Νόμοι — ΦΕΚ A' 75/2002

Type Νόμος
Publication 2002-04-25
Τελευταία ενημέρωση 2002-04-08
State In force
Source ΦΕΚ
articles 124
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 75 8 Απριλίου 2002

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3003

Κύρωση του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικα?στηρίου

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, που υιοθετήθηκε από τη Διπλωμα?τική Διάσκεψη του Ο.Η.Ε. στη Ρώμη, στις 17 Ιουλίου 1998, όπως διορθώθηκε στις 19 Νοεμβρίου 1998 και στις 12 Ι?ουλίου 1999, του οποίου το κείμενο σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής: 1119 (*όπως διορθώθηκε στιε 10 Νοεμβρίου 1998 και στις 12 Ιουλίου 1999) ΠΡΟΟΙΜΙΟ Τα Κράτη Μέρη στο παρόν Καταστατικό, Γνωρίζοντας ότι οι λαοί συνδέονται με στενούς δε?σμούς, καθώς οι πολιτισμοί τους αποτελούν μια κοινή κληρονομιά, και ανησυχώντας μήπως το ευαίσθητο αυτό μωσαϊκό καταστραφεί κάποια στιγμή, Έχοντας κατά νου ότι στη διάρκεια αυτού του αιώνα ε?κατομμύρια παιδιά, γυναίκες και άνδρες υπήρξαν θύματα ανείπωτων βαρβαροτήτων που πληγώνουν βαθειά τη συ?νείδηση της ανθρωπότητας, Αναγνωρίζοντας ότι τόσο σοβαρά εγκλήματα απειλούν την ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία της ανθρωπότητας, Επιβεβαιώνοντας ότι τα σοβαρότερα εγκλήματα που ενδιαφέρουν τη διεθνή κοινότητα στο σύνολο της δεν πρέπει να μένουν ατιμώρητα και ότι η αποτελεσματική τους δίωξη πρέπει να εξασφαλιστεί με τη λήψη μέτρων σε εθνικό επίπεδο και με την ενίσχυση της διεθνούς συνερ?γασίας, Αποφασισμένα να θέσουν τέλος στην ατιμωρησία αυ?τών που διέπραξαν τέτοια εγκλήματα, συνεισφέροντας έ?τσι στην πρόληψη των εγκλημάτων αυτών, Ενθυμούμενα ότι είναι καθήκον κάθε κράτους να ασκεί την ποινική του δικαιοδοσία επί των υπευθύνων για διεθνή εγκλήματα, Επιβεβαιώνοντας τους Σκοπούς και τις Αρχές του Χάρ?τη των Ηνωμένων Εθνών, και ιδιαίτερα ότι όλα τα Κράτη θα απόσχουν από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδα?φικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδή?ποτε Κράτους ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που δεν συ?νάδει με τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών, Τονίζοντας σχετικά ότι τίποτα στο παρόν Καταστατικό δεν θα θεωρηθεί ότι επιτρέπει σε οποιοδήποτε Κράτος Μέρος να παρέμβει σε μια ένοπλη σύγκρουση ή στις ε?σωτερικές υποθέσεις οποιουδήποτε Κράτους, Αποφασισμένα για τους σκοπούς αυτούς και για χάρη της παρούσας αλλά και των μελλοντικών γενεών, να ιδρύ?σουν ένα ανεξάρτητο, μόνιμο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο συνδεόμενο με το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, με δι?καιοδοσία επί των σοβαρότερων εγκλημάτων που ενδια?φέρουν τη διεθνή κοινότητα στο σύνολο της, Τονίζοντας ότι το ιδρυόμενο κατά το παρόν Καταστατι?κό Ποινικό Δικαστήριο θα είναι συμπληρωματικό της δι?καιοδοσίας των εθνϊ ποινικών δικαστηρίων, Αποφασισμένα να εγγυηθούν τον διαρκή σεβασμό και την εφαρμογή της διεθνούς δικαιοσύνης, Συμφώνησαν τα ακόλουθα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι. ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Άρθρο 1

Το Δικαστήριο Δια του παρόντος ιδρύεται Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο («το Δικαστήριο»), Τούτο θα αποτελεί μόνιμο θεσμό και θα δύναται να ασκεί τη δικαιοδοσία του επί προσώπων σε σχέση με τα σοβαρότερα εγκλήματα που ενδιαφέρουν τη διεθνή κοινότητα, όπως καθορίζονται στο παρόν Κατα?στατικό, και θα είναι συμπληρωματικό της δικαιοδοσίας των εθνικών ποινικών δικαστηρίων. Η δικαιοδοσία και λει?τουργία του Δικαστηρίου διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού.

Άρθρο 2

Σχέση του Δικαστηρίου με τα Ηνωμένα Έθνη Το Δικαστήριο θα συνδέεται με τα Ηνωμένα Έθνη μέσω συμφωνίας που θα εγκριθεί από τη Συνέλευση των Κρα?τών Μερών στο Καταστατικό και, εν συνεχεία, θα συνα?φθεί για λογαριασμό του Δικαστηρίου από τον Πρόεδρο του.

Άρθρο 3

Έδρα του Δικαστηρίου

1.

Ως έδρα του Δικαστηρίου ορίζεται η Χάγη της Ολ?λανδίας («φιλοξενούσα χώρα»).

2.

Το Δικαστήριο θα καταρτίσει συμφωνία έδρας με τη φιλοξενούσα χώρα η οποία θα εγκριθεί από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών και θα συναφθεί στη συνέχεια για λο?γαριασμό του Δικαστηρίου από τον Πρόεδρο του.

3.

Το Δικαστήριο δύναται να συνεδριάζει αλλού, όποτε θεωρεί τούτο επιθυμητό, όπως προβλέπεται στο παρόν Καταστατικό.

Άρθρο 4

Νομικό καθεστώς και εξουσίες του Δικαστηρίου

1.

Το Δικαστήριο έχει διεθνή νομική προσωπικότητα. Διαθέτει επίσης και τη νομική ικανότητα που του είναι α?ναγκαία για την άσκηση των λειτουργιών του και την εκ?πλήρωση των σκοπών του.

2.

Το Δικαστήριο δύναται να ασκεί τις λειτουργίες και ε?ξουσίες του, όπως προβλέπεται από το παρόν Καταστατι?κό, στο έδαφος οποιουδήποτε Κράτους Μέρους και, με ειδική συμφωνία, στο έδαφος οποιουδήποτε άλλου κρά?τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2.

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ

Άρθρο 5

Εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στα σοβα?ρότερα εγκλήματα που ενδιαφέρουν τη διεθνή κοινότητα στο σύνολο της. Τα Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σύμφω?να με το παρόν Καταστατικό επί των ακόλουθων εγκλη?μάτων: (α) Το έγκλημα της γενοκτονίας (β) Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (γ) Εγκλήματα πολέμου (δ) Το έγκλημα της επίθεσης Το Δικαστήριο θα ασκήσει δικαιοδοσία επί του εγκλή?ματος της επίθεσης όταν υιοθετηθεί διάταξη σύμφωνα με τα άρθρα 121 και 123 που θα ορίζει το έγκλημα και θα θέ?τει τους όρους υπό τους οποίους το Δικαστήριο θα ασκεί δικαιοδοσία σε σχέση με το έγκλημα αυτό. Η διάταξη αυ?τή θα συνάδει προς τις σχετικές διατάξεις του Χάρτη των Η.Ε.

Άρθρο 6

Γενοκτονία Για τους σκοπούς του παρόντος Καταστατικού, «γενο όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρη?σκευτικής ομάδας, ως τέτοιας: (α) Ανθρωποκτονία με πρόθεση μελών της ομάδας (β) Πρόκληση βαρείας σωματικής ή διανοητικής βλά?βης σε μέλη της ομάδας (γ) Με πρόθεση επιβολή επί της ομάδας συνθηκών ζω?ής υπολογισμένων να επιφέρουν τη φυσική καταστροφή της εν όλω ή εν μέρει (δ) Επιβολή μέτρων που σκοπεύουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας (ε) Δια της βίας μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα.

Άρθρο 7

Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

1.

Για τους σκοπούς του παρόντος Καταστατικού, «έ?γκλημα κατά της ανθρωπότητας» σημαίνει οποιαδήποτε από ης ακόλουθες πράξεις όταν διαπράττεται ως μέρος ευρείας και συστηματικής επίθεσης που κατευθύνεται κα?τά οποιουδήποτε αμάχου πληθυσμού, εν γνώσει της επί?θεσης:

  • α) Ανθρωποκτονία με πρόθεση
  • β) Εξόντωση
  • γ) Υποδούλωση
  • δ) Εκτόπιση ή βίαιη μετακίνηση πληθυσμού
  • ε) Φυλάκιση ή άλλη σοβαρή στέρηση της σωματικής ε?λευθερίας κατά παραβίαση βασικών κανόνων του διε?θνούς δικαίου
  • στ) Βασανιστήρια
  • ζ) Βιασμός, γενετήσια δουλεία, εξαναγκασμός σε πορ?νεία, εξαναγκασμός σε εγκυμοσύνη, εξαναγκασμός σε

στείρωση ή άλλη μορφή γενετήσιας βίας παρόμοιας βα?ρύτητας.

  • η) Δίωξη κατά οποιασδήποτε αναγνωρίσιμης ομάδας ή

κοινότητας για λόγους πολιτικούς, φυλετικούς, εθνικούς, εθνοτικούς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς ή λόγους φύ?λου, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 3, ή άλλους λό?γους που αναγνωρίζονται παγκοσμίως ως ανεπίτρεπτοι κατά το διεθνές δίκαιο σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο ή οποιοδή?ποτε έγκλημα εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

  • θ) Βίαιη εξαφάνιση προσώπων
  • ι) Φυλετικός Διαχωρισμός
  • κ) Άλλες απάνθρωπες πράξεις παρόμοιου χαρακτήρα

οι οποίες με πρόθεση προκαλούν μεγάλο πόνο ή βαρεία σωματική βλάβη ή βαρεία βλάβη της διανοητικής ή σωμα?τικής υγείας.

2.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1: (α) «Επίθεση κατευθυνόμενη κατά οποιουδήποτε αμάχου πληθυσμού σημαίνει συμπεριφορά που συνεπάγεται την κατά συρροή διάπραξη πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατά οποιουδήποτε αμάχου πληθυ?σμού, κατ’ εφαρμογή ή προς εξυπηρέτηση της πολιτικής ενός κράτους ή μιας οργάνωσης που στοχεύει στη διά?πραξη τέτοιας επίθεσης. (β)Η «εξόντωση» περιλαμβάνει την με πρόθεση επιβολή συνθηκών ζωής, μεταξύ άλλων στέρηση πρόσβασης σε τροφή και φάρμακα, υπολογισμένων να επιφέρουν την καταστροφή μέρους του πληθυσμού (γ) «Υποδούλωση» σημαίνει την άσκηση οποιασδήποτε ή όλων των εξουσιών οι οποίες είναι σύμφυτες στο δικαί?ωμα της ιδιοκτησίας επί προσώπων, και περιλαμβάνει την άσκηση τέτοιας εξουσίας κατά την εμπορία προσώπων, ι?διαίτερα γυναικών και παιδιών. (δ) «Εκτόπιση ή βίαιη μετακίνηση πληθυσμού» σημαίνει την μετακίνηση των προσώπων για τα οποία πρόκειται με απέλαση ή άλλες πράξεις εξαναγκασμού από την περιοχή στην οποία νομίμως βρίσκονται, άνευ λόγων επιτρε?πτών κατά το διεθνές δίκαιο. (ε) «Βασανιστήρια» σημαίνει την με πρόθεση πρόκληση έντονου πόνου ή δοκιμασίας, σωματικών ή ψυχικών επί προσώπου που τελεί υπό την κράτηση ή υπό τον έλεγχο του κατηγορουμένου. Τα βασανιστήρια δεν περιλαμβά?νουν πόνο ή δοκιμασία που προκύπτει μόνον ή είναι σύμ?φυτος ή είναι δυνατόν να προκύψει από την επιβολή νόμι?μων κυρώσεων . (στ) «Εξαναγκασμός σε εγκυμοσύνη» σημαίνει τον πα?ράνομο περιορισμό γυναίκας που κατέστη έγκυος δια της βίας, με την πρόθεση να επηρεαστεί η εθνική σύνθεση ο?ποιουδήποτε πληθυσμού ή να πραγματοποιηθούν άλλες σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Ο ορισμός αυτός δεν μπορεί καθοιονδήποτε τρόπο να ερμηνευθεί ως επηρεάζων τις εθνικές νομοθεσίες που αφορούν την ε?γκυμοσύνη. (ζ) «Δίωξη» σημαίνει την με πρόθεση και βαρείας μορ?φής στέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων σε αντίθεση προς το διεθνές δίκαιο εξ αιτίας της ταυτότητας της ομάδας ή κοινότητας. (η) «Φυλετικός διαχωρισμός» σημαίνει απάνθρωπες πράξεις παρόμοιου χαρακτήρα όπως οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1, που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο θε?σμοθετημένου καθεστώτος συστηματικής καταπίεσης και κυριάρχησης μιας φυλετικής ομάδας επί οποιασδή?ποτε άλλης φυλετικής ομάδας ή ομάδων και διαπραττό?μενες με πρόθεση τη διατήρηση του καθεστώτος αυτού. (θ) «Βίαιη εξαφάνιση προσώπου» σημαίνει τη σύλληψη, κράτηση ή αρπαγή προσώπων από ένα Κράτος ή μια πο?λιτική οργάνωση ή με την άδεια, υποστήριξη ή συναίνεση αυτών, οι οποίες ακολουθούνται από άρνηση παραδοχής αυτής της στέρησης της ελευθερίας ή της παροχής πλη?ροφοριών για την τύχη ή τον εντοπισμό των προσώπων αυτών, με πρόθεση αποστερηθούν της προστασίας του νόμου για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.

3.

Για τους σκοπούς του παρόντος Καταστατικού, εννο?είται ότι ο όρος «φύλο» αναφέρεται στα δύο φύλα, αρσε?νικό και θηλυκό, με την έννοια που τους προσδίδει η κοι?νωνία. Ο όρος «φύλο» δεν έχει έννοια διαφορετική από την παραπάνω.

Άρθρο 8

Εγκλήματα πολέμου

1.

Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με εγκλή?ματα πολέμου ιδιαίτερα όταν διαπράχθηκαν ως μέρος σχεδίου ή πολιτικής ή ως μέρος ευρείας κλίμακας τέλε?σης τέτοιων εγκλημάτων.

2.

Για τους σκοπούς του παρόντος Καταστατικού, «ε?γκλήματα πολέμου» σημαίνει: (α) Σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης της 12 Αυγούστου 1949, και συγκεκριμένα, οποιαδήποτε (ι) Ανθρωποκτονία με πρόθεση. ^ (ii) Βασανιστήρια ή απάνθρωπη μεταχείριση, συμπερι?λαμβανομένων βιολογικών πειραμάτων. (iii) Με πρόθεση πρόκληση μεγάλης δοκιμασίας ή σο?βαρής βλάβης, σωματικής ή ψυχικής. (iv) Εκτεταμένη καταστροφή και ιδιοποίηση περιουσίας, οι οποίες δεν δικαιολογούνται από τη στρατιωτική ανα?γκαιότητα και τελούνται παράνομα και αυθαίρετα. (ν) Εξαναγκασμός αιχμαλώτου πολέμου ή άλλου προ?στατευομένου προσώπου να υπηρετήσει στις ένοπλες δυνάμεις εχθρικής Δύναμης. (νί)Με πρόθεση αποστέρηση αιχμαλώτου πολέμου ή άλλου προστατευομένου προσώπου από τα δικαιώματα της δίκαιης και κανονικής δίκης. (vii) Παράνομη εκτόπιση ή μεταφορά ή παράνομος πε?ριορισμός. (viii) Σύλληψη ομήρων. (β) Άλλες σημαντικές παραβιάσεις των νόμων και εθί?μων που εφαρμόζονται στις διεθνείς ένοπλες συρράξεις εντός του καθιερωμένου πλαισίου του διεθνούς δικαίου και συγκεκριμένα οποιαδήποτε- από τις ακόλουθες πρά?ξεις: (i) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά του α?μάχου πληθυσμού ως τέτοιου ή εναντίον αμάχων ατομικά, οι οποίοι δεν λαμβάνουν άμεσα μέρος στις εχθροπραξίες. (ii) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά πολιτι?κών αντικειμένων, δηλαδή αντικειμένων που δεν αποτε?λούν στρατιωτικούς στόχους (iii) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά προ?σωπικού, εγκαταστάσεων, υλικού, μονάδων ή οχημάτων που χρησιμοποιούνται σε αποστολές ανθρωπιστικής βοή?θειας ή ειρηνευτικές αποστολές σύμφωνα με τον Χάρτη των Η.Ε. εφόσον δικαιούνται την προστασία που χορηγεί?ται σε αμάχους ή πολιτικά αντικείμενα σύμφωνα με το διε?θνές δίκαιο των ενόπλων συρράξεων. (iv) Επίθεση επιχειρούμενη με πρόθεση, εν γνώσει ότι η επίθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει απώλεια ζωής ή σω?ματική βλάβη σε αμάχους ή βλάβες σε πολιτικά αντικείμε?να ή εκτεταμένες, μακροπρόθεσμες και σοβαρές ζημίες στο φυσικό περιβάλλον οι οποίες θα ήταν σαφώς δυσα?νάλογες σε σχέση με το επιδιωκόμενο συγκεκριμένο και άμεσο συνολικό στρατιωτικό πλεονέκτημα. (ν) Επίθεση ή βομβαρδισμός, με οποιοδήποτε μέσο, κα?τά ανοχύρωτων πόλεων, χωριών, κατοικιών ή κτιρίων που δεν αποτελούν στρατιωτικούς στόχους. (vi) Ανθρωποκτονία ή τραυματισμός μαχίμου ο οποίος έχει παραδώσει τα όπλα ή, μη έχοντας πλέον μέσα άμυνας, έχει παραδοθεί άνευ όρων. (vii) Μη προσήκουσα χρήση σημαίας ανακωχής, της ση?μαίας ή των στρατιωτικών διακριτικών και της στολής του εχθρού ή των Ηνωμένων Εθνών, καθώς επίσης και των διακριτικών εμβλημάτων των Συμβάσεων της Γενεύης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα θάνατο ή βαριά σωματική βλά?βη. (viii) Η μεταφορά, αμέσως ή εμμέσως, από την Κατέχουσα Δύναμη μέρους του δικού της αμάχου πληθυσμού στο έδαφος που καταλαμβάνει, ή η εκτόπιση ή μεταφορά όλου ή μέρους του πληθυσμού του κατεχομένου εδά?φους μέσα ή έξω από το έδαφος αυτό. (ix) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά κτι?ρίων αφιερωμένων στη θρησκεία, παιδεία, τέχνη, επιστή?μη ή αγαθοεργούς σκοπούς, ιστορικά μνημεία, νοσοκο?μεία και μέρη όπου συγκεντρώνονται οι ασθενείς και οι τραυματίες, εφόσον δεν αποτελούν στρατιωτικούς στόχους. (x) Υποβολή προσώπων που βρίσκονται υπό την εξουσία του εχθρού σε σωματικό ακρωτηριασμό ή σε ιατρικά ή ε?πιστημονικά πειράματα οποιουδήποτε είδους που δεν δι?καιολογούνται ούτε από την ιατρική, οδοντιατρική ή νο?σοκομειακή θεραπεία του προσώπου για το οποίο πρό?κειται ούτε διεξάγονται προς το συμφέρον του, και τα οποία προκαλούν θάνατο ή θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του προσώπου ή των προσώπων αυτών. (xi) Ανθρωποκτονία ή τραυματισμός με δόλια τεχνά?σματα ατόμων που ανήκουν στο εχθρικό έθνος ή στρατό. (xii) Δήλωση ότι δεν θα υπάρξει έλεος. (xiii) Καταστροφή ή κατάσχεση της εχθρικής περιου?σίας εκτός εάν η καταστροφή ή κατάσχεση καθίστανται α?παραίτητες από τις ανάγκες του πολέμου. (xiv) Διακήρυξη ότι καταργούνται, αναστέλλονται ή εί?ναι απαράδεκτα ενώπιον των δικαστηρίων τα δικαιώματα και οι δικαστικές πράξεις των υπηκόων του εχθρού. (xν) Εξαναγκασμός των υπηκόων του εχθρού να συμμε?τάσχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις κατά της χώρας τους έστω και αν βρίσκονταν στην υπηρεσία του αντιπά?λου πριν από την έναρξη του πολέμου. (xvi) Λεηλασία πόλης ή τοποθεσίας, ακόμη και αν κατα?λήφθηκε με έφοδο. (xvii) Χρησιμοποίηση δηλητηρίου ή δηλητηριωδών ό?πλων. (xviii) Χρησιμοποίηση ασφυξιογόνων, δηλητηριωδών ή άλλων αερίων και όλων των ανάλογων υγρών, υλικών ή συσκευών. (xix) Χρήση σφαιρών που εκρήγνυνται και τα θραύσμα?τα τους διασκορπίζονται εύκολα στο ανθρώπινο σώμα, ό?πως σφαίρες με επικάλυψη της βολίδας από σκληρό πε?ρίβλημα που δεν καλύπτει πλήρως την βολίδα ή που έχει εγκοπές. (xx) Χρήση όπλων, βλημάτων, υλικών και μεθόδων πο?λέμου, που προορίζονται να προξενήσουν υπέρμετρη βλάβη ή μη αναγκαίο πόνο ή που επιφέρουν πλήγματα α?πό τη φύση τους άνευ διακρίσεως κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συρράξεων, υπό τον όρο ότι αυτά τα όπλα, βλήματα, υλικά και μέθοδοι πολέμου α?ποτελούν αντικείμενο συνολικής απαγόρευσης και περι?λαμβάνονται σε Παράρτημα στο παρόν Καταστατικό, με?τά από τροποποίηση σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που εκτίθενται στα άρθρα 121 και 123. (xxi) Προσβολές κατά της προσωπικής αξιοπρέπειας και, ιδιαιτέρως ταπεινωτική και εξευτελιστική μεταχείρι?ση. (xxii) Βιασμός, γενετήσια δουλεία, εξαναγκασμός σε πορνεία, εξαναγκασμός σε εγκυμοσύνη, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2 (στ), εξαναγκασμός σε στεί?ρωση ή άλλη μορφή γενετήσιας βίας που αποτελεί επίσης σοβαρή παραβίαση των Συμβάσεων της Γενεύης. (xxiii) Χρησιμοποίηση της παρουσίας αμάχων ή άλλων προστατευομένων προσώπων προκειμένου να κατα?στούν ορισμένα σημεία, περιοχές ή στρατιωτικές δυνά (xxv) Με πρόθεση χρήση της λιμοκτονίας του αμάχου πληθυσμού ως μεθόδου πολέμου με την αποστέρηση του από αντικείμενα απαραίτητα για την επιβίωση του, συ?μπεριλαμβανομένης και της εσκεμμένης παρεμπόδισης της παροχής προμηθειών, όπως αυτή προβλέπεται από τις Συμβάσεις της Γενεύης. (xxvi) Στρατολόγηση παιδιών ηλικίας κάτω των δεκαπέ?ντε ετών στις εθνικές ένοπλες δυνάμεις ή η χρησιμοποίη?ση τους για ενεργό συμμετοχή στις εχθροπραξίες. (γ) Στην περίπτωση ένοπλης σύρραξης μη διεθνούς χα?ρακτήρα, σημαντικές παραβιάσεις του κοινού άρθρου 3 των τεσσάρων Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγού?στου 1949, και συγκεκριμένα οποιαδήποτε από τις ακό?λουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται κατά προσώπων που δεν λαμβάνουν ενεργά μέρος στις εχθροπραξίες, συ?μπεριλαμβανομένων και μελών των ενόπλων δυνάμεων που έχουν παραδώσει τα όπλα και εκείνων που ετέθησαν εκτός μάχης λόγω ασθένειας, τραυμάτων, κράτησης ή άλλης αιτίας: (i) Βία ασκούμενη κατά της ζωής και του προσώπου, ι?δίως κάθε είδους ανθρωποκτονία με πρόθεση, ακρωτη?ριασμός, απάνθρωπη μεταχείριση και βασανιστήρια. (ii) Προσβολές κατά της προσωπικής αξιοπρέπειας, ιδι?αίτερα η ταπεινωτική και εξευτελιστική μεταχείριση. (iii) Σύλληψη ομήρων. (iv) Η επιβολή καταδικών και οι εκτελέσεις χωρίς προη?γούμενη δικαστική απόφαση εκδοθείσα από κανονικά συ?σταθέν δικαστήριο, η οποία θα παρέχει όλες τις δικαστι?κές εγγυήσεις που αναγνωρίζονται ως απαραίτητες. (δ) Η παράγραφος 2(γ) εφαρμόζεται επί ενόπλων συρ?ράξεων μη διεθνούς χαρακτήρα και επομένως δεν εφαρ?μόζεται σε καταστάσεις εσωτερικών αναταραχών και ε?ντάσεων, όπως ταραχές, μεμονωμένες και σποραδικές πράξεις βίας ή άλλες πράξεις παρόμοιας φύσης. (ε) Άλλες σημαντικές παραβιάσεις των νόμων και εθί?μων που εφαρμόζονται σε ένοπλες συρράξεις μη διε?θνούς χαρακτήρα, εντός του καθιερωμένου πλαισίου του διεθνούς δικαίου και, συγκεκριμένα, οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις: (i) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά του α?μάχου πληθυσμού ως τέτοιου ή εναντίον αμάχων ατομικά οι οποίοι δεν λαμβάνουν άμεσα μέρος στις εχθροπραξίες. (ii) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά κτι?ρίων, υλικού υγειονομικών μονάδων και οχημάτων, καθώς και κατά προσωπικού φέροντος τα διακριτικά εμβλήματα των Συμβάσεων της Γενεύης σύμφωνα με το Διεθνές Δί?καιο. (iii) Επιθέσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά προ?σωπικού, εγκαταστάσεων, υλικού, μονάδων ή οχημάτων που χρησιμοποιούνται σε αποστολές ανθρωπιστικής βοή?θειας ή ειρηνευτικές αποστολές σύμφωνα με τον Χάρτη των Η.Ε. εφόσον δικαιούνται την προστασία που χορηγεί?ται σε αμάχους ή πολιτικά αντικείμενα σύμφωνα με το διε?θνές δίκαιο των ενόπλων συρράξεων. (iν) Επιθεσεις με πρόθεση κατευθυνόμενες κατά κτι?ρίων αφιερωμένων στη θρησκεία, παιδεία, τέχνη, επιστή?μη ή αγαθοεργούς σκοπούς, ιστορικά μνημεία, νοσοκο?μεία και μέρη όπου συγκεντρώνονται οι ασθενείς και οι τραυματίες, εφόσον δεν αποτελούν στρατιωτικούς στόχους. (ν) Λεηλασία πόλης ή τοποθεσίας, ακόμη και αν καταλή?φθηκε με έφοδο (νi) Βιασμός, γενετήσια δουλεία, εξαναγκασμός σε πορ?νεία, εξαναγκασμός σε εγκυμοσύνη, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2 (στ), εξαναγκασμός σε στείρωση ή άλλη μορφή γενετήσιας βίας που αποτελεί επίσης ση?μαντική παραβίαση του κοινού άρθρου 3 των τεσσάρων Συμβάσεων της Γενεύης. (νii) Στρατολόγηση παιδιών ηλικίας κάτω των δεκαπέντε ετών σε εθνικές ένοπλες δυνάμεις ή ομάδες ή χρησιμο?ποίηση τους για ενεργό συμμετοχή τους στις εχθροπρα?ξίες. (νiii) Διαταγή μετακίνησης του αμάχου πληθυσμού για λόγους σχετικούς με την σύρραξη, εκτός αν τούτο απαι?τείται για την ασφάλεια του εμπλεκομένου αμάχου πλη?θυσμού ή από επιτακτικούς στρατιωτικούς λόγους. (ix) Ανθρωποκτονία ή τραυματισμός με δόλια τεχνά?σματα αντιπάλων μαχίμων. (x) Δήλωση ότι δεν θα υπάρξει έλεος. (xi) Υποβολή προσώπων που βρίσκονται υπό την εξου?σία του εχθρού σε σωματικό ακρωτηριασμό ή σε ιατρικά ή επιστημονικά πειράματα οποιουδήποτε είδους που δεν δικαιολογούνται ούτε από την ιατρική, οδοντιατρική ή νο?σοκομειακή θεραπεία του προσώπου για το οποίο πρό?κειται ούτε διεξάγονται προς το συμφέρον του, και τα ο?ποία προκαλούν θάνατο ή θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του προσώπου ή των προσώπων αυτών. (xii) Καταστροφή ή κατάσχεση της εχθρικής περιουσίας εκτός αν η καταστροφή ή κατάσχεση καθίστανται απα?ραίτητες από τις ανάγκες του πολέμου. (στ) Η παράγραφος 2 (ε) εφαρμόζεται σε ένοπλες συρ?ράξεις μη διεθνούς χαρακτήρα και επομένως δεν εφαρ?μόζεται σε καταστάσεις εσωτερικών αναταραχών και ε?ντάσεων όπως ταραχές, μεμονωμένες και σποραδικές πράξεις βίας ή άλλες πράξεις παρόμοιας φύσης. Εφαρ?μόζεται σε ένοπλες συρράξεις που λαμβάνουν χώρα στο έδαφος μιας χώρας όταν υπάρχει παρατεταμένη ένοπλη σύρραξη μεταξύ κυβερνητικών αρχών και οργανωμένων ενόπλων ομάδων ή μεταξύ τέτοιων ομάδων.

3.

Οι διατάξεις των παραγράφων 2(γ) και (ε) δεν θίγουν την ευθύνη μιας Κυβέρνησης να διατηρήσει ή να αποκα?ταστήσει το νόμο και την τάξη του Κράτους ή να υπερα?σπίσει την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα του Κρά?τους με όλα τα νόμιμα μέσα.

Άρθρο 9

Στοιχεία της υπόστασης των εγκλημάτων

1.

Τα στοιχεία της υπόστασης των εγκλημάτων βοηθούν το Δικαστήριο στην ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 6, 7 και 8. Αυτά θα υιοθετηθούν από πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών της Συνέλευσης των Μερών.

2.

Τροποποιήσεις στα στοιχεία εγκλημάτων μπορούν να προταθούν από: (α) Οποιοδήποτε Κράτος-Μέρος Οι τροποποιήσεις αυτές υιοθετούνται από πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών της Συνέλευσης των Μερών

3.

Τα στοιχεία εγκλημάτων και οι τροποποιήσεις τους θα είναι σύμφωνες με το παρόν Καταστατικό.

Άρθρο 10

Καμία διάταξη του παρόντος Κεφαλαίου δεν ερμηνεύε?ται κατά τρόπο που να περιορίζει ή επηρεάζει καθ’ οιον?δήποτε τρόπο υπάρχοντες ή υπό διαμόρφωση κανόνες του διεθνούς δικαίου για σκοπούς άλλους πλην αυτών του Καταστατικού.

Άρθρο 11

Δικαιοδοσία ratione temporis

1.

Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία μόνο σε σχέση με ε?γκλήματα που διαπράχθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος Καταστατικού.

2.

Αν ένα Κράτος γίνει μέρος στο παρόν Καταστατικό μετά τη θέση του σε ισχύ, το Δικαστήριο μπορεί να α?σκήσει τη δικαιοδοσία του μόνο σε σχέση με εγκλήματα που διαπράχθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος Καταστατικού για το Κράτος αυτό, εκτός αν το ίδιο έχει κάνει τη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 12, παρά?γραφος 3.

Άρθρο 12

Προϋποθέσεις άσκησης δικαιοδοσίας 1 .Ένα Κράτος που γίνεται μέρος στο παρόν Καταστα?τικό αποδέχεται δι’ αυτού τη δικαιοδοσία του Δικαστηρί?ου σε σχέση με τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρ?θρο 5.

2.

Στην περίπτωση του άρθρου 13, παράγραφος (α) ή (γ), το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του αν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα Κράτη είναι Μέ?ρη στο παρόν Καταστατικό ή έχουν αποδεχθεί τη δικαιο?δοσία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 3: (α) Το Κράτος στο έδαφος του οποίου η συγκεκριμένη συμπεριφορά έλαβε χώρα ή, αν το έγκλημα διαπράχθηκε επί πλοίου ή αεροσκάφους, το Κράτος νηολογίου ή εγ?γραφής τους. (β) Το Κράτος του οποίου ο/η κατηγορούμενος/κατηγο?ρουμένη για έγκλημα είναι υπήκοος. 1 Σημ. του μεταφραστή: Το κείμενο του Καταστατικού στην αγ?γλικήκαι γαλλική γλώσσα από τις οποίες έγινε η μετάφραση ανα?φέρεται και στα δύο γένη σε σχέση με τις λέξεις: Εισαγγελέας, Δικαστής, Γραμματέας, υπάλληλος, πρόσωπο, μάρτυρας, διοι?κητής, ανώτερος, κατηγορούμενος, καταδικασθείς, δράστης,. Ως προς όλες τις παραπάνω λέξεις, πλην της λέξης πρόσωπο, η ελληνική μετάφραση προκειμένου να μείνει αφενός πιστή στο πρωτότυπο αλλά και να μην επιβαρύνει υπέρμετρα το κείμενο (α?φού στα ελληνικά, θα ήταν για λόγους συνέπειας αναγκαστική η χρήση και δύο αντίστοιχων επιθέτων ή αντωνυμιών, λ.χ. ο παρών κατηγορούμενος, η παρούσα κατηγορουμένη ) μεταχειρίζεται και τα δύο γένη μόνο κατά την πρώτη χρήση των λέξεων αυτών. Στη συνέχεια χρησιμοποιείται μόνο το αρσενικό. Για τη λέξη πρό?σωπο δεν κρίθηκε αναγκαίο να γίνει διαχωρισμός των γενών, α?φού στα ελληνικά το ουσιαστικό αυτό είναι ουδέτερο.

3.

Αν κατά την παράγραφο 2, απαιτείται η αποδοχή Κρά?τους το οποίο δεν είναι μέρος στο παρόν Καταστατικό, το Κράτος αυτό δύναται, με δήλωση που κατατίθεται στον/στην Γραμματέα, να αποδεχθεί την άσκηση δικαιο?δοσίας από το Δικαστήριο σε σχέση με το συγκεκριμένο έγκλημα. Το αποδεχόμενο Κράτος θα συνεργάζεται α?μελλητί και χωρίς εξαίρεση με το Δικαστήριο, σύμφωνα με το Κεφάλαιο 9.

Άρθρο 13

Άσκηση δικαιοδοσίας Το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη δικαιοδοσία του σε σχέση με έγκλημα που αναφέρεται στο άρθρο 5 σύμ?φωνα με τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού αν: (α) Κράτος-Μέρος παραπέμψει στον Εισαγγελέα μία πραγματική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας φαίνεται να έχουν διαπραχθεί ένα ή περισσότερα τέτοια εγκλήμα?τα, σύμφωνα με το άρθρο 14. (β) Το Συμβούλιο Ασφαλείας, ενεργώντας σύμφωνα με το Κεφάλαιο VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, παρα?πέμψει στον Εισαγγελέα μία κατάσταση στην οποία φαί?νεται να έχουν διαπραχθεί ένα ή περισσότερα τέτοια ε?γκλήματα ή (γ) Ο Εισαγγελέας άρχισε έρευνα σχετικά με ένα τέτοιο έγκλημα σύμφωνα με το άρθρο 15.

Άρθρο 14

Παραπομπή πραγματικής κατάστασης από Κράτος Μέρος

1.

Ένα Κράτος-Μέρος μπορεί να παραπέμψει στον Ει?σαγγελέα μία πραγματική κατάσταση στο πλαίσιο της ο?ποίας φαίνεται να έχουν διαπραχθεί ένα ή περισσότερα ε?γκλήματα υπαγόμενα στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ζητώντας από τον Εισαγγελέα να ερευνήσει την κατάστα?ση με σκοπό να διαπιστώσει αν πρέπει να απαγγελθεί κα?τηγορία κατά ενός ή περισσοτέρων προσώπων για τη διά?πραξη των εγκλημάτων αυτών.

2.

Η παραπομπή θα καθορίζει, στο βαθμό του δυνατού, ης σχετικές περιστάσεις και θα συνοδεύεται από όλα τα σχετικά έγγραφα που έχει στη διάθεση του το Κράτος που παραπέμπει την πραγματική κατάσταση.

Άρθρο 15

Εισαγγελέας

1.

Ο Εισαγγελέας μπορεί να αρχίσει έρευνα αυτεπαγ?γέλτως επί τη βάσει πληροφοριών για εγκλήματα υπαγό?μενα στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

2.

Ο Εισαγγελέας εξετάζει τη σοβαρότητα των πληρο?φοριών που έλαβε. Για το σκοπό αυτό. δύναται να αναζη?τήσει επί πλέον πληροφορίες από Κράτη, όργανα των Η?νωμένων Εθνών, διακυβερνητικές ή μη κυβερνητικές ορ?γανώσεις, ή άλλες αξιόπιστες πηγές πς οποίες κρίνει κατάλληλες, και δύναται να λαμβάνει γραπτές ή προφο?ρικές καταθέσεις στην έδρα του Δικαστηρίου.

3.

Αν ο Εισαγγελέας συμπεράνει ότι υπάρχει επαρκής βάση για να αρχίσει έρευνα, υποβάλει αίτημα στο Τμήμα Προδικασίας για να επιτραπεί η έρευνα, μαζί με οποιαδή?ποτε στοιχεία που στηρίζουν το αίτημα. Τα θύματα μπο?ρούν να κάνουν παραστάσεις στο Τμήμα Προδικασίας σύμφωνα με τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης.

4.

Αν το Τμήμα Προδικασίας, μετά από εξέταση του αι?τήματος και του υλικού που το στηρίζει, θεωρήσει ότι υ δικαιοδοσία και το παραδεκτό της υπόθεσης. 5.Η άρνηση του Τμήματος Προδικασίας να επιτρέψει την έρευνα δεν αποκλείει την υποβολή μεταγενέστερου αιτήματος από τον Εισαγγελέα βασιζόμενου επί νέων γε?γονότων ή αποδείξεων σχετικά με την ίδια πραγματική κα?τάσταση. 6.Αν, μετά την προκαταρκτική εξέταση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, ο Εισαγγελέας συμπεράνει ό?τι οι παρασχεθείσες πληροφορίες δεν αποτελούν επαρκή βάση για την έρευνα, πληροφορεί σχετικά τους παρά?σχοντες τις πληροφορίες. Τούτο δεν εμποδίζει τον Εισαγ?γελέα να εξετάσει επί πλέον πληροφορίες που του υπο?βλήθηκαν σχετικά με την ίδια κατάσταση υπό το φως νέ?ων γεγονότων ή αποδείξεων.

Άρθρο 16

Αναβολή έρευνας ή διώξεως Έρευνα ή δίωξη δεν μπορεί να αρχίσει ή να προχωρήσει σύμφωνα με το παρόν Καταστατικό για χρονικό διάστημα 12 μηνών αφού το Συμβούλιο Ασφαλείας με απόφαση, υι?οθετηθείσα κατά το κεφάλαιο VII του Χάρτη των Ηνωμέ?νων Εθνών, υποβάλει σχετικό αίτημα στο Δικαστήριο. Το αίτημα αυτό μπορεί να ανανεωθεί από το Συμβούλιο υπό τους αυτούς όρους.

Άρθρο 17

Θέματα παραδεκτού

1.

Έχοντας υπόψη την παράγραφο 10 του Προοιμίου και το άρθρο 1, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι μία υπόθε?ση είναι απαράδεκτη όταν: (α) Η υπόθεση ερευνάται ή έχει ασκηθεί δίωξη από ένα Κράτος το οποίο έχει δικαιοδοσία επ’ αυτής, εκτός αν το Κράτος είναι απρόθυμο ή βρίσκεται σε αληθινή αδυναμία να εκτελέσει την έρευνα ή δίωξη. ^ (β) Η υπόθεση έχει ερευνηθεί από Κράτος το οποίο έχει δικαιοδοσία επ’αυτής και το Κράτος έχει αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη κατά του συγκεκριμένου προσώπου, ε?κτός αν η απόφαση οφείλεται στην απροθυμία ή την αλη?θινή αδυναμία του να ασκήσει δίωξη. (γ) Το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει ήδη δικαστεί για συ?μπεριφορά η οποία είναι το αντικείμενο του αιτήματος, και το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εκδικάσει την υπόθεση κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3. (δ) Η υπόθεση δεν είναι επαρκούς βαρύτητας ώστε να δικαιολογεί περαιτέρω ενέργειες από το Δικαστήριο.

2.

Για να προσδιοριστεί η απροθυμία σε μία συγκεκρι?μένη περίπτωση, το Δικαστήριο ερευνά, λαμβάνοντας υ?πόψη τις αρχές της ορθής διαδικασίας που αναγνωρίζο?νται από το διεθνές δίκαιο, εάν συντρέχουν ένα ή περισ?σότερα από τα ακόλουθα στοιχεία, κατά περίπτωση : (α) Η διαδικασία διεξήχθη ή διεξάγεται ή η εθνική από?φαση ελήφθη προκειμένου να προστατευθεί το συγκεκρι?μένο πρόσωπο από την ποινική ευθύνη για εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όπως αυτή α?ναφέρεται στο άρθρο 5. (β) Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία υπό τις δεδομένες συνθήκες είναι ασυμβίβαστη με την πρόθεση να αχθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο ενώ?πιον της δικαιοσύνης. (γ) Η διαδικασία δεν διεξήχθη ή δεν διεξάγεται ανεξάρ?τητα ή αμερόληπτα, και διεξήχθη ή διεξάγεται κατά τρό?πον ο οποίος, υπό τις δεδομένες συνθήκες, είναι ασυμβί?βαστος με την πρόθεση να αχθεί το συγκεκριμένο πρό?σωπο ενώπιον της δικαιοσύνης.

3.

Για να προσδιοριστεί η αδυναμία σε μία συγκεκριμέ?νη υπόθεση το Δικαστήριο θα εξετάσει αν, λόγω πλήρους ή ουσιαστικής κατάρρευσης ή μη ύπαρξης του εθνικού του δικαστικού συστήματος, το Κράτος δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει την παρουσία του κατηγορουμένου ή να συλλέξει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυ?ρίες ή άλλως είναι ανίκανο να φέρει εις πέρας τη διαδικα?σία.

Άρθρο 18

Προδικαστικές αποφάσεις σχετικώς με το παραδεκτό.

1.

Όταν μία κατάσταση έχει παραπεμφθεί στο Δικαστή?ριο σύμφωνα με το άρθρο 13(α) και ο Εισαγγελέας έχει α?ποφασίσει ότι υπάρχει επαρκής βάση για την έναρξη έ?ρευνας, ή ο Εισαγγελέας έχει αρχίσει έρευνα σύμφωνα με τα άρθρα 13(γ) και 15, ο Εισαγγελέας ειδοποιεί όλα τα Κράτη-Μέρη καθώς και εκείνα τα Κράτη τα οποία, λαμβά?νοντας υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες, θα ασκούσαν κανονικά δικαιοδοσία πάνω στα εγκλήματα για τα οποία πρόκειται. Ο Εισαγγελέας μπορεί να ειδοποιήσει τα Κρά?τη αυτά εμπιστευτικά και, όταν πιστεύει ότι τούτο είναι α?παραίτητο για την προστασία προσώπων, την αποτροπή της καταστροφής αποδείξεων ή την αποτροπή διαφυγής προσώπων, μπορεί να περιορίσει το φάσμα των πληρο?φοριών που παρέχονται στα Κράτη.

2.

Εντός μηνός από τη λήψη της ειδοποίησης αυτής, έ?να Κράτος μπορεί να πληροφορήσει το Δικαστήριο ότι α?νακρίνει ή ότι έχει ανακρίνει υπηκόους του ή άλλους εντός της δικαιοδοσίας του για εγκληματικές πράξεις, οι οποίες μπορεί να αποτελούν εγκλήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 και τα οποία έχουν σχέση με τις πληροφορίες που παρέχονται στην ειδοποίηση προς τα Κράτη. Ύστερα από αίτηση του Κράτους αυτού ο Εισαγγελέας παραπέ?μπει τα πρόσωπα αυτά σε ανάκριση από το Κράτος, εκτός αν το Τμήμα Προδικασίας, ύστερα,από αίτηση του Εισαγ?γελέα, αποφασίσει να επιτρέψει την ανάκριση από το ίδιο το Δικαστήριο. 3.Η παραπομπή από τον Εισαγγελέα στην ανάκριση α?πό το Κράτος υπόκειται σε αναθεώρηση από τον Εισαγ?γελέα έξι μήνες μετά την ημερομηνία παραπομπής ή οπο?τεδήποτε υπήρξε σημαντική αλλαγή των περιστάσεων βασιζόμενη στην απροθυμία ή αληθινή αδυναμία του Κρά?τους να διεξαγάγει την έρευνα.

4.

Το Κράτος για το οποίο πρόκειται ή ο Εισαγγελέας μπορεί να προσφύγει στο Τμήμα Εφέσεων κατά απόφα?σης του Τμήματος Προδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο

82.

Η εκδίκαση της εφέσεως μπορεί να είναι ταχεία. μετέπειτα διώξεις. Τα Κράτη Μέρη θα ανταποκρίνονται σε τέτοια αιτήματα αμελλητί.

6.

Για όσο χρόνο εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως του Τμήματος Προδικασίας ή σε οποιοδήποτε χρόνο στην πε?ρίπτωση που ο Εισαγγελέας παρέπεμψε μία έρευνα σύμ?φωνα με το παρόν άρθρο, ο Εισαγγελέας δύναται, κατ’ εξαίρεση να ζητήσει άδεια από το Τμήμα Προδικασίας να προβεί στις απαραίτητες ανακριτικές ενέργειες για τη διατήρηση των αποδείξεων όταν υπάρχει μοναδική ευ?καιρία να αποκτηθούν σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία ή όταν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία να μην είναι διαθέσιμα αργότερα.

7.

Ένα Κράτος που έχει υποβάλει ένσταση κατά απο?φάσεως του Τμήματος Προδικασίας κατά το παρόν άρ?θρο μπορεί να υποβάλει ένσταση κατά του παραδεκτού της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 επί τη βάσει πρό?σθετων σημαντικών στοιχείων ή σημαντικής αλλαγής των περιστάσεων.

Άρθρο 19

Ενστάσεις κατά της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή του παραδεκτού της υπόθεσης

1.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει αν έχει δικαιοδοσία επί οποιασδήποτε υποθέσεως η οποία έχει εισαχθεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο δύναται αυτεπαγγέλτως να αποφαν?θεί επί του παραδεκτού μίας υποθέσεως σύμφωνα με το άρθρο 17.

2.

Ενστάσεις κατά του παραδεκτού μίας υποθέσεως για λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 17 ή ενστάσεις κατά της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορούν να υποβλη?θούν από: (α) Τον κατηγορούμενο ή πρόσωπο για το οποίο έχει εκ?δοθεί ένταλμα συλλήψεως ή κλήση προς εμφάνιση σύμ?φωνα με το άρθρο 58. (β) Κράτος το οποίο έχει δικαιοδοσία επί μίας υποθέσε?ως διότι ερευνά ή ασκεί δίωξη σχετικά με την υπόθεση ή έχει ερευνήσει ή ασκήσει δίωξη, ή (γ) Κράτος από το οποίο απαιτείται αποδοχή δικαιοδο?σίας σύμφωνα με το άρθρο 12.

3.

Ο Εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με ένα ζήτημα δικαιοδοσίας ή παρα?δεκτού. Σε διαδικασία εν σχέσει με την δικαιοδοσία ή το πα?ραδεκτό, εκείνοι που έχουν παραπέμψει την κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 13, καθώς και τα θύματα, μπορούν επίσης να υποβάλουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο.

4.

Ενστάσεις κατά του παραδεκτού μιας υποθέσεως ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορεί να υποβλη?θούν μόνο μία φορά από οποιοδήποτε πρόσωπο ή Κρά?τος αναφέρεται στην παράγραφο 2. Η ένσταση υποβάλ?λεται προ ή κατά την έναρξη της δίκης. Σε εξαιρετικές πε?ριπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την υποβολή ενστάσεως περισσότερες από μία φορές ή μετά την έναρξη της δίκης. Ενστάσεις κατά του παραδεκτού μιας υποθέσεως, κατά την έναρξη της δίκης ή αργότερα μετά από άδεια του Δικαστηρίου, μπορεί να βασιστεί μό?νον στο άρθρο 17, παράγραφος 1(γ).

5.

Κράτος που αναφέρεται στην παράγραφο 2(β) και (γ) υποβάλλει ένσταση όσο το δυνατό συντομότερα.

6.

Πριν από την επιβεβαίωση του κατηγορητηρίου, οι εν?στάσεις κατά του παραδεκτού μιας υπόθεσης ή κατά της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου παραπέμπονται στο Τμή?μα Προδικασίας. Μετά την επιβεβαίωση κατηγορίας πα?ραπέμπονται στο Τμήμα Πρώτου Βαθμού. Αποφάσεις ως πρ προς την δικαιοδοσία και το παραδεκτό μπορούν να εφεσιβληθούν στο Τμήμα Εφέσεων σύμφωνα με το άρ?θρο 82.

7.

Αν μία ένσταση υποβάλλεται από Κράτος που αναφέ?ρεται στην παράγραφο 2(β) ή (γ), ο Εισαγγελέας ανα?στέλλει την ανάκριση μέχρι το Δικαστήριο να αποφανθεί σύμφωνα με το άρθρο 17.

8.

Για όσο χρόνο εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως από το Δικαστήριο, ο Εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου προκειμένου: (α) Να προβεί στις αναγκαίες ανακριτικές ενέργειες του είδους που αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 6 (β) Να λάβει δήλωση ή κατάθεση από μάρτυρα ή να συ?μπληρώσει τη συγκέντρωση και εξέταση αποδείξεων που είχε αρχίσει πριν από την υποβολή της ένστασης και (γ) Σε συνεργασία με τα σχετικά Κράτη, να εμποδίσει την διαφυγή προσώπων για τα οποία ο Εισαγγελέας έχει ήδη ζητήσει την έκδοση εντάλματος συλλήψεως σύμφω?να με το άρθρο 58.

9.

Η υποβολή μίας ένστασης δεν επηρεάζει την εγκυρό?τητα οποιασδήποτε πράξης που διενεργήθηκε από τον Ει?σαγγελέα ή οποιασδήποτε διάταξης ή εντάλματος που εκδόθηκε από το Δικαστήριο πριν από την υποβολή της ένστασης.

10.

Αν το Δικαστήριο αποφάσισε ότι μία υπόθεση είναι απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 17, ο Εισαγγελέας μπορεί να υποβάλει αίτηση για αναθεώρηση της απόφα?σης όταν έχει πλήρως πεισθεί ότι προέκυψαν νέα γεγονό?τα τα οποία ανατρέπουν τη βάση επί της οποίας η υπόθε?ση είχε προηγουμένως κριθεί μη παραδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 17.

11.

Αν ο Εισαγγελέας, λαμβάνοντας υπόψη τα ζητήμα?τα που αναφέρονται στο άρθρο 17, παραπέμπει μία έρευ?να, μπορεί να ζητήσει από το αντίστοιχο Κράτος να του διαθέσει πληροφορίες για τη διαδικασία. Οι πληροφορίες αυτές θα είναι, αν το ενδιαφερόμενο Κράτος το ζητήσει, εμπιστευτικές. Αν ο Εισαγγελέας στη συνέχεια αποφασί?σει να προχωρήσει στην έρευνα, θα ειδοποιήσει το Κρά?τος, στο οποίο παραπέμφθηκε η διαδικασία.

Άρθρο 20

Ου δις δικάζειν (Ne bis in idem)

1.

Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Κατα?στατικό, κανείς δεν δικάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για συμπεριφορά η οποία αποτέλεσε τη βάση εγκλημά?των για τα οποία το πρόσωπο αυτό καταδικάστηκε ή αθω?ώθηκε από το Δικαστήριο. 2.Ουδείς δικάζεται από άλλο δικαστήριο για έγκλημα το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 5 και για το οποίο το πρό?σωπο αυτό έχει ήδη καταδικαστεί ή αθωωθεί από το Δι?καστήριο. 3.Ουδείς, ο οποίος δικάστηκε από άλλο δικαστήριο για συμπεριφορά η οποία επίσης απαγορεύεται κατά τα άρ?ΦΕΚ 75 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1247 για το οποίο πρόκειται από την ποινική ευθύνη για εγκλή?ματα εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ή (β) Με άλλο τρόπο δεν διεξήχθησαν ανεξάρτητα ή αμε?ρόληπτα σύμφωνα με τους κανόνες της ορθής διαδικα?σίας που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο και διεξήχθησαν με τρόπο που, υπό τις δεδομένες συνθήκες, δεν συμβιβάζεται με την πρόθεση να αχθεί το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται ενώπιον της δικαιοσύνης.

Άρθρο 21

Εφαρμοστέο δίκαιο 1 .Το Δικαστήριο εφαρμόζει: (α) Κατά πρώτο λόγο, το παρόν Καταστατικό, τα Στοιχεία Εγκλημάτων και τους Κανόνες Διαδικασίας και Από?δειξης, (β) Κατά δεύτερο λόγο, όπου αρμόζει, τις εφαρμοστέες συνθήκες και τις αρχές και τους κανόνες του διεθνούς δι?καίου, συμπεριλαμβανομένων των καθιερωμένων αρχών του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συρράξεων (γ) Ελλείψει αυτών, γενικές αρχές του δικαίου τις οποί?ες το Δικαστήριο αντλεί από τις εθνικές νομοθεσίες διά?φορων νομικών συστημάτων του κόσμου συμπεριλαμβα?νομένων, όπως αρμόζει, των εθνικών νομοθεσιών των Κρατών τα οποία θα ασκούσαν κανονικά δικαιοδοσία επί του εγκλήματος, υπό τον όρο ότι οι αρχές αυτές δεν είναι ασυμβίβαστες με το παρόν Καταστατικό, το διεθνές δί?καιο και τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες και πρότυπα.

2.

Το Δικαστήριο μπορεί να εφαρμόσει αρχές και κανό?νες δικαίου όπως ερμηνεύονται στις προηγούμενες απο?φάσεις του.

3.

Η εφαρμογή και η ερμηνεία του δικαίου σύμφωνα με το παρόν άρθρο πρέπει να είναι σύμφωνες με τα διεθνώς αναγνωρισμένα ανθρώπινα δικαιώματα και να είναι άνευ δυσμενούς διακρίσεως επί τη βάσει του φύλου, όπως ορί?ζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της ηλικίας, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας ή πεποίθησης, πολιτικής ή άλλης γνώμης, εθνικής, εθνοτικής ή κοινωνικής κατα?γωγής, πλούτου, γέννησης ή άλλης κατάστασης. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Άρθρο 22

Κανένα έγκλημα χωρίς νόμο (Nullum crimen sine lege)

1.

Κανείς δεν φέρει ποινική ευθύνη σύμφωνα με το πα?ρόν Καταστατικό, εκτός αν η υπό κρίση συμπεριφορά συ?νιστά, την χρονική στιγμή που έλαβε χώρα, έγκλημα υπα?γόμενο στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

2.

Ο ορισμός ενός εγκλήματος ερμηνεύεται συσταλτικά και δεν επιτρέπεται αναλογική εφαρμογή του. Σε περί?πτωση αμφιβολίας, ο ορισμός ερμηνεύεται προς όφελος του ανακρινομένου, διωκομένου ή καταδικασθέντος προ?σώπου. 3.Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό οποιασδήποτε συμπεριφοράς ως αξιοποίνου κατά το διε?θνές δίκαιο ανεξάρτητα από το παρόν Καταστατικό.

Άρθρο 23

Καμία ποινή χωρίς νόμο (Nulla poena sine lege) Ο/Η καταδικασθείς/καταδικασθείσα από το Δικαστήριο μπορεί να τιμωρηθεί μόνον κατά το παρόν Καταστατικό.

Άρθρο 24

Απαγόρευση αναδρομικότητας ratione personae 1.Ουδείς ευθύνεται ποινικώς κατά το παρόν Καταστατι?κό για συμπεριφορά που προηγήθηκε της θέσεως σε ισχύ του Καταστατικού. 2.Σε περίπτωση αλλαγής του νόμου που εφαρμόζεται σε συγκεκριμένη υπόθεση προ της τελεσιδίκου αποφά?σεως, εφαρμόζεται ο επιεικέστερος για τον ανακρινόμε?νο. διωκόμενο ή καταδικασθέντα νόμος.

Άρθρο 25

Ατομική ποινική ευθύνη

1.

Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί φυσικών προσώ?πων κατά το παρόν Καταστατικό.

2.

Ο διαπράττων έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ευθύνεται ατομικά και τιμωρείται κατά το παρόν Καταστατικό.

3.

Κατά το παρόν Καταστατικό ευθύνεται ποινικά και τι?μωρείται για έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όποιος : (α) διαπράττει τέτοιο έγκλημα, είτε ατομικά είτε μαζί με κάποιον άλλον ή μέσω κάποιου άλλου, ανεξαρτήτως αν το άλλο πρόσωπο υπέχει ποινική ευθύνη (β) προστάζει, παραγγέλλει ή παρακινεί προς διάπραξη τέτοιου εγκλήματος, το οποίο τελέσθηκε ή έγινε απόπει?ρα του (γ) με σκοπό την διευκόλυνση διαπράξεως τέτοιου εγκλήματος, παρέχει βοήθεια, ενθαρρύνει ή καθ’ οιονδή?ποτε τρόπο παρέχει συνδρομή στην τέλεση του ή στην απόπειρα τέλεσης του, συμπεριλαμβανομένης και της παροχής των μέσων για την διάπραξη του (δ) καθ’ οιονδήποτε τρόπο συμβάλλει στην διάπραξη τέ?τοιου εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, από μία ομάδα προσώπων που ενεργούν με κοινό σκοπό. Η συμ?βολή αυτή πρέπει να είναι με πρόθεση και είτε : (ι) να παρέχεται προς τον σκοπό πραγματοποίησης της αξιοποίνου δραστηριότητας ή του αξιοποίνου σκοπού της ομάδας, όπου αυτή δραστηριότητα ή πρόθεση περι?λαμβάνει τη διάπραξη εγκλήματος που εμπίπτει στη δι?καιοδοσία του Δικαστηρίου, είτε (ιι) να παρέχεται εν γνώσει της προθέσεως της ομάδας να διαπράξει το έγκλημα (ε) σχετικώς με το έγκλημα της γενοκτονίας, άμεσα και δημόσια παρακινεί άλλους να διαπράξουν γενοκτονία (στ) αποπειράται να διαπράξει τέτοιο έγκλημα προ?βαίνοντας σε σημαντική ενέργεια που αποτελεί αρχή εκτελέσεως αλλά το έγκλημα δεν ολοκληρώνεται λόγω περιστάσεων ανεξαρτήτων των προθέσεων του δρά?στη. Εντούτοις, ο εγκαταλείπων την προσπάθεια να δια?πράξει το έγκλημα ή ο με άλλον τρόπο εμποδίζων την ολοκλήρωση του εγκλήματος δεν τιμωρείται κατά το 1248 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) των Κρατών κατά το διεθνές δίκαιο.

Άρθρο 26

Αποκλεισμός δικαιοδοσίας επί προσώπων κάτω των 18 ετών Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία επί προσώπου, το οποίο ήταν κάτω των 18 ετών κατά την χρονική στιγμή της τέλεσης του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται.

Άρθρο 27

Έλλειψη συνεπειών λόγω υπηρεσιακής ιδιότητας ; 1 .Το παρόν Καταστατικό έχει την ίδια εφαρμογή έναντι όλων χωρίς διάκριση επί τη βάσει της υπηρεσιακής ιδιό?τητας. Ιδίως, η επίσημη ιδιότητα κάποιου ως Αρχηγού Κράτους ή Κυβέρνησης, μέλους της Κυβέρνησης ή του Κοινοβουλίου, εκλεγμένου αντιπροσώπου ή κυβερνητι?κού υπαλλήλου, σε καμία περίπτωση δεν τον εξαιρεί από την ποινική ευθύνη κατά το παρόν Καταστατικό, ούτε συ?νιστά, αυτό καθεαυτό, λόγο μείωσης της ποινής. 2.Ασυλίες ή ειδικοί δικονομικοί κανόνες που συναρτώ?νται με την επίσημη ιδιότητα προσώπου, είτε κατά το εθνι?κό είτε κατά το διεθνές δίκαιο, δεν αποκλείουν το Δικα?στήριο από την άσκηση της δικαιοδοσίας του επί των προ?σώπων αυτών

Άρθρο 28

Ευθύνη διοικητών και άλλων ανωτέρων Εκτός από τους άλλους λόγους ποινικής ευθύνης κατά το παρόν Καταστατικό για εγκλήματα υπαγόμενα στη δι?καιοδοσία του Δικαστηρίου : α.Στρατιωτικός διοικητής ή πρόσωπο που ενεργεί στην πράξη ως στρατιωτικός διοικητής υπέχει ποινική ευθύνη για εγκλήματα υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του Δικαστη?ρίου, τα οποία τελέσθηκαν από δυνάμεις υπό την ουσια?στική διοίκηση και τον έλεγχο του ή υπό την ουσιαστική εξουσία και έλεγχο του, ανάλογα με την περίπτωση, ως συνέπεια της παράλειψης του να ασκήσει τον κατάλληλο έλεγχο στις δυνάμεις αυτές, όταν : (ι)ο στρατιωτικός ή το πρόσωπο αυτό γνώριζε ή, κατά τις περιστάσεις σε εκείνο το χρονικό σημείο, όφειλε να γνωρίζει ότι οι δυνάμεις διέπρατταν ή επρόκειτο να δια?πράξουν τέτοια εγκλήματα, και (ιι)ο στρατιωτικός διοικητής ή το πρόσωπο αυτό δεν έλαβε τα απαραίτητα και εύλογα μέτρα εντός της εξου?σίας του/της για την αποφυγή ή την καταστολή της δια?πράξεως τους ή δεν έθεσε το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές προς ανάκριση και δίωξη. β.Σχετικά με τις ιεραρχικές σχέσεις που δεν περιγρά?φονται στην παράγραφο α, ο ιεραρχικά ανώτερος ευθύ?νεται ποινικά για εγκλήματα υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, τα οποία τελέσθηκαν από ιεραρχικώς κατωτέρους που ευρίσκονταν υπό την ουσιαστική εξου?σία και έλεγχο του, ως συνέπεια της παράλειψης άσκη?σης καταλλήλου ελέγχου στους κατωτέρους αυτούς, όταν : (ι)ο ανώτερος γνώριζε ή συνειδητά παρέβλεψε πληρο?φορίες, οι οποίες παρείχαν σαφείς ενδείξεις ότι οι κατώ?τεροι διέπρατταν ή επρόκειτο να διαπράξουν τέτοια εγκλήματα (ιι)τα εγκλήματα αφορούσαν δραστηριότητα εντός της ουσιαστικής ευθύνης και ελέγχου του ανωτέρου (ιιι)ο ανώτερος δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα και εύλο?γα μέτρα εντός της εξουσίας του/της για την αποφυγή ή καταστολή της διάπραξης τους ή δεν έθεσε το ζήτημα στις αρμόδιες αρχές προς ανάκριση και δίωξη.

Άρθρο 29

Απαράγραπτο Τα εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικα?στηρίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή.

Άρθρο 30

Στοιχεία υποκειμενικής υπόστασης

1.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, ένα πρόσωπο ευθύνεται ποινικά και τιμωρείται για έγκλημα που εμπίπτει στη δι?καιοδοσία του Δικαστηρίου μόνο αν η αντικειμενική υπό?σταση αυτού πραγματώθηκε με πρόθεση και εν γνώσει. 2.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα πρόσω?πο ενεργεί με πρόθεση, όταν : (α)εν σχέσει προς την συμπεριφορά, το πρόσωπο αυτό αποσκοπεί πράγματι στη συμπεριφορά αυτή (β)εν σχέσει προς τις συνέπειες, το πρόσωπο αυτό επι?διώκει την επέλευση των συνεπειών αυτών ή γνωρίζει ότι αυτές θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμά?των. 3.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «γνώση» εννοείται η συνείδηση ότι υφίστανται οι περιστάσεις ή ότι η συνέπεια θα επέλθει κατά την συνήθη πορεία των πραγ?μάτων. «Γνωρίζω» και «εν γνώσει» ερμηνεύονται αναλό?γως.

Άρθρο 31

Λόγοι άρσης της ποινικής ευθύνης 1.Εκτός από τους άλλους λόγους άρσης της ποινικής ευθύνης, που περιέχονται στο παρόν Καταστατικό, ένα πρόσωπο δεν υπέχει ποινική ευθύνη, εάν, κατά τον χρόνο της συμπεριφοράς του : (α)υποφέρει από διανοητική νόσο ή ελάττωμα που απο?κλείουν την ικανότητα του να εκτιμήσει την παρανομία ή τη φύση της συμπεριφοράς του ή την ικανότητα του να ελέγξει την συμπεριφορά του προκειμένου να συμμορ?φωθεί προς τις επιταγές του δικαίου (β)είναι σε κατάσταση μέθης, που αποκλείει την ικανό?τητα του να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα ή τη φύση της συμπεριφοράς του ή την ικανότητα του να ελέγξει την συμπεριφορά του προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του δικαίου, εκτός αν υπαίτια περιήλθε στην κα?τάσταση αυτή και γνώριζε ή παρέβλεψε τον κίνδυνο ότι, ως αποτέλεσμα της καταστάσεως του, ήταν πολύ πιθανόν να συμπεριφερθεί κατά τρόπο που συνιστά έγκλημα υπα?γόμενο στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (γ)ενεργεί εύλογα για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλο πρόσωπο ή, στην περίπτωση εγκλημάτων πολέμου, περιουσία που είναι απαραίτητη για την επιβίωση αυτού ή άλλου προσώπου ή ιδιοκτησία που είναι απαραίτητη για ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1249 άλλο προστατευόμενο πρόσωπο ή την περιουσία. Το γε?γονός ότι τούτο συμμετείχε σε αμυντική επιχείρηση διε?ξαχθείσα από στρατιωτικές δυνάμεις δεν αποτελεί αφ’ εαυτού λόγο άρσεως της ποινικής ευθύνης κατά το πα?ρόν εδάφιο. (δ)η συμπεριφορά, η οποία φέρεται ότι συνιστά έγκλη?μα υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, προε?κλήθη με εξαναγκασμό κατόπιν απειλής επικειμένου θα?νάτου ή συνεχιζόμενης ή επικείμενης βαρείας σωματικής βλάβης εναντίον αυτού ή άλλου προσώπου, και τούτο ενεργεί αναγκαστικάκαί, ευλόγως για να αποφύγει την απειλή αυτή, με την προϋπόθεση ότι δεν έχει σκοπό να προκαλέσει βαρύτερη βλάβη από την απειλή που επεδίω?ξε να αποφύγει. Τέτοια απειλή μπορεί: (ι) είτε να προέρχεται από άλλα πρόσωπα (ιι) είτε να δημιουργείται από άλλες περιστάσεις πέραν του ελέγχου του.

2.

Το Δικαστήριο αποφασίζει αν συντρέχουν οι λόγοι άρσης της ποινικής ευθύνης, που περιέχονται στο παρόν Καταστατικό, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση ενώπιον του. 3.Στη δίκη, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του ως λόγο άρσης της ποινικής ευθύνης διαφορετικό λόγο από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όταν ο λό?γος αυτός προέρχεται από το εφαρμοστέο δίκαιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 21. Η διαδικασία εξέτασης προκειμέ?νου να ληφθεί υπόψη ένας τέτοιος λόγος προβλέπεται στους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης.

Άρθρο 32

Πραγματική και νομική πλάνη 1 .Η πραγματική πλάνη αποτελεί λόγο άρσης της ποινι?κής ευθύνης μόνον αν αναιρεί την πλήρωση των στοιχεί?ων της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. 2.Η νομική πλάνη ως προς το αν συγκεκριμένο είδος συ?μπεριφοράς αποτελεί έγκλημα υπαγόμενο στη δικαιοδο?σία του Δικαστηρίου, δεν συνιστά λόγο άρσης της ποινι?κής ευθύνης. Η νομική πλάνη μπορεί, όμως, να αποτελέ?σει λόγο άρσης της ποινικής ευθύνης, αν αναιρεί τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης που απαιτείται για την τέλεση ενός τέτοιου εγκλήματος ή αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 33.

Άρθρο 33

Προσταγές ανωτέρων και επιταγές του νόμου Ι.Το γεγονός ότι ένα έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιο?δοσία του Δικαστηρίου τελέστηκε από πρόσωπο συμμορ?φούμενο προς εντολή Κυβερνήσεως ή ανωτέρου, είτε στρατιωτικού είτε πολιτικού, δεν αναιρεί την ποινική του ευθύνη, εκτός αν τούτο: (α) είχε νομική υποχρέωση να υπακούει σε εντολές της Κυβερνήσεως ή του κατά περίπτωση ανωτέρου (β) δεν γνώριζε ότι η προσταγή ήταν παράνομη (γ) η προσταγή δεν ήταν καταφανώς παράνομη 2.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η διαταγή προς τέλεση γενοκτονίας ή εγκλημάτων κατά της ανθρω?πότητας είναι καταφανώς παράνομη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4.

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Άρθρο 34

Όργανα του Δικαστηρίου Τα όργανα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: (α) το Προεδρείο (β) η Βαθμίδα Εφέσεων, η Πρώτη Βαθμίδα και η Βαθμί?δα Προδικασίας. (γ) το Γραφείο του Εισαγγελέα (δ) η Γραμματεία

Άρθρο 35

Υπηρεσία των δικαστών

1.

Όλοι οι δικαστές εκλέγονται ως μέλη πλήρους απα?σχόλησης του Δικαστηρίου και είναι διαθέσιμοι να υπη?ρετήσουν ως τέτοιοι από την έναρξη της θητείας τους. ^

2.

Οι δικαστές που συνθέτουν το Προεδρείο υπηρετούν με καθεστώς πλήρους απασχόλησης αμέσως μετά την εκλογή τους. 3.Το Προεδρείο μπορεί, ανάλογα με τον φόρτο εργα?σίας του Δικαστηρίου και σε συνεννόηση με τα μέλη του, να αποφασίζει κατά περιόδους, σε ποια έκταση οι εναπο?μείναντες δικαστές απαιτείται να υπηρετήσουν με καθε?στώς πλήρους απασχόλησης. Κάθε τέτοια διευθέτηση δεν θίγει τις διατάξεις του άρθρου 40. 4.Οι οικονομικές διευθετήσεις για τους δικαστές για τους οποίους δεν απαιτείται να υπηρετούν με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, γίνονται κατά το άρθρο 49.

Άρθρο 36

Προσόντα, υποψηφιότητα και εκλογή δικαστών

1.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, το Δικαστήριο αποτελείται από 18 δικαστές.

2.

(α) Το Προεδρείο, ενεργώντας για λογαριασμό του Δικαστηρίου, μπορεί να προτείνει αύξηση του αριθμού των δικαστών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αι?τιολογώντας την αναγκαιότητα και καταλληλότητα της αύξησης. Ο Γραμματέας κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση κάθε τέτοια πρόταση σε όλα τα Κράτη Μέρη. (β) Η πρόταση εξετάζεται στη συνέχεια σε σύνοδο της Συνέλευσης των Κρατών Μερών που συγκαλείται κατά το άρθρο 112. Η πρόταση θεωρείται ότι υιοθετείται, αν εγκριθεί στη σύνοδο με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών της Συνέλευσης των Κρατών Μερών και τίθεται σε ισχύ σε χρόνο που αποφασίζεται από τη Συνέλευση αυτή. (γ)(ι) Μόλις υιοθετηθεί και τεθεί σε ισχύ η πρόταση για την αύξηση του αριθμού των δικαστών κατά το εδάφιο (β), η εκλογή των επιπλέον δικαστών γίνεται στην επόμενη σύ?νοδο της Συνέλευσης των Κρατών Μερών κατά τις παρα?γράφους 3 έως και 8 και κατά το άρθρο 37 παράγραφος 2. (ιι) Μόλις υιοθετηθεί και τεθεί σε ισχύ η πρόταση για την αύξηση του αριθμού των δικαστών κατά τα εδάφια (β) και (γ)(ι), το Προεδρείο είναι εφεξής ελεύθερο να αποφασί?σει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, αν ο φόρτος εργα?σίας του Δικαστηρίου το δικαιολογεί, να προτείνει την μεί?ωση του αριθμού των δικαστών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα μειωθεί περισσότερο από όσο προβλέπεται στην 1250 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) δικαστών, μέχρι να φθάσει στον προβλεπόμενο αριθμό.

3.

(α) Οι δικαστές επιλέγονται μεταξύ προσώπων υψη?λού ήθους, αμεροληψίας και ακεραιότητας, που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα στα αντίστοιχα Κράτη τους για την τοποθέτηση τους στις ανώτατες δικαστικές θέσεις. (β) Κάθε υποψήφιος για εκλογή στο Δικαστήριο πρέπει να: (ι) έχει αποδεδειγμένη ειδίκευση στο ποινικό δίκαιο και την ποινική δικονομία και την απαραίτητη σχετική πείρα, ως δικαστής, εισαγγελέας, συνήγορος ή με οποιαδήποτε άλλη συναφή ειδικότητα στην ποινική διαδικασία ή (ιι) έχει αποδεδειγμένη ειδίκευση σε σχετικούς τομείς του διεθνούς δικαίου, όπως διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και εκτενή πείρα, ως επαγγελματίας νομικός, σε θέση σχετική με το δικαιοδο?τικό έργο του Δικαστηρίου. (γ) Κάθε υποψήφιος για εκλογή στο Δικαστήριο πρέπει να έχει άριστη γνώση και να χειρίζεται άνετα τουλάχιστον μία από τις γλώσσες εργασίας του Δικαστηρίου.

4.

(α) Οι υποψηφιότητες για εκλογή στο Δικαστήριο μπορούν να υποβληθούν από κάθε Κράτος Μέρος στο παρόν Καταστατικό, κατά τον ακόλουθο τρόπο : (ι) είτε κατά τη διαδικασία υποβολής υποψηφιοτήτων για τις ανώτατες δικαστικές θέσεις του συγκεκριμένου Κράτους (ιι) είτε κατά τη διαδικασία για την υποβολή υποψηφιο?τήτων για το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπως προ?βλέπεται στο Καταστατικό του Δικαστηρίου αυτού. Οι υποψηφιότητες συνοδεύονται από μία αναφορά με τις απαραίτητες λεπτομέρειες, στην οποία εκτίθεται αν ο υποψήφιος πληρεί τα απαιτήσεις της παρ. 3. (β) Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να προτείνει έναν υπο?ψήφιο σε κάθε εκλογή, ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να είναι υπήκοος αυτού του Κράτους Μέρους, πρέπει όμως σε κάθε περίπτωση να είναι υπήκοος ενός Κράτους Μέ?ρους. (γ) Η Συνέλευση των Κρατών Μερών μπορεί να αποφα?σίσει, αν είναι απαραίτητο, την ίδρυση μιας Συμβουλευτι?κής Επιτροπής για την εξέταση των υποψηφιοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση, η σύνθεση και η εντολή της Επιτρο?πής καθορίζονται από την Συνέλευση των Κρατών Με?ρών.

5.

Για τους σκοπούς της εκλογής, θα υπάρχουν δύο πί?νακες υποψηφίων. Ο πίνακας Α, που περιλαμβάνει τα ονό?ματα των υποψηφίων με τα προσόντα που προσδιορίζο?νται στην παρ. 3 (β) (ι) και ο πίνακας Β, που περιλαμβάνει τα ονόματα των υποψηφίων με τα προσόντα που προσ?διορίζονται στην παρ. 3 (β) (ιι) Κάθε υποψήφιος με επαρ?κή προσόντα και για τους δύο πίνακες μπορεί να επιλέξει σε ποιον πίνακα θα συμπεριληφθεί. Κατά την πρώτη εκλο?γή στο Δικαστήριο, εκλέγονται τουλάχιστον εννέα δικα?στές από τον πίνακα Α και τουλάχιστον πέντε από τον πί?νακα Β. Οι επόμενες εκλογές οργανώνονται κατά τρόπο που να διατηρείται η αναλογία των δικαστών που αξιολο?γήθηκαν στους δύο πίνακες.

6.

(α) Οι δικαστές εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία σε σύνοδο της Συνέλευσης των Κρατών Μερών, η οποία συ?γκαλείται για τον σκοπό αυτό κατά το άρθρο 112. Με την επιφύλαξη της παρ. 7, οι εκλεγέντες στο Δικαστήριο είναι οι 18 υποψήφιοι, οι οποίοι λαμβάνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων και πλειοψηφία των δύο τρίτων των παρό?ντων και ψηφισάντων Κρατών Μερών. (β) Στην περίπτωση που δεν εκλεγεί ικανός αριθμός δι?καστών κατά την πρώτη ψηφοφορία, διεξάγονται επόμε?νες ψηφοφορίες κατά την διαδικασία που εκτίθεται στο εδάφιο (α), μέχρι να συμπληρωθούν οι θέσεις που απέ?μειναν.

7.

Δεν επιτρέπεται δύο δικαστές να είναι υπήκοοι του αυ?τού Κράτους. Όποιος, για τον σκοπό της συμμετοχής του στο Δικαστήριο, θεωρηθεί υπήκοος περισσοτέρων του ενός Κρατών, λογίζεται υπήκοος του Κράτους στο οποίο ασκεί κανονικά τα αστικά και πολιτικά του δικαιώματα.

8.

(α) Τα Κράτη Μέρη, κατά την εκλογή των δικαστών, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ώστε η σύνθεση του Δικα?στηρίου : (ι) να είναι αντιπροσωπευτική των κυριοτέρων νομικών συστημάτων του κόσμου (ιι) να αντανακλά μία δίκαιη γεωγραφική εκπροσώπηση και (ιιι) να κατανέμεται δίκαια μεταξύ ανδρών και γυναικών δικαστών (β) Τα Κράτη Μέρη λαμβάνουν επίσης υπόψη την ανά?γκη να συμπεριληφθούν δικαστές με νομική κατάρτιση σε εξειδικευμένους τομείς, συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, του τομέα της βίας κατά γυναικών ή παιδιών. 9.(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (β), η θητεία των δι?καστών έχει διάρκεια εννέα ετών και, με την επιφύλαξη του εδαφίου (γ) και του άρθρου 37 παράγραφος 2, δεν μπορούν να επανεκλεγούν (β) Κατά την πρώτη εκλογή, ένα τρίτο των εκλεγέντων δικαστών επιλέγεται με κλήρο να υπηρετήσει για χρονικό διάστημα τριών ετών, ένα τρίτο για χρονικό διάστημα έξι ετών και οι υπόλοιποι για χρονικό διάστημα εννέα ετών. (γ) Ο/Η δικαστής, ο οποίος/η οποία επελέγη να υπηρε?τήσει για χρονικό διάστημα τριών ετών κατά το εδάφιο (β), μπορεί να επανεκλεγεί για πλήρη, θητεία.

10.

Μη θιγομένης της παραγράφου 9, ένας δικαστής, που υπηρετετεί σε Τμήμα Πρώτου Βαθμού ή στο Τμήμα Εφέσεων κατά το άρθρο 39, παραμένει στην θέση του για την ολοκλήρωση οποιασδήποτε δίκης ή εφέσεως, η συ?ζήτηση των οποίων είχε ήδη αρχίσει ενώπιον του Τμήμα?τος αυτού.

Άρθρο 37

Κενές θέσεις δικαστών

1.

Αν κενωθεί θέση δικαστή, διεξάγεται εκλογή κατά το άρθρο 36 για να πληρωθεί αυτή.

2.

Δικαστής ο οποίος εξελέγη για να πληρώσει μία κενή θέση, υπηρετεί για το υπόλοιπο της θητείας του προκα?τόχου του και, αν αυτή η περίοδος είναι τρία έτη ή λιγότε?ρο, μπορεί να επανεκλεγεί για πλήρη θητεία κατά το άρ?θρο 36.

Άρθρο 38

Το Προεδρείο

1.

Ο Πρόεδρος και οι Πρώτος και Δεύτερος Αντιπρόε?ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1251 Πρώτος Αντιπρόεδρος κωλύονται ή παύθηκαν.

3.

Ο Πρόεδρος, μαζί με τους Πρώτο και Δεύτερο Αντι?πρόεδρο, αποτελούν το Προεδρείο, το οποίο είναι υπεύ?θυνο για : (α) την ορθή διοίκηση του Δικαστηρίου, με την εξαίρεση του Γραφείου του Εισαγγελέα και (β) τις άλλες λειτουργίες, με τις οποίες είναι επιφορτι?σμένο, κατά το παρόν Καταστατικό.

4.

Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του κατά την παράγραφο 3 (α), το Προεδρείο θα συντονίζεται και διώ?κει τη συμφωνία του Εισαγγελέα σε όλα τα ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.

Άρθρο 39

Τμήματα

1.

Το συντομότερο δυνατό μετά την εκλογή των δικα?στών, το Δικαστήριο οργανώνεται σε βαθμίδες οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 34 παρ. (β). Η Βαθμίδα Εφέσεων αποτελείται από τον Πρόεδρο και τέσσερις άλλους δικα?στές, η Πρώτη Βαθμίδα τουλάχιστον από έξι δικαστές και η Βαθμίδα Προδικασίας τουλάχιστον από έξι δικαστές. Η τοποθέτηση δικαστών σε βαθμίδες βασίζεται στην φύση και τις λειτουργίες που επιτελεί κάθε βαθμίδα και στα προσόντα και την πείρα των εκλεγέντων στο Δικαστήριο δικαστών, κατά τρόπον ώστε κάθε βαθμίδα να περιέχει κατάλληλο συνδυασμό εξειδικεύσεως στο ποινικό δίκαιο και την ποινική δικονομία και στο διεθνές δίκαιο. Η Πρώτη Βαθμίδα και η Βαθμίδα Προδικασίας συντίθενται κατά κύ?ριο λόγο από δικαστές με δικαστηριακή πείρα σε ποινικές υποθέσεις. 2.(α) Οι δικαστικές λειτουργίες του Δικαστηρίου διεκ?περαιώνονται σε κάθε βαθμίδα από Τμήματα: (β) (ι) το Τμήμα Εφέσεων συντίθεται από όλους τους δι?καστές της Βαθμίδας Εφέσεων (ιι) οι λειτουργίες του Τμήματος Πρώτου Βαθμού διεκ?περαιώνονται από τρεις δικαστές της Πρώτης Βαθμίδας (ιιι) οι λειτουργίες του Τμήματος Προδικασίας διεκπε?ραιώνονται είτε από τρεις δικαστές της Βαθμίδας Προδι?κασίας ή από έναν μόνον δικαστή της βαθμίδας αυτής κα?τά το παρόν Καταστατικό και τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης. (γ) Τίποτε στην παρούσα παράγραφο δεν αποκλείει την ταυτόχρονη σύνθεση περισσοτέρων του ενός Τμημάτων Πρώτου Βαθμού ή Τμημάτων Προδικασίας ανάλογα με τον φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου. 3.(α) Δικαστές τοποθετημένοι στην Πρώτη Βαθμίδα και στη Βαθμίδα Προδικασίας υπηρετούν στις βαθμίδες αυ?τές για χρονική περίοδο τριών ετών και, κατόπιν, έως την ολοκλήρωση της κατά περίπτωση υποθέσεως, η εκδίκα?ση της οποίας έχει ήδη αρχίσει στη σχετική βαθμίδα. (β) Δικαστές τοποθετημένοι στην Βαθμίδα Εφέσεων υπηρετούν σε αυτήν καθ’ όλη την διάρκεια θητείας τους.

4.

Δικαστές τοποθετημένοι στη Βαθμίδα Εφέσεων υπη?ρετούν μόνον στην Βαθμίδα αυτή. Τίποτε, εντούτοις, στο παρόν άρθρο δεν αποκλείει την προσωρινή απόσπαση δι?καστών από την Πρώτη Βαθμίδα στη Βαθμίδα Προδικα?σίας ή αντιστρόφως, αν το Προεδρείο κρίνει ότι έτσι απαι?τείται από τον φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι σε καμία περίπτωση δικαστής που συμ?μετείχε στην φάση της προδικασίας μιας υποθέσεως δεν μπορεί να επιλεγεί για να μετάσχει στο Τμήμα Πρώτου Βαθμού που δικάζει την ίδια υπόθεση.

Άρθρο 40

Ανεξαρτησία των δικαστών 1 .Οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. 2.Οι δικαστές δεν ασκούν καμία δραστηριότητα η οποία είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων ή επηρεάζει την εμπιστοσύνη στην ανεξαρ?τησία τους. 3.Οι δικαστές που απαιτείται να υπηρετούν με καθε?στώς πλήρους απασχόλησης στην έδρα του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται να έχουν καμία άλλη απασχόληση επαγ?γελματικής φύσης.

4.

Οποιοδήποτε θέμα σχετικά με την εφαρμογή των πα?ραγράφων 2 και 3 αποφασίζεται με την απόλυτη πλειοψη?φία των δικαστών. Όταν ένα τέτοιο θέμα αφορά έναν συ?γκεκριμένο δικαστή, αυτός δεν συμμετέχει κατά την λήψη της απόφασης.

Άρθρο 41

Εξαίρεση και απαλλαγή και δικαστών 1.Το Προεδρείο μπορεί, με αίτηση ενός δικαστή, να τον απαλλάξει από την άσκηση των καθηκόντων του κατά το παρόν Καταστατικό, σύμφωνα με τους κανόνες Διαδικα?σίας και Απόδειξης. 2.(α) Δικαστής δεν συμμετέχει σε καμία υπόθεση στην οποία μπορεί για οποιονδήποτε λόγο να αμφισβητηθεί ευλόγως η αμεροληψία του. Δικαστής εξαιρείται από υπόθεση κατά την παρούσα παράγραφο, αν, μεταξύ άλ?λων, είχε αναμιχθεί στην υπόθεση αυτή ενώπιον του Δικα?στηρίου υπό οποιαδήποτε ιδιότητα ή σε συγγενή ποινική υπόθεση στα εθνικά δικαστήρια που αφορούσε τον ανα?κρινόμενο ή διωκόμενο. Εξαιρείται επίσης δικαστής και για άλλους λόγους που προβλέπονται στους κανόνες Δια?δικασίας και Απόδειξης. (β) Ο Εισαγγελέας ή ο ανακρινόμενος ή διωκόμενος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση δικαστή κατά την παρού?σα παράγραφο. (γ) Κάθε θέμα σχετικώς με την εξαίρεση δικαστή απο?φασίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία των δικαστών. Ο υπό κρίση δικαστής καλείται να παρουσιάσει την θέση του επί του θέματος, αλλά δεν λαμβάνει μέρος στην λήψη της απόφασης.

Άρθρο 42

Το Γραφείο του Εισαγγελέα 1.To Γραφείο του Εισαγγελέα ενεργεί ανεξάρτητα ως ξεχωριστό όργανο του Δικαστηρίου. Είναι υπεύθυνο για την παραλαβή αναφορών καθώς και κάθε ουσιώδους πληροφορίας για εγκλήματα που υπάγονται στη δικαιο?1252 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) του. Ο Εισαγγελέας επικουρείται από έναν ή περισσοτέ?ρους Αναπληρωτές Εισαγγελείς οι οποίοι μπορούν να εκτελούν οποιαδήποτε από τις πράξεις που έχουν ανατε?θεί στον Εισαγγελέα κατά το παρόν Καταστατικό. Ο Ει?σαγγελέας και οι Αναπληρωτές Εισαγγελείς πρέπει να εί?ναι διαφορετικής εθνικότητας. Υπηρετούν σε βάση πλή?ρους απασχόλησης.

3.

Ο Εισαγγελέας και οι Αναπληρωτές Εισαγγελείς είναι πρόσωπα υψηλού ήθους, υψηλών ικανοτήτων και με εκτε?ταμένη πρακτική εμπειρία στην δίωξη ή εκδίκαση ποινι?κών υποθέσεων. Πρέπει να έχουν άριστη γνώση και να χειρίζονται άνετα μία τουλάχιστον από τις γλώσσες εργα?σίας του Δικαστηρίου.

4.

Ο Εισαγγελέας εκλέγεται με μυστική ψηφοφορία και με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της Συνέλευσης των Κρατών Μερών. Οι Αναπληρωτές Εισαγγελείς εκλέ?γονται με τον ίδιο τρόπο από ένα πίνακα υποψηφίων που δίδεται από τον Εισαγγελέα. Ο Εισαγγελέας υποβάλλει τρεις υποψηφίους για κάθε θέση Αναπληρωτή Εισαγγε?λέα προς πλήρωση. Ο Εισαγγελέας και οι Αναπληρωτές Εισαγγελείς θητεύουν για χρονικό διάστημα εννέα ετών, εκτός αν κατά την εκλογή τους αποφασιστεί μικρότερο χρονικό διάστημα και δεν μπορούν να επανεκλεγούν. 5.Ούτε ο Εισαγγελέας ούτε ο Αναπληρωτής Εισαγγελέας ασκούν δραστηριότητα που ενδέχεται να είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση των διωκτικών τους λειτουργιών ή θα επηρε?άσουν την εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία τους. Δεν εμπλέ?κονται σε άλλη απασχόληση επαγγελματικής φύσεως. 6.Το Προεδρείο μπορεί να απαλλάξει τον Εισαγγελέα ή Αναπληρωτή Εισαγγελέα, με αίτηση του, από την άσκηση των καθηκόντων του σε μία συγκεκριμένη υπόθεση. 7.Ούτε ο Εισαγγελέας ούτε ο Αναπληρωτής Εισαγγελέ?ας συμμετέχουν στη συζήτηση οποιουδήποτε θέματος, στο οποίο αμφισβητείται ευλόγως για οποιονδήποτε λό?γο η αμεροληψία τους. Εξαιρούνται από υπόθεση κατά την παρούσα παράγραφο, αν, μεταξύ άλλων, είχαν προη?γουμένως αναμιχθεί υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στην υπό?θεση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου ή σε συναφή ποινική υπόθεση στα εθνικά δικαστήρια που αφορούσε τον ανα?κρινόμενο ή διωκόμενο. 8.Κάθε θέμα σχετικώς με την εξαίρεση του Εισαγγελέα ή Αναπληρωτή Εισαγγελέα αποφασίζεται από το Τμήμα Εφέσεων. (α) Ο ανακρινόμενος ή διωκόμενος μπορεί σε κάθε χρο?νική στιγμή να ζητήσει την εξαίρεση Εισαγγελέα ή Ανα?πληρωτή Εισαγγελέα, για λόγους που εκτίθενται στο πα?ρόν άρθρο. (β) Ο Εισαγγελέας ή Αναπληρωτή Εισαγγελέας, όπως αρμόζει, μπορεί να παρουσιάσει τις παρατηρήσεις του επί του θέματος.

9.

Ο Εισαγγελέας διορίζει συμβούλους με νομική εξει?δίκευση σε ιδιαίτερα θέματα, συμπεριλαμβανομένων, με?ταξύ άλλων, σεξουαλικής και σεξιστικής βίας και βίας κα?τά παιδιών.

Άρθρο 43

Γραμματεία 1 .Η Γραμματεία είναι υπεύθυνη για εξωδικαστικά θέ?ματα της διοικήσεως και των υπηρεσιών του Δικαστηρίου, χωρίς να θίγονται τα καθήκοντα και οι εξουσίες του Ει?σαγγελέα κατά το άρθρο 42. 2.Της Γραμματείας προΐσταται ο Γραμματέας, ο οποίος είναι ο κύριος διοικητικός υπάλληλος του Δικαστηρίου. Ο Γραμματέας ασκεί τα καθήκοντα του υπό την εξουσία του Προέδρου του Δικαστηρίου.

3.

Ο Γραμματέας και ο Αναπληρωτής Γραμματέας είναι πρόσωπα υψηλού ήθους, υψηλών ικανοτήτων και έχουν άριστη γνώση και χειρίζονται άνετα μία τουλάχιστον από τις γλώσσες εργασίας του Δικαστηρίου.

4.

Οι δικαστές εκλέγουν τον Γραμματέα με απόλυτη πλειοψηφία σε μυστική ψηφοφορία, λαμβάνοντας υπόψη κάθε σύσταση από την Συνέλευση των Κρατών Μερών. Αν προκύψει ανάγκη και ύστερα από σύσταση του Γραμμα?τέα, οι δικαστές εκλέγουν κατά τον ίδιο τρόπο Αναπλη?ρωτή Γραμματέα.

5.

Ο Γραμματέας θητεύει για χρονικό διάστημα πέντε ετών, μπορεί να επανεκλεγεί άλλη μία φορά και υπηρετεί με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Ο Αναπληρωτής Γραμματέας θητεύει για χρονικό διάστημα πέντε ετών ή για μικρότερο χρονικό διάστημα, που μπορεί να αποφα?σιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία των δικαστών, και μπορεί να εκλεγεί στη βάση της εκτέλεσης των καθηκό?ντων του σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας.

6.

Ο Γραμματέας οργανώνει μία Μονάδα θυμάτων και Μαρτύρων εντός της Γραμματείας. Η Μονάδα αυτή παρέχει, σε συνεννόηση με το Γραφείο του Εισαγγελέα, μέτρα προστασίας και ρυθμίσεις ασφαλείας, συμβουλές και άλλη κατάλληλη βοήθεια για μάρτυρες, θύματα που εμφανίζο?νται ενώπιον του Δικαστηρίου και άλλους που κινδυνεύουν από καταθέσεις που έδωσαν οι μάρτυρες αυτοί. Η Μονάδα περιλαμβάνει προσωπικό ειδικευμένο στους ψυχικούς τραυματισμούς, συμπεριλαμβανομένων και ψυχικών τραυ?ματισμών σχετικά με εγκλήματα σεξουαλικής βίας.

Άρθρο 44

Προσωπικό

1.

Ο Εισαγγελέας και ο Γραμματέας διορίζουν το εξει?δικευμένο προσωπικό που απαιτείται στα αντίστοιχα γρα?φεία τους. Στην περίπτωση του Εισαγγελέας περιλαμβά?νεται και ο διορισμός ανακριτικών υπαλλήλων.

2.

Κατά την πρόσληψη του προσωπικού, ο Εισαγγελέας και ο Γραμματέας διασφαλίζουν τον υψηλότερο βαθμό αποδοτικότητας, ικανότητας και ακεραιότητας και λαμ?βάνουν υπόψη κατ’ ανάλογο τρόπο τα κριτήρια που τίθε?νται στο άρθρο 36 παρ. 8.

3.

Ο Γραμματέας, με την συμφωνία του Προεδρείου και του Εισαγγελέα, προτείνει Κανονισμούς Προσωπικού, οι οποίοι περιλαμβάνουν τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες το προσωπικό του Δικαστηρίου διορίζεται, αμείβεται και απολύεται. Οι Κανονισμοί Προσωπικού εγκρίνονται από την Συνέλευση των Κρατών Μερών.

4.

Το Δικαστήριο μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1253 Τέτοιο μη αμειβόμενο προσωπικό χρησιμοποιείται σύμφω?να με τις οδηγίες που θέτει η Συνέλευση των Κρατών Μερών.

Άρθρο 45

Επίσημη υπόσχεση Πριν από την ανάληψη των αντιστοίχων καθηκόντων τους κατά το παρόν Καταστατικό, οι δικαστές, ο Εισαγγε?λέας, οι Αναπληρωτές Εισαγγελείς, ο Γραμματέας και ο Αναπληρωτής Γραμματέας δίνουν, ο καθένας ξεχωριστά, επίσημη υπόσχεση σε δημόσια συνεδρίαση ότι θα ασκή?σουν αυτά με αμεροληψία και ευσυνειδησία.

Άρθρο 46

Απόλυση από την υπηρεσία

1.

Οι δικαστές, ο Εισαγγελέας, οι Αναπληρωτές Εισαγ?γελείς, ο Γραμματέας και ο Αναπληρωτής Γραμματέας απολύονται από την υπηρεσία τους αν ληφθεί μία τέτοια απόφαση κατά την παράγραφο 2, στις περιπτώσεις που : (α) Κρίθηκαν ότι έχουν τελέσει σοβαρό παράπτωμα ή σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους κατά το παρόν Καταστατικό, όπως προβλέπεται στους Κανόνες Διαδικα?σίας και Απόδειξης ή (β) Είναι ανίκανοι να ασκήσουν τα καθήκοντα που απαι?τούνται από το παρόν Καταστατικό. 2.Απόφαση για την απόλυση από την υπηρεσία των δι?καστών του Εισαγγελέα ή των Αναπληρωτών Εισαγγελέ?ων κατά την παράγραφο λαμβάνεται από την Συνέλευση των Κρατών Μερών με μυστική ψηφοφορία. (α) στην περίπτωση δικαστή, με πλειοψηφία δύο τρίτων των Κρατών Μερών ύστερα από πρόταση που υιοθετήθηκε από την πλειοψηφία των δύο τρίτων των άλλων δικαστών (β) στην περίπτωση του Εισαγγελέα, με την απόλυτη πλειοψηφία των Κρατών Μερών (γ) στην περίπτωση του Αναπληρωτή Εισαγγελέα, με την απόλυτη πλειοψηφία των Κρατών Μερών ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα 3.Απόφαση για την απόλυση του Γραμματέα ή του Ανα?πληρωτή Γραμματέα λαμβάνεται από την απόλυτη πλειο?ψηφία των δικαστών.

4.

Οι δικαστές, ο Εισαγγελέας, οι Αναπληρωτές Εισαγ?γελείς, ο Γραμματέας ή ο Αναπληρωτής Γραμματέας των οποίων η συμπεριφορά ή η ικανότητα να ασκήσουν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα, όπως απαιτείται από το πα?ρόν Καταστατικό, αμφισβητείται βάσει του παρόντος άρ?θρου, έχουν πληροίς την δυνατότητα να παρουσιάσουν και να λάβουν αποδεικτικά στοιχεία και να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους κατά τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης. Το κρινόμενο πρόσωπο δεν συμμετέχει με κανέναν άλλον τρόπο στην εξέταση του θέματος.

Άρθρο 47

Πειθαρχικές κυρώσεις Οι δικαστές, ο Εισαγγελέας, οι Αναπληρωτές Εισαγγε?λείς, ο Γραμματέας ή ο Αναπληρωτής Γραμματέας που υπέπεσε σε παράπτωμα ελαφρότερης μορφής από αυτό που εκτίθεται στο άρθρο 46 παράγραφος 1. υπόκειται σε πειθαρχικές κυρώσεις κατά τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης.

Άρθρο 48

Προνόμια και ασυλίες

1.

Το Δικαστήριο απολαμβάνει στο έδαφος κάθε Κρά?τους Μέρους τα προνόμια και τις ασυλίες που είναι απα?ραίτητα για την εκπλήρωση των σκοπών του.

2.

Οι δικαστές, ο Εισαγγελέας, οι Αναπληρωτές Εισαγ?γελείς και ο Γραμματέας, όταν τους ανατίθεται έργο ή όταν ενεργούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Δικα?στηρίου, απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια και ασυλίες που παρέχονται στους επικεφαλής διπλωματικών αποστολών και. μετά την λήξη της θητείας τους. εξακολουθεί να τους παρέχεται ασυλία από νομικές διαδικασίες κάθε είδους σχετικά με ό,τι είπαν ή έγραψαν και με ενέργειες που έγι?ναν από αυτούς υπό την υπηρεσιακή τους ιδιότητα.

3.

Ο Αναπληρωτής Γραμματέας, το προσοιπικό του Γραφείου του Εισαγγελέα και της Γραμματείας απολαμ?βάνουν τα προνόμια και ασυλίες και διευκολύνσεις που εί?ναι απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. κατά την συμφωνία για τα προνόμια και τις ασυλίες του Δι?καστηρίου.

4.

Σε συνηγόρους, εμπειρογνώμονες, μάρτυρες και κά?θε άλλο πρόσωπο που απαιτείται να είναι παρόν στην έδρα του Δικαστηρίου παρέχεται η μεταχείριση που είναι απαραίτητη για την ορθή λειτουργία του Δικαστηρίου, κατά την συμφωνία για τα προνόμια και τις ασυλίες του Δι?καστηρίου. 5.Τα προνόμια και οι ασυλίες : (α) των δικαστών ή του Εισαγγελέα μπορούν να αρθούν από την απόλυτη πλειοψηφία των δικαστών (β) του Γραμματέα μπορούν να αρθούν από το Προε?δρείο (γ) των Αναπληρωτών Εισαγγελέων και του προσωπι?κού του Γραφείου του Εισαγγελέα μπορούν να αρθούν από τον Εισαγγελέα (δ) του Αναπληρωτή Γραμματέα και του προσωπικού της Γραμματείας μπορούν να αρθούν από τον Γραμματέα.

Άρθρο 49

Μισθοί, επιδόματα και έξοδα Οι δικαστές, ο Εισαγγελέας, οι Αναπληρωτές Εισαγγε?λείς, ο Γραμματέας και ο Αναπληρωτής Γραμματέας λαμ?βάνουν τους μισθούς, επιδόματα και έξοδα που αποφασί?ζονται από την Συνέλευση των Κρατών Μερών. Οι μισθοί αυτοί και τα επιδόματα δεν μειώνονται κατά την διάρκεια της θητείας τους.

Άρθρο 50

Επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας

1.

Οι επίσημες γλώσσες του Δικαστηρίου είναι η αραβι?κή, η κινεζική, η αγγλική, η γαλλική, η ρωσική και η ισπανι?κή. Οι δικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου καθώς και άλλες αποφάσεις, με τις οποίες επιλύονται θεμελιώδη θέ?ματα ενώπιον του Δικαστηρίου, δημοσιεύονται στις επί?σημες γλώσσες. Το Προεδρείο αποφασίζει, κατά τα κρι?1254 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)

2.

Οι γλώσσες εργασίας του Δικαστηρίου είναι η αγγλι?κή και η γαλλική. Κατά τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες μπο?ρούν να χρησιμοποιηθούν άλλες επίσημες γλώσσες ως γλώσσες εργασίας. 3.Με αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου σε μια διαδικασία ή ενός Κράτους, το οποίο νομιμοποιείται να παρέμβει σε μία διαδικασία, το Δικαστήριο εγκρίνει την χρησιμοποίη?ση άλλης γλώσσας εκτός από την αγγλική ή την γαλλική από το διάδικο μέρος ή το Κράτος, με την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι τούτο δικαιολογείται επαρκώς.

Άρθρο 51

Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης 1 . Οι Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης τίθενται σε ισχύ αφότου υιοθετηθούν από την πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών της Συνέλευσης των Κρατών Μερών.

2.

Τροποποιήσεις στους Κανόνες Διαδικασίας και Από?δειξης μπορούν να προταθούν από : (α) Κάθε Κράτος Μέρος (β) την απόλυτη πλειοψηφία των δικαστών (γ) τον Εισαγγελέα Οι τροποποιήσεις αυτές τίθενται σε ισχύ αφότου υιοθε?τηθούν από πλειοψηφία των δύο τρίτων της Συνέλευσης των Κρατών Μερών.

3.

Μετά την υιοθέτηση των Κανόνων Διαδικασίας και Απόδειξης, σε επείγουσες περιπτώσεις, όπου οι Κανόνες δεν προνοούν σχετικά με μία ειδική περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δικαστές έχουν την δυνατότητα, με πλειο?ψηφία δύο τρίτων, να καταρτίσουν προσωρινούς Κανόνες οι οποίοι εφαρμόζολ’ται μέχρι να υιοθετηθούν, τροποποιη?θούν ή απορριφθούν κατά την επομένη τακτική ή έκτακτη συνεδρίαση της Συνέλευσης των Κρατών Μερών.

4.

Οι Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης, οι τροποποι?ήσεις τους και οποιοιδήποτε προσοορινοί Κανόνες πρέ?πει να συνάδουν με τις διατάξεις του παρόντος Καταστα?τικού. Οι τροποποιήσεις στους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης, όπως και οι προσωρινοί Κανόνες, δεν εφαρ?μόζονται αναδρομικά σε βάρος του ανακρινομένου. διω?κομένου ή καταοικασθέντος.

5.

Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ του Καταστατικού και των Κανόνων Διαδικασίας και Απόδειξης κατισχύει το Καταστατικό.

Άρθρο 52

Κανονισμός του Δικαστηρίου

1.

Οι δικαστές υιοθετούν τον Κανονισμό του Δικαστηρί?ου που είναι απαραίτητος για τη συνήθη λειτουργία του. με απόλυτη πλειοψηφία. σύμφωνα με το παρόν Καταστα?τικό και τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης.

2.

Κατά την επεξεργασία του Κανονισμού και οποιων?δήποτε τροποποιήσεων σε αυτόν ζητείται η γνώμη του Ει?σαγγελέα και του Γραμματέα.

3.

Ο Κανονισμός και οι τροποποιήσεις του ισχύουν από την υιοθέτηση τους. εκτός αν οι δικαστές αποφασίσουν διαφορετικά. Αμέσως μετά την υιοθέτηση τους, γνωστο?ποιούνται στα Κράτη Μέρη προς σχολιασμό. Αν εντός έξι μηνών δεν υπάρξουν αντιρρήσεις από την πλειοψηφία των Κρατών Μερών, παραμένουν σε ισχύ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΗ

Άρθρο 53

Έναρξη ανάκρισης

1.

Ο Εισαγγελέας, έχοντας εκτιμήσει τις πληροφορίες που ήλθαν σε γνώση του αρχίζει ανάκριση, εκτός αν κρί?νει ότι δεν υπάρχει δικαιολογητική βάση για να προχωρή?σει τη διαδικασία κατά το παρόν Καταστατικό. Προκειμέ?νου να λάβει την απόφαση του αν θα αρχίσει ανάκριση, ο Εισαγγελέας εξετάζει αν: (α) από τις πληροφορίες που έχει στην διάθεση του. προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει τελεσθεί ή τελεί?ται έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρί?ου. (β) η υπόθεση είναι ή θα μπορούσε να είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 17 και (γ) λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και τα συμφέροντα των θυμάτων, υπάρχουν, εντούτοις, ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η ανάκριση δεν υπηρε?τεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αν ο Εισαγγελέας κρίνει ότι δεν υπάρχει δικαιολογητική βάση να προχωρήσει και η κρίση του στηρίζεται αποκλει?στικά στο ανωτέρω εδάφιο (γ). ενημερώνει το Τμήμα Προ?δικασίας.

2.

Αν. ύστερα από ανάκριση, ο Εισαγγελέας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση δίωξης διότι: (α) δεν υφίσταται επαρκής νομική ή πραγματική βάση να εκδώσει ένταλμα ή κλήση κατά το άρθρο 58. (β) η υπόθεση είναι απαράδεκτη κατά το άρθρο 17 ή (γ) η δίωξη δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλες τις περιστάσεις, συμπεριλαμ?βανομένων της βαρύτητας του εγκλήματος, των συμφε?ρόντων των θυμάτων και της ηλικίας ή ασθένειας του φε?ρομένου ως δράστη .και του ρόλου του/της στο έγκλημα που του αποδίδεται, Ο Εισαγγελέας ενημερώνει το Τμή?μα Προδικασίας και το Κράτος το οποίο κάνει την παρα?πομπή κατά το άρθρο 14 ή ενημερώνει το Συμβούλιο Ασφαλείας σε υπόθεση κατά το άρθρο 13 παρ. (β), για τα συμπεράσματα του και τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτά . 3.(α) Με αίτηση του Κράτους, το οποίο κάνει παραπο?μπή κατά το άρθρο 14 ή του Συμβουλίου Ασφαλείας κα?τά το άρθρο 13. περίπτωση (β), το Τμήμα Προδικασίας μπορεί να εξετάσει την απόφαση του Εισαγγελέα να μην προχωρήσει σε δίωξη κατά τις παραγράφους 1 ή 2 και μπορεί να ζητήσει από αυτόν να αναθεωρήσει την από?φαση αυτή. (β) Επιπροσθέτως, το Τμήμα Προδικασίας μπορεί αυτε?παγγέλτως να εξετάσει την απόφαση του Εισαγγελέα, αν αυτή στηρίζεται αποκλειστικά στις παραγράφους 1 (γ) ή 2 (γ). Σε αυτή την περίπτωση, η απόφαση του Εισαγγελέα, να μην προχωρήσει σε δίωξη, παράγει αποτελέσματα μό?νο αν επικυρωθεί από το Τμήμα Προδικασίας. ΦΕΚ 75 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 1255

Άρθρο 54

Καθήκοντα και εξουσίες του Εισαγγελέα σχετικά με την ανάκριση

1.

Ο Εισαγγελέας : (α) Προς απόδειξη της αλήθειας, επεκτείνει την ανάκρι?ση σε όλα τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι χρήσιμα για την εκτίμηση του αν υπάρχει ποινική ευθύνη κατά το παρόν Καταστατικό και. ενερ?γώντας έτσι, ερευνά εξίσου τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία. (β) Λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την διασφάλιση της αποτελεσματικής ανάκρισης και δίοοξης εγκλημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και. ενεργώντας έτσι. μεριμνά για τα συμφέροντα και την προ?σωπική κατάσταση των θυμάτων και των μαρτύρων. συ?μπεριλαμβανομένων της ηλικίας, του φύλου, όπως ορίζε?ται στο άρθρο 7. παράγραφος 3. και της υγείας και λαμ?βάνει υπόψη του τη φύση του εγκλήματος, ιδίως όταν περιλαμβάνει σεξουαλική βία. σεξιστική βία ή βία κατά παιδιών και (γ) σέβεται πλήρως τα δικαιώματα των προσώπων που απορρέουν από το παρόν Καταστατικό.

2.

Ο Εισαγγελέας μπορεί να διεξάγει ανάκριση στο έδα?φος ενός Κράτους : (α) Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου 9 ή (β) Μετά από έγκριση του Τμήματος Προδικασίας κατά το άρθρο 57 παράγραφος 3 (δ).

3.

Ο Εισαγγελέας μπορεί: (α) Να συλλέγει και να εξετάζει αποδεικτικά στοιχεία (β) να καλεί και να εξετάζει ανακρινομένους. θύματα και μάρτυρες (γ) να ζητά τη συνεργασία κάθε Κράτους ή διακυβερνη?τικού οργανισμού ή φορέα κατά την αντίστοιχη αρμοδιό?τητα ή/και εντολή τους (δ) να συνάψει ρυθμίσεις ή συμφωνίες, που δεν είναι ασυμβίβαστες με το παρόν Καταστατικό και που μπορεί να είναι αναγκαίες για να διευκολύνουν τη συνεργασία ενός Κράτους, διακυβερνητικού οργανισμού ή προσώ?που (ε) να δεσμευτεί να μην αποκαλύψει, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, έγγραφα ή πληροφορίες που αποκτά υπό τον όρο της εμπιστευτικότητας και αποκλειστικά για το σκοπό παραγωγής νέων αποδεικτικών στοιχείων, εκτός αν συναινεί αυτός που παρέχει τις πληροφορίες, και (στ) να λαμβάνει ή να ζητά τη λήψη των απαραίτητων μέ?τρων, για την διασφάλιση της εμπιστευτικότητας των πλη?ροφοριών, την προστασία κάθε προσώπου ή την διαφύ?λαξη των αποδεικτικών στοιχείων.

Άρθρο 55

Δικαιώματα των προσώπων κατά την ανάκριση

1.

Κατά την ανάκριση σύμφωνα με το παρόν Καταστατι?κό, ένα πρόσωπο : (α) δεν εξαναγκάζεται να ενοχοποιήσει τον εαυτό του ή να ομολογήσει την ενοχή του (β) δεν υπόκειται σε καμιάς μορφής καταναγκασμό, πίε?ση ή απειλή, σε βασανιστήριο ούτε σε άλλης μορφής σκλη?ρή, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (γ) αν ανακριθεί σε γλώσσα άλλη από αυτήν που πλή?ρως κατανοεί και ομιλεί, έχει. δωρεάν, την βοήθεια κα?τάλληλου διερμηνέα και των μεταφράσεων που είναι απα?ραίτητες για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και (δ) δεν υπόκειται σε αυθαίρετη σύλληψη ή κράτηση και δεν στερείται την ελευθερία του παρά μόνον βάσει των λόγων και σύμφοονα με τις διαδικασίες που προβλέπο?νται στο παρόν Καταστατικό.

2.

Όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δι?καστηρίου και το πρόσωπο αυτό πρόκειται να ανακριθεί είτε από τον Εισαγγελέα είτε από τις εθνικές αρχές, μετά από αίτηση που έγινε κατά το Κεφάλαιο 9 του παρόντος Καταστατικού, το πρόσωπο αυτό έχει επίσης τα ακόλου?θα δικαιώματα, για τα οποία πρέπει να ενημερωθεί πριν ανακριθεί: (α) να πληροφορηθεί, πριν ανακριθεί. ότι υπάρχουν βά?σιμες υπόνοιες ότι έχει τελέσει έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (β) να παραμείνει σιωπηρό, χωρίς να συνάγεται από την σιωπή του κρίση περί της ενοχής ή της αθωότητας του (γ) να έχει νομική βοήθεια της επιλογής του ή, αν δεν έχει νομική βοήθεια, να του παρέχεται νομική συμπαρά?σταση σε κάθε περίπτωση που το συμφέρον της δικαιο?σύνης το απαιτεί, και να παρέχεται δωρεάν σε κάθε τέτοια περίπτωση αν το πρόσωπο δεν έχει επαρκή οικονομικά μέσα να πληρώσει για αυτήν και (δ) να ανακρίνεται παρουσία συνηγόρου, εκτός αν έχει εκουσίους παραιτηθεί του δικαιώματος του αυτού.

Άρθρο 56

Αρμοδιότητες του Τμήματος Προδικασίας σε περίπτωση κατεπείγουσας ανακριτικής πράξης 1.(α) Όταν ο Εισαγγελέας κρίνει ότι σε μία ανάκριση προσφέρεται μοναδική δυνατότητα να λάβει κατάθεση ή δήλωση από έναν μάρτυρα ή να εξετάσει. συλλέξει ή ελέγξει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία μπορεί να μην είναι διαθέσιμα μεταγενεστέρως για τους σκοπούς της δίκης, ενημερώνει αναλόγως το Τμήμα Προδικασίας. (β) Σε αυτήν την περίπτωση, το Τμήμα Προδικασίας μπορεί, ύστερα.από αίτηση του Εισαγγελέα, να λάβει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την διασφάλιση της απο?τελεσματικότητας και ακεραιότητας της διαδικασίας και, ιδίως, για την προστασία των δικαιωμάτων της υπεράσπι?σης. (γ) Εκτός αν το Τμήμα Προδικασίας ορίσει διαφορετικά, ο Εισαγγελέας παρέχει τις σχετικές πληροφορίες στον συλληφθέντα ή εμφανισθέντα ύστερα από κλήση σχετικά με την αναφερόμενη στο εδάφιο (α) ανάκριση, προκειμέ?νου ο συλληφθείς ή εμφανισθείς να εκθέσει τις απόψεις του επί του θέματος.

2.

Τα μέτρα που αναφέρονται στην παρ. 1 (β) μπορούν να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα : (α) να γίνουν συστάσεις ή να δοθούν εντολές σχετικά με την διαδικασία που θα ακολουθηθεί (β) να υποδειχθεί η τήρηση πρακτικών της διαδικασίας 1256 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) να διοριστεί άλλος, άλλη συνήγορος για να παραστεί και να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα της υπεράσπισης (ε) να προταθεί ένα από τα μέλη ή. αν είναι απαραίτητο, άλλος διαθέσιμος δικαστής της Βαθμίδας Προδικασίας ή της Πρώτης Βαθμίδας για να παρατηρεί και να κάνει συ?στάσεις ή να εκδίδει διατάξεις σχετικά με την συλλογή και διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων και την υποβολή ερωτήσεων σε πρόσωπα (στ) να γίνει κάθε ενέργεια που είναι απαραίτητη για την συλλογή και διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων.

3.

(α) Όταν ο Εισαγγελέας δεν έχει ζητήσει την λήψη μέ?τρων κατά το παρόν άρθρο, αλλά το Τμήμα Προδικασίας κρίνει ότι απαιτείται η λήψη τέτοιων μέτρων για την διατή?ρηση αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία θεωρεί ότι είναι ουσιώδη για την υπεράσπιση στη δίκη. διαβουλεύεται με τον Εισαγγελέα για το αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την παράλειψη του να ζητήσει την λήψη τέτοιων μέτρων. Αν. μετά τις διαβουλεύσεις αυτές, το Τμήμα Προδικασίας κα?ταλήξει ότι η παράλειψη του Εισαγγελέα να ζητήσει την λήψη τέτοιων μέτρων είναι αδικαιολόγητη, το Τμήμα Προ?δικασίας μπορεί να λάβει τα μέτρα αυτά αυτεπάγγελτα. (β) Η απόφαση του Τμήματος Προδικασίας να ενεργή?σει αυτεπάγγελτα κατά την παρούσα παράγραφο, μπορεί να εφεσιβληθεί από τον Εισαγγελέα. Η εκδίκαση της εφέ?σεως είναι ταχεία.

4.

Το επιτρεπτό των αποδεικτικών στοιχείων που διατη?ρήθηκαν ή συνελέγησαν για δίκη κατά το παρόν άρθρο, ή τα τηρηθέντα πρακτικά επ’ αυτών, διέπονται στην δίκη από το άρθρο 69 και τους αποδίδεται η αξία που αποφα?σίζεται από το Τμήμα Πρώτου Βαθμού.

Άρθρο 57

Καθήκοντα και εξουσίες του Τμήματος Προδικασίας

1.

Εκτός αν οοίζεται διαφορετικά στο παρόν Καταστατι?κό, το Τμήμα Προδικασίας ασκεί τα καθήκοντα του κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. 2.(α) Διατάξεις ή αποφάσεις του Τμήματος Προδικα?σίας που εκδίδονται κατά τα άρθρα 15, 12. 19, 54 παρ.2, 61 παρ.7 και 72 πρέπει να λαμβάνονται από την πλειοψη?φία των δικαστών του. (β) Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ένας μόνον δικαστής του Τμήματος Προδικασίας μπορεί να ασκεί όλα τα καθή?κοντα που προβλέπονται στο παρόν Καταστατικό, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στους Κανόνες Διαδικα?σίας και Απόδειξης ή από την πλειοψηφία των δικαστών του Τμήματος Προδικασίας.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)