Νόμοι — ΦΕΚ A' 65/2019

Type Νόμος
Publication 2019-04-24
Τελευταία ενημέρωση 2019-04-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 119
Reform history JSON API
3.

Το Συμβούλιο των Διοικητών καθορίζει, με κανονισμό, διαδικασίες με τις οποίες το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να λάβει τη ψήφο των Διοικητών για συγκεκριμένο ζήτημα χωρίς συνάντηση και να προβλέπει ηλεκτρονικές συνεδριάσεις του Συμβουλίου των Διοικητών σε ειδικές περιστάσεις.

4.

Το Συμβούλιο Διοικητών και το Διοικητικό Συμβούλιο, στο βαθμό που αυτό έχει εξουσιοδοτηθεί, δύναται να ιδρύουν θυγατρικές οντότητες και να θεσπίζουν τους κανόνες και τους κανονισμούς που κρίνονται αναγκαίοι ή κατάλληλοι για τη διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας.

Άρθρο 25

Διοικητικό Συμβούλιο: Σύνθεση

1.

Το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από δώδεκα (12) μέλη που δεν είναι μέλη του Συμβουλίου Διοικητών και εκ των οποίων: (i) εννέα (9) εκλέγονται από τους Διοικητές που εκπροσωπούν τα περιφερειακά μέλη· και (ii) τρεις (3) εκλέγονται από τους Διοικητές που εκπροσωπούν μη περιφερειακά μέλη. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι άτομα υψηλής εξειδίκευσης σε οικονομικά και χρηματοδοτικά θέματα και εκλέγονται σύμφωνα με το Παράρτημα Β. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπούν τα μέλη των οποίων οι Διοικητές τους έχουν εκλέξει, καθώς και τα μέλη των οποίων οι Διοικητές τους έχουν αναθέσει την άσκηση ψήφου.

2.

Το Συμβούλιο των Διοικητών επανεξετάζει κατά καιρούς το μέγεθος και τη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και δύναται να αυξάνει ή να μειώνει το μέγεθος ή να αναθεωρεί τη σύνθεση, όποτε κρίνεται απαραίτητο,, με ενισχυμένης πλειοψηφία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28.

3.

Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζει ένα Αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου με πλήρη εξουσία να ενεργεί για αυτό όταν δεν είναι παρών. Το Συμβούλιο των Διοικητών θεσπίζει κανόνες που επιτρέπουν σε ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγεται από περισσότερους από έναν καθορισμένο αριθμό μελών να διορίσει ένα πρόσθετο Αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Συμβουλίου είτε κύρια είτε αναπληρωματικά να έχουν την ίδια υπηκοότητα. Τα αναπληρωματικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δύνανται να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά μπορούν να ψηφίζουν μόνο όταν το Αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ενεργεί στη θέση του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου.

5.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ασκούν τα καθήκοντά τους για περίοδο διάρκειας δύο (2) ετών και δύνανται να επανεκλεγούν.

  • α) Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εξακολουθούν

να ασκούν τα καθήκοντά τους μέχρις ότου οι διάδοχοί τους επιλεγούν και αναλάβουν καθήκοντα. (β) Εάν η θέση ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου παραμείνει κενή περισσότερο από εκατόν ογδόντα (180) ημέρες πριν από τη λήξη της θητείας του, ο διάδοχός του εκλέγεται σύμφωνα με το Παράρτημα Β, για το υπόλοιπο της θητείας, από τους Διοικητές που εξέλεξαν το προηγούμενο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Για την εκλογή αυτή απαιτείται η πλειοψηφία των ψήφων που έχουν καταθέσει οι εν λόγω Διοικητές. Οι Διοικητές που εξέλεξαν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δύνανται επίσης να επιλέξουν διάδοχο εάν η θέση ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου καταστεί κενή εκατόν ογδόντα (180) ή λιγότερες ημέρες πριν από το τέλος της θητείας του. (γ) Όσο η θέση ενός μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου παραμένει κενή, το Αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ασκεί τις εξουσίες του προηγούμενου μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός από το διορισμό Αναπληρωματικού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου.

6.

Τα μέλη και τα αναπληρωματικά του Διοικητικού Συμβουλίου υπηρετούν χωρίς αποζημίωση από την Τράπεζα, εκτός αν το Συμβούλιο των Διοικητών αποφασίσει διαφορετικά, αλλά η Τράπεζα μπορεί να τους καταβάλει εύλογα έξοδα σχετικά με τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις.

Άρθρο 26

Διοικητικό Συμβούλιο: Εξουσίες Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για την καθοδήγηση των γενικών δραστηριοτήτων της Τράπεζας και για το σκοπό αυτό, πέραν των εξουσιών που του έχουν ανατεθεί ρητά με την παρούσα Συμφωνία, ασκεί όλες τις εξουσίες που του έχουν ανατεθεί από το Συμβούλιο των Διοικητών, και ειδικότερα: i) προετοιμάζει τις εργασίες του Συμβουλίου των Διοικητών· (ii) χαράσσει τις πολιτικές της Τράπεζας και με πλειοψηφία που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του συνόλου των ψήφων των μελών, λαμβάνει αποφάσεις για βασικές λειτουργικές και χρηματοοικονομικές πολιτικές και για την ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Πρόεδρο, σύμφωνα με τις πολιτικές της Τράπεζας. (iii) λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τις δραστηριότητες της Τράπεζας βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 11 και, με πλειοψηφία που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της συνολικής ψήφου των μελών, αποφασίζει για την ανάθεση της εξουσίας αυτής στον Πρόεδρο· iv) εποπτεύει τη διαχείριση και τη λειτουργία της Τράπεζας σε τακτική βάση και εγκαθιδρύει μηχανισμό εποπτείας για τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, της χρηστής διαχείρισης προσωπικών δεδομένων, της ανεξαρτησίας και της λογοδοσίας· (v) εγκρίνει τη στρατηγική, το ετήσιο σχέδιο και τον προϋπολογισμό της Τράπεζας· vi) διορίζει τις επιτροπές που κρίνει απαραίτητες · και vii) υποβάλει τους ελεγμένους λογαριασμούς για κάθε οικονομικό έτος προς έγκριση από το Συμβούλιο των Διοικητών.

Άρθρο 27

Διοικητικό Συμβούλιο: Διαδικασία

1.

Το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει όσο συχνά απαιτούν οι εργασίες της Τράπεζας, περιοδικά καθ 'όλη τη διάρκεια του έτους. Το Διοικητικό Συμβούλιο λειτουργεί με τη μορφή των μη μόνιμων μελών εκτός αν άλλως αποφασιστεί από το Συμβούλιο των Διοικητών με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 28. Οι συνεδριάσεις μπορούν να συγκαλούνται από τον Πρόεδρο ή οποτεδήποτε το ζητήσουν τρία (3) μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

2.

Η πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συνιστά απαρτία για οποιαδήποτε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον η πλειοψηφία αυτή αντιπροσωπεύει τουλάχιστον τα δύο τρίτα της συνολικής ψήφου των μελών.

3.

Το Συμβούλιο των Διοικητών δύναται να εκδίδει κανονισμούς βάσει των οποίων το μέλος, αν δεν υπάρχει μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της υπηκοότητάς του, μπορεί να στείλει έναν εκπρόσωπο για να παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου σε οποιαδήποτε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου όταν ένα ζήτημα αφορά ιδιαίτερα το εν λόγω μέλος υπό εξέταση.

4.

Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει διαδικασίες με τις οποίες το Συμβούλιο μπορεί να διεξάγει ηλεκτρονική συνεδρίαση ή να ψηφίζει επί ενός θέματος χωρίς να συνέλθει σε συνάντηση.

Άρθρο 28

Ψηφοφορία

1.

Η συνολική ισχύς ψήφου κάθε μέλους αποτελείται από το άθροισμα των βασικών ψήφων, των ψήφων των μετοχών και, στην περίπτωση ιδρυτικού μέλους, τις ψήφους των ιδρυτικών μελών. (i) Οι βασικές ψήφοι κάθε μέλους είναι ο αριθμός των ψήφων που προκύπτει από την ισότιμη κατανομή μεταξύ των μελών, του δώδεκα (12)% του συνολικού ποσού των βασικών ψήφων, των ψήφων των μετοχών και των ψήφων όλων των ιδρυτικών μελών. (ii) Ο αριθμός των ψήφων κάθε μέλους είναι ίσος με τον αριθμό των μετοχών του κεφαλαίου της Τράπεζας που κατέχει το μέλος αυτό. Σε περίπτωση που ένα μέλος δεν καταβάλει οποιοδήποτε μέρος του οφειλόμενου ποσού για τις υποχρεώσεις του σε σχέση με τις εξοφληθείσες μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 6, ο αριθμός των ψήφων που θα ασκηθεί από το μέλος, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ανωτέρω κατάσταση, θα μειωθεί αναλογικά, κατά το ποσοστό που το οφειλόμενο και μη καταβληθέν ποσό αντιπροσωπεύει τη συνολική ονομαστική αξία των εξοφληθεισών μετοχών τις οποίες έχει εγγράψει το εν λόγω μέλος.

2.

Κατά την ψηφοφορία στο Συμβούλιο των Διοικητών, κάθε Διοικητής έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των ψήφων του μέλους που εκπροσωπεί. (i) Εκτός αν άλλως ρητώς προβλέπεται στην παρούσα Συμφωνία, όλα τα θέματα ενώπιον του Συμβουλίου των Διοικητών αποφασίζονται με την πλειοψηφία των ψηφισάντων. (ii) Η ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας του Συμβουλίου των Διοικητών απαιτεί την καταφατική ψήφο των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των Διοικητών, που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της συνολικής ψήφου των μελών. (iii) Η ψηφοφορία της ειδικής πλειοψηφίας του Συμβουλίου των Διοικητών απαιτεί την καταφατική ψήφο της πλειοψηφίας του συνολικού αριθμού των Διοικητών, ο οποίος αντιπροσωπεύει τουλάχιστον την πλειοψηφία της συνολικής ψήφου των μελών.

3.

Κατά την ψηφοφορία στο Διοικητικό Συμβούλιο, κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιούται να κάνει χρήση του αριθμού των ψήφων που αντιστοιχούν στους Διοικητές που τον έχουν ορίσει καθώς και εκείνων που αντιστοιχούν σε Διοικητές που τους έχουν εκχωρήσει τις ψήφους του σύμφωνα με το Παράρτημα Β. (i) Ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που έχει δικαίωμα ψήφου περισσότερων από ένα μελών δύναται να ψηφίσει ξεχωριστά για τα μέλη αυτά. (ii) Εκτός αν ρητά προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα Συμφωνία, όλα τα θέματα που έχουν υποβληθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζονται με την πλειοψηφία των ψηφισάντων.

Άρθρο 29

Ο Πρόεδρος

1.

Το Συμβούλιο των Διοικητών, με ανοιχτή, διαφανή και αξιοκρατική διαδικασία, εκλέγει πρόεδρο της Τράπεζας με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28. Είναι υπήκοος περιφερειακής χώρας μέλους. Ο Πρόεδρος, ενώ ασκεί τα καθήκοντά του, δεν είναι Διοικητής ή μέλος ή αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

2.

Η θητεία του Προέδρου είναι πέντε (5) έτη. Μπορεί να επανεκλεγεί μία φορά. Ο Πρόεδρος μπορεί να τεθεί σε αργία ή να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του όταν το Συμβούλιο των Διοικητών αποφασίσει με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28.

  • α) Εάν η θέση του Προέδρου για οποιονδήποτε λόγο

καταστεί κενή κατά τη διάρκεια της θητείας του, το Συμβούλιο των Διοικητών διορίζει προσωρινό Πρόεδρο για κάποιο χρονικό διάστημα ή εκλέγει νέο Πρόεδρο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.

Ο Πρόεδρος θα προεδρεύει του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά δεν θα έχει δικαίωμα ψήφου, εκτός από ψήφο αποφασιστικής σημασίας σε περίπτωση ισότιμου αποτελέσματος ψηφοφορίας. Δύναται να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου των Διοικητών, χωρίς όμως να ψηφίζει.

4.

Ο Πρόεδρος είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Τράπεζας. Είναι επικεφαλής του προσωπικού της Τράπεζας και διεξάγει, υπό την καθοδήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου, τις τρέχουσες εργασίες της Τράπεζας.

Άρθρο 30

Στελέχη και Προσωπικό της Τράπεζας

1.

Ένας ή περισσότεροι Αντιπρόεδροι διορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο κατόπιν συστάσεως του Προέδρου, με βάση μια ανοικτή, διαφανή και αξιοκρατική διαδικασία. Ο Αντιπρόεδρος ασκεί καθήκοντα για την εν λόγω θητεία, ασκεί την εξουσία και εκτελεί τα καθήκοντα αυτά στη διοίκηση της Τράπεζας, όπως καθορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Σε περίπτωση απουσίας ή ανικανότητας του Προέδρου, ένας Αντιπρόεδρος ασκεί την εξουσία και εκτελεί τα καθήκοντα του Προέδρου.

2.

Ο Πρόεδρος είναι αρμόδιος για την οργάνωση, το διορισμό και την απόλυση των υπαλλήλων και του προσωπικού σύμφωνα με τους κανονισμούς που υιοθετεί το Διοικητικό Συμβούλιο, εξαιρουμένων των Αντιπροέδρων, στο βαθμό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω.

3.

Κατά τον διορισμό των στελεχών και του προσωπικού και την υποβολή προτάσεων για τους Αντιπροέδρους, ο Πρόεδρος, με την πρωταρχική σημασία της διασφάλισης των υψηλότερων προτύπων αποδοτικότητας και τεχνικών ικανοτήτων, λαμβάνει δεόντως υπόψη την πρόσληψη προσωπικού σε όσο το δυνατόν ευρύτερη περιφερειακή γεωγραφική βάση.

Άρθρο 31

Ο διεθνής χαρακτήρας της Τράπεζας

1.

Η Τράπεζα δεν αποδέχεται Ειδικά Ταμεία, δάνεια ή συνδρομές που μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να θίξουν περιορίσουν, εκτρέψουν ή άλλως τροποποιήσουν το σκοπό ή τις λειτουργίες της.

2.

Η Τράπεζα, ο Πρόεδρός της, τα στελέχη και το προσωπικό της δεν παρεμβαίνουν στις πολιτικές υποθέσεις οποιουδήποτε μέλους, ούτε επηρεάζονται στις αποφάσεις τους από τον πολιτικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου μέλους. Μόνο οι οικονομικές εκτιμήσεις πρέπει να είναι σχετικές με τις αποφάσεις τους. Οι εκτιμήσεις αυτές πρέπει να σταθμίζονται αμερόληπτα προκειμένου να επιτευχθεί και να πραγματοποιηθεί ο σκοπός και οι λειτουργίες της Τράπεζας.

3.

Ο Πρόεδρος, τα στελέχη και το προσωπικό της Τράπεζας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οφείλουν αποκλειστικά πίστη στην Τράπεζα και σε καμία άλλη αρχή. Κάθε μέλος της Τράπεζας σέβεται τον διεθνή χαρακτήρα του καθήκοντος αυτού και αποφεύγει κάθε προσπάθεια να επηρεάσει οποιοδήποτε από αυτά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τουs.

Άρθρο 32

Γραφεία της Τράπεζας

1.

Το κύριο γραφείο της Τράπεζας εδρεύει στο Πεκίνο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

2.

Η Τράπεζα δύναται να ιδρύει υπηρεσίες ή γραφεία οπουδήποτε αλλού.

Άρθρο 33

Κανάλι επικοινωνίας· Θεματοφύλακες

1.

Κάθε μέλος ορίζει μια κατάλληλη επίσημη αρχή με την οποία δύναται να επικοινωνήσει η Τράπεζα σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα που απορρέει από την παρούσα Συμφωνία.

2.

Κάθε μέλος ορίζει την κεντρική του τράπεζα ή άλλο θεσμικό όργανο που μπορεί να συμφωνηθεί με την Τράπεζα ως θεματοφύλακας στον οποίο η Τράπεζα μπορεί να διατηρεί τα νομίσματα του μέλους αυτού, καθώς και άλλα περιουσιακά στοιχεία της.

3.

Η Τράπεζα μπορεί να εναποθέτει τα περιουσιακά της στοιχεία σε θεματοφύλακες όπως καθορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο.

Άρθρο 34

Εκθέσεις και Ενημέρωση

1.

Η γλώσσα εργασίας της Τράπεζας είναι η αγγλική και η Τράπεζα βασίζεται στο αγγλικό κείμενο της παρούσας συμφωνίας για όλες τις αποφάσεις και ερμηνείες σύμφωνα με το άρθρο 54.

2.

Τα μέλη παρέχουν στην Τράπεζα τις πληροφορίες που εύλογα μπορεί να ζητήσει από αυτά για να διευκολύνουν την εκτέλεση των καθηκόντων της.

3.

Η Τράπεζα διαβιβάζει στα μέλη της ετήσια έκθεση που περιέχει ελεγμένη κατάσταση των λογαριασμών της και δημοσιεύει την εν λόγω έκθεση. Επίσης, διαβιβάζει ανά τρίμηνο στα μέλη της συνοπτική κατάσταση της οικονομικής κατάστασής τους και δελτίο αποτελεσμάτων χρήσεως που παρουσιάζει τα αποτελέσματα των εργασιών της.

4.

Η Τράπεζα θεσπίζει πολιτική σχετικά με την δημοσίευση πληροφοριών, προκειμένου να προωθήσει τη διαφάνεια στις δραστηριότητές της. Η Τράπεζα δύναται να δημοσιεύει τις εκθέσεις που κρίνει επιθυμητές κατά την εκτέλεση του σκοπού και των λειτουργιών της.

Άρθρο 35

Συνεργασία με Μέλη και Διεθνείς Οργανισμούς

1.

Η Τράπεζα συνεργάζεται στενά με όλα τα μέλη της και, κατά τον τρόπο που κρίνει σκόπιμο σύμφωνα με τους όρους της παρούσας Συμφωνίας, με άλλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με την οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας ή τους επιχειρησιακούς τομείς της Τράπεζας.

2.

Η Τράπεζα δύναται να συνάπτει συμφωνίες με τέτοιους οργανισμούς για σκοπούς συμβατούς με την παρούσα Συμφωνία, με την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 36

Αναφορές

1.

Οι αναφορές στην παρούσα Συμφωνία σε Άρθρα ή Παραρτήματα αφορούν σε Άρθρα και Παραρτήματα της παρούσας Συμφωνίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

2.

Οι αναφορές σε αυτή τη Συμφωνία σε ένα συγκεκριμένο γένος εφαρμόζονται εξίσου σε οποιοδήποτε γένος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 37

Ανάκληση της ιδιότητας του μέλους

1.

Κάθε μέλος δύναται να αποχωρήσει από την Τράπεζα ανά πάσα στιγμή με γραπτή ειδοποίηση προς την Τράπεζα, στο κύριο γραφείο της.

2.

Η αποχώρηση ενός μέλους τίθεται σε ισχύ και η ιδιότητα του μέλους παύει στην ημερομηνία που καθορίζεται στην ειδοποίησή του αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερο από έξι (6) μήνες από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από την Τράπεζα. Ωστόσο, οποιαδήποτε στιγμή πριν η αποχώρηση τεθεί τελικά σε ισχύ, το μέλος δύναται να ειδοποιήσει εγγράφως την Τράπεζα για την ακύρωση της ανακοίνωσης πρόθεσης απόσυρσης.

3.

Το μέλος που αποσύρεται παραμένει υπεύθυνο για όλες τις άμεσες και ενδεχόμενες υποχρεώσεις στην Τράπεζα που ίσχυαν κατά την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης αποχώρησης. Εάν η αποχώρηση τεθεί τελικά σε ισχύ, το μέλος δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για υποχρεώσεις που απορρέουν από τις πράξεις της Τράπεζας που πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία λήψης της ειδοποίησης αποχώρησης από την Τράπεζα. Αναστολή της ιδιότητας του μέλους

1.

Εάν ένα μέλος αποτύχει να εκπληρώσει οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις του έναντι της Τράπεζας, το Συμβούλιο των Διοικητών δύναται να αναστείλει την ιδιότητα του μέλους με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28.

2.

Το μέλος που η ιδιότητά του αναστέλλεται, παύει αυτόματα να είναι μέλος ένα (1) έτος από την ημερομηνία της αναστολής του, εκτός εάν το Συμβούλιο των Διοικητών αποφασίσει με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28, για την αποκατάσταση του δικαιώματος της ιδιότητας του μέλους.

3.

Κατά την αναστολή, ένα μέλος δεν δικαιούται να ασκήσει δικαιώματα δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας, εκτός από το δικαίωμα αποχώρησης, αλλά εξακολουθεί να υπόκειται σε όλες τις υποχρεώσεις του.

Άρθρο 39

Εκκαθάριση Λογαριασμών

1.

Μετά την ημερομηνία κατά την οποία μια χώρα παύει να είναι μέλος, εξακολουθεί να ευθύνεται για τις άμεσες υποχρεώσεις της έναντι της Τράπεζας και για τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις της προς την Τράπεζα, για οποιοδήποτε τμήμα των δανείων, εγγυήσεων, επενδύσεων σε μετοχές ή άλλων μορφών της χρηματοδότησης λήξη της ιδιότητας του μέλους, αλλά δεν αναλαμβάνει υποχρεώσεις σχετικά με δάνεια, εγγυήσεις, επενδύσεις σε μετοχές ή άλλη χρηματοδότηση που θα αναληφθούν στη συνέχεια από την Τράπεζα ούτε συμμετέχει στα έσοδα ή στα έξοδα της Τράπεζας.

2.

Κατά την ημερομηνία που μια χώρα παύει να είναι μέλος, η Τράπεζα θα φροντίσει για την επαναγορά των μετοχών της χώρας αυτής από την Τράπεζα ως μέρος της εκκαθάρισης των λογαριασμών της χώρας αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Για το σκοπό αυτό, η τιμή επαναγοράς των μετοχών είναι η αξία που εμφανίζεται στους ισολογισμούς της Τράπεζας κατά την ημερομηνία που η χώρα παύει να είναι μέλος.

3.

Η πληρωμή για τις μετοχές που επαναγοράστηκαν από την Τράπεζα δυνάμει του παρόντος άρθρου διέπεται από τους ακόλουθους όρους: (i) Κάθε οφειλόμενο στην εν λόγω χώρα ποσό για τις μετοχές της, θα παρακρατείται για όσο η χώρα αυτή, η κεντρική της τράπεζα ή οποιοσδήποτε από τους οργανισμούς, τα όργανα ή οι πολιτικές υποδιαιρέσεις της παραμένουν υπόχρεοι ως δανειολήπτης, εγγυητής ή άλλο συμβαλλόμενο μέρος σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια επενδύσεων ή άλλης χρηματοδότησης, και το ποσό αυτό μπορεί, κατ 'επιλογή της Τράπεζας, να διατεθεί για οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση κατά τη λήξη της. Κανένα ποσό δεν παρακρατείται λόγω της ενδεχόμενης υποχρέωσης της χώρας για μελλοντικές καταβολές για την εγγραφή σε μετοχές σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 6. Σε κάθε περίπτωση, κανένα ποσό που οφείλεται σε ένα μέλος για τις μετοχές του δεν καταβάλλεται μέχρι έξι (6) μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία η χώρα παύει να είναι μέλος. (ii) Οι πληρωμές για μετοχές μπορούν να γίνονται από καιρό σε καιρό μετά την παράδοση των αντίστοιχων μετοχών από τη συγκεκριμένη χώρα, στο βαθμό που το οφειλόμενο ποσό ως τιμή επαναγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου υπερβαίνει το συνολικό ποσό των υποχρεώσεων, των δανείων, των εγγυήσεων, των συμμετοχικών τίτλων και άλλων χρηματοδοτήσεων που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i) της παρούσας παραγράφου, έως ότου το πρώην μέλος λάβει την πλήρη τιμή επαναγοράς. (iii) Οι πληρωμές πραγματοποιούνται σε νομίσματα, που καθορίζει η Τράπεζα, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική της θέση. (iv) Σε περίπτωση που η Τράπεζα καταγράψει ζημίες σε δάνεια, εγγυήσεις, επενδύσεις σε μετοχές ή άλλες χρηματοδοτήσεις που ήταν εκκρεμείς κατά την ημερομηνία κατά την οποία μια χώρα έπαυσε να είναι μέλος και το ποσό των ζημιών αυτών υπερβαίνει το ποσό του αποθεματικού κατά την ημερομηνία αυτή, η ενδιαφερόμενη χώρα επιστρέφει, κατόπιν αιτήματος, το ποσό με το οποίο θα μειωνόταν η τιμή επαναγοράς των μετοχών της εάν οι ζημίες είχαν ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό της τιμής επαναγοράς. Επιπλέον, το πρώην μέλος παραμένει υπεύθυνο για μη εξοφληθείσες συνδρομές σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 6, στο βαθμό που θα ήταν υποχρεωμένο να ανταποκριθεί αν είχε σημειωθεί η απομείωση της αξίας του κεφαλαίου και η πρόσκληση καταβολής έγινε κατά την ημερομηνία προσδιορισμού της τιμής επαναγοράς των μετοχών της.

4.

Εάν η Τράπεζα παύσει τις δραστηριότητές της σύμφωνα με το άρθρο 41 εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία μια χώρα παύει να είναι μέλος, όλα τα δικαιώματα της συγκεκριμένης χώρας καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 έως 43. Η χώρα αυτή θεωρείται ότι εξακολουθεί να είναι μέλος για τους σκοπούς των άρθρων αυτών, αλλά δεν θα έχει δικαίωμα ψήφου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Προσωρινή αναστολή των Δραστηριοτήτων Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να αναστείλει προσωρινά τις δραστηριότητες όσον αφορά νέα δάνεια, εγγυήσεις, επενδύσεις σε μετοχές και άλλες μορφές χρηματοδότησης βάσει του άρθρου 11, υπό-παράγραφος 2, εδάφιο (vi), εν αναμονή περαιτέρω εξέτασης και ανάληψης δράσης από το Συμβούλιο των Διοικητών.

Άρθρο 41

Λήξη των Δραστηριοτήτων

1.

Η Τράπεζα δύναται να τερματίσει τις δραστηριότητές της με απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών που εγκρίνεται με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28.

2.

Μετά την καταγγελία αυτή, η Τράπεζα παύει αμέσως όλες τις δραστηριότητες, εκτός εκείνων που αφορούν την τακτική πραγματοποίηση, διατήρηση και διατήρηση των περιουσιακών της στοιχείων και την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της.

Άρθρο 42

Ευθύνη των Μελών και Πληρωμές Απαιτήσεων

1.

Σε περίπτωση τερματισμού της λειτουργίας της Τράπεζας, η ευθύνη όλων των μελών για καταβλητέες συνδρομές στο κεφάλαιο της Τράπεζας και σε σχέση με την απόσβεση των νομισμάτων τους θα συνεχιστεί μέχρις ότου όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων όλων των ενδεχόμενων απαιτήσεων, να έχουν εκκαθαριστεί.

2.

Όλοι οι πιστωτές που έχουν άμεσες απαιτήσεις αυτές καταβάλλονται καταρχάς από τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας και στη συνέχεια από πληρωμές προς την Τράπεζα ή απλήρωτες ή καταβλητέες συνδρομές. Πριν από την καταβολή των πληρωμών σε πιστωτές που έχουν άμεσες απαιτήσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο θα προβεί, κατά την κρίση του, στις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εξασφαλίσει την κατ' αναλογία κατανομή των κατόχων άμεσων και ενδεχόμενων απαιτήσεων.

1.

Καμία διανομή περιουσιακών στοιχείων δεν γίνεται στα μέλη λόγω των εγγραφών τους στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας μέχρι: (i) όλες οι υποχρεώσεις προς τους πιστωτές έχουν εκκαθαριστεί ή προβλεφθεί· και (ii) το Συμβούλιο των Διοικητών αποφασίσει, με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28, να προβεί σε τέτοια διανομή.

2.

Οποιαδήποτε διανομή των στοιχείων ενεργητικού της Τράπεζας στα μέλη θα είναι ανάλογη προς το μέρος του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει κάθε μέλος και θα πραγματοποιείται σε τέτοιες χρονικές περιόδους και υπό τους όρους που η Τράπεζα θεωρεί δίκαιους και ισότιμους. Τα μερίδια των διανεμόμενων περιουσιακών στοιχείων δεν χρειάζεται να είναι ομοιόμορφα ως προς τον τύπο του περιουσιακού στοιχείου. Κανένα μέλος δεν δικαιούται να εισπράξει το μερίδιό του σε μια τέτοια διανομή περιουσιακών στοιχείων έως ότου διακανονίσει όλες τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα.

3.

Κάθε μέλος που λαμβάνει περιουσιακά στοιχεία που διανέμονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων έναντι των περιουσιακών στοιχείων που διαθέτει η Τράπεζα πριν από τη διανομή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΚΑΘΕΣΤΩΣ, ΑΣΥΛΙΕΣ, ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΕΣ

Άρθρο 44

Σκοποί του κεφαλαίου

1.

Προκειμένου να μπορέσει η Τράπεζα να εκπληρώσει το σκοπό της και να εκτελέσει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί, το καθεστώς, οι ασυλίες, τα προνόμια και οι απαλλαγές που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο χορηγούνται στην Τράπεζα στην επικράτεια κάθε μέλους.

2.

Κάθε μέλος λαμβάνει αμελλητί τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή στην επικράτειά του των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και ενημερώνει την Τράπεζα για τις ενέργειες που έχει αναλάβει.

Άρθρο 45

Καθεστώς της Τράπεζας Η Τράπεζα διαθέτει πλήρη νομική προσωπικότητα και, ειδικότερα, πλήρη νομική ικανότητα: (i) να συνάψει σύμβαση · (ii) να αποκτά και να διαθέτει ακίνητη και κινητή περιουσία· (iii) να ασκεί και να παρίσταται σε νομικές διαδικασίες· και (iv) να αναλάβει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια κρίνεται να είναι απαραίτητη ή χρήσιμη για το σκοπό και τις δραστηριότητές της.

Άρθρο 46

Ασυλία από δικαστικές διαδικασίες

1.

Η Τράπεζα απολαύει ασυλίας από κάθε μορφή νομικής διαδικασίας, εκτός από περιπτώσεις που προκύπτουν από ή κατά την άσκηση των εξουσιών της για άντληση κεφαλαίων, μέσω δανεισμού ή άλλων μέσων, για τη διασφάλιση υποχρεώσεων ή για την αγορά και πώληση ή αναδοχή για πώληση τίτλων, στις οποίες περιπτώσεις μπορεί να κινηθεί διαδικασία κατά της Τράπεζας μόνο σε δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας στο έδαφος χώρας στην οποία η Τράπεζα έχει γραφείο ή έχει ορίσει αντιπρόσωπο με σκοπό την αποδοχή της επίδοσης ή της κοινοποίησης της διαδικασίας, ή έχει εκδώσει ή εγγυηθεί τίτλους.

2.

Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος Άρθρου, δεν ασκείται καμία ενέργεια κατά της Τράπεζας από οποιοδήποτε μέλος ή από οποιοδήποτε οργανισμό ή όργανο μέλους ή από οντότητα ή πρόσωπο που ενεργεί άμεσα ή έμμεσα ή αντλεί ισχυρισμούς από μέλος ή από οποιαδήποτε υπηρεσία ή όργανο μέλους. Τα μέλη θα πρέπει να προσφεύγουν σε ειδικές διαδικασίες για την επίλυση διαφορών μεταξύ της Τράπεζας και των μελών της όπως αυτές ορίζονται στην παρούσα Συμφωνία, στους εσωτερικούς κανονισμούς και διαδικασίες της Τράπεζας ή στις συμβάσεις που συνάπτονται με την Τράπεζα.

3.

Η ιδιοκτησία και τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους και από οποιονδήποτε κατέχονται, είναι άθικτα από κάθε μορφή δέσμευσης, κατάσχεσης ή εκτέλεσης πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης κατά της Τράπεζας. Ασυλία των Περιουσιακών Στοιχείων και των Αρχείων

1.

Η περιουσία και τα στοιχεία ενεργητικού της Τράπεζας, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής της και από οποιονδήποτε κατέχονται, έχουν ασυλία από κάθε έρευνα, απαγόρευση, δήμευση, απαλλοτρίωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή κατάσχεσης με πράξη της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας.

2.

Τα αρχεία της Τράπεζας και, γενικά, όλα τα έγγραφα που ανήκουν σε αυτήν ή βρίσκονται στην κατοχή της, είναι απαραβίαστα, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται και από ποιον κατέχονται.

Άρθρο 48

Ελευθερία χρήσης των περιουσιακών στοιχείων από τους περιορισμούς Στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική εκτέλεση του σκοπού και των λειτουργιών της Τράπεζας και με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας, όλη η περιούσια και τα στοιχεία ενεργητικού της Τράπεζας θα είναι απαλλαγμένα από περιορισμούς, κανονισμούς, ελέγχους και μορατόριουμ οποιασδήποτε φύσης.

Άρθρο 49

Προνόμιο για τις επικοινωνίες Οι επίσημες επικοινωνίες της Τράπεζας θα τυγχάνουν από κάθε μέλος με την ίδια μεταχείριση που επιφυλάσσεται για τις επίσημες επικοινωνίες οποιουδήποτε άλλου μέλους. Όλοι οι Διοικητές, μέλη και αναπληρωματικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και άλλα στελέχη και υπάλληλοι της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των εμπειρογνωμόνων και των συμβούλων που εκτελούν αποστολές ή παρέχουν υπηρεσίες για την Τράπεζα: (i) δεν υπόκεινται σε νομική διαδικασία όσον αφορά πράξεις που εκτελούνται υπό την επίσημη ιδιότητά τους, εκτός εάν η Τράπεζα παραιτηθεί από την ασυλία και απολαύουν απαραβίαστου όλων των επίσημων εγγράφων, εγγράφων και αρχείων τους· (ii) όταν δεν είναι κάτοικοι της ημεδαπής ή υπήκοοι του μέλους όπου ασκούν την εργασία τους για την Τράπεζα, απολαύουν των ίδιων ασυλιών από τους περιορισμούς μετανάστευσης, τις απαιτήσεις καταχώρισης αλλοδαπών και τις υποχρεώσεις παροχής εθνικών υπηρεσιών, τις ίδιες διευκολύνσεις όσον αφορά τους κανονισμούς ανταλλαγής, όπως και τα μέλη των αντιπροσώπων, υπάλληλοι με ανάλογο βαθμό άλλων μελών· και (iii) τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης όσον αφορά τις ταξιδιωτικές διευκολύνσεις, όπως αυτές χορηγούνται από τα μέλη σε εκπροσώπους, υπαλλήλους και υπαλλήλους αντίστοιχου βαθμού άλλων μελών.

Άρθρο 51

Απαλλαγή από τη φορολογία

1.

Η Τράπεζα, τα στοιχεία ενεργητικού της, τα περιουσιακά στοιχεία, τα έσοδα και οι πράξεις και συναλλαγές της σύμφωνα με την παρούσα Συμφωνία απαλλάσσονται από κάθε φορολογία και από όλους τους δασμούς. Η Τράπεζα απαλλάσσεται επίσης από οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής, παρακράτησης ή είσπραξης οποιουδήποτε φόρου ή δασμού.

2.

Δεν επιβάλλεται κανένας φόρος επί ή σε σχέση με μισθούς, απολαβές και έξοδα, ανάλογα με την περίπτωση, που καταβάλλονται από την Τράπεζα σε μέλη και αναπληρωματικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στον Πρόεδρο, στους Αντιπροέδρους και άλλους αξιωματούχους ή υπαλλήλους της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των εμπειρογνωμόνων και των συμβούλων που εκτελούν αποστολές ή υπηρεσίες για την Τράπεζα, εκτός εάν ένα μέλος καταθέσει με το έγγραφο επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισής του δήλωση ότι το μέλος αυτό διατηρεί για το ίδιο και τις διοικητικές διαιρέσεις του το δικαίωμα να φορολογεί τους μισθούς και τις αμοιβές, ανάλογα με την περίπτωση, που καταβάλλει η Τράπεζα σε πολίτες ή υπηκόους αυτού του μέλους.

3.

Δεν επιβάλλεται κανένας φόρος επί οποιασδήποτε υποχρέωσης ή εγγύησης που εκδίδεται από την Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου τυχόν μερίσματος ή τόκου επ’ αυτής, από τον καθένα που κατέχει: (i) η οποία εισάγει διακρίσεις έναντι αυτής της υποχρέωσης ή ασφάλειας, αποκλειστικά και μόνο διότι εκδίδεται από την Τράπεζα, ή (ii) εάν η μοναδική δικαιοδοτική βάση για την εν λόγω φορολογία είναι ο τόπος ή το νόμισμα στο οποίο εκδίδεται, δυνάμει καταβάλλεται ή καταβάλλεται ή ο τόπος όπου βρίσκεται οποιοδήποτε γραφείο ή τόπος εργασίας που τηρεί η Τράπεζα.

4.

Δεν επιβάλλεται κανένας φόρος σε οποιαδήποτε υποχρέωση ή εγγύηση που εκδίδει η Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου τυχόν μερίσματος ή τόκου από αυτόν, ανεξάρτητα από το ποιος κατέχει: (i) η οποία εισάγει διακρίσεις εις βάρος της εν λόγω υποχρέωσης ή εγγύησης αποκλειστικά και μόνο επειδή είναι εγγυημένη από την Τράπεζα· ή (ii) εάν η αποκλειστική δικαιοδοτική βάση για τη φορολογία αυτή είναι η έδρα οποιουδήποτε γραφείου ή τόπου εργασίας που τηρεί η Τράπεζα.

Άρθρο 52

Παρεκκλίσεις

1.

Η Τράπεζα κατά τη διακριτική της ευχέρεια δύναται, σε κάθε περίπτωση, να παραιτηθεί από οποιοδήποτε από τα προνόμια, τις ασυλίες και τις απαλλαγές που παρέχονται δυνάμει του παρόντος Κεφαλαίου, με τον τρόπο και υπό τις προϋποθέσεις που κρίνει κατάλληλες προς το συμφέρον της Τράπεζας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

Άρθρο 53

Τροποποιήσεις

1.

Η παρούσα συμφωνία δύναται να τροποποιηθεί μόνο με απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών που εγκρίνεται με ψηφοφορία ενισχυμένης πλειοψηφίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28.

2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, απαιτείται ομόφωνη συμφωνία του Συμβουλίου των Διοικητών για την έγκριση κάθε τροποποίησης που αναθεωρεί: (i) το δικαίωμα αποχώρησης από την Τράπεζα· ii) τους περιορισμούς υπαιτιότητας που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 7· και (iii) τα δικαιώματα που αφορούν την απόκτηση μετοχικού κεφαλαίου σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 5.

3.

Κάθε πρόταση τροποποίησης της παρούσας συμφωνίας, είτε προέρχεται από ένα μέλος είτε από το Διοικητικό Συμβούλιο, γνωστοποιείται στον Προεδρεύοντα του Συμβουλίου των Διοικητών, ο οποίος υποβάλλει την πρόταση ενώπιον του Συμβουλίου των Διοικητών. Όταν υιοθετηθεί μια τροποποίηση, η Τράπεζα θα την πιστοποιήσει σε επίσημη ανακοίνωση που θα απευθύνεται σε όλα τα μέλη. Οι τροποποιήσεις τίθενται σε ισχύ για όλα τα μέλη εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της επίσημης κοινοποίησης, εκτός αν το Συμβούλιο των Διοικητών προσδιορίσει διαφορετική προθεσμία.

Άρθρο 54

Ερμηνεία

1.

Κάθε ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας που ανακύπτει μεταξύ οποιουδήποτε μέλους και της Τράπεζας ή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μελών της Τράπεζας, υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο προς λήψη απόφασης. Εάν δεν ζήτημα τότε το μέλος δικαιούται άμεση εκπροσώπηση στο Διοικητικό Συμβούλιο κατά την εξέταση του ζητήματος· ο αντιπρόσωπος αυτού του μέλους δεν θα έχει, ωστόσο, δικαίωμα ψήφου. Το δικαίωμα εκπροσώπησης ρυθμίζεται από το Συμβούλιο των Διοικητών.

2.

Σε κάθε περίπτωση που το Διοικητικό Συμβούλιο έχει εκδώσει απόφαση δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, κάθε μέλος μπορεί να ζητήσει να τεθεί το ζήτημα στο Συμβούλιο των Διοικητών, η απόφαση του οποίου θα είναι οριστική. Εν αναμονή της απόφασης του Συμβουλίου των Διοικητών, η Τράπεζα δύναται, στο μέτρο που το κρίνει απαραίτητο, να ενεργήσει με βάση την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 55

Διαιτησία Σε περίπτωση που θα προκύψει διαφωνία μεταξύ της Τράπεζας και μιας χώρας που έχει πάψει να είναι μέλος ή μεταξύ της Τράπεζας και οποιουδήποτε μέλους μετά την έκδοση ψηφίσματος για τερματισμό των δραστηριοτήτων της Τράπεζας, η διαφωνία αυτή θα υποβληθεί σε διαιτησία από δικαστήριο απαρτιζόμενο από τρεις διαιτητές. Ένας από τους διαιτητές διορίζεται από την Τράπεζα, ένας από την ενδιαφερόμενη χώρα και ο τρίτος, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, από τον Πρόεδρο του Διεθνούς Δικαστηρίου ή από άλλη αρχή όπως ορίζεται από κανονισμούς που έχουν εκδοθεί από την Συμβούλιο των Διοικητών. Η πλειοψηφία ψήφων των διαιτητών αρκεί για να καταλήξει σε απόφαση η οποία θα είναι οριστική και δεσμευτική για τα μέρη. Ο τρίτος διαιτητής είναι εξουσιοδοτημένος να ρυθμίζει όλα τα διαδικαστικά ζητήματα σε κάθε περίπτωση που τα μέρη διαφωνούν σχετικά.

Άρθρο 56

Έγκριση που θεωρείται δεδομένη Κάθε φορά που απαιτείται η έγκριση οποιουδήποτε μέλους πριν από οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της Τράπεζας, εκτός από την παράγραφο 2 του άρθρου 53, η έγκριση θεωρείται ότι έχει δοθεί εκτός εάν το μέλος υποβάλει ένσταση εντός εύλογης προθεσμίας όπως η Τράπεζα μπορεί να καθορίσει κοινοποιώντας την προτεινόμενη πράξη στο μέλος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Υπογραφή και κατάθεση

1.

Η παρούσα συμφωνία, η οποία κατατίθεται στην κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (εφεξής «θεματοφύλακας»), παραμένει ανοιχτή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2015 για υπογραφή από τις κυβερνήσεις των χωρών των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο Παράρτημα Α.

2.

Ο Θεματοφύλακας αποστέλλει επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσας Συμφωνίας σε όλα τα Υπογράφοντα μέρη και σε άλλες χώρες που γίνονται μέλη της Τράπεζας.

Άρθρο 58

Επικύρωση, Αποδοχή ή Έγκριση

1.

Η παρούσα Συμφωνία υπόκειται σε επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση από τα Υπογράφοντα μέρη. Τα έγγραφα επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στο Θεματοφύλακα το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2016 ή, εάν είναι αναγκαίο, μέχρι την ημερομηνία που θα αποφασιστεί από το Συμβούλιο των Διοικητών με ειδική πλειοψηφία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28. Ο Θεματοφύλακας ενημερώνει δεόντως τα λοιπά Υπογράφοντα μέρη για κάθε κατάθεση και την ημερομηνία αυτής.

2.

Ένας συμβαλλόμενος, του οποίου το έγγραφο επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατίθεται πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συμφωνίας, καθίσταται μέλος της Τράπεζας κατά την ημερομηνία αυτή. Οποιαδήποτε άλλη Υπογράφουσα αρχή, η οποία συμμορφώνεται με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, καθίσταται μέλος της Τράπεζας κατά την ημερομηνία κατάθεσης της πράξης επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισής της.

Άρθρο 59

Έναρξη ισχύος Η παρούσα Συμφωνία θα τεθεί σε ισχύ όταν τα έγγραφα επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης έχουν κατατεθεί από τουλάχιστον δέκα (10) Υπογράφοντες των οποίων οι αρχικές συνδρομές, όπως ορίζονται στο Παράρτημα Α της παρούσας Συμφωνίας, συνολικά περιλαμβάνουν τουλάχιστον πενήντα (50) τοις εκατό του συνόλου των συνδρομών αυτών.

Άρθρο 60

Εναρκτήρια Συνάντηση και Έναρξη των Εργασιών

1.

Μόλις τεθεί σε ισχύ η παρούσα Συμφωνία, κάθε μέλος ορίζει Διοικητή και ο Θεματοφύλακας καλεί την εναρκτήρια συνεδρίαση του Συμβουλίου των Διοικητών.

2.

Κατά την εναρκτήρια συνεδρίασή του, το Συμβούλιο των Διοικητών: i) εκλέγει τον Πρόεδρο· (ii) εκλέγει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 25, υπό τον όρο ότι το Συμβούλιο των Διοικητών δύναται να αποφασίσει να εκλέξει λιγότερους Διευθυντές για αρχική περίοδο μικρότερη των δύο ετών, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των μελών και των Υπογραφόντων που δεν έχουν ακόμα καταστεί μέλη· (iii) προβαίνει σε ρυθμίσεις για τον καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης λειτουργίας της Τράπεζας· και (iv) προβαίνει σε άλλες ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προετοιμασία για την έναρξη των εργασιών της Τράπεζας.

3.

Η Τράπεζα γνωστοποιεί στα μέλη της την ημερομηνία έναρξης των εργασιών της. Έλαβε χώρα στο Πεκίνο, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας στις 29 Ιουνίου 2015, σε ένα μόνο πρωτότυπο που κατατέθηκε στα αρχεία του Θεματοφύλακα, των οποίων τα αγγλικά, κινεζικά και γαλλικά κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. χώρες οι οποίες μπορούν να γίνουν μέλη σύμφωνα με το άρθρο 58 Αριθμός Μετοχών Κεφαλαίου Εγγραφής (σε εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ)

ΜΕΡΟΣ Α.

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΜΕΛΗ Αυστραλία 36,912 3,691.2 Αζερμπαϊτζάν 2,541 254,1 Μπανγκλαντές 6,605 660,5 Μπρουνέι Νταρουσαλάμ 524 52.4 Καμπότζη 623 62.3 Κίνα 297.804 29.780,4 Γεωργία 539 53.9 Ινδία 83.673 8.367,3 Ινδονησία 33,607 3,360.7 Ιράν 15,808 1,580.8 Ισραήλ 7,499 749,9 Ιορδανία 1,192 119,2 Καζακστάν 7,293 729,3 Κορέα 37,388 3,738.8 Κουβέιτ 5.360 536.0 Κιργιζία 268 26.8 Λαϊκή Δημοκρατία του Λάος 430 43.0 Μαλαισία 1,095 109,5 Μαλδίβες 72 7.2 Μογγολία 411 41.1 Μυανμάρ 2.645 264.5 Νεπάλ 809 80.9 Νέα Ζηλανδία 4,615 461,5 Ομάν 2,592 259,2 Πακιστάν 10.341 1.034,1 Φιλιππίνες 9.791 979.1 Κατάρ 6,044 604,4 Ρωσία 65,362 6,536.2 Σαουδική Αραβία 25,446 2,544.6 Σιγκαπούρη 2.500 250.0 Σρι Λάνκα 2.690 269.0 Τατζικιστάν 309 30.9 Ταϊλάνδη 14.275 1.427,5 Τουρκία 26.099 2.609,9 Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα 11.857 1.185,7 Ουζμπεκιστάν 2,198 219,8 Βιετνάμ 6,633 663,3 Μη διατεθείσες 16.150 1.615,0 ΣΥΝΟΛΟ 750.000 75.000,0

ΜΕΡΟΣ Β.

ΜΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΜΕΛΗ Αυστρία 5,008 500,8 Βραζιλία 31,810 3,181.0 Δανία 3,695 369,5 Αίγυπτος 6,505 650,5 Φινλανδία 3,103 310,3 Γαλλία 33.756 3.375,6 Γερμανία 44,842 4,484.2 Ισλανδία 176 17.6 Ιταλία 25.718 2.571,8 Λουξεμβούργο 697 69,7 Μάλτα 136 13.6 Ολλανδία 10.313 1.031,3 Νορβηγία 5,506 550,6 Πολωνία 8,318 831,8 Πορτογαλία 650 65.0 Νότια Αφρική 5.905 590.5 Ισπανία 17,615 1,761.5 Σουηδία 6.300 630.0 Ελβετία 7.064 706.4 Ηνωμένο Βασίλειο 30,547 3,054.7 Μη κατανεμημένες 2,336 233.6 ΣΥΝΟΛΟ 250.000 25.000,0 ΜΕΓΙΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ 1.000.000 100.000.0

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β

ΕΚΛΟΓΗ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Το Συμβούλιο των Διοικητών θα καθορίσει κανόνες για τη διεξαγωγή κάθε εκλογής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις.

1.

Ομάδες χωρών. Κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί ένα ή περισσότερα μέλη μιας ομάδας χωρών. Η συνολική ισχύς της ψήφου της εκάστοτε ομάδας χωρών απαρτίζεται από τις ψήφους που μπορεί να λάβει το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 28.

2.

Δικαίωμα ψήφου της ομάδας χωρών. Για κάθε εκλογή, το Συμβούλιο των Διοικητών καθορίζει ένα Ελάχιστο Ποσοστό για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγονται από τους Διοικητές που εκπροσωπούν περιφερειακά μέλη (Περιφερειακοί μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου) και ένα Ελάχιστο Ποσοστό Εκλογής για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγονται από Διοικητές που εκπροσωπούν μη περιφερειακά μέλη (ΜηΠεριφερειακά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου). (α) Το ελάχιστο ποσοστό για τους Περιφερειακούς Διευθυντές ορίζεται ως ποσοστό του συνόλου των ψήφων που απαιτούνται για να εκλεγούν από τους Διοικητές που εκπροσωπούν τα περιφερειακά μέλη (Περιφερειακοί Διοικητές). Το αρχικό Ελάχιστο Ποσοστό για τα Περιφερειακά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι 6%.

  • β) Το ελάχιστο ποσοστό για τα Μη-Περιφερειακά μέλη

του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται ως ποσοστό του συνόλου των ψήφων που απαιτούνται για να εκλεγούν από τους Διοικητές που εκπροσωπούν μη περιφερειακά μέλη (Μη-Περιφερειακοί Διοικητές). Το αρχικό ελάχιστο ποσοστό για τους Μη--Περιφερειακά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι 15%.

3.

Προσαρμογής Ποσοστού. Προκειμένου να προσαρμοστεί η ισχύς των δικαιωμάτων ψήφου στις ομάδες χωρών όταν απαιτούνται διαδοχικοί γύροι ψηφοφορίας βάσει της κατωτέρω παραγράφου 7, το Συμβούλιο των Διοικητών καθορίζει για κάθε εκλογή προσαρμογή του ποσοστού για τα Περιφερειακά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και προσαρμογή του ποσοστού για τα Μη

  • α) Η προσαρμογή ποσοστού για τα Περιφερειακά μέλη

του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται ως ποσοστό του συνόλου των ψήφων που μπορούν να εκδοθούν από τους Περιφερειακούς Διοικητές. Το αρχικό ποσοστό προσαρμογής για τα Περιφερειακά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι 15%.

  • β) Η προσαρμογή του ποσοστού για τα Μη - Περιφερειακά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται ως

ποσοστό του συνόλου των ψήφων που μπορούν να εκδοθούν από τους Μη-Περιφερειακούς Διοικητές. Το αρχικό ποσοστό προσαρμογής για τα Μη-Περιφερειακά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι 60%.

4.

Αριθμός υποψηφίων. Για κάθε εκλογή, το Συμβούλιο των Διοικητών καθορίζει τον αριθμό των Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των Μη-Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που θα εκλεγούν, λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις του σχετικά με το μέγεθος και τη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 25. (α) Ο αρχικός αριθμός των Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι εννέα. (β) Ο αρχικός αριθμός Μη-Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τρεις.

5.

Υποψηφιότητες. Κάθε Διοικητής μπορεί να ορίσει μόνο ένα άτομο. Οι υποψήφιοι για το αξίωμα του Περιφερειακού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται από τους Περιφερειακούς Διοικητές. Οι υποψήφιοι για το αξίωμα του Μη-Περιφερειακού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζονται από τους Μη-Περιφερειακούς Διοικητές.

6.

Ψηφοφορία. Κάθε Διοικητής δύναται να ψηφίσει για έναν υποψήφιο, συγκεντρώνοντας όλες τις ψήφους στις οποίες έχει δικαίωμα το μέλος που τον διορίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 28. Η εκλογή των Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με ψηφοφορία των Περιφερειακών Διοικητών. Η εκλογή των Μη-Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου γίνεται με ψηφοφορία των Μη-Περιφερειακών Διοικητών.

7.

Πρώτη ψηφοφορία. Κατά την πρώτη ψηφοφορία, οι υποψήφιοι που λαμβάνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, μέχρι τον αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που θα εκλεγούν, θα εκλεγούν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, υπό την προϋπόθεση ότι ένας υποψήφιος θα έχει λάβει αρκετό αριθμό ψήφων για να φθάσει στο εφαρμοστέο Ελάχιστο ποσοστό. (α) Εάν ο απαιτούμενος αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δεν εκλεγεί κατά την πρώτη ψηφοφορία και ο αριθμός των υποψηφίων είναι ο ίδιος με τον αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που θα εκλεγούν, το Συμβούλιο των Διοικητών θα καθορίσει τις επακόλουθες ενέργειες για την ολοκλήρωση της εκλογής των Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ή της εκλογής των Μη-Περιφερειακών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ανάλογα με την περίπτωση.

8.

Επακόλουθες ψηφοφορίες. Εάν ο απαιτούμενος αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δεν εκλέγεται κατά τον πρώτο γύρο ψηφοφορίας και υπάρχουν περισσότεροι υποψήφιοι από τον αριθμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που θα εκλεγούν στην ψηφοφορία, θα υπάρξουν μεταγενέστερες ψηφοφορίες, ανάλογα με τις ανάγκες. Για τις επόμενες ψηφοφορίες:

  • α) Ο υποψήφιος που λαμβάνει τον μικρότερο αριθμό

ψήφων κατά την προηγούμενη ψηφοφορία δεν θα είναι υποψήφιος στην επόμενη ψηφοφορία. (β) Οι ψήφοι εκλέγονται μόνο από: (i) Διοικητές που ψήφισαν στην προηγούμενη ψηφοφορία για υποψήφιο που δεν εκλέχθηκε. και ii) Διοικητές των οποίων οι ψήφοι για έναν εκλεγμένο υποψήφιο θεωρείται ότι έχουν αυξήσει τις ψήφους για τον εν λόγω υποψήφιο πάνω από το εφαρμοστέο Ποσοστό Προσαρμογής στο στοιχείο γ) παρακάτω. (γ) Οι ψήφοι όλων των Διοικητών που ψηφίζουν για κάθε υποψήφιο προστίθενται κατά φθίνουσα σειρά, μέχρις ότου σημειωθεί υπέρβαση του αριθμού των ψήφων που αντιπροσωπεύουν το εφαρμοστέο Ποσοστό Προσαρμογής. Οι Διοικητές των οποίων οι ψήφοι υπολογίστηκαν σε αυτόν τον υπολογισμό θεωρείται ότι έχουν συγκεντρώσει όλες τις ψήφους τους για το εν λόγω μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του Διοικητή του οποίου οι ψήφοι έφεραν το σύνολο επί του Ποσοστού Προσαρμογής. Οι υπόλοιποι Διοικητές, των οποίων οι ψήφοι δεν υπολογίστηκαν στον υπολογισμό αυτό, θεωρείται ότι αύξησαν τις συνολικές ψήφους του υποψηφίου πάνω από το Ποσοστό Προσαρμογής και οι ψήφοι αυτών των Διοικητών δεν υπολογίζονται στην εκλογή του εν λόγω υποψηφίου. Αυτοί οι υπόλοιποι Διοικητές μπορούν να ψηφίσουν στην επόμενη ψηφοφορία. (δ) Εάν σε κάθε μεταγενέστερη ψηφοφορία παραμείνει προς εκλογή μόνο ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, τότε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δύναται να εκλεγεί με απλή πλειοψηφία των υπόλοιπων ψήφων. Όλες αυτές οι εναπομείνασες ψήφοι θεωρείται ότι έχουν συνυπολογιστεί κατά την εκλογή του εναπομείναντος μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου.

9.

Εκχώρηση των ψήφων. Κάθε Διοικητής ο οποίος δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία για την εκλογή ή του οποίου οι ψήφοι δεν συμβάλλουν στην εκλογή μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, δύναται να εκχωρήσει τις ψήφους που δικαιούται σε εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, υπό τον όρο ότι αυτός ο Διοικητής θα έχει προηγουμένως λάβει τη συμφωνία όλων αυτών των Διοικητών που έχουν αναθέσει σε αυτό το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτή την αποστολή.

10.

Προνόμια των ιδρυτικών μελών. Η υποψηφιότητα και η ψήφιση από τους Διοικητές των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και ο διορισμός των Αναπληρωματικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να τηρούν την αρχή ότι κάθε Ιδρυτικό Μέλος θα έχει το προνόμιο να ορίζει μονίμως ή εκ περιτροπής το μέλος ή το αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου εκ μέρους της ομάδας χωρών όπου μετέχει.». Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων (εφεξής Α.Τ.Υ.Ε.) για την ολοκλήρωση της συμμετοχής της Ελλάδος ως μέλους της και να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια που αφορά οποιοδήποτε θέμα αναφέρεται στην αρχική συμμετοχή ή σε μελλοντική ειδική ή γενική αύξηση του μεριδίου συμμετοχής της Ελλάδος στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Τ.Υ.Ε., καθώς και στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αναλαμβάνει εφεξής η Ελλάδα έναντι αυτής, βάσει της Συμφωνίας.

Άρθρο 3

Το Υπουργείο Οικονομικών ορίζεται ως επίσημος φορέας με τον οποίο η Α.Τ.Υ.Ε. μπορεί να επικοινωνεί σχετικά με κάθε θέμα που ανακύπτει, βάσει των διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως θεματοφύλακας, στον οποίο η Α.Τ.Υ.Ε. μπορεί να τηρεί όλα τα στοιχεία του ενεργητικού που κατέχει σε δολάρια ή σε όποιο άλλο νόμισμα επιλέξει, καθώς και όλα τα άλλα περιουσιακά στοιχεία της.

1.

Η εγγραφή της Ελλάδος στο αρχικό εγκεκριμένο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Τ.Υ.Ε., αφορά κάλυψη συνολικού ποσού δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχεί σε εκατό (100) μετοχές, ονομαστικής αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) δολαρίων ΗΠΑ έκαστης, εκ των οποίων οι είκοσι (20) αντιστοιχούν στο εγκεκριμένο καταβεβλημένο κεφάλαιο (εξοφληθείσες ή paid-in shares) και οι ογδόντα (80) είναι καταβλητέες (callable shares), σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συμφωνίας που κυρώνεται με το άρθρο 1.

2.

Η καταβολή της συμμετοχής της Ελλάδος στο μετοχικό κεφάλαιο της Α.Τ.Υ.Ε., αφορά τις είκοσι (20) εξοφληθείσες μετοχές, ανέρχεται στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δολαρίων ΗΠΑ και γίνεται σε πέντε (5) δόσεις ως εξής:

  • α) η πρώτη δόση αντιστοιχεί στο είκοσι τοις εκατό

(20%) της αξίας των μετοχών και καταβάλλεται κατά την ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης της Συμφωνίας στην Α.Τ.Υ.Ε., το αργότερο έως τις 31.12.2019,

  • β) το υπόλοιπο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αξίας

των μετοχών κατατίθεται σε τέσσερις (4) ισόποσες ετήσιες δόσεις από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης εξ’ αυτών.

Άρθρο 5

Το Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 51 της Συμφωνίας, το δικαίωμα επιβολής φόρου επί των μισθών και αποδοχών που καταβάλλει η Α.Τ.Υ.Ε. σε Έλληνες πολίτες, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών.

Άρθρο 6
1.

Οι συμβάσεις δανείων, πιστώσεων, εγγυήσεων ή άλλων μορφών χρηματοδότησης, στις οποίες συμβάλλεται η Α.Τ.Υ.Ε., η εξόφλησή τους, η πληρωμή τόκων ή προμηθειών επ’ αυτών, τα παρεπόμενα αυτών σύμφωνα παροχής εγγυήσεως, υποθήκης, ενεχύρου ή πάσης άλλης ασφάλειας, οι εκχωρήσεις και κάθε άλλη σχετική με τις παραπάνω πράξεις της ανωτέρω Τράπεζας, σύμβαση ή πράξη ή δικαστική ή εξώδικη ενάσκηση των συναφών δικαιωμάτων ή η εκτέλεση των αντίστοιχων υποχρεώσεων, απαλλάσσονται από κάθε φόρο, δικαίωμα ή τέλος και εισφορά, συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου, της εισφοράς της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 (Α΄ 178), καθώς και από κάθε είδους ή φύσης επιβαρύνσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και γενικά υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.

2.

Οι πράξεις της παραγράφου 1, διενεργούμενες από ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα προς χρηματοδότηση αυτοχρηματοδοτούμενων ή συγχρηματοδοτούμενων ή δημόσιων έργων της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 2052/1992 (Α΄94), της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4413/ 2016 (Α΄148) και της παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 166/1996 (Α΄125) και με την προϋπόθεση ότι τα έργα αυτά έτυχαν χρηματοδότησης από την Α.Τ.Υ.Ε., υπάγονται, με εξαίρεση τον φόρο εισοδήματος και με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2859/2000 (Α΄248), στο αυτό φορολογικό καθεστώς που απολαμβάνει η Α.Τ.Υ.Ε., σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.

Οι εργασίες και οι συναλλαγές της Α.Τ.Υ.Ε., που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των επίσημων δραστηριοτήτων της, δυνάμει της ανωτέρω συμφωνίας ίδρυσής της, απαλλάσσονται, με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Φ.Π.Α., από κάθε φόρο, δικαίωμα ή τέλος και εισφορά, συμπεριλαμβανομένου του φόρου χρηματιστηριακών συναλλαγών του άρθρου 9 του ν. 2579/1998 (Α΄31), καθώς και από κάθε είδους ή φύσης επιβαρύνσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και γενικά υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.

Άρθρο 7

Η ισχύς του παρόντος Μέρους αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ η ισχύς της κυρούμενης Συμφωνίας και των Παραρτημάτων της για την Ελλάδα αρχίζει, με βάση την παρ. 2 του άρθρου 3 της Συμφωνίας και τα προβλεπόμενα στην με αριθμό 39/12.5.2017 απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών της Τράπεζας, από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης και κατάθεσης από την Xώρα μας του εγγράφου κύρωσης της Συμφωνίας στην Α.Τ.Υ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος. ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2016/1065 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΚΟΥΠΟΝΙΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Φ.Π.Α.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Φ.Π.Α. ΜΕ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2016/1065 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΚΟΥΠΟΝΙΩΝ

Άρθρο 8

Αντικείμενο Με το άρθρο 9 εναρμονίζεται ο Κώδικας Φ.Π.Α. με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1065 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2016 (EE L 177), σχετικά με την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ (EE L 347), όσον αφορά την αντιμετώπιση των κουπονιών.

Άρθρο 9

(άρθρο 1 παρ. 1 και 2 και άρθρο 2 παρ. 1 της Οδηγίας) Προσθήκη άρθρου 12α και παρ. 1α στο άρθρο 19 του Κώδικα Φ.Π.Α.

1.

Στον Κώδικα Φ.Π.Α., όπως ισχύει, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α. Προστίθεται άρθρο 12α ως εξής: «Άρθρο 12α Κουπόνια

1.

Ορισμοί. Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος:

  • α) ως «κουπόνι» νοείται ένα μέσο, για το οποίο υπάρχει

υποχρέωση αποδοχής του ως ανταλλάγματος ή μέρους ανταλλάγματος για μια παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών και όπου τα αγαθά που θα παραδοθούν ή οι υπηρεσίες που θα παρασχεθούν ή οι ταυτότητες των ενδεχόμενων προμηθευτών αναγράφονται είτε στο ίδιο το μέσο είτε στη σχετική τεκμηρίωση, συμπεριλαμβανομένων των όρων και των προϋποθέσεων χρήσης αυτού του μέσου,

  • β) ως «κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού» νοείται ένα

κουπόνι, όταν ο τόπος παράδοσης των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών που αφορά το κουπόνι και ο Φ.Π.Α. που οφείλεται για τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες, είναι γνωστά κατά το χρόνο έκδοσης του κουπονιού,

  • γ) ως «κουπόνι πολλαπλών σκοπών» νοείται ένα κουπόνι διαφορετικό από το κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού.
2.

Κάθε μεταβίβαση κουπονιού συγκεκριμένου σκοπού που πραγματοποιείται από υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος ενεργεί εξ ιδίου ονόματος, θεωρείται ως παράδοση των αγαθών ή παροχή των υπηρεσιών που αφορά το κουπόνι. Η πραγματική παράδοση των αγαθών ή η πραγματική παροχή των υπηρεσιών έναντι κουπονιού συγκεκριμένου σκοπού, το οποίο γίνεται αποδεκτό από τον προμηθευτή ως αντάλλαγμα ή μέρος ανταλλάγματος δεν θεωρείται ως ανεξάρτητη συναλλαγή. Όταν μια μεταβίβαση κουπονιού συγκεκριμένου σκοπού διενεργείται από υποκείμενο στον φόρο που ενεργεί εξ’ ονόματος άλλου υποκειμένου στον φόρο, η μεταβίβαση αυτή θεωρείται ως παράδοση των αγαθών ή παροχή των υπηρεσιών με τα οποία σχετίζεται το κουπόνι, πραγματοποιούμενη από τον άλλο υποκείμενο στον φόρο, εξ’ ονόματος του οποίου ο υποκείμενος στον φόρο ενεργεί. Αν ο προμηθευτής αγαθών ή υπηρεσιών δεν είναι ο υποκείμενος στον φόρο που, ενεργώντας εξ’ ιδίου ονόματος, εξέδωσε το κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού, ο εν λόγω προμηθευτής θεωρείται, παρ’ όλα αυτά, ότι έχει προμηθεύσει τα αγαθά ή έχει παράσχει τις υπηρεσίες που αφορά το κουπόνι στον εν λόγω υποκείμενο στον φόρο.

3.

Η πραγματική παράδοση των αγαθών ή η πραγματική παροχή των υπηρεσιών, έναντι κουπονιού πολλαπλών σκοπών που γίνεται αποδεκτό ως αντάλλαγμα ή μέρος ανταλλάγματος από τον προμηθευτή υπόκειται σε Φ.Π.Α., σύμφωνα με το άρθρο 2 ενώ κάθε προηγούμενη μεταβίβαση του εν λόγω κουπονιού πολλαπλών σκοπών δεν υπόκειται σε Φ.Π.Α.. Όταν ένα κουπόνι πολλαπλών σκοπών μεταβιβάζεται από έναν υποκείμενο στον φόρο διαφορετικό από τον υποκείμενο στον φόρο που διενεργεί τη συναλλαγή που υπόκειται στον Φ.Π.Α., σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο οποιαδήποτε παροχή υπηρεσιών που μπορεί να προσδιορισθεί, όπως υπηρεσίες διανομής ή υπηρεσίες προώθησης, υπόκειται σε Φ.Π.Α..

4.

Το παρόν άρθρο και η παράγραφος 1α του άρθρου 19 εφαρμόζονται μόνο για τα κουπόνια που εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2018.» β. Στο άρθρο 19 προστίθεται παράγραφος 1α ως εξής: «1α. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η φορολογητέα αξία της παράδοσης αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται έναντι κουπονιού πολλαπλών σκοπών, όπως ορίζεται στο άρθρο 12α, πρέπει να είναι ίση με το αντάλλαγμα που έχει καταβληθεί για το κουπόνι ή ελλείψει στοιχείων, σχετικά με το εν λόγω αντάλλαγμα, με τη χρηματική αξία που αναγράφεται στο ίδιο το κουπόνι πολλαπλών σκοπών ή στη σχετική τεκμηρίωση, μειωμένη κατά το ποσό του Φ.Π.Α., που αναλογεί στα παραδιδόμενα αγαθά ή τις παρεχόμενες υπηρεσίες.».

2.

Η ισχύς της παραγράφου 1 αρχίζει την 1.1.2019. ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Φ.Π.Α.

Άρθρο 10

Τροποποίηση του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α.

1.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α. αντικαθίσταται ως εξής: «9. Ειδικά στην πώληση καρτών τηλεπικοινωνίας και εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων των οποίων προβλέπεται η ακύρωση σε ειδικά μηχανήματα, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η τιμή λιανικής πώλησής τους χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας.».

2.

Η ισχύς της παραγράφου 1 αρχίζει την 1.1.2019. ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4, 6, 7 ΚΑΙ 8 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 1164/2016/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ (L 193) ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ 345 ΚΑΙ 346/2013

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 2 ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4, 6, 7 ΚΑΙ 8 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 1164/2016/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ (L 193) ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ ΚΑΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΦΟΡΟΑΠΟΦΥΓΗΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΜΕΣΗ ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 11

(σημεία 1, 2 και 5 του άρθρου 2 και άρθρο 4 της Οδηγίας 1164/2016/ΕΕ) Τροποποιήσεις του άρθρου 49 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Το άρθρο 49 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013, Α΄ 167) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 49 Κανόνας περιορισμού των τόκων

1.

Το υπερβαίνον κόστος δανεισμού εκπίπτει κατά το φορολογικό έτος στο οποίο προκύπτει και μόνο έως ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) των κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) του φορολογουμένου.

2.

Ο όρος «υπερβαίνον κόστος δανεισμού» σημαίνει το ποσό, κατά το οποίο το εκπεστέο κόστος δανεισμού ενός φορολογουμένου, υπερβαίνει τα φορολογητέα έσοδα από τόκους και άλλα οικονομικώς ισοδύναμα φορολογητέα έσοδα τα οποία λαμβάνει ο φορολογούμενος, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Ο όρος «κόστος δανεισμού» περιλαμβάνει δαπάνες για τόκους κάθε μορφής χρέους, άλλες δαπάνες οικονομικά ισοδύναμες με τόκους και έξοδα που προκύπτουν από την άντληση χρηματοδότησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ελληνικό δίκαιο, περιλαμβανομένων ενδεικτικά των πληρωμών στο πλαίσιο δανείων με συμμετοχή στο κέρδος, των τεκμαρτών τόκων επί προϊόντων, όπως τα μετατρέψιμα ομόλογα και τα ομόλογα μηδενικού τοκομεριδίου, των χορηγήσεων στο πλαίσιο εναλλακτικών χρηματοδοτικών ρυθμίσεων, όπως η Ισλαμική χρηματοδότηση, του στοιχείου του χρηματοοικονομικού κόστους από χρηματοδοτικά μισθώματα, των κεφαλαιοποιημένων τόκων που καταχωρίζονται ως αξία στον ισολογισμό του αντίστοιχου περιουσιακού στοιχείου ή της απόσβεσης των κεφαλαιοποιημένων τόκων, των χορηγήσεων που υπολογίζονται με βάση την επιστροφή κεφαλαίων στο πλαίσιο των κανόνων για τις ενδοομιλικές συναλλαγές κατά περίπτωση, των πλασματικών τόκων βάσει παραγώγων ή συμφωνιών αντιστάθμισης κινδύνου σχετικά με τον δανεισμό μιας οντότητας, ορισμένων συναλλαγματικών κερδών και ζημιών επί δανείων και προϊόντων που συνδέονται με την άντληση χρηματοδότησης, των εγγυήσεων για χρηματοδοτικές ρυθμίσεις, των τελών διακανονισμού και συναφών δαπανών που σχετίζονται με τον δανεισμό κεφαλαίων.

3.

Τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) υπολογίζονται προσθέτοντας στο φορολογητέο εισόδημα τα ποσά που αντιστοιχούν στο υπερβαίνον κόστος δανεισμού και τις φορολογικές αποσβέσεις, όπως αυτά προκύπτουν μετά τις φορολογικές αναπροσαρμογές που προβλέπονται στον Κ.Φ.Ε.. Το απαλλασσόμενο από φόρους εισόδημα δεν συνυπολογίζεται στα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) του φορολογουμένου.

4.

Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, αναγνωρίζεται στο φορολογούμενο το δικαίωμα έκπτωσης του υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού μέχρι του ποσού των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ.

5.

Από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1, εξαιρείται το υπερβαίνον κόστος δανεισμού που προκύπτει από δάνεια τρίτων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων δημόσιων έργων υποδομής, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης του έργου, το κόστος δανεισμού, τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα βρίσκονται όλα στην Ένωση. Ως μακροπρόθεσμο δημόσιο έργο υποδομής νοείται το έργο που παρέχει, αναβαθμίζει, εκμεταλλεύεται και/ή συντηρεί περιουσιακό στοιχείο μεγάλης κλίμακας και το οποίο αποτελεί αντικείμενο σύμβασης παραχώρησης κατά την έννοια των διατάξεων των νόμων 4412/2016 (Α΄ 147) και 4413/2016 (Α΄ 148) ή αποτελεί αντικείμενο σύμβασης Σύμπραξης Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3389/2005.

6.

Το υπερβαίνον κόστος δανεισμού που δεν μπορεί να εκπέσει κατά το τρέχον φορολογικό έτος, με βάση τις παραγράφους 1 έως 5 μεταφέρεται χωρίς χρονικό περιορισμό.

7.

Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Ο όρος «χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις» περιλαμβάνει τις εξής περιπτώσεις:

  • α) πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην παρ. 27 του

άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), ή επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου και νόμου ή διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), ή επιχείρηση διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζεται στο στοιχείο β΄ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) ή όπως ορίζεται στο στοιχείο β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 235).

  • β) ασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παρ.1

του άρθρου 3 του ν. 4364/2016 (Α΄ 13),

  • γ) αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην

παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016,

  • δ) ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών

που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2003/41/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, εκτός αν στο εν λόγω ίδρυμα, δεν εφαρμόζεται εν όλω συνταξιοδοτικών παροχών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 της εν λόγω Οδηγίας,

  • ε) συνταξιοδοτικά ιδρύματα που διαχειρίζονται συνταξιοδοτικά προγράμματα τα οποία θεωρούνται συστήματα κοινωνικής ασφάλισης εμπίπτοντα στον Κανονισμό

(ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 (L 166) και στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 (L 284), καθώς και κάθε νομική οντότητα που συστάθηκε με σκοπό τις επενδύσεις τέτοιων προγραμμάτων,

  • στ) οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) τη

διαχείριση του οποίου έχει ΔΟΕΕ, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 ή ΟΕΕ που εποπτεύεται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο,

  • ζ) ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2 του

ν. 4099/2012,

  • η) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στο

σημείο 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 (L 201),

  • θ) κεντρικό αποθετήριο αξιών, όπως ορίζεται στο σημείο 1 της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ)

αριθμ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 (L 257).».

Άρθρο 12

(σημείο 4 του άρθρου 2 και άρθρα 7 και 8 της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ) Τροποποιήσεις του άρθρου 66 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος Το άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 66 Κανόνες για τις Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες

1.

Ως Ελεγχόμενη Αλλοδαπή Εταιρεία νοείται το αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή η αλλοδαπή νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή, τα κέρδη της οποίας δεν φορολογούνται ή απαλλάσσονται του φόρου στην ημεδαπή, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: (α) στην περίπτωση νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ο φορολογούμενος μόνος του ή από κοινού με τις συνδεδεμένες με αυτόν επιχειρήσεις, κατέχει άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των δικαιωμάτων ψήφου ή έχει την άμεση ή έμμεση κυριότητα επί ποσοστού άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) του κεφαλαίου ή δικαιούται να εισπράττει ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό (50%) των κερδών του εν λόγω νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, (β) ο πραγματικός εταιρικός φόρος που έχει καταβάλει για τα κέρδη του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή, είναι μικρότερος από τη διαφορά μεταξύ του φόρου που θα οφειλόταν από το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα ή τη μόνιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, αν ήταν φορολογικός κάτοικος ή διατηρούσε μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΚΦΕ στην Ελλάδα και του πραγματικού εταιρικού φόρου που έχει καταβάλει για τα κέρδη του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση. Για τον υπολογισμό της διαφοράς της παρούσας, η μόνιμη εγκατάσταση μίας ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας που δεν υπόκειται σε φόρο ή απαλλάσσεται του φόρου στη χώρα της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο φόρος που θα οφειλόταν στην ημεδαπή υπολογίζεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία, (γ) άνω του τριάντα τοις εκατό (30%) του καθαρού εισοδήματος προ φόρων που πραγματοποιεί το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή, εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες που ορίζονται στην παράγραφο 3.

2.

Για την εφαρμογή του παρόντος ως συνδεδεμένη επιχείρηση νοείται: (α) νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα στην οποία ο φορολογούμενος κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχή στο κεφάλαιο ή δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και άνω, (β) φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχή στο κεφάλαιο ή δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και άνω σε έναν φορολογούμενο. Αν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή μια νομική οντότητα κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχή στο κεφάλαιο ή δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και άνω σε έναν φορολογούμενο και σε ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, όλα τα σχετικά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, περιλαμβανομένου του φορολογουμένου, θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

3.

Στο φορολογητέο εισόδημα του φορολογουμένου περιλαμβάνεται το μη διανεμηθέν εισόδημα της ελεγχόμενης αλλοδαπής εταιρείας, που προκύπτει από τις εξής κατηγορίες εισοδήματος:

  • α) τόκοι ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα που παράγεται

από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία,

  • β) δικαιώματα ή οποιοδήποτε άλλο εισόδημα που παράγεται από πνευματική ιδιοκτησία,
  • γ) μερίσματα και εισόδημα από την εκποίηση μετοχών,
  • δ) εισόδημα από χρηματοδοτική μίσθωση,
  • ε) εισόδημα από ασφαλιστικές, τραπεζικές και άλλες

χρηματοοικονομικές δραστηριότητες,

  • στ) εισόδημα από εταιρείες τιμολόγησης που αποκομίζουν έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών και

υπηρεσιών που αγοράζονται και πωλούνται σε συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις και δεν προσθέτουν καμία ή προσθέτουν ελάχιστη οικονομική αξία. 4.(α) Tο εισόδημα που περιλαμβάνεται στη φορολογητέα βάση υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και με το φορολογικό συντελεστή που κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα των νομικών προσώπων ή νομικών, οντοτήτων, σύμφωνα με το Τρίτο Μέρος, κατά περίπτωση. (β) Το εισόδημα περιλαμβάνεται σε εκείνο το φορολογικό έτος του φορολογουμένου, στη διάρκεια του οποίου λήγει το φορολογικό έτος του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας και υπολογίζεται κατ’ αναλογία προς τη συμμετοχή του φορολογουμένου στο νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα. (γ) Αν το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση πραγματοποιούν σε ένα φορολογικό έτος ζημίες, αυτές δεν περιλαμβάνονται στη φορολογητέα βάση του φορολογουμένου, αλλά συμψηφίζονται με μελλοντικά κέρδη, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 27.

5.

Όταν το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα διανέμει κέρδη ή, σε περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης, αποδίδει κέρδη στον φορολογούμενο, τα οποία περιλαμβάνονται στο φορολογητέο εισόδημα του τελευταίου, τα ποσά του εισοδήματος που είχαν περιληφθεί σε προηγούμενο φορολογικό έτος στη φορολογητέα βάση σύμφωνα με την παράγραφο 3 αφαιρούνται από τη φορολογητέα βάση κατά τον υπολογισμό του ύψους του οφειλόμενου φόρου επί των διανεμομένων κερδών.

6.

Σε περίπτωση εκποίησης των συμμετοχών του φορολογουμένου στο αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή της δραστηριότητας της μόνιμης εγκατάστασης στην αλλοδαπή, κατά τον υπολογισμό του ύψους του οφειλόμενου φόρου, αφαιρείται από τη φορολογητέα βάση το μέρος εκείνο που έχει ήδη φορολογηθεί σε προηγούμενα φορολογικά έτη με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

7.

Ο φόρος αλλοδαπής που έχει καταβάλει το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση, καθώς και οι συνδεδεμένες εταιρείες σε περίπτωση έμμεσης συμμετοχής, μειώνει τη φορολογική υποχρέωση του φορολογουμένου. Η μείωση αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα.

8.

Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται όταν η ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, ασκεί ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα που υποστηρίζεται από προσωπικό, εξοπλισμό, περιουσιακά στοιχεία και εγκαταστάσεις, όπως αποδεικνύεται από συναφή πραγματικά στοιχεία και περιστάσεις. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία έχει φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση σε τρίτη χώρα η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.».

Άρθρο 13

(άρθρο 6 της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ) Τροποποιήσεις του άρθρου 38 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Το άρθρο 38 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 38 Γενικός κανόνας απαγόρευσης καταχρήσεων

1.

Κατά τον προσδιορισμό του φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δεν λαμβάνει υπόψη τυχόν διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων οι οποίες, έχοντας συσταθεί με κύριο σκοπό ή με έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων, δεν είναι γνήσιες, συνεκτιμωμένων όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων.

2.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως «διευθέτηση» νοείται κάθε συναλλαγή, δράση, πράξη, συμφωνία, επιχορήγηση, συνεννόηση, υπόσχεση, δέσμευση ή γεγονός. Μια διευθέτηση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη.

3.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων είναι μη γνήσια στον βαθμό που δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα. Για τον καθορισμό του γνήσιου ή μη χαρακτήρα μιας διευθέτησης ή σειράς διευθετήσεων, η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει αν αυτές αφορούν μία ή περισσότερες από τις εξής, ενδεικτικώς απαριθμούμενες, καταστάσεις:

  • α) ο νομικός χαρακτηρισμός των μεμονωμένων σταδίων από τα οποία αποτελείται μια διευθέτηση είναι ασυμβίβαστος με τη νομική υπόσταση της διευθέτησης στο

σύνολό της,

  • β) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων εφαρμόζεται

κατά τρόπο που δεν συνάδει με μια συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά,

  • γ) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων περιλαμβάνει

στοιχεία που έχουν ως αποτέλεσμα την αλληλοαντιστάθμιση ή την αλληλοακύρωσή τους,

  • δ) η σύναψη συναλλαγών είναι κυκλικού χαρακτήρα,
  • ε) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα αλλά αυτό δεν αντανακλάται στους επιχειρηματικούς κινδύνους, τους οποίους

αναλαμβάνει ο φορολογούμενος, ή στις ταμειακές ροές του,

  • στ) το αναμενόμενο περιθώριο κέρδους πριν από τον

φόρο είναι σημαντικό σε σύγκριση με το ύψος του αναμενόμενου φορολογικού πλεονεκτήματος.

4.

Όταν, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, διευθετήσεις ή σειρά διευθετήσεων κρίνονται μη γνήσιες, τότε η φορολογική υποχρέωση, συμπεριλαμβανομένων σχετικών κυρώσεων, υπολογίζεται βάσει των διατάξεων που θα τύγχαναν εφαρμογής εν απουσία της εν λόγω διευθέτησης.

5.

Με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ καθορίζεται η διαδικασία εφαρμογής του παρόντος και κάθε άλλο σχετικό θέμα.».

Άρθρο 14

Έναρξη ισχύος Τα άρθρα 11 έως 13, με τα οποία ενσωματώνονται τα σημεία 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 2 και τα άρθρα 4, 6, 7 και 8 της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ, έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1.1. 2019 και μετά. (ΕΕ) 345/2013 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Άρθρο 15

Αρμόδια Αρχή Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως «Aρμόδια Aρχή», κατά την έννοια του στοιχείου ιγ΄ του άρθρου 3 του Κανονισμού αυτού, όπως ισχύει, για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 115), όταν:

  • α) «κράτος-μέλος καταγωγής», κατά την έννοια του

στοιχείου ια΄ του άρθρου 3 του ίδιου Κανονισμού, όπως ισχύει είναι η Ελλάδα, και

  • β) η «εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί

τις προϋποθέσεις», κατά την έννοια του στοιχείου β΄ του άρθρου 3 του Κανονισμού είναι εγκατεστημένη ή προωθείται εμπορικά στην Ελλάδα.

Άρθρο 16

Άρνηση καταχώρισης διαχειριστών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

1.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρνείται να προβεί στην κατά το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013, όπως ισχύει, καταχώριση είτε του «διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις», κατά την έννοια του στοιχείου γ΄του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού, είτε του, διαχειριστή «οργανισμού συλλογικών επενδύσεων», κατά την έννοια του στοιχείου α΄ του άρθρου 3 του Κανονισμού, κοινοποιεί στους ανωτέρω διαχειριστές, σύμφωνα με το άρθρο 14β του Κανονισμού, αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την εν λόγω άρνηση, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 14 και στην παράγραφο 6 του άρθρου 14α, αντίστοιχα, του Κανονισμού.

2.

Η απόφαση άρνησης καταχώρισης διαχειριστή, σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και η τεκμαιρόμενη, από την άπρακτη πάροδο των ως άνω προθεσμιών, σιωπηρή άρνηση καταχώρισης υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α΄ 178).

Άρθρο 17

Εξουσίες εποπτείας και διερεύνησης σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013 Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και διερεύνησης στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού 345/2013 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού 2016/679/ΕΕ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει, ιδίως, τις εξής εξουσίες:

  • α) να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα υπό

οποιαδήποτε μορφή και να λαμβάνει τα έγγραφα ή αντίγραφα αυτών,

  • β) να απαιτεί την άμεση παροχή πληροφοριών από

τον «διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις»,

  • γ) να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο

σχετίζεται με τις δραστηριότητες του «διαχειριστή εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» ή με τις δραστηριότητες της «εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις»,

  • δ) να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους με ή χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση,
  • ε) να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίζει ότι ο «διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού

κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» συνεχίζει να συμμορφώνεται με τον εν λόγω Κανονισμό,

  • στ) να εκδίδει εντολή, ώστε να διασφαλίζει ότι ένας

«διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις» συμμορφώνεται με τον Κανονισμό και δεν επαναλαμβάνει οποιαδήποτε συμπεριφορά ή πρακτική που συνιστά παράβασή του,

  • ζ) να ζητεί τις καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα αρχεία ανταλλαγής δεδομένων,
  • η) να ζητεί τη δέσμευση ή την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων,
  • θ) να επιβάλλει την προσωρινή απαγόρευση άσκησης

επαγγελματικής δραστηριότητας,

  • ι) να απαιτεί την αναστολή της έκδοσης, της εξαγοράς

ή της εξόφλησης των μεριδίων προς το συμφέρον των μεριδιούχων, των μετόχων ή του κοινού,

  • ια) να ζητεί την άσκηση ποινικής δίωξης των μη συμμορφούμενων φυσικών ή νομικών προσώπων.
Άρθρο 18

Διοικητικές κυρώσεις και μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραβιάζει τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 345/2013, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων πράξεων, διαζευκτικά ή σωρευτικά, τις εξής διοικητικές κυρώσεις και μέτρα:

  • α) δημόσια ανακοίνωση, στην οποία αναφέρεται το

υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, καθώς και η φύση της παράβασης,

  • β) εντολή που υποχρεώνει το υπεύθυνο πρόσωπο να

παύσει την παράβαση και να μην την επαναλάβει στο μέλλον,

  • γ) αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας,
  • δ) προσωρινή ή, σε περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων, οριστική απαγόρευση, κατά του υπεύθυνου

για την παράβαση φυσικού προσώπου, να συμμετέχει σε διοικητικό συμβούλιο ή να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα στις οντότητες με χαρακτηρισμό «EuVEKA», σύμφωνα με τον Κανονισμό,

  • ε) επίπληξη ή πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ

μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που απεκόμισε ο παραβάτης, εφόσον το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και αν υπερβαίνει το ανώτατο όριο των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ.

2.

Κατά τον καθορισμό του είδους των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και κατά την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που

  • α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης,
  • β) ο βαθμός ευθύνης του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η παράβαση,
  • γ) η οικονομική επιφάνεια του υπεύθυνου για την

παράβαση προσώπου, όπως προκύπτει, ιδίως, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του φυσικού προσώπου,

  • δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών

που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

  • ε) η ζημία που προκλήθηκε σε τρίτους από την παράβαση, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί, και η

τυχόν ανόρθωσή της,

  • στ) ο βαθμός συνεργασίας του προσώπου που είναι

υπεύθυνο για την παράβαση, με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεδομένης και της ανάγκης εξασφάλισης της παραίτησης του υπαίτιου προσώπου από τα αποκτηθέντα κέρδη ή τις αποφευχθείσες ζημίες,

  • ζ) η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα

συμφέροντα των επενδυτών,

  • η) η καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων του Κανονισμού και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων

πράξεων, καθώς και της λοιπής νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς, από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,

  • θ) η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο

μέλλον,

  • ι) οι ανάγκες της γενικής και ειδικής πρόληψης.
3.

Οι αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων και μέτρων που εκδίδονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπόκεινται σε προσφυγή ή αίτηση ακυρώσεως, κατά περίπτωση, ενώπιον του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

(ΕΕ) 346/2013 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 19

Αρμόδια Αρχή Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως «Aρμόδια Aρχή», κατά την έννοια του στοιχείου ιγ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2013 (L 115), για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του όταν:

  • α) «κράτος-μέλος καταγωγής», σύμφωνα με το στοιχείο ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ιδίου Κανονισμού,

όπως ισχύει, είναι η Ελλάδα, και

  • β) το «ταμείο κοινωνικής επιχειρηματικότητας που

πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο β΄της παρ. 1 του άρθρου 3 του ιδίου Κανονισμού, είναι εγκατεστημένο ή προωθείται εμπορικά στην Ελλάδα.

Άρθρο 20

Άρνηση καταχώρισης διαχειριστών από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

1.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρνείται να προβεί στην κατά το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013, όπως ισχύει, καταχώριση είτε του «διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού, είτε του διαχειριστή «οργανισμού συλλογικών επενδύσεων», σύμφωνα με το στοιχείο α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013, κοινοποιεί στους ανωτέρω διαχειριστές, σύμφωνα με το άρθρο 15β του ιδίου Κανονισμού, αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την εν λόγω άρνηση, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 15 και στην παρ. 6 του άρθρου 15α, αντίστοιχα, του Κανονισμού.

2.

Η απόφαση άρνησης καταχώρισης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και η τεκμαιρόμενη από την άπρακτη πάροδο των ως άνω προθεσμιών, σιωπηρή άρνηση καταχώρισης, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005.

Άρθρο 21

Εξουσίες εποπτείας και διερεύνησης σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013 Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας και διερεύνησης στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κανονισμού 2016/679, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει ιδίως τις εξής εξουσίες:

  • α) να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφα υπό

οποιαδήποτε μορφή και να λαμβάνει τα έγγραφα ή αντίγραφα αυτών,

  • β) να απαιτεί την άμεση παροχή πληροφοριών από τον

«διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013,

  • γ) να ζητεί πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο

σχετίζεται με τις δραστηριότητες του «διαχειριστή ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013 ή με τις δραστηριότητες του «ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο β΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013,

  • δ) να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους με ή χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση,
  • ε) να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίζει ότι ο «διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με

το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013, συνεχίζει να συμμορφώνεται με τον εν λόγω Κανονισμό,

  • στ) να εκδίδει εντολή, ώστε να διασφαλίζει ότι ένας

«διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις», σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 346/2013 συμμορφώνεται με τον ανωτέρω Κανονισμό και ότι δεν

  • ζ) να ζητεί τις υπάρχουσες καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τα αρχεία ανταλλαγής δεδομένων,

των εμπλεκόμενων φυσικών ή νομικών προσώπων, στο πλαίσιο των επιτόπιων ελέγχων,

  • η) να ζητεί τη δέσμευση ή την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων των μη συμμορφούμενων φυσικών ή

νομικών προσώπων,

  • θ) να επιβάλει την προσωρινή απαγόρευση άσκησης

επαγγελματικής δραστηριότητας,

  • ι) να απαιτεί την αναστολή της έκδοσης, της εξαγοράς

ή της εξόφλησης των μεριδίων προς το συμφέρον των μεριδιούχων, των μετόχων ή του κοινού,

  • ια) να ζητεί την άσκηση ποινικής δίωξης των μη συμμορφούμενων φυσικών ή νομικών προσώπων.

Διοικητικές κυρώσεις και μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει σε όποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παραβιάζει τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 346/2013, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση του Κανονισμού αυτού εκδιδόμενων πράξεων, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τις εξής διοικητικές κυρώσεις και μέτρα:

  • α) δημόσια ανακοίνωση, στην οποία αναφέρεται το

υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, καθώς και η φύση της παράβασης,

  • β) εντολή που υποχρεώνει το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο να παύσει την παράβαση και να μην την

επαναλάβει στο μέλλον,

  • γ) αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας,
  • δ) προσωρινή ή, σε περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων, οριστική απαγόρευση κατά του υπεύθυνου

για την παράβαση φυσικού προσώπου να συμμετέχει σε διοικητικό συμβούλιο ή να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα σε οντότητες που χρησιμοποιούν την ονομασία «EuSEF», σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό,

  • ε) επίπληξη ή πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) ευρώ μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που απεκόμισε ο παραβάτης, εφόσον

το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και αν υπερβαίνει το ανώτατο όριο των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ.

2.

Κατά τον καθορισμό του είδους των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και κατά την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που

  • α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης,
  • β) ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο αποδίδεται η παράβαση,
  • γ) η οικονομική επιφάνεια του υπαίτιου για την παράβαση προσώπου, όπως προκύπτει, ιδίως, από τον

συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του φυσικού προσώπου,

  • δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών

που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστούν,

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)