Διατάξεις - Κανονισμοί - Πράξεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου — ΦΕΚ A' 57/2021

Type Κανονισμός
Publication 2021-04-12
Τελευταία ενημέρωση 1900-01-01
State In force
Source ΦΕΚ
articles 124
Reform history JSON API
1.

Στις υπαλλήλους, οι οποίες κυοφορούν, χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες πριν και τρεις (3) μήνες μετά τον τοκετό. Σε περίπτωση αποκτήσεως τέκνου πέραν του 3ου, η ως άνω άδεια προσαυξάνεται κάθε φορά κατά δύο (2) μήνες συμμέτρως πριν και μετά τον τοκετό. Η άδεια λόγω κυοφορίας χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού. Σε περίπτωση πολύδυμης κυήσεως, η άδεια λοχείας αυξάνεται κατά ένα (1) μήνα για κάθε τέκνο πέραν του ενός.

2.

Όταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια που είχε χορηγηθεί, παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, χωρίς αυτή η παράταση να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται μετά τον τοκετό. Όταν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της άδειας χορηγείται μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλισθεί συνολικός χρόνος άδειας πέντε (5) μηνών. Τυχόν απώλεια του νεογνού, που επισυμβαίνει μετά την έναρξη της άδειας μητρότητας (κυήσεως και λοχείας), δεν επηρεάζει την συνολική πεντάμηνη διάρκεια αυτής.

3.

Σε κυοφορούσες υπαλλήλους που έχουν ανάγκη ειδικής θεραπείας, μετά την εξάντληση της αναρρωτικής άδειας με αποδοχές, χορηγείται κανονική άδεια κυοφορίας με αποδοχές, μετά από βεβαίωση θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος.

4.

Στις υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο, χορηγείται άδεια τριών (3) μηνών με πλήρεις αποδοχές εντός του πρώτου εξαμήνου μετά την περαίωση της διαδικασίας της υιοθεσίας, εφ’ όσον το υιοθετημένο τέκνο είναι ηλικίας έως έξι (6) ετών. Ένας μήνας από την άδεια αυτή μπορεί να καλύπτει απουσία της υπαλλήλου κατά το προ της υιοθεσίας διάστημα.

5.

Επιδόματα λόγω τοκετού, που καταβλήθηκαν στην υπάλληλο του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου λόγω υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, εκπίπτουν από τις αποδοχές που καταβάλλονται κατά την διάρκεια της άδειας μητρότητας, εφ’ όσον η ασφάλιση θεμελιώνεται και σε συνεισφορά του αυτού νομικού προσώπου.

6.

Η άδεια μητρότητας είναι ιδιότυπη άδεια, δεν αποτελεί είδος κανονικής ή αναρρωτικής άδειας και δεν υπόκειται σε συμψηφισμό.

7.

Για τις επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους η άδεια κυοφορίας χορηγείται κατά τις διατάξεις της

Άρθρο 51

Άδεια για ανατροφή παιδιού

1.

Όταν πρόκειται για ανατροφή παιδιού ηλικίας έως 6 ετών, επιτρέπεται η χορήγηση στον φυσικό ή θετό γονέα άδειας άνευ αποδοχών διαστήματος έως έξι (6) ετών συνολικά ή έως οκτώ (8) ετών, εφ’ όσον η υιοθεσία δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι την ηλικία των έξι (6) ετών, η οποία χορηγείται με αίτηση του υπαλλήλου, συνεχόμενα ή τμηματικά, και χωρίς γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Διάστημα τεσσάρων (4) μηνών της άδειας αυτής χορηγείται με πλήρεις αποδοχές στην περίπτωση γεννήσεως τρίτου (3ου) παιδιού και άνω.

2.

Ο χρόνος εργασίας του γονέως εκκλησιαστικού υπαλλήλου μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως, εφ’ όσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο (2) ετών και κατά μία (1) ώρα, εφ’ όσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο (2) έως τεσσάρων (4) ετών. Ο γονέας υπάλληλος δικαιούται για το συνεχές διάστημα των εννέα (9) μηνών άδειας με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφ’ όσον δεν κάνει χρήση του κατά το προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου. Το δικαίωμα της παρούσας παραγράφου μέχρι την γέννηση και του δεύτερου (2ου) τέκνου χορηγείται υποχρεωτικώς σύμφωνα με την επιλογή κατ’ ευχέρεια του γονέως εκκλησιαστικού υπαλλήλου. Υπάλληλος που υιοθετεί ή αναδέχεται τέκνο ηλικίας έως τεσσάρων (4) ετών, δικαιούται, κατ’ εξαίρεση, την χορήγηση του συνόλου της άδειας των εννέα (9) μηνών που προβλέπεται στην παρούσα, εφ’ όσον μετά από την άδεια της παραγράφου 8 και μέχρι το τέκνο να συμπληρώσει την ηλικία των τεσσάρων (4) ετών, αιτηθεί να του χορηγηθεί η συνεχόμενη άδεια έναντι της διευκολύνσεως του μειωμένου ωραρίου. Εάν μέχρι την συμπλήρωση των τεσσάρων (4) ετών απομένει διάστημα μικρότερο των εννέα (9) μηνών, χορηγείται άδεια για το διάστημα που υπολείπεται. Για τον γονέα που είναι άγαμος ή χήρος ή διαζευγμένος ή έχει αναπηρία ποσοστού εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, το κατά μία ώρα μειωμένο ωράριο του πρώτου εδαφίου ή η άδεια της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνονται κατά έξι (6) μήνες ή ένα (1) μήνα αντιστοίχως. Ο νεοδιοριζόμενος εκκλησιαστικός υπάλληλος που κατά την τοποθέτησή του έχει τέκνο ηλικίας κάτω των τεσσάρων (4) ετών δικαιούται να λάβει συνεχόμενη άδεια ανατροφής τόσης διάρκειας όσο είναι με βάση το μειωμένο ωράριο αντιστοίχως το άθροισμα των ωρών, οι οποίες απομένουν από την ημερομηνία του διορισμού του μέχρι την συμπλήρωση του 4ου έτους ηλικίας του τέκνου του, πέραν του οποίου η συνέχιση της άδειας είναι επιτρεπτή. Ο χρόνος εργασίας γονέως υπαλλήλου μειώνεται κατά μία (1) ώρα ημερησίως για δύο (2) επιπλέον χρόνια, μετά από την απόκτηση τέταρτου τέκνου, ανεξαρτήτως της άδειας ή της διευκολύνσεως που έχει επιλεγεί προηγουμένως. Το ίδιο δικαίωμα θεμελιώνεται και μετά από την απόκτηση κάθε τέκνου μετά το τέταρτο. Σε περίπτωση γεννήσεως διδύμων, τριδύμων κ.ο.κ. τέκνων χορηγείται επιπλέον άδεια ανατροφής χρονικής διάρκειας έξι (6) μηνών με αποδοχές για κάθε τέκνο πέραν του ενός.

3.

Αν και οι δύο γονείς είναι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι με κοινή τους δήλωση που κατατίθεται στις υπηρεσίες τους καθορίζεται ποιος από τους δύο θα κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου ή της άδειας ανατροφής, εκτός αν με την ανωτέρω κοινή τους δήλωση καθορίσουν χρονικά διαστήματα των οποίων ο καθένας θα κάνει χρήση, αλλά πάντοτε διαδοχικώς και μέσα στα χρονικά όρια της προηγούμενης παραγράφου. Αν η/ο σύζυγος του/της υπαλλήλου εργάζεται στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, εφ’ όσον δικαιούται ομοίων ολικώς ή μερικώς διευκολύνσεων, ο/η υπάλληλος δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 2 κατά το μέρος που η/ο σύζυγός του/της δεν κάνει χρήση των δικών της/του δικαιωμάτων ή κατά το μέρος που αυτά υπολείπονται των διευκολύνσεων της παραγράφου 2.

4.

Όταν ο ένας γονέας λάβει την άδεια της παραγράφου 1 του παρόντος, ο άλλος δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού για το ίδιο διάστημα. Εφ’ όσον η/ο σύζυγος του/της υπαλλήλου δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο/η υπάλληλος δεν δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 1 και 2, εκτός αν λόγω σοβαρής παθήσεως ή βλάβης υφίσταται ανικανότητα να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της υγειονομικής επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο/η υπάλληλος.

5.

Σε περίπτωση διαστάσεως, διαζυγίου, χηρείας ή γεννήσεως τέκνου και εν γένει μονογονεϊκής οικογένειας, την άδεια της παραγράφου 1 και τις διευκολύνσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια.

6.

Οι εκκλησιαστικές υπηρεσίες υποχρεούνται να διευκολύνουν τους υπαλλήλους που έχουν τέκνα, τα οποία παρακολουθούν μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, για να επισκέπτονται το σχολείο των παιδιών τους, με σκοπό την παρακολούθηση της σχολικής τους επιδόσεως.

7.

Εκκλησιαστικοί υπάλληλοι που έχουν ανήλικα τέκνα δικαιούνται άδειας με αποδοχές έως τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος σε περίπτωση ασθένειας των τέκνων τους. Για τους υπαλλήλους που είναι τρίτεκνοι, η ως άνω άδεια ανέρχεται σε επτά (7) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος και για τους υπαλλήλους που είναι πολύτεκνοι σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες. Για τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους που είναι μονογονείς, η ως άνω άδεια ανέρχεται σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος.

8.

Σε εκκλησιαστικούς υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο, καθώς και σε υπαλλήλους που γίνονται ανάδοχοι γονείς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 4538/2018 (Α’ 85), όπως ισχύει, πέραν των διευκολύνσεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, χορηγείται άδεια τριών (3) μηνών με πλήρεις αποδοχές εντός του πρώτου εξαμήνου μετά την περαίωση της διαδικασίας της υιοθεσίας ή της αναδοχής αντιστοίχως, εφ’ όσον το υιοθετημένο ή το αναδεχόμενο τέκνο είναι ηλικίας έως έξι (6) ετών. Ένας μήνας από την άδεια αυτή που αποκτούν τέκνο με την διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, κατά το άρθρο 1464 ΑΚ, πέραν των διευκολύνσεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, χορηγείται άδεια τριών (3) μηνών με πλήρεις αποδοχές αμέσως μετά την γέννηση του τέκνου.

Άρθρο 52

Παροχή άδειας

1.

Οι κατά τα άρθρα 47 έως 51 άδειες χορηγούνται εγγράφως και πάντως με αίτηση του εκκλησιαστικού υπαλλήλου προς την προϊστάμενη αυτού αρχή, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος. Στην αίτηση της άδειας ορίζεται ο χρόνος ενάρξεως αυτής.

2.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 47 παρ. 2 εδαφ. γ του παρόντος, λόγω εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης η αιτούμενη άδεια, όταν είναι υποχρεωτική η χορήγησή της, δύναται να αναβληθεί επί δέκα πέντε (15) το πολύ ημέρες. Αυτό δεν ισχύει για την άδεια του άρθρου 50 του παρόντος.

Άρθρο 53

Άδεια αναρρωτική

1.

Στον εκκλησιαστικό υπάλληλο, που είναι ασθενής ή χρειάζεται να αναρρώσει, χορηγείται αναρρωτική άδεια με αποδοχές τόσων μηνών όσα είναι τα έτη της υπηρεσίας του, από την οποία αφαιρείται το σύνολο των αναρρωτικών αδειών, που τυχόν έχει λάβει μέσα στην προηγούμενη πενταετία. Αναρρωτική άδεια χορηγούμενη χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα (12) μήνες. Χρόνος υπηρεσίας τουλάχιστον έξι (6) μηνών θεωρείται ως πλήρες έτος. Υπάλληλος, ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας έξι (6) μηνών, δικαιούται να λάβει τις βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες που προβλέπονται. Μετά την εξάντληση των ανωτέρω αδειών, ο υπάλληλος δικαιούται άδειας άνευ αποδοχών. Σε περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση και εξ αιτίας της υπηρεσίας, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται αναρρωτικής άδειας με αποδοχές ανεξαρτήτως χρόνου υπηρεσίας.

2.

Στην αναρρωτική άδεια συνυπολογίζονται και οι ημέρες απουσίας λόγω ασθενείας που προηγήθηκαν της άδειας.

3.

Στον υπάλληλο που πάσχει από δυσίατο νόσημα, χορηγείται αναρρωτική άδεια, της οποίας η διάρκεια είναι διπλάσια από τη διάρκεια των αδειών των προηγούμενων παραγράφων. Για την χορήγηση αυτής της άδειας, απαιτείται σχετική γνωμάτευση νοσοκομείου ή υγειονομικής επιτροπής.

4.

Η αναρρωτική άδεια δεν συμψηφίζεται με την κανονική άδεια.

5.

Δυσίατα νοσήματα είναι όσα καθορίζονται ως τέτοια για τους δημοσίους υπαλλήλους κατά την κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 54

Χορήγηση αναρρωτικής άδειας

1.

Η αναρρωτική άδεια χορηγείται ανά μήνα με εξαίρεση την περίπτωση των δυσίατων νοσημάτων, όπως αυτά ορίζονται με την απόφαση της παρ. 5 του άρθρου 53 που χορηγείται ανά εξάμηνο κατ’ ανώτατο όριο. Η αναρρωτική άδεια χορηγείται από τον προϊστάμενο Γενικής Διευθύνσεως για τους υπαλλήλους που υπάγονται σε αυτή ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου ή τον οικείο Μητροπολίτη κατά περίπτωση.

2.

Βραχυχρόνιες αναρρωτικές άδειες χορηγούνται με γνωμάτευση θεράποντος ιατρού έως οκτώ (8) ημέρες κατ’ έτος. Δύο (2) εξ αυτών, αλλά όχι συνεχόμενες, δύνανται να χορηγούνται μόνο με υπεύθυνη δήλωση του υπαλλήλου.

3.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος υποχρεούται να δεχθεί έλεγχο ή επίσκεψη από ελεγκτή ιατρό.

4.

Η αποστολή ιατρού για έλεγχο υπαλλήλου, που κάνει χρήση βραχυχρόνιων αναρρωτικών αδειών κατ’ επανάληψη, είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία και η τυχόν παράλειψή της συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα του αρμοδίου προϊσταμένου.

5.

Ο έλεγχος των κατ’ οίκον ασθενούντων ανατίθεται σε ιατρούς που υπηρετούν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο, με ειδικότητα Παθολογίας ή γενικής Ιατρικής αν δεν υπάρχει ιατρός αντίστοιχης με την ασθένεια ειδικότητας, ή αν δεν υπάρχουν τέτοιοι, σε ιατρούς με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση μισθώσεως έργου ή εντολής αντίστοιχης ειδικότητας, και ασκείται όταν δοθεί η εντολή από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Γενικής Διευθύνσεως ή οικείο Μητροπολίτη ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση.

Άρθρο 55

Διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής άδειας

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος που κωλύεται να προσέλθει στην εργασία του λόγω ασθενείας ενημερώνει την υπηρεσία για την αδυναμία αυτή την ίδια ημέρα.

2.

Η υπηρεσία χορηγεί την αναρρωτική άδεια ύστερα από αίτηση του υπαλλήλου. Η αίτηση για αναρρωτική άδεια υποβάλλεται εντός επτά (7) ημερών από την απουσία του υπαλλήλου λόγω ασθενείας. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστερήσεως που δεν οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας, γίνεται ανάλογη περικοπή της αναρρωτικής άδειας με ευθύνη του οργάνου που είναι αρμόδιο για την έκδοση της αποφάσεως χορηγήσεώς της. Η υπηρεσία σε όλως ειδικές περιπτώσεις μπορεί να κινεί τη διαδικασία χορηγήσεως αναρρωτικής άδειας αυτεπαγγέλτως.

3.

Αναρρωτική άδεια πέραν των οκτώ (8) ημερών κατ’ έτος χορηγείται ύστερα από γνωμάτευση της οικείας υγειονομικής επιτροπής, με εξαίρεση την περίπτωση που η άδεια χορηγείται βάσει γνωματεύσεως του διευθυντή κλινικής δημοσίου νοσοκομείου και εφ’ όσον πρόκειται για νοσηλεία επτά (7) ημερών τουλάχιστον ή κατόπιν χειρουργικής επεμβάσεως.

4.

Άδεια διάρκειας πέραν του ενός (1) μηνός για ψυχική νόσο δεν χορηγείται αν δεν έχει προηγηθεί νοσηλεία σε δημόσιο νοσοκομείο. Παράτασή της ή χορήγηση νέας άδειας, εφ’ όσον υπερβαίνει, συνολικώς ή τμηματικώς, τον έναν (1) μήνα μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος χορηγείται ύστερα από αναλυτική έκθεση θεράποντος ιατρού. προτείνει η απαιτούμενη ιατρική γνωμάτευση ή, εάν κρίνει τη γνωμάτευση ως αναιτιολόγητη ή μη επαρκή, παραπέμπει τον ενδιαφερόμενο για εξέταση σε άλλο δημόσιο νοσοκομείο. Η αναρρωτική άδεια που προτείνεται από το έτερο δημόσιο νοσοκομείο χορηγείται υποχρεωτικώς.

6.

Η αίτηση εκκλησιαστικού υπαλλήλου για παράταση αναρρωτικής άδειας υποβάλλεται το αργότερο μέσα στο τελευταίο δεκαπενθήμερο του χρόνου της άδειας που του έχει χορηγηθεί.

7.

Επί ασθενείας παρατεινομένης πέραν των χρονικών ορίων των παρ. 1 του άρθρου 53 και παρ. 4 του παρόντος άρθρου περί αναρρωτικών αδειών, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος, εάν δεν συντρέχει περίπτωση θέσεως αυτού σε διαθεσιμότητα κατά το άρθρο 83 του παρόντος, απολύεται κατά το άρθρο 136 του παρόντος μετά από απόφαση του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εάν, συνεπεία της ως άνω ασθενείας, εξακολουθεί να μην είναι σε θέση να ασκεί τα καθήκοντά του.

Άρθρο 56
1.

Οι επί θητεία εκκλησιαστικοί υπάλληλοι ασθενούντες ή χρήζοντες αναρρώσεως δικαιούνται αναρρωτικής άδειας τόσων ημερών όσοι και οι μήνες της επί θητεία υπηρεσίας στο οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο. Παρατεινομένης της ασθενείας πέραν των ως άνω χρονικών ορίων, ο υπάλληλος απολύεται κατά το άρθρο 136 του παρόντος μετά από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου εάν, συνεπεία της ως άνω ασθενείας του, εξακολουθεί να μην είναι σε θέση να ασκεί τα καθήκοντά του.

2.

Οι επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου εκκλησιαστικοί υπάλληλοι και το εργατοτεχνικό προσωπικό ασθενούντες ή χρήζοντες αναρρώσεως δικαιούνται αναρρωτικής άδειας κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και της εργατικής νομοθεσίας.

Άρθρο 57
1.

Οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν δικαίωμα σε υγειονομική περίθαλψη που περιλαμβάνει νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη.

2.

Η νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη παρέχεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τον οικείο φορέα ασφαλίσεως.

Άρθρο 58

Άδεια υπηρεσιακής - επαγγελματικής εκπαιδεύσεως

1.

Η άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως δύναται να χορηγηθεί σε όλους τους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους που είναι κάτοχοι πτυχίου ΤΕΙ ή ΑΕΙ της ημεδαπής ή αλλοδαπής αναγνωρισμένου στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως της κατηγορίας ή του κλάδου στον οποίον ανήκουν. Για τη συμμετοχή και φοίτηση του εκκλησιαστικού υπαλλήλου σε προγράμματα μετεκπαιδεύσεως και προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακής εκπαιδεύσεως ή εκπονήσεως διδακτορικού διπλώματος ημεδαπού δημοσίου πανεπιστημίου ή αναγνωρισμένου της αλλοδαπής, ο υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως. Άδεια δεν χορηγείται αν ο χρόνος υπηρεσίας του υπαλλήλου που απομένει μετά το πέρας της άδειας είναι μικρότερος του τετραπλάσιου της χρονικής διάρκειας της άδειας. Επίσης η ανωτέρω άδεια δεν χορηγείται αν ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει την δοκιμαστική υπηρεσία.

2.

Η άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως χορηγείται υποχρεωτικώς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Γενικής Διευθύνσεως ή οικείο Μητροπολίτη ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση, ύστερα από αίτηση αυτού, εφ’ όσον διατυπωθεί σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο συνεκτιμά εάν υφίσταται στενή (απόλυτη) συνάφεια της μετεκπαιδεύσεως ή της μεταπτυχιακής εκπαιδεύσεως με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, την υπηρεσιακή επίδοση και τις γνώσεις του υπαλλήλου. Ειδικά, προκειμένου περί εκπαιδευτικής άδειας στο εξωτερικό, απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας, στην οποία πρόκειται να μεταβεί ο υπάλληλος.

3.

Ομοίως η άδεια χορηγείται υποχρεωτικώς, εάν ο υπάλληλος έχει λάβει υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών ή άλλα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα. Υποτροφία από άλλο νομικό πρόσωπο ημεδαπό, διεθνές ή αλλοδαπό ή αλλοδαπή κυβέρνηση για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση συνεκτιμάται για τη χορήγηση της άδειας. Η άρνηση χορηγήσεως της άδειας πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς.

4.

Η άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) έτος. Σε περίπτωση φοιτήσεως σε προγράμματα ή κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών διάρκειας δύο (2) ετών ή εκπονήσεως διδακτορικής διατριβής, η άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να παραταθεί άλλους έξι (6) μήνες ή ένα (1) έτος αντιστοίχως. Καθ’ όλη την διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου δεν μπορεί να χορηγηθεί σε αυτόν άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως πέρα των πέντε (5) ετών συνολικώς.

5.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος στον οποίο χορηγείται άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως λαμβάνει τις αποδοχές του. Σε περίπτωση τμηματικής χορηγήσεως της άδειας για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό παρέχονται, για το χρονικό διάστημα της εκπαιδευτικής άδειας, αποδοχές αυξημένες κατά ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%). Αν η μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση γίνεται σε εκπαιδευτικό ίδρυμα το οποίο βρίσκεται εκτός της περιοχής του Δήμου που εδρεύει η υπηρεσία του υπαλλήλου, μπορεί να ορίζεται προσαύξηση αποδοχών έως και ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Στους υπαλλήλους που χορηγείται άδεια για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό παρέχονται αποδοχές αυξημένες στο διπλάσιο. Η προσαύξηση των αποδοχών μειώνεται κατά το μέρος που καλύπτεται από υποτροφία ή άλλου είδους χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση που τυχόν χορηγείται στον υπάλληλο στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. Ο υπάλληλος δικαιούται επίσης οδοιπορικών εξόδων μεταβάσεως και επιστροφής. προσφέρει τις υπηρεσίες του στο παρ’ ω υπηρετεί νομικό πρόσωπο επί χρονικό διάστημα διπλάσιο του χρόνου της άδειας. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς την υποχρέωσή του αυτήν, υποχρεούται να επιστρέψει κάθε χρηματικό ποσό καταβληθέν σε αυτόν κατ’ εντολήν της υπηρεσίας του κατά την διάρκεια της άδειας, κωλύεται δε επί μία πενταετία ο διορισμός αυτού σε άλλη θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος ή ετέρου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

7.

Ο χρόνος της εκπαιδευτικής άδειας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

8.

Για τους λόγους της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκλησιαστικός υπάλληλος δικαιούται να αιτηθεί την άδεια του άρθρου 49 παρ. 2 του παρόντος χωρίς γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η άδεια αυτή δεν χορηγείται σωρευτικά με την άδεια των παραγράφων 1 έως 7 του παρόντος άρθρου.

9.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος υποχρεούται μετά το πέρας της φοιτήσεώς του να καταθέσει στην υπηρεσία του τον τίτλο που απέκτησε εντός τριμήνου από την ορκωμοσία του ή άλλως επιτυχούς ολοκληρώσεως των σπουδών. Σε περίπτωση τυχόν ανεπιτυχούς ολοκληρώσεως επιστρέφεται η τυχόν προσαύξηση των αποδοχών του που κατεβλήθησαν βάσει της παρ. 5 εδ. β’ του παρόντος άρθρου.

10.

Η άδεια υπηρεσιακής εκπαιδεύσεως μπορεί να ανακαλείται για εξαιρετικούς λόγους που αφορούν στην υπηρεσία ή για λόγους που ανάγονται στην επίδοση του υπαλλήλου πριν από την πάροδο του χρόνου της λήξεώς της με πράξη του αρμόδιου για την χορήγηση της οργάνου, η οποία εκδίδεται μετά από σύμφωνη και ειδικώς αιτιολογημένη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

11.

Ομοίως είναι δυνατόν να χορηγείται σε υπαλλήλους άδεια για λόγους επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή λήψεως τίτλου ιατρικής ειδικότητας μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η άδεια είναι δυνατόν να χορηγείται με πλήρεις αποδοχές, εφ’ όσον ο υπάλληλος δηλώνει ότι θα παρέχει υπηρεσίες κατά το διάστημά της σε ωράριο, που καθορίζει η υπηρεσία του.

Άρθρο 59

Άδεια για επιμορφωτικούς λόγους και εξετάσεις

1.

Άδειες μικρής χρονικής διάρκειας έως δέκα (10) ημερών χορηγούνται υποχρεωτικώς μετά από αίτησή τους, σε υπαλλήλους που μετέχουν σε διαγωνισμούς για να λάβουν υποτροφία ή να εισαχθούν σε σχολή ανωτάτης εκπαιδεύσεως ή να εισαχθούν ή εξετασθούν στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοικήσεως του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοικήσεως και Αυτοδιοικήσεως (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.) ή σε Δομές διά βίου εκπαιδεύσεως ή για να επιλεγούν για φοίτηση σε κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών, σε αντικείμενα που ενδιαφέρουν την υπηρεσία.

2.

Όμοιες άδειες μπορεί να χορηγούνται για συμμετοχή σε συνέδρια, συνδιασκέψεις, σεμινάρια και κάθε είδους συναντήσεις επιστημονικού χαρακτήρα, στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, εφ’ όσον η συμμετοχή κρίνεται συμφέρουσα για την υπηρεσία.

3.

Οι άδειες των προηγούμενων παραγράφων χορηγούνται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Γενικής Διευθύνσεως ή οικείο Μητροπολίτη ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση, μετά από γνώμη του αμέσου προϊσταμένου του υπαλλήλου, με αποδοχές για όλο τον χρόνο κατά τον οποίον υπάλληλος μετέχει στον διαγωνισμό ή τις λοιπές δραστηριότητες. Στον χρόνο αυτόν προστίθενται οι ημέρες που είναι αναγκαίες για την μετάβαση και την επιστροφή του εκκλησιαστικού υπαλλήλου.

4.

Στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους που είναι μαθητές, σπουδαστές ή φοιτητές, προπτυχιακοί ή μεταπτυχιακοί ή διδακτορικοί, σε σχολεία και ιδρύματα και των τριών βαθμίδων εκπαιδεύσεως, χορηγείται άδεια εξετάσεων με αποδοχές από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Γενικής Διευθύνσεως ή οικείο Μητροπολίτη ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση. Η άδεια εξετάσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες κάθε έτος και χορηγείται συνεχώς ή τμηματικώς κατά την εξεταστική περίοδο που ζητεί ο ενδιαφερόμενος. Για κάθε ημέρα εξετάσεων χορηγείται άδεια δύο (2) ημερών μέχρι εξαντλήσεως των ημερών της προηγούμενης παραγράφου. Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος υποχρεούται να προσκομίσει στην υπηρεσία του αντίστοιχη βεβαίωση εξετάσεως έκαστου μαθήματος μετά το πέρας της εξεταστικής περιόδου, άλλως η χορηγούμενη άδεια ανακαλείται αναδρομικώς.

Άρθρο 60

Ηθικές αμοιβές - Αναγνώριση υπηρεσιών

1.

Στους εκκλησιαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι προσφέρουν στο οικείο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο εξαιρετικές υπηρεσίες ή επιδεικνύουν υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση πέραν της εκ των καθηκόντων αυτών επιβαλλομένης, δύναται να τους απονέμονται οι κάτωθι ηθικές αμοιβές: α) Εύφημος μνεία, β) Ευαρέσκεια,

  • γ) Έπαινος και δ) Μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων μετά

διπλώματος.

2.

Οι ηθικές αμοιβές δύναται να απονέμονται και κατά ή μετά την αποχώρηση του υπαλλήλου, εφ’ όσον ο υπάλληλος διήνυσε ευδόκιμη εικοσαετή τουλάχιστον παραμονή στην υπηρεσία του.

3.

Είναι δυνατόν κατά διακριτική ευχέρεια να χορηγηθεί, με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη ή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ή του οικείου Διοικητικού Συμβουλίου κατά περίπτωση, και μετά από ειδικώς αιτιολογημένη εισήγηση του Πρωτοσυγκέλλου ή της οικείας υπηρεσίας προς τα ανωτέρω όργανα αντιστοίχως, σε υπάλληλο χρηματικό ποσό σε αναγνώριση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως πέραν της εκ των καθηκόντων του επιβαλλομένης, εάν αυτή είχε αιτιωδώς συγκεκριμένο και αποτιμητό οικονομικό αποτέλεσμα, πέραν του ευλόγως αναμενόμενου, για την υπηρεσία.

4.

Η εύφημος μνεία, η ευαρέσκεια και ο έπαινος απονέμονται δι’ αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου μετά από πρόταση του επιχωρίου Μητροπολίτη ή Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή προϊσταμένου Διευ

5.

Το μετάλλιο διακεκριμένων πράξεων απονέμεται δι’ αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ύστερα από πρόταση του αρμοδίου κατά την προηγουμένη παράγραφο οργάνου και σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

6.

Οι περί απονομής ηθικής αμοιβής πράξεις δημοσιεύονται διά του περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» και κοινοποιούνται δι’ εγκυκλίου σε όλες τις υπηρεσίες του νομικού προσώπου, όπου υπηρετεί ο υπάλληλος.

7.

Το σχήμα, οι διαστάσεις, οι επ’ αυτού παραστάσεις κ.λπ. του μεταλλίου διακεκριμένων πράξεων και ο τύπος και το περιεχόμενο του διπλώματος, όπως και κάθε εν γένει σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου.

Άρθρο 61

Προβάδισμα Το προβάδισμα μεταξύ των εκκλησιαστικών υπαλλήλων καθορίζεται ως εξής:

  • α) Μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν σε διαφορετικές

κατηγορίες προηγούνται οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΕΘ και ακολουθούν κατά σειρά οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ, της κατηγορίας ΤΕ, της κατηγορίας ΔΕ και τέλος οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΥΕ.

  • β) Μεταξύ υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία προηγούνται οι υπάλληλοι ανώτερου βαθμού με

βάση την ιεραρχική κλίμακα των βαθμών του άρθρου 26.

  • γ) Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου κλάδου και βαθμού

υπάρχει προβάδισμα επί τη βάσει της αρχαιότητάς τους, προβαδιζόντων σε κάθε περίπτωση των κληρικών. Το προβάδισμα μεταξύ των κληρικών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος καθορίζεται, ανεξαρτήτως του υπηρεσιακού βαθμού ή των πρεσβείων της χειροτονίας, αλλά μόνον αναλόγως προς την κατεχόμενη θέση με απόφαση του Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου.»

Άρθρο 4

Το άρθρο 62 του Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48), που είχε καταργηθεί με το άρθρο 2 του Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 29/1985 (Α’ 126), προστίθεται ως ακολούθως: «ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ Μεταβολές υπηρεσιακής καταστάσεως

Άρθρο 62

Ατομικός φάκελος

1.

Ο ατομικός φάκελος συγκροτείται μετά τον διορισμό ή πρόσληψη του εκκλησιαστικού υπαλλήλου και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, τα οποία προσδιορίζουν την ατομική, οικογενειακή, περιουσιακή και υπηρεσιακή του κατάσταση. Ειδικότερα, ο ατομικός φάκελος περιλαμβάνει:

  • α) Τα στοιχεία ταυτότητας του υπαλλήλου, τα στοιχεία συζύγου και των τέκνων του, καθώς και δήλωση της

περιουσιακής του καταστάσεως. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιούνται από τον υπάλληλο με υπεύθυνη δήλωση, που υποβάλλει στην υπηρεσία του κατά τον διορισμό ή πρόσληψή του. Με τον ίδιο τρόπο δηλώνεται υποχρεωτικώς κάθε ουσιώδης μεταβολή των στοιχείων αυτών.

  • β) Τους τίτλους σπουδών ή άλλα τυπικά προσόντα.
  • γ) Αποφάσεις, έγγραφα ή άλλα στοιχεία που αναφέρονται στις προϋποθέσεις διορισμού - προσλήψεως του

υπαλλήλου, στην υπηρεσιακή γενικά κατάσταση και δραστηριότητα του εκκλησιαστικού υπαλλήλου, όπως ιδίως οι εκθέσεις αξιολογήσεως των ουσιαστικών προσόντων, οι πειθαρχικές ποινές, οι άδειες, παρατηρήσεις της υπηρεσίας και αλληλογραφία σχετική με την απόδοσή του.

  • δ) Κάθε άλλο στοιχείο που ο εκκλησιαστικός υπάλληλος καταθέτει ο ίδιος στην υπηρεσία του, ζητώντας

να συμπεριληφθεί στον ατομικό του φάκελο, εφ’ όσον σχετίζεται με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και είναι πρόσφορο για την αξιολόγησή του.

2.

Κάθε υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση του ατομικού φακέλου του.

3.

Η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται να τηρεί, να φυλάσσει και να ενημερώνει τον ατομικό φάκελο του εκκλησιαστικού υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων.

4.

Ο ατομικός φάκελος του εκκλησιαστικού υπαλλήλου τίθεται υπόψη του Υπηρεσιακού - Πειθαρχικού Συμβουλίου και του Α.Υ.Σ.Ε., καθώς και κάθε άλλου οργάνου που είναι αρμόδιο για την διενέργεια υπηρεσιακών κρίσεων, αξιολογήσεων και την έκδοση πράξεων για το υπηρεσιακό καθεστώς του.»

Άρθρο 5

Τα άρθρα 68 - 81 του Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) καταργούνται και αντικαθίστανται από τα κατωτέρω άρθρα 68-76, τα οποία έχουν ως εξής: «ΤΜΗΜΑ Ε Αξιολόγηση - Βαθμολογικές Προαγωγές

Άρθρο 68

Αξιολόγηση Τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, μόνιμων και με σχέση ιδιωτικού δικαίου, μετακλητών και αποσπασμένων, αξιολογούνται βάσει συστήματος ετήσιας αξιολογήσεως, το οποίο διέπεται από τις αρχές της αμεροληψίας, της επαγγελματικής ικανότητας του υπαλλήλου και της αποδοτικότητάς του κατά τον Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αριθ. 265/2015 (Α’ 25), όπως εκάστοτε ισχύει. Ως επαγγελματικά-τεχνικά προσόντα νοούνται οι τίτλοι σπουδών, η γνώση ξένων γλωσσών, η πιστοποιημένη επιμόρφωση και άλλες ειδικές δραστηριότητες. Ως εργασιακή - διοικητική εμπειρία νοείται ο χρόνος υπηρεσίας, οι ικανότητες - δεξιότητες εντός υπηρεσίας και λοιπές ειδικές δραστηριότητες.

Άρθρο 69

Προαγωγή

1.

Οι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι προάγονται με βάση την αξιολόγηση και τον χρόνο υπηρεσίας - παραμονής τους στον εκάστοτε οριζόμενο βαθμό. Για την προαγωγή ο υπάλληλος οφείλει να έχει συμπληρώσει τον απαιτού εκθέσεις αξιολογήσεώς του.

2.

Οι προαγωγές γίνονται ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του άρθρου 2 του παρόντος. Το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο κρίνει αυτοτελώς έκαστο υποψήφιο προς προαγωγή με βάση: α) τις βαθμολογίες αξιολογήσεως των τριών (3) προηγούμενων ετών με απαιτούμενο μέσο όρο 6 και άνω, β) τα τυχόν στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου και γ) κάθε εν γένει κατά την κρίση του χρήσιμο στοιχείο ή έγγραφο. Μπορεί να μην υπάρξει αξιολόγηση εκκλησιαστικού υπαλλήλου, κατόπιν αιτιολογημένης αποφάσεως της προϊσταμένης αρχής αυτού.

3.

Για τον απαιτούμενο χρόνο παραμονής σε κάθε βαθμό ισχύει ο αντίστοιχος χρόνος προαγωγής από βαθμό σε βαθμό που εκάστοτε ορίζεται για τους δημοσίους υπαλλήλους, με επιφύλαξη τυχόν ειδικών ρυθμίσεων, που προβλέπονται στον παρόντα Κανονισμό. Στον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας δεν υπολογίζεται: α) ο χρόνος της διαθεσιμότητας, β) ο χρόνος της αργίας που επήλθε είτε εξ αιτίας ποινικής διώξεως που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξ αιτίας πειθαρχικής διώξεως που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών, γ) ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα, δ) ο χρόνος της προσωρινής παύσεως, ε) ο χρόνος της αδείας άνευ αποδοχών που δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, στ) ο χρόνος αναστολής ασκήσεως καθηκόντων.

4.

Η διαδικασία των προαγωγών κινείται από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο διά της υποβολής σχετικής αιτήσεως του εκκλησιαστικού υπαλλήλου, η οποία διαβιβάζεται διά του οικείου Μητροπολίτου ή του Διοικητικού Συμβουλίου του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου στο οποίο υπηρετεί ή του Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση. Σε περίπτωση άπρακτης παρελεύσεως ενός (1) μηνός από την υποβολή, ο υπάλληλος δικαιούται να διαβιβάσει ο ίδιος την αίτησή του εντός δέκα πέντε (15) ημερών, άλλως θεωρείται ως ανακληθείσα. Ο Πρόεδρος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου συγκαλεί το Συμβούλιο σε συνεδρίαση προς λήψη αποφάσεως επί του σχετικού αιτήματος, εντός ενός (1) μηνός από την περιέλευση αυτού στην γραμματεία του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Δεν επιτρέπεται η αναβολή της συνεδριάσεως με την επιφύλαξη λόγων ανωτέρας βίας. Η απόφαση οφείλει να είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Ως προακτέος χαρακτηρίζεται ο εκκλησιαστικός υπάλληλος που εμφανίζει το απαραίτητο εκκλησιαστικό ήθος (υπηρεσιακές σχέσεις και συμπεριφορά), την διοικητική ικανότητα - αποτελεσματικότητα, ενδιαφέρον και δημιουργικότητα και την επιστημονική κατάρτιση για την άσκηση των καθηκόντων του ανωτέρου βαθμού. Ειδικώς για την προαγωγή στον Α’ βαθμό, θα πρέπει ο υπάλληλος να έχει ιδιαίτερα υψηλή βαθμολογία στην αξιολόγησή του τόσο στα τυπικά προσόντα, όσο και στην εργασιακή εμπειρία (συνολικά από 7 και πάνω). Ως μη προακτέος χαρακτηρίζεται ο εκκλησιαστικός υπάλληλος ο οποίος δεν συγκεντρώνει τα προσόντα για την εκτέλεση των καθηκόντων του ανωτέρου βαθμού.

5.

Ο Γραμματεύς του Υπηρεσιακού Συμβουλίου οφείλει, εντός δεκαημέρου από της ημέρας συνεδριάσεως, να αποστείλει την εισήγηση του Συμβουλίου στον Μητροπολίτη της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση προς έκδοση της αποφάσεως προαγωγής, ο οποίος με την επιφύλαξη του άρθρου 75, οφείλει εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών από της περιελεύσεως της εισηγήσεως, να εκδώσει την πράξη προαγωγής δημοσιευόμενη στο επίσημο Δελτίο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». Ο ανωτέρω δύναται να αρνηθεί την έκδοση της πράξεως προαγωγής για λόγους νομιμότητας, οπότε διαβιβάζει την υπόθεση αμελλητί στο Α.Υ.Σ.Ε., το οποίο και αποφαίνεται οριστικώς και η απόφασή του οποίου είναι υποχρεωτική. Εάν η δεκαπενθήμερη προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η εισήγηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου θεωρείται αποδεκτή, επέχει πλέον θέση αποφάσεως προαγωγής και η δημοσίευσή της στο επίσημο Δελτίο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» διατάσσεται με απόφαση του Α.Υ.Σ.Ε., που διαπιστώνει τις ανωτέρω προϋποθέσεις πλασματικής αποδοχής, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου.

6.

Σε κάθε περίπτωση που ομοιόβαθμοι υπάλληλοι αξιολογούνται με τον ίδιο ακριβώς βαθμό και αιτούνται προαγωγής, ο αξιολογητής υποχρεούται να τους αξιολογήσει περαιτέρω και να τους κατατάξει, σε ξεχωριστό έντυπο, κατά φθίνουσα σειρά αξιολογήσεως.

7.

Σε περίπτωση διαφωνίας του ενδιαφερομένου με την απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ασκουμένη εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση της αποφάσεως.

Άρθρο 70

Πίνακες προακτέων

1.

Εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου ή ο αρμόδιος προϊστάμενος Γενικής Διευθύνσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή ο Μητροπολίτης της οικείας Ι. Μητροπόλεως συντάσσει ονομαστικούς πίνακες προακτέων και μη προακτέων υπαλλήλων κεχωρισμένως κατά κατηγορίες και κλάδους, περιλαμβάνοντας άπαντες τους κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους υπηρετούντες υπαλλήλους. Οι πίνακες αυτοί περιέχουν τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας εκάστου, τον πραγματικό και, κεχωρισμένως, τον τυχόν πλεονάζοντα χρόνο στον τελευταίο βαθμό, τους τίτλους σπουδών, την ηλικία και κάθε άλλη χρήσιμη ένδειξη.

2.

Κατά των πινάκων τούτων, ανακοινουμένων υποχρεωτικώς σε έκαστο ενδιαφερόμενο το βραδύτερο μέχρι 15 Φεβρουαρίου, επιτρέπεται ένσταση των ενδιαφερομένων, υποβαλλομένη μέχρι της τελευταίας ημέρας του μηνός Φεβρουαρίου. Επί των ενστάσεων αποφαίνεται το Υπηρεσιακό Συμβούλιο κατά της αποφάσεως του οποίου χωρεί προσφυγή ασκουμένη εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών ενώπιον του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Οι πίνακες καθίστανται οριστικοί, εάν παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες ενστάσεως ή προσφυγής ή όταν Παράλειψη από προαγωγή

1.

Το Υπηρεσιακό Συμβούλιο παραλείπει την προαγωγή, αν κατά τον χρόνο αυτής εκκρεμεί ποινική ή πειθαρχική κατηγορία εις βάρος του υπαλλήλου.

2.

Ο υπάλληλος δικαιούται να κριθεί εκ νέου, όταν η κατηγορία αποδειχθεί τελεσίδικα αβάσιμη, οπότε το Υπηρεσιακό Συμβούλιο οφείλει να συνεδριάσει μέσα σε έναν (1) μήνα από την κοινοποίηση στην αρμόδια υπηρεσία της τελεσίδικης απαλλακτικής κρίσεως και αίτηση του ενδιαφερομένου. Η ανωτέρω προαγωγή ισχύει αναδρομικώς.

Άρθρο 72

Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων

1.

Καθήκοντα προϊσταμένων των οργανικών μονάδων ανατίθενται είτε μέσω διαδικασίας επιλογής μεταξύ των εχόντων τα νόμιμα προσόντα εκκλησιαστικών υπαλλήλων είτε κατ’ απόλυτη εκλογή και δι’ αναθέσεως καθηκόντων σε μετακλητό ή επί θητεία υπάλληλο, όπου επιτρέπεται από τον οικείο οργανισμό. Αρμόδιο όργανο επιλογής προϊσταμένων είναι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος για την Εκκλησία της Ελλάδος, το Διοικητικό Συμβούλιο για την Αποστολική Διακονία και το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος και ο οικείος Μητροπολίτης για τις Ιερές Μητροπόλεις.

2.

Σε περίπτωση που η τοποθέτηση προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων, Τμημάτων και αυτοτελών Γραφείων ή αντιστοίχου επιπέδου οργανικών μονάδων των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πραγματοποιείται μέσω διαδικασίας επιλογής μεταξύ των ήδη απασχολουμένων και εχόντων τα νόμιμα προσόντα υπαλλήλων της εκκλησιαστικής υπηρεσίας, η επιλογή είναι ενιαία περιλαμβανομένων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και ανήκουν στις ίδιες κατηγορίες, βαθμούς και ειδικότητες αντίστοιχες των κατηγοριών, βαθμών κλάδων μονίμων υπαλλήλων του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου, με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 26 του παρόντος Κανονισμού. Ως χρόνος υπηρεσίας των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δεν νοείται ο χρόνος που έχει ληφθεί υπόψη για μισθολογική ή άλλη εξέλιξη για ειδικούς λόγους, χωρίς να είναι χρόνος πραγματικής εκκλησιαστικής υπηρεσίας.

3.

Ως προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων επιλέγονται με διαδικασία επιλογής μόνιμοι ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι της κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Α’ ή Β’ και δέκα πέντε (15) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας, οι οποίοι έχουν διατελέσει ή είναι προϊστάμενοι Διευθύνσεως για είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον μήνες κατά την ημέρα υποβολής της αιτήσεως υποψηφιότητας. Εάν δεν υπάρχουν υποψήφιοι με τα προαναφερόμενα προσόντα, επιλέγονται υποψήφιοι με δέκα (10) τουλάχιστον έτη υπηρεσίας, που έχουν διατελέσει ή είναι προϊστάμενοι Διευθύνσεως κατά την ημέρα υποβολής της αιτήσεως υποψηφιότητας.

4.

Ως προϊστάμενοι Διευθύνσεων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων επιλέγονται με διαδικασία επιλογής οι υπάλληλοι που έχουν ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος με βαθμό Α’ ή Β’ ή Γ’. Εάν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν οι υποψήφιοι με τα προαναφερόμενα προσόντα, επιλέγονται υπάλληλοι με βαθμό Α’ ή Β’ ή Γ’.

5.

Ως προϊστάμενοι Τμημάτων και αυτοτελών Γραφείων ή αντιστοίχου επιπέδου οργανικών μονάδων, επιλέγονται υπάλληλοι με βαθμό Α’ ή Β’ ή Γ’.

6.

Οι τοποθετηθέντες προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων διανύουν τριετή θητεία και εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους επί τρεις (3) μήνες μετά τη λήξη της θητείας τους, εκτός αν έχει γίνει επανεπιλογή και τοποθέτησή τους ως νέου προϊσταμένου.

7.

Το αρμόδιο για την τοποθέτηση προϊσταμένων όργανο μπορεί να ορίσει ως αναπληρωτή προϊσταμένου οργανικής μονάδας, που απουσιάζει ή κωλύεται, έναν από τους προϊσταμένους των υποκειμένων οργανικών μονάδων ή άλλον υπάλληλο που υπηρετεί στην ίδια οργανική μονάδα.

8.

Κατά τη διαδικασία επιλογής μεταξύ των υπηρετούντων υπαλλήλων οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων επιλέγονται και τοποθετούνται, με απόφαση της οικείας αρχής και μετά από γνώμη του Α.Υ.Σ.Ε., αναλόγως με τα προσόντα, την εμπειρία και την ειδίκευση που διαθέτουν. Το Α.Υ.Σ.Ε. συνεκτιμά επίσης τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας, τον χρόνο υπηρεσίας σε θέση ευθύνης, την οικογενειακή κατάσταση, την ηλικία.

Άρθρο 73

Υπάλληλος κριθείς δύο (2) συναπτές φορές ως μη προακτέος παραπέμπεται υποχρεωτικώς στο οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο με το ερώτημα της απολύσεως.

Άρθρο 74

Υπάλληλοι παραλειπόμενοι από τις προαγωγές με την αιτιολογία ότι εκκρεμεί κατ’ αυτών ποινική ή πειθαρχική κατηγορία, η οποία αποδεικνύεται εκ των υστέρων αβάσιμη, κρίνονται εκ νέου από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο εντός μηνός από της περιελεύσεως στην αρμοδία υπηρεσία της τελεσίδικης απαλλακτικής κρίσεως επί της κατηγορίας και, κρινόμενοι προακτέοι, προάγονται κατά την οικεία σειρά και αναδρομικώς άνευ απολήψεως τυχόν διαφοράς αποδοχών.

Άρθρο 75

Υπάλληλος κριθείς ως προακτέος από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο, καίτοι κατά τον χρόνο της κρίσεως εκκρεμούσε κατ’ αυτού ποινική ή πειθαρχική κατηγορία, δύναται να παραλειφθεί των προαγωγών κατόπιν αιτιολογημένης αποφάσεως του εκδίδοντος την πράξη προαγωγής οργάνου.

Άρθρο 76

Τοποθέτηση σε οργανική θέση

1.

Ο εκκλησιαστικός υπάλληλος, μετά τον διορισμό ή πρόσληψή του, τοποθετείται, με απόφαση του Προέδρου Προέδρου του συλλογικού οργάνου διοικήσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου κατά περίπτωση, σε θέση για την κατάληψη της οποίας συμμετείχε στη διαδικασία διορισμού ή προσλήψεως ή υπέβαλε αίτηση ή αναφέρεται στην απόφαση διορισμού ή στη σύμβαση εργασίας του. Σε περίπτωση που ο υπάλληλος μπορεί να τοποθετηθεί σε περισσότερες θέσεις, συνεκτιμάται για την τοποθέτησή του σε συγκεκριμένη θέση η αίτηση προτιμήσεως που τυχόν έχει υποβάλει. Γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου δεν απαιτείται, εάν από την διαδικασία διορισμού ή προσλήψεως προκύπτουν η θέση και η υπηρεσιακή μονάδα στην οποία πρόκειται να διορισθεί ή προσληφθεί ο υπάλληλος.

2.

Η τοποθέτηση σε θέσεις της ίδιας αρχής ή νομικού προσώπου γίνεται χωρίς γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.»

Άρθρο 6

Τα άρθρα 82 - 145 του Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αρ. 5/1978 (Α’ 48) καταργούνται και αντικαθίστανται από τα κατωτέρω άρθρα 82-140, που έχουν ως εξής: «Τμήμα ΣΤ Διαθεσιμότητα

Άρθρο 82

Θέση σε διαθεσιμότητα

1.

Ο υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω ασθενείας ή καταργήσεως της θέσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων.

2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων άρθρων, η πράξη θέσεως του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και η πράξη επαναφοράς του στην υπηρεσία, εκδίδονται από τον Μητροπολίτη της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή τον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοικήσεως του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου, μετά από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

3.

Κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας παύει η άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου, κύριων ή παρεπόμενων. Ο χρόνος της διαθεσιμότητας δεν υπολογίζεται στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου.

Άρθρο 83

Διαθεσιμότητα λόγω ασθενείας

1.

Ο υπάλληλος τίθεται, αυτεπάγγελτα ή με αίτησή του, σε διαθεσιμότητα λόγω ασθενείας, όταν αυτή παρατείνεται πέρα από τον μέγιστο χρόνο αναρρωτικής αδείας, και είναι ιάσιμη κατά την εκτίμηση της υγειονομικής επιτροπής.

2.

Η διαθεσιμότητα αρχίζει από τη λήξη της αναρρωτικής αδείας και δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) έτος και για τα δυσίατα νοσήματα τα δύο (2) έτη.

3.

Κατά το τελευταίο δίμηνο πριν από τη λήξη του ανωτάτου ορίου διαθεσιμότητας, η αρμόδια υγειονομική επιτροπή υποχρεούται, ύστερα από ερώτημα της υπηρεσίας, να γνωμοδοτήσει για την ικανότητα του υπαλλήλου να επανέλθει στα καθήκοντά του. Αν η υγειονομική επιτροπή γνωματεύσει αρνητικά, ο υπάλληλος απολύεται υποχρεωτικώς. Ο υπάλληλος μπορεί να παραπεμφθεί προς εξέταση στην αρμόδια υγειονομική επιτροπή, ύστερα από αίτησή του ή αυτεπάγγελτα και πριν από τον χρόνο λήξεως της διαθεσιμότητας. Στην περίπτωση αυτή, αν η επιτροπή γνωματεύσει αρνητικά, ο υπάλληλος απολύεται υποχρεωτικώς με τη λήξη του χρόνου της διαθεσιμότητας.

4.

Οι διατάξεις των άρθρων 30-38 του παρόντος Κανονισμού εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους που τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω ασθενείας.

Άρθρο 84

Διαθεσιμότητα λόγω καταργήσεως θέσεως

1.

Σε διαθεσιμότητα τίθεται αυτοδικαίως ο υπάλληλος του οποίου καταργήθηκε η θέση, εφ’ όσον δεν μεταταχθεί.

2.

Η διαθεσιμότητα διαρκεί οκτώ (8) μήνες μετά την πάροδο των οποίων ο υπάλληλος απολύεται. Ο υπάλληλος δεν απολύεται στην περίπτωση που εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος: α) έχει εκδοθεί πρόσκληση μετατάξεως και ο υπάλληλος έχει υποβάλει σχετική αίτηση - υπεύθυνη δήλωση για τη μετάταξη μεταφορά του έως την έκδοση των τελικών πινάκων και υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπεριληφθεί σε αυτούς ή

  • β) αν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος έχουν

εκδοθεί ήδη οι τελικοί πίνακες από αρμόδιο όργανο και μέχρι της δημοσιεύσεως στο ΦΕΚ της πράξεως μετατάξεως - μεταφοράς του.

Άρθρο 85

Αποδοχές διαθεσιμότητας

1.

Ο υπάλληλος κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας δικαιούται των τριών τετάρτων των αποδοχών του.

2.

Επιδόματα ασθενείας, που καταβάλλονται σε υπαλλήλους εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας, εκπίπτουν από τις αποδοχές του υπαλλήλου, εφ’ όσον η ασφάλισή του θεμελιώνεται και σε συνεισφορά του νομικού προσώπου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ

Αργία - Αναστολή ασκήσεως καθηκόντων

Άρθρο 86

Αυτοδίκαιη αργία

1.

Τίθεται αυτοδικαίως σε αργία:

  • α) ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική

του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κρατήσεως ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση,

  • β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα

προσωρινής κρατήσεως και στην συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους,

  • γ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε τελεσιδίκως η

ποινή της οριστικής ή προσωρινής παύσεως. Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ’ όσον έχει ασκηθεί προσφυγή,

  • δ) ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα

ή για τα αδικήματα της κλοπής, υπεξαιρέσεως (κοινής και στην υπηρεσία), απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, απιστίας περί την υπηρεσία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμεταλλεύσεως της γενετήσιας ζωής,

  • ε) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε οριστικώς η

ποινή της οριστικής ή προσωρινής παύσεως και

  • στ) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο για τα παραπτώματα που δύνανται να επισύρουν την πειθαρχική ποινή της οριστικής

παύσεως (περ. η παρ. 1 άρθρο 92).

2.

Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίον έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα:

  • α) υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α’ έως δ’ της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντα του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση

ή ακυρωθεί η οριστική ή προσωρινή παύση,

  • β) η αργία της περιπτώσεως ε’ της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής αποφάσεως και λήγει με την έναρξη

της εκτελέσεως της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσεως που του επιβλήθηκε τελεσιδίκως. Επίσης λήγει με την έκδοση αποφάσεως σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής αποφάσεως που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση,

  • γ) η αργία της περ. στ’ της παρ. 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου

και λήγει με την έκδοση πρωτοβάθμιας πειθαρχικής αποφάσεως που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση.

3.

Η διαπιστωτική πράξη θέσεως σε αργία εκδίδεται αμελλητί από τον οικείο Μητροπολίτη ή τον Πρόεδρο του Δ.Σ. ή άλλου συλλογικού οργάνου διοικήσεως του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου κατά περίπτωση.

4.

Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στα καθήκοντά του:

  • α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού

δικαστηρίου, εφ’ όσον προσκομίζεται βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού ή απόσπασμα διατακτικού της αθωωτικής αποφάσεως,

  • β) είτε αφότου εκτελέσθηκε η πειθαρχική ποινή της

προσωρινής παύσεως που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Α.Υ.Σ.Ε. ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση και εφ’ όσον προσκομίζεται σχετική βεβαίωση του προέδρου του Α.Υ.Σ.Ε. ή του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού ή απόσπασμα διατακτικού της δικαστικής αποφάσεως, και

  • γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού

Συμβουλίου, με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρχική ποινή διαφορετική από την οριστική παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περιπτώσεως στ’ της παραγράφου 1 και εφ’ όσον προσκομίζεται σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

5.

Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της διαπιστωτικής πράξεως επανόδου στα καθήκοντά του από το όργανο της παραγράφου 3, που διαπιστώνει τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 87

Δυνητική θέση σε αργία - Αναστολή ασκήσεως καθηκόντων

1.

Αν συντρέχουν λόγοι συμφέροντος της υπηρεσίας, μπορεί να τίθεται σε αργία ο υπάλληλος, κατά του οποίου:

  • α) έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα, το οποίο

μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία.

  • β) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το

οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της προσωρινής παύσεως ή

  • γ) υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για έκνομη διαχείριση, οι οποίες στηρίζονται σε έκθεση της προϊσταμένης

αρχής ή αρμοδίου Επιθεωρητή ή εντεταλμένου από την προϊσταμένη αρχή ελεγκτή. Σε περιπτώσεις κατεπείγοντος ή επιτακτικού συμφέροντος της υπηρεσίας δύναται να ανατεθούν άλλα καθήκοντα στον διαχειριστή υπάλληλο έως την έκδοση της πράξεως αργίας.

2.

Σε επείγουσες περιπτώσεις επιτακτικού συμφέροντος της υπηρεσίας και πριν γνωμοδοτήσει το Πειθαρχικό Συμβούλιο, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το όργανο της παραγράφου 1 το μέτρο της αναστολής ασκήσεως των καθηκόντων του. Μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επιβολή της αργίας το Πειθαρχικό Συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί για την θέση του υπαλλήλου σε αργία μετά από αίτημα της υπηρεσίας. Η αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως, εάν το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει για την θέση σε αργία εντός της ανωτέρω προθεσμίας.

3.

Η πράξη με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντά του, εκδίδεται από τον Μητροπολίτη της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως ή τον πρόεδρο του συλλογικού οργάνου διοικήσεως του οικείου εκκλησιαστικού νομικού προσώπου ή τον Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου, ύστερα από γνώμη του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία απαιτείται προηγούμενη ακρόαση αυτού από το όργανο που επιβάλλει την αργία.

4.

Εντός τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση σε αργία, το της παρ. 3 για τη συνέχιση ή μη της αργίας, άλλως η αργία αίρεται. Σε κάθε περίπτωση, η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά από την πάροδο διετίας από την έκδοση της αποφάσεως θέσεως του υπαλλήλου σε αργία.

5.

Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της σχετικής πράξεως. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σε αυτόν της διαπιστωτικής πράξεως επαναφοράς του οργάνου του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 μετά από την τελεσιδικία της ποινικής αποφάσεως που δεν συνεπάγεται έκπτωση εφ’ όσον προσκομίζεται βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού ή απόσπασμα διατακτικού της δικαστικής αποφάσεως ή μετά από την έκδοση πειθαρχικής αποφάσεως, η οποία δεν επιβάλλει την ποινή της προσωρινής παύσεως, εφ’ όσον προσκομίζεται βεβαίωση του προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του Α.Υ.Σ.Ε. ή αυτοδικαίως από την συμπλήρωση της διετίας κατά την προηγούμενη παράγραφο.

Άρθρο 88

Συνέπειες αργίας

1.

Ο υπάλληλος ο οποίος τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του.

2.

Στον υπάλληλο που τελεί σε κατάσταση αργίας ή αναστολής ασκήσεως καθηκόντων καταβάλλεται το ήμισυ των αποδοχών του. Το υπόλοιπο ή μέρος αυτού μπορεί να αποδοθεί σε αυτόν, μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εφ’ όσον απαλλαγεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχθεί αβάσιμη η υπόνοια για έκνομη διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε. Ειδικά στην περίπτωση αναστολής ασκήσεως καθηκόντων, το μέρος των αποδοχών που παρακρατήθηκε κατά την διάρκεια αυτής επιστρέφεται σε περίπτωση που ο υπάλληλος δεν τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία κατά το άρθρο 86 ή δυνητική αργία σύμφωνα με το άρθρο 87.

3.

Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή οριστικής παύσεως για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχών αργίας.

4.

Οι διατάξεις των άρθρων 30 - 38 του παρόντος Κανονισμού εφαρμόζονται και κατά την διάρκεια της αργίας.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ

Πειθαρχικό Δίκαιο

ΤΜΗΜΑ Α

Πειθαρχικά παραπτώματα και ποινές

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

Πειθαρχικά παραπτώματα και βασικές αρχές

Άρθρο 89

Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εκκλησιαστικού υπαλλήλου που μπορεί να του καταλογισθεί.

Άρθρο 90

Απαρίθμηση πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Πειθαρχικά παραπτώματα είναι:

  • α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνωρίσεως του Συντάγματος ή του Καταστατικού Χάρτη της

Εκκλησίας της Ελλάδος ή έλλειψη αφοσιώσεως στην Πατρίδα και την Δημοκρατία, προσβολή του πολιτεύματος, επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα, έλλειψη σεβασμού προς την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, τους Αρχιερείς και την Ιερά Σύνοδο ή επιβουλή της ενότητας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού,

  • β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που

προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις περιλαμβανομένου του παρόντος Κανονισμού, οι εγκύκλιοι του Κράτους, εντολές και οδηγίες της προϊσταμένης αρχής του υπαλλήλου, τα εγκύκλια σημειώματα και οι εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου ή του οικείου Ιεράρχη. Το υπαλληλικό καθήκον σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει στον υπάλληλο πράξη ή παράλειψη που να αντίκειται προς τις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του παρόντος,

  • γ) εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία κατά την έννοια

του Ποινικού Κώδικα,

  • δ) τα αδικήματα κατά της δημόσιας τάξεως, κατά της

περιουσίας της υπηρεσίας, τα σχετικά με τα υπομνήματα της υπηρεσίας και με την κατάχρηση της υπαλληλικής ιδιότητας κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα, όπως ιδίως η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, καθώς και η εν γένει απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών,

  • ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά ή η έλλειψη εκκλησιαστικού φρονήματος εντός ή εκτός υπηρεσίας. Ιδιάζουσα περίπτωση

παρόμοιας συμπεριφοράς αποτελούν τα εγκλήματα κατά της ζωής, διακινδυνεύσεως της ζωής, κατά της σωματικής ακεραιότητας, προσωπικής ελευθερίας, κατά της γενετήσιας ελευθερίας, τα σχετικά με την οικογένεια, ασχέτως εάν ασκήθηκε γι’ αυτά ποινική δίωξη. Δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά ή αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή άνευ ετέρου η άσκηση συνδικαλιστικής, πολιτικής ή κοινωνικής δράσεως ή η συμμετοχή τους σε εκλογές αναδείξεως μελών της Βουλής, Ευρωβουλής ή Ο.Τ.Α.

  • στ) η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας,
  • ζ) η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών

σε θέματα εργασίας και απασχολήσεως και η προσβολή της τιμής ή απειλής κατά τρίτου λόγω της καταγωγής ή υπηκοότητας, φύλου, γλώσσας, σωματικής ή ψυχικής ασθένειας ή του γενετήσιου προσανατολισμού του,

  • η) η παραβίαση της υποχρεώσεως εχεμύθειας,
  • θ) η επαναλαμβανόμενη απείθεια,
  • ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,
  • ια) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 30

του παρόντος, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεώτερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,

  • ιβ) η άρνηση παροχής πληροφορήσεως σε πολίτες

και τις αρχές,

  • ιγ) η προδήλως αδικαιολόγητη μη εξυπηρέτηση τρίτων

και η υπαίτια μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,

  • ιδ) η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας

ή της θέσεώς του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων ή αλλότριων επαγγελματικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων,

  • ιε) η αδικαιολόγητη άρνηση προσελεύσεως για ιατρική

εξέταση,

  • ιστ) η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου και για λογαριασμό του συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί

επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η εισήγηση της επιτροπής εγκρίνεται από όργανο, στο οποίο μετέχει ή εισηγείται ο υπάλληλος,

  • ιζ) η κακόβουλη άσκηση κριτικής των πράξεων της

προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώσει εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,

  • ιη) η άρνηση συμπράξεως, συνεργασίας, χορηγήσεως

στοιχείων ή εγγράφων κατά την διεξαγωγή έρευνας, επιθεωρήσεως ή ελέγχου από εκκλησιαστικές ή διοικητικές αρχές,

  • ιθ) η αδικαιολόγητη μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής εκθέσεως αξιολογήσεως ή η σύνταξη

εκθέσεως με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων,

  • κ) η άρνηση ή παρέλκυση εκτελέσεως υπηρεσίας,
  • κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση

εντολής της υπηρεσίας,

  • κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή τον χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του

υπαλλήλου, από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών,

  • κγ) η φθορά λόγω σκοπίμως ακατάλληλης χρήσεως, η

εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,

  • κδ) η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα διώξεως

και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 93 του παρόντος, κε) η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας,

  • κστ) η απλή απείθεια,
  • κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και

η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του,

  • κη) η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του υπηρεσιακού

καθήκοντος,

  • κθ) η αδικαιολόγητη άρνηση συνεργασίας με τις λοιπές

εκκλησιαστικές και δημόσιες αρχές και η μη εφαρμογή των διατάξεων περί απλουστεύσεως των διαδικασιών και καταπολεμήσεως της γραφειοκρατίας,

  • λ) τα ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στα άρθρα 36 (παρ. 2), 113 (παρ. 2) και στο τρίτο

εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 127 του παρόντος Κανονισμού,

  • λα) η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου,

πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως ή άλλου εγγράφου.

2.

Διατάξεις που ορίζουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ.

Άρθρο 91

Εφαρμογή αρχών και κανόνων του ποινικού δικαίου

1.

Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στο πειθαρχικό δίκαιο, εφ’ όσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού και συνάδουν με την φύση και τον σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.

2.

Εφαρμόζονται ιδίως οι αρχές και οι κανόνες που αφορούν:

  • α) στους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και

της ικανότητας προς καταλογισμό,

  • β) στις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για

την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής,

  • γ) στην έμπρακτη μετάνοια,
  • δ) στο δικαίωμα σιγής του πειθαρχικώς διωκομένου,
  • ε) στην πραγματική και νομική πλάνη,
  • στ) στο τεκμήριο της αθωότητας του πειθαρχικώς διωκομένου,
  • ζ) στην προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων του πειθαρχικώς διωκομένου ή της υπηρεσίας

για την διατύπωση δυσμενών κρίσεων και εκφράσεων ή την διενέργεια εκδηλώσεων εκ μέρους του εν λόγω υπαλλήλου, εφ’ όσον δεν στοιχειοθετείται το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς. Πειθαρχικές ποινές

Άρθρο 92

Πειθαρχικές ποινές

1.

Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους υπαλλήλους είναι:

  • α) η έγγραφη επίπληξη,
  • β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών,
  • γ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα

(1) έως πέντε (5) έτη,

  • δ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας

οποιουδήποτε επιπέδου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη,

  • ε) η αφαίρεση της ασκήσεως των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου

για την θητεία ή το υπόλοιπό της,

  • στ) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς,

να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: των παραβάσεων του άρθρου 90 παρ. 1 περ. α-β του παρόντος, τα αδικήματα κατά της δημοσίας τάξεως, κατά της περιουσίας της υπηρεσίας, τα σχετικά με τα υπομνήματα της υπηρεσίας και με την κατάχρηση της υπαλληλικής ιδιότητας κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα, όπως ιδίως η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, καθώς και η εν γένει απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, της αποκτήσεως οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, της επαναλαμβανόμενης απείθειας, της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής ή ελλείψεως εκκλησιαστικού φρονήματος εντός ή εκτός υπηρεσίας, η παραβίαση της υποχρεώσεως εχεμύθειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του παρόντος και των απορρήτων της υπηρεσίας, της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από συνολικά τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εντός μίας διετίας, της σοβαρής απείθειας, της άμεσης ή μέσω τρίτου προσώπου και για λογαριασμό του συμμετοχής σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος ή όταν η εισήγηση της επιτροπής εγκρίνεται από όργανο, στο οποίο μετέχει ή εισηγείται ο υπάλληλος, της εμμονής σε άρνηση προσελεύσεως για εξέταση από υγειονομική επιτροπή, η άσκηση εργασίας ή έργου με αμοιβή χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας. Επίσης, η ποινή της οριστικής παύσεως μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα αν κατά την προηγούμενη της διαπράξεώς του διετία τού είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή κατά το προηγούμενο της διαπράξεώς του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός. Στους εργαζομένους με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου ή ορισμένου χρόνου επιβάλλονται οι ποινές των ανωτέρω περιπτώσεων α’ έως ζ’. Σε περίπτωση τελέσεως παραπτώματος που δικαιολογεί την οριστική παύση κατά την ανωτέρω περίπτωση η’ ακολουθείται διαδικασία καταγγελίας της συμβάσεως από την υπηρεσία για σπουδαίο λόγο μετά από γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το οποίο απευθύνει ειδική πρόσκληση με περιγραφή του παραπτώματος στον εργαζόμενο να εκφέρει εγγράφως τις απόψεις του, χωρίς να αποκλείεται η παράστασή του κατά την κρίση του Συμβουλίου.

2.

Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαίτερες συνθήκες τελέσεως του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα, όπως προκύπτει από τον ατομικό φάκελο, το προσωπικό του μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.

3.

Όταν επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές των περ. γ’ έως ζ’ της παρ. 1 και συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 3.000 έως 30.000 ευρώ. Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως για πειθαρχικά παραπτώματα που σχετίζονται με οικονομικό αντικείμενο, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από 10.000 έως 100.000 ευρώ.

4.

α) Για τα παραπτώματα των περ. α’, β’, γ’, δ’, θ’ της παρ. 1 του άρθρου 90 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του υποβιβασμού.

  • β) Για το παράπτωμα της περ. ι’ της παρ. 1 του άρθρου

90 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη της προσωρινής παύσεως, εφ’ όσον η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων υπερβαίνει τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή τις τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους.

  • γ) Για τα παραπτώματα των περ. ε’, ιδ’, ιε’, ιστ’, ιη’, ιθ’, κα’,

κβ’, κδ’ της παρ. 1 του άρθρου 90 δεν μπορεί να επιβληθεί ποινή κατώτερη του προστίμου.

  • δ) Για τα λοιπά παραπτώματα μπορεί να επιβληθεί

οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή με εξαίρεση την οριστική παύση, με την επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της περιπτώσεως η’ της παραγράφου 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

Δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων

Άρθρο 93

Δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων.

2.

Κατ’ εξαίρεση για παραπτώματα που θα επέσυραν την ποινή της έγγραφης επιπλήξεως, η δίωξη απόκειται στη διακριτική εξουσία των πειθαρχικών οργάνων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη αφ’ ενός το συμφέρον της υπηρεσίας και αφ’ ετέρου τις συνθήκες διαπράξεώς τους και την υπηρεσιακή γενικώς διαγωγή του υπαλλήλου. Αν το πειθαρχικό όργανο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεσή του, τον αμέσως ανώτερο πειθαρχικώς προϊστάμενο. Αντίγραφο της εκθέσεως χορηγείται στον υπάλληλο και τίθεται στο προσωπικό του μητρώο. Το αντίγραφο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δυσμενή κρίση του υπαλλήλου.

3.

Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

4.

Η βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη ή ανανέωση ή μη θητείας του υπαλλήλου ή ο αναδιορισμός ή μη του μετακλητού υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος που διαπράχθηκε πριν από την εξέλιξη αυτή.

5.

Πράξεις που έχουν τελεσθεί από υπάλληλο κατά την διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του σε εκκλησια

Άρθρο 94

Σχέση πειθαρχικού παραπτώματος και ποινής

1.

Σε περίπτωση που ο υπάλληλος διέπραξε περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα επιβάλλεται, κατά συγχώνευση, μία συνολική ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη από το πειθαρχικό όργανο η βαρύτητα όλων των πειθαρχικών παραπτωμάτων.

2.

Κατά την επιμέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι κανόνες των περ. β’, γ’, ε’ και ζ της παρ. 2 του άρθρου 91. Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντική περ. για την επιμέτρηση της ποινής.

Άρθρο 95

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν. Τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν οριστική παύση παραγράφονται μετά επτά (7) έτη. Κατ’ εξαίρεση για το πειθαρχικό παράπτωμα της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 90, η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως.

2.

Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.

3.

Η άσκηση διώξεως, η κλήση σε απολογία, η παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο διακόπτουν την παραγραφή. Στις περιπτώσεις αυτές ο συνολικός χρόνος διακοπής της παραγραφής έως την έκδοση της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής αποφάσεως δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη και προκειμένου για τα παραπτώματα που επισύρουν οριστική παύση τα δέκα (10) έτη. Με την λήξη του χρόνου διακοπής εκκινεί εκ νέου ο χρόνος παραγραφής της παραγράφου 1.

4.

Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται επίσης από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής διώξεως του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται, όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφ’ όσον η παραγραφή του δευτέρου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

5.

Δεν παραγράφεται το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο εκδόθηκε πειθαρχική απόφαση, που επιβάλλει πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό.

Άρθρο 96

Λήξη πειθαρχικής ευθύνης

1.

Ο υπάλληλος, ο οποίος απώλεσε την υπαλληλική ιδιότητα με οποιονδήποτε τρόπο δεν διώκεται πειθαρχικώς, η πειθαρχική όμως διαδικασία η οποία τυχόν έχει αρχίσει, συνεχίζεται και μετά την λύση της υπαλληλικής ή εργασιακής σχέσεως, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου.

2.

Όταν συντρέχει η περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές. Σε περίπτωση που η επιβλητέα πειθαρχική ποινή είναι ανώτερη του προστίμου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο την μετατρέπει αναλόγως με την βαρύτητα του παραπτώματος σε ποινή προστίμου αποδοχών έως δώδεκα (12) μηνών, με δυνατότητα επιβολής και διοικητικής κυρώσεως σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 92.

Άρθρο 97

Σχέση της πειθαρχικής διαδικασίας με την ποινική δίκη

1.

Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.

2.

Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει, για εξαιρετικούς λόγους, την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση που το πειθαρχικό παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας.

3.

Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος.

4.

Αν μετά την έκδοση πειθαρχικής αποφάσεως με την οποία απαλλάσσεται ο υπάλληλος ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος της περιπτώσεως η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του παρόντος, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται με την διαδικασία του άρθρου 126. Επίσης επαναλαμβάνεται η πειθαρχική διαδικασία, αν μετά την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής αποφάσεως, που επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη, για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ο υπάλληλος.

5.

Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, χωρίς να έχει λάβει υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε.

6.

Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ’ αυτού. Ο Γραμματέας του Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου ανακοινώνει αμέσως στην ίδια αρχή τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και τις εκδιδόμενες σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις κατά του υπαλλήλου. Σε περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα, ο διευθυντής φυλακών γνωστοποιεί τούτο, χωρίς όπου η άσκηση της πειθαρχικής διώξεως είναι υποχρεωτική, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν εντός είκοσι (20) ημερών μετά την ως άνω ενημέρωσή τους να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής διώξεως σε βάρος του υπαλλήλου.

Άρθρο 98

Αυτοτέλεια κολασίμου του πειθαρχικού παραπτώματος Σε περίπτωση αποκαταστάσεως, απονομής χάριτος ή άρσεως με οποιονδήποτε άλλον τρόπο του κολασίμου ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξεως. Πειθαρχικά όργανα

Άρθρο 99

Πειθαρχικά όργανα Πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους ασκούν:

  • α) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοί τους,
  • β) τα Διοικητικά Συμβούλια ή άλλα συλλογικά όργανα

διοικήσεως των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,

  • γ) το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Εκκλησίας της Ελλάδος του άρθρου 2,
  • ε) το Ανώτατο Υπηρεσιακό Συμβούλιο της Εκκλησίας

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)