Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 57/2015
βαθμός του διωκόμενου, δ) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο, ε) η υποβολή ή όχι απολογίας, στ) η αιτιολογία της απόφασης, ζ) η γνώμη των μελών του συλλογικού οργάνου που μειοψήφησαν και η) η απαλλαγή του διωκόμενου ή η ποινή που του επιβάλλεται.
Εάν η πειθαρχική απόφαση διαγιγνώσκει την ενοχή του διωκομένου, όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου ψηφίζουν για την επιβλητέα ποινή. Λευκή ψήφος ή αποχή από την ψηφοφορία δεν επιτρέπεται.
Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Όταν αυτή εκδίδεται από συλλογικό όργανο, υπογράφεται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα.
Η πειθαρχική απόφαση κοινοποιείται στον υπάλληλο σε αντίγραφο, με φροντίδα της υπηρεσίας, και γνωστοποιείται στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν έφεση. Η κοινοποίηση της απόφασης στον υπάλληλο ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του παρόντος. Στον υπάλληλο γνωστοποιείται επίσης η τυχόν δυνατότητα ασκήσεως έφεσης ή προσφυγής, κατά περίπτωση, ενώπιον του αρμοδίου οργάνου και η σχετική προθεσμία ασκήσεώς της.
Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.
Άρθρο 35
Έφεση
Οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων.
Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που κρίνουν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε έφεση ενώπιον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε, στις περιπτώσεις επιβολής της πειθαρχικής ποινής του προστίμου αποδοχών δύο μηνών και άνω. Όλες οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που κρίνουν σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε έφεση, ενώπιον της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης, υπέρ της εκκλησιαστικής διοίκησης, κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ της επόμενης παραγράφου.
Έφεση ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ή της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης δικαιούνται να ασκήσουν:
- α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και β) υπέρ της εκκλησιαστικής διοίκησης ή υπέρ του υπαλλήλου, ο οικείος
Αρχιερεύς ή ο Πρόεδρος του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου. Η έφεση ασκείται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν έφεση.
Τα πειθαρχικά συμβούλια και η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης, όταν κρίνουν μετά από έφεση του υπαλλήλου, δεν μπορούν να χειροτερεύουν τη θέση του. Όταν κρίνουν έφεση υπέρ της εκκλησιαστικής διοίκησης, δεν μπορούν να επιβάλουν ποινή ελαφρύτερη από αυτή που επιβλήθηκε. Όταν ασκούνται εφέσεις τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της εκκλησιαστικής διοίκησης, το οικείο συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλει.
Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης και η άσκηση της αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Το πειθαρχικό όργανο μπορεί να αποφασίζει την άμεση εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, εκτός εάν με αυτή έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού.
Η έφεση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, συντασσομένης σχετικής εκθέσεως. Η έφεση κατά αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, σε αυτό, συντασσομένης εκθέσεως, η οποία διαβιβάζεται αμελλητί διά του οικείου Αρχιερέως στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο, με τον πλήρη φάκελο της πειθαρχικής υπόθεσης.
Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης αποφασίζει για την έφεση εντός έξι μηνών από την ημέρα περιέλευσης του πλήρους φακέλου της πειθαρχικής διαδικασίας.
Την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 19 του παρόντος, μπορούν να ζητήσουν: α) ο οικείος Αρχιερεύς ή ο Πρόεδρος του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση και β) ο υπάλληλος, όταν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή της.
Η αίτηση για την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας απευθύνεται στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο στο οποίο υπαγόταν ο υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του παραπτώματος.
Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας, μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ελαφρύτερη ποινή ή να απαλλαγεί ο εκκλησιαστικός υπάλληλος. Αν ο εκκλησιαστικός υπάλληλος είχε τιμωρηθεί με οριστική ή προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, το υπηρεσιακό συμβούλιο δύναται, μετά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου, να αποφασίσει και τη βαθμολογική ή μισθολογική του αποκατάσταση. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος παραμένει υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που κενώνεται.
Άρθρο 37
Εκτέλεση της απόφασης
Η τελεσίδικη πειθαρχική απόφαση εκτελείται υποχρεωτικώς. Η εκτέλεση γίνεται από το οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Η παράλειψη εκτέλεσης της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.
Σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης, η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.
Κατά το χρόνο της προσωρινής παύσης ο εκκλησιαστικός υπάλληλος απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό, δεν κρίνεται για προαγωγή, ούτε συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής προϊσταμένων, πριν περάσει από την ημερομηνία εκτέλεσης της πειθαρχικής απόφασης χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο που απαιτείται για προαγωγή.
Η πειθαρχική απόφαση, η οποία επιβάλλει πρόστιμο ως ποινή, εκτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που εντέλλεται την πληρωμή των αποδοχών του υπαλλήλου. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση, το πρόστιμο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη δημοσίων εσόδων.
Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει ο εκκλησιαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Όταν αυτό ορίζεται έως το ένα πέμπτο των αποδοχών του, παρακρατείται εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την τελεσιδικία της απόφασης. Όταν είναι μεγαλύτερο, παρακρατείται τμηματικώς κατά μήνα. Η μηνιαία παρακράτηση καθορίζεται με την πειθαρχική απόφαση και δεν επιτρέπεται να είναι ανώτερη από το ένα πέμπτο των αποδοχών του υπαλλήλου.
Άρθρο 38
Διαγραφή πειθαρχικών ποινών
Διαγράφονται αυτοδικαίως η ποινή της επίπληξης μετά τρία έτη, του προστίμου μετά οκτώ έτη και οι λοιπές ποινές, εκτός από τις ποινές της οριστικής και προσωρινής παύσης και του υποβιβασμού, μετά δέκα έτη, εφόσον κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη ποινή. Ο χρόνος της διαγραφής υπολογίζεται από την εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής.
Ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται, αφαιρείται από τον ατομικό φάκελο του εκκλησιαστικού υπαλλήλου, τίθεται στο αρχείο της υπηρεσίας και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελεί στοιχείο κρίσης ή αξιολόγησής του.
Άρθρο 39
Εφαρμογή πειθαρχικού δικαίου επί υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου
Οι διατάξεις των άρθρων 15 έως 38 ισχύουν και επί των επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπηρετούντων εκκλησιαστικών υπαλλήλων.
Όπου εις τα κατά την παρ. 1 άρθρα αναφέρεται «προαγωγή», «υποβιβασμός» ή «παύση», νοείται αντιστοίχως η μισθολογική προαγωγή, ο μισθολογικός υποβιβασμός και η καταγγελία της σύμβασης.
Άρθρο 40
Λύση της υπαλληλικής σχέσης
Η υπαλληλική σχέση λύεται με το θάνατο, την αποδοχή της παραίτησης, την έκπτωση και την απόλυση του υπαλλήλου.
Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του εκκλησιαστικού υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραίτησης θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί.
Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί αν κατά την υποβολή της εκκρεμεί ποινική δίωξη για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στις περ. ε΄ και στ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 ή για κακούργημα ή πειθαρχική δίωξη ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή αν η ποινική ή πειθαρχική δίωξη ασκηθεί μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της αίτησης παραίτησης και πριν την αποδοχή της. Στην περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης μετά την υποβολή αίτησης παραίτησης, εφόσον η πειθαρχική υπόθεση δεν εκδικασθεί σε πρώτο βαθμό εντός έξι μηνών, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει νέα αίτηση παραίτησης κατά τους όρους του παρόντος άρθρου.
Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης παραίτησης μπορεί να την ανακαλέσει εγγράφως, εφόσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.
Η υπηρεσία δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την αίτηση παραίτησης πριν από την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την υποβολή της. Αν, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την υποβολή της αίτησης παραίτησης, ο υπάλληλος επανέλθει με δεύτερη αίτηση, εμμένοντας στην παραίτηση του, αυτή γίνεται αυτοδικαίως αποδεκτή και λύεται η υπαλληλική σχέση από την ημέρα υποβολής της δεύτερης αν παρέλθει άπρακτη προθεσμία δύο μηνών από την υποβολή της.
Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με διαπιστωτική πράξη λύσεως της υπαλληλικής σχέσης, που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εν συνεχεία στο επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας Κρήτης «Απόστολος Τίτος» ή στην ιστοσελίδα της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης στο διαδίκτυο.
Άρθρο 41
Αυτοδίκαιη έκπτωση λόγω ποινικής καταδίκης
Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εφόσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση:
- α) καταδικασθεί σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης
κάθειρξης ή σε οποιαδήποτε ποινή για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. στ΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 του παρόντος ή σε οποιαδήποτε ποινή για λιποταξία,
- β) του επιβληθεί στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Εκκλησιαστικός υπάλληλος που έχει την ιδιότητα του κληρικού, εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εφόσον καταδικασθεί με αμετάκλητη απόφαση εκκλησιαστικού δικαστηρίου σε καθαίρεση.
Η έκπτωση επέρχεται από την ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Για την έκπτωση εκδίδεται διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εν συνεχεία στο επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας Κρήτης «Απόστολος Τίτος» ή στην ιστοσελίδα της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης στο διαδίκτυο.
Άρθρο 42
Απόλυση
Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος απολύεται μόνο για τους επόμενους λόγους:
- α) επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, β) σωματική ή πνευματική ανικανότητα, γ) ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης του,
- δ) κατάργηση της θέσης στην οποία υπηρετεί και ε)
συμπλήρωση ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας.
Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος απολύεται αν διαπιστωθεί σωματική ή πνευματική ανικανότητα για την άσκηση των καθηκόντων του, σύμφωνα με το άρθρο 11 του παρόντος.
Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος απολύεται εάν διαπιστωθεί ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης του, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 14 του παρόντος.
Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος απολύεται αν καταργηθεί η θέση στην οποία υπηρετεί. Αν καταργηθούν ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, απολύονται οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι οι οποίοι συγκεντρώνουν τα λιγότερα ουσιαστικά προσόντα, ύστερα από απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. Κατ΄ εξαίρεση ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας του και τριάντα πέντε ετών πραγματικής και συντάξιμης δημόσιας υπηρεσίας. Αν ο υπάλληλος, κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει τριάντα πέντε ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι πέραν του 67ου έτους της ηλικίας του. Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή των ανωτέρω, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης. Τα ηλικιακά όρια της παρούσας παραγράφου μεταβάλλονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις του «Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.».
Άρθρο 43
Πράξη λύσεως της υπαλληλικής σχέσης
Η υπαλληλική σχέση λύεται με απόφαση του οικείου Αρχιερέως ή του Προέδρου του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εν συνεχεία στο επίσημο Δελτίο της Εκκλησίας Κρήτης «Απόστολος Τίτος» ή στην ιστοσελίδα της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης στο διαδίκτυο.
Εκτός από τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης λύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται με την κοινοποίηση της απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Αν η απόφαση δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι ημέρες από τη δημοσίευσή της, η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την πάροδο του εικοσαήμερου.
Άρθρο 44
Τελικές διατάξεις
Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τον παρόντα Κανονισμό, τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής ο εκάστοτε ισχύων «Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», υπό την προϋπόθεση ότι οι εφαρμοζόμενες αναλογικώς διατάξεις δεν έρχονται σε αντίθεση με τον παρόντα Κανονισμό ή άλλους Κανονισμούς που ρυθμίζουν ειδικότερα την υπηρεσιακή κατάσταση των εκκλησιαστικών υπαλλήλων της Εκκλησίας Κρήτης.
Οι υφιστάμενες οργανικές θέσεις στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, τις Ιερές Μητροπόλεις και τα λοιπά νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας Κρήτης παραμένουν ως έχουν.
Άρθρο 45
Έναρξη ισχύος του Κανονισμού Η ισχύς του παρόντος Κανονισμού ξεκινά από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύεται και στο επίσημο Δελτίο «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΙΤΟΣ» της Εκκλησίας της Κρήτης. Ο Κανονισμός αυτός να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)