Νόμοι — ΦΕΚ A' 71/2020

Type Νόμος
Publication 2020-03-20
Τελευταία ενημέρωση 2020-03-19
State In force
Source ΦΕΚ
articles 89
Reform history JSON API

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4679

Εμπορικά σήματα - ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών - μελών περί σημάτων και της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και άλλες διατάξεις. H ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Άρθρο 1

(Άρθρα 1, 2 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Πεδίο εφαρμογής - ορισμοί - σημεία συστατικά του σήματος

1.

Με τον παρόντα νόμο ενσωματώνεται στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 2015/2436/ΕΕ «για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων» και ενσωματώνεται εκ νέου η Οδηγία 2004/48/ΕΚ «σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας».

2.

Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στα εθνικά σήματα. Εφαρμόζεται, επίσης, στις διεθνείς καταχωρίσεις σημάτων που έχουν κατατεθεί, σύμφωνα με το Διεθνές Πρωτόκολλο της Μαδρίτης (1989) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2783/2000 (Α΄ 1), στο Διεθνές Μητρώο που τηρείται από το Διεθνές Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO), εφόσον η προστασία τους έχει επεκταθεί και στην Ελλάδα, όπως προβλέπει το πιο πάνω Πρωτόκολλο.

3.

Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου οι πιο κάτω όροι έχουν τη σημασία που παρατίθεται δίπλα σε κάθε έναν από αυτούς:

  • α) Εθνικό σήμα, ή απλώς σήμα: το δικαίωμα που απονέμεται από τη Διεύθυνση Σημάτων ή τα Διοικητικά Δικαστήρια, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, ρυθμίζεται

από αυτόν και παράγει αποτελέσματα στην Ελληνική Επικράτεια.

  • β) Σήμα της ΕΕ: το δικαίωμα που απονέμεται από το

Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) σύμφωνα με τον Κανονισμό 2017/1001/ΕΕ, ρυθμίζεται από αυτόν και παράγει αποτελέσματα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση έχοντας ενιαίο χαρακτήρα σε όλα τα κράτη μέλη.

  • γ) Διεθνές σήμα ή εγκεκριμένη διεθνής καταχώριση:

το δικαίωμα που στηρίζεται σε Διεθνή Καταχώριση στο διεθνές μητρώο σημάτων που τηρεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO) σύμφωνα με το Διεθνές Πρωτόκολλο της Μαδρίτης (1989), το οποίο απονέμεται από τη Διεύθυνση Σημάτων ή τα Διοικητικά Δικαστήρια σύμφωνα με το πιο πάνω Πρωτόκολλο και τον παρόντα νόμο, μετά από αίτηση επέκτασης της προστασίας του στην Ελληνική Επικράτεια και προστατεύεται όπως το εθνικό σήμα.

  • δ) Διεθνής Καταχώριση: εγγραφή στο Διεθνές Μητρώο

που τηρείται από το Διεθνές Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO) σύμφωνα με το πιο πάνω Πρωτόκολλο.

  • ε) Διεθνές Μητρώο: το μητρώο διεθνών καταχωρίσεων

που τηρεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO) σύμφωνα με το πιο πάνω Πρωτόκολλο.

  • στ) Διεύθυνση Σημάτων: η διεύθυνση σημάτων του

Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων που είναι κατά τον παρόντα νόμο αρμόδια για την τήρηση του μητρώου σημάτων και έχει τη δικαιοδοσία που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 47.

  • ζ) Ελεγκτές: υπάλληλοι της Διεύθυνσης Σημάτων που

ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 και ελέγχουν τις δηλώσεις κατάθεσης σημάτων ως προς την πληρότητα του περιεχομένου τους, την αναπαράσταση του σήματος, την περιγραφή των προϊόντων και των υπηρεσιών, τα τέλη και τα τυχόν άλλα στοιχεία ή έγγραφα που τις συνοδεύουν.

  • η) Ερευνητές: υπάλληλοι της Διεύθυνσης Σημάτων που

ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 και πραγματοποιούν έρευνα για προγενέστερα σήματα κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5.

  • θ) Εξεταστές: υπάλληλοι της Διεύθυνσης Σημάτων που

ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 και εξετάζουν τη συνδρομή απόλυτων λόγων απαραδέκτου κατά την έννοια του άρθρου 4.

  • ι) Καταχωρητές: υπάλληλοι της Διεύθυνσης Σημάτων

που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 και καταχωρούν σήματα στο μητρώο, αφού ελέγξουν ότι δεν ασκήθηκαν ανακοπές ή ότι αυτές απορρίφθηκαν με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής είναι ή έχει καταστεί τελεσίδικη.

  • ια) Διοικητική Επιτροπή Σημάτων: η επιτροπή του

άρθρου 30 που έχει τη δικαιοδοσία που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 47.

  • ιβ) Μητρώο Σημάτων ή, απλώς, μητρώο: το μητρώο

του άρθρου 33 το οποίο περιλαμβάνει εθνικά σήματα, εθνικά συλλογικά σήματα, εθνικά σήματα πιστοποίησης, διεθνή σήματα, καθώς και τις σχετικές δηλώσεις (αιτήσεις) που εκκρεμούν για εξέταση.

  • ιγ) Δήλωση κατάθεσης σήματος ή, απλώς, δήλωση:

αίτηση για την απονομή δικαιώματος σε εθνικό σήμα που εξετάζεται με βάση τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του παρόντος.

  • ιδ) Καταχώριση: η οριστική εγγραφή της δήλωσης

κατάθεσης σήματος στο Μητρώο Σημάτων μετά την εξέταση των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων του παρόντος με την οποία γεννάται το δικαίωμα στο εθνικό σήμα.

  • ιε) Διεκδίκηση διεθνούς προτεραιότητας ή διεκδίκηση

προτεραιότητας ή δικαιώματα προτεραιότητας: η πλασματική χρονική προτεραιότητα που απολαύει στην Ελλάδα μια δήλωση κατάθεσης εθνικού σήματος σύμφωνα με το άρθρο 4 της Διεθνούς Σύμβασης Παρισίων 1883 (ν. 213/1975, Α΄ 258) ή μια διεθνής καταχώριση σύμφωνα με τα άρθρα 3, 3 τρις και 4 του Διεθνούς Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης του 1989.

Άρθρο 2

(Άρθρο 3 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Σημεία συστατικά του σήματος - αναπαράσταση του σήματος

1.

Το εθνικό σήμα μπορεί να αποτελείται από οποιαδήποτε σημεία, ιδίως από λέξεις, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος προσώπων, ή από σχέδια, γράμματα, αριθμούς, χρώματα, το σχήμα του προϊόντος ή τη συσκευασία του προϊόντος, ή από ήχους, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά:

  • α) είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες

άλλων επιχειρήσεων και

  • β) μπορούν να αναπαρίστανται στο μητρώο, κατά τρόπο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στο κοινό να

προσδιορίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια το αντικείμενο της προστασίας που παρέχεται στο δικαιούχο του.

2.

Για τον σκοπό της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1, η αναπαράσταση του σήματος πρέπει να υποβάλλεται στο μητρώο σε οποιαδήποτε κατάλληλη μορφή, με τη χρήση ευρέως διαθέσιμης τεχνολογίας, που καθιστά δυνατή την αναπαράστασή του κατά τρόπο σαφή, ακριβή, αυτοτελή, ευπρόσιτο, κατανοητό, διαρκή και αντικειμενικό.

3.

Η αναπαράσταση του σήματος καθορίζει το αντικείμενο της καταχώρισης. Αν η αναπαράσταση συνοδεύεται από περιγραφή σύμφωνα με τις περιπτώσεις δ΄, ε΄, στ΄ υποπεριπτώσεις ββ΄ και η΄ της παραγράφου 4 ή την παράγραφο 5, η εν λόγω περιγραφή πρέπει να συνάδει με την αναπαράσταση και να μη διευρύνει το πεδίο της. Σε περίπτωση απόκλισης της περιγραφής από την αναπαράσταση υπερισχύει η τελευταία.

4.

Αν η δήλωση αφορά οποιοδήποτε είδος σήματος από τα αναφερόμενα στις κατωτέρω περιπτώσεις α΄ έως ι΄, περιλαμβάνει σχετική μνεία για το είδος του σήματος. Το είδος του σήματος και η αναπαράστασή του πρέπει να συνάδουν μεταξύ τους και να πληρούνται κατά τα λοιπά και οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 έως 3. Για τον σκοπό αυτό, η αναπαράσταση του σήματος πρέπει να γίνεται ως εξής:

  • α) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται αποκλειστικά από λέξεις, γράμματα, αριθμούς, άλλους κοινούς τυπογραφικούς χαρακτήρες ή συνδυασμό των παραπάνω

(λεκτικό σήμα), το σήμα αναπαρίσταται με τυποποιημένη γραμματοσειρά και διάταξη, χωρίς κάποιο γραφιστικό χαρακτηριστικό ή χρώμα,

  • β) σε περίπτωση σήματος όπου χρησιμοποιούνται

μη τυποποιημένοι χαρακτήρες, τρόπος απεικόνισης ή διάταξη ή κάποιο γραφιστικό χαρακτηριστικό ή χρώμα (απεικονιστικό σήμα), συμπεριλαμβανομένων των σημάτων που συνίστανται αποκλειστικά από απεικονιστικά στοιχεία ή από συνδυασμό λεκτικών και απεικονιστικών στοιχείων, το σήμα αναπαρίσταται με απεικόνιση στην οποία παρουσιάζονται όλα τα στοιχεία του και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τα χρώματά του,

  • γ) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται σε ή περιλαμβάνει τρισδιάστατο σχήμα, συμπεριλαμβανομένων

των περιεκτών, της συσκευασίας και του προϊόντος αυτού καθαυτού ή της όψης τους (σήμα τρισδιάστατου σχήματος), το σήμα αναπαρίσταται είτε με γραφική απεικόνιση του σχήματος, μεταξύ άλλων, μέσω εικόνων που έχουν παραχθεί από υπολογιστή, είτε με φωτογραφική απεικόνιση. Η γραφική ή φωτογραφική απεικόνιση μπορεί να περιέχει περισσότερες προοπτικές. Αν η αναπαράσταση δεν υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μπορεί να περιέχει έως έξι (6) διαφορετικές προοπτικές,

  • δ) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται στον συγκεκριμένο τρόπο τοποθέτησης ή επίθεσης του σήματος

στο προϊόν (σήμα θέσης), το σήμα αναπαρίσταται με απεικόνιση με την οποία προσδιορίζονται καταλλήλως η θέση του σήματος και το μέγεθος ή η αναλογία του προς τα σχετικά προϊόντα. Τα στοιχεία που δεν αποτελούν μέρος του αντικειμένου της καταχώρισης διαφοροποιούνται οπτικά, κατά προτίμηση με διακεκομμένες ή διάστικτες γραμμές. Η αναπαράσταση μπορεί να συνοδεύεται από αναλυτική περιγραφή του τρόπου επίθεσης του σήματος στα προϊόντα,

  • ε) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται αποκλειστικά σε ένα σύνολο στοιχείων τα οποία επαναλαμβάνονται κατά τακτό τρόπο (σήμα μοτίβου), το σήμα αναπαρίσταται με απεικόνιση στην οποία παρουσιάζεται το

επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Η αναπαράσταση μπορεί να συνοδεύεται από αναλυτική περιγραφή του τακτού τρόπου με τον οποίο επαναλαμβάνονται τα στοιχεία του,

  • στ) σε περίπτωση σήματος συνιστάμενου σε χρώμα:

(αα) αν το σήμα συνίσταται αποκλειστικά σε μεμονωμένο χρώμα χωρίς περιγράμματα, το σήμα αναπαρίσταται με απεικόνιση του χρώματος συνοδευόμενη από (ββ) αν το σήμα συνίσταται αποκλειστικά σε συνδυασμό χρωμάτων χωρίς περιγράμματα, το σήμα αναπαρίσταται με απεικόνιση που παρουσιάζει τη συστηματική διάταξη του συνδυασμού χρωμάτων, κατά ομοιόμορφο και προκαθορισμένο τρόπο, συνοδευόμενη από μνεία των εν λόγω χρωμάτων μέσω της παραπομπής σε γενικά αναγνωρισμένο χρωματικό κωδικό. Μπορεί επίσης να παρέχεται αναλυτική περιγραφή της συστηματικής διάταξης των χρωμάτων,

  • ζ) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται αποκλειστικά σε έναν ήχο ή συνδυασμό ήχων (ηχητικό σήμα),

το σήμα αναπαρίσταται μέσω αρχείου ήχου στο οποίο αναπαράγεται ο ήχος ή μέσω της ακριβούς αναπαράστασης του ήχου με μουσική σημειογραφία,

  • η) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται σε ή περιλαμβάνει μία κίνηση ή μεταβολή της θέσης των στοιχείων του σήματος (σήμα κίνησης), το σήμα αναπαρίσταται μέσω αρχείου βίντεο ή μέσω σειράς διαδοχικών

σταθερών εικόνων που αναπαριστούν την κίνηση ή τη μεταβολή της θέσης. Σε περίπτωση χρήσης σταθερών εικόνων, αυτές μπορεί να είναι αριθμημένες ή να συνοδεύονται από επεξηγηματική περιγραφή της διαδοχής,

  • θ) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται σε ή περιλαμβάνει συνδυασμό εικόνας και ήχου (οπτικοακουστικό

σήμα), το σήμα αναπαρίσταται μέσω οπτικοακουστικού αρχείου το οποίο περιέχει τον συνδυασμό εικόνας και ήχου,

  • ι) σε περίπτωση σήματος που συνίσταται σε στοιχεία

με ολογραφικά χαρακτηριστικά (ολογραφικό σήμα), το σήμα αναπαρίσταται μέσω αρχείου βίντεο ή γραφικής ή φωτογραφικής απεικόνισης που περιέχει τις προοπτικές, οι οποίες απαιτούνται για τον επαρκή προσδιορισμό του ολογραφικού αποτελέσματος στο σύνολό του.

5.

Αν το σήμα δεν ανήκει στα είδη που παρατίθενται στην παράγραφο 4, η αναπαράστασή του πρέπει να είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 και μπορεί να συνοδεύεται από περιγραφή.

6.

Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων καθορίζονται ο τύπος, το μέγεθος και κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια του ηλεκτρονικού ή και έγχαρτου αρχείου απεικόνισης του προς κατάθεση σήματος.

Άρθρο 3

(Άρθρο 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Κτήση δικαιώματος Το δικαίωμα στο σήμα αποκτάται με την καταχώρισή του στο μητρώο.

Άρθρο 4

(Άρθρο 4 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου

1.

Δεν καταχωρίζονται ως σήματα, ή εάν έχουν καταχωριστεί είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα, σημεία τα οποία:

  • α) δεν μπορεί να αποτελέσουν σήμα, σύμφωνα με την

παράγραφο 1 του άρθρου 2,

  • β) στερούνται διακριτικού χαρακτήρα,
  • γ) συνίστανται αποκλειστικά σε σημεία ή ενδείξεις που

μπορεί να χρησιμεύσουν στο εμπόριο για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας,

  • δ) συνίστανται αποκλειστικά σε σημεία ή ενδείξεις, τα

οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου,

  • ε) συνίστανται αποκλειστικά:

(αα) στο σχήμα ή άλλο χαρακτηριστικό που επιβάλλεται από την ίδια τη φύση του προϊόντος ή (ββ) στο σχήμα ή άλλο χαρακτηριστικό των προϊόντων που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος ή (γγ) στο σχήμα ή άλλο χαρακτηριστικό του προϊόντος που προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν,

  • στ) αντίκεινται στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη,
  • ζ) θα μπορούσαν να παραπλανήσουν το κοινό, ιδίως

ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας,

  • η) η κατάθεσή τους, αν ελλείπει η άδεια των αρμόδιων

αρχών, είναι αντίθετη στο άρθρο 6 τρις της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων (1883), που κυρώθηκε με τον ν. 213/1975 (Α΄ 258),

  • θ) επιπροσθέτως αυτών που αναφέρονται στο άρθρο

6 τρις της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων (1883), συνίστανται σε ή περιλαμβάνουν διακριτικά σύμβολα, εμβλήματα ή θυρεούς, που παρουσιάζουν δημόσιο ενδιαφέρον και δεν έχει επιτραπεί η καταχώρισή τους από τις αρμόδιες αρχές,

  • ι) η καταχώρισή τους αποκλείεται από την ελληνική ή

την ενωσιακή νομοθεσία ή τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ένωση ή η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων,

  • ια) η καταχώρισή τους αποκλείεται από την ενωσιακή

ή την ελληνική νομοθεσία ή τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ένωση ή η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων των οίνων,

  • ιβ) η καταχώρισή τους αποκλείεται από την ενωσιακή νομοθεσία ή τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η

Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία των εγγυημένων παραδοσιακών ιδιότυπων προϊόντων,

  • ιγ) συνίστανται σε ή αναπαράγουν στα βασικά τους

στοιχεία προγενέστερη ονομασία φυτικής ποικιλίας που έχει καταχωριστεί σύμφωνα με την ελληνική ή ενωσιακή νομοθεσία ή τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ένωση ή η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία των δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών και τα οποία σχετίζονται με φυτικές ποικιλίες του ιδίου είδους ή πολύ συγγενικών ειδών,

  • ιδ) κατατίθενται αντίθετα στην καλή πίστη,
  • ιε) έχουν μεγάλη συμβολική σημασία, ιδίως θρησκευτικά σύμβολα, παραστάσεις και λέξεις.

εφόσον, μέχρι την ημερομηνία κατάθεσής του, απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσης του. Ένα σήμα που καταχωρίστηκε δεν κηρύσσεται άκυρο για τους ίδιους λόγους, εφόσον, πριν από την ημερομηνία της αίτησης κήρυξης της ακυρότητας, λόγω της χρήσης του, απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα.

Άρθρο 5

(Άρθρο 5 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου

1.

Κατόπιν άσκησης ανακοπής του άρθρου 25 από τον δικαιούχο προγενέστερου σήματος, σημείο δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση ή, αν έχει καταχωριστεί, ακυρώνεται μετά την άσκηση αίτησης ακυρότητας του άρθρου 52 ή μετά την άσκηση ανταγωγής ακυρότητας στο πλαίσιο αγωγής προσβολής σήματος κατά την παράγραφο 12 του άρθρου 38:

  • α) αν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα για τα οποία ή οι υπηρεσίες για τις οποίες το σήμα

ζητείται ή έχει καταχωριστεί ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα,

  • β) αν λόγω του ταυτόσημου ή της ομοιότητας με το

προγενέστερο σήμα και του ταυτόσημου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που τα δύο σήματα προσδιορίζουν, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισής του με το προγενέστερο σήμα,

  • γ) αν ταυτίζεται ή είναι παρόμοιο με προγενέστερο

σήμα, ανεξαρτήτως του αν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τις οποίες κατατέθηκε ή καταχωρίστηκε ταυτίζονται ή είναι παρόμοια ή δεν είναι παρόμοια με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον το προγενέστερο σήμα έχει φήμη στην Ελλάδα ή, σε περίπτωση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει φήμη στην Ένωση και η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος, χωρίς εύλογη αιτία (without due cause, sans juste motif, ohne rechtfertigenden Grund), θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.

2.

Ως προγενέστερα σήματα κατά τον παρόντα νοούνται:

  • α) τα σήματα, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών

σημάτων με ισχύ στην Ελλάδα και των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης του σήματος, αφού ληφθούν υπόψη τα δικαιώματα προτεραιότητας ή αρχαιότητας αυτών που προβλήθηκαν,

  • β) οι προγενέστερες δηλώσεις σημάτων, συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω διεθνών σημάτων και

σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την επιφύλαξη της καταχώρισής τους,

  • γ) τα σήματα τα οποία, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης του σήματος ή ενδεχομένως κατά

την ημερομηνία προτεραιότητας που προβάλλεται προς υποστήριξη αυτής, είναι παγκοίνως γνωστά κατά την έννοια του άρθρου 6 δις της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων (1883).

3.

Κατόπιν άσκησης ανακοπής του άρθρου 25 από τον δικαιούχο προγενέστερου δικαιώματος, σημείο δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση ή, αν έχει καταχωριστεί, ακυρώνεται μετά την άσκηση αίτησης ακυρότητας του άρθρου 52 ή μετά την άσκηση ανταγωγής στο πλαίσιο αγωγής προσβολής σήματος κατά την παράγραφο 12 του άρθρου 38, αν:

  • α) προσκρούει σε δικαίωμα προγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές, το οποίο παρέχει στον δικαιούχο το δικαίωμα να

απαγορεύει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος, με την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα αυτό έχει αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του εν λόγω σημείου, αφού ληφθούν υπόψη τα προβαλλόμενα δικαιώματα προτεραιότητας,

  • β) προσκρούει σε προγενέστερο δικαίωμα της προσωπικότητας τρίτου ή σε προγενέστερο δικαίωμα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας πέραν αυτών που

ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο,

  • γ) ενδέχεται να δημιουργήσει σύγχυση με σήμα που

έχει καταχωριστεί και χρησιμοποιείται στην αλλοδαπή κατά τη στιγμή της κατάθεσης της δήλωσης, αν αυτή έγινε κακόπιστα από τον αιτούντα,

  • δ) πληρεξούσιος ή αντιπρόσωπος κατέθεσε στο όνομά

του σημείο στο οποίο υπήρχε δικαίωμα του αντιπροσωπευομένου, χωρίς την άδεια του τελευταίου, εκτός αν ο εν λόγω πληρεξούσιος ή αντιπρόσωπος μπορεί να δικαιολογήσει την πράξη του,

  • ε) προσκρούει σε προγενέστερη ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη, που προστατεύεται από το

ενωσιακό ή ελληνικό δίκαιο, ή σε προγενέστερη αίτηση για καταχώριση ονομασίας προέλευσης ή γεωγραφικής ένδειξης, με την επιφύλαξη της καταχώρισής της και εφόσον η εν λόγω ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη παρέχει στο πρόσωπο που νομιμοποιείται να ασκεί τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος.

4.

Έγγραφη συναίνεση του δικαιούχου προγενέστερου σήματος ή άλλου δικαιώματος της παραγράφου 3, που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε στάδιο εξέτασης του σήματος έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, αίρει το σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 3 κώλυμα καταχώρισης αυτού.

5.

Κατά την εξέταση της δήλωσης κατάθεσης σήματος, ο Ερευνητής της Διεύθυνσης Σημάτων εντοπίζει τα κατά την κρίση του προγενέστερα σήματα, καθώς και τις προγενέστερες δηλώσεις σημάτων, συμπεριλαμβανομένων και των διεθνών καταχωρίσεων με χώρα προσδιορισμού την Ελλάδα, κατά την έννοια της παραγράφου 1, και ενημερώνει, με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τους δικαιούχους, προκειμένου αυτοί να ασκήσουν, αν το επιθυμούν, ανακοπή. Σε κάθε περίπτωση, οι τρίτοι οφείλουν να ενημερώνονται για την άσκηση ανακοπής από τον ιστότοπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, όπου αναρτάται η απόφαση του Εξεταστή που δέχεται τη δήλωση. Λόγοι απόρριψης που αφορούν μέρος μόνον των προϊόντων ή των υπηρεσιών Αν οι λόγοι απόρριψης ενός σήματος αφορούν μέρος μόνον των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ή τις οποίες το εν λόγω σήμα έχει κατατεθεί, η απόρριψη καλύπτει μόνο τα συγκεκριμένα αυτά προϊόντα ή τις συγκεκριμένες αυτές υπηρεσίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ – ΕΚΤΑΣΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Άρθρο 7

(Άρθρα 10, 16 παρ. 5, 28 παρ. 5 και 32 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Περιεχόμενο του δικαιώματος

1.

Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του καταχωρισμένου σήματος, η καταχώριση του σήματος παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ιδίως παρέχει το δικαίωμα της χρήσης του, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και τις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, τους τιμοκαταλόγους, τις αγγελίες, τις κάθε είδους διαφημίσεις, καθώς και σε άλλο έντυπο υλικό, και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

2.

Ως χρήση του σήματος θεωρείται επίσης:

  • α) η χρήση του σήματος με μορφή που διαφέρει ως

προς στοιχεία τα οποία δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή, ανεξαρτήτως αν το σήμα στη μορφή που χρησιμοποιείται είναι επίσης καταχωρισμένο επ’ ονόματι του δικαιούχου ή όχι,

  • β) η επίθεση του σήματος σε προϊόντα ή στη συσκευασία αποκλειστικά με προορισμό την εξαγωγή,
  • γ) η χρήση του σήματος με τη συγκατάθεση του δικαιούχου, καθώς και η χρήση συλλογικού σήματος ή

σήματος πιστοποίησης από δικαιούμενα προς τούτο πρόσωπα θεωρείται ως χρήση από τον ίδιο το δικαιούχο του σήματος.

3.

Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του καταχωρισμένου σήματος, ο δικαιούχος του εν λόγω καταχωρισμένου σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σημείο για προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν:

  • α) το σημείο είναι ταυτόσημο με το σήμα και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημα με εκείνα

για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα,

  • β) το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα

και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που είναι ταυτόσημα ή παρόμοια με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα, αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει τον κίνδυνο συσχέτισης του σημείου με το σήμα,

  • γ) το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα,

ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημα, παρόμοια ή μη παρόμοια με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα, αν αυτό χαίρει φήμης εντός της Ελλάδος και η χρησιμοποίηση του σημείου, χωρίς εύλογη αιτία (without due cause, sans juste motif, ohne rechtfertigenden Grund), θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.

4.

Αν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 3, μπορεί ιδίως, να απαγορεύεται:

  • α) η επίθεση του σημείου επί των προϊόντων ή της

συσκευασίας τους,

  • β) η επίθεση του σήματος σε γνήσια προϊόντα παραγωγής του σηματούχου, που προόριζε να τα κυκλοφορήσει

ως ανώνυμα ή με άλλο σήμα,

  • γ) η αφαίρεση του σήματος από γνήσια προϊόντα του

σηματούχου και η διάθεσή τους στην αγορά ως ανώνυμων ή με άλλο σήμα,

  • δ) η προσφορά ή εμπορία των προϊόντων ή η κατοχή

τους προς εμπορία ή η προσφορά ή παροχή των υπηρεσιών με τη χρήση του σημείου,

  • ε) η εισαγωγή ή η εξαγωγή των προϊόντων με τη χρήση

του σημείου,

  • στ) η χρησιμοποίηση του σημείου ως εμπορικής ή

εταιρικής επωνυμίας ή ως μέρους εμπορικής ή εταιρικής επωνυμίας,

  • ζ) η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό

έντυπο υλικό και στη διαφήμιση, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης,

  • η) η χρησιμοποίηση του σημείου σε συγκριτική διαφήμιση, κατά τρόπο που αντίκειται στην παράγραφο 2

του άρθρου 9 του ν. 2251/1994 (Α΄191).

5.

Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του εν λόγω καταχωρισμένου σήματος, ο δικαιούχος καταχωρισμένου σήματος, που προστατεύεται στην Ελλάδα, δικαιούται επίσης να εμποδίζει όλους τους τρίτους να φέρνουν στην Ελλάδα, στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών, προϊόντα, χωρίς τα προϊόντα αυτά να έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ελληνική Επικράτεια, όταν τα προϊόντα αυτά, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας, προέρχονται από τρίτες χώρες και φέρουν, χωρίς άδεια, σήμα το οποίο είναι ταυτόσημο με το καταχωρισμένο σήμα για τα εν λόγω προϊόντα ή το οποίο δεν μπορεί να διακριθεί κατά τα ουσιώδη σημεία του από το εν λόγω καταχωρισμένο σήμα. Η απαγόρευση αυτή ισχύει για οποιοδήποτε τελωνειακό καθεστώς και αν υπαχθούν τα ως άνω προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της διαμετακόμισης, μεταφόρτωσης, τελωνειακής αποταμίευσης, προσωρινής εναπόθεσης, της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή της προσωρινής εισαγωγής, ακόμα και αν τα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο παύει να υφίσταται αν, στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (L 181), προκειμένου να διαπιστωθεί αν το καταχωρισμένο σήμα έχει προσβληθεί, ο διασαφιστής ή ο κάτοχος των προϊόντων παράσχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο δικαιούχος του καταχωρισμένου σήματος δεν δικαιούται να απαγορεύει τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά της χώρας τελικού προορισμού.

Άρθρο 8

(Άρθρο 11 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Δικαίωμα απαγόρευσης προπαρασκευαστικών πράξεων σε συνάρτηση με τη χρήση συσκευασίας ή άλλων μέσων Όταν υπάρχει κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν η συσκευασία, οι ετικέτες, οι πινακίδες, τα χαρακτηριστικά ασφαλείας, οι διατάξεις γνησιότητας ή οποιαδήποτε άλλα μέσα επί των οποίων μπορεί να τοποθετηθεί το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες, η εν λόγω χρήση θα συνιστούσε δε παραβίαση των δικαιωμάτων του δικαιούχου του σήματος βάσει των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 7, ο δικαιούχος έχει το δικαίωμα να απαγορεύει τις ακόλουθες πράξεις, αν διενεργούνται στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών: α) επίθεση σημείου ταυτόσημου ή παρόμοιου με το σήμα στη συσκευασία, τις ετικέτες, τις πινακίδες, τα χαρακτηριστικά ασφαλείας, τις διατάξεις γνησιότητας ή οποιαδήποτε άλλα μέσα επί των οποίων μπορεί να τοποθετηθεί το σήμα, β) προσφορά ή εμπορία ή κατοχή προς εμπορία ή εισαγωγή ή εξαγωγή συσκευασίας, ετικετών, πινακίδων, χαρακτηριστικών ασφαλείας, διατάξεων γνησιότητας ή οποιωνδήποτε άλλων μέσων επί των οποίων τοποθετείται το σήμα.

Άρθρο 9

(Άρθρο 12 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Ανατύπωση του σήματος σε λεξικά Αν η ανατύπωση του σήματος σε λεξικό, εγκυκλοπαίδεια, ή παρόμοιο έργο αναφοράς, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, δημιουργεί την εντύπωση ότι αποτελεί την κοινή ονομασία των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ή τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα, ο εκδότης, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου του σήματος, μεριμνά, ώστε η ανατύπωση του σήματος να συνοδεύεται, χωρίς καθυστέρηση και στην περίπτωση έργου σε έντυπη μορφή, κατά την επόμενη έκδοση του έργου το αργότερο, από ένδειξη ότι πρόκειται για καταχωρισμένο σήμα.

Άρθρο 10

(Άρθρο 13 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Απαγόρευση της χρήσης του σήματος το οποίο έχει καταχωρισθεί επ’ ονόματι πληρεξουσίου ή αντιπροσώπου

1.

Αν ένα σήμα έχει καταχωριστεί επ’ ονόματι του πληρεξουσίου ή του αντιπροσώπου του δικαιούχου του σήματος αυτού, χωρίς την άδειά του, ο δικαιούχος δικαιούται σωρευτικά ή διαζευκτικά:

  • α) να αντιταχθεί στη χρήση του σήματός του από τον

πληρεξούσιο ή τον αντιπρόσωπό του, εφαρμοζομένων των διατάξεων του κεφαλαίου Ε΄ (άρθρα 38-48),

  • β) να απαιτήσει την εκχώρηση του σήματος σ’ αυτόν

με αγωγή που ασκείται στα πολιτικά δικαστήρια.

2.

Αντί για την εκχώρηση του σήματος κατά την περίπτωση β΄, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει την κήρυξη της ακυρότητάς του κατά το άρθρο 52 ή να ασκήσει ανταγωγή ακυρότητας κατά την παράγραφο 12 του άρθρου 38.

3.

Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται, αν ο πληρεξούσιος ή ο αντιπρόσωπος δικαιολογήσει την πράξη του.

Άρθρο 11

(Άρθρο 14 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Περιορισμός των αποτελεσμάτων του σήματος

1.

Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους να χρησιμοποιούν στις εμπορικές συναλλαγές:

  • α) το επώνυμο ή τη διεύθυνση του τρίτου προσώπου,

όταν το τρίτο πρόσωπο είναι φυσικό πρόσωπο,

  • β) σημεία ή ενδείξεις που δεν έχουν διακριτικό χαρακτήρα ή που αφορούν το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, τον χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής

της υπηρεσίας, ή άλλα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών,

  • γ) το σήμα για τον προσδιορισμό ή την αναφορά σε

προϊόντα ή υπηρεσίες, όπως εκείνα του δικαιούχου του εν λόγω σήματος, ιδίως αν η χρήση του σήματος είναι αναγκαία, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας και ιδίως όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά.

2.

Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνον εφόσον η χρήση από τους τρίτους γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο.

3.

Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει στους τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος, αν η χρήση του δικαιώματος αυτού γίνεται μέσα στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται.

Άρθρο 12

(Άρθρο 9 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Απώλεια δικαιώματος λόγω ανοχής

1.

Ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 5, ή άλλου προγενέστερου δικαιώματος, κατά την έννοια των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 5, δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση ή να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερου καταχωρισμένου στην Ελλάδα σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες αυτό χρησιμοποιήθηκε, εφόσον ανέχτηκε εν γνώσει του τη χρήση του σήματος αυτού για περίοδο πέντε (5) συνεχών ετών, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη.

2.

Στην περίπτωση της παραγράφου 1, ο δικαιούχος του μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος δεν

Άρθρο 13

(Άρθρο 15 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Ανάλωση του δικαιώματος

1.

Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί με το σήμα αυτό στο εμπόριο μέσα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.

2.

Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται αν ο δικαιούχος έχει εύλογη αιτία (legitimate reasons, motif légitimes, berechtigte Gründe) να αντιταχθεί στη μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων, ιδίως, όταν η κατάσταση των προϊόντων μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται μετά τη διάθεσή τους στο εμπόριο.

Άρθρο 14

Δήλωση περιορισμού O καταθέτης μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε δήλωση περιορισμού προϊόντων ή υπηρεσιών που αναφέρονται στη δήλωση κατάθεσης.

Άρθρο 15

(Άρθρο 41 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Διαίρεση της δήλωσης κατάθεσης ή της καταχώρισης σήματος

1.

Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος μπορεί να διαιρέσει τη δήλωση κατάθεσης ή την καταχώριση σήματος αντίστοιχα, δηλώνοντας ότι ένα τμήμα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στην αρχική δήλωση ή καταχώριση θα αποτελέσουν αντικείμενο μιας ή περισσότερων τμηματικών δηλώσεων ή καταχωρίσεων. Τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες της δήλωσης διαίρεσης δεν επιτρέπεται να αλληλεπικαλύπτονται με εκείνα που παραμένουν στην αρχική ή τμηματική δήλωση κατάθεσης ή στην καταχώριση.

2.

Η χρονική προτεραιότητα κάθε τμηματικής δήλωσης κατάθεσης ή καταχώρισης ανατρέχει στον χρόνο κατάθεσης της αρχικής δήλωσης.

3.

Αν έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 25 κατά της δήλωσης κατάθεσης ή αίτηση ή ανταγωγή έκπτωσης ή ακυρότητας κατά της καταχώρισης και η σχετική απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ή η διαδικασία δεν έχει περαιωθεί κατ’ άλλον τρόπο, είναι απαράδεκτη δήλωση διαίρεσης που έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των προϊόντων ή των υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο της ανακοπής ή της αίτησης ή της ανταγωγής έκπτωσης ή ακυρότητας της καταχώρισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΤΟ ΣΗΜΑ ΩΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟ ΑΓΑΘΟ

Άρθρο 16

(Άρθρο 22 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Μεταβίβαση

1.

Το δικαίωμα στο σήμα μπορεί να μεταβιβαστεί, εν ζωή ή αιτία θανάτου, για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωριστεί, ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης.

2.

Η δια συμβάσεως μεταβίβαση της επιχείρησης στο σύνολό της συνεπάγεται και τη μεταβίβαση του σήματος, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή αυτό προκύπτει σαφώς από τις περιστάσεις.

3.

Η συμφωνία για τη μεταβίβαση είναι έγγραφη. Είτε ο μεταβιβάζων είτε ο αποκτών ζητεί την εγγραφή της μεταβίβασης στο μητρώο σημάτων.

4.

Προκειμένου για δήλωση κατάθεσης σήματος που η εξέτασή της εκκρεμεί, επιτρέπεται η μεταβολή του προσώπου του αιτούντος την κατάθεση με έγγραφη συμφωνία. Οι παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται αναλόγως.

5.

Όταν μεταβιβάζεται δήλωση κατάθεσης σήματος κατά το χρονικό διάστημα που η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον της Διεύθυνσης Σημάτων ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή των Διοικητικών Δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο ειδικός ή ο καθολικός διάδοχος δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Η άσκηση παρέμβασης καθιστά αυτόν κύριο διάδικο που μπορεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματα του δικαιοπαρόχου του, ο οποίος αποβάλλεται από τη δίκη.

6.

Μέχρι και την ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου συζήτηση, ο καταθέτης μπορεί να αποκτήσει εκ μεταβιβάσεως προγενέστερο σήμα που κωλύει την καταχώριση της κρινόμενης δήλωσής του, οπότε η καταχώριση της μεταβίβασης στο μητρώο σημάτων αίρει αυτοδικαίως τον λόγο που κώλυε την καταχώριση. Το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ανωτέρω μεταβίβαση με μόνη την προσκόμιση στη δικάσιμο αντιγράφου της μερίδας του σήματος όπου σημειώνεται η μεταβίβαση, χωρίς να χρειάζεται η επίκληση της μεταβίβασης με πρόσθετους λόγους. Τα ίδια ισχύουν και αν το προγενέστερο σήμα που κωλύει την καταχώριση της κρινόμενης δήλωσης έπαυσε να ισχύει.

Άρθρο 17

(Άρθρο 25 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Άδεια χρήσης

1.

Επιτρέπεται η παραχώρηση, αποκλειστικής ή μη, άδειας χρήσης του εθνικού ή διεθνούς με ισχύ στην Ελλάδα σήματος ή της δήλωσης κατάθεσης σήματος, για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα της ελληνικής Επικράτειας. Η συμφωνία για την παραχώρηση άδειας χρήσης σήματος είναι έγγραφη. Είτε ο δικαιούχος, με δήλωσή του, είτε ο αδειούχος, με εξουσιοδότηση του δικαιούχου, ζητεί την εγγραφή της παραχώρησης στο μητρώο σημάτων.

2.

Ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα κατά του αδειούχου που παραβιάζει διατάξεις της σύμβασης για την παραχώρηση άδειας χρήσης σχετικά με:

  • α) τη διάρκεια της άδειας,
  • β) τη μορφή με την οποία μπορεί, σύμφωνα με την

καταχώριση, να χρησιμοποιηθεί το σήμα,

  • γ) το είδος των προϊόντων ή των υπηρεσιών, για τα

οποία ή για τις οποίες έχει παραχωρηθεί η άδεια,

  • δ) την περιοχή μέσα στην οποία επιτρέπεται η χρήση

του σήματος,

  • ε) την ποιότητα των προϊόντων που κατασκευάζει ή

των υπηρεσιών που παρέχει ο αδειούχος. άδειες χρήστης αυτού με τη διαδικασία και τους όρους των παραγράφων 1 και 2.

4.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της σύμβασης για την παραχώρηση άδειας χρήσης, τις αξιώσεις για την προσβολή του σήματος ασκεί αυτοτελώς και ο αδειούχος χρήσης σήματος, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος. Εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, ο αποκλειστικός αδειούχος μπορεί, και χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, να ασκήσει αυτοτελώς τις αξιώσεις για την προσβολή του σήματος, όταν ο τελευταίος, μολονότι οχλήθηκε για την προσβολή του σήματος, δεν ασκεί τις αξιώσεις του σε εύλογο χρονικό διάστημα.

5.

Όταν ο δικαιούχος ασκεί αγωγή, ο αδειούχος μπορεί να ασκήσει παρέμβαση και να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που ο ίδιος υπέστη.

6.

Όταν λύεται ή τροποποιείται η συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης, το μητρώο σημάτων ενημερώνεται σχετικά από τον δικαιούχο του σήματος.

7.

Δήλωση του σηματούχου ότι, έληξε με οποιοδήποτε τρόπο η παραχώρηση άδειας χρήσης επιφέρει αυτοδικαίως τη διαγραφή της άδειας που έχει καταχωριστεί στο μητρώο.

Άρθρο 18

(Άρθρα 23, 24 και 26 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Εμπράγματα δικαιώματα - αναγκαστική εκτέλεση - πτωχευτική διαδικασία

1.

Επί του σήματος μπορεί να συσταθεί ενέχυρο ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα με την εγγραφή της σχετικής σύμβασης στο μητρώο σημάτων.

2.

Το σήμα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συντηρητικής ή αναγκαστικής κατάσχεσης και αναγκαστικής εκτέλεσης. Οι εν λόγω πράξεις εγγράφονται στο μητρώο σημάτων.

3.

Το σήμα ανήκει στην πτωχευτική περιουσία. Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση εγγράφεται στο μητρώο σημάτων.

4.

Οι παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται και επί δηλώσεων κατάθεσης σήματος.

Άρθρο 19

Αποτελέσματα έναντι τρίτων Οι δικαιοπραξίες που αφορούν σήμα, στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 16, 17 και η παράγραφος 1 του άρθρου 18, παράγουν αποτελέσματα έναντι τρίτων μόνο μετά την εγγραφή τους στο μητρώο. Κατ’ εξαίρεση, παράγουν αποτελέσματα και πριν από την εγγραφή τους έναντι των προσώπων τα οποία απέκτησαν μεν δικαιώματα επί του σήματος μετά την ημερομηνία της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ήταν όμως εν γνώσει αυτής κατά την ημερομηνία κτήσης των δικαιωμάτων τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ

Άρθρο 20

Δήλωση κατάθεσης σήματος

1.

Για την καταχώριση εθνικού σήματος κατατίθεται δήλωση κατάθεσης σήματος στη Διεύθυνση Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Η μορφή και το περιεχόμενο της δήλωσης κατάθεσης σήματος καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων.

2.

Η δήλωση κατάθεσης σήματος λαμβάνει αριθμό, ημερομηνία και ώρα κατάθεσης, εγγράφεται στο μητρώο σημάτων και τα στοιχεία της αναρτώνται σε κοινές ή συνδεδεμένες βάσεις δεδομένων και διαδικτυακών πυλών περί σημάτων που προβλέπει η ελληνική ή η ενωσιακή νομοθεσία.

3.

Η δήλωση κατάθεσης σήματος ελέγχεται ως προς την πληρότητα του περιεχομένου της, την αναπαράσταση του σήματος, την περιγραφή των προϊόντων και των υπηρεσιών, τα τέλη και τα τυχόν άλλα στοιχεία ή έγγραφα που τη συνοδεύουν από Ελεγκτή. Στη συνέχεια γίνεται έρευνα για προγενέστερα σήματα κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 από Ερευνητή. Η συνδρομή απόλυτων λόγων απαραδέκτου κατά την έννοια του άρθρου 4 εξετάζεται από Εξεταστή. Αν δεν συντρέχουν απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου, ο Εξεταστής είναι αρμόδιος να κάνει δεκτή τη δήλωση κατάθεσης σήματος. Στην περίπτωση αυτή, ο Εξεταστής δίνει εντολή για τη δημοσίευση της απόφασής του που κάνει δεκτή τη δήλωση κατάθεσης σήματος με την ανάρτησή της στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, προκειμένου να ενημερωθούν οι τυχόν τρίτοι που θα ήθελαν να ασκήσουν ανακοπές σύμφωνα με το άρθρο 25. Αν δεν ασκηθούν ανακοπές ή αυτές απορριφθούν με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο ή απορριφθούν με απόφαση των Διοικητικών Δικαστηρίων που είναι ή έχει καταστεί τελεσίδικη, τότε το σήμα καταχωρείται στο μητρώο σημάτων με πράξη του Καταχωρητή που είναι αρμόδιος για τον έλεγχο των προϋποθέσεων αυτών. Οι υπάλληλοι που ασκούν καθήκοντα «Ελεγκτών», «Ερευνητών», «Εξεταστών» και «Καταχωρητών» καθορίζονται με απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων καθορίζονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που πρέπει να πληρούν οι υπάλληλοι αυτοί, για να διασφαλίζεται ότι έχουν επαρκή επαγγελματική εμπειρία και ότι, το έργο τους θα είναι υψηλής ποιότητας.

Άρθρο 21

(Άρθρα 37, 38, 42 και 50 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Προϋποθέσεις για χορήγηση ημερομηνίας κατάθεσης

1.

Η δήλωση κατάθεσης σήματος συνοδεύεται από απόδειξη καταβολής τέλους κατάθεσης και πρέπει να περιέχει:

  • α) αίτημα για καταχώριση σήματος,
  • β) αναπαράσταση του σήματος,
  • γ) ονοματεπώνυμο, κατοικία, τηλέφωνο επικοινωνίας

και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του καταθέτη. Για νομικά πρόσωπα, αναγράφεται η επωνυμία, η έδρα, η διεύθυνση των γραφείων τους, τηλέφωνο επι εκάστοτε ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνση που δηλώθηκε τελευταία θεωρείται νόμιμη διεύθυνση του καταθέτη, στην οποία νόμιμα κοινοποιούνται έγγραφα ή αποστέλλονται ηλεκτρονικά μηνύματα που αφορούν τη σχετική δήλωση σήματος,

  • δ) κατάλογο των προϊόντων ή υπηρεσιών τα οποία το

σήμα πρόκειται να διακρίνει, ταξινομημένα κατά κλάσεις με αναγραφή της οικείας κλάσεως κατά ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 23.

2.

Η ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης είναι η ημερομηνία υποβολής της στη Διεύθυνση Σημάτων.

3.

Αν η δήλωση κατάθεσης δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, ο Ελεγκτής της Διεύθυνσης Σημάτων προσκαλεί τον καταθέτη ή τον αντίκλητό του να διορθώσει ή να συμπληρώσει τις διαπιστωθείσες παρατυπίες ή ελλείψεις μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της πρόσκλησης. Η κοινοποίηση της πρόσκλησης γίνεται με απόδειξη στην ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνση του καταθέτη ή του αντικλήτου. Αν υπάρχει απόδειξη της κοινοποίησης, θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση αυτής κατά την ημερομηνία που αναφέρει η κοινοποίηση. Αν ο καταθέτης συμμορφωθεί προς την πρόσκληση του Ελεγκτή μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, αυτή χορηγεί ως ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης την ημερομηνία κατά την οποία διορθώθηκαν ή συμπληρώθηκαν όλες οι διαπιστωθείσες παρατυπίες ή ελλείψεις, με την επιφύλαξη όμως των ειδικότερων διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 22, καθώς και της παραγράφου 7 του άρθρου 23. Σε αντίθετη περίπτωση, η εξέταση της δήλωσης δεν ολοκληρώνεται και με πράξη του Ελεγκτή της Διεύθυνσης Σημάτων τίθεται στο αρχείο. Η πράξη αυτή κοινοποιείται στον καταθέτη ή τον αντίκλητό του και προσβάλλεται ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επομένη της κοινοποίησής της. Για την κοινοποίηση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο.

Άρθρο 22

Λοιπές τυπικές προϋποθέσεις της δήλωσης κατάθεσης

1.

Εκτός από τα στοιχεία της παραγράφου 1 του άρθρου 21, η δήλωση κατάθεσης σήματος πρέπει να περιέχει:

  • α) την υπογραφή του καταθέτη ή, κατά περίπτωση,

του πληρεξούσιου δικηγόρου του,

  • β) αν διεκδικείται διεθνής προτεραιότητα, την ημερομηνία της προγενέστερης κατάθεσης, καθώς και τη

χώρα όπου αυτή ισχύει,

  • γ) αν ο καταθέτης εκπροσωπείται από πληρεξούσιο

δικηγόρο, το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, το τηλέφωνο και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του. Αν οι καταθέτες για την ίδια δήλωση είναι περισσότεροι, διορίζεται κοινός πληρεξούσιος δικηγόρος,

  • δ) διορισμό αντικλήτου, διεύθυνση, τηλέφωνο επικοινωνίας και ηλεκτρονική διεύθυνσή του. Αν οι καταθέτες

για την ίδια δήλωση είναι περισσότεροι, διορίζεται κοινός αντίκλητος. Ο καταθέτης υποχρεούται να γνωστοποιεί στη Διεύθυνση Σημάτων κάθε αλλαγή των ανωτέρω στοιχείων. Η εκάστοτε ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνση του αντικλήτου που δηλώθηκε τελευταία θεωρείται νόμιμη διεύθυνση αυτού, στην οποία νομίμως κοινοποιούνται έγγραφα ή αποστέλλονται ηλεκτρονικά μηνύματα που αφορούν τη σχετική δήλωση σήματος,

  • ε) μνεία για το είδος του σήματος, σύμφωνα με την

παράγραφο 4 του άρθρου 2 ή την παράγραφο 1 του άρθρου 56 ή την παράγραφο 1 του άρθρου 64,

  • στ) αν το σήμα είναι γραμμένο με χαρακτήρες άλλους

από αυτούς του ελληνικού και λατινικού αλφαβήτου, την απόδοση των χαρακτήρων αυτών στο ελληνικό ή λατινικό αλφάβητο.

2.

Αν η δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, ο Ελεγκτής της Διεύθυνσης Σημάτων προσκαλεί τον καταθέτη ή τον αντίκλητο να διορθώσει ή να συμπληρώσει τις διαπιστωθείσες παρατυπίες ή ελλείψεις μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επομένη της κοινοποίησης σχετικής πρόσκλησης. Αν ο καταθέτης συμμορφωθεί προς την πρόσκληση της Διεύθυνσης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, ισχύει η αρχική ημερομηνία κατάθεσης. Διαφορετικά, ο Ελεγκτής της Διεύθυνσης Σημάτων την απορρίπτει και κοινοποιεί τη σχετική απόφαση στον καταθέτη ή τον αντίκλητο. Για τις κοινοποιήσεις εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 3 του άρθρου 21. Η απορριπτική απόφαση προβάλλεται ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επομένη της κοινοποίησής της.

3.

Η δήλωση, καθώς και η αναπαράσταση του σήματος κατατίθενται υποχρεωτικά και σε ηλεκτρονική μορφή με την προσκόμιση στη Διεύθυνση Σημάτων ψηφιακού δίσκου ή άλλου πρόσφορου ηλεκτρονικού αποθηκευτικού μέσου.

4.

Η δήλωση κατάθεσης, συνοδευόμενη από την αναπαράσταση του σήματος, μπορεί να υποβάλλεται και εξ αποστάσεως με ηλεκτρονικά μέσα. Στην περίπτωση αυτή η δήλωση κατάθεσης και η αναπαράσταση του σήματος υποβάλλονται ηλεκτρονικά.

5.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Εσωτερικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, οι τεχνικές προδιαγραφές, η τεχνική διαχείριση και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης κατάθεσης και της αναπαράστασης του σήματος και την εφαρμογή της παραγράφου 3. Η δήλωση κατάθεσης υπογράφεται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του καταθέτη φυσικού προσώπου ή, κατά περίπτωση, του πληρεξούσιου δικηγόρου του ή την εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του καταθέτη νομικού προσώπου ή η ταυτοποίηση γίνεται με οποιοδήποτε σύστημα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014.

Άρθρο 23

(Άρθρο 39 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Προσδιορισμός και ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών

1.

Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται καταχώριση σήματος ταξινομούνται σύμφωνα με το σύ προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957 («ταξινόμηση της Νίκαιας», που κυρώθηκε με τον ν. 2505/1997, Α΄118). Στον διαδικτυακό χώρο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων αναρτάται στην ελληνική γλώσσα η εκάστοτε ισχύουσα διεθνής ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών.

2.

Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ή για τις οποίες ζητείται η προστασία ταυτοποιούνται από τον καταθέτη με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να μπορούν οι αρμόδιες αρχές και οι οικονομικοί φορείς, αποκλειστικά σε αυτή τη βάση, να προσδιορίσουν την έκταση της επιδιωκόμενης προστασίας.

3.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, μπορούν να χρησιμοποιούνται οι γενικές ενδείξεις που περιλαμβάνονται στους τίτλους των κλάσεων της ταξινόμησης της Νίκαιας ή άλλοι γενικοί όροι, εφόσον ανταποκρίνονται στα απαιτούμενα πρότυπα σαφήνειας και ακρίβειας που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

4.

Η χρήση γενικών όρων, όπου συμπεριλαμβάνονται οι γενικές ενδείξεις των τίτλων των κλάσεων της ταξινόμησης της Νίκαιας, θεωρείται ότι περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που καλύπτονται σαφώς από την κυριολεκτική έννοια της ένδειξης ή του όρου. Η χρήση αυτών των όρων ή ενδείξεων δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνει προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν μπορούν να νοηθούν κατά την ανωτέρω έννοια.

5.

Όταν ο καταθέτης ζητεί καταχώριση για περισσότερες από μία κλάσεις, ομαδοποιεί τα προϊόντα και τις υπηρεσίες σύμφωνα με τις κλάσεις της ταξινόμησης της Νίκαιας, κάθε δε ομάδας προηγείται ο αριθμός της κλάσης στην οποία ανήκει αυτή η ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών και κάθε ομάδα παρατίθεται με τη σειρά των κλάσεων.

6.

Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες δεν θεωρούνται παρόμοια μεταξύ τους επειδή εμφανίζονται στην ίδια κλάση στην ταξινόμηση της Νίκαιας. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες δεν θεωρούνται διαφορετικά μεταξύ τους επειδή εμφανίζονται σε διαφορετικές κλάσεις στην ταξινόμηση της Νίκαιας.

7.

Ο Ελεγκτής της Διεύθυνσης Σημάτων απορρίπτει τη δήλωση κατάθεσης σήματος, λόγω ενδείξεων ή όρων που είναι ασαφείς ή ανακριβείς ή ταξινομημένοι σε λανθασμένη κλάση, όταν ο καταθέτης δεν προτείνει αποδεκτή διατύπωση ή ταξινόμηση μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επομένη της κοινοποίησης σχετικής πρόσκλησης από τον Ελεγκτή στον καταθέτη ή τον αντίκλητο. Αν ο καταθέτης προτείνει αποδεκτή διατύπωση ή ταξινόμηση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, ισχύει η ημερομηνία κατάθεσης της αρχικής δήλωσης. Αν ο καταθέτης δεν προτείνει αποδεκτή διατύπωση ή ταξινόμηση, ο Ελεγκτής της Διεύθυνσης Σημάτων απορρίπτει τη δήλωση κατάθεσης σήματος και κοινοποιεί τη σχετική απόφαση στον καταθέτη ή τον αντίκλητο. Για τις κοινοποιήσεις εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 3 του άρθρου 21. Η απορριπτική απόφαση προσβάλλεται ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επομένη της κοινοποίησής της.

Άρθρο 24

Εξέταση των λόγων απαραδέκτου

1.

Αρμόδιος για την εξέταση των λόγων απαραδέκτου του άρθρου 4 και τη λήψη απόφασης σχετικά με την παραδοχή ή την απόρριψη της δήλωσης κατάθεσης σήματος είναι ο Εξεταστής της Διεύθυνσης Σημάτων.

2.

Αν δεν συντρέχει κάποιος λόγος απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 4, η δήλωση κατάθεσης σήματος γίνεται δεκτή από τον Εξεταστή της Διεύθυνσης Σημάτων και δημοσιεύεται η σχετική απόφαση στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων μέσα σε προθεσμία πενήντα (50) ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατάθεσης.

3.

Αν από την έρευνα που πραγματοποιεί ο Εξεταστής της Διεύθυνσης Σημάτων προκύπτει ότι η δήλωση κατάθεσης του σήματος είναι απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 4 για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών της δήλωσης κατάθεσης, ο καταθέτης ή ο αντίκλητος καλείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επομένη της κοινοποίησης της σχετικής πρόσκλησης είτε να ανακαλέσει τη δήλωση είτε να περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματος σε βαθμό που να καθίσταται αυτό παραδεκτό είτε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Για την κοινοποίηση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 21.

4.

Αν ο καταθέτης περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματος σε βαθμό που να καθίσταται αυτό παραδεκτό ή αν οι παρατηρήσεις του κριθούν βάσιμες, η δήλωση γίνεται δεκτή με απόφαση του Εξεταστή της Διεύθυνσης Σημάτων που δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επομένη της υποβολής του περιορισμού ή των παρατηρήσεων του καταθέτη.

5.

Αν ο καταθέτης δεν απαντήσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία ή δεν ανακαλέσει τη δήλωσή του ή δεν περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματός του σε βαθμό που να καθίσταται αυτό παραδεκτό ή, τέλος, οι παρατηρήσεις του δεν κριθούν παραδεκτές και βάσιμες, ο Εξεταστής της Διεύθυνσης Σημάτων απορρίπτει τη δήλωση, είτε στο σύνολό της είτε κατά το μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για το οποίο προβλήθηκαν αντιρρήσεις.

6.

Η απόφαση απόρριψης εν όλω της δήλωσης σήματος κοινοποιείται στον καταθέτη ή τον αντίκλητό του, κατά περίπτωση, με μέριμνα της Διεύθυνσης Σημάτων, με κάθε πρόσφορο μέσο, κατά προτίμηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία, παράλληλα δε δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, χωρίς η δημοσίευση αυτή να κινεί την προθεσμία ανακοπής του άρθρου 25. Για την κοινοποίηση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου

21.

Αν στη συνέχεια η ως άνω απόφαση του εξεταστή ανατραπεί, μετά από προσφυγή κατ’ άρθρο 29 ή 32, με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, που δεν προσβάλλεται με ένδικα βοηθήματα ή μέσα, ή με τελεσίδικη απόφαση των διοικητικών δικαστηρίων αντίστοιχα, δημοσιεύεται η ως άνω δεκτή απόφαση στον διαδικτυ

7.

Η απόφαση του εξεταστή που δέχεται εν μέρει τη δήλωση σήματος κοινοποιείται στον καταθέτη, ή τον αντίκλητό του, κατά περίπτωση, με μέριμνα της Διεύθυνσης Σημάτων, με κάθε πρόσφορο μέσο, κατά προτίμηση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία, παράλληλα δε δημοσιεύεται στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, χωρίς η δημοσίευση αυτή να κινεί την προθεσμία ανακοπής του άρθρου 25. Αν ο καταθέτης επιθυμεί να επισπεύσει την έναρξη της προθεσμίας ανακοπής του άρθρου 25 και την καταχώριση του σήματος μπορεί είτε να υποβάλει αίτηση διαίρεσης είτε να παραιτηθεί από την άσκηση προσφυγής κατά το σκέλος της απόφασης που απέρριψε τη δήλωση κατάθεσης του σήματος είτε να αφήσει την προθεσμία αυτή να παρέλθει άπρακτη. Στις περιπτώσεις αυτές ακολουθεί νέα δημοσίευση στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για τον σκοπό έναρξης της προθεσμίας ανακοπής του άρθρου 25. Σε περίπτωση που ασκηθεί προσφυγή, η δημοσίευση της απόφασης για τους σκοπούς του άρθρου 25 αναστέλλεται, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ως άνω προσφυγής που δεν θα υπόκειται πλέον σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα.

Άρθρο 25

(Άρθρο 43 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Ανακοπή

1.

Κατά της απόφασης του Εξεταστή της Διεύθυνσης Σημάτων ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή της τελεσίδικης απόφασης των διοικητικών δικαστηρίων που έκαναν κατά περίπτωση δεκτή τη δήλωση κατάθεσης σήματος μπορεί να ασκηθεί ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών που αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, για τον λόγο ότι η καταχώριση προσκρούει σε έναν ή περισσότερους λόγους του άρθρου 4 ή των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 5.

2.

Αν πρόκειται για λόγους του άρθρου 4, η ανακοπή ασκείται από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και κάθε ένωση, ομάδα ή φορέα εκπροσώπησης κατασκευαστών, παραγωγών, παρόχων υπηρεσιών, εμπόρων ή καταναλωτών, εξηγώντας για ποιους λόγους η δήλωση πρέπει να απορριφθεί.

3.

Αν πρόκειται για λόγους των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 5, η ανακοπή ασκείται από τους δικαιούχους των προγενέστερων σημάτων ή δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 5, καθώς και από τους εξουσιοδοτημένους προς τούτο κατόχους αδειών χρήσης των σημάτων αυτών, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 17 που εφαρμόζεται αναλόγως

4.

Η ανακοπή ασκείται με έγγραφο που κατατίθεται πάντα στη Διεύθυνση Σημάτων και διαβιβάζεται προς εξέταση στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, ακόμα κι αν η δήλωση σήματος έγινε δεκτή με τελεσίδικη απόφαση των διοικητικών δικαστηρίων.

Άρθρο 26

Στοιχεία της ανακοπής Η ανακοπή συνοδεύεται από απόδειξη καταβολής τέλους και πρέπει να περιέχει:

  • α) τον αριθμό της δήλωσης κατάθεσης σήματος κατά

της οποίας στρέφεται και τα στοιχεία του δικαιούχου της,

  • β) τους λόγους στους οποίους στηρίζεται. Αν η ανακοπή στηρίζεται σε προγενέστερα κατατεθειμένα ή καταχωρισμένα σήματα, ή άλλα προγενέστερα δικαιώματα,

πρέπει να τα μνημονεύει ειδικά. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να μνημονεύει ειδικά και αν στηρίζεται στο σύνολο ή σε μέρος μόνο των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ή για τις οποίες ισχύει κάθε προγενέστερο κατατεθειμένο ή καταχωρισμένο σήμα ή άλλο προγενέστερο δικαίωμα. Αν η ανακοπή στηρίζεται σε περισσότερα προγενέστερα κατατεθειμένα ή καταχωρισμένα σήματα, ή άλλα προγενέστερα δικαιώματα, αυτά πρέπει να ανήκουν όλα στον ίδιο δικαιούχο.

  • γ) σαφή προσδιορισμό των προϊόντων ή των υπηρεσιών της δήλωσης κατάθεσης σήματος κατά των οποίων

στρέφεται η ανακοπή.

Άρθρο 27

(Άρθρο 43 παρ. 3 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Εξέταση της ανακοπής

1.

Η Διεύθυνση Σημάτων χορηγεί αμέσως στον ανακόπτοντα αριθμό πρωτοκόλλου με την ημερομηνία κατάθεσης και ημερομηνία συνεδρίασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων που θα εξετάσει την ανακοπή. Με επιμέλεια του ανακόπτοντος, επικυρωμένο αντίγραφο της ανακοπής, με πράξη ορισμού συζήτησης και κλήση σ’ αυτή, κοινοποιείται κατά περίπτωση στον καταθέτη ή τον αντίκλητό του, με δικαστικό επιμελητή, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή η ανακοπή είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται.

2.

Πρόσθετοι λόγοι επί της ανακοπής κατατίθενται είκοσι (20) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων που θα την εξετάσει. Με επιμέλεια του ανακόπτοντος, επικυρωμένο αντίγραφο των πρόσθετων λόγων κοινοποιείται κατά περίπτωση στον καταθέτη ή τον αντίκλητό του, με δικαστικό επιμελητή, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Αν δεν τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι και δεν λαμβάνονται υπόψη.

3.

Αν ο καθ’ ου είναι κάτοικος ή έχει έδρα στην αλλοδαπή, οι προθεσμίες των παραγράφων 1 και 2 παρατείνονται κατά τριάντα (30) πλήρεις ημέρες.

4.

Για την εξέταση της ανακοπής εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 30. Κατά τη δικάσιμο ο πρόεδρος της Επιτροπής χορηγεί στον ανακόπτοντα και τον καταθέτη της δήλωσης σήματος, μόνο ύστερα από κοινό αίτημά τους, διάστημα δύο (2) τουλάχιστον μηνών, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακοπής, προκειμένου να επιτραπεί η δυνατότητα φιλικού διακανονισμού μεταξύ τους, ακόμα και χωρίς την υποβολή τους σε διαδικασία διαμεσολάβησης του άρθρου 31. το αποδεικτικό υλικό που έχει τεθεί στη διάθεσή της από τα μέρη. Δεν εμποδίζεται όμως να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη πραγματικά γεγονότα που είναι τόσο πασίδηλα, ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά.

6.

Αν από την εξέταση της ανακοπής προκύπτει ότι, η καταχώριση της δήλωσης κατάθεσης του σήματος δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτή διακρίνει, η δήλωση απορρίπτεται είτε στο σύνολό της ή εν μέρει για συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες. Σε αντίθετη περίπτωση η ανακοπή απορρίπτεται και η δήλωση κατάθεσης γίνεται δεκτή.

Άρθρο 28

(Άρθρο 44 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Απόδειξη χρήσης

1.

Ύστερα από αίτηση αυτού που κατέθεσε τη δήλωση σήματος, κατά της οποίας στρέφεται η ανακοπή, ο ανακόπτων, δικαιούχος προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 5, οφείλει να αποδείξει είτε ότι μέσα στην περίοδο των πέντε (5) ετών που προηγήθηκε της ημερομηνίας κατάθεσης της ανακοπτόμενης δήλωσης ή της ημερομηνίας της προτεραιότητάς της είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρίστηκε και στα οποία βασίζεται η ανακοπή είτε ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση, εφόσον κατά την ημερομηνία κατάθεσης της ανακοπτόμενης δήλωσης ή την ημερομηνία της προτεραιότητάς της το προγενέστερο σήμα ήταν καταχωρισμένο για πέντε (5) τουλάχιστον έτη. Όταν η ανακοπή βασίζεται σε προγενέστερο σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ουσιαστική του χρήση προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2017 (L 154).

2.

Η αίτηση για απόδειξη ουσιαστικής χρήσης υποβάλλεται, επί ποινή απαραδέκτου, κατά την εξέταση της ανακοπής ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Στην περίπτωση αυτή ο πρόεδρος της Επιτροπής χορηγεί στον ανακόπτοντα προθεσμία τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών από την ημέρα συζήτησης, προκειμένου αυτός να υποβάλει υπόμνημα και να παράσχει το αποδεικτικό υλικό για την αιτούμενη χρήση και τους ισχυρισμούς του επί της ανακοπής. Ο πρόεδρος της Επιτροπής χορηγεί, επίσης, στον καταθέτη της δήλωσης κατάθεσης σήματος, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, προθεσμία εικοσιπέντε (25) τουλάχιστον πλήρων ημερών, που αρχίζει μετά την παρέλευση της προηγούμενης προθεσμίας που τάχθηκε στον ανακόπτοντα, για να λάβει γνώση του αποδεικτικού υλικού και των ισχυρισμών του ανακόπτοντος και για να υποβάλει το δικό του υπόμνημα και αποδεικτικό υλικό. Μέσα σε τρεις (3) πλήρεις ημέρες μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, τα μέρη υποβάλλουν προσθήκη-αντίκρουση. Η Επιτροπή εξετάζει την υπόθεση βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους διαδίκους. Δεν εμποδίζεται όμως να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη πραγματικά γεγονότα που είναι τόσο πασίγνωστα, ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά.

3.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, αν ο ανακόπτων δεν αποδείξει την ουσιαστική χρήση του σήματός του ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση του, η ανακοπή απορρίπτεται χωρίς να εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης.

4.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, αν το προγενέστερο σήμα χρησιμοποιήθηκε για μέρος μόνο των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, για τους σκοπούς της εξέτασης της ανακοπής θεωρείται καταχωρισμένο μόνο για το μέρος αυτό των προϊόντων ή των υπηρεσιών.

Άρθρο 29

Προσφυγή ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων

1.

Οι αποφάσεις των Εξεταστών της Διεύθυνσης Σημάτων που απορρίπτουν εν όλω ή εν μέρει τη δήλωση κατάθεσης σήματος υπόκεινται σε προσφυγή μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) πλήρων ημερών που αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 24.

2.

Η προσφυγή ασκείται με έγγραφο που κατατίθεται στη Διεύθυνση Σημάτων και εξετάζεται από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων κατά το νόμο και την ουσία.

3.

Η Διεύθυνση Σημάτων χορηγεί αμέσως στον προσφεύγοντα αντίγραφο της προσφυγής, στο οποίο σημειώνει τον αριθμό πρωτοκόλλου που δόθηκε σ’ αυτήν με την ημερομηνία κατάθεσης και την ημερομηνία συνεδρίασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων που θα την εξετάσει.

4.

Πρόσθετοι λόγοι επί της προσφυγής υποβάλλονται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων που θα την εξετάσει.

5.

Για την εξέταση της προσφυγής εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 30.

Άρθρο 30

(Άρθρο 45 παρ. 1 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Διοικητική Επιτροπή Σημάτων

1.

Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων εδρεύει στην Αθήνα και συνεδριάζει στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, σε γραφείο που ορίζεται με πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Σημάτων.

2.

Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων είναι αρμόδια για την αποδοχή ή την απόρριψη των ακόλουθων αιτήσεων:

  • α) της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 25,
  • β) της προσφυγής κατά αποφάσεων των Εξεταστών

σύμφωνα με το άρθρο 29,

  • γ) της αίτησης για έκπτωση από το δικαίωμα στο σήμα

σύμφωνα με το άρθρο 50,

  • δ) της αίτησης ακυρότητας σήματος σύμφωνα με το

άρθρο 52,

  • ε) της παρέμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 12

σε οποιαδήποτε διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν της, καθώς και δικαιούχων σημάτων ή τρίτων κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

3.

Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων και λειτουργεί σε τριμελή τμήματα. Κάθε τμήμα της αποτελείται από:

  • α) έναν πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του,
  • β) έναν υπάλληλο του δημόσιου τομέα όπως αυτός

ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 σε συνδυασμό με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 κατηγορίας ΠΕ ή ΕΕΠ, πτυχιούχο νομικής, που υπηρετεί στη Διεύθυνση Σημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, ως μέλος, με τον αναπληρωτή του,

  • γ) έναν υπάλληλο του δημόσιου τομέα, όπως αυτός

ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 σε συνδυασμό με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 κατηγορίας ΠΕ ή ΕΕΠ ή ΤΕ της ίδιας Διεύθυνσης με αποδεδειγμένη εμπειρία στο αντικείμενο των σημάτων, ως μέλος, με τον αναπληρωτή του.

4.

Οι εισηγητές στις υποθέσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ορίζονται με πράξη του προέδρου του τμήματος στο οποίο εισάγονται προς εξέταση. Η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα της Επιτροπής καθορίζεται σύμφωνα με τη χρονική σειρά κατάθεσης των σχετικών αιτήσεων της παραγράφου 2.

5.

Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων συνεδριάζει σε ημέρες και ώρες οι οποίες ορίζονται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Σημάτων στην αρχή κάθε έτους και γνωστοποιούνται με τοιχοκόλληση στο γραφείο της αρμόδιας Διεύθυνσης, καθώς και με ανάρτηση στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Η συζήτηση σε κάθε τμήμα της Επιτροπής γίνεται με βάση το έκθεμα που καταρτίζει ο πρόεδρός του. Το έκθεμα τοιχοκολλάται στη Διεύθυνση Σημάτων και αναρτάται στον ανωτέρω διαδικτυακό τόπο οκτώ (8) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα συνεδρίασης της Επιτροπής.

6.

Οι συνεδριάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων είναι δημόσιες και τηρούνται πρακτικά από τον γραμματέα κάθε τμήματος, που ορίζεται με απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Σημάτων. Η γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων παρέχεται από υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ της Διεύθυνσης Σημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή.

7.

Τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων δεν επιτρέπεται να έχουν συμμετάσχει στη λήψη αποφάσεων της Διεύθυνσης Σημάτων σχετικά με την παραδοχή ή την απόρριψη της αμφισβητούμενης δήλωσης σήματος.

8.

Η θητεία των μελών της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων είναι τριετής, με δυνατότητα ανανέωσης για ίσο χρόνο. Ο πρόεδρος και τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων είναι ανεξάρτητοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και μπορούν να παυθούν με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων για σοβαρούς λόγους σχετικούς με την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ιδίως για παράβαση της αρχής της αμεροληψίας, αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων τους και άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας. Τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, πλην του προέδρου της, είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

9.

Η Διεύθυνση Σημάτων και η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων υποστηρίζονται με υπαλλήλους που υπηρετούν στη Διεύθυνση Σημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, καθώς και με αποσπάσεις ή μετατάξεις στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων (Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή) προσωπικού σύμφωνα με το ν. 4440/2016 (Α΄ 224).

10.

Όσοι υποβάλλουν στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων αιτήσεις της παραγράφου 2, καθώς και αυτοί κατά των οποίων στρέφονται οι αιτήσεις αυτές παρίστανται σε αυτήν μετά ή δια δικηγόρου και μπορούν να αναπτύσσουν τους ισχυρισμούς τους εγγράφως και να υποβάλουν κάθε χρήσιμο για την υποστήριξη της υπόθεσής τους στοιχείο ή έγγραφο. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι είναι ταυτόχρονα και αντίκλητοι των μερών που εκπροσωπούν. Για τη νόμιμη παράστασή τους οφείλουν να δηλώνουν ταχυδρομική διεύθυνση, καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις οποίες μπορούν να γίνονται κοινοποιήσεις. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι μπορούν να παρίστανται και με δήλωση που κατατίθεται στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της συζήτησης και σημειώνεται αμέσως στο έκθεμα. Στην περίπτωση αυτή οφείλουν να ενημερώνονται με δική τους πρωτοβουλία από τη γραμματεία της Επιτροπής για την τυχόν υποβολή αιτήματος απόδειξης χρήσης και γενικά για την πορεία της υπόθεσης. Από την απουσία των ενδιαφερομένων μερών δεν τεκμαίρεται ομολογία και η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων λαμβάνει απόφαση ως να ήταν παρόντα όλα τα μέρη. Ενώπιον της Επιτροπής για υποθέσεις επί ανακοπών, προσφυγών, και αιτήσεων επίλυσης διαφοράς γίνονται δεκτά τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και για υποθέσεις επί αιτήσεων έκπτωσης ή ακυρότητας σήματος γίνονται δεκτά τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, γίνονται δεκτές ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου με κλήτευση του αντιδίκου προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών. Η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει την εξέταση μαρτύρων ενώπιον της.

11.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφία και πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Οι απορριπτικές αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων κοινοποιούνται με επιμέλεια της Διεύθυνσης Σημάτων στα ενδιαφερόμενα μέρη ή στους αντικλήτους τους με κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία. Για τις κοινοποιήσεις εφαρμόζονται αναλόγως το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 21.

12.

Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Η παρέμβαση ασκείται με έγγραφο που κατατίθεται στη διαδικασία με δικαστικό επιμελητή, πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Αν δεν τηρηθεί αυτή η προθεσμία, η παρέμβαση είναι απαράδεκτη.

13.

Για τις ανάγκες σε προσωπικό της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων συνιστώνται στο Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων οκτώ (8) οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού, πτυχιούχοι νομικής, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Άρθρο 31

(Άρθρο 43 παρ. 3 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Διαμεσολάβηση

1.

Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ ιδιωτών οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, μπορεί να υποβληθεί από τα μέρη κοινή αίτηση διαμεσολάβησης οποτεδήποτε μετά την κατάθεση ανακοπής, αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας και παρέμβασης. Η αίτηση κατατίθεται στη Διεύθυνση Σημάτων και διαβιβάζεται στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων. Αν υποβληθεί κοινή αίτηση διαμεσολάβησης, η διαδικασία ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων αναστέλλεται.

2.

Από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης διαμεσολάβησης οι προθεσμίες αναστέλλονται και συνεχίζουν να τρέχουν από την ημέρα επανάληψης της διαδικασίας. Η διαμεσολάβηση ολοκληρώνεται μέσα σε ένα εξάμηνο που αρχίζει από την επομένη της υποβολής του αιτήματος. Τα μέρη μπορούν να συμφωνούν εγγράφως παράταση της ανωτέρω προθεσμίας για χρονικό διάστημα έως τρείς (3) μήνες. Η σχετική συμφωνία παράτασης κατατίθεται στη Διεύθυνση Σημάτων και διαβιβάζεται στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων. Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης ορίζοντας νέα συζήτηση μετά την πάροδο του εξαμήνου ή του τριμήνου, κατά περίπτωση.

3.

Τα μέρη ορίζουν από κοινού διαμεσολαβητή νόμιμα διαπιστευμένο στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 202 του ν. 4512/2018 ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.

Τα μέρη συμφωνούν από κοινού με τον διαμεσολαβητή τις ειδικές λεπτομέρειες για τη διαμεσολάβηση.

5.

Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης τα μέρη παρίστανται μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους. Η πληρεξουσιότητα για την παράσταση των μερών διά πληρεξούσιου δικηγόρου ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων καλύπτει και τη συμφωνία περί υπαγωγής στη διαμεσολάβηση.

6.

Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, η διαμεσολάβηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης στο οποίο έχουν πρόσβαση τα μέρη.

7.

Μετά το πέρας της διαδικασίας της διαμεσολάβησης υπογράφεται πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο συντάσσεται από τον διαμεσολαβητή και υπογράφεται από τον ίδιο, τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Το πρακτικό περιλαμβάνει τα στοιχεία του διαμεσολαβητή, των μερών και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, καθώς και άλλων προσώπων που συμμετείχαν στη διαμεσολάβηση, τον τόπο και τον χρόνο της διαμεσολάβησης, καθώς και τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη ή τη διαπίστωση της αποτυχίας της διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση αποτυχίας της διαμεσολάβησης το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από τον διαμεσολαβητή, ο οποίος οφείλει να μνημονεύσει ότι τα μέρη δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Το πρακτικό υποβάλλεται στη Διεύθυνση Σημάτων από τον διαμεσολαβητή ή οποιοδήποτε μέρος και διαβιβάζεται στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων.

8.

Οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, ο οποίος δεσμεύει όλα τα συμμετέχοντα πρόσωπα, ιδίως τον διαμεσολαβητή, τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους τους.

9.

Οι διαμεσολαβητές πρέπει να απολαμβάνουν ανεξαρτησίας και ουδετερότητας, καθώς και να είναι αμερόληπτοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

10.

Η Διεύθυνση Σημάτων μπορεί να συνεργάζεται με άλλους αναγνωρισμένους ελληνικούς, ευρωπαϊκούς ή διεθνείς οργανισμούς που ασκούν δραστηριότητες διαμεσολάβησης.

Άρθρο 32

Προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων

1.

Οι αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων που κρίνουν επί αποφάσεων των Εξεταστών της Διεύθυνσης Σημάτων, επί ανακοπών, ή επί αιτήσεων επίλυσης διαφοράς υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών που αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης των εν λόγω αποφάσεων.

2.

Η προσφυγή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

3.

Κατά τη συζήτηση ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων καλούνται κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας για άσκηση παρέμβασης αυτοί που έχουν συμμετάσχει στη διαδικασία ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Όσοι έχουν νομίμως κλητευθεί κατά τα ανωτέρω για άσκηση παρέμβασης δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή του άρθρου 25. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Άρθρο 33

Καταχώριση – μητρώο σημάτων

1.

Η Διεύθυνση Σημάτων τηρεί μητρώο σημάτων και το ενημερώνει.

2.

Το μητρώο περιέχει τις εξής εγγραφές:

  • α) τα στοιχεία των δηλώσεων κατάθεσης σήματος,
  • β) τις αποφάσεις των Εξεταστών, της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, των διοικητικών δικαστηρίων και του

Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων επί ανακοπών του άρθρου 583 ΚΠολΔ με αντικείμενο την έκπτωση ή την ακυρότητα σήματος,

  • γ) τα στοιχεία των αιτήσεων ενώπιον της Διοικητικής

Επιτροπής Σημάτων σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 30,

  • ε) τις μεταβολές και τις πράξεις επί δηλώσεων ή καταχωρίσεων σήματος,
  • στ) τα στοιχεία των ανταγωγών για έκπτωση ή ακυρότητα σήματος, καθώς και των επ’ αυτών εκδιδόμενων

αποφάσεων και ένδικων μέσων. Δικόγραφα ή αιτήσεις που αφορούν πάσης φύσεως αμφισβήτηση καταχωρισμένου σήματος εγγράφονται στο μητρώο σημάτων με επιμέλεια των ενδιαφερομένων μερών ή της Διεύθυνσης Σημάτων.

3.

Η δήλωση κατάθεσης σήματος καταχωρίζεται στο μητρώο όταν συντρέξουν οι εξής προϋποθέσεις:

  • α) όταν η δήλωση δημοσιευτεί με ανάρτηση στον

διαδικτυακό ιστότοπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής του άρθρου 25, ή

  • β) όταν, μετά από άσκηση ανακοπής του άρθρου 25,

η δήλωση γίνει δεκτή με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προσφυγής κατά της απόφασης αυτής στα διοικητικά δικαστήρια, ή

  • γ) όταν, μετά από άσκηση προσφυγής στα διοικητικά

δικαστήρια, η δήλωση γίνει δεκτή με απόφασή τους που έχει καταστεί τελεσίδικη. Στις περιπτώσεις αυτές σημειώνεται στο μητρώο στη μερίδα του σήματος η λέξη «καταχωρίστηκε» με τις τυχόν μεταβολές ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες στα οποία ή στις οποίες αναφέρεται το σήμα.

4.

Το σήμα που έγινε δεκτό θεωρείται ότι καταχωρίστηκε από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης, ή, αν συντρέχει περίπτωση, από την ημερομηνία της παραγράφου 3 του άρθρου 21.

5.

Το μητρώο σημάτων είναι δημόσιο. Αντίγραφα ή αποσπάσματα των εγγραφών παρέχονται άμεσα σε κάθε αιτούντα.

6.

Το μητρώο σημάτων μπορεί να έχει ηλεκτρονική μορφή. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία των ηλεκτρονικών εγγραφών, οι τεχνικές προδιαγραφές, η τεχνική διαχείριση και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη δημιουργία και την τήρηση του ηλεκτρονικού μητρώου σημάτων.

Άρθρο 34

(Άρθρο 53 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Βάση δεδομένων - προστασία δεδομένων

1.

Η Διεύθυνση Σημάτων τηρεί το μητρώο σημάτων σύμφωνα με το άρθρο 33, συλλέγει και αποθηκεύει σε φυσική ή και ηλεκτρονική βάση δεδομένων όλα τα στοιχεία που παρέχουν οι καταθέτες ή άλλα μέρη της διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

2.

Η φυσική (έγχαρτη) ή και ηλεκτρονική βάση δεδομένων μπορεί να περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, επιπλέον αυτών που περιέχονται στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 33, στο βαθμό που τα εν λόγω στοιχεία απαιτούνται από τον παρόντα νόμο.

3.

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη Διεύθυνση Σημάτων υπόκειται στον Κανονισμό (ΕE) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 (L 119) και στον ν. 4624/2019 (Α΄ 137).

4.

Η επεξεργασία των δεδομένων διενεργείται για τους εξής σκοπούς:

  • α) επεξεργασία των δηλώσεων ή και των καταχωρίσεων σημάτων, όπως περιγράφονται στον παρόντα νόμο,
  • β) τήρηση δημόσιου μητρώου προς επιθεώρηση από

τις δημόσιες αρχές και τους ιδιώτες και προς πληροφόρησή τους, ώστε να είναι σε θέση να ασκούν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο παρών νόμος και να ενημερώνονται για την ύπαρξη προγενέστερων δικαιωμάτων τρίτων,

  • γ) πρόσβαση στην απαιτούμενη πληροφόρηση για

την ευκολότερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή των σχετικών διαδικασιών,

  • δ) επικοινωνία με τους καταθέτες και τα άλλα μέρη

της διαδικασίας,

  • ε) εκπόνηση εκθέσεων και στατιστικών που αποσκοπούν στη βελτιστοποίηση του έργου της Διεύθυνσης Σημάτων και τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος.
5.

Η Διεύθυνση Σημάτων συλλέγει, οργανώνει, δημοσιεύει και αποθηκεύει τα δεδομένα που αναφέρονται στον παρόντα, για τους σκοπούς της παραγράφου 4.

6.

Όλα τα δεδομένα σχετικά με τις εγγραφές που αναφέρονται στον παρόντα νόμο θεωρούνται ότι εξυπηρετούν σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και είναι προσιτά σε οποιονδήποτε τρίτο. Οι εγγραφές στο μητρώο διατηρούνται επ’ αόριστον.

7.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δεν σχετίζονται με τις εγγραφές στο μητρώο φυλάσσονται επίσης στη Διεύθυνση Σημάτων επ’ αόριστον. Ωστόσο, το ενδιαφερόμενο μέρος – υποκείμενο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή των ανωτέρω προσωπικών δεδομένων του από τη βάση δεδομένων μετά την πάροδο δεκαοκτώ (18) μηνών από τη λήξη ισχύος του σήματος ή την έκδοση τελεσίδικης απόφασης για την έκπτωση από αυτό ή για την ακυρότητά του.

8.

Οι αποφάσεις των Εξεταστών, της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των πολιτικών δικαστηρίων επί ανακοπών του άρθρου 583 ΚΠολΔ για την έκπτωση ή ακυρότητα σήματος ή ανταγωγών έκπτωσης ή ακυρότητας μπορεί να καθίστανται δημόσια προσβάσιμες μέσω του διαδικτύου στο κοινό, ώστε να έχει το ευρύ κοινό δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές και ενημέρωσης για λόγους εμπορικής πληροφόρησης, διαφάνειας και προβλεψιμότητας. Κάθε μέρος της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή από το κείμενο που αναρτάται στο διαδίκτυο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που περιλαμβάνονται στην απόφαση η οποία αναρτάται στο διαδίκτυο. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται οποτεδήποτε στην αρχή που εξέδωσε ή πρόκειται να εκδώσει την απόφαση και γίνεται δεκτή εφόσον δεν περιορίζει ουσιαστικά το συμφέρον του κοινού για πληροφόρηση, διαφάνεια και προβλεψιμότητα.

Άρθρο 35

Τήρηση φακέλων

1.

Η Διεύθυνση Σημάτων τηρεί τους φακέλους κάθε διαδικασίας που αφορά δήλωση ή καταχώριση σήματος. εφεδρικά αντίγραφά τους τηρούνται επ’ αόριστον. Τα πρωτότυπα έγγραφα που κατατίθενται από τα μέρη της διαδικασίας και αποτελούν τη βάση των ηλεκτρονικών φακέλων παύουν να τηρούνται, αφού παρέλθει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την παραλαβή τους από τη Διεύθυνση Σημάτων και πολτοποιούνται, κατά τα προβλεπόμενα στον ν. 3979/2011 (Α΄ 138).

3.

Αν οι φάκελοι ή τμήματα των φακέλων τηρούνται υπό μη ηλεκτρονική μορφή, τα έγγραφα ή τα αποδεικτικά στοιχεία που συνιστούν τμήμα αυτών των φακέλων τηρούνται για μία πενταετία τουλάχιστον από τη λήξη του έτους κατά το οποίο η αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση για την οποία παρήλθε άπρακτη η προθεσμία προσβολής της με προσφυγή ή άλλο ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσο, ή η αίτηση αποσύρθηκε ή η καταχώριση του σήματος έληξε οριστικά ή η ολική παραίτηση από το σήμα εγγράφηκε ή το σήμα διεγράφη πλήρως από το μητρώο σημάτων. Μετά την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος διατάσσεται η πολτοποίησή τους.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των παραγράφων 2 και 3 και ιδίως, ο τρόπος και η διαδικασία τήρησης των φακέλων σε ηλεκτρονική μορφή, ο τρόπος και η διαδικασία τήρησης των φακέλων σε μη ηλεκτρονική μορφή, η διαδικασία και τα όργανα για την πολτοποίηση μη διατηρουμένων στοιχείων ή φακέλων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Με την ίδια απόφαση μπορεί να εξουσιοδοτείται ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Σημάτων να ρυθμίζει με απόφασή του όλες ή ορισμένες από τις πιο πάνω λεπτομέρειες.

Άρθρο 36

(Άρθρα 48 και 49 της Οδηγίας 2015/2436/ΕΕ) Διάρκεια και ανανέωση της καταχώρισης

1.

Η καταχώριση του σήματος διαρκεί για μια δεκαετία που αρχίζει από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης ή, κατά περίπτωση, την ημερομηνία της παραγράφου 3 του άρθρου 21 και λήγει την αντίστοιχη ημερομηνία μετά την πάροδο των δέκα (10) ετών.

2.

Η καταχώριση μπορεί να ανανεώνεται ανά δεκαετία με αίτηση του δικαιούχου και με την εμπρόθεσμη καταβολή του τέλους ανανέωσης. Η Διεύθυνση Σημάτων ενημερώνει τον δικαιούχο του σήματος σχετικά με τη λήξη ισχύος της καταχώρισης έξι (6) τουλάχιστον μήνες πριν από την επέλευσή της. Η Διεύθυνση Σημάτων δεν ευθύνεται αν παραλείψει να προβεί σε αυτή την ενημέρωση.

3.

Η καταβολή του τέλους ανανέωσης γίνεται μέσα στο τελευταίο εξάμηνο της προστασίας. Μπορεί να γίνει μέσα σε πρόσθετη προθεσμία έξι (6) μηνών μετά τη λήξη της καταχώρισης, υπό τον όρο της καταβολής του τέλους ανανέωσης αυξημένου κατά το ήμισυ και χωρίς να ανατρέπονται δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν στο μεταξύ. Αν η αίτηση υποβληθεί ή τα τέλη καταβληθούν για μέρος μόνο των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα, η καταχώριση ανανεώνεται μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή τις συγκεκριμένες υπηρεσίες.

4.

Η ανανέωση ισχύει από την επομένη της ημερομηνίας λήξης ισχύος της καταχώρισης και η ημερομηνία λήξης της συμπίπτει με την ημερομηνία λήξης της καταχώρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η ανανέωση εγγράφεται στο μητρώο.

5.

Σε περίπτωση μη ανανέωσης, παύει αυτοδικαίως η προστασία του σήματος.

6.

Κάθε αμφισβήτηση σχετικά με την παράταση της προστασίας λύεται από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων με αίτηση του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 37

Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)