Νόμοι — ΦΕΚ A' 84/2018

Type Νόμος
Publication 2018-05-15
Τελευταία ενημέρωση 2018-10-31
State In force
Source ΦΕΚ
articles 141
Reform history JSON API

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4537

Eνσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ για τις υπηρεσίες πληρωμών και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΜΕΡΟΣ Α΄

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2015/2366/ΕΕ ΤΙΤΛΟΣ I ΣΚΟΠΟΣ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο - Σκοπός (άρθρο 1 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Σκοπός του Μέρους Α΄ του παρόντος νόμου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου της 25ης Νοεμβρίου 2015 (ΕΕ L 271), σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά.

2.

Με τα άρθρα 1 έως και 110 θεσπίζονται κανόνες, με τους οποίους διακρίνονται οι εξής κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών:

  • α) πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο στοιχείο

1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (EE L 176), περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όπως ορίζονται στο στοιχείο 17 της παρ. 1 του άρθρου 4 του εν λόγω Κανονισμού, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε σύμφωνα με το άρθρο 36 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), σε τρίτη χώρα, καθώς και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,

  • β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζονται

στο στοιχείο 3 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α΄ 218), περιλαμβανομένων σύμφωνα με το άρθρο 18 του εν λόγω νόμου, των υποκαταστημάτων ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος με καταστατική έδρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία λειτουργούν στην Ελλάδα και μόνο στο βαθμό που οι υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες προσφέρουν τα εν λόγω υποκαταστήματα, συνδέονται με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος,

  • γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία να

παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών,

  • δ) ιδρύματα πληρωμών όπως ορίζονται στο στοιχείο

4 του άρθρου 4,

  • ε) η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι εθνικές

κεντρικές τράπεζες όταν δεν ενεργούν με την ιδιότητά τους ως νομισματικών ή άλλων δημόσιων αρχών,

  • στ) το Ελληνικό Δημόσιο και τα άλλα κράτη-μέλη ή οι

περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους, όταν δεν ενεργούν με την ιδιότητά τους ως δημόσιων αρχών.

3.

Ο παρών νόμος θεσπίζει, επίσης, κανόνες που αφορούν: α) τη διαφάνεια των όρων και τις απαιτήσεις ενημέρωσης σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών και β) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν τόσο στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών όσο και στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ως τακτική απασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται στην Ελλάδα.

2.

Τα άρθρα 38 έως 101 εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται σε νόμισμα κράτουςμέλους, όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσο και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής βρίσκονται εντός των κρατών-μελών, σε ό,τι αφορά τα μέρη της πράξης πληρωμής που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα.

3.

Τα άρθρα 38 έως 60 εκτός από την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 45, την περίπτωση ε΄ του στοιχείου 2 του άρθρου 52 και την περίπτωση α΄ του άρθρου 56, καθώς και τα άρθρα 61 έως 101, εκτός από τα άρθρα 81 έως 85, εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται σε νόμισμα που δεν είναι νόμισμα κράτους-μέλους, όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσο και ο πάροχος υπηρεσιών

4.

Τα άρθρα 38 έως 60, εκτός από την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 45, την περίπτωση ε΄ του στοιχείου 2 και την περίπτωση ζ΄ του στοιχείου 5 του άρθρου 52 και την περίπτωση α΄ του άρθρου 56, καθώς και τα άρθρα 61 έως 101, εκτός από τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 62, τα άρθρα 76, 77, 81, την παράγραφο 1 του άρθρου 83 και τα άρθρα 88 και 91, εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται σε όλα τα νομίσματα όταν μόνο ο ένας από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών βρίσκεται εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, σε ό,τι αφορά τα μέρη της πράξης πληρωμής που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα.

Άρθρο 3

Εξαιρέσεις (άρθρο 3 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Ο παρών νόμος δεν έχει εφαρμογή στις εξής περιπτώσεις:

  • α) σε πράξεις πληρωμής που διενεργούνται αποκλειστικά σε μετρητά απευθείας από τον πληρωτή στον δικαιούχο, χωρίς οποιαδήποτε ενδιάμεση μεσολάβηση,
  • β) σε πράξεις πληρωμής από τον πληρωτή στον δικαιούχο μέσω εμπορικού αντιπροσώπου εξουσιοδοτημένου με συμφωνία να διαπραγματεύεται ή να συνάπτει

την πώληση ή αγορά αγαθών ή υπηρεσιών εκ μέρους μόνο του πληρωτή ή μόνο του δικαιούχου,

  • γ) στην κατ’ επάγγελμα υλική μεταφορά τραπεζογραμματίων και κερμάτων, περιλαμβανομένης της συλλογής,

της επεξεργασίας και της παράδοσής τους,

  • δ) σε πράξεις πληρωμής συνιστάμενες σε μη επαγγελματική συγκέντρωση και παράδοση μετρητών στο

πλαίσιο μη κερδοσκοπικής ή φιλανθρωπικής δραστηριότητας,

  • ε) σε υπηρεσίες κατά τις οποίες καταβάλλονται μετρητά από τον δικαιούχο στον πληρωτή ως μέρος πράξης

πληρωμής, ύστερα από ρητή αίτηση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και αμέσως πριν από την εκτέλεση πράξης πληρωμής, για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών,

  • στ) στις εργασίες μετατροπής συναλλάγματος, δηλαδή

σε πράξεις «μετρητά αντί μετρητών» (cash to cash), όταν τα μετρητά δεν τηρούνται σε λογαριασμό πληρωμών,

  • ζ) στις πράξεις πληρωμής που βασίζονται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα αξιόγραφα, τα οποία εκδίδονται

επί του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για να τεθούν χρηματικά ποσά στη διάθεση του δικαιούχου:

  • αα) έντυπες επιταγές, σύμφωνα με τη Σύμβαση της

Γενεύης της 19ης Μαρτίου 1931, με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις επιταγές,

  • ββ) έντυπες επιταγές, ανάλογες με εκείνες που αναφέρονται στην υποπερίπτωση αα΄, οι οποίες διέπονται

από τη νομοθεσία των κρατών-μελών που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση της Γενεύης της 19ης Μαρτίου 1931, για τον ενιαίο νόμο για τις επιταγές,

  • γγ) έντυπες εντολές πληρωμών, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης της 7ης Ιουνίου 1930, με την οποία

θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις συναλλαγματικές και τα γραμμάτια,

  • δδ) έντυπες εντολές πληρωμών παρόμοιες με αυτές

της υποπερίπτωσης γγ΄ που διέπονται από τη νομοθεσία των κρατών-μελών που δεν είναι μέλη της Σύμβασης της Γενεύης της 7ης Ιουνίου 1930, με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις συναλλαγματικές και τα γραμμάτια,

  • εε) έντυπα παραστατικά,

στστ) έντυπες ταξιδιωτικές επιταγές,

  • ζζ) έντυπες ταχυδρομικές επιταγές, όπως αυτές ορίζονται από την Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση,
  • η) σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται στο

πλαίσιο συστήματος πληρωμών ή διακανονισμού τίτλων μεταξύ αντιπροσώπων διακανονισμού, κεντρικών αντισυμβαλλομένων, γραφείων εκκαθάρισης και/ή κεντρικών τραπεζών και άλλων συμμετεχόντων στο σύστημα και παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, με την επιφύλαξη του άρθρου 35,

  • θ) σε πράξεις πληρωμής που αφορούν την εξυπηρέτηση περιουσιακών στοιχείων αποτελούμενων από τίτλους, περιλαμβανομένων μερισμάτων, εισοδήματος ή

άλλων διανεμόμενων ποσών, ή της εξαγοράς ή πώλησης, οι οποίες διενεργούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περίπτωση η΄ ή από επιχειρήσεις επενδύσεων, πιστωτικά ιδρύματα, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή επιχειρήσεις διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, που παρέχουν υπηρεσίες επενδύσεων και κάθε άλλη οντότητα, η οποία νομίμως παρέχει υπηρεσίες θεματοφυλακής σε χρηματοπιστωτικά μέσα,

  • ι) στις υπηρεσίες παρόχων τεχνικών υπηρεσιών, οι

οποίες υποστηρίζουν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς ποτέ να περιέρχονται στην κατοχή τους τα υπό μεταφορά χρηματικά ποσά. Στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται η επεξεργασία και αποθήκευση δεδομένων, οι υπηρεσίες εμπιστοσύνης και προστασίας της ιδιωτικής ζωής, η ταυτοποίηση δεδομένων και οντοτήτων, η παροχή τεχνολογίας πληροφορικής (ΙΤ) και δικτύου επικοινωνιών, καθώς και η παροχή και συντήρηση τερματικών και συσκευών που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες πληρωμών, με εξαίρεση τις υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμής και τις υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού,

  • ια) στις υπηρεσίες οι οποίες βασίζονται σε συγκεκριμένα μέσα πληρωμών, που μπορεί να χρησιμοποιηθούν

μόνο με περιορισμένο τρόπο και που πληρούν μία από τις εξής προϋποθέσεις:

  • αα) μέσα πληρωμών που επιτρέπουν στον κάτοχο να

αποκτήσει αγαθά ή υπηρεσίες, μόνο στην επαγγελματική στέγη που χρησιμοποιεί ο εκδότης ή εντός περιορισμένου δικτύου παρόχων υπηρεσιών, στο πλαίσιο απευθείας εμπορικής συμφωνίας με επαγγελματία εκδότη,

  • ββ) μέσα πληρωμών που μπορεί να χρησιμοποιηθούν

μόνο για την απόκτηση ενός πολύ περιορισμένου φάσματος αγαθών ή υπηρεσιών,

  • γγ) μέσα πληρωμών που μπορεί να χρησιμοποιηθούν

μόνο στην Ελλάδα, παρέχονται κατ’ αίτηση επιχείρησης ή οντότητας του δημόσιου τομέα και ρυθμίζονται από κεντρική ή περιφερειακή δημόσια αρχή για ειδικούς κοινωνικούς ή φορολογικούς σκοπούς προς απόκτηση

  • ιβ) σε πράξεις πληρωμής από πάροχο δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίες παρέχονται

επιπλέον των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για συνδρομητή του δικτύου ή της υπηρεσίας:

  • αα) για την αγορά ψηφιακού περιεχομένου ή/και φωνητικών υπηρεσιών ανεξάρτητα από τη συσκευή που

χρησιμοποιείται για την αγορά ή την κατανάλωση του ψηφιακού περιεχομένου και χρεώνονται στο σχετικό λογαριασμό ή

  • ββ) οι οποίες πραγματοποιούνται από ή μέσω ηλεκτρονικής συσκευής και χρεώνονται στο σχετικό λογαριασμό στο πλαίσιο φιλανθρωπικής δραστηριότητας

ή για την αγορά εισιτηρίων, με την προϋπόθεση ότι η αξία κάθε μεμονωμένης πράξης πληρωμής η οποία αναφέρεται στις υποπεριπτώσεις αα΄ και ββ΄ δεν υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ και η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής για ένα μεμονωμένο συνδρομητή δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ ανά συμβατικό μήνα, ή, όταν ο συνδρομητής προχρηματοδοτεί το λογαριασμό του στον πάροχο ηλεκτρονικού επικοινωνιακού δικτύου ή υπηρεσίας, η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ ανά συμβατικό μήνα,

  • ιγ) σε πράξεις πληρωμής οι οποίες πραγματοποιούνται μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, των

αντιπροσώπων ή των υποκαταστημάτων τους για ίδιο λογαριασμό,

  • ιδ) σε πράξεις πληρωμής και σχετικές υπηρεσίες μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης ή μεταξύ θυγατρικών επιχειρήσεων της ίδιας μητρικής επιχείρησης,

χωρίς καμία ενδιάμεση μεσολάβηση παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εκτός από επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο,

  • ιε) σε υπηρεσίες ανάληψης μετρητών που παρέχονται

μέσω αυτόματων ταμειολογιστικών μηχανών (ΑΤΜ) από παρόχους οι οποίοι ενεργούν εκ μέρους ενός ή περισσότερων εκδοτών καρτών, οι οποίοι δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης-πλαισίου με τον πελάτη, που προβαίνει σε ανάληψη μετρητών από λογαριασμό πληρωμών εφόσον οι πάροχοι αυτοί δεν παρέχουν άλλες υπηρεσίες πληρωμών του στοιχείου 3 του άρθρου 4. Εντούτοις, παρέχεται στον πελάτη η πληροφόρηση σχετικά με χρεώσεις των αναλήψεων, που αναφέρεται στα άρθρα 45, 48, 49 και 59 πριν από την πραγματοποίηση της ανάληψης, καθώς και με τη λήψη των μετρητών στο τέλος της συναλλαγής μετά από την ανάληψη.

Άρθρο 4

Ορισμοί (άρθρο 4 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, ισχύουν οι εξής ορισμοί: 1) «κράτος-μέλος προέλευσης»: α) το κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή β) αν σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν διαθέτει καταστατική έδρα, το κράτος-μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του, 2) «κράτος-μέλος υποδοχής»: το κράτος-μέλος, πλην του κράτους-μέλους προέλευσης, στο οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες πληρωμών, 3) «υπηρεσίες πληρωμών»: οι εξής επιχειρηματικές δραστηριότητες:

  • α) υπηρεσίες που επιτρέπουν τις τοποθετήσεις μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι

δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών,

  • β) υπηρεσίες που επιτρέπουν τις αναλήψεις μετρητών

από λογαριασμό πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών,

  • γ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων σε λογαριασμό πληρωμών που τηρείται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών

του χρήστη ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών:

  • αα) εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης,
  • ββ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής

ή ανάλογο μέσο,

  • γγ) εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών,
  • δ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής στο πλαίσιο των

οποίων τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από πιστωτικό άνοιγμα για τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών:

  • αα) εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης,
  • ββ) εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής

ή ανάλογο μέσο,

  • γγ) εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων εντολών,
  • ε) έκδοση μέσων πληρωμής και/ή αποδοχή πράξεων

πληρωμής,

  • στ) υπηρεσίες εμβασμάτων,
  • ζ) υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμής,
  • η) υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού,

4) «ίδρυμα πληρωμών»: το νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 11, να παρέχει και να εκτελεί υπηρεσίες πληρωμών σε όλα τα κράτη-μέλη, 5) «πράξη πληρωμής»: πράξη, η εκκίνηση της οποίας διενεργείται από τον πληρωτή ή για λογαριασμό του ή από τον δικαιούχο και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου, 6) «εξ αποστάσεως πράξη πληρωμής»: πράξη πληρωμής, η εκκίνηση της οποίας διενεργείται μέσω του διαδικτύου ή μέσω συσκευής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικοινωνία εξ αποστάσεως, 7) «σύστημα πληρωμών»: σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών, το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, την εκκαθάριση και/ή το διακανονισμό πράξεων πληρωμής, 8) «πληρωτής»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτό το λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει 9) «δικαιούχος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής, 10) «χρήστης υπηρεσιών πληρωμών»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής, δικαιούχος ή και με τις δύο ιδιότητες, 11) «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών»: οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 34, 12) «λογαριασμός πληρωμών»: ο λογαριασμός που τηρείται στο όνομα ενός ή περισσότερων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής, 13) «εντολή πληρωμής»: οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής, 14) «μέσο πληρωμών»: εξατομικευμένη συσκευή και/ή σειρά διαδικασιών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιείται για την εκκίνηση εντολής πληρωμής, 15) «υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής»: η υπηρεσία για την εκκίνηση εντολής πληρωμής ύστερα από αίτημα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε σχέση με λογαριασμό πληρωμών που τηρείται σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, 16) «υπηρεσία πληροφοριών λογαριασμού»: η σε απευθείας ηλεκτρονική σύνδεση (online) υπηρεσία για την παροχή συγκεντρωτικών πληροφοριών σχετικά με έναν ή περισσότερους λογαριασμούς πληρωμών που τηρεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είτε σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών είτε σε περισσότερους του ενός παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, 17) «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος παρέχει και τηρεί λογαριασμό πληρωμών για πληρωτή, 18) «πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με την περίπτωση ζ΄ του στοιχείου 3, 19) «πάροχος υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού»: ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με την περίπτωση η΄ του στοιχείου 3, 20) «καταναλωτής»: το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί για εμπορικούς, επιχειρηματικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από τον παρόντα νόμο, 21) «σύμβαση-πλαίσιο»: η σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών που διέπει τη μελλοντική εκτέλεση μεμονωμένων και διαδοχικών πράξεων πληρωμής και η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους για το άνοιγμα λογαριασμού πληρωμών, 22) «υπηρεσία εμβασμάτων»: η υπηρεσία πληρωμών κατά την οποία λαμβάνεται χρηματικό ποσό από πληρωτή, χωρίς να δημιουργείται λογαριασμός πληρωμών στο όνομα του πληρωτή ή του δικαιούχου, με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά αντίστοιχου ποσού σε δικαιούχο ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου και/ή κατά την οποία αυτά τα χρηματικά ποσά λαμβάνονται για λογαριασμό του δικαιούχου και τίθενται στη διάθεσή του, 23) «άμεση χρέωση»: η υπηρεσία πληρωμών με την οποία χρεώνεται ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή, όταν η εκκίνηση πράξης πληρωμής διενεργείται από τον δικαιούχο βάσει της συγκατάθεσης του πληρωτή προς τον δικαιούχο, τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ή τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του ίδιου του πληρωτή, 24) «μεταφορά πίστωσης»: η υπηρεσία πληρωμών για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου με πράξη πληρωμής ή σειρά πράξεων πληρωμής από λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί το λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή, βάσει εντολής του πληρωτή, 25) «χρηματικά ποσά»: τραπεζογραμμάτια και κέρματα, λογιστικό ή ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011, 26) «ημερομηνία αξίας»: το χρονικό σημείο αναφοράς που χρησιμοποιεί ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για τον υπολογισμό των τόκων επί των χρηματικών ποσών που χρεώνεται ή πιστώνεται ένας λογαριασμός πληρωμών, 27) «συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς»: η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό κάθε ανταλλαγής νομισμάτων και η οποία καθίσταται διαθέσιμη από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στο κοινό, 28) «επιτόκιο αναφοράς»: το επιτόκιο που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των τόκων και το οποίο προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στο κοινό, την οποία να μπορούν να ελέγξουν αμφότερα τα μέρη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, 29) «ταυτοποίηση»: η διαδικασία που επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύει την ταυτότητα χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ή την εγκυρότητα χρήσης συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφάλειας του χρήστη, 30) «ισχυρή ταυτοποίηση πελάτη»: η ταυτοποίηση με βάση τη χρήση δύο ή περισσότερων στοιχείων που αφορούν γνώση (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης υπηρεσίας πληρωμών γνωρίζει), κατοχή (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης κατέχει) και κάποιο μοναδικό εγγενές χαρακτηριστικό του (στοιχείο το οποίο o χρήστης είναι), στοιχεία τα οποία είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, ως προς το ότι η παραβίαση του ενός δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των υπολοίπων και η διαδικασία της οποίας είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο που να προστατεύεται η εμπιστευτικότητα των δεδομένων ταυτοποίησης, 31) «εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφάλειας»: εξατομικευμένα στοιχεία που παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών σε χρήστη υπηρεσιών πληρωμών με σκοπό την ταυτοποίηση, των παρόχων υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και των παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού, το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού και ο αριθμός του λογαριασμού πληρωμών δεν συνιστούν ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών, 33) «αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης»: ο συνδυασμός γραμμάτων, αριθμών ή συμβόλων που ορίζει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και τον οποίο πρέπει να διαβιβάσει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για τη βέβαιη ταυτοποίηση άλλου χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και/ή του λογαριασμού πληρωμών του τελευταίου για μια πράξη πληρωμής, 34) «μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως»: η μέθοδος η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, 35) «σταθερό μέσο»: το μέσο που επιτρέπει στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται προσωπικά κατά τρόπο, ώστε να συνεχίζει να έχει πρόσβαση σε αυτές μελλοντικά επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και να αναπαράγει αυτούσιες τις αποθηκευμένες πληροφορίες, 36) «πολύ μικρή επιχείρηση»: επιχείρηση η οποία, κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 2 παρ. 9 του ν. 2251/1994 (Α΄ 191), 37) «εργάσιμη ημέρα»: η ημέρα κατά την οποία ο σχετικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου που συμμετέχει στην εκτέλεση πράξης πληρωμής, ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής, 38) «αντιπρόσωπος»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών, 39) «υποκατάστημα»: τόπος διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας εκτός των κεντρικών γραφείων, ο οποίος είναι τμήμα ιδρύματος πληρωμών, δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα και στον οποίο διενεργούνται απευθείας μερικές ή όλες οι πράξεις που συνιστούν τις δραστηριότητες ενός ιδρύματος πληρωμών. Όλοι οι τόποι διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας που έχουν συσταθεί στο ίδιο κράτος-μέλος από ίδρυμα πληρωμών με κεντρικά γραφεία σε άλλο κράτος-μέλος, θεωρούνται ένα και μοναδικό υποκατάστημα, 40) «όμιλος»: σύνολο επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 ή 7 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251) ή επιχειρήσεων, όπως ορίζονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 241/2014 της Επιτροπής (EE L 74), οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 10 ή της παραγράφου 6 ή της παραγράφου 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 41) «δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: το δίκτυο, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση ιζ΄ της περίπτωσης α΄ του άρθρου 2 του ν. 4070/2012 (Α΄ 82), 42) «υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: οι υπηρεσίες όπως ορίζονται στην υποπερίπτωση μθ΄ της περίπτωσης α΄ του άρθρου 2 του ν. 4070/2012, 43) «ψηφιακό περιεχόμενο»: τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παράγονται και διατίθενται σε ψηφιακή μορφή, των οποίων η χρήση ή κατανάλωση περιορίζεται σε συσκευή τεχνολογίας και που δεν περιλαμβάνουν με κανέναν τρόπο τη χρήση ή κατανάλωση φυσικών αγαθών ή υπηρεσιών, 44) «αποδοχή πράξεων πληρωμής»: υπηρεσία πληρωμών παρεχόμενη από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, ο οποίος συνάπτει σύμβαση με έναν δικαιούχο για την αποδοχή και επεξεργασία πράξεων πληρωμής, η οποία καταλήγει σε μεταφορά χρηματικών ποσών στον δικαιούχο, 45) «έκδοση μέσων πληρωμών»: υπηρεσία πληρωμών από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που αναλαμβάνει με σύμβαση να παρέχει στον πληρωτή μέσο πληρωμών για την εκκίνηση και την επεξεργασία των πράξεων πληρωμής του πληρωτή, 46) «ίδια κεφάλαια»: τα ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο στοιχείο 118 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όπου τουλάχιστον το 75 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 έχει τη μορφή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 50 του εν λόγω Κανονισμού, και η κατηγορία 2 είναι ίση ή μικρότερη του ενός τρίτου του κεφαλαίου της κατηγορίας 1, 47) «εμπορικό σήμα πληρωμής»: κάθε υλική ή ψηφιακή επωνυμία, όρος, σήμα, σύμβολο ή συνδυασμός τους, που μπορεί να δηλώνει, βάσει ποιου συστήματος πληρωμών με κάρτα πραγματοποιούνται οι πράξεις πληρωμής με κάρτα , 48) «περισσότερα του ενός εμπορικά σήματα»: η συμπερίληψη δύο ή περισσότερων εμπορικών σημάτων πληρωμών ή εφαρμογών πληρωμών του ίδιου εμπορικού σήματος πληρωμής στο ίδιο μέσο πληρωμών, 49) «κράτος-μέλος»: κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε άλλο κράτος που έχει κυρώσει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.), 50) «τρίτες χώρες»: οι λοιπές, πέραν των κρατών-μελών, χώρες. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ΠΑΡΟΧΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

ΤΜΗΜΑ 1

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Άρθρο 5

Αιτήσεις άδειας λειτουργίας (άρθρο 5 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Τα ιδρύματα πληρωμών ιδρύονται και λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή της Ευρωπαϊκής από την Τράπεζα της Ελλάδος. Για να αποκτήσει άδεια λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στην Τράπεζα της Ελλάδος αίτηση συνοδευόμενη από τα εξής στοιχεία:

  • α) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, στο οποίο αναφέρεται ειδικότερα το είδος των προβλεπόμενων υπηρεσιών

πληρωμών,

  • β) επιχειρηματικό σχέδιο που περιλαμβάνει πρόβλεψη προϋπολογισμού για τα τρία (3) πρώτα οικονομικά

έτη, το οποίο καταδεικνύει την ικανότητα του ιδρύματος πληρωμών να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του,

  • γ) στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει το αρχικό κεφάλαιο, όπως προβλέπεται

στο άρθρο 7, και το οποίο, σε κάθε περίπτωση, πρέπει αποδεδειγμένα να έχει καταβληθεί το αργότερο έως την αδειοδότηση,

  • δ) για τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στην

παράγραφο 1 του άρθρου 10, περιγραφή των μέτρων που λαμβάνονται για να διασφαλίζονται τα κεφάλαια των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 10,

  • ε) περιγραφή του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του

αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και της διαχείρισης κινδύνου, η οποία καταδεικνύει ότι το εν λόγω οργανωτικό πλαίσιο και οι μηχανισμοί είναι αναλογικοί, κατάλληλοι, ορθοί και επαρκείς,

  • στ) περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας ελέγχου,

διαχείρισης και παρακολούθησης ενός περιστατικού ασφαλείας, καθώς και των παραπόνων των πελατών για ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένου ενός μηχανισμού αναφοράς περιστατικών, που να λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις κοινοποίησης του ιδρύματος πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 95,

  • ζ) περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας αρχειοθέτησης, παρακολούθησης, εντοπισμού και περιορισμού

της πρόσβασης σε ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών,

  • η) περιγραφή των ρυθμίσεων επιχειρησιακής συνέχειας, με σαφή προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών,

αποτελεσματικών σχεδίων έκτακτης ανάγκης και της διαδικασίας για την τακτική δοκιμή και επανεξέταση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εν λόγω σχεδίων σε τακτά χρονικά διαστήματα,

  • θ) περιγραφή των αρχών και των ορισμών που εφαρμόζονται για τη συλλογή στατιστικών στοιχείων επίδοσης, συναλλαγών και απάτης,
  • ι) καταγεγραμμένη περιγραφή της πολιτικής ασφάλειας, περιλαμβανομένης λεπτομερούς αξιολόγησης των

κινδύνων που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών και περιγραφής του ελέγχου της ασφάλειας και των μέτρων μείωσης κινδύνων που θα ληφθούν για την επαρκή προστασία των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών έναντι των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί, συμπεριλαμβανομένης της απάτης και της παράνομης χρήσης ευαίσθητων και προσωπικών δεδομένων,

  • ια) για ιδρύματα πληρωμών που υπόκεινται στις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της

τρομοκρατίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 141), περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών ώστε να τηρεί τις εν λόγω υποχρεώσεις,

  • ιβ) περιγραφή της οργανωτικής δομής του αιτούντος

και, όπου ενδείκνυται, της σχεδιαζόμενης χρήσης αντιπροσώπων και υποκαταστημάτων, καθώς και των επιτόπιων και μη επιτόπιων ελέγχων αυτών, τους οποίους δεσμεύεται να πραγματοποιεί ο αιτών τουλάχιστον ετησίως, καθώς και περιγραφή των ρυθμίσεων εξωτερικής ανάθεσης και της συμμετοχής του σε εθνικό ή διεθνές σύστημα πληρωμών,

  • ιγ) ταυτότητα των προσώπων που κατέχουν, άμεσα

ή έμμεσα, ειδικές συμμετοχές στο ίδρυμα πληρωμών, κατά την έννοια του στοιχείου 36 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το μέγεθος της πραγματικής τους συμμετοχής, καθώς και στοιχεία για την καταλληλότητά τους ενόψει της ανάγκης να εξασφαλισθεί η ορθή και συνετή διαχείριση του ιδρύματος πληρωμών,

  • ιδ) ταυτότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου,

των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων για τη διαχείριση του ιδρύματος πληρωμών και, ενδεχομένως, των υπευθύνων διαχείρισης των δραστηριοτήτων υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος, καθώς και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είναι έντιμοι και διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και εμπειρία για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, όπως προβλέπεται στην ημεδαπή,

  • ιε) όπου ενδείκνυται, ταυτότητα των ορκωτών ελεγκτών λογιστών ή των ελεγκτικών εταιρειών, όπως ορίζονται στο ν. 4449/2017 (Α΄ 7) ,
  • ιστ) νομική μορφή και καταστατικό του αιτούντος,
  • ιζ) διεύθυνση των κεντρικών γραφείων του αιτούντος.
2.

Για τους σκοπούς των περίπτώσεων δ΄, ε΄, στ΄ και ιβ΄ της παραγράφου 1, ο αιτών περιγράφει τις ελεγκτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει, ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη και αξιόπιστη παροχή των υπηρεσιών πληρωμών.

3.

Ο έλεγχος ασφάλειας και τα μέτρα μείωσης κινδύνων που αναφέρονται στην περίπτωση ι΄ της παραγράφου 1 υποδεικνύουν τον τρόπο διασφάλισης υψηλού επιπέδου τεχνικής ασφάλειας και προστασίας των δεδομένων, περιλαμβανομένου του λογισμικού και των συστημάτων πληροφορικής που χρησιμοποιούνται από τον αιτούντα ή τις επιχειρήσεις στις οποίες αναθέτει το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων του. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν επίσης τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 94. Τα εν λόγω μέτρα λαμβάνουν υπόψη τις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές για τα μέτρα ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (εφεξής ΕΑΤ). άδειας λειτουργίας, να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, που να καλύπτει την ελληνική επικράτεια και τα κράτη-μέλη όπου παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση κατά της ευθύνης, ώστε να είναι σε θέση να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, όπως ορίζεται στα άρθρα 73, 89 και 91.

5.

Επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για καταχώριση για παροχή υπηρεσιών πληρωμών της περίπτωσης η΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4 , οφείλουν ως προϋπόθεση για την καταχώρισή τους να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, που να καλύπτει την ελληνική επικράτεια και τα κράτη-μέλη όπου παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση κατά της ευθύνης τους έναντι του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού ή του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, που προκύπτει από μη εγκεκριμένη ή παράνομη πρόσβαση σε πληροφορίες λογαριασμού πληρωμών ή τη μη εγκεκριμένη ή την παράνομη χρήση των πληροφοριών αυτών.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το περιεχόμενο της αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας, τα συνυποβαλλόμενα προς τούτο αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 6

Έλεγχος συμμετοχής (άρθρο 6 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αποφασίσει να αποκτήσει ή να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή κατά την έννοια του στοιχείου 36 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ίδρυμα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα («υποψήφιος αγοραστής»), ούτως ώστε η αναλογία επί του εταιρικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει φθάνει ή υπερβαίνει το 20 %, το 30 % ή το 50% ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση, ενημερώνει γραπτώς και εκ των προτέρων την Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με την πρόθεσή του, παρέχοντας τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Το ίδιο ισχύει για κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αποφασίσει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή ή να μειώσει την ειδική συμμετοχή του ούτως ώστε η αναλογία επί του εταιρικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου να μειωθεί κάτω από το 20%, το 30% ή το 50% ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να πάψει να είναι θυγατρική του επιχείρηση.

2.

Ο υποψήφιος αγοραστής ειδικής συμμετοχής παρέχει στην Τράπεζα της Ελλάδος πληροφορίες, οι οποίες αναφέρουν το μέγεθος της συμμετοχής που προτίθεται να αποκτήσει και τις πληροφορίες του άρθρου 24 παρ. 4 του ν. 4261/2014.

3.

Εκτός από τις κυρώσεις που προβλέπονται από ποινικές διατάξεις και τις κυρώσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 24, αν η επιρροή ενός υποψήφιου αγοραστή είναι πιθανό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος πληρωμών ή αν δεν τηρηθεί η υποχρέωση της εκ προτέρων ενημέρωσης του παρόντος άρθρου, με την προσκόμιση επαρκών στοιχείων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, με απόφασή της, να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής ή να λάβει άλλα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνονται εντολές, προσωρινά μέτρα ή κυρώσεις κατά των προσώπων της παραγράφου 1, των μελών του διοικητικού συμβουλίου, των διευθυντών ή των υπευθύνων για τη διαχείριση ή η αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου. Η εν λόγω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος με τη δέουσα αιτιολόγηση μπορεί να δημοσιοποιείται κατά την κρίση της.

4.

Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την εν λόγω συμμετοχή.

5.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των περιπτώσεων ιγ΄ και ιδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητεί τη γνωστοποίηση στοιχείων σχετικών ιδίως με το κύρος, την εκπαίδευση, τις τυχόν ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των εμπλεκόμενων φυσικών προσώπων.

6.

Η περίπτωση α΄ της παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014 ισχύει αναλόγως.

7.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το περιεχόμενο της γνωστοποίησης, τα υπόχρεα πρόσωπα, τα υποβαλλόμενα στοιχεία ή πληροφορίες, η διαδικασία, η προθεσμία και τα κριτήρια αξιολόγησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 7

Αρχικό κεφάλαιο (άρθρο 7 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Τα ιδρύματα πληρωμών έχουν, κατά τη στιγμή της αδειοδότησης, αρχικό κεφάλαιο, το οποίο απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που ορίζονται στις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ως εξής:

  • α) όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνο την υπηρεσία πληρωμών της περίπτωσης στ΄ του στοιχείου 3 του

άρθρου 4, το κεφάλαιό του δεν είναι ποτέ χαμηλότερο από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ,

  • β) όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει τις υπηρεσίες

πληρωμών της περίπτωσης ζ΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4, το κεφάλαιό του δεν είναι ποτέ χαμηλότερο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ,

  • γ) όταν το ίδρυμα πληρωμών ασκεί οποιαδήποτε από

τις υπηρεσίες πληρωμών των περιπτώσεων α΄ έως ε΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4, το κεφάλαιό του δεν είναι ποτέ χαμηλότερο από εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες (125.000) ευρώ. (άρθρο 8 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών, τα οποία αποτελούνται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που ορίζονται στις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δεν υπολείπονται του μεγαλύτερου ποσού μεταξύ του αρχικού κεφαλαίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 και του ποσού των ιδίων κεφαλαίων, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9.

2.

Δεν επιτρέπεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ιδίων κεφαλαίων, εφόσον το ίδρυμα πληρωμών ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλο ίδρυμα πληρωμών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή ασφαλιστική επιχείρηση. Το ίδιο ισχύει επίσης όταν ένα ίδρυμα πληρωμών είναι υβριδικού χαρακτήρα και ασκεί άλλες δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμών.

3.

Εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιλέξει να μην εφαρμόσει το άρθρο 9 του παρόντος νόμου στα ιδρύματα πληρωμών που συμπεριλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το ν. 4261/2014.

Άρθρο 9

Υπολογισμός ιδίων κεφαλαίων (άρθρο 9 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου του άρθρου 7, τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών, εκτός όσων παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες που αναφέρονται στην περίπτωση ζ΄ και/ή στην περίπτωση η΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4, υπολογίζονται πάντοτε σύμφωνα με μία από τις εξής τρεις μεθόδους, όπως αυτή ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος: Μέθοδος Α Τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το 10% των πάγιων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να προσαρμόζει την απαίτηση αυτή σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των δραστηριοτήτων του ιδρύματος πληρωμών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Αν το ίδρυμα πληρωμών δεν έχει συμπληρώσει τις δραστηριότητες ενός ολόκληρου έτους κατά την ημερομηνία υπολογισμού, η απαίτηση είναι τα ίδια κεφάλαιά του να ισοδυναμούν με τουλάχιστον το 10% των αντίστοιχων πάγιων εξόδων που προβλέπονται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, εκτός αν η Τράπεζα της Ελλάδος ζητήσει αναπροσαρμογή του σχεδίου αυτού. Μέθοδος Β Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται προς τουλάχιστον το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων, πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή προσαύξησης k, ο οποίος ορίζεται στην παράγραφο 2, όπου ο Όγκος Πληρωμών (ΟΠ) αντιπροσωπεύει το ένα δωδέκατο του συνολικού ποσού πράξεων πληρωμής που εκτέλεσε το ίδρυμα πληρωμών κατά το προηγούμενο έτος:

  • α) 4,0 % του μεριδίου του ΟΠ μέχρι πέντε εκατομμύρια

(5.000.000) ευρώ συν

  • β) 2,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ μέχρι δέκα εκατομμύρια

(10.000.000) ευρώ συν

  • γ) 1 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) ευρώ μέχρι εκατό εκατομμύρια

(100.000.000) ευρώ συν

  • δ) 0,5 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των εκατό εκατομμυρίων ευρώ (100.000.000) μέχρι διακόσια πενήντα εκατομμύρια (250.000.000) ευρώ συν
  • ε) 0,25 % του μεριδίου του ΟΠ άνω των διακοσίων

πενήντα εκατομμυρίων (250.000.000) ευρώ. Μέθοδος Γ Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών ισούνται με ποσό τουλάχιστον ίσο με το σχετικό δείκτη που ορίζεται στην περίπτωση α΄ πολλαπλασιαζόμενο επί τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή που ορίζεται στην περίπτωση β΄ και επί το συντελεστή προσαύξησης k που ορίζεται στην παράγραφο 2.

  • α) Ο σχετικός δείκτης είναι το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων:
  • αα) τόκοι έσοδα,
  • ββ) τόκοι έξοδα,
  • γγ) προμήθειες και τέλη εισπρακτέα και
  • δδ) άλλα έσοδα εκμετάλλευσης.

Κάθε στοιχείο περιλαμβάνεται στο άθροισμα με το πρόσημό του, θετικό ή αρνητικό. Έσοδα από έκτακτα ή μη τακτικά στοιχεία δεν χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του σχετικού δείκτη. Οι δαπάνες για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους επιτρέπεται να μειώνουν τον κατάλληλο δείκτη, αν καταβάλλονται σε επιχειρήσεις που εποπτεύονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται με βάση τις τελευταίες δωδεκάμηνες παρατηρήσεις στο τέλος της τελευταίας διαχειριστικής χρήσης. Ο σχετικός δείκτης υπολογίζεται βάσει του τελευταίου οικονομικού έτους. Ωστόσο, τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται με τη μέθοδο Γ δεν πρέπει να είναι μικρότερα του 80 % του μέσου όρου των τριών (3) τελευταίων οικονομικών ετών για το σχετικό δείκτη. Αν δεν υπάρχουν ελεγμένα στοιχεία, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται επιχειρηματικές εκτιμήσεις.

  • β) Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής είναι:
  • αα) 10% του μεριδίου του σχετικού δείκτη μέχρι δυόμισι εκατομμύρια (2.500.000) ευρώ,
  • ββ) 8% του μεριδίου του σχετικού δείκτη από δυόμισι

εκατομμύρια (2.500.000) ευρώ μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ,

  • γγ) 6% του μεριδίου του σχετικού δείκτη από πέντε

εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ μέχρι είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ,

  • δδ) 3% του μεριδίου του σχετικού δείκτη από είκοσι

πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ μέχρι πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ,

  • εε) 1,5% άνω των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000)

ευρώ.

  • α) 0,5 όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνον την

υπηρεσία πληρωμών της περίπτωσης στ΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4,

  • β) 1 όταν το ίδρυμα πληρωμών παρέχει οποιαδήποτε

από τις υπηρεσίες πληρωμών των περιπτώσεων α΄ έως ε΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, βάσει αξιολόγησης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου, της βάσης δεδομένων κινδύνου ζημίας και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος πληρωμών, να απαιτεί από το ίδρυμα πληρωμών να κατέχει ποσό από τα ίδια κεφάλαιά του ανώτερο έως 20 % του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ή να του επιτρέπει να κατέχει ποσό από τα ίδια κεφάλαιά του κατώτερο έως 20% του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 10

Απαιτήσεις διασφάλισης (άρθρο 10 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών τα οποία παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών των περιπτώσεων α΄ έως στ΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4 να διασφαλίζουν τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής, με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:

  • α) τα εν λόγω χρηματικά ποσά δεν πρέπει να αναμειγνύονται ποτέ με τα χρηματικά ποσά φυσικών ή νομικών

προσώπων διαφορετικών από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών στο όνομα των οποίων λαμβάνονται αυτά τα χρηματικά ποσά και, αν κατέχονται ακόμη από το ίδρυμα πληρωμών και δεν έχουν ακόμη καταβληθεί στο δικαιούχο ούτε έχουν μεταφερθεί σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μέχρι το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται της ημέρας παραλαβής τους, κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα ή επενδύονται σε ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου, τα οποία για τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα την Ελλάδα καθορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και για τα άλλα από την εκάστοτε αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης και προστατεύονται διά του εθνικού δικαίου, προς το συμφέρον αυτών των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, έναντι αξιώσεων άλλων πιστωτών του ιδρύματος πληρωμών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή

  • β) τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από ασφαλιστήριο

ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση από ασφαλιστική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με το ίδρυμα πληρωμών για ποσό ισοδύναμο προς εκείνο που θα είχε διαχωριστεί ελλείψει ασφαλιστηρίου ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης, πληρωτέο αν το ίδρυμα πληρωμών αδυνατεί να ανταποκριθεί στις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του.

2.

Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να διασφαλίζει χρηματικά ποσά σύμφωνα με την παράγραφο 1 και τμήμα αυτών των χρηματικών ποσών πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές πράξεις πληρωμών και το υπόλοιπο ποσό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για υπηρεσίες άλλες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, το τμήμα των χρηματικών ποσών που προορίζεται για μελλοντικές πράξεις πληρωμής, υπόκειται επίσης στις απαιτήσεις της παραγράφου 1. Όταν το εν λόγω τμήμα κυμαίνεται ή δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέπει στα ιδρύματα πληρωμών να εφαρμόζουν τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος το οποίο θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για υπηρεσίες πληρωμών, εφόσον το αντιπροσωπευτικό αυτό τμήμα μπορεί να εκτιμηθεί ευλόγως βάσει ιστορικών δεδομένων κατά τρόπο ικανοποιητικό για την Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 11

Χορήγηση άδειας λειτουργίας (άρθρο 11 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Επιχειρήσεις, εκτός όσων αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, και εκτός των φυσικών ή νομικών προσώπων που έτυχαν της εξαίρεσης του άρθρου 34, οι οποίες σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, υποχρεούνται να λάβουν άδεια λειτουργίας ως ιδρύματα πληρωμών πριν αρχίσουν την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών. Η άδεια χορηγείται μόνο σε νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 5 εγκατεστημένα εντός της ελληνικής επικράτειας.

2.

Άδεια λειτουργίας χορηγείται, αν οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση πληρούν όλες τις απαιτήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 5 και αν η Τράπεζα της Ελλάδος, έπειτα από διεξοδική εξέταση της αίτησης, καταλήξει σε ευνοϊκή συνολική αξιολόγηση.

3.

Κάθε ίδρυμα πληρωμών με καταστατική έδρα στην Ελλάδα διατηρεί τα κεντρικά του γραφεία στην Ελλάδα και διεξάγει τουλάχιστον ένα τμήμα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών στην ημεδαπή.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο αν, ενόψει της ανάγκης να εξασφαλιστεί ορθή και συνετή διαχείριση, το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει άρτιο οργανωτικό πλαίσιο για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες που αφορούν τις υπηρεσίες πληρωμών, το οποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με σαφείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών. Το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί είναι εκτενείς και ανάλογοι προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει το ίδρυμα πληρωμών. ταυτόχρονα, ασκεί άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτεί τη σύσταση χωριστού φορέα για τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών όταν οι εκτός των υπηρεσιών πληρωμών δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών βλάπτουν ή υπάρχει κίνδυνος να βλάψουν είτε την οικονομική ευρωστία του ιδρύματος είτε την ικανότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να παρακολουθεί τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας αν, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διαχείριση ενός ιδρύματος πληρωμών, δεν έχει πεισθεί ως προς την καταλληλότητα των φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν ειδική συμμετοχή.

7.

Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί, όπως καθορίζονται στο στοιχείο 38 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μεταξύ του ιδρύματος πληρωμών και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί την άδεια λειτουργίας μόνον αν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία το ίδρυμα πληρωμών έχει στενούς δεσμούς ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, δεν παρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της.

9.

Η άδεια λειτουργίας ισχύει σε όλα τα κράτη-μέλη και επιτρέπει στο ίδρυμα πληρωμών να παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών που καλύπτονται από την άδειά του σε όλα τα κράτη - μέλη, με το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή με το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης.

Άρθρο 12

Κοινοποίηση της απόφασης για την άδεια λειτουργίας (άρθρο 12 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Μέσα σε τρείς (3) μήνες από την παραλαβή της αίτησης ή, αν η αίτηση είναι ελλιπής, μέσα σε τρείς (3) μήνες από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για τη λήψη απόφασης, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τον αιτούντα αν η αίτησή του έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε. Η απόρριψη της αίτησης αιτιολογείται επαρκώς.

2.

Η απόφαση με την οποία χορηγείται άδεια λειτουργίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 13

Ανάκληση της άδειας λειτουργίας (άρθρο 13 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών μόνο αν το ίδρυμα:

  • α) δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας μέσα

σε δώδεκα (12) μήνες ή παραιτείται ρητώς από αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών,

  • β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον παράτυπο τρόπο,
  • γ) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες

χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας ή παραλείπει να ενημερώσει την Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με σημαντικές εξελίξεις ως προς το θέμα αυτό,

  • δ) η συνέχιση των σχετικών με τις υπηρεσίες πληρωμών εργασιών του θα αποτελούσε απειλή για τη σταθερότητα ή την εμπιστοσύνη στο σύστημα πληρωμών,
  • ε) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που

ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • στ) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά

του,

  • ζ) τίθεται ή πρόκειται να τεθεί σε καθεστώς λύσης και

εκκαθάρισης ή έχει κινηθεί σε βάρος του διαδικασία αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένων των προπτωχευτικών διαδικασιών,

  • η) εμπίπτει στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 4 του

άρθρου 24.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος αιτιολογεί κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας και την κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους.

3.

Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας δημοσιεύονται αμελλητί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στο μητρώο του άρθρου 14.

Άρθρο 14

Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 14 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Καταρτίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος στον επίσημο διαδικτυακό της τόπο δημόσιο μητρώο στο οποίο καταχωρίζονται τα εξής:

  • α) τα αδειοδοτημένα ιδρύματα πληρωμών με έδρα

στην Ελλάδα, οι αντιπρόσωποί τους στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη - μέλη, καθώς και τα υποκαταστήματά τους τα οποία παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο κράτος - μέλος,

  • β) οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού

του άρθρου 34 με έδρα στην Ελλάδα, οι αντιπρόσωποί τους σε άλλα κράτη - μέλη, καθώς και τα υποκαταστήματά τους τα οποία παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο κράτος - μέλος,

  • γ) το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
2.

Το δημόσιο μητρώο προσδιορίζει τις υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο ίδρυμα πληρωμών ή για τις οποίες έχει καταχωριστεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Τα ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, απαριθμούνται στο μητρώο χωριστά από τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού του άρθρου 34. Το μητρώο είναι διαθέσιμο στο κοινό, προσβάσιμο ηλεκτρονικά και ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει το δημόσιο μητρώο για κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας και κάθε ανάκληση καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 34. ανάκληση καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 34.

Άρθρο 15

Μητρώο της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (άρθρο 15 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Προς το σκοπό της διαμόρφωσης και ενημέρωσης του ηλεκτρονικού κεντρικού μητρώου που τηρεί η ΕΑΤ, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει αυτήν χωρίς καθυστέρηση για τις πληροφορίες που καταχωρίζονται στο δημόσιο μητρώο του άρθρου 14, σε γλώσσα εύχρηστη στο χρηματοοικονομικό τομέα.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των πληροφοριών της παραγράφου 1.

Άρθρο 16

Διατήρηση άδειας λειτουργίας (άρθρο 16 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Αν επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή η οποία επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριών και των δικαιολογητικών που προβλέπονται κατά το άρθρο 5, το ίδρυμα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την Τράπεζα της Ελλάδος. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται οι μεταβολές για τις οποίες το ίδρυμα πληρωμών υπέχει υποχρέωση ενημέρωσης, η διαδικασία ενημέρωσης για τις μεταβολές αυτές και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 17

Λογιστική και υποχρεωτικός έλεγχος (άρθρο 17 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Οι διατάξεις του π.δ. 367/1994 (Α΄200), του ν. 4308/ 2014 και του ν. 4403/2016 (Α΄ 125) και ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 243) εφαρμόζονται αναλόγως στα ιδρύματα πληρωμών.

2.

Αν δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το ν. 4308/2014, το ν. 4403/2016 και, ανάλογα με την περίπτωση, το π.δ. 367/ 1994, οι ετήσιοι και οι ενοποιημένοι λογαριασμοί των ιδρυμάτων πληρωμών ελέγχονται από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες, σύμφωνα με το ν. 4449/2017.

3.

Για τους σκοπούς της εποπτείας, τα ιδρύματα πληρωμών παρέχουν χωριστά λογιστικές πληροφορίες για τις υπηρεσίες πληρωμών και τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 18, οι οποίες υπόκεινται σε έκθεση ελεγκτή. Η εν λόγω έκθεση εκπονείται, ανάλογα με την περίπτωση, από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες.

4.

Οι υποχρεώσεις του άρθρου 55 του ν. 4261/2014 εφαρμόζονται αναλόγως στους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες των ιδρυμάτων πληρωμών όσον αφορά τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 18

Δραστηριότητες (άρθρο 18 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Εκτός από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να ασκούν τις εξής δραστηριότητες:

  • α) παροχή λειτουργικών και στενά συνδεόμενων επικουρικών υπηρεσιών, όπως εξασφάλιση της εκτέλεσης

των πράξεων πληρωμής, υπηρεσίες συναλλάγματος, υπηρεσίες φύλαξης, καθώς και αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων,

  • β) λειτουργία συστημάτων πληρωμών, με την επιφύλαξη του άρθρου 35,
  • γ) επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, με τήρηση της κείμενης νομοθεσίας και με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του

άρθρου 11.

2.

Όταν τα ιδρύματα πληρωμών παρέχουν μία ή περισσότερες υπηρεσίες πληρωμών μπορεί να τηρούν μόνο λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμής.

3.

Η παραλαβή εκ μέρους των ιδρυμάτων πληρωμών χρηματικών ποσών από τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, με σκοπό να τους παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 9 του ν. 4261/2014, ούτε ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια του στοιχείου 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011.

4.

Τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να παρέχουν πίστωση σε σχέση με τις υπηρεσίες πληρωμών των περιπτώσεων δ΄ ή ε΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4 μόνον εάν πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

  • α) η πίστωση είναι επικουρική και χορηγείται αποκλειστικά σε συνδυασμό με την εκτέλεση μιας πράξης

πληρωμής,

  • β) ανεξαρτήτως των διατάξεων για τη χορήγηση

πίστωσης μέσω πιστωτικών καρτών, η πίστωση που χορηγείται σε συνδυασμό με πληρωμή και εκτελείται σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 11 και το άρθρο 29, αποπληρώνεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους δώδεκα (12) μήνες,

  • γ) η πίστωση αυτή δεν χορηγείται από χρηματικά ποσά

που έχουν ληφθεί ή κρατούνται για την εκτέλεση πράξης πληρωμής,

  • δ) τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών είναι

πάντοτε, κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος, κατάλληλα ενόψει της συνολικής χορηγούμενης πίστωσης.

5.

Τα ιδρύματα πληρωμών δεν επιτρέπεται να ασκούν, κατ’ επάγγελμα, τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 9 του ν. 4261/2014.

6.

Ο παρών νόμος ισχύει με την επιφύλαξη της Ζ1-699/2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 917), άλλης σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας ή εθνικών μέτρων που είναι σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και αφορούν τις προϋποθέσεις χορήγησης πιστώσεων

ΤΜΗΜΑ 2

ΑΛΛΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 19

Ορισμός αντιπροσώπων και ίδρυση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από ίδρυμα πληρωμών που εδρεύει στην Ελλάδα (παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 7 και 8 του άρθρου 19 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Αν ίδρυμα πληρωμών που εδρεύει στην Ελλάδα προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω αντιπροσώπου στην Ελλάδα, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος τις εξής πληροφορίες:

  • α) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο, καθώς και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου,
  • β) την περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που θα χρησιμοποιεί ο αντιπρόσωπος για την τήρηση των υποχρεώσεων σχετικά με τη νομιμοποίηση

εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και των μηχανισμών οι οποίοι πρέπει να ενημερώνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, πάραυτα αν επέρχονται ουσιαστικές αλλαγές στα στοιχεία που έχουν διαβιβαστεί με την αρχική γνωστοποίηση,

  • γ) την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των

υπευθύνων διαχείρισης του αντιπροσώπου που θα χρησιμοποιηθεί για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών και, για τους αντιπροσώπους που δεν είναι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, στοιχεία που τεκμηριώνουν την καταλληλότητα και ικανότητά τους ,

  • δ) τις υπηρεσίες πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών

που έχουν ανατεθεί σε αντιπρόσωπο και

  • ε) όπου ενδείκνυται, το μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό ή αριθμό του αντιπροσώπου.
2.

Ίδρυμα πληρωμών που εδρεύει στην Ελλάδα και προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα στην Ελλάδα ή να τερματίσει τη λειτουργία του, το γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, τηρώντας κατ’ αναλογία τη διαδικασία της παραγράφου 1.

3.

Μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών της παραγράφου 1, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει το ίδρυμα πληρωμών σχετικά με την καταχώριση ή μη του αντιπροσώπου στο μητρώο του άρθρου 14. Ο αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μόλις καταχωριστεί στο εν λόγω μητρώο.

4.

Πριν από την εγγραφή του αντιπροσώπου στο μητρώο του άρθρου 14, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, αν έχει λόγους να αμφιβάλει για την ορθότητα των στοιχείων που της παρασχέθηκαν, να προβαίνει σε περαιτέρω ενέργειες για την επαλήθευσή τους.

5.

Αν ύστερα από την επαλήθευση της παραγράφου 4 η Τράπεζα της Ελλάδος εξακολουθεί να διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα των πληροφοριών που της παρασχέθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, αρνείται να εγγράψει τον αντιπρόσωπο στο μητρώο του άρθρου 14 και ενημερώνει σχετικά το ίδρυμα πληρωμών χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

6.

Το ίδρυμα πληρωμών μεριμνά ώστε οι αντιπρόσωποί του και τα υποκαταστήματά του να ενημερώνουν σχετικά τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.

7.

Τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τη χρήση των αντιπροσώπων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πρόσθετων αντιπροσώπων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 3, 4 και 5.

8.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται το περιεχόμενο της γνωστοποίησης των παραγράφων 1, 2 και 7, τα συνυποβαλλόμενα προς τούτο αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, ιδίως σχετικά με το κύρος, την εκπαίδευση, τις ποινικές καταδίκες, την περιουσιακή κατάσταση, την εμπειρία και την κατάρτιση των αντιπροσώπων και των διευθυντικών τους στελεχών και υπευθύνων διαχείρισης, οι ειδικότερες προϋποθέσεις αξιολόγησης των εν λόγω αιτημάτων, η διαδικασία και οι προθεσμίες γνωστοποίησης των εν λόγω πληροφοριών αναφορικά με την ίδρυση υποκαταστήματος, τα κριτήρια αξιολόγησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 20

Εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους στην Ελλάδα από ίδρυμα πληρωμών που εδρεύει στην Ελλάδα (παράγραφοι 6 και 8 του άρθρου 19 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Αν ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέσει εξωτερικά λειτουργικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών σε τρίτους στην Ελλάδα, ενημερώνει σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Η ανάθεση σημαντικών λειτουργικών δραστηριοτήτων σε τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριακών συστημάτων, δεν γίνεται με τρόπο που βλάπτει ουσιαστικά την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος πληρωμών και την ικανότητα της Τράπεζας της Ελλάδος να παρακολουθεί και να εξακριβώνει τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με όλες τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου.

3.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, μια λειτουργική δραστηριότητα θεωρείται σημαντική, αν η πλημμελής εκτέλεση ή η παράλειψή της θα έβλαπτε ουσιαστικά τη συνεχή συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις απαιτήσεις που έχει σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας του ή τις λοιπές υποχρεώσεις του, που απορρέουν από τον παρόντα νόμο ή τις οικονομικές του επιδόσεις ή την ευρωστία ή τη συνέχεια των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει.

4.

Τα ιδρύματα πληρωμών αναθέτουν σε τρίτους σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

  • α) η ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους δεν οδηγεί

στη μεταβίβαση των ευθυνών των ανώτερων διοικητικών στελεχών,

  • β) δεν μεταβάλλεται η σχέση και οι υποχρεώσεις του

ιδρύματος πληρωμών έναντι των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τους άλλους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών.

5.

Τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα ενημερώνουν την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τη χρήση τρίτων στους οποίους έχει γίνει εξωτερική ανάθεση στην Ελλάδα.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται το περιεχόμενο της γνωστοποίησης των παραγράφων 1 και 5, τα συνυποβαλλόμενα προς τούτο αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, οι ειδικότερες προϋποθέσεις αξιολόγησης των εν λόγω αιτημάτων, η διαδικασία γνωστοποίησης των εν λόγω πληροφοριών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 21

Ευθύνη (άρθρο 20 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Τα ιδρύματα πληρωμών τα οποία αναθέτουν σε τρίτους την άσκηση λειτουργικών δραστηριοτήτων λαμβάνουν εύλογα μέτρα προς τήρηση των απαιτήσεων του παρόντος νόμου.

2.

Τα ιδρύματα πληρωμών έχουν πλήρη ευθύνη για τις πράξεις των υπαλλήλων, των αντιπροσώπων, των υποκαταστημάτων τους και των οντοτήτων προς τις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων.

Άρθρο 22

Τήρηση αρχείου (άρθρο 21 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ) Τα ιδρύματα πληρωμών τηρούν όλα τα κατάλληλα αρχεία για τους σκοπούς των άρθρων 5 έως 37 για πέντε (5) τουλάχιστον έτη, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται από άλλη διάταξη.

ΤΜΗΜΑ 3

ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Άρθρο 23

Ορισμός αρμόδιας αρχής (άρθρο 22 και παρ. 1 του άρθρου 99 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως αρμόδια αρχή επιφορτισμένη με την αδειοδότηση και την προληπτική εποπτεία ιδρυμάτων πληρωμών. Επίσης, ασκεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 37, στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 και στα άρθρα 94 έως 96, συμπεριλαμβανομένου του χειρισμού καταγγελιών σχετικών με τα εν λόγω άρθρα.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 υπό την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους προέλευσης.

3.

Η κατά την παράγραφο 1 εποπτική αρμοδιότητα δεν συνεπάγεται την αρμοδιότητα για την εποπτεία και των λοιπών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων πληρωμών πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών και των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 18.

4.

Οι κατά τον παρόντα νόμο αποφάσεις και αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος λαμβάνονται και ασκούνται με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της (Α΄ 298/1927) ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου.

5.

Με όμοια πράξη μπορεί να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, που εκδίδει η ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 331) και αφορούν τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με την παράγραφο 1. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται τα σχετικά θέματα και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια όσον αφορά την εφαρμογή της παραγράφου 1, όπως ζητήματα σχετικά με τον έλεγχο ασφαλείας και τα μέτρα μείωσης κινδύνων, τις απαιτήσεις για την ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης ιδρυμάτων πληρωμών, το αρχικό κεφάλαιο, τα ίδια κεφάλαια και τον υπολογισμό αυτών, τις απαιτήσεις διασφάλισης και τη λειτουργία του μητρώου, τις διαδικαστικές λεπτομέρειες σχετικά με την επιβολή κυρώσεων ή τη λήψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 24, καθώς επίσης την παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση σε άλλα κράτη - μέλη από ιδρύματα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα ή την παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση σε άλλα κράτη - μέλη από ιδρύματα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα.

Άρθρο 24

Εποπτεία (άρθρο 23 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Οι έλεγχοι που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος για τη διαπίστωση της συνεχούς τήρησης της παραγράφου 1 του άρθρου 23 είναι αναλογικοί, επαρκείς και προσαρμοσμένοι στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα πληρωμών.

2.

Κατά την άσκηση της εποπτικής της αρμοδιότητας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, ιδίως, μεταξύ άλλων να:

  • α) απαιτεί από το ίδρυμα πληρωμών να παρέχει κάθε

πληροφορία απαραίτητη για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης, διευκρινίζοντας το σκοπό του αιτήματος, κατά το δέον, και την προθεσμία για την παροχή των πληροφοριών,

  • β) πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους στο ίδρυμα

πληρωμών, καθώς και σε κάθε αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών με ευθύνη του ιδρύματος ή σε κάθε οντότητα στην οποία ανατίθενται δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών,

  • γ) εκδίδει συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές και,

εφόσον ενδείκνυται, δεσμευτικές διοικητικές πράξεις,

  • δ) ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 13.

κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων και γενικότερα των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 23 αρμοδιότητές της αναφορικά με την εποπτεία ή την άσκηση των δραστηριοτήτων της σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών. Οι εν λόγω κυρώσεις και τα εν λόγω μέτρα επιβάλλονται ή λαμβάνονται σε βάρος των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού, καθώς και των μελών του διοικητικού συμβουλίου και άλλων προσώπων τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί. Οι εν λόγω κυρώσεις και τα εν λόγω μέτρα δεν αποκλείουν την εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 4261/2014, των διαδικασιών ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών και των κυρώσεων που προβλέπονται από ποινικές διατάξεις.

4.

Στις περιπτώσεις της παραγράφου 3, η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν τα εξής:

  • α) δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται

το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και η φύση της παράβασης,

  • β) εντολή προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,
  • γ) στην περίπτωση ιδρύματος πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών

λογαριασμού, ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους ή ανάκληση καταχώρισης στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 34,

  • δ) προσωρινή απαγόρευση κατά των φυσικών προσώπων της παραγράφου 3 να ασκούν καθήκοντα σε

ιδρύματα,

  • ε) στην περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικά

πρόστιμα ελάχιστου ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και μέγιστου ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη χρήση,

  • στ) στην περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικά

πρόστιμα ελάχιστου ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,

  • ζ) χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που

αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν.

5.

Ο διοικητής ή ο πρόεδρος, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, οι ελεγκτές, οι αρμόδιοι διευθυντές και οι υπάλληλοι κάθε παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές, εκτός αν από άλλη διάταξη προβλέπεται βαρύτερη ποινή, εφόσον:

  • α) παραλείπουν ή παραποιούν εκ προθέσεως την εγγραφή σημαντικής συναλλαγής στα βιβλία του,
  • β) υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ψευδείς

ή ανακριβείς εκθέσεις ή παρέχουν ψευδή ή ανακριβή στοιχεία. Αν τα ανωτέρω πρόσωπα αρνούνται ή παρακωλύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

6.

Επιπλέον των ορίων του άρθρου 7, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 και του άρθρου 9, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να λαμβάνει τα μέτρα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, για να εξασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών κεφαλαίων για τις υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως όταν οι εκτός των υπηρεσιών πληρωμών δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών βλάπτουν ή ενδέχεται να βλάψουν την οικονομική του ευρωστία.

7.

Εκτός από τις κυρώσεις της παρ. 4 του άρθρου 59 του ν. 4261/2014, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις ή να λαμβάνει τα μέτρα των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 58 του ν. 4261/2014, εφαρμόζοντας τα άρθρα 60 και 62 του ν. 4261/2014, στην περίπτωση όπου διαπιστώνεται:

  • α) η έναρξη ή η άσκηση δραστηριότητας παροχής

υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος,

  • β) η έναρξη ή η άσκηση δραστηριότητας παροχής

υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού κατά παράβαση του άρθρου 34 ή άλλης ειδικής διάταξης,

  • γ) η έναρξη ή η άσκηση δραστηριότητας παροχής

υπηρεσιών πληρωμών, πέραν της περίπτωσης η΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4, από πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 34,

  • δ) η απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής

σε ίδρυμα πληρωμών ή περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε ίδρυμα πληρωμών, ούτως ώστε η αναλογία επί του εταιρικού κεφαλαίου ή επί των δικαιωμάτων ψήφου, να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να καθίσταται θυγατρική επιχείρηση του αποκτώντος ή αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση προς την Τράπεζα της Ελλάδος, ότι αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά παράβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 6,

  • ε) παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε ίδρυμα πληρωμών ή μείωση της ειδικής συμμετοχής ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή

των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς προηγούμενη έγγραφη ενημέρωση προς την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • στ) μη τήρηση των υποχρεώσεων ενημέρωσης προς

την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις. (άρθρο 24 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος αυτής, υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο.

2.

Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 27, τηρείται το επαγγελματικό απόρρητο.

3.

Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 54 του ν. 4261/2014.

Άρθρο 26

Δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 25 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτού σε θέματα υπηρεσιών πληρωμών, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

2.

Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση παράλειψης.

Άρθρο 27

Ανταλλαγή πληροφοριών (άρθρο 26 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης (ΓΓΕΠΚ) συνεργάζονται, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς τους, μεταξύ τους και με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών και, εφόσον χρειάζεται, με την ΕΚΤ και τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών - μελών, την ΕΑΤ και άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές που έχουν ορισθεί βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου που εφαρμόζεται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος τηρώντας το άρθρο 54 του ν. 4261/2014 και η ΓΓΕΠΚ μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες, κατά το λόγο της αρμοδιότητάς τους, μεταξύ τους και με τους εξής φορείς:

  • α) τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών - μελών που έχουν

αναλάβει την αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών,

  • β) την ΕΚΤ και τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών - μελών, υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών και

εποπτικών αρχών, και κατά περίπτωση, τις άλλες εθνικές δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού,

  • γ) τις άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές που έχουν ορισθεί

βάσει της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, της Οδηγίας (ΕΕ), της Οδηγίας 2015/849/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (E EL141) και του Συμβουλίου και άλλων ενωσιακών διατάξεων που εφαρμόζονται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών,

  • δ) την ΕΑΤ.
Άρθρο 28

Επίλυση διαφορών με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών (άρθρο 27 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Όταν η Τράπεζα της Ελλάδος ή η ΓΓΕΠΚ, ενεργώντας υπό την ιδιότητα είτε της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους προέλευσης, είτε της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής, θεωρεί ότι, για ένα συγκεκριμένο θέμα, η διασυνοριακή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους - μέλους που αναφέρεται στα άρθρα 26, 28, 29, 30 ή 31 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ δεν είναι σύμφωνη με τις σχετικές προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων, μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

2.

Όταν η ΕΑΤ ενεργεί ύστερα από αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή ενεργεί για την επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η ΓΓΕΠΚ, κατά περίπτωση, αναβάλλει την έκδοση απόφασής της εν αναμονή επίλυσης του θέματος, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 29

Παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους σε άλλα κράτη - μέλη από ιδρύματα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα (άρθρο 28 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Ίδρυμα πληρωμών με έδρα στην Ελλάδα που επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών για πρώτη φορά σε άλλο κράτος - μέλος, ασκώντας είτε το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος τις εξής πληροφορίες:

  • α) την επωνυμία και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου

ή του υποκαταστήματος κατά περίπτωση,

  • β) το κράτος - μέλος ή τα κράτη - μέλη, όπου προτίθεται να δραστηριοποιηθεί,
  • γ) την υπηρεσία ή τις υπηρεσίες πληρωμών που προτίθεται να παρέχει,
  • δ) στην περίπτωση ορισμού αντιπροσώπου, τις πληροφορίες της παραγράφου 1 του άρθρου 19,
  • ε) στην περίπτωση ίδρυσης υποκαταστήματος, τις πληροφορίες των περιπτώσεων β΄ και ε΄ της παραγράφου

1 του άρθρου 5 όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών στο κράτος - μέλος υποδοχής, την περιγραφή της οργανωτικής δομής του υποκαταστήματος καθώς και την ταυτότητα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διοίκησή του.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μέσα σε ένα (1) μήνα από τη γνωστοποίηση όλων των πληροφοριών και των στοιχείων της παραγράφου 1, προβαίνει σε κοινοποίηση τούτων στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής. Η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί τις παρατηρήσεις της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής, αναφορικά με τις πληροφορίες που της κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παραγράφου 1. Οι εν λόγω παρατηρήσεις αφορούν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών από το εμπλεκόμενο ίδρυμα πληρωμών στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εγκατάστασης της τρομοκρατίας. Εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος δεν συμφωνεί με τις παρατηρήσεις της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής, αιτιολογεί και ενημερώνει σχετικά την εν λόγω αρχή. Αν συμφωνεί, η Τράπεζα της Ελλάδος είτε αρνείται να προβεί σε σχετική εγγραφή στο μητρώο του άρθρου 14, είτε προβαίνει σε διαγραφή, εφόσον σχετική εγγραφή έχει ήδη πραγματοποιηθεί.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίηση της παραγράφου 1, κοινοποιεί την απόφασή της στο ίδρυμα πληρωμών και στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής αναφέροντας στην τελευταία την ημερομηνία από την οποία το ίδρυμα πληρωμών έχει γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος, ότι ο αντιπρόσωπος ή το υποκατάστημα θα αρχίσει πράγματι να ασκεί δραστηριότητες στο σχετικό κράτος - μέλος υποδοχής. Σε κάθε περίπτωση, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να προηγείται της εγγραφής του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματος στο μητρώο του άρθρου 14. Αν η ανωτέρω απόφαση, αφορά την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ακολουθείται η ίδια διαδικασία και η ημερομηνία από την οποία το ίδρυμα πληρωμών επιτρέπεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών στο κράτος - μέλος υποδοχής, δεν μπορεί να προηγείται της κοινοποίησης της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

4.

Το ίδρυμα πληρωμών ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, για οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στο περιεχόμενο των πληροφοριών που της κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένης της ενημέρωσης σχετικά με πρόσθετους αντιπροσώπους ή υποκαταστήματα ή της παύσης δραστηριοτήτων στο κράτος - μέλος υποδοχής. Στην περίπτωση αυτή, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους υποδοχής ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 2 και 3.

5.

Αν ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέσει εξωτερικά λειτουργικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών σε τρίτους σε άλλο κράτος - μέλος ενημερώνει σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται το περιεχόμενο της γνωστοποίησης των παραγράφων 1,4 και 5, τα συνυποβαλλόμενα προς τούτο αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, τα κριτήρια και οι ειδικότερες προϋποθέσεις αξιολόγησης των εν λόγω αιτημάτων, η διαδικασία γνωστοποίησης των εν λόγω πληροφοριών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 30

Παροχή υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους στην Ελλάδα από ιδρύματα πληρωμών με έδρα σε άλλα κράτη - μέλη (άρθρο 28 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Ίδρυμα πληρωμών, με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, μπορεί να παρέχει για πρώτη φορά υπηρεσίες πληρωμών στην ημεδαπή, είτε ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφόσον οι εν λόγω υπηρεσίες πληρωμών καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών στο κράτος - μέλος προέλευσης και με την προϋπόθεση της κοινοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους προέλευσης των πληροφοριών που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 28 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος με την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής, μέσα σε ένα (1) μήνα από την παραλαβή της κοινοποίησης της παραγράφου 1, αξιολογεί τις εν λόγω πληροφορίες και, παρέχει στην αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους προέλευσης παρατηρήσεις αναφορικά με την προβλεπόμενη παροχή υπηρεσιών πληρωμών από το οικείο ίδρυμα πληρωμών στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ιδίως τυχόν εύλογες επιφυλάξεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

3.

Στην περίπτωση της παραγράφου 1, το υποκατάστημα και ο αντιπρόσωπος του εν λόγω ιδρύματος πληρωμών μπορεί να αρχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητές τους στην ημεδαπή από την ημερομηνία την οποία η αρχή του κράτους - μέλους προέλευσης κοινοποιεί την απόφαση που έχει λάβει δυνάμει του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 28 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ στην Τράπεζα της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να προηγείται της εγγραφής του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματος στο μητρώο του άρθρου 14 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ το οποίο τηρείται, από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους προέλευσης. Στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το ίδρυμα πληρωμών απαγορεύεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών στην ημεδαπή πριν από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους προέλευσης στην Τράπεζα της Ελλάδος.

4.

Αν η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους προέλευσης σχετικά με οποιαδήποτε σημαντική μεταβολή στο περιεχόμενο των πληροφοριών που της κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2.

5.

Η διαδικασία του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση που ίδρυμα πληρωμών με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος προτίθεται να αναθέσει εξωτερικά λειτουργικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών σε τρίτους στην ημεδαπή.

Άρθρο 31

Αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος για την άσκηση εποπτείας ως αρμόδιας αρχής κράτους - μέλους προέλευσης και κράτους - μέλους υποδοχής (άρθρο 29 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής κράτους - μέλους προέλευσης συνεργά παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, είτε ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, για να διενεργούνται έλεγχοι και να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 23. Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας, η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής ότι επιθυμεί να διενεργήσει είτε η ίδια είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτήν προσώπων επιτόπιο έλεγχο στο έδαφος του τελευταίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αναθέσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους υποδοχής τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στο εμπλεκόμενο ίδρυμα πληρωμών.

2.

Οι αρμοδιότητες της παραγράφου 1 μπορεί να ασκούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής. Ύστερα από προηγούμενη σχετική ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης ιδρύματος πληρωμών που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών στην Ελλάδα μέσω αντιπροσώπου ή υποκαταστήματος στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, να προβαίνουν είτε οι ίδιες είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτές προσώπων στη διενέργεια ελέγχων. Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος, μπορεί να αναλάβει ύστερα από αίτημα της αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους προέλευσης τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στο υποκατάστημα ή στον αντιπρόσωπο του εμπλεκόμενου ιδρύματος πληρωμών.

3.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος υπό την ιδιότητα αυτής ως εποπτικής αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής να διενεργεί για τη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ελέγχους των δραστηριοτήτων των αντιπροσώπων και του υποκαταστήματος ιδρύματος πληρωμών στην Ελλάδα και να απαιτεί πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητές τους. Πριν από τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων, η Τράπεζα της Ελλάδος διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους προέλευσης. Ύστερα από τη διενέργεια των ελέγχων, η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους προέλευσης τις πληροφορίες και τα ευρήματα που είναι σημαντικά για την αξιολόγηση κινδύνου του ιδρύματος πληρωμών ή για τη σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

4.

Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Τράπεζα της Ελλάδος ή κατά τη διάρκεια ελέγχων που γίνονται στην Ελλάδα από τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και την εν γένει ισχύουσα νομοθεσία για την άσκηση της εποπτείας των ιδρυμάτων πληρωμών, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεστούν το απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα αυτής ως αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος που έχουν ορίσει αντιπροσώπους ή υποκαταστήματα στην Ελλάδα να υποβάλλουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες που ασκούν στην ημεδαπή. Οι εκθέσεις αυτές ζητούνται για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς, καθώς επίσης για τον έλεγχο της συμμόρφωσης με την παράγραφο 6 του άρθρου 68 και των άρθρων 94 έως 96. Η τήρηση απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπεται στο άρθρο 25 ισχύει και για τους εν λόγω αντιπροσώπους και υποκαταστήματα.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)