Νόμοι — ΦΕΚ A' 85/2014
Το άρθρο 41 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: νομικής οντότητας». β. Η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής: i. Στο πρώτο εδάφιο, μετά τις λέξεις «και της τιμής πώλησης» προστίθενται οι λέξεις «ή της αξίας του ανταλλάγματος». ii. Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής: «Η τιμή κτήσης προσδιορίζεται ως εξής: α) Στην περίπτωση κτήσης λόγω μεταβίβασης με επαχθή αιτία, είναι το τίμημα ή η αξία του ανταλλάγματος, όπως προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο, β) Στην περίπτωση κτήσης λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, είναι η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν, όπως η αξία αυτή προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο έγγραφο, γ) Σε κάθε άλλη περίπτωση, υπολογίζεται ως εξής: Τιμή κτήσης ίσον τιμή μεταβίβασης επί τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών (ΔΤΚατ) του έτους κτήσης διά του ΔΤΚατ του προηγούμενου της μεταβίβασης έτους. Ως ΔΤΚατ νοείται ο μέσος Δείκτης Τιμών Κατοικιών Αστικών Περιοχών της περιόδου Ιανουαρίου−Δεκεμβρίου κάθε έτους, όπως ανακοινώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αν κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν έχει δημοσιευθεί μέσος ΔΤΚατ, λαμβάνεται υπ΄ όψιν ο σχετικός δείκτης του αμέσως προηγούμενου έτους.» iii. Το τρίτο εδάφιο αναριθμείται ως έβδομο εδάφιο. iv. Στο τέταρτο εδάφιο, μετά τη λέξη «μεταβίβασης» προστίθενται οι λέξεις «ή, στην περίπτωση της ανταλλαγής, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας που αποτελεί το αντάλλαγμα για κάθε συμβαλλόμενο και εφόσον αυτή δεν υφίσταται, η φορολογητέα αξία». v. Στο πέμπτο εδάφιο μετά τις λέξεις «του ακινήτου» προστίθεται η λέξη «δεν» και διαγράφονται οι λέξεις «και δεν προστίθενται ή αφαιρούνται, αντίστοιχα». νi. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 41 οι λέξεις «η αγοραία αξία του κτίσματος, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα 2/3 της αντικειμενικής αξίας του οικοπέδου μαζί με το συστατικό αυτού κτίσμα» αντικαθίστανται με τις λέξεις «η αντικειμενική αξία του κτίσματος». γ. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Ο χρόνος κτήσης είναι ο χρόνος απόκτησης ποσοστού τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος επί της ακίνητης περιουσίας. Σε περίπτωση που δεν προκύπτει χρόνος κτήσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ισχύουν τα εξής:
- α) Επί μεταβίβασης κτίσματος που ανεγέρθηκε, με αυτεπιστασία ή με βάση το σύστημα της αντιπαροχής, ως
χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία έκδοσης ή δύο (2) ετών από την ημερομηνία ανανέωσης της οικοδομικής άδειας ανέγερσης, εκτός εάν η μεταβίβαση γίνεται εντός των παραπάνω προθεσμιών. β) Επί πολεοδομικής τακτοποίησης εξ ολοκλήρου αυθαίρετης κατασκευής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος που δηλώνεται ως χρόνος ανέγερσης και πιστοποιείται από το μηχανικό στη σχετική αίτηση τακτοποίησης και αν αυτός δεν προκύπτει, η λήξη των χρονικών περιόδων που ορίζονται στο ν. 4178/2013. γ) Επί πολεοδομικής τακτοποίησης μερικώς αυθαίρετης κατασκευής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος κτήσης του νόμιμου κτίσματος. Επί χρησικτησίας, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η αντίστοιχη ημερομηνία του εικοστού πρώτου έτους, πριν από το χρόνο της μεταβίβασης. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται χρόνος κτήσης και σε κάθε άλλη περίπτωση, καθώς και να ρυθμίζεται κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. δ. Στην παράγραφο 4, οι λέξεις «η εν λόγω ζημία μεταφέρεται επ’ αόριστον και συμψηφίζεται μόνο με μελλοντικά κέρδη υπεραξίας, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 του παρόντος άρθρου» αντικαθίστανται με τις λέξεις «η εν λόγω υπεραξία θεωρείται μηδενική». ε. Στην παράγραφο 5, ο πίνακας που ακολουθεί μετά τις λέξεις «συντελεστών απομείωσης:» αντικαθίσταται από τον ακόλουθο πίνακα: Έτη Συντελεστής απομείωσης Έτη διακράτησης Συντελεστής απομείωσης 1 100,0% 14 77,9% 2 98,2% 15 76,4% 3 96,4% 16 74,8% 4 94,7% 17 73,2% 5 93,0% 18 71,7% 6 91,2% 19 70,2% 7 89,5% 20 68,7% 8 87,8% 21 67,2% 9 86,1% 22 65,7% 10 84,5% 23 64,2% 11 82,8% 24 62,8% 12 81,1% 25 61,5% 13 79,5% 26+ 60% στ. Η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής: i. Η περίπτωση ε΄ αντικαθίσταται ως εξής: «ε) η μεταγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 949 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου μεταβίβασης ή η απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος των περιπτώσεων α΄, β΄ και δ΄ της παρούσας παραγράφου με αυτοσύμβαση,» ii. Στην περίπτωση στ΄ διαγράφονται οι λέξεις «ή δικαστικού». ζ. Στην παράγραφο 7 τροποποιείται ως εξής: i. Η περίπτωση α΄ καταργείται και οι επόμενες περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ ε΄, αναριθμούνται σε β΄, γ΄, δ΄. ii. Στο τέλος της περίπτωσης δ΄, όπως ανωτέρω αναριθμήθηκε, προστίθενται οι λέξεις «ή πράξη σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, εφόσον δεν μεταβάλλονται τα ποσοστά συνιδιοκτησίας ανά συνιδιοκτήτη». iii. Μετά την περίπτωση δ΄, όπως ανωτέρων αριθμήθηκε, προστίθεται περίπτωση ε΄ ως εξής: «η ανταλλαγή ποσοστών ακίνητης περιουσίας επί κτηθέντων λόγω κληρονομικής διαδοχής ή γονικής παροχής ή από συζύγους κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης». η. Η παράγραφος 8 καταργείται και οι επόμενες παράγραφοι 9, 10 και 11 αναριθμούνται σε 8, 9, 10.
| Έτη | Συντελεστής απομείωσης | Έτη διακράτησης | Συντελεστής απομείωσης |
|---|---|---|---|
| 1 | 100,0% | 14 | 77,9% |
| 2 | 98,2% | 15 | 76,4% |
| 3 | 96,4% | 16 | 74,8% |
| 4 | 94,7% | 17 | 73,2% |
| 5 | 93,0% | 18 | 71,7% |
| 6 | 91,2% | 19 | 70,2% |
| 7 | 89,5% | 20 | 68,7% |
| 8 | 87,8% | 21 | 67,2% |
| 9 | 86,1% | 22 | 65,7% |
| 10 | 84,5% | 23 | 64,2% |
| 11 | 82,8% | 24 | 62,8% |
| 12 | 81,1% | 25 | 61,5% |
| 13 | 79,5% | 26+ | 60% |
απομείωσή της σύμφωνα με την παρ. 5, αφαιρείται ποσό μέχρι είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ, εφόσον ο φορολογούμενος διακράτησε το ακίνητο για πέντε (5) τουλάχιστον έτη και επιβάλλεται φόρος υπεραξίας στο τυχόν υπόλοιπο ποσό.»
Το άρθρο 42 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Η περίπτωση α΄ αντικαθίσταται ως εξής: «μετοχές σε εταιρεία μη εισηγμένη σε χρηματιστηριακή αγορά». β. Προστίθεται νέα περίπτωση β΄ που έχει ως εξής και οι περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ αναριθμούνται σε γ΄, δ΄ και ε΄ αντίστοιχα: «β. μετοχές εισηγμένες σε χρηματιστηριακή αγορά, εφόσον ο μεταβιβάζων συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας με ποσοστό τουλάχιστον μισό τοις εκατό (0,5%) και οι μεταβιβαζόμενες μετοχές έχουν αποκτηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2009 και εξής.» γ. Στην παράγραφο 5 οι λέξεις «επ΄ αόριστον» αντικαθίστανται από τις λέξεις «για τα επόμενα πέντε (5) έτη».
Το άρθρο 46 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Στην περίπτωση α΄ μετά τη λέξη «κεφαλαίου» το κόμμα αντικαθίσταται από τελεία και προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης δεν περιλαμβάνονται οι κεφαλαιουχικές εταιρείες, εκτός από αυτές στις οποίες το κράτος ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου συμμετέχει με ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).» β. Στην περίπτωση γ΄ μετά τη λέξη (ΟΣΕΚΑ) προστίθενται οι λέξεις «που είναι εγκατεστημένοι στην ημεδαπή ή σε άλλο κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.»
Στο άρθρο 47 του ν. 4172/2013, προστίθενται νέες παράγραφοι 5 και 6 που έχουν ως εξής: «5. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 37 και της παραγράφου 6 του άρθρου 42 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 45.
Ειδικά το εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κρατικών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου που αποκτούν νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που δεν είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και δεν έχουν στην Ελλάδα μόνιμη εγκατάσταση απαλλάσσεται του φόρου.»
Το άρθρο 48 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής: «Τα ενδοομιλικά μερίσματα που εισπράττει ένα νομικό πρόσωπο που είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, απαλλάσσονται από το φόρο, εάν το νομικό πρόσωπο που προβαίνει στη διανομή:
- α) περιλαμβάνεται στους τύπους που απαριθμούνται
στο Παράρτημα Ι Μέρος Α΄ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ, όπως ισχύει, και
- β) είναι φορολογικός κάτοικος κράτους−μέλους της
ΕΕ, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού και δεν θεωρείται κάτοικος τρίτου κράτους εκτός ΕΕ κατ’ εφαρμογήν όρων σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας που έχει συναφθεί με αυτό το τρίτο κράτος, και
- γ) υπόκειται, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής ή απαλλαγής, σε έναν από τους φόρους που αναφέρονται στο
Παράρτημα Ι Μέρος Β΄ της Οδηγίας 2011/96/ΕΕ ή σε οποιοδήποτε άλλον φόρο αντικαταστήσει έναν από τους φόρους αυτούς, και
- δ) ο λήπτης φορολογούμενος κατέχει ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) της
αξίας ή του πλήθους του μετοχικού ή βασικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου του νομικού προσώπου που διανέμει, και
- ε) το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής διακρατείται
τουλάχιστον είκοσι τέσσερεις (24) μήνες.» β. Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Η προηγούμενη παράγραφος ισχύει επίσης για τα ενδοομιλικά μερίσματα που εισπράττονται από μόνιμες εγκαταστάσεις εταιρειών άλλων κρατών−μελών που βρίσκονται στην Ελλάδα και προέρχονται από τις θυγατρικές τους σε ένα άλλο κράτος−μέλος.» γ. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Εάν διανέμονται κέρδη από νομικό πρόσωπο σε λήπτη φορολογούμενο που δεν έχει διακρατήσει το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής επί είκοσι τέσσερεις (24) μήνες, αλλά πληρούται η προϋπόθεση γ΄ της παραγράφου 1, ή αυτή της παραγράφου 2, ο λήπτης φορολογούμενος μπορεί προσωρινά να ζητήσει την απαλλαγή που προβλέπεται στις εν λόγω παραγράφους, εφόσον καταθέσει στη Φορολογική Διοίκηση εγγυητική επιστολή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ίση με το ποσό του φόρου που θα όφειλε να καταβάλει σε περίπτωση μη χορήγησης της απαλλαγής. Η απαλλαγή καθίσταται οριστική και η εγγύηση λήγει κατά την ημερομηνία που συμπληρώνονται είκοσι τέσσερεις (24) μήνες διακράτησης του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής. Εάν ο φορολογούμενος παύει να διακρατεί το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής πριν τη συμπλήρωση των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, η εγγύηση καταπίπτει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ημερομηνία αυτή.» δ. Η παράγραφος 4 καταργείται και η παράγραφος 5 αναριθμείται σε 4.
Στην παράγραφο 5 του άρθρου 49 του ν. 4172/2013 μετά τις λέξεις «πιστωτικά ιδρύματα» προστίθενται οι λέξεις «,τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986 και τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν. 1905/1990 που λαμβάνουν άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος και τις αντίστοιχες ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών−μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Το άρθρο 60 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 60, μετά τη λέξη «είδος» προστίθενται οι λέξεις «,των ημερομισθίων». β. Στην παράγραφο 3 οι λέξεις «των προηγούμενων παραγράφων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του παρόντος άρθρου». γ. Στην παράγραφο 5 μετά τις λέξεις «το άρθρο 12,» προστίθενται οι λέξεις «,καθώς και στις πρόσθετες αμοιβές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές».
Το άρθρο 62 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Στο τέλος της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 62 προστίθενται οι λέξεις: «εκτός της περίπτωσης του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 και της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 41.» β. Προστίθεται νέα παράγραφος 5 που έχει ως εξής: εγκατάσταση στην Ελλάδα και λαμβάνουν αμοιβές για δικαιώματα (royalties) σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 64.»
Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 63 του ν. 4172/2013 αντικαθίστανται ως εξής: «Η απαλλαγή καθίσταται οριστική και η εγγύηση λήγει κατά την ημερομηνία που συμπληρώνονται είκοσι τέσσερεις (24) μήνες διακράτησης του ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής. Εάν ο φορολογούμενος παύει να διακρατεί το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής πριν τη συμπλήρωση των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, η εγγύηση καταπίπτει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ημερομηνία αυτή.»
Το άρθρο 64 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 64, αντικαθίσταται ως εξής: «δ) για αμοιβές για τεχνικά έργα, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές ή παρόμοιες υπηρεσίες είκοσι τοις εκατό (20%). β. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 μετά τις λέξεις «του μισθώματος,» προστίθενται οι λέξεις «ανεξαρτήτως αν ο λήπτης της αμοιβής είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα». γ. Στην παράγραφο 2 μετά τις λέξεις «Γενικής Κυβέρνησης» προστίθενται οι λέξεις «εκτός από τις κεφαλαιουχικές εταιρείες» και μετά τις λέξεις «υπηρεσιών από» προστίθεται η λέξη «φυσικά ή». δ. Στην παράγραφο 3 μετά τη λέξη «πληρωμή» προστίθενται οι λέξεις «,εκτός από τις αμοιβές που αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1» και οι λέξεις «που λαμβάνει αμοιβές για υπηρεσίες σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ και» διαγράφονται. ε. Στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 64 του ν. 4172/2013 προστίθενται λέξεις και στη συνέχεια εδάφιο ως εξής: «εκτός από τους φόρους που παρακρατούνται από τους συμβολαιογράφους. Ειδικά ο φόρος που παρακρατείται από συμβολαιογράφο για την υπεραξία του άρθρου 41, αποδίδεται από τον ίδιο με τραπεζική επιταγή σε διαταγή του Ελληνικού Δημοσίου, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την υπογραφή του συμβολαίου. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η διαδικασία για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.» στ. Προστίθενται νέες παράγραφοι 8 και 9 ως εξής: «8. Σε περίπτωση που ο λήπτης της αμοιβής σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 62 είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 1 ενεργείται μόνον εφόσον η συναλλαγή υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ.
Ειδικά, το εισόδημα από τόκους κρατικών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου που αποκτούν νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που δεν είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και δεν έχουν στην Ελλάδα μόνιμη εγκατάσταση δεν υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 1.»
Στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 65 του ν. 4172/2013 οι λέξεις «ο οποίος είναι ίσος ή κατώτερος» αντικαθίστανται με τις λέξεις «του οποίου ο συντελεστής είναι ίσος ή κατώτερος».
Στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 66 του ν. 4172/2013 οι λέξεις «−μέλος» διαγράφονται.
Μετά το άρθρο 67 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέο άρθρο 67 Α που έχει ως εξής: «Άρθρο 67 Α Υποβολή της δήλωσης υπολογισμού του φόρου υπεραξίας από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας
Ο φορολογούμενος που μεταβιβάζει ακίνητη περιουσία υποχρεούται να δηλώνει το σύνολο των στοιχείων που αφορούν τον προσδιορισμό του φόρου υπεραξίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 41, όπως αυτό ισχύει.
Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να ελέγχει και να βεβαιώνει την ακρίβεια των στοιχείων της δήλωσης της παραγράφου 1, ως προς τον χρόνο και την αξία κτήσης και μεταβίβασης, το είδος της ακίνητης περιουσίας ή των ιδανικών μεριδίων αυτής ή του εμπραγμάτου δικαιώματος, τα έτη διακράτησης, τους συντελεστές, τα μεγέθη του ΔΤΚατ και τον υπολογισμό του φόρου, και να θεωρεί τη δήλωση, την οποία, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, επισυνάπτει σε αυτό. Ο συμβολαιογράφος δεν έχει ευθύνη για όσα στοιχεία δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του και δεν περιλαμβάνονται στο συμβόλαιο που συντάσσει.
Ως χρόνος υποβολής της δήλωσης σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας θεωρείται ο χρόνος σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης στο οποίο προσαρτάται.
Ο μισθωτής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 41 υποχρεούται να δηλώνει το σύνολο των στοιχείων που αφορούν στον προσδιορισμό του φόρου υπεραξίας του κτίσματος που περιέρχεται στην κατοχή του τρίτου. Η δήλωση του προηγούμενου εδαφίου συνιστά άμεσο προσδιορισμό του φόρου. Υπόχρεος καταβολής του φόρου είναι ο τρίτος.
Για τις μεταβιβάσεις που εμπίπτουν στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 41, ο αποκτών υποχρεούται να δηλώνει τα στοιχεία που αφορούν στον προσδιορισμό του φόρου υπεραξίας της ακίνητης περιουσίας. Η δήλωση του προηγούμενου εδαφίου συνιστά άμεσο προσδιορισμό του φόρου. Υπόχρεος καταβολής του φόρου είναι ο αποκτών.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος απόδοσης του φόρου και κάθε άλλο αναγκαίο για την εφαρμογή των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος.»
Το άρθρο 69 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 μετά τη λέξη «που προκύπτει» προστίθενται οι λέξεις «από επιχειρηματική δραστηριότητα». β. Στην παράγραφο 2 η λέξη «α΄» και η περίπτωση β΄ διαγράφονται.
Στην παράγραφο 8 του άρθρου 71 του ν. 4172/2013 μετά τη λέξη «παραγράφων» προστίθεται ο αριθμός «4».
Το άρθρο 72 του ν. 4172/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 12 οι λέξεις «φορολογικά αναγνωρίσιμες ζημίες» αντικαθίστανται β. Στην παράγραφο 13 μετά τις λέξεις «αναπτυξιακών νόμων,» προστίθενται οι λέξεις «του αφορολόγητου αποθεματικού της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 2238/1994, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση του Κ.Φ.Ε.». γ. Στην παράγραφο 18 η παραπομπή «του ν. 3371/ 2005» αντικαθίσταται από την παραπομπή «του ν. 2367/ 1995». δ. Στην παράγραφο 23 οι λέξεις «ή αναθεωρηθεί» διαγράφονται. ε. Προστίθενται νέες παράγραφοι 26, 27, 28, 29, 30 και 31 που έχουν ως εξής: «26. Σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση του άρθρου 41 Κ.Φ.Ε. αφορά δικαίωμα το οποίο αποκτήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1994, η υπεραξία θεωρείται μηδενική. Ειδικά στην περίπτωση της χρησικτησίας, εφόσον ο σχετικός χρόνος συμπληρώθηκε πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1994, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου 1995.
Στην περίπτωση ακινήτου που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 41 και έχει αποκτηθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε αυτό, από 1ης Ιανουαρίου 1995 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2002, ο συντελεστής απομείωσης της παραγράφου 5 πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή 0,8.
Για την περίοδο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2015 η υπεραξία που αποκτά ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα από πώληση και επαναμίσθωση (lease back) ακινήτου αναγνωρίζεται ως έσοδο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 17, όπως αυτό υιοθετείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ειδικά ο χρόνος υποβολής της δήλωσης και απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου που καταβάλλεται τον Ιανουάριο του 2014, παρατείνεται μέχρι τις 30 Απριλίου 2014.
Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 15, της παραγράφου 5 του άρθρου 29 και της παραγράφου 4 του άρθρου 58 του Κώδικα εφαρμόζονται και για το νησί της Κεφαλονιάς για εισοδήματα που αποκτώνται ή κέρδη που προκύπτουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015.
Ειδικά, για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.2013 έως 31.12.2013 εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 4 του ν. 2238/1994 και οι εκδοθείσες κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού υπουργικές αποφάσεις.»
Οι διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2014, εκτός αν ορίζεται σε αυτές διαφορετικά. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.2.: ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΚΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
α. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, η λέξη «όργανο» αντικαθίσταται από τη λέξη «όργανα» και η λέξη «υπογράφει» από τη λέξη «υπογράφουν». β. Μετά το τέλος του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4174/2013, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Η άσκηση της αρμοδιότητας που μεταβιβάστηκε και η εξουσιοδότηση υπογραφής μπορεί, σύμφωνα με την απόφαση του Γενικού Γραμματέα, να αφορά περισσότερα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.»
α. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 4174/ 2013, όπως ισχύει μετά τη λέξη «δύναται να» προστίθενται οι λέξεις: «τροποποιεί εν όλω ή εν μέρει την απόφαση του για» και διαγράφονται οι λέξεις «να ανακαλεί οποτεδήποτε εγγράφως κάθε». β. Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του ν. 4174/2013 αντικαθίστανται οι λέξεις «εφόσον πραγματοποιείται» με τις λέξεις «προκειμένου να πραγματοποιηθεί» και στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου μετά από τη λέξη «θέματα» προστίθενται οι λέξεις «, εξαιρέσεις σε περίπτωση συναλλαγών με πιστωτικά ιδρύματα και ιδρύματα πληρωμών».
Η παράγραφος 1 του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Στην περίπτωση β΄ διαγράφεται η λέξη «φοροδιαφυγής», β. Στην περίπτωση γ΄ μετά τη λέξη «εκδίκασης» προστίθενται οι λέξεις «οποιασδήποτε ποινικής ή φορολογικής υπόθεσης ή αστικής υπόθεσης με διάδικο το Δημόσιο ή Φορέα της Γενικής Κυβέρνησης» και διαγράφονται οι λέξεις «ποινικών υποθέσεων φοροδιαφυγής ή φορολογικών υποθέσεων», γ. Στην περίπτωση ε΄ οι λέξεις «οικονομικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης» αντικαθίστανται με τις λέξεις «υπηρεσίες των φορέων Γενικής Κυβέρνησης», δ. Στο τέλος της περίπτωσης στ΄ προστίθενται οι λέξεις «,καθώς και σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.» ε. Προστίθενται νέες περιπτώσεις θ΄ και ι΄ ως εξής: «θ) σε τρίτους, κατόπιν αιτιολογημένης εισαγγελικής παραγγελίας, ότι δεν συντρέχει περίπτωση φορολογικού απορρήτου,
- ι) σε φορολογουμένους που ασκούν επιχειρηματική
δραστηριότητα, κατόπιν αιτήσεώς τους, και μόνο καθ΄ ο μέρος αυτό είναι απολύτως αναγκαίο, προκειμένου να διακριβωθεί η φορολογική ή η επαγγελματική υπόσταση άλλου φορολογουμένου που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα.»
Το άρθρο 21 του ν. 4174/2013 τροποποιείται ως εξής: α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο Φάκελος Τεκμηρίωσης που αποτελείται κατά περίπτωση από το Βασικό Φάκελο Τεκμηρίωσης και τον Ελληνικό Φάκελο Τεκμηρίωσης, καταρτίζεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους και συνοδεύεται από Συνοπτικό Πίνακα Πληροφοριών, ο οποίος υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέσα στην ίδια προθεσμία.» β. Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο φάκελος τεκμηρίωσης της παραγράφου 3 περιλαμβάνει ειδικό κεφάλαιο όπου περιγράφονται γεγονότα που έχουν αντίκτυπο στις πληροφορίες και τα στοιχεία που παρέχονται στους Φακέλους και που οφείλονται σε οποιαδήποτε μεταβολή των συνθηκών της αγοράς. Ο υποκείμενος στο φόρο οφείλει να ενημερώνει το Φάκελο έως το τέλος του φορολογικού έτους εντός του οποίου η παραπάνω μεταβολή λαμβάνει χώρα. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω οι Φάκελοι Τεκμηρίωσης Ενδοομιλικών Συναλλαγών της παραγράφου 3 μπορούν αναγκαίες αλλαγές. Η επικαιροποίηση του Φακέλου γίνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από το τέλος του φορολογικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου προέκυψε η ανάγκη επικαιροποίησης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων είναι δυνατός ο καθορισμός των επικαιροποιήσεων που κρίνονται απαραίτητες όσον αφορά το περιεχόμενο των Φακέλων Τεκμηρίωσης είτε σε ετήσια είτε μόνιμη βάση.» γ. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 αντικαθίσταται ως εξής: «Με όμοια απόφαση μπορεί να προβλέπεται η μέθοδος υπολογισμού του κύκλου εργασιών και των αντίστοιχων λογιστικών προτύπων, όπως επίσης απλουστευμένη διαδικασία για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις όπως ορίζονται από το ευρωπαϊκό δίκαιο.»
α. Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τη λέξη «οριζόμενος» προστίθενται οι λέξεις «ή οι οριζόμενοι», μετά τη λέξη «υπάλληλος» προστίθενται οι λέξεις «ή υπάλληλοι», η λέξη «φέρει» αντικαθίσταται από τη λέξη «φέρουν», μετά τη λέξη «Γενικό Γραμματέα» προστίθενται οι λέξεις «ή από εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα της Φορολογικής Διοίκησης». β. Στην περίπτωση β΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ν. 4174/2013 μετά τις λέξεις «υπαλλήλου» προστίθενται οι λέξεις «ή των υπαλλήλων στους οποίους» και διαγράφονται οι λέξεις «στον οποίο έχει».
Στο άρθρο 25 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, η παράγραφος 7 αναριθμείται σε παράγραφο 8 και προστίθεται νέα παράγραφος 7 ως εξής: «7. Ειδικά προκειμένου για τον μερικό επιτόπιο έλεγχο, σε φορολογούμενους ορισμένης περιοχής ή/και δραστηριότητας ή που διακινούν αγαθά, η εντολή διενέργειας του ελέγχου, που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να περιλαμβάνει, αντί των υπό γ΄ και δ΄ στοιχείων, την περιοχή του ελέγχου ή/και το είδος των δραστηριοτήτων των φορολογουμένων. Ο χρόνος διενέργειας του ελέγχου, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να είναι και εκτός του επισήμου ωραρίου της Φορολογικής Διοίκησης.»
α. Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 37 του ν. 4174/ 2013, όπως ισχύει, διαγράφονται οι λέξεις «ζ)τον τόπο εξόφλησης του φόρου» και οι περιπτώσεις «η)», «θ)», «ι)», «κ)» αναριθμούνται αντίστοιχα σε «ζ)», «η)», «θ)» και στο δεύτερο εδάφιο μετά τις λέξεις «έκθεση ελέγχου» προστίθενται οι λέξεις «, εκτός από την περίπτωση του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 34.» β. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 40 του ν. 4174/2013 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ισχύει αναλόγως η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του Κώδικα.»
Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, και στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του ως άνω άρθρου και νόμου, μετά τις λέξεις «των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 55» προστίθενται οι λέξεις «, και ανεξαρτήτως των χρηματικών ορίων που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄,».
Το άρθρο 54 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής: α. Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 μετά τη λέξη «εκπρόθεσμα» προστίθενται οι λέξεις «ή υποβάλει ελλιπή». β. Στην παράγραφο 1 προστίθεται περίπτωση θ΄ ως εξής: «θ) δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς αποδείξεις λιανικής πώλησης ή επαγγελματικά στοιχεία.» γ. Στην περίπτωση η΄ της παραγράφου 1 διαγράφονται οι λέξεις «και την έκδοση στοιχείων», δ. Στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 διαγράφονται οι λέξεις «για κάθε άλλη παράβαση σε περίπτωση» και αντικαθίστανται από τις λέξεις «για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1». ε. Στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 διαγράφονται οι λέξεις «χίλια (1.000) ευρώ, για κάθε άλλη παράβαση» και αντικαθίστανται από τις λέξεις «διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων.» στ. Στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 διαγράφονται οι λέξεις «δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, για κάθε άλλη παράβαση» και αντικαθίστανται από τις λέξεις «πεντακόσια (500) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων» και διαγράφεται το τελευταίο εδάφιο της ίδιας περίπτωσης. ζ. Στην παράγραφο 2 προστίθεται περίπτωση ε΄ ως εξής: «ε) δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ στις περιπτώσεις ε΄ και ζ΄ και η΄ της παραγράφου 1». η. Στο τέλος της παραγράφου 2 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης ΦΠΑ ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα.» θ. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής: «Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, τα σύμφωνα με τον Κώδικα πρόστιμα επιβάλλονται στο διπλάσιο και, στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης, στο τετραπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου.»
Στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 56 του ν. 4174/2013 οι λέξεις «παράγραφο 3» αντικαθίσταται με τις λέξεις «παράγραφο 4».
Στο άρθρο 59 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, διαγράφονται οι λέξεις «Στον υπόχρεο» και αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ο υπόχρεος» και διαγράφεται η λέξη «επιβάλλεται» και αντικαθίσταται από τη λέξη «υπόκειται σε».
Στην παράγραφο 1 του άρθρου 62 του ν. 4174/ 2013, όπως ισχύει, μετά τις λέξεις «τον προσδιορισμό του φόρου» προστίθεται η λέξη «,την παραγραφή» και
Στο άρθρο 62 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «6. Εφόσον, για την ίδια παράβαση, επιβάλλονται, σύμφωνα με τον Κώδικα, περισσότερα πρόστιμα, υπερισχύει η διάταξη που προβλέπει το μεγαλύτερο πρόστιμο.»
Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, μετά τις λέξεις «που εξέδωσε την πράξη» προστίθενται οι λέξεις «ή παρέλειψε την έκδοσή της» και στο τελευταίο εδάφιο της ιδίας παραγράφου μετά τις λέξεις «σε αυτόν» προστίθενται οι λέξεις «ή από τη συντέλεση της παράλειψης.»
α. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Η αναστολή, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, δεν ισχύει επί του άμεσου προσδιορισμού του φόρου, καθώς και επί πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου, που εκδίδεται με βάση στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από τον φορολογούμενο σε φορολογική του δήλωση.» β. Στην παράγραφο 8 του άρθρου 63 του ν. 4174/ 2013 μετά τις λέξεις «Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας» προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Για την αναστολή, λόγω άσκησης προσφυγής, ισχύουν ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.»
Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 63 του ν. 4174/2013, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης μπορεί, με απόφασή του, να εξουσιοδοτεί άλλους υπαλλήλους της ίδιας υπηρεσίας, να υπογράφουν, με εντολή του, αποφάσεις επί ενδικοφανών προσφυγών και αιτήσεων αναστολής.».
Στο έκτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 65 Α η λέξη «και» διαγράφεται και τίθεται κόμμα και μετά τη λέξη «ευθύνης» προστίθενται οι λέξεις «και στα υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων».
α. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Ως έναρξη ελέγχου κατά την έννοια του πρώτου εδφίου θεωρείται και η αποστολή έως τις 31.12.2013 επιστολής στο φορολογούμενο, με την οποία του γνωστοποιείται ότι έχει εκδοθεί εντολή φορολογικού ελέγχου. Σε περίπτωση κατά την οποία, έως τις 31.12.2013, είχε εκδοθεί εντολή φορολογικού ελέγχου και για οποιονδήποτε λόγο, μετά την ημερομηνία αυτή, για την ίδια χρήση, περίοδο, φορολογική υπόθεση ή υποχρέωση, εκδοθεί νέα εντολή ελέγχου, οι έννομες συνέπειες της έκδοσης της αρχικής εντολής δεν θίγονται.» β. Στο εδάφιο 1 της παραγράφου 11 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, μετά τη λέξη «εισφορών» προστίθεται η λέξη «προστίμων,» και μετά το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Όπου σε κείμενες διατάξεις ουσιαστικού φορολογικού δικαίου, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, προβλέπεται προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου, πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών, πράξεις επιβολής προστίμων και κάθε άλλη συναφή πράξη, η παραγραφή διακόπτεται με την έκδοσή τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν συζητηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου σε πρώτο βαθμό.».
Στην παράγραφο 19 του άρθρου 66 του ν. 4174/ 2013, όπως ισχύει, μετά τις λέξεις «του άρθρου 4» προστίθενται οι λέξεις «παρ. 1 εδάφιο 1 ».
Η παράγραφος 40 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 «40. Οι διατάξεις του άρθρου 65 Α τίθενται σε ισχύ για χρήσεις που αρχίζουν από 1ης Ιανουαρίου 2014 και καταργούνται για τις χρήσεις που αρχίζουν από 1ης Ιανουαρίου 2016 και μετά. Η Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1159/2011 διατηρείται σε ισχύ για χρήσεις που αρχίζουν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μπορεί να τροποποιηθεί ύστερα από γνώμη της Ε.Λ.Τ.Ε..»
Στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, μετά την παράγραφο 42 προστίθενται νέοι παράγραφοι 43 και 44 ως εξής: «43. Εφόσον με την υποβολή τροποποιητικής φορολογικής δήλωσης ή με αυτοτελές αίτημα ή καθ΄ οιονδήποτε άλλο τρόπο, που αφορά φορολογικό έτος, διαχειριστική περίοδο ή φορολογική υπόθεση, μέχρι την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, προβάλλεται αξίωση επιστροφής φόρου, για τα σχετικά με την παραγραφή, εφαρμόζονται τα ισχύοντα μέχρι τον χρόνο έναρξης ισχύος του Κώδικα.
Από την έναρξη ισχύος του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας κάθε αίτημα προς τη Φορολογική Διοίκηση, για διοικητικό ή δικαστικό συμβιβασμό, θεωρείται απαράδεκτο και δεν εξετάζεται. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου, ανεξαρτήτως χρονικών περιορισμών, εφαρμόζεται και για υποθέσεις, οι οποίες ήταν δυνατό να υπαχθούν σε οποιαδήποτε περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 70Α και 70Β του ν. 2238/1994.»
Στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, μετά την παράγραφο 46 προστίθεται παράγραφος 47 ως εξής: «47. Εντολές διενέργειας φορολογικού ελέγχου, εκδοθείσες μετά την 1.1.2014 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, θεωρούνται νόμιμες, εφόσον υπογράφονται από τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας, ο οποίος ήταν κατά το νόμο αρμόδιος για την έκδοσή τους, σύμφωνα με τα κατά το νόμο ισχύοντα έως τις 31.12.2013. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται ανάλογα και για διαδικαστικές πράξεις στο πλαίσιο του ελέγχου, εκθέσεις ελέγχου, καταλογιστικές πράξεις φόρων, τελών, εισφορών και προστίμων, πράξεις ταμειακής βεβαίωσης, μέτρα διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, διασφαλιστικά μέτρα, αναγγελίες, συμψηφισμούς, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον υπογράφονται από όργανα τα οποία ήταν αρμόδια, σύμφωνα με τα κατά το νόμο ισχύοντα έως τις 31.12.2013. Για καταλογιστικές πράξεις, εκτελεστούς τίτλους, πράξεις ταμειακής βεβαίωσης, μέτρα διοικητικής και αναγκαστικής εκτέλεσης, διασφαλιστικά μέτρα, αναγγελίες, για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών από την δημοσίευση του παρόντος, η Φορολογική Διοίκηση θεωρείται ενιαία.»
Στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, μετά την παράγραφο 47 προστίθεται παράγραφος 48 ως εξής: και το σχετικό πρόστιμο υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 του ν. 2523/1997, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 6 του ίδιου νόμου, εφόσον ο φορολογούμενος, με δήλωσή του προς τον Προϊστάμενο της αρχής που εξέδωσε την πράξη επιβολής προστίμου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της, αποδεχθεί ανεπιφύλακτα το σύνολο των παραβάσεων που αναφέρονται σε αυτή και καταβάλει, ταυτόχρονα, τουλάχιστον ποσοστό 40% της συνολικής οφειλής, ενώ το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα της αποδοχής. Ειδικά για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν έως τις 26.7.2013 και για τις οποίες το σχετικό πρόστιμο υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 10 και 6 του ν. 2523/1997, εφαρμόζονται, υπό τις προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου, οι διατάξεις του άρθρου 55 παρ. 2 του Κώδικα. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται ανάλογα και για υποθέσεις για τις οποίες ο φορολογούμενος έχει ασκήσει εμπρόθεσμη ενδικοφανή ή δικαστική προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή διοικητικού δικαστηρίου πρώτου βαθμού και οι οποίες δεν έχουν εξεταστεί ή συζητηθεί, εφόσον η δήλωση αποδοχής της πράξης γίνει εντός αποκλειστικής εξήντα ημερών από την δημοσίευση του παρόντος. Ποσά τα οποία έχουν καταβληθεί, δεν επιστρέφονται λόγω της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος, αμφισβητήσει την νομιμότητα της αποδοχής, η πράξη και οι έννομες συνέπειές της αναβιώνουν και ήδη καταβληθέντα ποσά δεν επιστρέφονται.»
Οι διατάξεις των περιπτώσεων της παρούσας υποπαραγράφου, εφαρμόζονται και ισχύουν από την 1.1.2014, εκτός εάν διαφορετικά ορίζεται σε αυτές. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.3.: ΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Στο τέλος της υποπερίπτωσης γ΄ της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Ε2 της παρ. Ε΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Οι διατάξεις των περιπτώσεων της περίπτωσης β΄ της παρ.5, των εδαφίων δ΄ και ε΄ της παρ. 8, του δεύτερου εδαφίου της παρ.14, των παραγράφων 15, 21, 22 και 23 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 (Α΄253), εφαρμόζονται ανάλογα και για τις υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, αποκλειστικά και μόνο κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του προληπτικού, προσωρινού και τελωνειακού ελέγχου εφαρμογής της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας για τις οποίες εκδίδεται ειδική πράξη του αρμόδιου οργάνου.»
Η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 34 του ν. 4141/2013 (Α΄81) αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Ο κανονισμός λειτουργίας των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, ο κανονισμός καθηκόντων του προσωπικού τους και η περιγραφή των θέσεων εργασίας αυτών.» ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε: ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥΣ
α. Η Γενική Διεύθυνση Φορολογίας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που συστήθηκε με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2343/1995 (Α΄211) και συγκροτήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 2 του π.δ. 167/1996 (Α΄ 128) και η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων της ίδιας Γενικής Γραμματείας, που συστήθηκε και συγκροτήθηκε με τις ίδιες διατάξεις, ανασυγκροτήθηκε και μετονομάστηκε με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α΄180), συγχωνεύονται σε μία (1) Γενική Διεύθυνση, στην οποία υπάγονται οι υφιστάμενες κατά την δημοσίευση του παρόντος νόμου Υπηρεσίες των δύο (2) συγχωνευόμενων Γενικών Διευθύνσεων, η οποία φέρει τον τίτλο «Γενική Διεύθυνση Φορολογικής Διοίκησης» και ασκεί τις ίδιες αρμοδιότητες με τις αρμοδιότητες των Γενικών αυτών Διευθύνσεων. β. Η Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης της Γ.Γ.Δ.Ε., που συστήθηκε με τις διατάξεις της περίπτωσης ζ΄ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2343/1995, συγκροτήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 2 του π.δ. 167/1996, μετονομάζεται σε «Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Ανθρώπινου Δυναμικού».
α. Η αυτοτελής Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Γ.Γ..Δ.Ε., ειδική αποκεντρωμένη υπηρεσία, επιπέδου Διεύθυνσης, που συστήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παρ. 18 του άρθρου 55 του ν. 4002/2011 (Α΄180) και του άρθρου 12 του ν. 4110/2013 (Α΄ 17), όπως ισχύουν, μετονομάζεται σε «Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων» και υπάγεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.). β. Συστήνεται στο Υπουργείο Οικονομικών υπηρεσία επιπέδου Διεύθυνσης, με τίτλο «Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου», η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Οικονομικών και διαρθρώνεται σε τρία τμήματα ως εξής: (αα) Τμήμα Α΄− Εσωτερικού Ελέγχου (ββ) Τμήμα Β΄− Εσωτερικών Υποθέσεων (γγ) Τμήμα Γ΄− Ελέγχου Πληροφοριακών Συστημάτων. γ. Συστήνεται στην Γ.Γ.Δ.Ε. ειδική αποκεντρωμένη υπηρεσία, με τίτλο «Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου», υπαγόμενη απευθείας στον Γενικό Γραμματέα, στην οποία συγχωνεύονται η Διεύθυνση Εποπτείας Εσωτερικού Ελέγχου και η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης της Γ.Γ.Δ.Ε.. δ. Συστήνεται στο Υπουργείο Οικονομικών υπηρεσία, με τίτλο «Διεύθυνση Φορολογικής Πολιτικής», η οποία υπάγεται στην Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Πολιτικής του ίδιου Υπουργείου και διαρθρώνεται σε τρία τμήματα ως ακολούθως: (αα) Τμήμα Α΄− Φορολογικής Πολιτικής και Νομοθεσίας (ββ) Τμήμα Β΄ − Ανάλυσης Οικονομικών και Δημοσιονομικών Επιπτώσεων Φορολογικής Πολιτικής (γγ) Τμήμα Γ΄ − Διεθνών Πρακτικών και Σχέσεων Φορολογικής Πολιτικής. νο απευθείας στον Γενικό Γραμματέα αυτής, με τίτλο «Αυτοτελές Τμήμα Ελέγχου Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων». στ. Μετονομάζεται η Διεύθυνση Προσωπικού Γ.Λ.Κ. της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης και Ελέγχου Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων από την Ε.Ε. της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών σε «Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης Υπουργείου Οικονομικών», υπαγόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, και διαρθρώνεται σε πέντε τμήματα και ένα γραφείο, υπαγόμενο απευθείας στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης, ως εξής: (αα) Τμήμα Α΄ − Προγραμματισμού, Ανάπτυξης και Εκπαίδευσης (ββ) Τμήμα Β΄ − Υπηρεσιακών Μεταβολών (γγ) Τμήμα Γ΄ − Μητρώου, Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων, Οικονομικών Παροχών (δδ) Τμήμα Δ΄ − Πειθαρχικής Διαδικασίας (εε) Τμήμα Ε΄ − Οργάνωσης και Ποιότητας (στστ) Αυτοτελές Γραφείο Γραμματείας και Αρχείου. ζ. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ή ανακαθορίζονται οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών των υποπαραγράφων β΄ , δ΄ και στ΄ της παρούσας παραγράφου και κατανέμονται μεταξύ των τμημάτων τους. Με όμοια απόφαση μπορεί να ανακαθορίζονται ή να εξειδικεύονται οι αρμοδιότητες του Αυτοτελούς Τμήματος Ελέγχου Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων.
α. Ορίζεται η 30ή Ιουνίου 2014 ως χρόνος παύσης λειτουργίας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης, που συστήθηκε με τις διατάξεις της περίπτωσης η΄ της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2343/1995 και συγκροτήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 2 του π.δ. 167/1996, καθώς και των Οργανικών Μονάδων αυτής. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος και μέχρι του χρόνου παύσης λειτουργίας της, η Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης και οι υφιστάμενες οργανικές μονάδες αυτής, εκτός από την Διεύθυνση Εποπτείας Εσωτερικού Ελέγχου και την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο, προκειμένου να ολοκληρώσουν τις εκκρεμείς υποθέσεις τους. β. Ένα μήνα μετά από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος: (αα) Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Εποπτείας Εσωτερικού Ελέγχου, καθώς και της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης, οι τυχόν εκκρεμείς υποθέσεις και η ολοκλήρωση των εντολών τους, καθώς και το υπηρεσιακό τους αρχείο, μεταφέρονται στην Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών και στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της Γ.Γ.Δ.Ε., κατά λόγο αρμοδιότητας, αντίστοιχα. (ββ) Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης, οι τυχόν εκκρεμείς υποθέσεις, η ολοκλήρωση των εντολών αυτής και το υπηρεσιακό της αρχείο, καθώς και οι αρμοδιότητες, το αρχείο και η ολοκλήρωση των εντολών των περιφερειακών Υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης, μεταφέρονται στην Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών και στην Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Γ.Γ.Δ.Ε., καθώς και στις καθ΄ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου, κατά λόγο αρμοδιότητα, αντίστοιχα. (γγ) Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων, το αρχείο, οι τυχόν εκκρεμείς υποθέσεις και η ολοκλήρωση των εντολών τους, μεταφέρονται στο Αυτοτελές Τμήμα Ελέγχου Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών. (δδ) Οι αρμοδιότητες της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης ως προς τον έλεγχο των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) μεταφέρονται στη Διεύθυνση του στοιχείου β΄ του άρθρου 1 του π.δ. 24/2008 (Α΄ 48) της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων (ΓΔΔΕ), η οποία εφεξής θα ασκεί σε αυτές δημοσιονομικό έλεγχο σύμφωνα με το ν. 3492/2006 (Α΄ 210) όπως ισχύει. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας, τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του ν. 2731/1999 (Α 138) όπως ισχύει διενεργούνται μόνο από την Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας (ΥΔΑΣ). (εε) Οι οργανικές θέσεις του κλάδου Οικονομικών Επιθεωρητών, καθώς και των λοιπών κλάδων προσωπικού των οργανικών μονάδων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης της Γ.Γ.Δ.Ε., καθώς και της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων Γ.Γ.Δ.Ε. ορίζονται ως οργανικές θέσεις της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, της Γενικής Διεύθυνσης Δημοσιονομικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής, της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου και της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της Γ.Γ.Δ.Ε. και του Αυτοτελούς Τμήματος Ελέγχου Διαχείρισης Εθνικών Κληροδοτημάτων της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας, στις οποίες μεταφέρεται το υφιστάμενο προσωπικό. Η κατανομή των προαναφερθέντων οργανικών θέσεων μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών, της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας, για τη στελέχωση των υπηρεσιών τους, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου Ε.2 της παραγράφου Ε΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), όπως προστέθηκε με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου Β.1 της παραγράφου Β΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107), προστίθεται υποπερίπτωση ε΄, ως εξής: «ε. Η Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων του Υπουργείου Οικονομικών μεταφέρεται δέκα (10) ημέρες μετά από τη δημοσίευση του παρόντος στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και υπάγεται απευθείας στον Γενικό Γραμματέα αυτής.»
α. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 27 του π.δ. 85/2005 οι λέξεις «των κλάδων Εφοριακών, Τελωνειακών και Πληροφορικής» διαγράφονται. β. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 27 του π.δ. 85/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3943/2011, οι λέξεις «προέρχονται από τους κλάδους Εφοριακών και Τελωνειακών ή από αυτούς που υπηρετούν σε θέσεις Ελεγκτών Βεβαίωσης και Αναγκαστικής Είσπραξης των Εσόδων του Κράτους και» διαγράφονται. ή Τελωνειακών» διαγράφονται.
α. Η προθεσμία τριών μηνών για τη στελέχωση της Κεντρικής Μονάδας Κρατικών Ενισχύσεων, που ορίζεται στην υποπαράγραφο Β.11 της παραγράφου Β του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), η οποία παρατάθηκε για χρονικό διάστημα τριών μηνών με την παράγραφο 1 του άρθρου 92 του ν. 4182/2013 (Α΄ 185), παρατείνεται από τότε που έληξε έως 31.12.2013. β. Η καταβολή των αποδοχών στο πάσης φύσεως αποσπασμένο προσωπικό στην Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων δύναται να διενεργείται από το φορέα προέλευσης. γ. Στις οργανικές θέσεις του άρθρου 7 του ν. 3492/ 2006 όπως ισχύει μεταφέρονται και προστίθενται εκατό (100) οργανικές θέσεις του κλάδου Οικονομικών Επιθεωρητών και στις οποίες μεταφέρεται το υφιστάμενο προσωπικό. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.1.: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΟΥ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ− ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΙΩΝ
α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 36
Το επάγγελμα του αδειούχου φαρμακοποιού και η λήψη άδειας ίδρυσης και λειτουργίας φαρμακείου από αδειούχο φαρμακοποιό, όπως προσδιορίζεται από το ν. 5607/1932 (Α΄ 300), όπως αυτός ισχύει, δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό πλην των σχετικών με τα πληθυσμιακά όρια.» β. Το άρθρο 7 του ν. 328/1976 (Α΄ 128) καταργείται. γ. Το άρθρο 20 του ν. 5607/1932 (Α΄ 300) καταργείται.
Το άρθρο 8 του ν. 1963/1991 (Α΄ 138) καταργείται.
α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 328/1976 αντικαθίσταται ως εξής: «Για την εκμετάλλευση φαρμακείου ή φαρμακαποθήκης επιτρέπεται η σύσταση ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας μόνο μεταξύ φαρμακοποιών.» β. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 36 του ν. 3918/2011 καταργείται.
Η παράγραφος 4 του άρθρου 36 του ν. 3918/ 2011 «4. Επιτρέπεται η μεταφορά και η ίδρυση φαρμακείων κατ’ εξαίρεση των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πλησίον δημόσιων νοσοκομείων και σε απόσταση έως εκατό (100) μέτρων εκατέρωθεν του μέσου της εξωτερικής κεντρικής πύλης του νοσοκομείου και στις δύο (2) οικοδομικές γραμμές της οδού επί της οποίας βρίσκεται η πύλη. Ο αριθμός των νέων φαρμακείων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των ήδη λειτουργούντων στην περιοχή που ορίστηκε στο προηγούμενο εδάφιο κατά τη δημοσίευση του παρόντος.»
Η παράγραφος 5 του άρθρου 36 του ν. 3918/ 2011 καταργείται.
Το άρθρο 8, η παρ. 1 του άρθρου 14 και το άρθρο 13 του ν. 5607/1932 καταργούνται.
α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του π.δ. 88/2004 (Α΄ 68) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η φαρμακαποθήκη είναι ανεξάρτητος ενιαίος χώρος ευρισκόμενος σε ένα ή περισσότερα επίπεδα (ημιυπόγειο, ισόγειο, ένα ή περισσότερους ορόφους), ο οποίος διαθέτει φυσικό και τεχνητό φωτισμό, αερισμό, αποχέτευση, κλιματισμό, ψυκτικούς χώρους και είναι σύμφωνος με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.» β. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 1963/1991 αντικαθίσταται ως εξής: «α) Το φαρμακοπωλείο λειτουργεί στο ισόγειο του καταστήματος και είναι χώρος κυρίας χρήσεως». γ. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του π.δ. 88/2004 καταργείται.
α. Οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν.δ. 96/1973 (Α΄ 172) περί τιμολόγησης και ανώτατων τιμών δεν έχουν εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία ταξινομούνται, με απόφαση του Ε.Ο.Φ., στα «μη συνταγογραφούμενα φάρμακα» (ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ). β. Για όσα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ κυκλοφορούν ήδη στην Ελλάδα κατά τη δημοσίευση του παρόντος, οι τιμές δεν αυξάνονται έως και την 31η Δεκεμβρίου 2016. γ. Τα νέα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ που θα τεθούν σε κυκλοφορία στην Ελλάδα μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και για τα οποία υπάρχουν ήδη σε κυκλοφορία όμοια ως προς τις δραστικές ουσίες, τις περιεκτικότητες και τις φαρμακοτεχνικές μορφές, θα διατίθενται στις ίδιες ή κατώτερες τιμές με αυτές των ομοίων ήδη κυκλοφορούντων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου, ενώ αυτά με δραστικές ουσίες που δεν υπάρχουν στην ελληνική αγορά, τιμολογούνται με βάση τον μέσο όρο των τριών χαμηλότερων χωρών −μελών της Ε.Ε. και, στη συνέχεια, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Για υπάρχοντα φάρμακα του θετικού ή αρνητικού καταλόγου που θα χαρακτηριστούν αρμοδίως από τον ΕΟΦ ως ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ, ισχύουν στη συνέχεια οι διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Δεν επιτρέπεται αύξηση των τιμών των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. έως την 31η Δεκεμβρίου 2016. δ. Οι περιορισμοί στις εκπτώσεις, καθώς και η διαδικασία γνωστοποίησης πωλήσεων δεν έχουν εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγούνται με απόφαση του Ε.Ο.Φ. χωρίς ιατρική συνταγή ως «μη συνταγογραφούμενα φάρμακα» (ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. ή Ο.Τ.C.). ε. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ως προς τη διάθεση και την τιμολόγηση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.. στ. Κάθε αντίθετη διάταξη με την παρούσα υποπαράγραφο και ειδικότερα οι διατάξεις περί ανώτατης χονδρικής τιμής, ανώτατης λιανικής τιμής, καθαρής τιμής παραγωγού ή εισαγωγέα, περί τιμολόγησης γενοσήμων, η διαδικασία και τα δικαιολογητικά για τον καθορισμό ή μεταβολή τιμής, η τιμολόγηση φαρμάκων αναφοράς, οι χορηγούμενες πιστώσεις, οι περιορισμοί στις εκπτώσεις καθώς και η διαδικασία γνωστοποίησης πωλήσεων δεν έχουν εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγούνται με απόφαση του Ε.Ο.Φ. χωρίς ιατρική συνταγή ως «μη συνταγογραφούμενα φάρμακα» (ΜΗ. ΣΥ.ΦΑ. ή Ο.Τ.C.).
Οι παράγραφοι 1 έως και 4 του άρθρου 11 του ν. 5607/ 1932 καταργούνται.
Στην παράγραφο 3 του άρθρου 21 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: προϊόντα που χορηγούνται με απόφαση του Ε.Ο.Φ. χωρίς ιατρική συνταγή ως «μη συνταγογραφούμενα φάρμακα» (ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. ή Ο.Τ.C.)».
α. H περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 και η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της υ.α. 325/5851/Γ.Π./2014 (Β΄88) Διατάξεις Τιμολόγησης Φαρμάκων (Β΄ 1446) καταργούνται. β. H περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 και η περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της υ.α. Γ.Υ./ ΟΙΚ. 3457/2014 (Β΄ 64) «Ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης φαρμάκων» καταργούνται.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 36 του ν. 3918/2011 «2.α) Όλα τα φαρμακεία μπορούν να λειτουργούν κατά τις απογευματινές ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, καθώς και το Σάββατο. Με την επιφύλαξη του εδαφίου β΄ της παρούσας παραγράφου, η επιλογή και τήρηση τυχόν διευρυμένου ωραρίου λειτουργίας φαρμακείου γίνεται ελεύθερα από τον εκάστοτε αδειούχο φαρμακοποιό. Το διευρυμένο ωράριο δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί εκ των προτέρων στους οικείους φαρμακευτικούς συλλόγους και στον αρμόδιο Περιφερειάρχη και δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται ή να συμπίπτει με αυτό των εφημεριών, όπως αυτές ορίζονται από τον οικείο φαρμακευτικό σύλλογο.
- β) Σε περίπτωση που ο οικείος φαρμακοποιός επιθυμεί
να τηρήσει διευρυμένο ωράριο και το φαρμακείο να περιλαμβάνεται στους μηνιαίους πίνακες εφημεριών των οικείων φαρμακευτικών συλλόγων αναφορικά με το διευρυμένο αυτό ωράριο, ο φαρμακοποιός υποχρεούται να δηλώσει το διευρυμένο ωράριο στους οικείους φαρμακευτικούς συλλόγους και στον αρμόδιο Περιφερειάρχη μέχρι την 20ή Μαΐου και την 20ή Νοεμβρίου κάθε έτους, προκειμένου να λειτουργεί το φαρμακείο κατά το πρώτο ή το δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους αντίστοιχα. Ο οικείος Περιφερειάρχης υποχρεούται να ανακοινώνει το σύνολο των δηλώσεων των φαρμακοποιών μέχρι τις 31 Μαΐου και 30 Νοεμβρίου αντίστοιχα, οι δε οικείοι φαρμακευτικοί σύλλογοι υποχρεούνται να αναφέρουν στους μηνιαίους πίνακες εφημεριών και τα φαρμακεία που λειτουργούν πέραν του νομίμου ωραρίου. Το διευρυμένο ωράριο στην περίπτωση του παρόντος εδαφίου β΄ θα πρέπει να συμπίπτει κατ’ ελάχιστον με αυτό των εφημεριών όπως το ορίζει ο οικείος φαρμακευτικός σύλλογος και θα πρέπει να τηρείται για όλο το χρονικό διάστημα που έχει δηλώσει ο φαρμακοποιός. Η μη τήρηση του διευρυμένου ωραρίου στην περίπτωση του παρόντος εδαφίου β΄ επιφέρει τις προβλεπόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία για τις εφημερίες κυρώσεις.
- γ) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας ρυθμίζεται κάθε
τεχνική λεπτομέρεια εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.»
Οι περιπτώσεις δ΄ και ε΄ του άρθρου 2 της υ.α. Α6/ 4171/1987 (Β΄ 361) καταργούνται.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 της υ.α. Υ3/ 3211/2000 «Διαιτητικά τρόφιμα για ιατρικούς σκοπούς» (Β΄ 1185) καταργείται.
Τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υ.α. ΓΠ/οικ.103499/2013 μπορούν να διατίθενται και εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
Η περίπτωση 1 της παραγράφου Β4 του άρθρου 1 της υ.α. ΔΥΓ3(α)/127858/2004 (Β΄ 284) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Να κυκλοφορούν τουλάχιστον σε τρεις (3) χώρες της Ε.Ε. χωρίς να απαιτείται ιατρική συνταγή».
Η υ.α. ΔΥΓ3/109282/2011 (Β΄ 2251) καταργείται 18.α. Στην παράγραφο Η.4. του ν. 4093/2012 με τίτλο «ΑΡΣΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΠΝΟΥ» προστίθεται πρώτο εδάφιο ως εξής: «1. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32) εφαρμόζονται στην πώληση προϊόντων καπνού υπό τους όρους και προϋποθέσεις διάθεσης που ορίζονται στο ν. 3730/2008.» β. Η Εγκύκλιος ΔΥΓ6/Γ.Π.οικ./82881/5.9.2013 «Εφαρμογή Γνωμοδότησης του ΝΣΚ για τα σημεία πώλησης των καπνικών προϊόντων» καταργείται. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.2: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΟΥ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ− ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ
α. Επιτρέπεται η διακίνηση πετρελαιοειδών προϊόντων για θέρμανση από κάτοχο άδειας λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων, που έχει έγγραφη σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας με συγκεκριμένη εταιρεία εμπορίας και διανομής πετρελαιοειδών με βυτιοφόρο αυτοκίνητο, εφόσον κατά τη συγκεκριμένη διακίνηση το βυτιοφόρο δεν φέρει παραπλανητικό ως προς την προέλευση σήμα. β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 116 της υ.α. Α2−861/ 2013 (Β΄ 2044) καταργείται.
α. Δεν επιτρέπεται η διάθεση πετρελαιοειδών προϊόντων από: i) Κάτοχο άδειας Λειτουργίας Πρατηρίου υγρών καυσίμων σε άλλο κάτοχο άδειας Λειτουργίας Πρατηρίου υγρών καυσίμων. ii) Κάτοχο άδειας Λειτουργίας Πρατηρίου υγρών καυσίμων σε κάτοχο άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης, με ή χωρίς ίδιους αποθηκευτικούς χώρους. β. Κάτοχος Άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης με ίδιους αποθηκευτικούς χώρους, ανεξαρτήτως του αν διαθέτει και άδεια Λειτουργίας Πρατηρίου υγρών καυσίμων, επιτρέπεται να προμηθεύεται πετρελαιοειδή προϊόντα για θέρμανση από εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών με άδεια κατηγορίας Α΄, Διυλιστήρια και εισαγωγές εφόσον υπάρχει εγκατεστημένο και σε πλήρη λειτουργία σύστημα εισροών εκροών, καθώς και να τα διαθέτει σε κατόχους Άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης χωρίς ίδιους αποθηκευτικούς χώρους. Kάτοχος Άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης χωρίς ίδιους αποθηκευτικούς χώρους επιτρέπεται να προμηθεύεται πετρελαιοειδή προϊόντα για θέρμανση είτε από κατόχους Άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης με ίδιους αποθηκευτικούς χώρους είτε από εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών με άδεια κατηγορίας Α΄ είτε και από Διυλιστήρια. γ. Η παράγραφος 6 του άρθρου 116 της υ.α. Α2−861/ 2013 (Β΄ 2044) καταργείται.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του ν. 3054/2002 (Α΄ 230) αντικαθίσταται ως εξής: «2. Ο κάτοχος Άδειας Διύλισης μπορεί να διαθέτει πετρελαιοειδή προϊόντα στην εγχώρια αγορά μόνο σε κατόχους Άδειας Εμπορίας, σε Μεγάλους Τελικούς Καταναλωτές, στις Ένοπλες Δυνάμεις, σε Προμηθευτικούς των κατηγοριών με τα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002. Ο κάτοχος Άδειας Λιανικής Εμπορίας, ο οποίος προμηθεύεται πετρελαιοειδή προϊόντα απευθείας από κάτοχο Άδειας Διύλισης, είτε μεμονωμένα είτε ως μέλος Προμηθευτικού Συνεταιρισμού ή Κοινοπραξίας της παραγράφου 10 του άρθρου 7, οφείλει να υποβάλει σε αυτόν υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) ότι δεν έχει συνάψει σύμβαση αποκλειστικής προμήθειας από κάτοχο Άδειας Εμπορίας ούτε φέρει το Σήμα του κατόχου αυτού.» 4.α. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 «2. Οι κάτοχοι Άδειας Λιανικής Εμπορίας προμηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κατόχους Άδειας Εμπορίας και κατόχους Άδειας Διύλισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 5. Οι κάτοχοι άδειας Λιανικής Εμπορίας του προηγούμενου εδαφίου υποχρεούνται να προβαίνουν στον εκτελωνισμό των ανωτέρω πετρελαιοειδών προϊόντων. Η μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων που διακινούν οι κάτοχοι Άδειας Λιανικής Εμπορίας πραγματοποιείται με βυτιοφόρο (Φ.Ι.Χ. και Φ.Δ.Χ.), ιδιόκτητο ή μισθωμένο. Ο κάτοχος Άδειας Λιανικής Εμπορίας φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει. Οι κάτοχοι Άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 3, μπορούν να χρησιμοποιούν για τη μεταφορά των πετρελαιοειδών προϊόντων τις υπηρεσίες τρίτων (μεταφορέων), μη κατόχων άδειας κατά το νόμο αυτόν, και στους οποίους δεν πραγματοποιείται μεταβίβαση της κυριότητας των μεταφερόμενων προϊόντων. Η μεταφορά και η πώληση των πετρελαιοειδών προϊόντων γίνεται με παραστατικά των κατόχων Άδειας Λιανικής Εμπορίας. Τα ανωτέρω μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση των πετρελαιοειδών προϊόντων των κατόχων άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α΄ , β΄ και γ΄ της παραγράφου 3, πρέπει να φέρουν εμφανώς, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της άδειας Εμπορίας, εφόσον προμηθεύονται πετρελαιοειδή προϊόντα από κάτοχο άδειας Εμπορίας με βάση αποκλειστική σύμβαση και φέρουν στο πρατήριό τους το εμπορικό σήμα αυτού, άλλως, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της Άδειας Λιανικής Εμπορίας, του Συνεταιρισμού ή της Κοινοπραξίας στην οποία ανήκουν, ή το εμπορικό σήμα του μεταφορέα με τον οποίο έχει συναφθεί έγγραφη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Η δαπάνη εγκατάστασης του σήματος αυτού βαρύνει τον ιδιοκτήτη του μεταφορικού μέσου, ενώ σε περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή αγοράς με παρακράτηση κυριότητας, η δαπάνη βαρύνει τον μισθωτή ή τον αγοραστή του μεταφορικού μέσου, αντίστοιχα. Με απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της σήμανσης των ανωτέρω μεταφορικών μέσων.» β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 «4. Ο κάτοχος άδειας λιανικής εμπορίας, εφόσον τροφοδοτείται αποκλειστικά από έναν κάτοχο άδειας εμπορίας, υποχρεούται να αναρτά σε εμφανές σημείο του πρατηρίου του το εμπορικό σήμα του κατόχου άδειας εμπορίας, άλλως, κατά περίπτωση, το εμπορικό σήμα του κατόχου της Άδειας Λιανικής Εμπορίας, του Συνεταιρισμού ή της Κοινοπραξίας στην οποία είναι μέλη. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας ή απόφαση του άρθρου 4 του ν. 4177/2013 (Β΄173) καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την καθιέρωση του ειδικού σήματος.»
Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι Προμηθευτικοί αυτοί Συνεταιρισμοί ή οι Κοινοπραξίες επιτρέπεται να διαθέτουν ή να χρησιμοποιούν ίδιους αποθηκευτικούς χώρους πέραν αυτών που προβλέπονται από τις Άδειες Λειτουργίας των πρατηρίων που είναι μέλη του Συνεταιρισμού ή της Κοινοπραξίας, εφόσον έχουν εγκατεστημένο και σε πλήρη λειτουργία σύστημα εισροών εκροών σε αυτούς.»
Η παράγραφος 11 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 «11. Οι κάτοχοι Άδειας Λιανικής Εμπορίας των κατηγοριών με τα στοιχεία α΄, β΄ της παραγράφου 3 και γ΄ κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 7, μπορούν να πραγματοποιούν εισαγωγές πετρελαιοειδών προϊόντων, εφόσον τα προϊόντα αυτά προορίζονται αποκλειστικά για την προμήθεια των πρατηρίων τους και τηρούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τις Εισαγωγές, του Τελωνειακού Κώδικα και το άρθρο 12 για την τήρηση αποθεμάτων ασφαλείας και εφόσον είναι εγκατεστημένο και σε πλήρη λειτουργία σύστημα εισροών εκροών.»
Η παράγραφος 6 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 «6. Ο κάτοχος Άδειας Λιανικής Εμπορίας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης υποχρεούται σε ομαλή και συνεχή τροφοδοσία της κατανάλωσης ανάλογα με την άδειά του. Επίσης φέρει την ευθύνη, κατά τις διατάξεις παρόντος νόμου αυτού, για τη διακίνηση των προϊόντων που εμπορεύεται και προς τούτο εξασφαλίζει την ασφαλή χρήση των απαραίτητων αποθηκευτικών χώρων, εξοπλισμού και μεταφορικών μέσων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες άσκησης της Λιανικής Εμπορίας από τον Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης. Όσοι κατέχουν άδεια Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης και διαθέτουν αποθηκευτικούς χώρους δύνανται να προμηθεύονται τα προϊόντα αυτά είτε από εταιρείες εμπορίας με άδεια κατηγορίας Α΄ είτε από διυλιστήρια είτε από εισαγωγές, εφόσον υπάρχει εγκατεστημένο και σε πλήρη λειτουργία σύστημα εισροών εκροών. Όσοι κάτοχοι Άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης δεν διαθέτουν αποθηκευτικούς χώρους δύνανται να προμηθεύονται τα προϊόντα αυτά είτε από άλλους κατόχους Άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης που διαθέτουν τέτοιους χώρους είτε από εταιρείες εμπορίας με άδεια κατηγορίας Α΄ και από διυλιστήρια. Η έγγραφη σύμβαση προμήθειας που συνάπτουν οι κάτοχοι Άδειας Πωλητή πετρελαίου θέρμανσης που δεν διαθέτουν αποθηκευτικούς χώρους υποβάλλεται και θεωρείται στην οικεία Αδειοδοτούσα Αρχή της Περιφέρειας εντός δέκα (10) ημερών από τη σύναψή της και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο, οι πωλητές λιανικής υποχρεούνται να συνάπτουν άμεσα νέα σύμβαση με άλλο πωλητή χονδρικής − λιανικής ακολουθώντας την την ποιότητα και ποσότητα των προϊόντων που διακινεί και διαθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3054/2002 όπως ισχύει.»
Η παράγραφος 9 του άρθρου 7 του ν. 3054/2002 καταργείται.
Τα εδάφια τέταρτο και επόμενα της παραγράφου 1β του άρθρου 21 της υ.α. Δ2/Α/Φ.8/16570/2005 (Β΄ 1306), όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υ.α. Δ2/Α/19843/2011 (Β΄ 2191), αντικαθίστανται ως εξής: «Οι πωλητές πετρελαίου θέρμανσης οι οποίοι δεν διαθέτουν αποθηκευτικούς χώρους, μπορούν να πωλούν μόνο λιανικώς σε τελικούς καταναλωτές. Υποχρεούνται να συνάπτουν έγγραφη σύμβαση προμήθειας η οποία υποβάλλεται και θεωρείται στην οικεία Αδειοδοτούσα Αρχή της Περιφέρειας εντός δέκα (10) ημερών από τη σύναψή της και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο, οι ως άνω πωλητές υποχρεούνται να συνάπτουν άμεσα νέα σύμβαση ακολουθώντας τη ίδια διαδικασία. Η τήρηση των ανωτέρω υποχρεώσεων αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση ή την ανανέωση της άδειας Πωλητή Πετρελαίου Θέρμανσης.»
Η παράγραφος 4 του άρθρου 28 του ν. 4177/2013 «4. Στην ίδια σύμβαση προβλέπεται η χονδρική τιμή πώλησης των υγρών καυσίμων και του υγραερίου κίνησης, η οποία διαμορφώνεται ελεύθερα από τα μέρη ύστερα από διαπραγμάτευση.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.3: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΟΥ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ− ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΠΕΡΙΠΤΕΡΩΝ Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:
Οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 13, 14 του ν.δ. 1044/1971 (Α΄ 245) και το π.δ. 37/ 2009 (Α΄ 54).
Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του ν.δ.1044/1971.
Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 16 του ν.δ. 1044/ 1971.
Το άρθρο 18 του ν.δ.1044/1971.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 19 του ν.δ.1044/1971.
Οι παράγραφοι 1, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 21 του ν.δ. 1044/1971.
Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 22 του ν.δ. 1044/1971.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 4, 5, 8 και 9 του άρθρου 23 του ν.δ. 1044/1971 και οι υπουργικές αποφάσεις Π33−16881/2011 (Β΄ 1351) και 121427/1988 (Β΄ 882).
Το άρθρο 24 του ν.δ.1044/1971 .
Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του ν.δ. 1044/1971.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 30 του ν.δ. 1044/ 1971.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του ν. 3648/2008 (Α΄ 38).
Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 και οι περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3648/2008.
Το άρθρο 7 του ν. 3648/2008.
H κ.υ.α. 5671/1487/1984 (Β΄ 549).
Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη αντίθετη με την υποπαράγραφο ΣΤ2 του ν. 4093/2012. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.4: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΟΥ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ− ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ 1.α. Οι παράγραφοι 3α – 3δ του άρθρου 1 του ν. 2557/ 1997 (Α΄ 271) αντικαθίστανται ως εξής: «3.α. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκδίδει λογοτεχνικά βιβλία στην Ελλάδα ή εισάγει λογοτεχνικά βιβλία που τυπώνονται στο εξωτερικό στην ελληνική γλώσσα οφείλει να καθορίζει την τιμή διάθεσής τους στο κοινό, καθώς και τις πρόσθετες παροχές που μπορούν να προσφέρονται στο κοινό και να ενημερώνει για την τιμή και τις πρόσθετες παροχές όσους προμηθεύονται αντίτυπα του βιβλίου για διάθεση στο κοινό. Λογοτεχνικά βιβλία που κυκλοφορούν στην Ελλάδα από εκδοτικό οίκο που έχει την έδρα του στην Ελλάδα και τα οποία έχουν εκτυπωθεί ή αναπαραχθεί στο εξωτερικό για λογαριασμό του εκδοτικού οίκου, υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου αυτής. Απαγορεύεται η διάθεση λογοτεχνικών βιβλίων στο κοινό από τον ίδιο τον εκδότη τους ή από τρίτο σε τιμή που υπερβαίνει την τιμή που καθορίστηκε από τον εκδότη ή είναι μικρότερη του ενενήντα τοις εκατό (90%) της τιμής αυτής. Όταν η επιχείρηση διάθεσης βιβλίων στο κοινό είναι εγκατεστημένη σε αnόσταση μεγαλύτερη των πενήντα χιλιομέτρων από την έδρα του εκδότη του διατιθέμενου λογοτεχνικού βιβλίου, η διάθεσή του μπορεί να γίνεται σε τιμή που υπερβαίνει έως πέντε τοις εκατό (5%) την καθορισμένη από τον εκδότη τιμής διάθεσής του στο κοινό. Απαγορεύεται η προσφορά στο κοινό κατά τη διάθεση του λογοτεχνικού βιβλίου προσθέτων παροχών που δεν καθορίσθηκαν σύμφωνα με τα παραπάνω από τον εκδότη, καθώς και η διαφήμισή της κατά παράβαση των απαγορεύσεων αυτών. Ως λογοτεχνικό βιβλίο θεωρείται για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου κάθε λογοτεχνικό έργο, όπως διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα, δοκίμιο, κριτικό δοκίμιο, θεατρικό έργο, ταξιδιωτικό έργο, βιογραφία, παιδικό έργο, η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα αντίστοιχων έργων και κάθε άλλο έργο που θεωρείται ως λογοτεχνικό κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2121/1993 (Α΄ 25). Ως βιβλίο θεωρείται, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, και το CD−ROM, το DVD ROM, οποιοσδήποτε τύπος ψηφιακού κειμένου (αρχείου) που αναπαράγει ακριβώς το περιεχόμενο συγκεκριμένου βιβλίου, καθώς και το ηλεκτρονικό βιβλίο (e−book). β. Ο εκδότης μπορεί να ανακαθορίζει την τιμή διάθεσης του λογοτεχνικού βιβλίου στο κοινό. Στην περίπτωση αυτήν οφείλει να ενημερώσει για την τιμή αυτή όσους προμηθεύονται ή έχουν προμηθευτεί αντίτυπα του βιβλίου για διάθεσή τους στο κοινό. Όσοι προμηθεύονται ή έχουν προμηθευτεί αντίτυπα λογοτεχνικού βιβλίου για περαιτέρω διάθεσή τους στο κοινό, υποχρεούνται να τα διαθέτουν σε τιμή που δεν υπερβαίνει τη νέα τιμή που καθορίστηκε από τον εκδότη ούτε είναι μικρότερη του ενενήντα τοις εκατό (90%) της τιμής αυτής. Η υποχρέωση αυτή αρχίζει δεκαπέντε ημέρες από τότε που έλαβε γνώση του ανακαθορισμού εκείνος που διαθέτει τα βιβλία στο κοινό. Όταν ο εκδότης του λογοτεχνικού βιβλίου ανακαθορίζει την τιμή διάθεσής του σε ύψος χαμηλότερο της τιμής που είχε αρχικά καθοριστεί, οφείλει μετά από επιλογή τη διαφορά ανάμεσα στην παλαιά και στη νέα τιμή επί τον αριθμό των αντιτύπων που ο δικαιούχος της αποζημίωσης έχει προμηθευτεί, αλλά δεν έχει διαθέσει ακόμα στο κοινό είτε να δεχθεί την επιστροφή των αντιτύπων, που δεν έχουν ακόμα διατεθεί στο κοινό στην τιμή με την οποία έγινε η προμήθεια των αντιτύπων. γ. Δεν θεωρείται υπέρβαση της καθορισμένης από τον εκδότη τιμής διάθεσης του λογοτεχνικού βιβλίου στο κοινό η αμοιβή για συμπληρωματικές υπηρεσίες που παρέχονται στο κοινό κατά τη διάθεση του βιβλίου. δ. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν ισχύουν για τα λογοτεχνικά βιβλία που επανεκδίδονται αναμορφωμένα ή μη από τον προηγούμενο εκδότη τους ή από άλλον και γενικώς για κάθε νέα έκδοση του βιβλίου, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της. Ως έκδοση νοείται η εκτύπωση, με οποιονδήποτε τρόπο, αντιτύπων του βιβλίου. Στους περιορισμούς των προηγούμενων εδαφίων δεν υπόκειται η τιμή διάθεσης λογοτεχνικών βιβλίων στο κοινό όταν έχει παρέλθει διετία από την πρώτη έκδοσή τους ούτε η τιμή διάθεσης στο κοινό μεταχειρισμένων και ελαττωματικών λογοτεχνικών βιβλίων.» β. Η παράγραφος 3ζ του άρθρου 1 του ν. 2557/1997 καταργείται. 2.α. Μετά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202), προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Για περισσότερες της μίας εκθέσεις βιβλίου κατ’ έτος, ο φορέας υποβάλλει αίτηση στο κατά τόπο Περιφερειακό Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται με αιτιολογημένη απόφαση.» β. Η παράγραφος 3 του άρθρου 17 του ν. 3377/2005 «3. Επιτρέπεται η πώληση βιβλίων σε εκθέσεις ή εκδηλώσεις, εφόσον το αντικείμενό τους είναι συναφές με το περιεχόμενο των βιβλίων. Επίσης, επιτρέπεται η πώληση βιβλίων σε υπαίθριους χώρους από φορείς εκδοτών ή βιβλιοπωλών.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.5: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΟΥ ΛΙΑΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ− ΛΟΙΠΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ 1.α. Στο άρθρο 16 του ν. 4177/2013 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας που εκδίδεται μετά από διαβούλευση με τοπικούς και συλλογικούς φορείς ορίζονται τρεις (3) τουριστικές περιοχές, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος και χωρίς να απαιτείται απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζεται ο φορέας παρακολούθησης της δράσης για την εξαγωγή συγκριτικών συμπερασμάτων και κάθε άλλη λεπτομέρεια.» β. Η απόφαση της προηγούμενης υποπερίπτωσης εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. 2.α. Η παράγραφος 7 του άρθρου 15 του ν. 4177/2013 «7. Εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μετά από διαβούλευση με τους συλλογικούς φορείς της αγοράς, εκδίδεται Κώδικας Δεοντολογίας για την προστασία του καταναλωτή κατά τις προσφορές και εκπτώσεις και τις προωθητικές ενέργειες, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενημέρωση του κοινού, τις αναγραφόμενες τιμές, τη διάρκεια των προσφορών, την ποσότητα και τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων ειδών, τις συνέπειες παράβασής του και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση καθορίζεται η χρονική περίοδος κατά την οποία τα εποχικά είδη μπορούν να προσφέρονται σε μειωμένη τιμή, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των καταστημάτων πώλησης αποθεμάτων (stock) και των εκπτωτικών καταστημάτων (outlet) και η πώληση εμπορευμάτων από τα καταστήματα αυτά.» β. Μετά τη θέση σε ισχύ της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του ν. 4177/2013 (Α΄ 173), οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5 εδάφιο πρώτο και 6 του άρθρου 15 του ν. 4177/2013 καταργούνται.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 της υ.α. Α4/1863/2005 «Καταστήματα STOCK και OUTLET» (Β΄ 1985) καταργείται.
Μετά τη θέση σε ισχύ της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του ν. 4177/2013 (Α΄ 173), οι παράγραφοι 6 και 8 του άρθρου 98 της υ.α. Α2 861/2013 (Β΄ 2044) καταργούνται.
Τα άρθρα 7γ και 7δ του ν. 2323/1995 (Α΄ 145) καταργούνται.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 16 του ν. 4013/2011 (Α΄ 204) καταργείται.
α. Το άρθρο 4 και το στοιχείο β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 της υπ’ αριθμ. 1233/1991 και 172/1992 απόφασης του Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου περί συστήματος καταχώρισης απορρυπαντικών και προϊόντων καθαρισμού, η οποία εγκρίθηκε με την ταυτάριθμη κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 277), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καταργούνται. β. Η υπουργική απόφαση 3000182/6/1994 (Β΄40) περί καταβολής παραβόλου για την καταχώριση απορρυπαντικών καταργείται. γ. Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 84 της υ.α. Α2− 861 (Β΄ 2044) καταργείται. δ. Η τρίτη περίπτωση (παύλα) της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της υ.α. 381/2005 (Β’539/2.5.2006) καταργείται.
α. Η περίπτωση ι΄ του Πίνακα 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 137 της υ.α. Α2 861/2013 (Β΄ 2044) καταργείται. β. Το άρθρο 16 του ν. 3377/2005 καταργείται. γ. Η υ.α. Α2−96/2007 (Β΄ 55) καταργείται.
Τα άρθρα 12 και 13 του ν. 802/1978 (Α΄ 121) καταργούνται. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.6: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ − ΑΡΤΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ 1.α. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του ν. 3526/2007 (Α΄ 24) αντικαθίσταται ως εξής: αναγράφεται με ευκρίνεια η τιμή τους ανά κιλό. Συμπληρωματικά, στα προϊόντα του προηγούμενου εδαφίου που πωλούνται συνήθως ανά τεμάχιο αναγράφεται και η τιμή ανά τεμάχιο. Όλα τα προϊόντα των προηγούμενων εδαφίων ζυγίζονται υποχρεωτικά ενώπιον του καταναλωτή σε όλα τα σημεία πώλησης.» β. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 10 του ν. 3526/ 2007 καταργούνται. 2.α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 14 του ν. 3526/2007 «1. Η διάθεση των προϊόντων αρτοποιίας, δηλαδή η πώληση και διανομή άρτου και αρτοπαρασκευασμάτων, επιτρέπεται από όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4, τηρουμένων των υγειονομικών διατάξεων και των όρων και προϋποθέσεων που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων και την προστασία των καταναλωτών, εφόσον χορηγηθεί για τα καταστήματα αυτά άδεια ίδρυσης και λειτουργίας πρατηρίου άρτου.» β. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν. 3526/2007 «1. Επιτρέπεται η ίδρυση πρατηρίου άρτου σε χώρους που πληρούν τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντα Οικοδομικού Κανονισμού. Αν το πρατήριο άρτου δεν αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, επιτρέπεται η ίδρυσή του σε όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών πλην των κρεοπωλείων, των πτηνοπωλείων, των ιχθυοπωλείων και των περιπτέρων, σε χώρο σαφώς διαχωρισμένο και τηρουμένων των υγειονομικών διατάξεων.» 3.α. Τα πρατήρια άρτου, οι βιομηχανικές−βιοτεχνικές εγκαταστάσεις αρτοποιίας, τα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής ζύμης, καθώς και τα αρτοποιεία που λειτουργούν νόμιμα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οφείλουν να συμμορφωθούν με το ν. 3526/2007 εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Μέχρι την πάροδο του διαστήματος αυτού εξακολουθούν να λειτουργούν νόμιμα και διέπονται από τους όρους της άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας τους κατά περίπτωση.
β. Οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 20 του ν. 3526/2007 καταργούνται.
Τo άρθρο 16 του ν. 3526/2007 καταργείται.
Το ν.δ. 296/1969 (Α΄ 194) καταργείται. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.7: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ − ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΚΩΔΙΚΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της υ.α. 1100/1987 (Β΄ 788) «Κώδικας Τροφίμων και Ποτών».
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται η υπ’ αριθμ. 753/89 απόφαση του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου (Β΄ 611). 3.α. Οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 18 του ν. 4177/2013 (Α΄ 173) τροποποιούνται ως εξής: «β) Επιπλέον, για τα δείγματα τα οποία εξετάζονται στις Υπηρεσίες του Γενικού Χημείου του Κράτους, ο κύριος του είδους ή αυτός από τον οποίο αγόρασε το είδος τρίτος, μπορεί να υποβάλει έφεση στη δειγματίσασα αρχή, κατά του αποτελέσματος της πρώτης εξέτασης, εντός της οριζόμενης στην παράγραφο 11 προθεσμίας. Η κατ’ έφεση εξέταση εκτελείται από άλλο χημικό του ΓΧΚ, με δυνατότητα παράστασης εκπροσώπου του ενδιαφερομένου, κατά τα οριζόμενα στο οικείο άρθρο του ΚΤΠ σχετικά με τις κατ’ έφεση εξετάσεις. Ο εκπρόσωπος του ενδιαφερομένου μπορεί να είναι Χημικός ή Χημικός Μηχανικός ή Κτηνίατρος ή Γεωπόνος ή Βιολόγος ή Τεχνολόγος Τροφίμων ΤΕΙ ή Οινολόγος ΤΕΙ , ανάλογα με το είδος της εργαστηριακής εξέτασης, κατά τα οριζόμενα στο οικείο άρθρο του ΚΤΠ σχετικά με τις κατ΄ έφεση εξετάσεις. Η αίτηση για έφεση διαβιβάζεται από τη δειγματίσασα αρχή στην αρμόδια υπηρεσία του ΓΧΚ, συνοδευόμενη από διπλότυπο είσπραξης παραβόλου, το οποίο καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. Προκειμένου περί ευαλλοίωτων τροφίμων, οι Υπηρεσίες του ΓΧΚ προβαίνουν αυτεπάγγελτα στην εξέταση του δεύτερου (κατ’ έφεση) δείγματος, εκτός αν ρητά αναγράφεται στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ότι ο ενδιαφερόμενος δεν επιθυμεί έφεση, τηρουμένων των διαδικασιών που προβλέπονται στο οικείο άρθρο του ΚΤΠ.
- γ) Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει: γα) διαφορά αποτελέσματος ή γνωμάτευσης μεταξύ της πρώτης και της
κατ’ έφεση εξέτασης στο Γενικό Χημείο του Κράτους ή γβ) διαφωνία του ως άνω οριζόμενου εκπροσώπου του ενδιαφερομένου με το αποτέλεσμα ή τη γνωμάτευση του Γενικού Χημείου του Κράτους, αποφαίνεται το Ανώτατο Χημικό Συμβούλιο περί της κανονικότητας του δείγματος, με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο του ΚΤΠ για τις κατ’ έφεση εξετάσεις, με την επιφύλαξη ειδικών αποφάσεων του ΑΧΣ.» β. Η παράγραφος 6 του άρθρου 19 της υ.α. 1100/1987 «Κώδικας Τροφίμων και Ποτών» καταργείται.
Εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μετά από διαβούλευση με τους φορείς της αγοράς, εκδίδεται Κώδικας Καλών Πρακτικών, με τον οποίο ρυθμίζεται ο ορισμός τροφίμων και ποτών με ιδιαίτερη σύνθεση που προωθεί την παραγωγή του τροφίμου ή ποτού με παραδοσιακή μέθοδο, ο τρόπος παραγωγής και η επεξεργασία τους, η συσκευασία τους, ο τρόπος τήρησης και εφαρμογής του, ο αρμόδιος φορέας παρακολούθησης του Κώδικα και κάθε άλλο σχετικό θέμα. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.8: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ − ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΑΛΑΚΤΟΚΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ 1.α. Για τους αγοραστές αγελαδινού γάλακτος, πριν από την έναρξη δραστηριότητας και την πρώτη αγορά οποιασδήποτε ποσότητας γάλακτος από τους παραγωγούς, ακολουθείται η διαδικασία έγκρισης του άρθρου 10 της υπ’ αριθ. 302026/2004 (Β΄ 1688) κοινής υπουργικής απόφασης με θέμα «Συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος της εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει κάθε φορά. β. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3 της υ.α. 341263/ 18.11.2008 (Β΄ 2402), όπως ισχύει, καταργείται. άρθρο 5 του π.δ. 430/1981 (Α΄ 115), το άρθρο μόνο του π.δ. 104/1988 (Α΄ 46) και το άρθρο 1 του π.δ. 113/1999 (Α΄115) «6. α) Ως «παστεριωμένο γάλα» νοείται το γάλα το οποίο έχει υποβληθεί σε επεξεργασία που περιλαμβάνει την έκθεση σε υψηλή θερμοκρασία για μικρό χρονικό διάστημα (+71,7 βαθμούς C τουλάχιστον για 15 δευτερόλεπτα) ή σε χαμηλή θερμοκρασία για μεγάλο χρονικό διάστημα (+63 βαθμούς C τουλάχιστον για 30 λεπτά) ή σε διαδικασία παστερίωσης που χρησιμοποιεί διαφορετικούς συνδυασμούς χρόνου και θερμοκρασίας μεταξύ των δύο παραπάνω συνθηκών για την επίτευξη ισοδύναμου αποτελέσματος, παρουσιάζει αρνητική αντίδραση στη δοκιμασία φωσφατάσης και θετική στη δοκιμασία υπεροξειδάσης, αμέσως δε μετά την παστερίωση ψύχεται το συντομότερο δυνατόν σε θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους +6 βαθμούς C, στην οποία θερμοκρασία και συντηρείται, η συντήρησή του διαρκεί μέχρι 7 ημέρες, καθορίζεται με ευθύνη του παρασκευαστή και υπόκειται σε έλεγχο των αρμόδιων αρχών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Στη συσκευασία του παστεριωμένου γάλακτος πρέπει να αναγράφονται σε εμφανές σημείο και με ευδιάκριτους χαρακτήρες οι ενδείξεις «παστεριωμένο» και «γάλα», η ημερομηνία παστερίωσης, η ημερομηνία λήξης, το σήμα καταλληλότητας του προϊόντος και η θερμοκρασία συντήρησής του. Στη συσκευασία πρέπει να αναγράφεται σε σαφή μορφή και εμφανές σημείο στο ίδιο οπτικό πεδίο με το σήμα του προϊόντος η διάρκεια ζωής του γάλακτος σε ημέρες. Το παστεριωμένο γάλα που συσκευάζεται σε τελική συσκευασία εντός 24 ωρών από την άμελξη χωρίς να έχει υποστεί διαδικασία θέρμισης ή άλλη ισοδύναμη επεξεργασία προ της παστερίωσης και η διάρκεια συντήρησής του δεν υπερβαίνει τις δύο ημέρες από την ημερομηνία παστερίωσης, μπορεί, πέραν των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο, να φέρει και την ένδειξη «γάλα ημέρας».
- β) Ως «γάλα υψηλής θερμικής επεξεργασίας» νοείται
το γάλα το οποίο έχει υποβληθεί σε επεξεργασία που περιλαμβάνει την έκθεση σε υψηλή θερμοκρασία στους +85 βαθμούς έως +127 βαθμούς C σε τέτοιες συνθήκες θερμοκρασίας και χρόνου ώστε η δοκιμασία υπεροξειδάσης να είναι αρνητική, αμέσως δε μετά τη θερμική του επεξεργασία ψύχεται, το συντομότερο δυνατόν σε θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους +6 βαθμούς C. Η συντήρηση του γάλακτος υψηλής θερμικής επεξεργασίας γίνεται σε θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους +6 βαθμούς C η δε διάρκεια συντήρησής του καθορίζεται με ευθύνη του παρασκευαστή και υπόκειται σε ελέγχους των αρμόδιων αρχών κατά τις προβλέψεις του ενωσιακού δικαίου. Στη συσκευασία του γάλακτος υψηλής θερμικής επεξεργασίας πρέπει να αναγράφονται σε εμφανές σημείο και με ευδιάκριτους χαρακτήρες οι ενδείξεις «γάλα» και «υψηλής θερμικής επεξεργασίας», η ημερομηνία επεξεργασίας, η ημερομηνία λήξης, το σήμα καταλληλότητας του προϊόντος και η θερμοκρασία συντήρησής του. Στη συσκευασία πρέπει να αναγράφεται σε σαφή μορφή και εμφανές σημείο στο ίδιο οπτικό πεδίο με το σήμα του προϊόντος η διάρκεια ζωής του γάλακτος σε ημέρες. Απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε σημείο της συσκευασίας του προϊόντος αναγραφή της ένδειξης «παστεριωμένο». Το γάλα υψηλής θερμικής επεξεργασίας τοποθετείται σε ευδιάκριτα ξεχωριστό σημείο από το παστεριωμένο γάλα σε όλα τα σημεία διάθεσης. β. Οι συσκευασίες γάλακτος της προηγούμενης υποπερίπτωσης που διατίθενται στην αγορά συμμορφώνονται με τις απαιτούμενες ενδείξεις εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 21 του ν. 248/ 1914 (Α΄ 110) καταργούνται. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.9: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ − ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1.α. Μεταξύ του παρασκευαστηρίου κρέατος και του καταστήματος λιανικής πώλησης κρεάτων (κρεοπωλείου) πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός εργασιών (μόνιμος ή προσωρινός χωροταξικός διαχωρισμός ή χρονικός διαχωρισμός) υπό την επιφύλαξη των υγειονομικών διατάξεων και των διατάξεων για την υγιεινή και την ασφάλεια των τροφίμων και των καταναλωτών. β. Τα παρασκευαστήρια κρέατος επιτρέπεται να παράγουν παρασκευάσματα κρέατος. γ. Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων που εκδίδεται εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας παρασκευαστηρίου καταστημάτων λιανικής πώλησης κρεάτων και ορίζονται οι παραγόμενες ποσότητες και κάθε σχετικό θέμα. δ. Οι παράγραφοι 5 και 7 του άρθρου μόνου της υ.α. 306272/2008 (B΄1483) καταργούνται. Κατά τα λοιπά και μέχρι την έκδοση της απόφασης της προηγούμενης υποπερίπτωσης, εξακολουθεί να ισχύει η υ.α. 306272/2008.
Το ελαιόλαδο που προορίζεται για την κατανάλωση σε εστιατόρια, νοσοκομεία, καντίνες ή άλλες παρόμοιες εγκαταστάσεις, μπορεί, εκτός από τη συσκευασία των 5 λίτρων, να διακινείται σε συσκευασίες 10, 20, 25 και 50 λίτρων. Κατά τα λοιπά ισχύει η κ.υ.α. 323902/2009 «Συμπληρωματικά μέτρα εφαρμογής του Καν. (ΕΚ) 1019/ 2002 της Επιτροπής για τις προδιαγραφές εμπορίας του ελαιολάδου» (Β΄ 2026).
Το άρθρο 5 του ν. 4035/1960 (Α΄ 15) καταργείται.
Η παράγραφος 1α της υ.α. 1733/1974 (Β΄ 329) καταργείται. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.10: ΑΡΣΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)