Νόμοι — ΦΕΚ A' 58/2024

Type Νόμος
Publication 2024-04-20
Τελευταία ενημέρωση 2024-04-19
State In force
Source ΦΕΚ
articles 225
Reform history JSON API
1.

Τα πρόστιμα που οφείλονται δυνάμει του παρόντος μειώνονται, αν ο φορολογούμενος αποδεχθεί την κύρια

  • α) μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών του άρθρου 14, και έως

την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής ή τροποποιητικής δήλωσης από την κοινοποίηση προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, με βάση την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 22 ή την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 23 του παρόντος, κατά περίπτωση, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%),

  • β) μετά την κοινοποίηση οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον

της Δ.Ε.Δ., τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%),

  • γ) μετά την κοινοποίηση της απόφασης της Δ.Ε.Δ. ή

την παρόδο της προθεσμίας για τη σιωπηρή απόρριψη και ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου πρώτου βαθμού, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), και

  • δ) μετά την άσκηση δικαστικής προσφυγής και έως την

προηγούμενη ημέρα της αρχικά ορισθείσας ημερομηνίας για την εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, τα πρόστιμα μειώνονται κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).

2.

Στην περ. β) της παρ. 1, εφόσον έχει ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, η αποδοχή της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου θεωρείται αυτοδίκαιη παραίτηση από την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 είναι να μην έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της περ. δ) της παρ. 1 είναι η παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα προσφυγή.

3.

Η καταβολή του ποσού της συνολικής προκύπτουσας οφειλής του φορολογουμένου μετά τη μείωση του προστίμου με βάση την παρ. 1 δύναται να ολοκληρωθεί σε έως δώδεκα (12) δόσεις. Ο αριθμός των δόσεων προσδιορίζεται με τη δήλωση της παρ. 4. Το ποσό της προκύπτουσας οφειλής μετά την αφαίρεση του ποσού αυτής που καταβάλλεται με βάση το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 επιβαρύνεται, μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της δήλωσης και έως την πλήρη εξόφληση με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά τον χρόνο υποβολής της, προσαυξημένο κατά πέντε (5) εκατοστιαίες μονάδες, ετησίως υπολογισμένο.

4.

Το δικαίωμα της παρ. 1 ασκείται με δήλωση του φορολογούμενου προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων που υποβάλλεται ψηφιακά και παράγει αποτελέσματα αν ο φορολογούμενος καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) επί του κύριου φόρου εντός τριών (3) ημερών από την υποβολή της. Η δήλωση έχει ως συνέπεια την ανέκκλητη αποδοχή των αποτελεσμάτων του φορολογικού ελέγχου και της εξ αυτού προκύπτουσας οφειλής ή της απόφασης της Δ.Ε.Δ.

5.

Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης ή η μη εξόφληση στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής συνεπάγεται άρση της έκπτωσης με βάση τις διατάξεις του παρόντος και καθιστά τη συνολική οφειλή, ως είχε πριν τη μείωση του αναλογικού προστίμου, ληξιπρόθεσμη, αφαιρουμένου τυχόν ποσού που καταβλήθηκε προηγουμένως με βάση την παρ. 4 κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1.

6.

Τα πρόστιμα που εμπίπτουν στο παρόν καταλαμβάνουν:

  • α)  τους πρόσθετους φόρους του άρθρου  1 του

ν. 2523/1997 (Α’ 179), και

  • β) τα πρόστιμα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 54 και της

παρ. 6 του άρθρου 53.

Άρθρο 76

Επαρκής αιτιολογία Η Φορολογική Διοίκηση έχει την υποχρέωση να παρέχει σαφή, ειδική και επαρκή αιτιολογία για τη νομική βάση, τα γεγονότα και τις περιστάσεις που θεμελιώνουν την έκδοση πράξης και τον προσδιορισμό φόρου.

Άρθρο 77

Βάρος απόδειξης Σε περίπτωση αμφισβήτησης πράξης προσδιορισμού φόρου στο πλαίσιο ενδικοφανούς προσφυγής, ο φορολογούμενος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που προβαίνει στην εν λόγω αμφισβήτηση φέρει το βάρος της απόδειξης της πλημμέλειας της πράξης προσδιορισμού του φόρου.

Άρθρο 78

Φορολογικό πιστοποιητικό

1.

Ορκωτοί ελεγκτές λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες, που είναι εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο του ν. 4449/2017 (Α’ 7) και διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, σε ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, καθώς και σε υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων, εκδίδουν ετήσιο φορολογικό πιστοποιητικό. Το πιστοποιητικό αυτό είναι προαιρετικό για τις ανωτέρω εταιρείες και επιχειρήσεις και εκδίδεται μετά από έλεγχο που διενεργείται, παράλληλα με τον υποχρεωτικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων σε φορολογικά αντικείμενα. Στα πιο πάνω πρόσωπα επιβάλλονται αναλογικά οι κυρώσεις που προβλέπονται για κάθε παράβαση της νομοθεσίας που διέπει τις εργασίες των ορκωτών ελεγκτών λογιστών και των ελεγκτικών εταιρειών, περιλαμβανόμενων και των διατάξεων περί ανεξαρτησίας και απαγόρευσης παροχής μη ελεγκτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τον ν. 4449/2017 και τον Κανονισμό (ΕΕ) 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 158).

2.

Φορολογικές παραβάσεις, καθώς και μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση φόρων που διαπιστώνονται από τα τηρούμενα λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία), κατά τη διενέργεια του ελέγχου, αναφέρονται αναλυτικά στο πιστοποιητικό του παρόντος. Αν από το πιστοποιητικό προκύπτουν συγκεκριμένα φορολογικά δεδομένα για την ελεγχθείσα εταιρεία με τα οποία συμφωνεί και η των εκθέσεων ελέγχου της ως άνω αρχής. Η διαπίστωση ή μη στο φορολογικό πιστοποιητικό παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας μπορεί να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή υποθέσεων προς έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 31.

3.

Αν από μεταγενέστερο έλεγχο της Φορολογικής Διοίκησης προκύψουν σημαντικές πρόσθετες επιβαρύνσεις, οι οποίες υπερβαίνουν το ουσιώδες μέγεθος, όπως αυτό προσδιορίζεται κατά το Διεθνές Πρότυπο Αναθέσεων Διασφάλισης 3000 «Αναθέσεις Διασφάλισης πέραν ελέγχου ή Επισκόπησης Ιστορικής Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης» και τις οποίες όφειλε να διαπιστώσει ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής ή η ελεγκτική εταιρεία, επιβάλλεται στους ανωτέρω, με απόφαση του Διοικητή, διοικητικό πρόστιμο ύψους από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης και την ενδεχόμενη υποτροπή, το οποίο εκδίδεται ύστερα από δεσμευτική πρόταση της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, με την οποία προσδιορίζεται και το ύψος του επιβλητέου προστίμου.

ΜΕΡΟΣ ΙΒ’

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 79

Εγκλήματα φοροδιαφυγής

1.

Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:

  • α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου

εισοδήματος, Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) ή Ειδικού Φόρου Ακινήτων (Ε.Φ.Α.), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη,

  • β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του Φόρου

Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), του Φόρου Κύκλου Εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές,

  • γ)  προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου

πλοίων, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν.

2.

Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών:

  • α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί

υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή

  • β)  αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου,

τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος:

  • αα) Τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά

Φ.Π.Α. ή

  • ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου,

τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.

3.

Επιβάλλεται κάθειρξη, αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της παρ. 2 υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α., ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.

4.

Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως και 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παρ. 1 έως 3, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρισθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του Κώδικα ως ανακριβή. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας. Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο. Δεν είναι εικονικό το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο έχει καταχωρισθεί στα βιβλία τόσο του λαμβάνοντα όσο και του εκδώσαντα το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις Φ.Π.Α. και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό.

5.

Για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης. Η μεταχείριση από τον δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση.

Άρθρο 80

Αυτουργοί και συνεργοί

1.

Στα νομικά πρόσωπα, ως αυτουργοί των εγκλημάτων του Κώδικα θεωρούνται, εφόσον με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη συντέλεσαν στην τέλεσή τους:

  • α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, οι πρόεδροι των

Διοικητικών Συμβουλίων, οι διευθύνοντες, εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, όπως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

  • β) Στις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες οι

ομόρρυθμοι εταίροι και οι διαχειριστές αυτών όπως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.

  • γ) Στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές

κεφαλαιουχικές εταιρείες οι διαχειριστές αυτών όπως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και, όταν αυτοί ελλείπουν ή απουσιάζουν, οι εταίροι αυτών.

  • δ) Στους συνεταιρισμούς και τις ενώσεις αυτών οι πρόεδροι, οι γραμματείς, οι ταμίες, όπως και εν γένει κάθε

πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.

  • ε) Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές

ή αφανείς εταιρείες, οι εκπρόσωποί τους, με βάση την ιδιωτική βούληση ή τον νόμο ή δικαστική απόφαση, και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. Όταν στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ή αλλοδαπές επιχειρήσεις ή αλλοδαποί οργανισμοί, εφαρμόζονται ανάλογα και οι λοιπές διατάξεις της παρούσας παραγράφου.

  • στ) Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και στους κάθε

είδους αλλοδαπούς οργανισμούς, οι διευθυντές ή φορολογικοί αντιπρόσωποι ή πράκτορες, που έχουν στην Ελλάδα.

  • ζ) Στα νομικά πρόσωπα εκτός των ανωτέρω αναφερομένων ή στις νομικές οντότητες κατά την έννοια της

παρ. 3 του άρθρου 51Α του ν. 2238/1994 (Α’ 151) ή της περ. δ’ του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ως αυτουργοί θεωρούνται οι εκπρόσωποι αυτών όπως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών.

2.

Επίσης, αυτουργοί των ανωτέρω εγκλημάτων, κατά την έννοια της παρ. 1, θεωρούνται και: α) όσοι δυνάμει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή διάταξης τελευταίας βούλησης είναι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας και

  • β) ο επίτροπος ή κηδεμόνας ή διοικητής αλλοτρίων κατά

τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

3.

Ο εν γνώσει υπογράφων ανακριβή φορολογική δήλωση ως πληρεξούσιος, καθώς και όποιος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εν γνώσει συμπράττει ή προσφέρει άμεση συνδρομή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων τιμωρείται ως άμεσος συνεργός.

4.

Αυτουργοί ή συμμέτοχοι των ανωτέρω εγκλημάτων θεωρούνται σε κάθε περίπτωση και όσοι ασκούν εν τοις πράγμασι τις εξουσίες και αρμοδιότητες που αντιστοιχούν στις ιδιότητες και θέσεις της παρ. 1.

Άρθρο 81

Μηνυτήρια αναφορά και ποινική διαδικασία

1.

Εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος του Κώδικα υποβάλλεται αμελλητί μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή ή από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης ή από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

2.

α) Αν, με βάση οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή πράξη επιβολής προστίμου της Φορολογικής Διοίκησης, που εκδίδεται κατόπιν φορολογικού προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η Φορολογική Διοίκηση ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης.

  • β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει, με πράξη του,

κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.

  • γ) Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και

η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της Φορολογικής Διοίκησης, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε.

  • δ) Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των

τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η Υπηρεσία της Φορολογική Διοίκησης που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης.

  • ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α’,

δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95).

3.

Αρμόδιο κατά τόπον δικαστήριο είναι αυτό της έδρας της αρμόδιας για τη φορολόγηση Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης.

4.

Το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για τα εγκλήματα του Κώδικα προς υποστήριξη της κατηγορίας. Όταν η δίωξη ασκείται σε βαθμό πλημμελήματος, το Δημόσιο μπορεί να εκπροσωπείται και από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Υπηρεσίας της Φορολογικής Διοίκησης ή τον οριζόμενο από αυτόν υπάλληλο.

5.

Στις δίκες που αφορούν εγκλήματα του Κώδικα, η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον έχει λάβει χώρα έγγραφη ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα ή του δικαστηρίου εκ μέρους της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο σχετικά με την υπόθεση, εκτός εάν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου, κρίνει ότι πρέπει να κληθεί μάρτυρας, για να καταθέσει για ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα που δεν μπορούν να προκύψουν από τα έγγραφα της υπόθεσης.

6.

Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα.

Άρθρο 82

Αναστολή της ποινής Για τα εγκλήματα του Κώδικα η αναστολή της ποινής γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 99 έως 104 του Ποινικού Κώδικα.

ΜΕΡΟΣ ΙΓ’

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 83

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις και η διαδικασία για την εφαρμογή της ψηφιακής κοινοποίησης πράξεων και λοιπών εγγράφων που εκδίδει η Φορολογική Διοίκηση και, ιδίως, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία σχετικά με τη δήλωση και επικαιροποίηση των στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας των φορολογουμένων, το σημείο ανάρτησης στον λογαριασμό του φορολογούμενου της κοινοποιούμενης πράξης ή του εγγράφου, τα στοιχεία της ψηφιακής ειδοποίησης και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 5, περί κοινοποίησης πράξεων και λοιπών εγγράφων. Με όμοια απόφαση, δύναται να προβλέπονται και άλλοι τρόποι ψηφιακής κοινοποίησης, ιδίως με αξιοποίηση ψηφιακών εφαρμογών που αναπτύσσει η Φορολογική Διοίκηση.

2.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να ορίζεται ως τρόπος κοινοποίησης πράξεων και λοιπών εγγράφων της Φορολογικής Διοίκησης ένας ή περισσότεροι από τους παρακάτω τρόπους, για τις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η κοινοποίηση με ψηφιακά μέσα:

  • α) η αποστολή τους με απλή ή συστημένη επιστολή,
  • β) η παράδοσή τους στην έδρα ή εγκατάσταση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας,
  • γ) η επίδοσή τους κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97) ή με δικαστικό επιμελητή.

Με την ίδια απόφαση δύναται να καθορίζεται η έκταση εφαρμογής εκάστου τρόπου, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 5.

3.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο των εντύπων, υπεύθυνων δηλώσεων, δηλώσεων, πινάκων και άλλων εγγράφων που υποβάλλει ο φορολογούμενος στη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 6, περί εγγράφων.

4.

Με απόφαση του Διοικητή, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, καθορίζονται ο χρόνος και ο τρόπος τήρησης των αρχείων, η διαδικασία τήρησης και καταστροφής τους, η διαδικασία ψηφιοποίησης του έγχαρτου αρχείου και ο χρόνος διατήρησής του μετά την

5.

Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, με απόφαση του Διοικητή δύναται να παρατείνονται για ολόκληρη τη χώρα ή για τμήματα αυτής οι προθεσμίες για την υποβολή φορολογικών δηλώσεων και λοιπών δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα, σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή άλλων αντίστοιχων εξαιρετικών και δυσμενών συμβάντων που επηρεάζουν τους φορολογούμενους.

6.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για τη διαδικασία διορισμού φορολογικού εκπροσώπου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8.

7.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) καθορίζονται τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη

δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο, ιδίως τα προσωπικά στοιχεία του φορολογούμενου, η φορολογική κατοικία σε περίπτωση φυσικού προσώπου, καθώς και η επωνυμία, η φορολογική κατοικία, η έδρα και η νόμιμη εκπροσώπηση, σε περίπτωση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, καθώς και σε κάθε δήλωση μεταβολής των στοιχείων αυτών,

  • β) ορίζονται η διαδικασία και τα δικαιολογητικά μεταβολής των στοιχείων της περ. α), καθώς και κάθε άλλη

αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 10, περί εγγραφής στο φορολογικό μητρώο και απόδοσης Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.),

  • γ)  δύναται να προβλέπονται και άλλες κατηγορίες

προσώπων, ακόμη και αν δεν τυγχάνουν φορολογούμενοι, για τις οποίες απαιτείται εγγραφή στο φορολογικό μητρώο και απόδοση Α.Φ.Μ., εξαιρέσεις από την υποχρεωτική χρήση Α.Φ.Μ., ιδίως για συναλλαγές με πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα πληρωμών, φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και επιπλέον στοιχεία, τα οποία δηλώνονται με τη δήλωση εγγραφής στο φορολογικό μητρώο, και

  • δ) ορίζονται:
  • δα)  το περιεχόμενο και ο τρόπος χορήγησης του

Α.Φ.Μ.,

  • δβ) οι περιπτώσεις αναφοράς του Α.Φ.Μ. στις δηλώσεις ή στα άλλα έγγραφα που προβλέπονται κατά την

εφαρμογή του Κώδικα,

  • δγ) περιπτώσεις αναστολής ή απενεργοποίησης Α.Φ.Μ.

σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 10, καθώς και η διαδικασία με την οποία ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις της παρ. 6 του άρθρου 10 που οδηγούν σε αναστολή ή απενεργοποίηση του Α.Φ.Μ.,

  • δδ) η διαδικασία και οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την

εκκαθάριση του φορολογικού μητρώου, και

  • δε) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 10.
8.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) ορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος, η διαδικασία υποβολής της δήλωσης έναρξης και μεταβολής στο φορολογικό μητρώο,
  • β) δύναται να ορίζονται επιπλέον στοιχεία, τα οποία

δηλώνονται από τον φορολογούμενο με την υποβολή της δήλωσης έναρξης, πέραν των αναφερόμενων στην παρ. 3 του άρθρου 11,

  • γ) καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος ενημέρωσης και

κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 11, περί δήλωσης έναρξης και μεταβολής στο φορολογικό μητρώο,

  • δ) ορίζονται το είδος, η διάρκεια, το ύψος και η διαδικασία κατάθεσης της εγγύησης, οι περιπτώσεις κατάπτωσης αυτής, το περιεχόμενο της απόφασης της

Φορολογικής Διοίκησης,

  • ε) δύναται να χορηγείται διαφορετική προθεσμία για

την υποβολή των δηλώσεων του άρθρου 11 ή να παρατείνεται η προθεσμία υποβολής αυτών, σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών ή άλλων αντίστοιχων εξαιρετικών και δυσμενών συμβάντων που επηρεάζουν τους φορολογούμενους, και

  • στ) δύναται να ορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 11.
9.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι αρχές του

δημόσιου τομέα για να ενημερώνουν μέσω διαλειτουργικότητας τη Φορολογική Διοίκηση, σχετικά με φορολογούμενους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 12, περί αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφειλής,

  • β) προσδιορίζονται οι πράξεις και συναλλαγές, για τις

οποίες απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοσή του, τα όργανα έκδοσής του, ο τύπος, το περιεχόμενό του, η διάρκεια ισχύος του, τα ποσοστά παρακράτησης όταν το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων, ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή των ποσοστών παρακράτησης της παρ. 4 του άρθρου 12, τα άλλα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν αποδεικτικό ενημερότητας, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση ή την παρακράτηση του αποδεικτικού ενημερότητας. Με την απόφαση του προηγούμενου εδαφίου δύναται να τροποποιούνται τα ποσοστά παρακράτησης της παρ. 4 του άρθρου 12, όταν το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία, και να ορίζονται ποσοστά παρακράτησης, όταν υφίστανται μη ληξιπρόθεσμες οφειλές που βεβαιώνονται από φόρο κληρονομιών, γονικών παροχών και δωρεών και από φορολογικό και τελωνειακό έλεγχο και το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία,

  • γ) ορίζονται οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης

οφειλής του άρθρου 12, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσής της, ο τύπος, το περιεχόμενό της, η διάρκεια ισχύος της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την έκδοση βεβαίωσης οφειλής,

  • δ) δύναται να προβλέπονται περιπτώσεις διασφάλισης

δημοσίου συμφέροντος, στις οποίες είναι δυνατή η μη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας, ακόμη και αν παρ. 6 του άρθρου 12, και

  • ε) δύναται να ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για

την εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 12, περί απαλλαγής του οικοπεδούχου από την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας κατά τη μεταβίβαση ποσοστών επί του οικοπέδου σε τρίτο, σε περίπτωση προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, στο πλαίσιο εργολαβικής σύμβασης με την οποία αναλαμβάνεται η ανέγερση πολυκατοικίας με αντιπαροχή, εφόσον κατά τη μεταβιβαστική δικαιοπραξία συμβάλλεται και ο εργολάβος.

10.

Με απόφαση του Διοικητή ορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου 13, περί λογιστικών αρχείων - βιβλίων και στοιχείων.

11.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να προσδιορίζονται οι κατηγορίες των φορολογουμένων που υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες για την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής των πληροφοριών αυτών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 14, περί πληροφοριών από τον φορολογούμενο.

12.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να προσδιορίζονται οι κατηγορίες προσώπων που υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες, σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές τους με φορολογούμενους, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή αυτών των πληροφοριών, καθώς και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου 15, περί πληροφοριών από τρίτους.

13.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή, δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα και διαδικασία, καθώς και οι ειδικότερες λεπτομέρειες διαδικαστικού περιεχομένου για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 15, περί χορήγησης πληροφοριών από τρίτους.

14.

Με απόφαση του Υπουργού, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή και γνώμη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα και διαδικασία, καθώς και οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 15, περί παροχής στοιχείων και πληροφοριών από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

15.

Με απόφαση του Διοικητή ορίζονται ο χρόνος της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής διαβίβασης των πληροφοριών του άρθρου 16, η έκταση εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, οι εξαιρέσεις, οι υποχρεώσεις των οντοτήτων της παρ. 1, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 16.

16.

Με απόφαση του Υπουργού, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή, ορίζονται η έναρξη ισχύος της παρ. 2 του άρθρου 16, περί υποχρεωτικής ηλεκτρονικής διαβίβασης πληροφοριών, οι εξαιρέσεις από την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου αυτού και τα όρια ανεκτών αποκλίσεων από τον περιορισμό της παρ. 2 του ίδιου άρθρου ως προς την αξία των φορολογητέων πράξεων και εσόδων που λαμβάνονται υπόψη από τη Φορολογική Διοίκηση, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν το τριάντα τοις εκατό (30%) της αξίας των παραστατικών που έχουν διαβιβασθεί ηλεκτρονικά στην Α.Α.Δ.Ε., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 16.

17.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται:

  • α) ο τρόπος, ο χρόνος, η έκταση εφαρμογής, η διαδικασία, οι υπόχρεοι, οι όροι και οι προϋποθέσεις διασύνδεσης των τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς

Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης (EFT/POS) ημεδαπής και αλλοδαπής με τη Φορολογική Διοίκηση, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 17, περί υποχρεωτικής διασύνδεσης των τερματικών Ηλεκτρονικής Μεταφοράς Κεφαλαίων στο Σημείο Πώλησης ημεδαπής και αλλοδαπής με τη Φορολογική Διοίκηση, και

  • β) ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο χρόνος

υποβολής των δηλώσεων συμβατότητας της παρ. 3 του άρθρου 17, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.

18.

Με απόφαση του Υπουργού δύναται να ορίζονται οι οντότητες της παρ. 1 του άρθρου 18 που υποβάλλουν στην Α.Α.Δ.Ε. δήλωση συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις λειτουργίας και διασύνδεσης με την Α.Α.Δ.Ε. των τερματικών «EFT/POS».

19.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής στην Α.Α.Δ.Ε. της δήλωσης συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις λειτουργίας και διασύνδεσης με την Α.Α.Δ.Ε. των τερματικών «EFT/POS», καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 18, περί υποχρεώσεων οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στον τομέα υπηρεσιών πληρωμών μέσω κάρτας.

20.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται ο χρόνος, ο τρόπος και η διαδικασία υποβολής των αρχείων που τηρούνται από τους παρόχους, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 19, περί υποχρεώσεων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών αναφορικά με την αντιμετώπιση της απάτης στον τομέα του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.

21.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα για την εφαρμογή του άρθρου 20, περί στοιχείων και πληροφοριών σε ξένη γλώσσα.

22.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να καθορίζεται ειδικότερο πλαίσιο και πολιτικές ασφαλείας, εντός του γενικότερου πλαισίου ασφαλείας του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, για την τήρηση του φορολογικού απορρήτου από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 21, καθώς και το σύστημα καταχώρισης και παρακολούθησης χορήγησης απόρρητων στοιχείων ή πληροφοριών σε πρόσωπα εντός και εκτός της Φορολογικής Διοίκησης και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τις πολιτικές ασφαλείας και την τήρηση του φορολογικού απορρήτου.

23.

Με απόφαση του Υπουργού, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή, δύναται να προβλέπεται υποχρέωση των φορέων των περ. ιε) και ιστ) της παρ. 1 του άρθρου 21, στους οποίους χορηγούνται στοιχεία από τη Φορολογική Διοίκηση, να καταβάλλουν αποζημίωση για το διοικητικό κόστος που συνδέεται με τη ύψος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα.

24.

Με κοινή απόφαση του Διοικητή και των αρμόδιων Υπουργών για τα θέματα έρευνας, τεχνολογίας και καινοτομίας και για τα θέματα ελέγχου της αγοράς δύναται να καθορίζονται ο ειδικότερος τρόπος, το είδος και το πλήθος των στοιχείων μητρώου και οικονομικών στοιχείων που διαβιβάζονται στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας, στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και στη Διυπηρεσιακή Μονάδα Ελέγχου Αγοράς, δυνάμει της περ. ιζ) της παρ. 1 του άρθρου 21.

25.

Με απόφαση του Διοικητή ορίζονται η ειδικότερη διαδικασία επιβολής κυρώσεων στα πρόσωπα που παραβαίνουν την υποχρέωσή τους για τήρηση απόρρητων στοιχείων ή πληροφοριών, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 21, περί διαφύλαξης πληροφοριών - απορρήτου.

26.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) δύναται να ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την

εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 22, περί υποβολής φορολογικής δήλωσης,

  • β) ορίζονται:
  • βα) η μορφή των φορολογικών δηλώσεων,
  • ββ) οι πληροφορίες και τα στοιχεία που αναγράφονται

στη φορολογική δήλωση και τα τυχόν συνοδευτικά έγγραφα αυτής,

  • βγ) ο τρόπος υποβολής,
  • βδ) ο τρόπος με τον οποίο αυτή υπογράφεται,
  • βε) ο τύπος και το περιεχόμενο (πληροφορίες και στοιχεία) της πράξης προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., η διαδικασία και τα δικαιολογητικά χορήγησης των απαλλαγών,

η διαδικασία σύνθεσης και διόρθωσης της δήλωσης του ΕΝ.Φ.Ι.Α., καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

27.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των παρ. 3 και 4 του άρθρου 23, περί υποβολής τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης.

28.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να ορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου 24, περί υποβολής δήλωσης με επιφύλαξη.

29.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται και εξειδικεύονται το ακριβές περιεχόμενο και τα στοιχεία που περιέχονται στον Φάκελο Τεκμηρίωσης, τον Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης, τον Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης και τον Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών του άρθρου 25, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι παραπάνω φάκελοι θεωρούνται μη πλήρεις ή μη επαρκείς, οι αποδεκτές μέθοδοι καθορισμού των τιμών των συναλλαγών και οι μέθοδοι καθορισμού του αποδεκτού εύρους των τιμών ή του περιθωρίου κέρδους. Με όμοια απόφαση δύναται να προβλέπονται η μέθοδος υπολογισμού του κύκλου εργασιών και των αντίστοιχων λογιστικών προτύπων, όπως, επίσης, απλουστευμένη διαδικασία για πολύ μικρές και μικρές οντότητες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 4308/2014 (Α’ 251), καθώς και απαλλαγές από την υποχρέωση τεκμηρίωσης για πολύ μικρές οντότητες.

30.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) δύναται να ορίζεται μεγαλύτερος χρόνος για την έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου της περ. α) της

παρ. 3 του άρθρου 26, περί προέγκρισης της μεθοδολογίας για την τιμολόγηση μελλοντικών διασυνοριακών συναλλαγών τους με συνδεδεμένα πρόσωπα, ο οποίος δεν μπορεί, πάντως, να υπερβαίνει τους τριάντα έξι (36) μήνες από την υποβολή της αίτησης,

  • β) ορίζονται τα ειδικότερα θέματα, τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή των παρ. 1 έως 7 του άρθρου 26

και, συγκεκριμένα, η διαδικασία για την προέγκριση μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, την αναθεώρηση, την ανάκληση και την ακύρωσή της, το ειδικότερο περιεχόμενο της αίτησης προέγκρισης, οι όροι και προϋποθέσεις αναδρομικής ισχύος της απόφασης προέγκρισης, τα σχετικά παράβολα, η διαδικασία συνεννόησης με τις αρμόδιες αρχές αλλοδαπών εμπλεκόμενων κρατών, ο τύπος και το περιεχόμενο των αποφάσεων της Φορολογικής Διοίκησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

31.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) δύναται να τροποποιούνται στοιχεία του περιεχομένου των εντολών ελέγχου και να ορίζονται λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 27, περί

διενέργειας φορολογικού ελέγχου,

  • β) δύναται να ορίζεται ειδικός τρόπος διενέργειας των

ελέγχων, ενδεδειγμένες ελεγκτικές επαληθεύσεις, για ορισμένες ή για όλες τις κατηγορίες των υπόχρεων, ανάλογα και με το αντικείμενο δραστηριότητας και το ύψος των οικονομικών δεδομένων, διαδικασίες που ακολουθούνται κατά τον έλεγχο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 27, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα,

  • γ) ορίζονται, για την εφαρμογή της παρ. 10 του άρθρου 27 μετά από μελέτη εκτίμησης αντικτύπου και

γνώμη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα:

  • γα)  οι όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας των συστημάτων λήψης ή καταγραφής ήχου και εικόνας των

ελέγχων και των συναλλαγών μεταξύ των ελεγκτικών οργάνων και των φορολογουμένων,

  • γβ) ο τρόπος εξασφάλισης των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων,
  • γγ) κάθε άλλο τεχνικό ή λεπτομερειακό θέμα για την

εφαρμογή της παρ. 10 του άρθρου 27, περί καταγραφής των ελεγκτικών ενεργειών των οργάνων της Φορολογικής Διοίκησης εκτός των εγκαταστάσεων της υπηρεσίας τους και φύλαξης του καταγραφέντος οπτικοακουστικού υλικού.

  • γδ) οι ελεγκτικές υπηρεσίες της Α.Α.Δ.Ε., συμπεριλαμβανομένων των τελωνειακών και χημικών υπηρεσιών

της, καθώς και οι περιπτώσεις, στις οποίες εφαρμόζεται η παρ. 10 του άρθρου 27,

  • γε) με βάση τις ειδικότερες αρμοδιότητές τους ή τη

θέση τους στον Οργανισμό της Α.Α.Δ.Ε, οι υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. που παρίστανται κατά την καταγραφή, χωρίς να έχουν δυνατότητα επέμβασης ή διαγραφής στο καταγραφέν υλικό, καθώς και οι υπάλληλοι που έχουν πρόσβαση στο οπτικοακουστικό υλικό, οι οποίοι είναι διαφορετικοί από τους υπαλλήλους που διενεργούν την καταγραφή,

  • γστ) η διαδικασία και οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες

οι υπάλληλοι της υποπερ. γε) αποκτούν την πρόσβαση,

  • γη) η διαδικασία καταστροφής του υλικού.
32.

Με απόφαση του Διοικητή, η οποία εκδίδεται έως το τέλος κάθε έτους και δύναται να τροποποιηθεί οποτεδήποτε, καθορίζεται ο αριθμός των φορολογικών ελέγχων που διενεργούνται μέσα στο επόμενο έτος, με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με βάση άλλα κριτήρια, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 31, περί επιλογής υποθέσεων προς έλεγχο, λαμβανομένων υπόψη του αριθμού των ελεγκτών κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης και του αριθμού των διενεργηθέντων ελέγχων κατά τους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες από τον μήνα έκδοσης της απόφασης. Στην απόφαση ορίζεται, επίσης, το ποσοστό των φορολογικών ελέγχων για φορολογικά έτη, χρήσεις, υποθέσεις, περιόδους ή υποχρεώσεις που αφορούν στην τελευταία πενταετία, συμπεριλαμβανομένου και του έτους έκδοσης της απόφασης, το οποίο δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%) του συνόλου πλήρων και μερικών ελέγχων, αντίστοιχα, των κατά προτεραιότητα ελεγχόμενων υποθέσεων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 31.

33.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου της παρ. 1 του άρθρου 32, περί μεθόδων έμμεσου προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης, ο τρόπος εφαρμογής τους, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.

34.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται οι διαδικασίες εφαρμογής του άρθρου 34, περί ελέγχου υποθέσεων που διαβιβάζονται από τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος.

35.

Με απόφαση του Διοικητή μπορεί να ορίζονται ειδικότερα θέματα των φορολογικών ελέγχων βάσει του πλαισίου της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 35, περί αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής.

36.

Με κοινή απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή, δύναται να ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα της πρόσβασης της Φορολογικής Διοίκησης στους μηχανισμούς, τις διαδικασίες, τα έγγραφα και τις πληροφορίες της παρ. 2 του άρθρου 35, περί εφαρμογής και επιβολής του ν. 4170/2013 (Α’ 163).

37.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) καθορίζονται τα βιβλία στα οποία γίνεται η καταχώριση της πράξης προσδιορισμού φόρου, το περιεχόμενο,

η διαδικασία και οι εξαιρέσεις από αυτή, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 36, περί ειδών προσδιορισμού φόρου,

  • β) δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια

σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της κατ’ εκτίμηση φορολογητέας ύλης και την εφαρμογή του άρθρου 36.

38.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζεται ο τύπος των πράξεων προσδιορισμού του φόρου και της έκθεσης ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 38, περί έκδοσης και κοινοποίησης πράξης προσδιορισμού φόρου.

39.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται η διαδικασία και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 39, περί γενικού κανόνα απαγόρευσης καταχρήσεων.

40.

Με απόφαση του Διοικητή:

  • α) δύναται να ανατίθενται οι διαδικασίες είσπραξης για

λογαριασμό του Δημοσίου των φόρων και των λοιπών εσόδων, σύμφωνα με το άρθρο 40, περί αρμοδίων οργάνων, σε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα πρόσωπα:

  • αα) πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός

της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε σε τρίτη χώρα, καθώς και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,

  • αβ) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζονται

στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4537/2018 (Α’ 84),

  • αγ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να

παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών,

  • αδ) ιδρύματα πληρωμών, κατά την περ. 4 του άρθρου 4

του ν. 4537/2018,

  • αε) Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δεν ενεργεί με την

ιδιότητα της νομισματικής αρχής,

  • αστ) οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία,
  • β) καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία είσπραξης

και απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών από τους προαναφερόμενους φορείς είσπραξης, οι αμοιβές των φορέων είσπραξης, καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη από αυτούς.

41.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζεται ο τρόπος, με τον οποίο καταβάλλεται ο φόρος, σύμφωνα με το άρθρο 41, περί καταβολής φόρου.

42.

Με απόφαση του Διοικητή μπορούν να ορίζονται ο τρόπος, οι ειδικότερες προϋποθέσεις για την επιστροφή του φόρου, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 42, περί επιστροφής φόρου.

43.

Με απόφαση του Διοικητή εξειδικεύονται τα πρόσωπα της παρ. 5 του άρθρου 45, περί λήψης διασφαλιστικών μέτρων, καθορίζονται οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα μέτρα αίρονται εν όλω ή εν μέρει, και οι περιπτώσεις μη εφαρμογής τους, και προσδιορίζονται ο χρόνος διατήρησης αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα.

44.

Με απόφαση του Διοικητή ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα, καθώς και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 46, περί ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής/ υπερημερίας.

45.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 47, περί αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως ο τρόπος, η διαδικασία, τα αρμόδια όργανα, η περιοδικότητα διενέργειας της διαγραφής, καθώς και οι οφειλές που εξαιρούνται από την εφαρμογή του.

46.

Με απόφαση του Υπουργού, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή, δύναται να ορίζονται ενδεικτικά περιπτώσεις στις οποίες ελλείπει η υπαιτιότητα των προς το Δημόσιο.

47.

Με απόφαση του Υπουργού ορίζονται τα επιτόκια υπολογισμού τόκων, καθώς και όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου 52, περί τόκων εκπρόθεσμης καταβολής.

48.

Με απόφαση του Υπουργού, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Διοικητή, δύναται να καθορίζονται, όσον αφορά τις κυρώσεις για παραβάσεις σχετικές με την υποβολή δηλώσεων, την τήρηση λογιστικών αρχείων, τη διαβίβαση πληροφοριών στη Φορολογική Διοίκηση και την απόκρυψη φορολογητέας ύλης:

  • α) η έναρξη εφαρμογής, οι οντότητες, η διαδικασία και

οι λεπτομέρειες εφαρμογής των κυρώσεων των παρ. 3 έως 6 του άρθρου 58.

  • β) η διαδικασία διακοπής της πρόσβασης στους ιστοτόπους ψηφιακών πλατφορμών και άρσης αυτής που

προβλέπεται στην περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 59, η επιβολή του προστίμου των περ. γ), δ) και ε) της παρ. 4 του άρθρου 59 για τις παραβάσεις που σχετίζονται με την παροχή πληροφοριών ή στοιχείων από τις ψηφιακές πλατφόρμες προς τη Φορολογική Διοίκηση, και κάθε άλλη αναγκαία και ειδικότερη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 59,

  • γ) τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους των προστίμων προς παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής πληροφοριών και στοιχείων

ή υποβολής που δεν ανταποκρίνεται στις ορισθείσες προδιαγραφές και κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 59, και

  • δ) επιπλέον παραβάσεις, των οποίων η καταγγελία

οδηγεί σε καταβολή χρηματικής επιβράβευσης σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 62.

49.

Με απόφαση του Υπουργού, κατόπιν εισήγησης του Διοικητή, δύναται να ορίζεται η διαδικασία αποδοχής, καθώς και λοιπά τεχνικά, ειδικά και λεπτομερειακά θέματα για την εφαρμογή του άρθρου 75.

50.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να καθορίζονται, όσον αφορά τις κυρώσεις για παραβάσεις σχετικές με την υποβολή δηλώσεων, την τήρηση λογιστικών αρχείων, τη διαβίβαση πληροφοριών στη Φορολογική Διοίκηση και την απόκρυψη φορολογητέας ύλης:

  • α) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των

παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 57, περί επιβολής κυρώσεων επί παραβάσεων στην απεικόνιση φορολογικών συναλλαγών, και της παρ. 9 του άρθρου 53, περί επιβολής κυρώσεων επί μη συνεργασίας κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, παράλειψης εγγραφής ή εγγραφής περισσότερες φορές στο φορολογικό μητρώο,

  • β) κάθε ειδικότερο θέμα και λεπτομέρεια για την εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 58, περί επιβολής κυρώσεων επί παραβάσεων σχετικών με την ηλεκτρονική

διαβίβαση στοιχείων,

  • γ) η διαδικασία επιβολής του προστίμου, καθώς και

περ. γ) της παρ. 1 και της παρ. 3 του άρθρου 53, περί επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις που σχετίζονται με την υποβολή δηλώσεων Φ.Π.Α.,

  • δ) η διαδικασία επιβολής του προστίμου της περ. δ) της

παρ. 1 του άρθρου 53 και της παρ. 4 του άρθρου 54, περί επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις που σχετίζονται με την υποβολή δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή τους,

  • ε) η διαδικασία και οι λεπτομέρειες εφαρμογής της

διαδικασίας της παρ.  3 του άρθρου  57 για υποβολή αντιρρήσεων από τον φορολογούμενο πριν από την επιβολή κυρώσεων,

  • στ) η διαδικασία και οι λεπτομέρειες εφαρμογής των

κυρώσεων της παρ. 3 του άρθρου 58, περί κυρώσεων που σχετίζονται με τη διαβίβαση δεδομένων λογιστικών αρχείων προς την Α.Α.Δ.Ε., καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις, ο τρόπος, ο χρόνος και το μέσο δημοσιοποίησης των στοιχείων των υπότροπων οντοτήτων της παρ. 6 του άρθρου 58,

  • ζ) τα ειδικότερα στοιχεία που συνιστούν τη φορολογική ταυτότητα των ακινήτων της παρ. 5 του άρθρου 60

και επιδρούν στον ορθό υπολογισμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α.,

  • η) ο τύπος και το περιεχόμενο (πληροφορίες και στοιχεία) του Πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., η διάρκεια ισχύος

αυτού, η διαδικασία χορήγησής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 60, περί υποχρεώσεων τρίτων για τον ΕΝ.Φ.Ι.Α.,

  • θ) η διαδικασία, ο τρόπος καταβολής της χρηματικής

επιβράβευσης, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 62,

  • ι) οι προϋποθέσεις επιβολής των κυρώσεων της παρ. 3

του άρθρου 63, περί παραβάσεων σχετικών με τη διασύνδεση «EFT/POS», τα δημοσιοποιούμενα στοιχεία των οντοτήτων της παρ. 3 του άρθρου 17 που παραβαίνουν τις σχετικές υποχρεώσεις τους και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 63, και

  • ια) οι προϋποθέσεις επιβολής των κυρώσεων του άρθρου 64, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την

εφαρμογή του ως άνω άρθρου.

51.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται οι λεπτομέρειες για τη λειτουργία της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η εφαρμοστέα διαδικασία, ο τρόπος έκδοσης των αποφάσεών της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 72, περί ενδικοφανούς προσφυγής.

52.

Με απόφαση του Διοικητή καθορίζονται η διαδικασία υποβολής του αιτήματος του άρθρου 73, περί Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού (Δ.Α.Δ.), για έναρξη Δ.Α.Δ., το περιεχόμενό του, οι αρμόδιες υπηρεσίες για την εξέτασή του, η διαδικασία επίτευξης Συμφωνίας Αμοιβαίου Διακανονισμού, κάθε λεπτομέρεια σχετική με την κοινοποίηση του αποτελέσματος της Δ.Α.Δ. στον φορολογούμενο και τη διαδικασία αποδοχής αυτής, το περιεχόμενο της Απόφασης Αμοιβαίου Διακανονισμού και κάθε άλλο σχετικό με τη Δ.Α.Δ. θέμα.

53.

Με απόφαση του Διοικητή δύναται να καθορίζονται η διαδικασία, ο τρόπος υποβολής της αίτησης για την ακύρωση ή τροποποίηση άμεσου προσδιορισμού φόρου ή πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή πράξης επιβολής προστίμου, ή τροποποίησης άμεσου προσδιορισμού φόρου, πράξης προσδιορισμού φόρου και πράξης επιβολής προστίμου.

54.

Με απόφαση του Διοικητή, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, δύναται να καθορίζονται τα συγκεκριμένα επιμέρους φορολογικά αντικείμενα του ελέγχου που διενεργείται για την έκδοση του φορολογικού πιστοποιητικού του άρθρου 78, ενδεχόμενες συγκεκριμένες ελεγκτικές επαληθεύσεις που πρέπει να πραγματοποιούνται, το ειδικότερο περιεχόμενο του φορολογικού πιστοποιητικού που εκδίδεται και οι επιφυλάξεις που δύναται να διατυπώνονται σε αυτό, ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής του, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή του άρθρου 78, περί φορολογικού πιστοποιητικού.

55.

Με απόφασή του ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κοινοποιεί στους φορολογούμενους και τη Φορολογική Διοίκηση ενιαία κωδικοποιημένα κείμενα φορολογικών διατάξεων ανά είδος φορολογίας. Η απόφαση αυτή επικαιροποιείται αμελλητί μετά από κάθε νομοθετική μεταβολή. Τα ενιαία κωδικοποιημένα κείμενα, στην επικαιροποιημένη τους μορφή, δημοσιοποιούνται μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 84

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Η απόδοση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου και η δήλωση έναρξης οικονομικής δραστηριότητας γίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του ν. 4987/2022 (Α’ 206), μέχρι την 31η Αυγούστου 2024.

2.

Τα άρθρα 27 και 28 εφαρμόζονται για ελέγχους που γίνονται με βάση εντολή που εκδίδεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3.

Για τους ελέγχους που διενεργούνται με βάση τον παρόντα και μέχρι και την 30ή Σεπτεμβρίου 2024 εφαρμόζεται αποκλειστικά η περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 75, αν η προκύπτουσα οφειλή εξοφληθεί μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τον προσδιορισμό του φόρου.

4.

Πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των ν. 4174/2013 (Α’ 170) και 4987/2022 (Α’ 206) εξακολουθούν να ισχύουν.

Άρθρο 85

Τελικές διατάξεις Παραπομπές στον ν.  4987/2022 (Α’  206)  νοούνται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, ως παραπομπές στα αντίστοιχα άρθρα που καταγράφονται στον πίνακα κωδικοποιούμενων διατάξεων, ο οποίος αποτελεί το Παράρτημα Β’ του παρόντος.

Άρθρο 86

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται ο ν. 4987/2022 (Α’ 206), περί του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, πλην των άρθρων 39, 54Ζ και 70. ΕΝΟΤΗΤΑ ΙΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ Α’

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΑΛΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ

Άρθρο 87

Πίστωση και συμψηφισμός καταβολών, αποδόσεων και επιστροφών σε ανεξόφλητες δόσεις ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής και απώλεια ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής

1.

Καταβολές έναντι δόσεων ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής που χορηγούνται βάσει νόμου ή απόφασης διοικητικού οργάνου, αποδόσεις από παρακράτηση των πιστοποιητικών του άρθρου 12 που έχουν διενεργηθεί ή διενεργούνται μέχρι την 29η Απριλίου 2024, καθώς και επιστροφές φόρων και αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που έχουν εκκαθαριστεί ή εκκαθαρίζονται από τη Φορολογική Διοίκηση έως και την ανωτέρω ημερομηνία, εφόσον εκκρεμεί η πίστωση ή ο συμψηφισμός τους, πιστώνονται κατά προτεραιότητα και κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, με την ακόλουθη σειρά:

  • α) Σε ανεξόφλητες εκπρόθεσμες δόσεις ρυθμίσεων

τμηματικής καταβολής που χορηγούνται βάσει νόμου ή απόφασης διοικητικού οργάνου, στις οποίες έχουν υπαχθεί οφειλές των ιδίων προσώπων, κατά σειρά παλαιότητας αυτών. Στην περίπτωση αυτή, η βασική οφειλή εκάστης ανεξόφλητης εκπρόθεσμης δόσης προγενέστερης αυτών, για τις οποίες επιτρέπεται η καθυστέρηση καταβολής επιβαρύνεται, αντί των οριζόμενων επιβαρύνσεων της εκάστοτε ρύθμισης σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις αυτής, με τον τόκο εκπρόθεσμης καταβολής που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 52 του παρόντος και την παρ. 1 του άρθρου 6 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν. 4978/2022, Α’ 190), ο οποίος υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία η εκάστοτε δόση κατέστη ληξιπρόθεσμη και μέχρι την ημερομηνία καταβολής, απόδοσης, συνάντησης ανταπαιτήσεων κατά περίπτωση ή την ημερομηνία της τελευταίας δόσης του προγράμματος ρύθμισης εάν είναι προγενέστερη από την ημερομηνία καταβολής, απόδοσης, συνάντησης ανταπαιτήσεων.

  • β) Σε ανεξόφλητες ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων οφειλών εκτός ρύθμισης τμηματικής καταβολής των

ανωτέρω προσώπων, κατά σειρά παλαιότητας αυτών. Η πίστωση ή ο συμψηφισμός, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διενεργείται κεντρικά, μέσω των Πληροφοριακών Συστημάτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).

2.

Αν, μετά την πίστωση ή τον συμψηφισμό των ποσών της παρ. 1, δεν έχει επέλθει εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων των ρυθμίσεων και δεν πληρούνται οι

3.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η πίστωση ή ο συμψηφισμός καθώς και η απώλεια των ως άνω ρυθμίσεων δύναται να διενεργείται και από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Κέντρα Βεβαίωσης και Είσπραξης, το Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου και το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων.

4.

Το παρόν δεν εφαρμόζεται στα άρθρα 5 έως 30 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί θεμάτων εξωδικαστικής ρύθμισης χρηματικών οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, το Δημόσιο και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, στον ν. 4469/2017 (Α’ 62), περί του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, καθώς και στις ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής, των οποίων οι όροι τηρούνται.

5.

Από την κατάθεση του παρόντος παρέχεται πληροφόρηση για τις οφειλές της περίπτωσης α) της παρ. 1 στην ψηφιακή πύλη «myAADE» της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

6.

Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. δύναται να καθορίζονται η διαδικασία και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος.

Άρθρο 88

Ρυθμίσεις βεβαιωμένων οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση - Τροποποίηση περ. 8 παρ. Α2 υποπαρ. Α άρθρου πρώτου ν. 4152/2013, παρ. 11 άρθρου 51 ν. 4305/2014 και παρ. 11 άρθρου 293 ν. 4738/2020

1.

Οι υποπερ. γ) και δ) της περ. 8 της υποπαρ. Α2 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), περί πάγιας ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών, αντικαθίστανται, και η περ. 8 διαμορφώνεται ως εξής: «8. Η ρύθμιση απόλλυται με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, τηρουμένων και των διατάξεων περί δημοσιοποίησης ληξιπρόθεσμων οφειλών του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 (Α’ 66), εάν ο οφειλέτης:

  • α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης

πέραν της μίας φοράς,

  • β) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης

της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός μηνός,

  • γ) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το

διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή τους, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει μέχρι τη 19η Απριλίου 2024, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αυτή,

  • δ) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο

τις οφειλές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος, εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους,

  • ε) έχει υποβάλει ελλιπή ή αναληθή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση.».
2.

Η παρ.  1 εφαρμόζεται αναλόγως και για ρυθμίσεις που έχουν χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α’ 170) και δεν έχουν απωλεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3.

Το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (Α’ 237), περί ρύθμισης οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση, αντικαθίσταται και η παρ. 11 «11. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης, καθώς και η μη εξόφληση ή τακτοποίηση κατά νόμιμο τρόπο από τον οφειλέτη, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος, των οφειλών του εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους, έχει ως συνέπειες:

  • α) Την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
  • β) την υποχρέωση άμεσης καταβολής του υπολοίπου

της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης, συνυπολογιζομένων των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία αναβιώνουν αναδρομικά και

  • γ) την άμεση επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα

προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα. Οι συνέπειες του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής:

  • α) Δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις

ανά έτος προγράμματος ρύθμισης ή

  • β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία (1) δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό

διάστημα μέχρι δύο (2) μήνες. Για τις ως άνω περιπτώσεις α’ και β’ η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).

  • γ) Εάν, κατ’ εξαίρεση και όχι πέραν της 31ης.12.2017,

οι νέες οφειλές εξοφληθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας από την ημερομηνία που αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Η προθεσμία αυτή ορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες μέχρι τις 30.6.2016 και σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την 1.7.2016 μέχρι τις 31.12.2017. Επιπλέον, από την 1.1.2017 μέχρι τις 31.12.2017, η ρύθμιση απόλλυται σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης νέων οφειλών, εάν δεν έχει παρέλθει εξάμηνο από την προηγούμενη καθυστέρηση εξόφλησης. Η ρύθμιση δεν απόλλυται, εάν οι νέες οφειλές τελούν σε αναστολή είσπραξης ή υπάγονται σε ρύθμιση μετά από αίτηση του οφειλέτη που υποβάλλεται πριν τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους. Εάν το συνολικό ύψος των οφειλών, νέων εντός ρύθμισης, υπερβαίνει τα 50.000 ευρώ, η ρύθμιση των νέων οφειλών χορηγείται μόνον εφόσον ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει ότι αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία για την καταβολή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται μέχρι τις 31.12.2015, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας περίπτωσης.».

4.

Οι περ. β) και γ) της παρ. 11 του άρθρου 293 του ν. 4738/2020 (Α’ 207), περί ρύθμισης οφειλών που προέρχονται από επιχειρηματικά δάνεια και δάνεια φυσικών προσώπων, καθώς και από καταπτώσεις της Ελληνικής «11. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:

  • α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό

διάστημα,

  • β) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο

τις οφειλές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος, εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους ή εντός τριμήνου από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση της παρ. 7, εφόσον η προθεσμία καταβολής τους έχει παρέλθει πριν από την υπαγωγή σε αυτή,

  • γ) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το

διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή τους, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει μέχρι τη 19η Απριλίου 2024, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αυτή.».

Άρθρο 89

Απώλεια ρύθμισης - Τροποποίηση άρθρου 8 ν. 4321/2015 Οι περ. β) και δ) του άρθρου 8 του ν. 4321/2015 (Α’ 32), περί απώλειας ρύθμισης αντικαθίστανται, και το άρθρο 8 «Άρθρο 8 Απώλεια ρύθμισης Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:

  • α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις

κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης ή μετά την πάροδο του οκταμήνου δεν καταβάλλει τρεις (3) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των τριών (3) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

  • β)  δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο

το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή τους, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει μέχρι τη 19η Απριλίου 2024, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αυτή,

  • γ) έχει ενταχθεί στη ρύθμιση με εσφαλμένες βεβαιώσεις,
  • δ) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο

τις οφειλές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος, εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους. Κατ’ εξαίρεση, και όχι πέραν της 31.12.2017, η ρύθμιση δεν απόλλυται, εάν οι νέες οφειλές εξοφληθούν εντός αποκλειστικής προθεσμίας από την ημερομηνία που αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Η προθεσμία αυτή ορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες μέχρι τις 30.6.2016 και σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την 1.7.2016 μέχρι τις 31.12.2017. Επιπλέον, από την 1.1.2017 μέχρι τις 31.12.2017, η ρύθμιση απόλλυται σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης νέων οφειλών, εάν δεν έχει παρέλθει εξάμηνο από την προηγούμενη καθυστέρηση εξόφλησης. Η ρύθμιση δεν απόλλυται, εάν οι νέες οφειλές τελούν σε αναστολή είσπραξης ή υπάγονται σε ρύθμιση μετά από αίτηση του οφειλέτη που υποβάλλεται πριν τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους. Εάν το συνολικό ύψος των οφειλών, νέων και εντός ρύθμισης, υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, η ρύθμιση των νέων οφειλών χορηγείται μόνον εφόσον ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει ότι αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία για την καταβολή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται μέχρι τις 31.12.2015, ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας περίπτωσης.».

Άρθρο 90

Απώλεια ρύθμισης - Τροποποίηση άρθρου 103 ν. 4611/2019 Οι περ. β) και γ) του άρθρου 103 του ν. 4611/2019 (Α’ 73), περί απώλειας ρύθμισης, αντικαθίστανται, και το άρθρο 103 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 103 Απώλεια ρύθμισης Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:

  • α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις

της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

  • β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το

διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει μέχρι τη 19η Απριλίου 2024, εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αυτή,

  • γ) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο

τις οφειλές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος, εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους,

  • δ) υποπέσει σε παραβάσεις των περιπτώσεων ι’, ια’,

ιβ’, ιε’ ή ιστ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54 ή της έκδοση πράξης επιβολής προστίμου εκ νέου διάπραξης οποιασδήποτε παράβασης εκ των ως άνω αναφερομένων από την ένταξη του φορολογούμενου στη ρύθμιση και εφεξής. Η παρούσα ρύθμιση οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση αποτελεί την τελευταία ρύθμιση οφειλών με έκτακτο χαρακτήρα.».

Άρθρο 91

Απώλεια ρύθμισης - Τροποποίηση άρθρου 9 ν. 5036/2023 Η περ. β) του άρθρου 9 του ν. 5036/2023 (Α’ 77), περί απώλειας ρύθμισης, αντικαθίσταται και το άρθρο 9 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 9 Απώλεια της ρύθμισης Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου των οφειλών σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης, εάν ο οφειλέτης: α. δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, β. δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος, εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής τους. Ειδικά αν οι οφειλές του πρώτου εδαφίου ήταν ενταγμένες σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής κατά την 1η.11.2021, η οποία απωλέσθη σε μεταγενέστερο χρόνο, ο οφειλέτης δύναται κατ’ εξαίρεση, ακόμα και αν έχει ήδη υπαγάγει τις οφειλές αυτές για δεύτερη φορά σε ρύθμιση της υποπαρ. Α2 της παρ. Α’ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, κατά την υποπερ. γ’ της περ. 1 της ίδιας υποπαρ. , να τις υπαγάγει εκ νέου σε ρύθμιση, σύμφωνα με την υποπερ. γ’ της περ. 1 της υποπαρ. Α2 της παρ. Α’ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

Άρθρο 92

Φόρος συναλλαγών εξωχρηματιστηριακού δανεισμού μετοχών - Αντικατάσταση παρ. 4 άρθρου 4 ν. 4038/2012

1.

Η παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 4038/2012 (Α’ 14), περί ρυθμίσεων θεμάτων αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων και της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, αντικαθίσταται ως εξής: «4. Η σύμβαση δανεισμού μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών που πραγματοποιείται εξωχρηματιστηριακά και κάθε συναφής πράξη δεν υπάγεται σε τέλος χαρτοσήμου.».

2.

Η παρ. 1 ισχύει για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται από την επομένη της έναρξης ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 93

Φόρος τόκων από προϊόντα δανεισμού στην Αγορά Παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών - Προσθήκη παρ. 6 στο άρθρο 37, τροποποίηση παρ. 5 άρθρου 47 και παρ. 9 άρθρου 64 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

1.

Στο άρθρο 37 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε. - ν. 4172/2013, Α’ 167), περί τόκων των εισοδημάτων από κεφάλαιο, προστίθεται παρ. 6 ως εξής: «6. Από τον φόρο εισοδήματος απαλλάσσονται οι τόκοι από τα προϊόντα δανεισμού τίτλων της Αγοράς Παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα.».

2.

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 47 του Κ.Φ.Ε., περί φορολόγησης κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα, τροποποιείται, ώστε η προσθήκη της παρ. 6 στο άρθρο 37 να εφαρμόζεται στα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες του άρθρου 45, και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής: «5. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 6 του άρθρου 37 και της παρ. 6 του άρθρου 42 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες του άρθρου 45. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 37 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής και δεν διατηρούν στην Ελλάδα μόνιμη εγκατάσταση.».

3.

Στην παρ. 9 του άρθρου 64 του Κ.Φ.Ε., περί συντελεστών παρακράτησης φόρου, προστίθεται δεύτερο εδάφιο, και η παρ. 9 διαμορφώνεται ως εξής: «9. Ειδικά το εισόδημα από τόκους εταιρικών ομολογιών της παρ. 5 του άρθρου 37 που αποκτούν νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, που είναι φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής και δεν έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, καθώς και φυσικά πρόσωπα φορολογικοί κάτοικοι αλλοδαπής, δεν υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την παρ. 1. Ομοίως, το εισόδημα από τόκους από τα προϊόντα δανεισμού τίτλων της Αγοράς Παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών που αποκτούν φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, δεν υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την παρ. 1.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗ

Άρθρο 94

Πεδίο εφαρμογής ηλεκτρονικής τιμολόγησης Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 148 ν. 4601/2019 Στην περ.  γ)  της παρ.  2 του άρθρου  148 του ν. 4601/2019 (Α’ 44), περί αντικειμένου, πεδίου εφαρμογής και εξαιρέσεων του νόμου, η τελευταία φράση «κανόνες για τα ηλεκτρονικά τιμολόγια που εκδίδονται για κάθε κατηγορία δαπάνης των αναθετουσών αρχών ή αναθετόντων φορέων, όπως ορίζονται στο άρθρο 149 του παρόντος» τίθεται ως περ. δ), και το άρθρο 148 διαμορφώνεται ως εξής: Αντικείμενο - πεδίο εφαρμογής - εξαιρέσεις

1.

Σκοπός των άρθρων 148 έως 154 είναι η προσαρμογή της νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 (L 133) για την έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων.

2.

Ο παρών θεσπίζει κανόνες για τα ηλεκτρονικά τιμολόγια που εκδίδονται κατά την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων, ανεξαρτήτως αξίας αυτών, οι οποίες υπάγονται στους νόμους 3978/2011 (Α’  137), 4412/2016 (Α’ 147) και 4413/2016 (Α’ 148) και, ειδικότερα, καταλαμβάνει:

  • α) συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται στους τομείς της

άμυνας και της ασφάλειας,

  • β) δημόσιες συμβάσεις και συμβάσεις έργων, εκπόνησης μελετών και παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, προμηθειών και γενικών

υπηρεσιών,

  • γ) συμβάσεις παραχώρησης έργων και υπηρεσιών,

καθώς, επίσης, και

  • δ) κανόνες για τα ηλεκτρονικά τιμολόγια που εκδίδονται για κάθε κατηγορία δαπάνης των αναθετουσών

αρχών ή αναθετόντων φορέων, όπως ορίζονται στο άρθρο 149 του παρόντος.

3.

Ο παρών δεν καταλαμβάνει τα ηλεκτρονικά τιμολόγια που εκδίδονται κατά την εκτέλεση συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3978/2011, στις οποίες η σύναψη και η εκτέλεση της σύμβασης έχουν χαρακτηριστεί απόρρητες ή πρέπει να συνοδεύονται από ειδικά μέτρα ασφαλείας κατ’ εφαρμογή των κείμενων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων και με τον όρο ότι τα ουσιώδη εθνικά συμφέροντα δεν μπορούν να προστατευτούν με λιγότερο οχληρά μέτρα.».

Άρθρο 95

Υποβολή ηλεκτρονικού τιμολογίου Τροποποίηση άρθρου 151 ν. 4601/2019 Στο άρθρο 151 του ν. 4601/2019, περί υποβολής, παραλαβής και επεξεργασίας ηλεκτρονικών τιμολογίων, προστίθεται δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 151 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 151 Υποβολή, παραλαβή και επεξεργασία ηλεκτρονικών τιμολογίων Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς υποχρεούνται να παραλαμβάνουν και να επεξεργάζονται ηλεκτρονικά τιμολόγια και οι οικονομικοί φορείς υποχρεούνται να υποβάλλουν ηλεκτρονικά τιμολόγια, που είναι σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο έκδοσης ηλεκτρονικών τιμολογίων, όπως αυτό ορίζεται στην περ. 12 του άρθρου 149. Από την υποχρέωση υποβολής ηλεκτρονικού τιμολογίου εξαιρούνται οι οικονομικοί φορείς, στο πλαίσιο:

  • α) συμβάσεων και συναλλαγών που εκτελούνται αποκλειστικά στο εξωτερικό,
  • β) συναλλαγών, που διέπονται από ειδικούς διαδικαστικούς κανόνες διεθνούς οργανισμού ή διεθνούς συνθήκης ή διακρατικής συμφωνίας,
  • γ) ειδικών συμβάσεων ή συμφωνιών, με αντικείμενο

την προμήθεια υλικού μέσω στρατιωτικών πωλήσεων εξωτερικού («Foreign Military Sales - FMS»).».

ΜΕΡΟΣ Β’

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Άρθρο 96

Επιτάχυνση εκκαθάρισης αιτημάτων κατάπτωσης λόγω διαδοχής πιστωτικών ιδρυμάτων

1.

Για τη βεβαίωση οφειλών από κατάπτωση της εγγύησης του ελληνικού δημοσίου, η οποία έχει παρασχεθεί για δάνεια που χορηγήθηκαν από πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν ως περιουσιακά στοιχεία λόγω διαδοχής που έλαβε χώρα έως την 31η Δεκεμβρίου 2013, την έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου, εγγράφου ή δικαιολογητικού που απαιτείται δυνάμει της υπ’ αρ. 2/18649/0025/15.5.2020 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Επικρατείας (Β’ 2169), αναπληρώνει η βεβαίωση του ως άνω πιστωτικού ιδρύματος που λόγω της ανωτέρω διαδοχής κατέχει το δάνειο ή του φορέα, στον οποίο έχει στη συνέχεια μεταβιβαστεί ή ο οποίος διαχειρίζεται το δάνειο, ιδίως δε ανωνύμων εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και ανωνύμων εταιρειών ειδικού και αποκλειστικού σκοπού. Η βεβαίωση του πρώτου εδαφίου επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης, στην οποία βεβαιώνεται ότι το απαιτούμενο στοιχείο, έγγραφο ή δικαιολογητικό δεν ανευρέθη στο αρχείο που παραδόθηκε και δεν μπορεί να εκδοθεί εκ των υστέρων. Ως δικαιολογητικά θεωρούνται βεβαιώσεις, πιστοποιητικά και γενικά έγγραφα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να επανεκδοθούν, ιδίως βεβαιώσεις ιδιωτών πραγματογνωμόνων, κτηνιάτρων, γεωπόνων, μηχανικών.

2.

Με βάση την παρ. 1 εξετάζονται στις αναφερόμενες σε αυτή περιπτώσεις διαδοχής εγγυημένων από το ελληνικό δημόσιο δανείων και:

  • α) τα αιτήματα κατάπτωσης, τα οποία κατά την έναρξη

ισχύος του παρόντος έχουν υποβληθεί στην αρμόδια Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και δεν έχουν απορριφθεί (εκκρεμή αιτήματα),

  • β) τα αιτήματα κατάπτωσης τα οποία έχουν απορριφθεί για τους λόγους της παρ. 1 και τα οποία επανυποβάλλονται με επικαιροποιημένα στοιχεία, χωρίς να

θεωρούνται νέα αιτήματα κατάπτωσης, με μέριμνα των πιστωτικών ιδρυμάτων εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος (επανυποβαλλόμενα αιτήματα).

3.

Για την απόδειξη της εγγραφής εμπράγματης εξασφάλισης δύναται, εκτός από πιστοποιητικό βαρών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, να προσκομίζεται πιστοποιητικό κτηματολογικών εγγραφών αντικειμένου εγγραπτέων δικαιωμάτων.

1.

Από την υποβολή κάθε αιτήματος προς τη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την κατάπτωση εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία έχει παρασχεθεί βάσει του ν. 2322/1995 (Α’ 143) ή του ν. 4549/2018 (Α’ 105), αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των εν γένει αξιώσεων, τόσο του αιτούντος, όσο και του ελληνικού δημοσίου, αν κατά την υποβολή η παραγραφή δεν έχει ήδη συμπληρωθεί. Η αναστολή του χρόνου της παραγραφής διαρκεί μέχρι η Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων να αποφανθεί οριστικά επί του υποβληθέντος αιτήματος κατάπτωσης.

2.

Η παρ. 1 εφαρμόζεται από την αντίστοιχη υποβολή ή επανυποβολή των αιτημάτων κατάπτωσης, εφόσον η σχετική παραγραφή δεν έχει ήδη συμπληρωθεί κατά την παρ. 1, και για:

  • α) αιτήματα κατάπτωσης, τα οποία έχουν υποβληθεί

από πιστωτικά ιδρύματα ή φορείς διαχείρισης δανείων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος και εκκρεμούν στη Διεύθυνση Κρατικών Εγγυήσεων και Κίνησης Κεφαλαίων,

  • β) αιτήματα κατάπτωσης, τα οποία επανυποβάλλονται

κατ’ εφαρμογή της περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 96 του παρόντος.

Άρθρο 98

Υποχρέωση πιστωτικών ιδρυμάτων για ρευστοποίηση εξασφαλίσεων Στα δάνεια που έχουν παρασχεθεί με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου δυνάμει των υπ’  αρ.:

  • α) 2/49086/0025/3.7.2009 (Β’ 1396) και 2/54979/0025/

23.7.2009 (Β’ 1554) αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, β) 2/6540/0025/19.1.2011 (Β’ 23), 2/3203/0025/28.3.2011 (Β’  820) και 2/25258/0025/ 21.4.2011 (Β’  835) αποφάσεων του Υφυπουργού Οικονομικών, γ)  2/55608/0025/17.8.2011 (Β’  1837), 2/64312/0025/12.9.2011 (Β’ 2029, διόρθωση σφάλματος Β’ 2259) και 2/39254/0025/12.9.2011 (Β’ 2217) αποφάσεων του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, υποβάλλουν το αίτημα κατάπτωσης με τα δικαιολογητικά της υπ’ αρ. 2/18649/0025/15.5.2020 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Επικρατείας (Β’ 2169), μετά την παρέλευση τριμήνου από την ολοσχερή ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων ή από την έναρξη της δικαστικής επιδίωξης κατά του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή ή του συνυπόχρεού του προς είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεων με σκοπό την ολοσχερή ρευστοποίηση των τυχόν ληφθεισών εξασφαλίσεων. Ειδικά για την απόδειξη της έναρξης της σχετικής επιδίωξης τα πιστωτικά ιδρύματα συνυποβάλλουν με το αίτημα κατάπτωσης το κατά περίπτωση προσήκον στοιχείο, ιδίως δε το νομίμως επιδοθέν στον καθ’ ου αντίγραφο απογράφου δικαστικής απόφασης ή διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση, και την αναγγελία απαιτήσεων κατά την πτωχευτική διαδικασία.

Άρθρο 99

Διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης απαιτήσεων από κατάπτωση εγγύησης του ελληνικού δημοσίου σε περίπτωση θανάτου πρωτοφειλέτη, εγγυητή ή συνυποχρέου ή λύσης, εκκαθάρισης ή διαγραφής από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο

1.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες χορηγούν, κατόπιν αίτησης του πιστωτικού ιδρύματος, τα έγγραφα και πιστοποιητικά από τα οποία προκύπτει το κληρονομικό δικαίωμα των κληρονόμων της πρώτης τάξης του θανόντος πρωτοφειλέτη, εγγυητή ή συνυποχρέου των εγγυημένων από το ελληνικό δημόσιο δανείων.

2.

Αν παρά την κατά τα ανωτέρω χορήγηση των απαιτούμενων εγγράφων, ο αιτών την κατάπτωση βεβαιώνει ότι δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση των κληρονόμων του θανόντος πρωτοφειλέτη, εγγυητή ή συνυποχρέου πέραν της πρώτης τάξης με όση επιμέλεια και αν κατέβαλε, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις κατάπτωσης της εγγύησης του ελληνικού δημοσίου, για τη βεβαίωση, καθώς και για την είσπραξη των σχετικών απαιτήσεων της παρ. 1 του άρθρου 101 του ν. 4549/2018 (Α’ 105), χρησιμοποιείται ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) του προσώπου που απεβίωσε. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιείται ο Α.Φ.Μ. νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που λύθηκε ή ολοκλήρωσε τις εργασίες της εκκαθάρισης ή διαγράφηκε από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο, κατά περίπτωση.

3.

Οι καταπτώσεις εγγυήσεων δανείων που έχουν χορηγηθεί με την εγγύηση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες ή στο Κέντρο Βεβαίωσης και Είσπραξης με χρήση είτε του Α.Φ.Μ. αποβιώσαντος φυσικού προσώπου είτε του Α.Φ.Μ. νομικού προσώπου που έχει τεθεί σε εκκαθάριση ή λύση. Οι αρμόδιες Υπηρεσίες έχουν υποχρέωση χορήγησης στοιχείων που συμπεριλαμβάνονται στον ανωτέρω νόμιμο τίτλο βεβαίωσης.

Άρθρο 100

Κατάπτωση κρατικής εγγύησης σε περίπτωση περιορισμού ή πλήρους εξάλειψης κύριας οφειλής δυνάμει του ν. 3869/2010 - Τροποποίηση άρθρου 12 ν. 3869/2010, προσθήκη παρ. 6 στο άρθρο 101 του ν. 4549/2018, τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 126 ν. 4270/2014

1.

Στο άρθρο 12 του ν. 3869/2010 (Α’ 130), περί των δικαιωμάτων ενέγγυων πιστωτών και έναντι εγγυητών:

  • α) το υφιστάμενο άρθρο αριθμείται ως παρ. 1, β) προστίθεται παρ. 2, και το άρθρο 12 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 12 Δικαιώματα ενέγγυων πιστωτών και έναντι εγγυητών

1.

Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή. απαλλαγεί κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 11 όσο και μέρος της οφειλής που περιλαμβάνεται στην απόφαση ρύθμισης του άρθρου 8 ή στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών του άρθρου 9, τότε αυτός υποκαθίσταται αυτοδικαίως για το τελευταίο ποσό στη θέση του πιστωτή στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που η οφειλή αυτή έχει διαμορφωθεί δυνάμει της ρύθμισης ή του σχεδίου διευθέτησης οφειλών που επικυρώθηκε με τη δικαστική απόφαση.

2.

Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι του ελληνικού δημοσίου ως εγγυητή του οφειλέτη δεν θίγονται. Ο περιορισμός ή η πλήρης εξάλειψη της κύριας οφειλής φυσικού προσώπου, ως αποτέλεσμα δικαστικού συμβιβασμού, μεταξύ αυτού και των πιστωτών, σύμφωνα με το άρθρο 7, ή ως συνέπεια ρύθμισης με δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9 και 11, δεν επιφέρει αντίστοιχα περιορισμό ή εξάλειψη της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για την οφειλή αυτή έναντι των πιστωτών. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται της αναγωγικής ευθύνης του έναντι του ελληνικού δημοσίου μόνο ως προς το μέρος της κύριας οφειλής που περιορίζεται ή εξαλείφεται πλήρως, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.».

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)