι ποιοτικές προδιαγραφές, όπου αυτές καθορίζονται, αποκλίνουν από τις σχετικές ενωσιακές ή εθνικές διατάξεις.

  • β) Μη κανονικά ως προς την επισήμανση, παρουσίαση

και διαφήμιση: Τρόφιμα στα οποία υπάρχουν αποκλίσεις από τη σχετική ενωσιακή και εθνική νομοθεσία.

10.

Νοθευμένα τρόφιμα: Τρόφιμα, στα οποία προστέθηκαν ύλες συνήθως ευτελέστερης αξίας για κερδοσκοπία ή για καλύτερη εμφάνιση των προϊόντων στην οποία δεν ανταποκρίνονται πραγματικά.

11.

Μη ασφαλείς ζωοτροφές: Οι ζωοτροφές θεωρούνται μη ασφαλείς, όσον αφορά τη χρήση για την οποία προορίζονται, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΚ) 178/2002.

Άρθρο 2

Αρμόδιες αρχές

1.

Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή των άρθρων 1 έως και 36 είναι:

  • α) Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

δια των αρμόδιων, κατά περίπτωση, υπηρεσιών του και του εποπτευόμενου από αυτό Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ), ως αρμόδια κεντρική αρχή για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων, όπως αυτοί ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 882/2004 (ΕΕ L 191) και

  • β) οι υπηρεσίες, στις οποίες η αρμόδια κεντρική αρχή

αναθέτει αρμοδιότητες επίσημων ελέγχων και οι οποίες ορίζονται ως αρμόδιες αρχές για την άσκηση των επίσημων ελέγχων.

  • γ) Η προκειμένη διάταξη δεν θίγει και δεν καταργεί

αρμοδιότητες άλλων Υπουργείων ή φορέων που η κείμενη νομοθεσία ήδη ρυθμίζει.

2.

Όταν η κεντρική αρμόδια αρχή διενεργεί η ίδια επίσημο έλεγχο και διαπιστώνει μη συμμόρφωση σε σχέση με τις απαιτήσεις των διατάξεων της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας στους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών, της υγείας και προστασίας των ζώων και της διαχείρισης ΖΥΠ και ΠΠ, εφαρμόζει αναλόγως τις διατάξεις του άρθρου 3. Σε αυτή την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν κάθε αναγκαία συνδρομή.

Άρθρο 3

Ενέργειες αρμόδιων αρχών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης

1.

α) Αν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει μη συμμορφώσεις σε σχέση με τις απαιτήσεις των διατάξεων της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας στους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών, της υγείας και προστασίας των ζώων και της διαχείρισης ΖΥΠ και ΠΠ, που δεν αποτελούν ούτε θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, τις αξιολογεί και λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της επιχείρησης, διατυπώνει έγγραφες συστάσεις και απαιτεί διορθωτικές ενέργειες, τάσσοντας εύλογο χρόνο συμμόρφωσης.

  • β) Αν η αρμόδια αρχή, μετά από επανέλεγχο:
  • αα) Διαπιστώσει ότι η επιχείρηση έχει μεν προβεί σε

διορθωτικές ενέργειες αλλά δεν τις έχει ολοκληρώσει, διατυπώνει εκ νέου έγγραφες συστάσεις ως προς τις μη συμμορφώσεις που υπολείπονται. Η επιχείρηση υποχρεούται να αποστέλλει τεκμήρια συμμόρφωσης με τις υπολειπόμενες συστάσεις και αν αυτά δεν κρίνονται ικανοποιητικά, ορίζεται εκ νέου επανέλεγχος.

  • ββ) Διαπιστώσει μη συμμόρφωση με τις συστάσεις

της, ή αν η επιχείρηση είναι υπότροπη, λαμβάνονται μέτρα συμμόρφωσης, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως και 21, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 23 και παραπέμπεται η υπόθεση στην αρμόδια εισαγγελική αρχή για την επιβολή ποινικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 27.

2.

Αν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει μη συμμόρφωση, σε σχέση με τις απαιτήσεις των διατάξεων της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, στους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών, της υγείας και προστασίας των ζώων και της διαχείρισης ΖΥΠ και ΠΠ, που αποτελεί ή θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, λαμβάνει άμεσα μέτρα συμμόρφωσης, επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 23 και παραπέμπει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή για την επιβολή ποινικών κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 27. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ − ΜΕΛΗ

Άρθρο 4

Διοικητικά μέτρα συμμόρφωσης Οι αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο άσκησης του επίσημου ελέγχου, αν διαπιστώσουν μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις ή τις διαδικασίες που προβλέπει η ενωσιακή και εθνική νομοθεσία στους τομείς των τροφίμων και των ζωοτροφών, επιβάλλουν, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της μη συμμόρφωσης, το ιστορικό και το μέγεθος της επιχείρησης, κατά περίπτωση και στο βαθμό που απαιτείται, τα ακόλουθα μέτρα συμμόρφωσης:

  • α) Περιορισμό ή απαγόρευση διάθεσης στην αγορά

τροφίμων ή ζωοτροφών.

  • β) Παρακολούθηση και εφόσον απαιτείται, εντολή ανάκλησης ή απόσυρσης ή/και καταστροφής των τροφίμων

ή ζωοτροφών.

  • γ) Αναστολή, μερική ή ολική, της λειτουργίας ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων.
  • δ) Αναστολή ή ανάκληση της έγκρισης ή καταχώρισης

ή εγγραφής της εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων ή ζωοτροφών.

  • ε) Υποβολή διαδικασιών εξυγίανσης.
  • στ) Επαναποστολή των τροφίμων ή ζωοτροφών στο

κράτος−μέλος αποστολής τους, εφόσον γίνονται αποδεκτά από αυτό.

  • ζ) Έγκριση χρήσης των τροφίμων ή ζωοτροφών για

άλλους σκοπούς από εκείνους για τους οποίους προορίζονταν αρχικά.

  • η) Προσωρινή αναστολή και ανάκληση άδειας κυκλοφορίας οχήματος μεταφοράς τροφίμου.
  • θ) Επιβολή διορθωτικών ενεργειών σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης, όπως επαναδιαλογή, ανασυσκευασία,

υποβιβασμός ή επαναταξινόμηση σε άλλη κατηγορία.

  • ι) Κάθε άλλο μέτρο που κρίνει κατάλληλο η αρμόδια

αρχή.

Άρθρο 5

Περιορισμός ή απαγόρευση διάθεσης τροφίμων ή ζωοτροφών Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν το μέτρο του περιορισμού ή της απαγόρευσης διάθεσης τροφίμων ή ζωοτροφών με τις διαδικασίες της δέσμευσης και κατάσχεσης, που περιγράφονται στα άρθρα 6 και 7, αντίστοιχα.

Άρθρο 6

Δέσμευση

1.

Δεσμεύονται, κατόπιν αιτιολογημένης έκθεσης ή πρακτικού των ελεγκτών των αρμόδιων αρχών, ανάλογα αν πρόκειται, αντίστοιχα, για τρόφιμα ή ζωοτροφές, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, αποθήκευσης, διακίνησης και διάθεσης αυτών, τα παρακάτω:

  • α) Τρόφιμα ή ζωοτροφές, τα οποία είναι νοθευμένα,

αν δεν προκύπτει θέμα ασφάλειας αυτών.

  • β) Τρόφιμα ή ζωοτροφές μη κανονικά ως προς την

επισήμανση, την παρουσίαση και διαφήμισή τους, ιδίως αν προκύπτει παραπλάνηση των καταναλωτών.

  • γ) Τρόφιμα ή ζωοτροφές, στα οποία διατυπώνονται

ισχυρισμοί διατροφής ή υγείας, οι οποίοι δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της σχετικής νομοθεσίας.

  • δ) Τρόφιμα μη ασφαλή, των οποίων η χρήση μπορεί

να προκαλέσει αρνητικές συνέπειες στην υγεία συγκεκριμένης κατηγορίας καταναλωτών, λόγω έλλειψης σημαντικών πληροφοριών επί της επισήμανσης.

  • ε) Τρόφιμα ή ζωοτροφές μη κανονικά ως προς την

επισήμανσή τους κατά το στάδιο της τελικής διάθεσής τους στον καταναλωτή, λόγω έλλειψης αναγραφής των ενδείξεων στην ελληνική γλώσσα.

  • στ) Τρόφιμα μη κανονικά ως προς τις εκάστοτε προδιαγραφές και τους κανόνες παραγωγής και εμπορίας.
  • ζ) Τρόφιμα ή ζωοτροφές, για τα οποία δεν είναι δυνατή η οριστική αξιολόγηση του κινδύνου, χωρίς τη

διενέργεια εργαστηριακών αναλύσεων.

  • η) Υλικά και αντικείμενα που είναι ή προορίζονται να

έρθουν σε επαφή με τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των ενεργών και νοημόνων υλικών και αντικειμένων που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της ειδικής νομοθεσίας περί επισήμανσης και των προβλεπόμενων για την έκδοση δηλώσεων συμμόρφωσης.

  • θ) Σε κάθε άλλη περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές

κρίνουν αιτιολογημένα ότι υπάρχει ανάγκη για δέσμευση.

2.

Πριν από τη δέσμευση τροφίμων, στις περιπτώσεις β΄, γ΄, ε΄, στ΄ και η΄ της παραγράφου 1 ή πριν από τη δέσμευση ζωοτροφών, στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και ε΄ της παραγράφου 1, η αρμόδια αρχή, προβαίνει στη διατύπωση συστάσεων, τάσσοντας εύλογο χρόνο συμμόρφωσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3, εξαιρουμένων των περιπτώσεων υποτροπής ή σκοπούμενης παραπλάνησης του καταναλωτή. Αν η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί προς τις συστάσεις της αρμόδιας αρχής, εντός του ανωτέρω εύλογου χρόνου, τα τρόφιμα ή οι ζωοτροφές δεσμεύονται. Τα δεσμευθέντα τρόφιμα ή ζωοτροφές αποθηκεύονται, με δαπάνη της επιχείρησης. Με την έκθεση ή το πρακτικό δέσμευσης, ορίζεται μεσεγγυούχος ως υπεύθυνος φύλαξης των δεσμευθέντων τροφίμων ή ζωοτροφών, που μπορεί να είναι η ίδια η επιχείρηση ή τρίτος.

3.

Η έκθεση ή το πρακτικό δέσμευσης κοινοποιείται άμεσα στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34.

4.

Στην έκθεση ή στο πρακτικό δέσμευσης γίνεται αναφορά για το δικαίωμα της επιχείρησης τροφίμων ή ζωοτροφών να καταθέσει ένσταση προς την αρμόδια αρχή, στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές που εξέδωσαν την έκθεση ή το πρακτικό δέσμευσης, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της έκθεσης ή του πρακτικού δέσμευσης. Επί μικτών κλιμακίων ελεγκτών, η ένσταση κατατίθεται στην υπηρεσία που συγκρότησε το κλιμάκιο. Επί της ένστασης, η αρμόδια αρχή, στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές που εξέδωσαν την έκθεση ή το πρακτικό δέσμευσης, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών, την οποία κοινοποιεί άμεσα στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η απόφαση της αρμόδιας αρχής, επί της ένστασης, είναι οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή. Αν δεν υποβληθεί ένσταση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η έκθεση ή το πρακτικό δέσμευσης των

5.

Μετά τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις της νομοθεσίας ή μετά τη λήψη αρνητικών αποτελεσμάτων εργαστηριακών αναλύσεων στην περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 1, η αποδέσμευση των δεσμευμένων τροφίμων ή ζωοτροφών γίνεται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια αρχή ή κατόπιν έγγραφης αίτησης προς αυτή. Οι ελεγκτές επαληθεύουν την αποκατάσταση των προβλεπόμενων απαιτήσεων της νομοθεσίας και συντάσσουν προς τούτο πρακτικό αποδέσμευσης. Επί μικτών κλιμακίων ελεγκτών, η αίτηση αποδέσμευσης κατατίθεται στην υπηρεσία που συγκρότησε το κλιμάκιο.

6.

Για τα δεσμευμένα τρόφιμα ή ζωοτροφές που δεν έγινε η αποκατάσταση των προβλεπόμενων απαιτήσεων της νομοθεσίας εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας, η αρμόδια αρχή, σε συνεννόηση με τον υπεύθυνο της επιχείρησης, δύναται με αιτιολογημένη απόφασή της:

  • α) να παρατείνει το χρόνο δέσμευσης,
  • β) να αποδεσμεύσει τα δεσμευθέντα τρόφιμα ή ζωοτροφές με σκοπό:
  • αα) την αλλαγή χρήσης τους,
  • ββ) την καταστροφή τους,
  • γγ) την επαναποστολή τους στο κράτος−μέλος αποστολής τους, εφόσον γίνονται αποδεκτά από αυτό.
Άρθρο 7

Κατάσχεση

1.

Κατάσχονται, κατόπιν αιτιολογημένης έκθεσης ή πρακτικού των ελεγκτών των αρμόδιων αρχών, ανάλογα με το αν πρόκειται, αντίστοιχα, για τρόφιμα ή ζωοτροφές, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, αποθήκευσης, διακίνησης και διάθεσης αυτών, τα παρακάτω:

  • α) τρόφιμα ή ζωοτροφές, τα οποία κρίνονται ως μη

ασφαλή, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 14 και 15 του Κανονισμού 178/2002 και όπως τα τρόφιμα εξειδικεύονται στις παραγράφους 6, 7 και 8 του άρθρου 1 του παρόντος, με την επιφύλαξη της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 6,

  • β) τρόφιμα ή ζωοτροφές, τα οποία δεν φέρουν σήμανση καταλληλότητας ή αναγνώρισης βάσει ειδικών

απαιτήσεων,

  • γ) τρόφιμα ή ζωοτροφές, τα οποία στερούνται υγειονομικών πιστοποιητικών όταν αυτό απαιτείται,
  • δ) τρόφιμα με υπέρβαση της ημερομηνίας που προβλέπεται στην ένδειξη «ανάλωση κατά προτίμηση πριν

από ……..» σε χώρους παραγωγής και μαζικής εστίασης, ζωοτροφές με υπέρβαση της ημερομηνίας που προβλέπεται στην ένδειξη «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από ……..», καθώς και τρόφιμα ή ζωοτροφές με υπέρβαση της ημερομηνίας που προβλέπεται στην ένδειξη «ανάλωση έως …….»,

  • ε) υλικά και αντικείμενα που είναι ή προορίζονται να

έλθουν σε επαφή με τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των ενεργών και νοημόνων υλικών και αντικειμένων που δεν πληρούν τους όρους για τη χρήση που προορίζονται, με επιπτώσεις στην ασφάλεια των τροφίμων,

  • στ) σε κάθε άλλη περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές

κρίνουν αιτιολογημένα ότι υπάρχει αναγκαιότητα για κατάσχεση.

2.

Η έκθεση ή το πρακτικό κατάσχεσης κοινοποιείται άμεσα στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34.

3.

Τα κατασχεθέντα τρόφιμα ή ζωοτροφές αποθηκεύονται, με δαπάνη της επιχείρησης. Με την έκθεση ή το πρακτικό κατάσχεσης ορίζεται μεσεγγυούχος ως υπεύθυνος φύλαξης των κατασχεθέντων τροφίμων ή ζωοτροφών, που μπορεί να είναι η ίδια η επιχείρηση ή τρίτος.

4.

Στην έκθεση ή στο πρακτικό κατάσχεσης γίνεται αναφορά στο δικαίωμα της επιχείρησης να ασκήσει ένσταση επανεξέτασης και στην προθεσμία για την άσκησή της. Αν η επιχείρηση δεν επιθυμεί την επανεξέταση των κατασχεθέντων, ο εκπρόσωπός της υπογράφει στην έκθεση ή το πρακτικό κατάσχεσης ότι έλαβε γνώση αυτής ή αυτού και παραιτείται του δικαιώματος αυτού και αποφασίζεται η τύχη των κατασχεθέντων. Δεν επιτρέπεται η άσκηση ένστασης επανεξέτασης των κατασχεθέντων, αν:

  • α) η ποσότητα των τροφίμων είναι ίση ή μικρότερη

των είκοσι πέντε (25) χιλιογράμμων ή σε περιπτώσεις τροφίμων υψηλής εμπορικής αξίας που η τιμή τους είναι ίση ή μικρότερη των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ,

  • β) η ποσότητα των υλικών σε επαφή με τρόφιμα είναι

ίση ή μικρότερη των εκατό (100) χιλιογράμμων,

  • γ) η ποσότητα των ζωοτροφών είναι ίση ή μικρότερη

των χιλίων (1.000) χιλιογράμμων ή η εμπορική της αξία είναι ίση ή μικρότερη των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

5.

Η ένσταση επανεξέτασης κατατίθεται από την επιχείρηση, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της έκθεσης ή του πρακτικού κατάσχεσης:

  • α) στην υπηρεσία στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές,

που διενήργησαν την κατάσχεση, επί έκθεσης κατάσχεσης τροφίμων ή

  • β) στη Διεύθυνση Εισροών Ζωικής Παραγωγής του

Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, επί πρακτικού κατάσχεσης ζωοτροφών. Εφόσον δεν κατατεθεί ένσταση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η έκθεση ή το πρακτικό κατάσχεσης θεωρούνται οριστικά, ανέκκλητα και εκτελεστά.

6.

α) Για την εξέταση των ενστάσεων επανεξέτασης εκθέσεων κατάσχεσης τροφίμων, ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές, που διενήργησαν την κατάσχεση, με απόφασή του, προβαίνει εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της ένστασης επανεξέτασης, στη συγκρότηση και στον ορισμό μελών τριμελούς επιτροπής, η οποία αποτελείται από:

  • αα) δύο (2) ελεγκτές της υπηρεσίας που διενήργησε

τον έλεγχο, εκτός των ελεγκτών που διενήργησαν την κατάσχεση,

  • ββ) έναν (1) ειδικό, που υποδεικνύει ο ενιστάμενος. Αν

ο ενιστάμενος δεν υποδείξει ή δηλώσει αδυναμία να υποδείξει μέλος στην επιτροπή, μέλος ορίζεται, από τον προϊστάμενο που συγκροτεί την επιτροπή, υπάλληλος της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο ελεγκτής με τον ανώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας. Χρέη γραμματέα εκτελεί ο έτερος ελεγκτής – μέλος της επιτροπής. Η επιτροπή συνέρχεται, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της, το αργότερο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη συγκρότησή της και κατά προτεραιότητα, εφόσον πρόκειται για ευαλλοίωτα προϊόντα ή τρό

  • β) Για την εξέταση των ενστάσεων επανεξέτασης

πρακτικών κατάσχεσης ζωοτροφών, συνιστάται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων τριμελής επιτροπή, η οποία αποτελείται από:

  • αα) τον προϊστάμενο του Τμήματος Ζωοτροφών της

Διεύθυνσης Εισροών Ζωικής Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ως Πρόεδρο,

  • ββ) δύο (2) υπαλλήλους του ίδιου ως άνω Τμήματος

ή Διεύθυνσης, ως μέλη. Χρέη γραμματέα εκτελεί ο υπάλληλος της υποπερίπτωσης ββ΄με τον κατώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιόβαθμων με το λιγότερο χρόνο υπηρεσίας. Με απόφαση του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Εισροών Ζωικής Παραγωγής, η οποία εκδίδεται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της ένστασης επανεξέτασης, συγκροτείται η ως άνω επιτροπή και ορίζονται τα μέλη της. Η επιτροπή συνέρχεται ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της το αργότερο εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από τη συγκρότησή της και κατά προτεραιότητα, εφόσον πρόκειται για ευαλλοίωτες ζωοτροφές, στις οποίες ο χρόνος ελάχιστης διατηρησιμότητας είναι κοντά στην εκπνοή του. 7.α) Οι τριμελείς επιτροπές της παραγράφου 6 προβαίνουν στις παρακάτω ενέργειες:

  • αα) λαμβάνουν υπόψη την έκθεση ή το πρακτικό κατάσχεσης, τα τυχόν ειδικά αποτελέσματα επίσημων

εργαστηριακών αναλύσεων και εκτιμούν τα στοιχεία που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος,

  • ββ) εξετάζουν λεπτομερώς τα κατασχεθέντα με αυτοψία, ώστε να επαναπροσδιορίσουν, αν είναι αναγκαίο,

την έκταση και σοβαρότητα των ενδείξεων που οδήγησαν στην έκθεση ή το πρακτικό κατάσχεσης,

  • γγ) λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο που απαιτείται

για να μπορούν να διατυπώσουν την κρίση τους,

  • δδ) αποφαίνονται επί της ένστασης και για την τύχη

των κατασχεθέντων, σύμφωνα με την παράγραφο 8.

  • β) Οι τριμελείς επιτροπές της παραγράφου 6 αποφασίζουν αιτιολογημένα, επί της ένστασης επανεξέτασης

και συντάσσουν σχετική έκθεση−πρακτικό επανεξέτασης, εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών. Ένα αντίγραφο της έκθεσης−πρακτικού επανεξέτασης κοινοποιείται άμεσα στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34, δια των Προέδρων των επιτροπών και ένα στην υπηρεσία που τις συγκρότησε, επί ενστάσεων στα τρόφιμα ή στη Διεύθυνση Εισροών Ζωικής Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, επί ενστάσεων στις ζωοτροφές.

  • γ) Οι αποφάσεις των τριμελών επιτροπών της παραγράφου 6 είναι οριστικές, ανέκκλητες και εκτελεστές,

με την επιφύλαξη της παραγράφου 9.

8.

Στην έκθεση−πρακτικό επανεξέτασης, αποφασίζεται, αφού ληφθούν υπόψη τα αιτήματα των επιχειρήσεων τροφίμων ή ζωοτροφών, η τύχη των κατασχεθέντων,

  • α) Επιβάλλονται διαδικασίες εξυγίανσης ή κάθε άλλο

μέτρο που κρίνεται αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των τροφίμων ή ζωοτροφών και η συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις.

  • β) Εγκρίνεται η χρήση των τροφίμων ή ζωοτροφών για

σκοπούς άλλους εκτός από εκείνους για τους οποίους προορίζονταν αρχικά.

  • γ) Επιβάλλεται η καταστροφή των τροφίμων ή ζωοτροφών.
  • δ) Εγκρίνεται η επαναποστολή των τροφίμων ή ζωοτροφών στο κράτος−μέλος προέλευσης, εφόσον γίνονται αποδεκτά από αυτό.

Αν δεν υποβληθεί ένσταση επανεξέτασης, η τύχη των κατασχεθέντων τροφίμων ή ζωοτροφών αποφασίζεται στην έκθεση ή πρακτικό κατάσχεσης, σε συνεννόηση με τον ενδιαφερόμενο μετά από αίτημά του, σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄.

9.

Για κατασχεθέντα τρόφιμα, που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4, με βάρος μεγαλύτερο των χιλίων (1.000) χιλιογράμμων ή με αξία μεγαλύτερη των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, για υλικά σε επαφή με τρόφιμα αξίας μεγαλύτερης των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για κατασχεθείσες ζωοτροφές με βάρος μεγαλύτερο των επτά χιλιάδων (7.000) χιλιογράμμων ή με αξία μεγαλύτερη των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, η επιχείρηση δύναται να ασκήσει ένσταση για δεύτερη επανεξέταση, η οποία κατατίθεται στην αρμόδια, κατά περίπτωση, αρχή της παραγράφου 10, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την επίδοση του πρακτικού – έκθεσης επανεξέτασης. Για το παραδεκτό της ένστασης απαιτείται καταβολή παράβολου ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ. 10.α) Για την εξέταση των ενστάσεων δεύτερης επανεξέτασης στα τρόφιμα, ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές, που διενήργησαν την κατάσχεση, με απόφασή του, προβαίνει εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της ένστασης δεύτερης επανεξέτασης, στη συγκρότηση και στον ορισμό μελών πενταμελούς επιτροπής, η οποία αποτελείται από:

  • αα) τέσσερις (4) ελεγκτές της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, εκτός εκείνων που διενήργησαν την

κατάσχεση και εκτός εκείνων που συμμετείχαν στην επιτροπή πρώτης επανεξέτασης,

  • ββ) έναν (1) ειδικό, που υποδεικνύει ο ενιστάμενος. Αν

ο ενιστάμενος δεν υποδείξει ή δηλώσει αδυναμία να υποδείξει μέλος στην επιτροπή, το μέλος ορίζεται από τον προϊστάμενο που συγκροτεί την επιτροπή. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο ελεγκτής με τον ανώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας. Χρέη γραμματέα εκτελεί ο ελεγκτής με τον κατώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιόβαθμων με το λιγότερο χρόνο υπηρεσίας. Η επιτροπή συνέρχεται ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη συγκρότησή της και κατά προτεραιότητα, εφόσον πρόκειται για ευαλλοίωτα προϊόντα, στα οποία ο χρόνος ελάχιστης διατηρησιμότητας είναι κοντά στην εκπνοή του.

  • β) Για την εξέταση των ενστάσεων δεύτερης επανεξέτασης στις ζωοτροφές, συνιστάται στο Υπουργείο

Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων πενταμελής επιτροπή, η οποία αποτελείται από:

  • αα) τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Εισροών Ζωικής

Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του, που συμμετείχαν στην επιτροπή πρώτης επανεξέτασης, με τους αναπληρωτές τους,

  • γγ) έναν (1) ειδικό, που υποδεικνύει ο ενιστάμενος. Αν

ο ενιστάμενος δεν υποδείξει ή δηλώσει αδυναμία να υποδείξει μέλος στην επιτροπή, μέλος ορίζεται από τον προϊστάμενο που συγκροτεί την επιτροπή υπάλληλος της Διεύθυνσης Εισροών Ζωικής Παραγωγής. Χρέη γραμματέα εκτελεί γεωπόνος της υποπερίπτωσης ββ΄, με τον κατώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιόβαθμων με το λιγότερο χρόνο υπηρεσίας. Με απόφαση του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Ζωικής Παραγωγής, η οποία εκδίδεται εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της ένστασης δεύτερης επανεξέτασης, συγκροτείται η ως άνω επιτροπή και ορίζονται τα μέλη της. Η επιτροπή συνέρχεται ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της το αργότερο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη συγκρότησή της και κατά προτεραιότητα, εφόσον πρόκειται για ευαλλοίωτα προϊόντα. 11.α) Οι πενταμελείς επιτροπές της δεύτερης επανεξέτασης της παραγράφου 10, αφού εξετάσουν τα κατασχεθέντα, με τη χρησιμοποίηση κάθε προβλεπόμενου και ενδεδειγμένου επιστημονικού μέσου και λάβουν υπόψη την έκθεση−πρακτικό επανεξέτασης των τριμελών επιτροπών και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, αποφαίνονται επί της ένστασης και για την τύχη των κατασχεθέντων, σύμφωνα με την παράγραφο 8, και συντάσσουν σχετική έκθεση−πρακτικό δεύτερης επανεξέτασης. Ένα αντίγραφο της έκθεσης−πρακτικού δεύτερης επανεξέτασης κοινοποιείται άμεσα στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34, δια των Προέδρων των επιτροπών και ένα, κατά περίπτωση, στην αρμόδια υπηρεσία που τις συγκρότησε.

  • β) Οι αποφάσεις των πενταμελών επιτροπών της παραγράφου 10 είναι οριστικές, ανέκκλητες και εκτελεστές.
12.

Αν δεν επαρκεί ο αριθμός των υπαλλήλων για τη συγκρότηση των επιτροπών του παρόντος άρθρου, σε αυτές δύναται να συμμετάσχουν υπάλληλοι από άλλες αρμόδιες αρχές, με συναφές αντικείμενο. Επί κατασχεθέντων από μικτά κλιμάκια ελεγκτών την ευθύνη της διαδικασίας των επανεξετάσεων έχει η αρχή που συγκρότησε το κλιμάκιο. 13.α) Τα οριστικώς κατασχεθέντα τρόφιμα ή ζωοτροφές προς καταστροφή, ειδική μεταχείριση, εξυγίανση ή άλλη ενέργεια, κατά τη μεταφορά τους προς τον τόπο προορισμού, συνοδεύονται από σχετικό έγγραφο, που εκδίδει η αρμόδια αρχή. Η διαδικασία πραγματοποιείται υπό την εποπτεία της κατά τόπο αρμόδιας αρχής.

  • β) Αν η επιχείρηση επιλέξει η διαδικασία αυτή να γίνει

σε άλλο κράτος−μέλος, τα προς καταστροφή, ειδική μεταχείριση, εξυγίανση ή άλλη ενέργεια τρόφιμα ή ζωοτροφές συνοδεύονται από σχετικό έγγραφο.

  • γ) Στις ανωτέρω περιπτώσεις α΄ και β΄, ο υπεύθυνος

της επιχείρησης έχει την ευθύνη της γνωστοποίησης στην αρμόδια αρχή της ολοκλήρωσης των σχετικών διαδικασιών. Η αρμόδια αρχή επαληθεύει τη διαδικασία στην περίπτωση β΄ σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του κράτους−μέλους.

Άρθρο 8

Παρακολούθηση, ανάκληση ή απόσυρση ή/και καταστροφή μη ασφαλών τροφίμων ή ζωοτροφών 1.α) Η απόσυρση αφορά τρόφιμα ή ζωοτροφές που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της νομοθεσίας περί ασφάλειας και ταυτόχρονα βρίσκονται εκτός του ελέγχου της επιχείρησης που τα παρήγαγε ή τα διέθεσε στην αγορά. Η απόσυρση σκοπεί στην απομάκρυνσή τους από την αλυσίδα διακίνησης, έτσι ώστε να προληφθεί, εξαλειφθεί ή περιοριστεί ο κίνδυνος.

  • β) Η ανάκληση αφορά τρόφιμα ή ζωοτροφές που δεν

ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της νομοθεσίας περί ασφάλειας και ταυτόχρονα βρίσκονται εκτός του ελέγχου της επιχείρησης ή έχουν φτάσει στον καταναλωτή. Σε περίπτωση ανάκλησης απαιτείται η ενημέρωση του καταναλωτή.

  • γ) Για την αποτελεσματική ανάκληση ή απόσυρση των

μη ασφαλών τροφίμων ή ζωοτροφών, από την αλυσίδα διακίνησής τους, η επιχείρηση υποχρεούται να διατηρεί ένα επαρκές σύστημα ιχνηλασιμότητάς τους.

2.

Η ανάκληση ή απόσυρση τροφίμων ή ζωοτροφών πραγματοποιείται στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • α) Όταν οι επιχειρήσεις τροφίμων ή ζωοτροφών κρίνουν ή έχουν λόγο να πιστεύουν, ότι τρόφιμα ή ζωοτροφές που έχουν εισάγει, παράγει, μεταποιήσει,

παρασκευάσει ή διανείμει δεν συμμορφώνονται με τις προβλεπόμενες απαιτήσεις για την ασφάλεια των τροφίμων ή ζωοτροφών και έχουν εκφύγει από τον έλεγχο της επιχείρησης.

  • β) Όταν για τα ως άνω τρόφιμα ή ζωοτροφές έχει

εκδοθεί εντολή ανάκλησης ή απόσυρσης από τις αρμόδιες αρχές.

3.

Οι επιχειρήσεις τροφίμων ή ζωοτροφών, στο πλαίσιο του μέτρου της ανάκλησης ή απόσυρσης τροφίμων ή ζωοτροφών, έχουν τις παρακάτω υποχρεώσεις:

  • α) Να απομακρύνουν άμεσα, με ευθύνη τους, από το

δίκτυο διακίνησης τα μη ασφαλή τρόφιμα ή ζωοτροφές. Κατά τη διακίνηση των μη ασφαλών τροφίμων ή ζωοτροφών, δεν απαιτείται το συνοδευτικό έγγραφο της παραγράφου 13 του άρθρου 7.

  • β) Να αποθηκεύουν σε ειδικό, ξεχωριστό χώρο με

κατάλληλη σήμανση τα συγκεκριμένα τρόφιμα ή ζωοτροφές, καθώς και να τηρούν κατάλληλη σχετική τεκμηρίωση.

  • γ) Να ενημερώνουν, άμεσα και εγγράφως, την κατά

τόπο αρμόδια αρχή. Στοιχεία της έγγραφης ενημέρωσης αποτελούν, τουλάχιστον, ο λόγος της ανάκλησης ή απόσυρσης, το είδος, η ποσότητα, η λεπτομερής περιγραφή, η παρτίδα, τα στοιχεία συσκευασίας και επισήμανσης του τροφίμου ή της ζωοτροφής, τα ακριβή στοιχεία των επιχειρήσεων στις οποίες διατέθηκαν τα προϊόντα και τέλος η ενημέρωση για την επιτυχή ολοκλήρωση των διαδικασιών απόσυρσης ή ανάκλησης. Την ευθύνη ενημέρωσης των αρμόδιων αρχών έχει ο υπεύθυνος της επιχείρησης που διέθεσε το προϊόν στην αγορά. Η κατά τόπο αρμόδια αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, ενημερώνει την κεντρική αρμόδια αρχή.

  • δ) Να καταστρέφουν τρόφιμα ή ζωοτροφές που αποσύρονται ή ανακαλούνται, εφόσον αυτά δεν επιδέχονται

εξυγίανση ή αλλαγή χρήσης.

  • ε) Να συνεργάζονται με κάθε άλλη επιχείρηση του

δικτύου διανομής, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική απόσυρση ή ανάκληση. σχετικά με την πορεία των διαδικασιών, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική απόσυρση ή ανάκληση. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας δύνανται να ζητούν τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών, ώστε να επιτυγχάνουν την πρόληψη, εξάλειψη ή μείωση του κινδύνου, μέσα από την απομάκρυνση των μη ασφαλών προϊόντων από ολόκληρο το δίκτυο διακίνησης.

  • ζ) Να ενημερώνουν άμεσα τους καταναλωτές, με τον

πιο πρόσφορο τρόπο και κατάλληλο μέσο, στην περίπτωση που υπάρχει το ενδεχόμενο να έχουν φτάσει στον τελικό καταναλωτή μη ασφαλή τρόφιμα ή ζωοτροφές, παρέχοντας σαφή στοιχεία για το είδος και τα χαρακτηριστικά τους, τους λόγους της ανάκλησης, καθώς και πληροφορίες προς αυτούς για το πώς να διαχειριστούν τα εν λόγω προϊόντα. Για την αποτελεσματικότερη ενημέρωση των καταναλωτών, οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων μπορούν να ζητούν τη συνδρομή των αρμόδιων αρχών.

4.

Οι αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο του μέτρου της ανάκλησης ή απόσυρσης τροφίμων ή ζωοτροφών, έχουν τις κάτωθι υποχρεώσεις:

  • α) Να διαβιβάζουν στην κεντρική αρμόδια αρχή τα

έγγραφα της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 3, ζητώντας κάθε δυνατή συνδρομή, στις περιπτώσεις που το κρίνουν αναγκαίο.

  • β) Να παρακολουθούν και επαληθεύουν, αν οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων ή ζωοτροφών λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την αποτελεσματική

απόσυρση ή ανάκληση, εκπληρώνοντας την υποχρέωσή τους για τον έλεγχο τήρησης και εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας.

  • γ) Να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο.
  • δ) Να κάνουν χρήση του συστήματος Ταχείας Ανταλλαγής Πληροφοριών για τα Τρόφιμα και τις Ζωοτροφές

– Rapid Alert System for Food and Feed (RASFF), στην περίπτωση που αυτό επιβάλλεται από την κείμενη νομοθεσία.

5.

Δεν απαιτείται απόσυρση ή ανάκληση και επομένως δεν επισύρει τις υποχρεώσεις και προκαθορισμένες διαδικασίες των παραγράφων 3 και 4, κάθε άλλη περίπτωση απομάκρυνσης τροφίμων ή ζωοτροφών από την αλυσίδα διακίνησης, και συγκεκριμένα:

  • α) Όταν η επιχείρηση οικειοθελώς απομακρύνει τρόφιμα ή ζωοτροφές από την αγορά, τα οποία πληρούν

τις απαιτήσεις ασφάλειας.

  • β) Όταν τρόφιμα ή ζωοτροφές πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας αλλά δεν πληρούν τα προβλεπόμενα

κριτήρια ποιοτικών προδιαγραφών.

  • γ) Όταν τρόφιμα ή ζωοτροφές δεν πληρούν τις απαιτήσεις ασφάλειας αλλά δεν έχουν εξέλθει της εγκατάστασης.
Άρθρο 9

Αναστολή, μερική ή ολική, λειτουργίας ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων 1.α) Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να προβαίνουν στο μέτρο της αναστολής της λειτουργίας μίας εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων για ορισμένο χρονικό διάστημα στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • αα) Όταν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστώνεται μη

συμμόρφωση που ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία και οδηγεί στην ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων.

  • ββ) Όταν η επιχείρηση δεν λαμβάνει τα απαραίτητα

μέτρα συμμόρφωσης προς τις συστάσεις των αρμόδιων αρχών για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της κείμενης νομοθεσίας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3.

  • β) Το μέτρο της αναστολής της λειτουργίας μίας

εγκατάστασης, επιβάλλεται, για χρονικό διάστημα ανάλογο με εκείνο που απαιτείται για την εκτέλεση όλων των αναγκαίων διορθωτικών μέτρων, ώστε η επιχείρηση να εναρμονιστεί με τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές απαιτήσεις, ως εξής:

  • αα) Επιβάλλεται μερική αναστολή λειτουργίας σε μία

ή περισσότερες παραγωγικές δραστηριότητες της επιχείρησης.

  • ββ) Επιβάλλεται ολική αναστολή λειτουργίας στο

σύνολο των παραγωγικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης.

  • γ) Για την επιβολή του μέτρου της αναστολής της

λειτουργίας μίας εγκατάστασης, η αρμόδια αρχή που διενήργησε τον έλεγχο με αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, εισηγείται άμεσα στην αδειοδοτούσα αρχή τη μερική ή ολική αναστολή της λειτουργίας της εγκατάστασης.

  • δ) Με απόφαση της αδειοδοτούσας αρχής, που κοινοποιείται στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34,

αναστέλλεται η λειτουργία της εγκατάστασης για ορισμένο χρονικό διάστημα, που ορίζεται σε αυτή.

  • ε) Για την άρση της απόφασης αναστολής της λειτουργίας της εγκατάστασης απαιτείται η έκδοση σχετικής απόφασης της αδειοδοτούσας αρχής, αφού προηγουμένως οι ελεγκτές της αρμόδιας αρχής βεβαιώσουν

εγγράφως, ότι πραγματοποιήθηκαν όλες οι διορθωτικές ενέργειες και δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι που επέβαλαν τη μερική ή ολική αναστολή της λειτουργίας της εγκατάστασης.

2.

Με απόφαση της αδειοδοτούσας αρχής, κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, ανακαλείται η άδεια λειτουργίας μίας εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων, δηλαδή παύει η λειτουργία της, στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • α) όταν συντρέχουν λόγοι τεχνικής ή άλλης αδυναμίας

εκτέλεσης των καθορισμένων διορθωτικών ενεργειών, με συνέπεια να μην είναι εφικτή η συμμόρφωση με τη νομοθεσία,

  • β) όταν η επιχείρηση τροφίμων δεν συμμορφωθεί

προς την απόφαση αναστολής λειτουργίας της. Η απόφαση ανάκλησης κοινοποιείται στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34. 3.α) Όταν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστώνεται ότι τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η δημόσια υγεία και η υγεία των ζώων και παρίσταται έκτακτη ανάγκη αποτροπής του κινδύνου αυτού, η αρμόδια αρχή αποφασίζει άμεσα την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας της εγκατάστασης ή της μονάδας παραγωγής της εγκατάστασης, όπου εντοπίζεται ο κίνδυνος. Η απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή, κοινοποιείται αυθημερόν στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34 και διαβιβάζεται στη συνέχεια στην αρμόδια αδειοδοτούσα αρχή για την αναστολή, μερική ή ολική της λειτουργίας ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης της προσωρινής αναστολής λειτουργίας της εγκατάστασης ή μονάδας παραγωγής της εγκατάστασης λήγει με την ανωτέρω απόφαση της αδειοδοτούσας αρχής.

  • β) Όταν μετά από έλεγχο της ΕΕ ή μετά από έλεγχο επαλήθευσης/επιτήρησης ή διερεύνησης επώνυμων

καταγγελιών της κεντρικής αρμόδιας αρχής σε εγκαταστάσεις επιχειρήσεων τροφίμων ή σε περιοχές/ζώνες παραγωγής ζώντων δίθυρων μαλακίων, διαπιστώνονται μη συμμορφώσεις που ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, με απόφαση του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ή του Προέδρου του ΕΦΕΤ, κατόπιν εισήγησης των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ή του ΕΦΕΤ, αντίστοιχα:

  • αα) Αναστέλλεται ή ανακαλείται ο κωδικός αριθμός

έγκρισης εγκατάστασης τροφίμων και η αδειοδοτούσα αρχή υποχρεούται άμεσα να αναστείλει τη λειτουργία ή να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας των εγκαταστάσεων τροφίμων, αντίστοιχα.

  • ββ) Τροποποιείται η κατηγοριοποίηση της περιοχής/

ζώνης παραγωγής ζώντων δίθυρων μαλακίων.

4.

Η αρμόδια αρχή που εισηγείται την αναστολή της λειτουργίας ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας μιας εγκατάστασης, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 3, υποχρεούται να καλέσει σε ακρόαση τον υπεύθυνο της επιχείρησης, σύμφωνα με το άρθρο 34, ο οποίος υποχρεούται να εκθέσει τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα επίδοσης σε αυτόν της σχετικής πρόσκλησης.

5.

Η αναστολή της λειτουργίας ή η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων συνεπάγεται άμεσα την αναστολή ή ανάκληση της έγκρισης ή καταχώρισης ή εγγραφής της εγκατάστασης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2 του άρθρου 10, αντίστοιχα.

6.

Η επιχείρηση τροφίμων δύναται να καταθέσει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή της αδειοδοτούσας αρχής που εξέδωσε την απόφαση επιβολής του μέτρου της αναστολής λειτουργίας ή της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης. Η προϊσταμένη αρχή εκδίδει απόφαση επί της ένστασης εντός επτά (7) εργασίμων ημερών, η οποία κοινοποιείται στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η απόφαση επί της ένστασης ή η απόφαση επιβολής του μέτρου της αναστολής λειτουργίας ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης, αν δεν υποβληθεί ένσταση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή. Η άσκηση ένστασης και η προθεσμία για την άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της επιβολής του μέτρου της αναστολής λειτουργίας ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας εγκατάστασης. 7.α) Η αδειοδοτούσα αρχή προβαίνει στη σφράγιση του παραγωγικού μηχανολογικού εξοπλισμού τμήματος ή ολόκληρης της εγκατάστασης, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, εφόσον παρίσταται ανάγκη και σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 161 του π.δ. 141/1991 (Α΄ 58), στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • αα) Αν η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί με την απόφαση αναστολής της λειτουργίας της εγκατάστασης.
  • ββ) Αν η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί με την απόφαση

ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης.

  • β) Η αρμόδια αρχή προβαίνει άμεσα στη σφράγιση

του παραγωγικού μηχανολογικού εξοπλισμού τμήματος ή ολόκληρης της εγκατάστασης, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 161 του π.δ. 141/1991, εφόσον τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η δημόσια υγεία και η υγεία των ζώων, παρίσταται έκτακτη ανάγκη αποτροπής του κινδύνου αυτού και η επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με την απόφαση προσωρινής αναστολής της λειτουργίας της εγκατάστασης ή μονάδας παραγωγής της εγκατάστασης, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 3.

  • γ) Η επιχείρηση ειδοποιείται εγγράφως από την αδειοδοτούσα αρχή ή την αρμόδια αρχή για την αιτία, την

ακριβή ημερομηνία και ώρα σφράγισης της εγκατάστασης. Η σφράγιση περιλαμβάνει το κλείδωμα και την αφαίρεση των κλειδιών της εγκατάστασης, με δαπάνη που προκαταβάλλεται από την επιχείρηση. Για κάθε σφράγιση συντάσσεται και σχετική έκθεση από την αρχή που την πραγματοποίησε. Η επιχείρηση υποχρεούται να απομακρύνει τα ευαλλοίωτα ή ευπαθή τρόφιμα που βρίσκονται εντός της εγκατάστασης,

8.

Για τις εγκαταστάσεις που λειτουργούν χωρίς τις απαιτούμενες άδειες ή εγκρίσεις, ισχύουν τα κατά περίπτωση προβλεπόμενα στις ειδικότερες διατάξεις περί αδειών λειτουργίας και εγκρίσεων. Αν η αρμόδια αρχή ελέγχου διαπιστώσει μη συμμόρφωση σε απαιτήσεις ή μέτρα από την οποία προκύπτει άμεσος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και παρίσταται έκτακτη ανάγκη αποτροπής του κινδύνου αυτού, προβαίνει στη σφράγιση του παραγωγικού μηχανολογικού εξοπλισμού τμήματος ή ολόκληρης της εγκατάστασης, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 7.

9.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και στις περιπτώσεις που η εγκατάσταση επιχείρησης τροφίμων λειτουργεί με αναγγελία έναρξης του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), όπως ισχύει.

Άρθρο 10

Αναστολή ή ανάκληση της έγκρισης ή της καταχώρισης ή της εγγραφής εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων ή ζωοτροφών

1.

Η κεντρική αρμόδια αρχή δύναται με απόφασή της να επιβάλει το μέτρο της αναστολής της έγκρισης ή καταχώρισης ή εγγραφής εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων ή ζωοτροφών, για ορισμένο χρονικό διάστημα, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση της αρμόδιας αρχής, στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • α) όταν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστώνεται μη

συμμόρφωση που ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία και οδηγεί στην ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων,

  • β) όταν η επιχείρηση τροφίμων ή ζωοτροφών δεν

λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα συμμόρφωσης προς τις συστάσεις των αρμόδιων αρχών για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της κείμενης νομοθεσίας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3.

2.

Η κεντρική αρμόδια αρχή δύναται με απόφασή της να επιβάλει το μέτρο της ανάκλησης της έγκρισης ή

  • α) όταν συντρέχουν λόγοι τεχνικής ή άλλης αδυναμίας

εκτέλεσης των καθορισμένων διορθωτικών ενεργειών, με συνέπεια να μην είναι εφικτή η πλήρης συμμόρφωση με τη νομοθεσία,

  • β) όταν η επιχείρηση τροφίμων ή ζωοτροφών δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση αναστολής της έγκρισης

ή της καταχώρισης ή της εγγραφής εγκατάστασης. Η απόφαση ανάκλησης της έγκρισης ή καταχώρισης ή εγγραφής εγκατάστασης κοινοποιείται στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34.

3.

Η αναστολή ή η ανάκληση της έγκρισης ή της καταχώρισης ή της εγγραφής εγκατάστασης επιχείρησης τροφίμων συνεπάγεται την άμεση αναστολή της λειτουργίας ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης, σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 ή την παράγραφο 2 του άρθρου 9, αντίστοιχα.

4.

Η επιχείρηση τροφίμων ή ζωοτροφών δύναται να καταθέσει ένσταση προς την υπηρεσία που εξέδωσε την απόφαση επιβολής του μέτρου της αναστολής ή της ανάκλησης της έγκρισης ή της καταχώρισης ή της εγγραφής εγκατάστασης, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών. Επί της ένστασης, η ως άνω υπηρεσία εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών, την οποία κοινοποιεί άμεσα στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η απόφαση επί της ένστασης ή η απόφαση επιβολής του μέτρου της αναστολής ή της ανάκλησης της έγκρισης ή της καταχώρισης ή της εγγραφής εγκατάστασης, αν δεν υποβληθεί ένσταση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή. Η άσκηση ένστασης και η προθεσμία για την άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της επιβολής του μέτρου της αναστολής ή της ανάκλησης της έγκρισης ή της καταχώρισης ή της εγγραφής εγκατάστασης.

5.

Σε περιπτώσεις τροφίμων φυτικής προέλευσης που δεν πληρούν τις προδιαγραφές παραγωγής και εμπορίας αυτών, αναστέλλεται ή διαγράφεται η καταχώριση της επιχείρησης τροφίμων από τα μητρώα που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. Η επιχείρηση τροφίμων φυτικής προέλευσης δύναται να καταθέσει ένσταση προς την υπηρεσία που εξέδωσε την απόφαση αναστολής ή διαγραφής της από το μητρώο, σύμφωνα με την παράγραφο 4.

Άρθρο 11

Προσωρινή αναστολή και ανάκληση έγκρισης καταλληλότητας μεταφορικού μέσου τροφίμων

1.

Αν οι ελεγκτές των αρμόδιων αρχών, κατά τη διενέργεια επίσημου ελέγχου, διαπιστώσουν μη συμμόρφωση σε σχέση με τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας που αφορά στη μεταφορά τροφίμων, εισηγούνται στην αρμόδια αρχή την ανάκληση της έγκρισης καταλληλότητας του οχήματος για μεταφορά συγκεκριμένου τύπου τροφίμων. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει την ανάκληση έγκρισης και την έκθεση ελέγχου στη αδειοδοτούσα αρχή, προκειμένου η τελευταία να ενεργήσει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της.

2.

Αν οι ελεγκτές των αρμόδιων αρχών, κατά τη διενέργεια επίσημου ελέγχου, διαπιστώσουν φορτίο τροφίμου μη κανονικό ή μη ασφαλές, το οποίο, λόγω της φύσης του, μεταφέρεται με κατάλληλο μεταφορικό μέσο, για την επιβολή του μέτρου του περιορισμού ή της απαγόρευσης διάθεσης του φορτίου τροφίμου, αποτελεί υποχρέωση του ιδιοκτήτη η υπόδειξη κατάλληλου χώρου για μεταφορά και φύλαξη του φορτίου με έξοδα του ιδιοκτήτη, για όσο χρόνο απαιτείται και εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 6 ή 7, αντίστοιχα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΄Η ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΣΤΑ ΦΟΡΤΙΑ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 12

Διοικητικά μέτρα συμμόρφωσης

1.

Με απόφαση της αρμόδιας αρχής, ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση των ελεγκτών, τίθενται υπό επίσημη κράτηση φορτία από τρίτες χώρες, τα οποία δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ή τις διαδικασίες που επιβάλλει η ενωσιακή και εθνική νομοθεσία και αφού ληφθούν υπόψη τα αιτήματα των επιχειρήσεων τροφίμων ή ζωοτροφών, επιβάλλονται, κατά περίπτωση και στο βαθμό που απαιτείται, τα ακόλουθα μέτρα συμμόρφωσης:

  • α) Υποβολή σε ειδική μεταχείριση, σύμφωνα με το

άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΚ) 882/2004.

  • β) Επαναποστολή τους, σύμφωνα με το άρθρο 21 του

Κανονισμού (ΕΚ) 882/2004.

  • γ) Καταστροφή των φορτίων.
  • δ) Χρήση των εν λόγω τροφίμων ή ζωοτροφών για

άλλους νόμιμους σκοπούς, πλην εκείνων για τους οποίους προορίζονταν αρχικά.

  • ε) Επιβολή διορθωτικών ενεργειών σε τρόφιμα φυτικής

προέλευσης, όπως επαναδιαλογή, ανασυσκευασία, υποβιβασμός ή επαναταξινόμηση και επανέλεγχος, προκειμένου να επιτραπεί η εισαγωγή ή εξαγωγή του φορτίου.

  • στ) Κάθε άλλο μέτρο που κρίνει κατάλληλο η αρμόδια

αρχή.

2.

Αν τα φορτία των τροφίμων ή ζωοτροφών έχουν ήδη διατεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, η αρμόδια αρχή εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως και 11. 3.α) Η επιχείρηση τροφίμων ή ζωοτροφών δύναται να καταθέσει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή της αρχής που εξέδωσε την απόφαση επιβολής της επίσημης κράτησης, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης. Η προϊσταμένη αρχή εκδίδει απόφαση επί της ένστασης εντός επτά (7) εργασίμων ημερών, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η απόφαση της προϊσταμένης αρχής είναι οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

  • β) Σε περίπτωση επίσημης κράτησης:
  • αα) Από τους συνοριακούς Σταθμούς Υγειονομικού

Κτηνιατρικού Ελέγχου (ΣΥΚΕ) οι οποίοι αποτελούν υπηρεσιακές μονάδες του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, φορτίου ζωοτροφών από τρίτες χώρες, η ένσταση της περίπτωσης α΄ υποβάλλεται στη Διεύθυνση Υγείας των Ζώων και κοινοποιείται στη Διεύ ηση της απόφασης επιβολής της επίσημης κράτησης. H Διεύθυνση Εισροών Ζωικής Παραγωγής ενημερώνει αυθημερόν τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας.

  • ββ) Από τις Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και

Κτηνιατρικής των Περιφερειακών Ενοτήτων, φορτίου ζωοτροφών από τρίτες χώρες, για το οποίο προκύπτει παράβαση σχετικά με την ασφάλεια των ζωοτροφών, όπως ανεπιθύμητες ουσίες, απαγορευμένα συστατικά και παραβίαση των όρων έγκρισης πρόσθετων υλών, η ένσταση της περίπτωσης α΄ κατατίθεται στη Διεύθυνση Εισροών Ζωικής Παραγωγής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης επιβολής της επίσημης κράτησης. Ο προϊστάμενος των ως άνω Διευθύνσεων, κατά περίπτωση, εκδίδει απόφαση επί της ένστασης, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών, η οποία κοινοποιείται άμεσα στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34 και η οποία είναι οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

  • γ) Για την εξέταση των ως άνω ενστάσεων, οι αρχές

που εξέδωσαν την απόφαση επιβολής της επίσημης κράτησης διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές των περιπτώσεων α΄ και β΄ την έκθεση ελέγχου και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου.

  • δ) Αν δεν ασκηθεί ένσταση, σύμφωνα με τις ανωτέρω

περιπτώσεις α΄ και β΄, η απόφαση της αρμόδια αρχής για επιβολή της επίσημης κράτησης καθίσταται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Άρθρο 13

Διοικητικά μέτρα συμμόρφωσης

1.

Αν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστωθούν μη συμμορφώσεις που θίγουν ή θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των ζώων, τη δημόσια υγεία, τη λειτουργικότητα των συστημάτων σήμανσης και καταγραφής των ζώων και την καλή διαβίωση των ζώων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, τα οποία, με την επιφύλαξη της τήρησης των ειδικότερων διατάξεων και μέτρων που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις, συνίστανται, κατά περίπτωση, στα ακόλουθα:

  • α) διενέργεια απαραίτητων απολυμάνσεων,
  • β) περιορισμός των μετακινήσεων των ζώων,
  • γ) απομόνωση ή αποκλεισμός εκτροφής ή/και περιοχής,
  • δ) μερική ή ολική απομάκρυνση των ζώων από την

εκμετάλλευση,

  • ε) μερική ή ολική υγειονομική σφαγή ή θανάτωση,
  • στ) σφαγή ή επείγουσα σφαγή ή επείγουσα θανάτωση,
  • ζ) αα) απαγόρευση εξόδου ζωικών προϊόντων από την

εκμετάλλευση ή ββ) προώθηση για θερμική επεξεργασία σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις των αυγών που προέρχονται από εγκαταστάσεις όπου δεν τηρούνται τα επιτρεπόμενα συστήματα εκτροφής ορνίθων,

  • η) άλλα μέτρα υγειονομικού χαρακτήρα,
  • θ) αναστολή ή ανάκληση έγκρισης και άδειας εγκατάστασης,
  • ι) κατάσχεση κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων,

καθώς και σπέρματος, ωαρίων ή εμβρύων, σύμφωνα με το άρθρο 15,

  • ια) αναστολή ή ανάκληση της άδειας του μεταφορέα,
  • ιβ) αναστολή ή ανάκληση της βεβαίωσης καταλληλότητας ή του πιστοποιητικού έγκρισης του μεταφορικού

μέσου,

  • ιγ) αναστολή ή ανάκληση του πιστοποιητικού επαγγελματικής κατάρτισης του οδηγού ή συνοδού, οι οποίοι

υποχρεούνται να παραδώσουν το πιστοποιητικό αυτό στην αρμόδια κτηνιατρική υπηρεσία της οικείας Περιφερειακής Ενότητας που έχουν την έδρα τους,

  • ιδ) αλλαγή του οδηγού ή του συνοδού,
  • ιε) προσωρινή επισκευή του μεταφορικού μέσου,
  • ιστ) μεταφορά παρτίδας ή μέρους αυτής σε άλλο

μεταφορικό μέσο,

  • ιζ) επιστροφή των ζώων στον τόπο αναχώρησης ή

συνέχιση προς τον τόπο προορισμού με πιο σύντομο δρομολόγιο,

  • ιη) εκφόρτωση των ζώων και σταβλισμός σε κατάλληλο χώρο με την παροχή των κατάλληλων φροντίδων,
  • ιθ) προσωρινή απαγόρευση στον μεταφορέα και στο

μεταφορικό μέσο να μεταφέρει ζώα εντός της Χώρας,

  • κ) τροποποίηση των πρότυπων διαδικασιών λειτουργίας του σφαγείου, σχετικά με το χειρισμό των ζώων από

την άφιξη των ζώων στο σφαγείο έως και την αφαίμαξή τους, με επιβράδυνση ή παύση της παραγωγής,

  • κα) αύξηση της συχνότητας των αυτοελέγχων στη

διαδικασία της αναισθητοποίησης και στην αποτελεσματικότητά της,

  • κβ) αύξηση της συχνότητας των αυτοελέγχων κατά

τη σφαγή ζώων για θρησκευτικούς λόγους (θρησκευτική σφαγή), το στάδιο πριν την απελευθέρωση του ζώου από την ακινητοποίηση και πριν την εκδορά ή το ζεμάτισμα,

  • κγ) τροποποίηση των διαδικασιών παρακολούθησης

στα σφαγεία κατά τις διαδικασίες των περιπτώσεων κα΄ και κβ΄,

  • κδ) αναστολή ή ανάκληση του πιστοποιητικού ικανότητας των προσώπων που εκτελούν τις διαδικασίες

χειρισμού των ζώων από την άφιξη των ζώων στο σφαγείο έως και την αφαίμαξή τους,

  • κε) αναστολή ή ανάκληση της ανάθεσης σε φορέα

της τελικής εξέτασης και έκδοσης του πιστοποιητικού ικανότητας των προσώπων της περίπτωσης κδ΄,

  • κστ) τροποποίηση των οδηγιών του κατασκευαστή

που συνοδεύουν τον εξοπλισμό ακινητοποίησης και αναισθητοποίησης,

  • κζ) κάθε άλλο μέτρο που κρίνει κατάλληλο η αρμόδια

αρχή.

2.

Ειδικότερα στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με:

  • α) τις διατάξεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας

που αφορούν:

  • αα) την αντιμετώπιση νοσημάτων των ζώων και ζωονόσων,
  • ββ) τις ενδοενωσιακές συναλλαγές ζώντων ζώων, καθώς και τις εισαγωγές αυτών από τρίτες χώρες,
  • γγ) τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές για

την αντιμετώπιση νοσημάτων των ζώων και ζωονόσων,

  • β) τα μέτρα που απαιτούνται κατά την εφαρμογή

πάσης φύσεως προγραμμάτων διερεύνησης, ελέγχου, καταπολέμησης και επιτήρησης των νοσημάτων των ζώων και των ζωονόσων και βιοασφάλειας, την αποτροπή εξάπλωσης νοσημάτων και την εν γένει προστασία της υγείας των ζώων, οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε γραπτή προειδοποίηση του ασκούντα την εκμετάλλευση των ζώων, με την οποία του γνωστοποιείται η υποχρέωση συμμόρφωσης. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης του προβλεπόμενου, από τις ισχύουσες διατάξεις, χρονικού διαστήματος συμμόρφωσης ή αν δεν υφίστανται τέτοιες διατάξεις, του εύλογου χρονικού διαστήματος που καθορίζει η αρμόδια αρχή, με βάση την ευχέρεια και τις δυνατότητες συμμόρφωσης, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 23, καθώς και τα μέτρα συμμόρφωσης της παραγράφου 1, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Άρθρο 14

Διαδικασία επιβολής μέτρων συμμόρφωσης 1.α) Τα μέτρα συμμόρφωσης του άρθρου 13, πλην της περίπτωσης ι΄ της παραγράφου 1 αυτού που αφορά κατάσχεση κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων, καθώς και σπέρματος, ωαρίων ή εμβρύων και περιγράφεται στο άρθρο 15, επιβάλλονται με απόφαση της αρμόδιας αρχής, κατόπιν αιτιολογημένης έκθεσης των ελεγκτών.

  • β) Αν για την επιβολή των μέτρων συμμόρφωσης είναι αρμόδια η κεντρική αρμόδια αρχή ή άλλη δημόσια

αρχή, η απόφαση επιβολής των μέτρων συμμόρφωσης εκδίδεται από την κεντρική αρμόδια αρχή ή την άλλη δημόσια αρχή, κατόπιν εισήγησης της κατά τόπο αρμόδιας αρχής και διαβίβασης των σχετικών εγγράφων.

2.

Η απόφαση λήψης μέτρων συμμόρφωσης κοινοποιείται στην εκμετάλλευση ή επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34. Στην απόφαση γίνεται αναφορά για το δικαίωμα ένστασης του ενδιαφερόμενου που κατατίθεται στην αρχή που εξέδωσε την απόφαση, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση, σε αυτόν, της απόφασης. 3.α) Αν η απόφαση επιβολής των μέτρων συμμόρφωσης έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή ή την κεντρική αρμόδια αρχή, για την εξέταση της ένστασης, ο προϊστάμενος της αρμόδιας αρχής στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές ή ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αντίστοιχα, με απόφασή του προβαίνει εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την υποβολή της ένστασης, στη συγκρότηση και στον ορισμό μελών τριμελούς επιτροπής, η οποία συνέρχεται εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από τη συγκρότησή της και αποτελείται από:

  • αα) δύο (2) υπαλλήλους της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, εκτός των ελεγκτών που συνέταξαν

την έκθεση, εφόσον αυτό είναι δυνατόν, ή δύο (2) κτηνιάτρους, υπαλλήλους της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής, αντίστοιχα,

  • ββ) έναν (1) ειδικό, που υποδεικνύει ο ενιστάμενος. Αν

ο ενιστάμενος, δεν υποδείξει ή δηλώσει αδυναμία να υποδείξει μέλος στην επιτροπή, μέλος ορίζεται από τον προϊστάμενο που συγκροτεί την επιτροπή, υπάλληλος της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο ή υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής, αντίστοιχα. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο υπάλληλος με τον ανώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας. Χρέη γραμματέα εκτελεί ο υπάλληλος με τον κατώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με το λιγότερο χρόνο υπηρεσίας. Αν δεν επαρκεί ο αριθμός των υπαλλήλων για τη συγκρότηση της επιτροπής, σε αυτήν δύνανται να συμμετάσχουν υπάλληλοι από άλλες αρμόδιες αρχές με συναφές αντικείμενο.

  • β) Η τριμελής επιτροπή αφού εξετάσει λεπτομερώς

το θέμα, λάβει υπόψη την έκθεση των ελεγκτών και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, καθώς και τις απόψεις του ενιστάμενου και κάθε στοιχείο που προκύπτει κατά την εξέταση, εισηγείται επί της ένστασης προς τον προϊστάμενο της αρμόδιας αρχής ή τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής, αντίστοιχα, για την έκδοση απόφασης επί της ένστασης.

  • γ) Η απόφαση της αρχής κοινοποιείται αυθημερόν

στην εκμετάλλευση ή στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34.

4.

Η άσκηση ένστασης και η προθεσμία για την άσκησή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης λήψης των μέτρων συμμόρφωσης.

5.

α) Αν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστώνονται ευρήματα που ενέχουν άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, οι ελεγκτές μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση τη λήψη άμεσων μέτρων συμμόρφωσης επείγοντος χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 13.

  • β) Αν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστώνονται ευρήματα που ενέχουν άμεσο κίνδυνο για την προστασία

των ζώων, οι ελεγκτές μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση τη λήψη άμεσων μέτρων συμμόρφωσης επείγοντος χαρακτήρα, σύμφωνα με τις περιπτώσεις δ΄, ζ΄ υποπερίπτωση ββ΄, ιβ΄, κ΄, κα΄, κβ΄ και κγ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13.

  • γ) Η έκθεση, στην οποία αναφέρονται τα μέτρα συμμόρφωσης των ανωτέρω περιπτώσεων α΄ και β΄, διαβιβάζεται στην αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση της

αναγκαιότητας ή μη επιβολής επιπλέον μέτρων συμμόρφωσης ή/και κυρώσεων.

  • δ) Απαγορεύεται η άσκηση ένστασης κατά της απόφασης των ελεγκτών για λήψη άμεσων μέτρων συμμόρφωσης επείγοντος χαρακτήρα.
6.

Για την άρση της απόφασης επιβολής των μέτρων, όπου αυτό είναι αναγκαίο, απαιτείται η έκδοση σχετικής απόφασης της αρχής που την εξέδωσε, αφού προηγουμένως οι ελεγκτές βεβαιώσουν εγγράφως, έπειτα από επιτόπιο έλεγχο, ότι πραγματοποιήθηκαν όλες οι διορθωτικές ενέργειες και δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη των μέτρων.

7.

α) Ειδικά όσον αφορά τη λήψη των επειγόντων μέτρων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ΄, ιδ΄, ιε΄, ιστ΄, ιζ΄, ιη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 13, λόγω μη τήρησης από τους μεταφορείς, των κείμενων διατάξεων για τη μεταφορά των ζώων, ισχύουν τα ακόλουθα:

  • αα) Αν οι ελεγκτές της οικείας Περιφερειακής Ενότητας ή του Σταθμού Υγειονομικού Κτηνιατρικού Ελέγχου

(ΣΥΚΕ), κατά περίπτωση, διαπιστώσουν μη συμμόρφωση σε σχέση με τις απαιτήσεις των διατάξεων της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας που αφορούν την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, λαμβάνουν οι ίδιοι, ζώων και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Όταν για την εφαρμογή των μέτρων είναι ανάγκη να μεταφερθούν τα ζώα, κατά παράβαση κείμενων διατάξεων, η αρμόδια, κατά περίπτωση, αρχή, εκδίδει άδεια για τη μεταφορά τους. Η άδεια αναφέρει τα συγκεκριμένα ζώα και καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να μεταφερθούν μέχρις ότου υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.

  • ββ) Αν ο υπεύθυνος για τα ζώα δεν μπορεί να εντοπιστεί ή δεν συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις της

αρμόδιας, κατά περίπτωση, αρχής της υποπερίπτωσης αα΄, ο προϊστάμενος αυτής εκδίδει άμεσα απόφαση εφαρμογής των αναγκαίων μέτρων επείγοντος χαρακτήρα της παραγράφου 5.

  • β) Οι αιτιολογημένες αποφάσεις των αρμόδιων, κατά

περίπτωση, αρχών κοινοποιούνται άμεσα στον μεταφορέα, σύμφωνα με το άρθρο 34 και ενημερώνεται η αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδειά του. Αν απαιτείται, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν βοήθεια στον μεταφορέα για να διευκολύνουν την εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων έκτακτης ανάγκης. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές, ενεργούν για την είσπραξη των δαπανών που προκύπτουν από την εκτέλεση των μέτρων αυτών και βαρύνουν τον υπεύθυνο για τα ζώα κατά τη μεταφορά. Οι δαπάνες αυτές βεβαιώνονται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας, κατά περίπτωση, αρχής, ως δημόσιο έσοδο και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).

Άρθρο 15

Διαδικασία επιβολής του μέτρου της κατάσχεσης των κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων, σπέρματος, ωαρίων ή εμβρύων

1.

Κατάσχονται, κατόπιν αιτιολογημένης έκθεσης των ελεγκτών των αρμόδιων αρχών, τα κατωτέρω:

  • α) κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των φαρμακούχων ζωοτροφών, σε εκτροφές

παραγωγικών ζώων που εντοπίζονται χωρίς κτηνιατρική συνταγή ή έχουν λήξει ή αλλοιωθεί ή χωρίς άδεια κυκλοφορίας από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ) ή μετά τη λήξη ή ανάκληση ή αναστολή της και

  • β) σπέρμα, ωάρια ή έμβρυα που διακινούνται από

άλλα κράτη−μέλη, χωρίς να συνοδεύονται από τα κατά περίπτωση προβλεπόμενα υγειονομικά κτηνιατρικά πιστοποιητικά ή εισάγονται παράνομα από τρίτες χώρες, καθώς και σπέρμα, ωάρια ή έμβρυα που συλλέγονται, αποθηκεύονται ή διατηρούνται σε μη εγκεκριμένες κατά περίπτωση εγκαταστάσεις ή που η προβλεπόμενη διάρκεια ζωής ή διατήρησής τους έχει λήξει ή μεταφέρονται κάτω από μη ικανοποιητικές υγειονομικές συνθήκες.

2.

Η έκθεση κατάσχεσης, στην οποία καταγράφονται αναλυτικά τα στοιχεία και οι ποσότητες των κατασχεθέντων προϊόντων, κοινοποιείται στην εκμετάλλευση ή επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34.

3.

Στην έκθεση κατάσχεσης αναφέρεται το δικαίωμα της εκμετάλλευσης ή επιχείρησης να ασκήσει ένσταση στην αρμόδια αρχή, στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές που διενήργησαν την κατάσχεση, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κοινοποίησή της. Αν η εκμετάλλευση ή επιχείρηση δεν επιθυμεί την επανεξέταση των κατασχεθέντων, ο εκπρόσωπός της υπογράφει στην έκθεση κατάσχεσης ότι έλαβε γνώση αυτής και παραιτείται του δικαιώματος αυτού.

4.

Για την εξέταση της ένστασης, ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές, που διενήργησαν την κατάσχεση, με απόφασή του, προβαίνει εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της ένστασης, στη συγκρότηση και στον ορισμό μελών τριμελούς επιτροπής, η οποία αποτελείται από:

  • α) δύο (2) ελεγκτές της αρμόδιας αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, εκτός των ελεγκτών που διενήργησαν

την κατάσχεση,

  • β) έναν (1) ειδικό, που υποδεικνύει ο ενιστάμενος. Αν

ο ενιστάμενος, δεν υποδείξει ή δηλώσει αδυναμία να υποδείξει μέλος στην επιτροπή, μέλος ορίζεται από τον προϊστάμενο που συγκροτεί την επιτροπή, υπάλληλος της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο ελεγκτής με τον ανώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας. Χρέη γραμματέα εκτελεί ο ελεγκτής με τον κατώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με το λιγότερο χρόνο υπηρεσίας.

5.

Η επιτροπή συνέρχεται ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου της το αργότερο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από τη συγκρότησή της και αφού λάβει υπόψη την έκθεση κατάσχεσης και τα στοιχεία που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος, αποφασίζει αιτιολογημένα επί της ένστασης εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών. Η απόφαση κοινοποιείται άμεσα στην εκμετάλλευση ή επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34, δια του Προέδρου της επιτροπής και στην αρμόδια αρχή που τη συγκρότησε.

6.

Η απόφαση επί της ένστασης, ή η έκθεση κατάσχεσης, αν δεν υποβληθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ένσταση, θεωρείται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

7.

Τα κατασχεθέντα προϊόντα επισημαίνονται κατάλληλα και φυλάσσονται στην αποθήκη της εκμετάλλευσης ή της επιχείρησης με ευθύνη του υπευθύνου της, μέχρι την έκδοση απόφασης για την απομάκρυνσή τους.

8.

Για την τύχη των κατασχεθέντων προϊόντων αποφασίζει ο προϊστάμενος της αρμόδιας αρχής στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές και επιβάλλεται η καταστροφή ή επιστροφή ή άλλη διάθεσή τους, σύμφωνα με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία.

9.

Η εκμετάλλευση ή επιχείρηση έχει την ευθύνη για την εφαρμογή της απόφασης της παραγράφου 8, καθώς και για την ενημέρωση της αρμόδιας αρχής που διενήργησε τον έλεγχο – κατάσχεση, ως προς την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών.

10.

Η αρμόδια αρχή που διενήργησε τον έλεγχο έχει την εποπτεία των διαδικασιών και ενημερώνει σχετικά την κεντρική αρμόδια αρχή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΖΥΠ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΠ

Άρθρο 16

Μέτρα συμμόρφωσης εντός της Χώρας και μεταξύ των κρατών−μελών Οι αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο άσκησης του επίσημου ελέγχου, σε περίπτωση που διαπιστώσουν μη στάδια παραγωγής, μεταφοράς, χειρισμού, μεταποίησης, αποθήκευσης, διάθεσης στην αγορά, διανομής, χρήσης ή απόρριψης των ΖΥΠ και των ΠΠ επιβάλλουν, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της μη συμμόρφωσης, το ιστορικό και το μέγεθος της επιχείρησης, κατά περίπτωση και στο βαθμό που απαιτείται, τα ακόλουθα μέτρα συμμόρφωσης:

  • α) Περιορισμό ή απαγόρευση διάθεσης στην αγορά

των ΖΥΠ ή ΠΠ.

  • β) Απόρριψη των ΖΥΠ ή ΠΠ μέσω αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης σε εγκεκριμένη μονάδα αποτέφρωσης.
  • γ) Διαχείριση/χρήση των ΖΥΠ ή ΠΠ διαφορετική από

εκείνη για την οποία προορίζονταν αρχικά.

  • δ) Υποβολή διαδικασιών εξυγίανσης, όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία.
  • ε) Επαναποστολή στο κράτος−μέλος αποστολής τους,

εφόσον γίνονται δεκτά.

  • στ) Αναστολή λειτουργίας ή ανάκληση της άδειας

λειτουργίας ή/και αναστολή ή ανάκληση της έγκρισης εγκατάστασης/μονάδας παραγωγής ή διαχείρισης ΖΥΠ ή ΠΠ.

  • ζ) Ανάκληση δραστηριότητας καταχωρισμένης εγκατάστασης/μονάδας ή χρήστη ΖΥΠ ή ΠΠ.
  • η) Ανάκληση έγκρισης οχήματος ή εμπορευματοκιβωτίου μεταφοράς ΖΥΠ ή ΠΠ.
  • θ) Κάθε άλλο μέτρο που κρίνει κατάλληλο η αρμόδια

αρχή.

Άρθρο 17

Περιορισμός ή απαγόρευση διάθεσης στην αγορά των ΖΥΠ ή ΠΠ Οι αρμόδιες αρχές επιβάλουν το μέτρο του περιορισμού ή της απαγόρευσης διάθεσης στην αγορά των ΖΥΠ ή ΠΠ με τις διαδικασίες της δέσμευσης και κατάσχεσης, ως εξής :

1.

α) Δεσμεύονται, κατόπιν αιτιολογημένης έκθεσης των ελεγκτών των αρμόδιων αρχών, τα ΖΥΠ ή ΠΠ, για τα οποία δεν είναι δυνατή η οριστική αξιολόγηση του κινδύνου χωρίς τη διενέργεια εργαστηριακών αναλύσεων, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές κρίνουν αιτιολογημένα ότι υπάρχει ανάγκη για δέσμευση.

  • β) Η έκθεση δέσμευσης κοινοποιείται από την αρμόδια

αρχή στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34.

  • γ) Η αποδέσμευση των δεσμευμένων ΖΥΠ ή ΠΠ γίνεται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια αρχή ή κατόπιν

έγγραφης αίτησης προς αυτήν, μετά τη λήψη αρνητικών αποτελεσμάτων εργαστηριακών αναλύσεων. Οι ελεγκτές συντάσσουν προς τούτο πρακτικό αποδέσμευσης.

2.

α) Κατάσχονται, κατόπιν αιτιολογημένης έκθεσης των ελεγκτών των αρμόδιων αρχών, τα παρακάτω ΖΥΠ ή ΠΠ, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, αποθήκευσης, διακίνησης και διάθεσης αυτών, όταν :

  • αα) έχουν μολυνθεί ή αναμειχθεί με μη επιτρεπτό

υλικό ή σε περίπτωση θετικών αποτελεσμάτων εργαστηριακών αναλύσεων,

  • ββ) δεν έχουν ταυτοποιηθεί ή συσκευασθεί ή σημανθεί ορθά,
  • γγ) στερούνται συνοδευτικών εγγράφων ή είναι ελλιπώς ή μη ορθά συμπληρωμένα (εμπορικά έγγραφα ή/

και υγειονομικά πιστοποιητικά),

  • δδ) ο προορισμός τους δεν αντιστοιχεί στην κατηγορία κατάταξής τους ή η εγκατάσταση/μονάδα/χρήστης

προορισμού τους δεν είναι εγκεκριμένη ή καταχωρισμένη,

  • εε) δεν πληρούν τις απαιτήσεις της ενωσιακής και

εθνικής νομοθεσίας ως προς τη διάθεσή τους στην αγορά και τη χρήση τους, στστ) σε κάθε άλλη περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές κρίνουν αιτιολογημένα ότι υπάρχει αναγκαιότητα για κατάσχεση.

  • β) Η έκθεση κατάσχεσης κοινοποιείται από την αρμόδια αρχή στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο
34.

Στην έκθεση κατάσχεσης γίνεται αναφορά για το δικαίωμα της επιχείρησης να ασκήσει ένσταση επανεξέτασης, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση της έκθεσης.

  • γ) Αν η επιχείρηση δεν επιθυμεί την επανεξέταση των

κατασχεθέντων, ο εκπρόσωπός της υπογράφει στην έκθεση κατάσχεσης ότι έλαβε γνώση αυτής και παραιτείται του δικαιώματος αυτού.

  • δ) Η ένσταση επανεξέτασης κατατίθεται από την επιχείρηση στην υπηρεσία που ανήκουν οι ελεγκτές. Εφόσον δεν κατατεθεί ένσταση εντός της προβλεπόμενης

προθεσμίας, η έκθεση θεωρείται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

  • ε) Για την εξέταση της ένστασης, ο προϊστάμενος

της υπηρεσίας, στην οποία ανήκουν οι ελεγκτές, που διενήργησαν την κατάσχεση, με απόφασή του, προβαίνει εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της ένστασης, στη συγκρότηση και στον ορισμό μελών τριμελούς επιτροπής, η οποία αποτελείται από:

  • αα) δύο (2) ελεγκτές της αρμόδιας αρχής που διενήργησε τον έλεγχο, εκτός των ελεγκτών που διενήργησαν

την κατάσχεση,

  • ββ) έναν (1) ειδικό, που υποδεικνύει ο ενιστάμενος.

Αν ο ενιστάμενος, δεν ορίσει ή δηλώσει αδυναμία να ορίσει μέλος στην επιτροπή, μέλος ορίζεται από τον προϊστάμενο που συγκροτεί την επιτροπή, υπάλληλος της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο ελεγκτής με τον ανώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας. Χρέη γραμματέα εκτελεί ο ελεγκτής με τον κατώτερο βαθμό και μεταξύ ομοιοβάθμων με το λιγότερο χρόνο υπηρεσίας.

  • στ) Η επιτροπή συνέρχεται, ύστερα από πρόσκληση

του Προέδρου της, το αργότερο εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από τη συγκρότησή της και αφού λάβει υπόψη την έκθεση κατάσχεσης και τα στοιχεία που προσκομίζει και επικαλείται ο ενιστάμενος, αποφασίζει αιτιολογημένα επί της ένστασης εντός προθεσμίας τριών (3) εργασίμων ημερών. Η απόφαση της επιτροπής κοινοποιείται άμεσα στην επιχείρηση και στην αρμόδια αρχή που τη συγκρότησε, δια του Προέδρου αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η απόφαση επί της ένστασης, θεωρείται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

  • ζ) Στην έκθεση κατάσχεσης, αν δεν κατατεθεί ένσταση επανεξέτασης ή στην απόφαση επί της ένστασης

επανεξέτασης, αποφασίζεται η τύχη των κατασχεθέντων, ως εξής: αποτέφρωσης.

  • ββ) Εγκρίνεται η διαχείριση/χρήση των ΖΥΠ ή ΠΠ για

σκοπούς άλλους εκτός από εκείνους για τους οποίους προορίζονταν αρχικά.

  • γγ) Επιβάλλονται διαδικασίες εξυγίανσης, όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία ή κάθε άλλο μέτρο

που κρίνεται αναγκαίο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις.

  • δδ) Επαναποστολή των ΖΥΠ ή ΠΠ στο κράτος−μέλος

αποστολής τους, εφόσον αυτά γίνονται δεκτά.

  • η) Τα κατασχεθέντα επισημαίνονται κατάλληλα και

φυλάσσονται στην αποθήκη της επιχείρησης με ευθύνη του υπευθύνου της, μέχρι την έκδοση απόφασης για την απομάκρυνσή τους. Τα κατασχεθέντα προς απόρριψη, εξυγίανση ή άλλη ενέργεια, κατά τη μεταφορά τους προς τον τόπο προορισμού, συνοδεύονται από εμπορικό έγγραφο, το οποίο συντάσσεται από την επιχείρηση. Η διαδικασία πραγματοποιείται υπό την εποπτεία της κατά τόπο αρμόδιας αρχής. Ο υπεύθυνος της επιχείρησης έχει την ευθύνη της γνωστοποίησης στην αρμόδια αρχή της ολοκλήρωσης των σχετικών διαδικασιών.

Άρθρο 18

Αναστολή λειτουργίας ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας ή/και αναστολή ή ανάκληση της έγκρισης εγκατάστασης/μονάδας παραγωγής ή διαχείρισης ΖΥΠ ή ΠΠ

1.

Αν από τους επίσημους ελέγχους που πραγματοποιεί η αρμόδια αρχή διαπιστωθεί ότι δεν τηρούνται οι απαιτήσεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, τότε, ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα των μη συμμορφώσεων και των εν δυνάμει κινδύνων για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων, η αρμόδια αρχή δύναται να προβαίνει στο μέτρο της αναστολής της λειτουργίας ή της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης/ μονάδας παραγωγής ή διαχείρισης ΖΥΠ ή ΠΠ ή/και η κεντρική αρμόδια αρχή δύναται να αναστέλλει ή να ανακαλεί τον ειδικό κωδικό αριθμό έγκρισης της εγκατάστασης/μονάδας παραγωγής ή διαχείρισης ΖΥΠ ή ΠΠ, σύμφωνα με την παράγραφο 4.

2.

Η αρμόδια αρχή προβαίνει στο μέτρο της αναστολής της λειτουργίας εγκατάστασης/μονάδας ή/και η κεντρική αρμόδια αρχή αναστέλλει τον ειδικό κωδικό αριθμό έγκρισής της, για ορισμένο χρονικό διάστημα, στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • α) όταν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν

πληρούνται πλέον οι όροι λειτουργίας ή/και έγκρισης της εγκατάστασης/μονάδας, αντίστοιχα και οι πιθανοί κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων οδηγούν στην ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων,

  • β) όταν η επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις συστάσεις των αρμόδιων αρχών και η αποκατάσταση των

μη συμμορφώσεων μπορεί να γίνει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το μέτρο της αναστολής της λειτουργίας ή/και της έγκρισης μίας εγκατάστασης/μονάδας επιβάλλεται, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ανάλογο με εκείνο που απαιτείται για την εκτέλεση όλων των αναγκαίων διορθωτικών μέτρων, ώστε η επιχείρηση να εναρμονιστεί με τις εκάστοτε ισχύουσες απαιτήσεις της νομοθεσίας.

3.

Η αρμόδια αρχή προβαίνει στο μέτρο της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας εγκατάστασης/μονάδας ή/ και η κεντρική αρμόδια αρχή ανακαλεί τον ειδικό κωδικό αριθμό έγκρισής της, στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • α) όταν κατά τον επίσημο έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν

πληρούνται πλέον οι όροι λειτουργίας ή/και έγκρισής της, αντίστοιχα και υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων που απαιτούν σημαντικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της εγκατάστασης/μονάδας,

  • β) όταν η επιχείρηση αδυνατεί να αποκαταστήσει τις

μη συμμορφώσεις εντός εύλογου χρονικού διαστήματος,

  • γ) όταν η επιχείρηση δεν συμμορφώνεται προς την

απόφαση αναστολής της λειτουργίας ή έγκρισης.

4.

α) Για την επιβολή του μέτρου, η αρμόδια αρχή που διενήργησε τον έλεγχο, με αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, εισηγείται άμεσα στην αδειοδοτούσα αρχή την αναστολή της λειτουργίας ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης/μονάδας ή/και στην κεντρική αρμόδια αρχή την αναστολή ή ανάκληση του ειδικού κωδικού αριθμού έγκρισής της, αφού πρώτα καλέσει σε ακρόαση τον υπεύθυνο της επιχείρησης, εντός προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ημέρα επίδοσης της έκθεσης ελέγχου.

  • β) Με απόφαση της αδειοδοτούσας αρχής αναστέλλεται η λειτουργία ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας

της εγκατάστασης/μονάδας ή/και με απόφαση της κεντρικής αρμόδιας αρχής, αναστέλλεται ή ανακαλείται ο ειδικός κωδικός αριθμός έγκρισης της εγκατάστασης/ μονάδας, αντίστοιχα. Οι αποφάσεις αυτές κοινοποιούνται στην επιχείρηση/μονάδα, σύμφωνα με το άρθρο 34.

5.

Η αναστολή της λειτουργίας ή η ανάκληση της άδειας λειτουργίας μίας εγκατάστασης/μονάδας συνεπάγεται άμεσα και την αναστολή ή ανάκληση του ειδικού κωδικού αριθμού έγκρισής της, αντίστοιχα και αντίστροφα.

6.

Η επιχείρηση δύναται να υποβάλλει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή της αδειοδοτούσας αρχής που εξέδωσε την απόφαση επιβολής του μέτρου της αναστολής λειτουργίας ή της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ή/ και στην κεντρική αρμόδια αρχή που εξέδωσε την απόφαση αναστολής ή της ανάκλησης του ειδικού κωδικού αριθμού έγκρισης της εγκατάστασης/μονάδας, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κοινοποίησή της. Η προϊσταμένη αρχή ή/και η κεντρική αρμόδια αρχή, κατά περίπτωση, εκδίδει απόφαση επί της ένστασης εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών, η οποία κοινοποιείται στην επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η απόφαση επί της ένστασης ή η απόφαση επιβολής του μέτρου της αναστολής λειτουργίας ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ή/και αναστολής ή ανάκλησης του ειδικού κωδικού αριθμού έγκρισης εγκατάστασης/ μονάδας, αν δεν υποβληθεί ένσταση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή. Η άσκηση ένστασης και η προθεσμία για την άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της επιβολής του μέτρου της αναστολής λειτουργίας ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ή/και αναστολής ή ανάκλησης του ειδικού κωδικού αριθμού έγκρισης της εγκατάστασης/ μονάδας.

7.

Για την άρση του μέτρου της αναστολής λειτουργίας ή της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ή/και δοση απόφασης από την αδειοδοτούσα αρχή ή την κεντρική αρμόδια αρχή, αντίστοιχα, αφού προηγουμένως οι ελεγκτές της αρμόδιας αρχής βεβαιώσουν εγγράφως, μετά από επιτόπιο έλεγχο, ότι πραγματοποιήθηκαν όλες οι διορθωτικές ενέργειες και δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι που την επέβαλαν.

8.

α) Η αδειοδοτούσα αρχή προβαίνει στη σφράγιση του παραγωγικού μηχανολογικού εξοπλισμού τμήματος ή ολόκληρης της εγκατάστασης/μονάδας, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, εφόσον παρίσταται ανάγκη και σύμφωνα με τα άρθρα 159 και 161 του π.δ. 141/1991, στις κάτωθι περιπτώσεις:

  • αα) αν διαπιστωθεί ότι τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η

δημόσια υγεία και η υγεία των ζώων και άμεση ανάγκη αποτροπής του κινδύνου,

  • ββ) αν η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί με το μέτρο

ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης/ μονάδας,

  • γγ) αν η επιχείρηση λειτουργεί χωρίς να έχει υποβάλλει σχετικό φάκελο στην αρμόδια αρχή για αδειοδότηση

και τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η δημόσια υγεία και η υγεία των ζώων.

  • β) Η επιχείρηση ειδοποιείται εγγράφως από την αδειοδοτούσα αρχή για την αιτία, την ακριβή ημερομηνία

και ώρα σφράγισης της εγκατάστασης. Η σφράγιση περιλαμβάνει το κλείδωμα και την αφαίρεση των κλειδιών της εγκατάστασης, με δαπάνη που προκαταβάλλεται από την επιχείρηση. Για κάθε σφράγιση συντάσσεται και σχετική έκθεση από την αδειοδοτούσα αρχή. Η επιχείρηση υποχρεούται να απομακρύνει εγκαίρως τα ΖΥΠ ή ΠΠ που βρίσκονται εντός της εγκατάστασης.

9.

Όταν μετά από έλεγχο της ΕΕ ή μετά από έλεγχο επαλήθευσης/επιτήρησης ή διερεύνησης επώνυμων πληροφοριών της κεντρικής αρμόδιας αρχής, σε μονάδες παραγωγής ή διαχείρισης ΖΥΠ ή ΠΠ, διαπιστωθούν μη συμμορφώσεις που ενέχουν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, τότε με απόφαση του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Κτηνιατρικής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατόπιν εισήγησης των αρμόδιων υπηρεσιών του ίδιου Υπουργείου, αναστέλλεται ή ανακαλείται η έγκριση των εγκαταστάσεων/μονάδων ΖΥΠ ή ΠΠ.

10.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις περιπτώσεις που μία εγκατάσταση μονάδας παραγωγής ή διαχείρισης ΖΥΠ ή ΠΠ λειτουργεί με αναγγελία έναρξης του ν. 3919/2011, όπως ισχύει.

Άρθρο 19

Ανάκληση δραστηριότητας καταχωρισμένης εγκατάστασης/μονάδας ή χρήστη ΖΥΠ ή ΠΠ

1.

Για εγκαταστάσεις/μονάδες ή χρήστες/δραστηριότητες ΖΥΠ και ΠΠ, που είναι καταχωρισμένες σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 47 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 και δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, με απόφασή τους, να άρουν την έγκριση χρήσης και τον επίσημο αριθμό καταχώρισης αυτών, την οποία κοινοποιούν άμεσα στην κεντρική αρμόδια αρχή.

2.

Οι ως άνω επιχειρήσεις και χρήστες, δύνανται να καταθέσουν ένσταση στην προϊσταμένη αρχή της αρχής που εξέδωσε την απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 18.

3.

Για την άρση του μέτρου της ανάκλησης δραστηριότητας καταχωρισμένης εγκατάστασης/μονάδας ή χρήστη ΖΥΠ ή ΠΠ εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 18.

Άρθρο 20

Ανάκληση έγκρισης καταλληλότητας οχήματος ή εμπορευματοκιβωτίου μεταφοράς ΖΥΠ ή ΠΠ

1.

Αν οι ελεγκτές των αρμόδιων αρχών, κατά τη διενέργεια επίσημου ελέγχου, διαπιστώσουν μη συμμόρφωση σε σχέση με τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας που αφορά τις υποχρεώσεις του μεταφορέα, καθώς και τις συνθήκες μεταφοράς των ΖΥΠ ή ΠΠ, η αρμόδια αρχή με απόφασή της ανακαλεί την έγκριση καταλληλότητας του οχήματος ή εμπορευματοκιβωτίου και τον ειδικό κωδικό αριθμό έγκρισής του και παράλληλα διαβιβάζει την ανάκληση έγκρισης και την έκθεση ελέγχου στην αδειοδοτούσα αρχή.

2.

Οι μεταφορείς, δύνανται να καταθέσουν ένσταση στην προϊσταμένη αρχή της αρχής που εξέδωσε την απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 18.

3.

Για την άρση του μέτρου της ανάκλησης έγκρισης καταλληλότητας οχήματος ή εμπορευματοκιβωτίου μεταφοράς ΖΥΠ ή ΠΠ εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 18.

Άρθρο 21

Μέτρα συμμόρφωσης κατά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες

1.

Με απόφαση της αρμόδιας αρχής, ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση απόρριψης των ελεγκτών, τίθενται υπό επίσημη κράτηση φορτία από τρίτες χώρες, τα οποία δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ή τις διαδικασίες που επιβάλλει η ενωσιακή και εθνική νομοθεσία και, αφού ληφθεί υπόψη το αίτημα του υπευθύνου για το φορτίο, επιβάλλονται, τα ακόλουθα μέτρα συμμόρφωσης:

  • α) καταστροφή,
  • β) εξυγίανση σε εγκεκριμένη μονάδα επεξεργασίας,

όταν αυτό προβλέπεται ρητά από τη νομοθεσία, όπως για τα ιχθυάλευρα,

  • γ) επαναποστολή σε τρίτη χώρα,
  • δ) κάθε άλλο μέτρο που προβλέπεται από τη σχετική

εθνική και ενωσιακή νομοθεσία. Μέχρι να αποφασιστεί η τύχη του υπό κράτηση φορτίου και να επιβληθούν μέτρα συμμόρφωσης το κοντέινερ ή η αποθήκη σφραγίζονται. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει το σύστημα Ελέγχου Μηχανογραφικού Κτηνιατρικού Συστήματος − Trade Control and Expert System (TRACES), συμπληρώνει κατά περίπτωση την καρτέλα του RASFF, εκδίδει το Κοινό Κτηνιατρικό Έγγραφο Εισόδου (ΚΚΕΕ) συμπληρώνοντας το αντίστοιχο μέτρο συμμόρφωσης και ακυρώνει το υγειονομικό πιστοποιητικό.

2.

Η απόφαση της αρμόδιας αρχής για θέση υπό επίσημη κράτηση φορτίου εκδίδεται το πολύ εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της έκθεσης απόρριψης των ελεγκτών στον υπεύθυνο του φορτίου. Αν το φορτίο αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, η αρμόδια αρχή αποφασίζει άμεσα για την άμεση καταστροφή του φορτίου. ΖΥΠ, όπως μονάδα αποτέφρωσης ή μεταποίησης υλικών κατηγορίας 2 ή 1 και μονάδα παραγωγής βιοαερίου. Οι απορριφθείσες παρτίδες πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ΖΥΠ κατηγορίας 2 ή 1. Φορτία τα οποία προορίζονται για καταστροφή ή εξυγίανση πρέπει να μετακινούνται σε σφραγισμένους περιέκτες και κατά τη μεταφορά τους στην εγκατάσταση/μονάδα διαχείρισης, να συνοδεύονται από τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα, δηλαδή ΚΚΕΕ και εμπορικό έγγραφο.

4.

α) Η επαναποστολή φορτίων επιτρέπεται μόνον εφόσον:

  • αα) ο προορισμός έχει συμφωνηθεί με τον υπεύθυνο

της επιχείρησης ΖΥΠ ή ΠΠ, που είναι αρμόδιος για το φορτίο και

  • ββ) ο υπεύθυνος της επιχείρησης ΖΥΠ ή ΠΠ έχει ενημερώσει προηγουμένως την αρμόδια αρχή της τρίτης

χώρας καταγωγής ή της τρίτης χώρας προορισμού, εάν πρόκειται για άλλη χώρα, σχετικά με τους λόγους και τις συνθήκες που εμποδίζουν τη διάθεση των συγκεκριμένων ΖΥΠ ή ΠΠ στην αγορά της ΕΕ. Εφόσον η τρίτη χώρα προορισμού δεν είναι η τρίτη χώρα καταγωγής, απαιτείται επιπροσθέτως η προσκόμιση στο ΣΥ.Κ.Ε., εγγράφως, της σύμφωνης γνώμης των αρμόδιων αρχών της χώρας προορισμού ότι είναι έτοιμη να δεχθεί το φορτίο.

  • β) Η επαναποστολή των φορτίων πραγματοποιείται,

κατά κανόνα, εντός εξήντα (60) το πολύ ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποφάσισε τον προορισμό του φορτίου, εκτός εάν έχει κινηθεί νομική διαδικασία, με την επιφύλαξη της προθεσμίας για αίτηση συμπληρωματικής γνώμης εμπειρογνώμονα, όταν τα αποτελέσματα των επισήμων ελέγχων δεν το αποκλείουν. Αν, μετά την πάροδο των εξήντα (60) ημερών, η επαναποστολή δεν πραγματοποιηθεί, το φορτίο απορρίπτεται, εκτός αν η καθυστέρηση αιτιολογείται δεόντως, για λόγους ανωτέρας βίας.

5.

α) Ο υπεύθυνος για το φορτίο δύναται να υποβάλλει ένσταση στην προϊσταμένη αρχή της αρχής που εξέδωσε την απόφαση επιβολής του μέτρου της επίσημης κράτησης, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την κοινοποίησή της. Η προϊστάμενη αρχή εκδίδει απόφαση επί της ένστασης εντός τριών (3) εργασίμων ημερών, η οποία κοινοποιείται αυθημερόν στον ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η απόφαση της προϊσταμένης αρχής επί της ένστασης είναι οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

  • β) Για την εξέταση της ένστασης, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην προϊστάμενη αρχή την έκθεση απόρριψης

και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου.

  • γ) Αν δεν υποβληθεί ένσταση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η απόφαση της αρμόδιας αρχής για

επιβολή του μέτρου της επίσημης κράτησης θεωρείται οριστική, ανέκκλητη και εκτελεστή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 22

Επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων

1.

Στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς την ενωσιακή και την εθνική νομοθεσία, παράλληλα, με την επιβολή των μέτρων συμμόρφωσης των άρθρων 4 έως και 21, δύναται να επιβάλλονται διοικητικές και ποινικές κυρώσεις.

2.

Δεν επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις κάτωθι περιπτώσεις:

  • α) Όταν η επιχείρηση στα πλαίσια του αυτοελέγχου

διαπιστώσει μη συμμόρφωση προς τη νομοθεσία, δηλώσει αυτοβούλως στην αρμόδια αρχή και λάβει άμεσα τα δέοντα μέτρα, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, για τον περιορισμό του κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι το προϊόν δεν έχει εγκαταλείψει την εγκατάσταση ή δεν έχει καταναλωθεί.

  • β) Όταν μη ασφαλή τρόφιμα, ζωοτροφές, ΖΥΠ ή ΠΠ

αποσύρονται ή/και κατάσχονται βάσει του συστήματος RASFF, εφόσον αυτά έχουν παραχθεί εκτός της Χώρας και μόνο στις περιπτώσεις που αποδειχθεί άγνοια ή απουσία δόλου από τον υπεύθυνο της επιχείρησης που προορίζεται το φορτίο.

  • γ) Όταν τρόφιμα, ζωοτροφές, ΖΥΠ ή ΠΠ διατέθηκαν ή

διακινήθηκαν και το επίπεδο των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε την τεκμηρίωση βλάβης για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων. Ωστόσο, λαμβάνονται άμεσα τα απαραίτητα μέτρα συμμόρφωσης για την αποτροπή του κινδύνου, όταν αυτός διαπιστωθεί.

Άρθρο 23

Διοικητικές κυρώσεις επί μη συμμόρφωσης στους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών, της υγείας και προστασίας των ζώων και της διαχείρισης ΖΥΠ και ΠΠ

1.

Οι διοικητικές κυρώσεις αφορούν την επιβολή διοικητικών προστίμων.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)