Νόμοι — ΦΕΚ A' 91/2017

Type Νόμος
Publication 2017-06-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 86
Reform history JSON API

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4478

I) Κύρωση και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στη Σύμβαση της Βαρσοβίας της 16ης Μαΐου 2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ενσωμάτωση της Α-Π 2003/577/ ΔΕΥ, της Α-Π 2005/212/ΔΕΥ, της Α-Π 2006/783/ΔΕΥ, όπως τροποποιήθηκε με την Α-Π 2009/299/ΔΕΥ, και της Οδηγίας 2014/42/ΕΕ, II) Προϋποθέσεις τοποθέτησης ανηλίκων σε ίδρυμα ή ανάδοχη οικογένεια από και προς κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 56 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 2201/ 2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον Κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, III) Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας, IV) Ενσωμάτωση της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της Απόφασης - Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Ι. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ ΤΗΣ 16ης ΜΑΪΟΥ 2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ, ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ, ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΕΥΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ Α-Π 2003/577/ΔΕΥ, ΤΗΣ Α-Π 2005/212/ΔΕΥ, ΤΗΣ Α-Π 2006/783/ΔΕΥ, ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ Α-Π 2009/299/ΔΕΥ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/42/ΕΕ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΒΑΡΣΟΒΙΑΣ ΤΗΣ 16ης ΜΑΪΟΥ 2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ, ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ, ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΕΥΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Άρθρο 1

Κύρωση της Σύμβασης Κυρώνεται και έχει την ισχύ της παρ. 1 του άρθρου 28 του Συντάγματος η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 16 Μαΐου 2005, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, και σε μετάφραση στην ελληνική, έχει ως εξής: Όταν υποβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές κράτους - μέρους της Σύμβασης αίτημα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, που αποτελούν ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήματος δήμευσης, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 48 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166) και οι σχετικές με την παροχή δικαστικής συνδρομής διατάξεις.

Άρθρο 3

Αιτήματα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων Όταν υποβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές κράτους - μέρους της Σύμβασης αίτημα δήμευσης περιουσιακών στοιχείων, που αποτελούν αμέσως ή εμμέσως προϊόν ποινικών αδικημάτων ή αποκτήθηκαν με το προϊόν αυτό ή χρησιμοποιήθηκαν ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, το αίτημα υποβάλλεται στο κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το οποίο αποφασίζει με βούλευμά του, εφαρμόζοντας αναλόγως την παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 3691/2008. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται μόνο έφεση κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 492 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Άρθρο 4

Κεντρική Αρχή Ως Κεντρική Αρχή για την παραλαβή και αποστολή αιτημάτων που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και για τη διαβίβασή τους στις αρμόδιες προς εκτέλεση αρχές, ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο 5

Διαχείριση δεσμευμένων και δημευμένων περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 10 της Οδηγίας 2014/42/EE) Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των συναρμόδιων Υπουργών συνιστάται κεντρική υπηρεσία ή καθορίζεται υφιστάμενος φορέας με αρμοδιότητα τη διαχείριση των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση αυτών για το δημόσιο συμφέρον, για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος, καθώς και την αποτελεσματική διαχείριση περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύονται ενόψει πιθανής δήμευσης. Η αποτελεσματική διαχείριση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνει τη δυνατότητα πώλησης ή μεταβίβασης αυτών, όταν κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της οικονομικής τους αξίας.

Άρθρο 6

Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 4 και 6 της Οδηγίας 2014/42/EE)

1.

Το άρθρο 76 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά αμέσως ή εμμέσως, επίσης και αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους. Για άλλες αξιόποινες πράξεις δήμευση μπορεί να επιβληθεί μόνο στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος. Αν τα παραπάνω αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία έχουν αναμειχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η σχετική περιουσία υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία των αναμειχθέντων αντικειμένων.

2.

Δήμευση δεν επιβάλλεται, όταν το δικαστήριο, αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος να αποστερήσει τον καταδικασθέντα ή τρίτο, ιδίως την οικογένειά τους, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους ή να προκαλέσει σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ανάλογα περιορισμένη δήμευση ή να επιβάλει χρηματική ποινή, σύμφωνα με την παράγραφο 4.

3.

Αν τα αντικείμενα ή τα περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 1 δεν υπάρχουν πλέον ή δεν έχουν βρεθεί, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει δήμευση (αναπληρωματική δήμευση) σε ίσης, κατά το χρόνο έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, αξίας περιουσιακά στοιχεία του δράστη.

4.

Αν το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει δήμευση στα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία των προηγούμενων παραγράφων, επειδή αυτά δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν ή ανήκουν εν όλω ή εν μέρει σε τρίτο, στον οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί δήμευση, μπορεί να επιβάλει στον δράστη χρηματική ποινή μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των αντικειμένων αυτών.

5.

Η δήμευση επιβάλλεται σε τρίτο αν τα αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάσθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από τον δράστη σε αυτόν ή αν αποκτήθηκαν από αυτόν ή περιήλθαν με άλλο τρόπο σε αυτόν, εφόσον κατά το χρόνο κτήσης των περιουσιακών στοιχείων γνώριζε ότι ενδέχεται να προέρχονται από αξιόποινη πράξη και ότι σκοπός της μεταβίβασής τους ήταν να αποφευχθεί η δήμευση. Η γνώση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, πρέπει να προκύπτει από το συνδυασμό περισσότερων ειδικά αναφερόμενων στην απόφαση του δικαστηρίου περιστατικών, όπως ιδίως ότι η μεταβίβαση ή η απόκτηση του περιουσιακού στοιχείου πραγματοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα σημαντικά κατώτερο από την αγοραία αξία ή από εκείνο που θα προέκυπτε, με βάση τη συνήθη πρακτική στις οικείες βιοτικές σχέσεις. Η δήμευση επιβάλλεται στον τρίτο μόνο εφόσον δεν μπορεί να επιβληθεί σε βάρος του δράστη δήμευση του ανταλλάγματος που έλαβε για τη μεταβίβαση ή αναπληρωματική δήμευση. Όταν ο τρίτος είναι νομικό πρόσωπο, εξετάζεται αν υπήρχε η προβλεπόμενη γνώση σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων, σε όποιον έχει εξουσία εκπροσώπησής του ή είναι εξουσιοδοτημένος για τη λήψη αποφάσεων ή για την άσκηση ελέγχου, στο πλαίσιο του νομικού προσώπου ή

6.

Η δήμευση των αντικειμένων της παραγράφου 1 επιβάλλεται υποχρεωτικά σε βάρος του κατόχου τους, έστω και χωρίς την καταδίκη ορισμένου προσώπου για την τελεσθείσα πράξη, αν από τη φύση τους προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης. Η δήμευση εκτελείται και κατά των κληρονόμων, αν η απόφαση έγινε αμετάκλητη ενόσω ζούσε εκείνος κατά του οποίου απαγγέλθηκε η δήμευση. Αν δεν προηγήθηκε καταδίκη ορισμένου προσώπου ή δεν μπορούσε να γίνει δίωξη, τη δήμευση διατάσσει είτε το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση είτε το δικαστήριο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα.

7.

Σε κάθε περίπτωση δήμευσης, το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν, επιβάλλεται να καταστραφούν ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το δημόσιο συμφέρον ή για κοινωνικούς σκοπούς ή για την ικανοποίηση του θύματος.».

2.

Στο άρθρο 187Α παρ. 6 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο τελευταίο ως εξής: «Στο έγκλημα του α΄ εδαφίου, για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του Ποινικού Κώδικα, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών - μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του έτους 2005 για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.».

Άρθρο 7

Τροποποιήσεις του ν. 3691/2008 (άρθρα 5, 6, 7 παρ. 2, 8 παράγραφοι 4 και 9 της Οδηγίας 2014/42/EE)

1.

Στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3691/2008 προστίθεται περίπτωση ι΄ ως εξής: «ι) Στα εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 του Ποινικού Κώδικα, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών - μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης του έτους 2005 για τη νομιμοποίηση, ανίχνευση, κατάσχεση και δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.».

2.

Στην παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 3691/2008 προστίθεται μετά το εδάφιο α΄ εδάφιο ως εξής: «Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού.».

3.

Το άρθρο 47 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 47 Αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου

1.

Το Δημόσιο μπορεί, ύστερα από γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, να αξιώσει ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων από τον αμετακλήτως καταδικασμένο σε στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών ετών για ποινικό αδίκημα της παραγράφου 2, κάθε άλλη περιουσία που αυτός έχει αποκτήσει από άλλο αδίκημα της παραγράφου 2 έστω και αν δεν ασκήθηκε για το αδίκημα αυτό δίωξη λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη που ασκήθηκε έπαυσε οριστικά ή κηρύχθηκε απαράδεκτη.

2.

Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται στα παρακάτω ποινικά αδικήματα, εφόσον αυτά αμέσως ή εμμέσως μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομικό όφελος:

  • α) σε εκείνα των στοιχείων α΄ έως και θ΄ του άρθρου 3,
  • β) σε εκείνα των άρθρων 207 έως 208Α του Ποινικού

Κώδικα,

  • γ) σε εκείνα των άρθρων 216, 372, 374 έως 375 και 394

του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αφορούν σε μέσα πληρωμής πλην των μετρητών,

  • δ) σε εκείνα των άρθρων 348Α έως 348Γ, 349 παράγραφοι 1-2 του Ποινικού Κώδικα και
  • ε) σε εκείνα των άρθρων 292Β παράγραφοι 2-3 και

381Α παρ. 2-3 του Ποινικού Κώδικα.

3.

Αν η περιουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μεταβιβάσθηκε σε τρίτο, ο καταδικασμένος υποχρεούται σε αποζημίωση ίση με την αξία της κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής. Η παραπάνω αξίωση μπορεί να ασκηθεί και κατά τρίτου που απέκτησε από χαριστική αιτία, εφόσον κατά το χρόνο της κτήσης ήταν σύζυγος ή συγγενής εξ αίματος κατ` ευθεία γραμμή με τον καταδικασμένο ή αδελφός του ή θετό τέκνο του, καθώς και εναντίον κάθε τρίτου που απέκτησε την περιουσία μετά την άσκηση κατά του καταδικασμένου ποινικής δίωξης για το πιο πάνω έγκλημα, αν κατά το χρόνο που απέκτησε, γνώριζε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του καταδικασμένου. Ο τρίτος και ο καταδικασμένος ευθύνονται εις ολόκληρον.».

4.

Στην παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 3691/2008 προστίθενται στο τέλος εδάφια ως εξής: «Η απαγόρευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».

5.

Στο άρθρο 48 του ν. 3691/2008 η παράγραφος 6 αναριθμείται σε 7 και προστίθεται νέα παράγραφος 6 ως εξής: «6. Τα ενδιαφερόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με αίτησή τους που απευθύνεται στην αρχή που αποφάσισε τη δέσμευση ή με την προβλεπόμενη στις παραγράφους 4 και 5 προσφυγή, μπορούν να ζητούν την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων ως άνω στοιχείων.».

Άρθρο 8

Τροποποιήσεις του ν. 2655/1998 (Α΄ 264)

1.

Στο άρθρο τρίτο του ν. 2655/1998 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται ως εξής: αποφασίζει με βούλευμά του, εφαρμόζοντας αναλόγως το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166). Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών επιτρέπεται έφεση και κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών αναίρεση, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 492 και 504 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.».

2.

Στο άρθρο τέταρτο του ν. 2655/1998 προστίθενται στοιχεία α΄ και β΄ ως εξής: «α) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 2 της Σύμβασης εφαρμόζεται μόνο στα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματα των άρθρων 2 και 3 του ν. 3691/2008.

  • β) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, ότι η παράγραφος 1

του άρθρου 6 της Σύμβασης εφαρμόζεται μόνον όταν το βασικό αδίκημα συγκαταλέγεται σε εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 3 του ν. 3691/2008.».

Άρθρο 9

Επιφυλάξεις και Δηλώσεις σχετικά με τη Σύμβαση

  • α) Η Ελληνική Πολιτεία επιφυλάσσεται, σύμφωνα με

την παρ. 2 του άρθρου 53 της Σύμβασης, του δικαιώματός της να μην εφαρμόσει το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 7 και την παρ. 6 του άρθρου 9.

  • β) Η Ελληνική Πολιτεία επιφυλάσσεται, σύμφωνα με

την παρ. 2 του άρθρου 53 της Σύμβασης, να εφαρμόζει την παρ. 5 του άρθρου 46 μόνον υπό τον όρο της τήρησης του κανόνα της αμοιβαιότητας.

  • γ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την

παρ. 2 του άρθρου 3 της Σύμβασης, ότι η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου εφαρμόζεται μόνο στα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματα των άρθρων 2 και 3 του ν. 3691/2008.

  • δ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την

παρ. 4 του άρθρου 53 της Σύμβασης, ότι δεν θα εφαρμόσει την παράγραφο 4 του άρθρου 3.

  • ε) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την

παρ. 4 του άρθρου 9 της Σύμβασης, ότι η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου εφαρμόζεται μόνον όταν το βασικό αδίκημα συγκαταλέγεται σε εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 3 του ν. 3691/2008.

  • στ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την

παρ. 5 του άρθρου 17 της Σύμβασης, ότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται μόνο στα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και στα βασικά αδικήματα των άρθρων 2 και 3 του ν. 3691/2008.

  • ζ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ.

3 του άρθρου 53 της Σύμβασης, ότι θα εφαρμόσει το άρθρο 19 μόνον εφόσον άρει την ανωτέρω υπό α΄ επιφύλαξή της σε σχέση με το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 7.

  • η) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ.

3 του άρθρου 24 της Σύμβασης, ότι θα εφαρμόζει την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου μόνο σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού της συστήματος.

  • θ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ.

2 του άρθρου 31 της Σύμβασης, ότι δεν αποδέχεται τη δυνατότητα που προβλέπεται στην περίπτωση α΄ της εν λόγω παραγράφου.

  • ι) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ.

2 του άρθρου 33 της Σύμβασης, ότι ορίζει ως Κεντρική Αρχή για την παραλαβή και αποστολή αιτημάτων που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και για τη διαβίβασή τους στις αρμόδιες προς εκτέλεση αρχές, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

  • ια) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την

παρ. 1 του άρθρου 35 της Σύμβασης, ότι είναι έτοιμη να αποδεχθεί και να εκτελέσει αιτήματα που διαβιβάζονται ηλεκτρονικά ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, υπό την προϋπόθεση ότι το τελευταίο επιτρέπει την εξακρίβωση της γνησιότητας της διαβίβασης.

  • ιβ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ. 3

του άρθρου 35 της Σύμβασης, ότι απαιτεί τα αιτήματα που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας και τα έγγραφα που υποστηρίζουν τα αιτήματα αυτά, να συνοδεύονται από μετάφραση στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα.

  • ιγ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ.

2 του άρθρου 42 της Σύμβασης, ότι οι πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται από αυτήν, στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας δεν μπορούν χωρίς προηγούμενη συναίνεσή της να χρησιμοποιηθούν ή να διαβιβασθούν από τις αρχές του αιτούντος μέρους, για έρευνες ή διαδικασίες διαφορετικές από εκείνες που προσδιορίζονται στην αίτηση.

  • ιδ) Η Ελληνική Πολιτεία δηλώνει, σύμφωνα με την παρ.

13 του άρθρου 46 της Σύμβασης, ότι ορίζει ως Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών την Α΄ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης.

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ - ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε. ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΕΥΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ Ή ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ - ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2003/577/ΔΕΥ, ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2005/212/ΔΕΥ, ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2006/783/ΔΕΥ, ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2009/299/ΔΕΥ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/42/ΕΕ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10

Αντικείμενο – Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/42/EE)

1.

Αναγνωρίζονται και εκτελούνται στην Ελλάδα από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές αποφάσεις των αρμοδίων στοιχείων, με σκοπό την εν συνεχεία δήμευση των πρώτων ή την εξασφάλιση των δεύτερων και β) τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων. Με τις κατωτέρω διατάξεις ρυθμίζεται, επίσης, η διαδικασία διαβίβασης αιτήσεων αναγνώρισης και εκτέλεσης αντίστοιχων αποφάσεων των αρμόδιων ελληνικών δικαστικών αρχών προς άλλα κράτη - μέλη.

2.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Τμήματος:

  • α) Ως «απόφαση δέσμευσης» νοείται κάθε μέτρο που

λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή κράτους - μέλους της Ε.Ε., προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά οποιαδήποτε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης: αα) περιουσιακών στοιχείων για τα οποία θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση δήμευσης ή ββ) περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο εγκλήματος αναφερόμενου στο άρθρο 10 ή

  • γγ) αποδεικτικών στοιχείων.
  • β) Ως «απόφαση δήμευσης» νοείται κάθε ποινή ή

μέτρο που επιβλήθηκε αμετακλήτως από δικαστήριο κράτους - μέλους της Ε.Ε. μετά από δίκη για ποινικό αδίκημα, με περιεχόμενο την οριστική αποστέρηση περιουσιακών στοιχείων, για τα οποία το δικαστήριο έκρινε ότι: αα) αποτελούν προϊόν εγκλήματος αναφερόμενου στο άρθρο 10 ή ισοδυναμούν εν όλω ή εν μέρει με την αξία του προϊόντος αυτού ή ββ) αποτελούν το όργανο τέτοιου εγκλήματος ή γγ) υπόκεινται σε δήμευση λόγω εφαρμογής στο κράτος έκδοσης οποιασδήποτε από τις εκτεταμένες εξουσίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του παρόντος ή δδ) υπόκεινται σε δήμευση λόγω εφαρμογής οποιασδήποτε άλλης εκτεταμένης εξουσίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης.

  • γ) Στα «περιουσιακά στοιχεία» περιλαμβάνεται κάθε

είδους περιουσιακό στοιχείο, ενσώματο ή ασώματο, κινητό ή ακίνητο, υλικό ή άυλο, καθώς και νόμιμοι τίτλοι ή έγγραφα οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ή δικαίωμα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων.

  • δ) Ως «αποδεικτικά στοιχεία» νοούνται αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα, τα οποία θα μπορούσαν να προσκομισθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική διαδικασία

σχετική με τα αναφερόμενα στο άρθρο 10 αδικήματα.

  • ε) «Προϊόν εγκλήματος» σημαίνει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, που προέρχεται ή αποκτάται άμεσα ή

έμμεσα, μέσω της τέλεσης εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν μετατραπεί ή επανεπενδυθεί πλήρως ή εν μέρει σε άλλο περιουσιακό στοιχείο.

  • στ) «Όργανο εγκλήματος» σημαίνει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή αντικείμενο, που χρησιμοποιήθηκε ή

προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, για τη διάπραξη μίας ή περισσοτέρων αξιόποινων πράξεων.

  • ζ) Ως «κράτος έκδοσης» νοείται το κράτος - μέλος του

οποίου αρμόδια δικαστική αρχή έχει εκδώσει ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο επικυρώσει απόφαση δέσμευσης ή δήμευσης στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.

  • η) Ως «κράτος εκτέλεσης» νοείται το κράτος μέλος στο

έδαφος του οποίου βρίσκεται το περιουσιακό ή αποδεικτικό στοιχείο και στο οποίο διαβιβάζεται η απόφαση προκειμένου να εκτελεστεί.

Άρθρο 11

Πεδίο εφαρμογής

1.

Η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. προϋποθέτει η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση να συνιστά έγκλημα, για το οποίο χωρεί αντίστοιχα δέσμευση ή δήμευση, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της από το κράτος έκδοσης.

2.

Η αναγνώριση και η εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης ή δήμευσης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας είναι τουλάχιστον τρία (3) έτη:

  • α) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,
  • β) τρομοκρατικές πράξεις,
  • γ) εμπορία ανθρώπων και σωματεμπορία,
  • δ) εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής ανηλίκων και πορνογραφία ανηλίκων,
  • ε) παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών και

ψυχοτρόπων ουσιών,

  • στ) παράνομη εμπορία και διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,
  • ζ) εγκλήματα δωροδοκίας,
  • η) εγκλήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε.,
  • θ) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,
  • ι) εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα, περιλαμβανομένου του ευρώ,
  • ια) εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές,
  • ιβ) εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του παράνομου εμπορίου απειλούμενων ζωικών ειδών και του παράνομου εμπορίου απειλούμενων

φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

  • ιγ) παροχή βοήθειας για την παράνομη είσοδο και διαμονή στη χώρα,
  • ιδ) ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και βαριά σωματική

βλάβη,

  • ιε) παράνομο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και ιστών,
  • ιστ) απαγωγή, παράνομη κατακράτηση, αρπαγή και

ομηρία,

  • ιζ) εγκλήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας,
  • ιη) οργανωμένες ή ένοπλες ληστείες,
  • ιθ) παράνομη εμπορία και διακίνηση πολιτιστικών

αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

  • κ) υπεξαίρεση και απάτη,
  • κα) αθέμιτη προστασία έναντι παράνομου περιουσιακού οφέλους και εκβίαση,
  • κβ) παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,
  • κγ) πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και παράνομη

διακίνηση αυτών, αυξητικών παραγόντων,

  • κστ) παράνομη διακίνηση πυρηνικών και ραδιενεργών

ουσιών,

  • κζ) εμπορία κλεμμένων οχημάτων,
  • κη) βιασμός,
  • κθ) εμπρησμός εκ προθέσεως,
  • λ) εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του

Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,

  • λα) αεροπειρατεία και πειρατεία,
  • λβ) δολιοφθορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ

Άρθρο 12

Αρμοδιότητα

1.

Αρμόδια αρχή για τη διαβίβαση μιας απόφασης δέσμευσης στην αρμόδια αρχή εκτέλεσης άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. ορίζεται ο ανακριτής, ο εισαγγελέας ή η αρμόδια δικαστική αρχή που εξέδωσε την απόφαση δέσμευσης.

2.

Αρμόδια δικαστική αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση στην Ελλάδα μιας απόφασης δέσμευσης άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. ορίζεται ο ανακριτής στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται το περιουσιακό ή αποδεικτικό στοιχείο στο οποίο αφορά η απόφαση. Αν στην τελευταία δεν προσδιορίζεται η περιφέρεια όπου ευρίσκεται το αντικείμενο της δέσμευσης, αρμόδιος είναι ο ανακριτής Αθηνών. O τελευταίος είναι αρμόδιος και αν η απόφαση αφορά περιουσιακά ή αποδεικτικά στοιχεία που ευρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων πρωτοδικείων.

3.

Αν η ελληνική δικαστική αρχή, στην οποία διαβιβάσθηκε απόφαση δέσμευσης, δεν έχει αρμοδιότητα να την αναγνωρίσει και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, τη διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως στον αρμόδιο ανακριτή και ενημερώνει σχετικά τη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης.

Άρθρο 13

Διαδικασία διαβίβασης

1.

Η απόφαση δέσμευσης διαβιβάζεται απευθείας στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, με οποιοδήποτε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη για τη διαβίβαση και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς της.

2.

Η απόφαση δέσμευσης συνοδεύεται από πιστοποιητικό, υπόδειγμα του οποίου παρατίθεται στο Παράρτημα Α΄ του παρόντος νόμου, υπογεγραμμένο και επικυρωμένο από την ως άνω αρμόδια αρχή έκδοσης και μεταφρασμένο στην επίσημη ή σε μια από τις επίσημες ή σε άλλη δηλωθείσα γλώσσα του κράτους εκτέλεσης. Επιπλέον, η απόφαση δέσμευσης συνοδεύεται από αίτηση μεταφοράς του αποδεικτικού στοιχείου στην περιφέρεια του δικαστηρίου του ανακριτή ή περιέχει στο πιστοποιητικό εντολή να παραμείνει το περιουσιακό στοιχείο στο κράτος εκτέλεσης, ενόψει της υποβολής αίτησης για τη δήμευσή του.

3.

Αν η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δεν είναι γνωστή, η ως άνω αρμόδια αρχή έκδοσης προβαίνει σε κάθε αναγκαία έρευνα, μεταξύ άλλων και μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή του εθνικού μέλους της Eurojust, προκειμένου να λάβει πληροφορίες από το κράτος εκτέλεσης, άλλως απευθύνεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο 14

Διατυπώσεις αναγνώρισης και εκτέλεσης

1.

Ο αρμόδιος ανακριτής αναγνωρίζει αμέσως, χωρίς άλλη διατύπωση κάθε απόφαση δέσμευσης άλλου κράτους - μέλους που του διαβιβάζεται υπό προϋποθέσεις αντίστοιχες προς εκείνες του προηγούμενου άρθρου και λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης ή αναβολής των επόμενων άρθρων. Όταν είναι ανάγκη να εξασφαλισθεί η εγκυρότητα των συλλεγόμενων αποδεικτικών στοιχείων, ο ανακριτής τηρεί, κατά την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης, τις διατυπώσεις και διαδικασίες που έχουν υποδειχθεί ρητώς από την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, εφόσον οι διατυπώσεις και οι διαδικασίες αυτές δεν αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου. Η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης γνωστοποιούνται αμελλητί στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη.

2.

Κάθε επιπρόσθετο κατασταλτικό μέτρο, το οποίο καθίσταται αναγκαίο από την απόφαση δέσμευσης, λαμβάνεται σύμφωνα με τους ελληνικούς δικονομικούς κανόνες.

Άρθρο 15

Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης

1.

Ο αρμόδιος ανακριτής αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης μόνο αν:

  • α) το προβλεπόμενο στην παράγραφο 2 του άρθρου

13 πιστοποιητικό δεν προσκομισθεί, είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δέσμευσης,

  • β) βάσει του ελληνικού δικαίου υφίσταται ασυλία ή

επαγγελματικό απόρρητο, που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης,

  • γ) από τις πληροφορίες που παρέχονται με το πιστοποιητικό καθίσταται αμέσως σαφές, ότι η δήμευση κατά

το άρθρο 21 του Κεφαλαίου Γ΄, για το αδίκημα σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η απόφαση δέσμευσης και η παροχή δικαστικής συνδρομής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 16, θα παραβίαζαν την αρχή ne bis in idem, ή

  • δ) σε μία από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του

άρθρου 11 περιπτώσεις, η πράξη επί της οποίας βασίζεται η απόφαση δέσμευσης, δεν συνιστά αδίκημα κατά το ελληνικό δίκαιο. Εντούτοις, ειδικώς σε ό,τι αφορά τα φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα και τα αδικήματα με την επίκληση του λόγου ότι το ελληνικό δίκαιο δεν επιβάλλει τον ίδιο τύπο φόρων ή δασμών ή δεν περιέχει τον ίδιο τύπο ρυθμίσεων περί φόρων, δασμών, τελωνείων και συναλλάγματος με αυτόν που προβλέπεται στο δίκαιο του κράτους έκδοσης.

2.

Στην περίπτωση του στοιχείου α΄ της παραγράφου 1 ο αρμόδιος ανακριτής μπορεί:

  • α) να τάσσει προθεσμία για την προσκόμιση, συμπλήρωση ή διόρθωση του πιστοποιητικού,
  • β) να δέχεται ισοδύναμο έγγραφο ή
  • γ) αν κρίνει ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία είναι επαρκή, να απαλλάσσει τη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης από τη σχετική υποχρέωση.
3.

Κάθε απόφαση άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης πρέπει να λαμβάνεται και να κοινοποιείται αμελλητί στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη.

4.

Αν η απόφαση δέσμευσης είναι πρακτικά αδύνατον να εκτελεσθεί, επειδή τα περιουσιακά ή τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν εξαφανισθεί ή καταστραφεί ή δεν ανευρίσκονται στον τόπο που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή ο τόπος των περιουσιακών ή των αποδεικτικών στοιχείων δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμη και μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ο αρμόδιος ανακριτής ενημερώνει αμελλητί για τούτο την αρμόδια δικαστική αρχή του τελευταίου.

Άρθρο 16

Λόγοι αναβολής της εκτέλεσης

1.

Ο ανακριτής αναβάλλει την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης που διαβιβάσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 13:

  • α) όταν η εκτέλεσή της μπορεί να βλάψει μια εγχώρια

ποινική έρευνα ή διαδικασία και για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται εύλογο,

  • β) όταν τα περιουσιακά ή αποδεικτικά στοιχεία έχουν

ήδη δεσμευθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και μέχρις ότου αρθεί η απόφαση αυτή,

  • γ) όταν, στην περίπτωση απόφασης για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας

ενόψει μεταγενέστερης δήμευσης αυτών, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία αποτελούν ήδη αντικείμενο απόφασης που έχει ληφθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών στην Ελλάδα και έως ότου αρθεί η απόφαση αυτή. Η υποχρέωση αυτή ισχύει μόνον όταν η υφιστάμενη απόφαση δέσμευσης έχει προτεραιότητα έναντι τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων δέσμευσης, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά το ελληνικό δίκαιο.

2.

Σε περίπτωση αναβολής εκτέλεσης της απόφασης δέσμευσης, κοινοποιείται αμελλητί στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη, σχετική έκθεση, η οποία αναφέρει τους λόγους της αναβολής και, αν είναι δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της.

3.

Όταν εκλείψει ο λόγος αναβολής, ο ανακριτής λαμβάνει αμελλητί τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη.

4.

Ο ανακριτής ενημερώνει, επίσης, την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης σχετικά με τυχόν άλλα περιοριστικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 17

Διάρκεια της δέσμευσης και μεταγενέστερη μεταχείριση των δεσμευμένων στοιχείων

1.

Το περιουσιακό στοιχείο παραμένει υπό δέσμευση στην Ελλάδα, έως ότου δοθεί οριστική απάντηση στην αίτηση που υποβάλλεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 13.

2.

Μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, να θέτει τους προσήκοντες όρους ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, προκειμένου να περιορίζει τη διάρκεια δέσμευσης του περιουσιακού στοιχείου. Αν, σύμφωνα με τους όρους αυτούς, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να προβεί στην άρση του μέτρου, ενημερώνει το κράτος έκδοσης και του δίνει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

3.

Μετά την κοινοποίηση από τις αρχές του κράτους έκδοσης στις ελληνικές δικαστικές αρχές της άρσης της απόφασης δέσμευσης, αίρεται με επιμέλεια του αρμόδιου ανακριτή, το ταχύτερο δυνατόν, το ληφθέν σε εκτέλεση της απόφασης μέτρο. Όταν κράτος έκδοσης είναι το ελληνικό, αντίστοιχη υποχρέωση για κοινοποίηση της άρσης της απόφασης δέσμευσης έχουν και οι ελληνικές δικαστικές αρχές.

4.

Οι αιτήσεις μεταφοράς αποδεικτικών στοιχείων της παραγράφου 2 του άρθρου 13 υποβάλλονται στον αρμόδιο ανακριτή με τη διαδικασία που προβλέπεται για την υποβολή αίτησης δικαστικής συνδρομής. Οι αιτήσεις αυτές δεν μπορούν ποτέ να απορριφθούν λόγω μη συνδρομής του διττού αξιοποίνου, εφόσον αφορούν αδικήματα που αναφέρονται στην παραγράφο 2 του άρθρου 11 και τα αδικήματα αυτά τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης με ποινή φυλάκισης, το ανώτατο όριο της οποίας είναι τουλάχιστον τρία (3) έτη.

Άρθρο 18

Ένδικα μέσα

1.

Η διάταξη δέσμευσης επιδίδεται το συντομότερο δυνατόν σε εκείνον σε βάρος του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Σε περίπτωση κοινών περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων, η απόφαση επιδίδεται και στους τρίτους, οι οποίοι, όπως και ο καθ’ ου η εκτέλεση, έχουν δικαίωμα να λάβουν αντίγραφα της δικογραφίας από τον ανακριτή.

2.

Ο καθ’ ου η εκτέλεση και κάθε τρίτος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, δικαιούνται να ασκήσουν αντιρρήσεις κατά της διάταξης για λόγους νομικούς, που αφορούν σε αυτήν και την εκτελεστότητά της, όπως και στο ληφθέν σε εκτέλεσή της μέτρο. Αντιρρήσεις που αφορούν στους ουσιαστικούς λόγους για την έκδοση της απόφασης δέσμευσης, μπορούν να προβάλλονται μόνο

3.

Αν οι αντιρρήσεις ασκούνται στην Ελλάδα ως κράτος εκτέλεσης, η προθεσμία άσκησής τους είναι είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση της διάταξης. Η εν λόγω προθεσμία, όπως και η άσκηση των αντιρρήσεων, δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου της εκτέλεσης.

4.

Το Συμβούλιο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του εισαγγελέα και του ασκήσαντος τις αντιρρήσεις. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον το Συμβούλιο κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την εμφάνιση ενώπιον του του ασκήσαντος τις αντιρρήσεις, οπότε καλείται και ο εισαγγελέας.

5.

Σε περίπτωση άσκησης αντιρρήσεων, ενημερώνεται η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, τόσο για την άσκηση των αντιρρήσεων, όσο και για τους λόγους αυτών, προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Ενημερώνεται, επίσης, και για την έκβαση της σχετικής δίκης.

Άρθρο 19

Επιστροφή καταβληθέντων ποσών

1.

Αν το κράτος εκτέλεσης ευθύνεται σύμφωνα με το δίκαιό του για ζημία που προκλήθηκε σε ένα από τα μέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 18 από την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης, το ελληνικό κράτος, ως κράτος έκδοσης, αποδίδει στο κράτος εκτέλεσης ποσά που καταβλήθηκαν στο εν λόγω μέρος, ως αποζημίωση λόγω της ευθύνης αυτής, εκτός αν η ζημία οφείλεται αποκλειστικά σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κράτους εκτέλεσης. Αν μέρος της ζημίας οφείλεται αποκλειστικά σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κράτους εκτέλεσης, μειώνεται αναλόγως το ποσό που αποδίδεται.

2.

Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση που το ελληνικό κράτος καταβάλλει αποζημίωση ως κράτος εκτέλεσης. Η αίτηση απόδοσης των καταβληθέντων ποσών υποβάλλεται στο κράτος έκδοσης από τον Υπουργό Οικονομικών.

3.

Με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν θίγονται οι διατάξεις του ελληνικού δικαίου για αξιώσεις αποζημίωσης φυσικών ή νομικών προσώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΗΜΕΥΣΗΣ

Άρθρο 20

Αρμοδιότητα

1.

Αρμόδια αρχή για τη διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους - μέλους της Ε.Ε. της απόφασης δήμευσης ελληνικού δικαστηρίου ορίζεται ο Εισαγγελέας Εφετών της περιφέρειας του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση και εκτέλεση.

2.

Αρμόδια αρχή για την αναγνώριση και εκτέλεση στην Ελλάδα της απόφασης δήμευσης άλλου κράτους μέλους της Ε.Ε. ορίζεται ο Εισαγγελέας Εφετών της περιφέρειας, στην οποία η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ευρίσκεται το αντικείμενο της δήμευσης, ή άλλως του τόπου, όπου το φυσικό πρόσωπο σε βάρος του οποίου απαγγέλθηκε η καταδικαστική απόφαση, έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την έδρα του. Αν δεν προσδιορίζεται η περιφέρεια όπου ευρίσκεται το αντικείμενο δήμευσης και το φυσικό πρόσωπο είναι αγνώστου διαμονής, καθώς και αν η απόφαση αφορά σε περιουσιακά στοιχεία που ευρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων Εφετείων, αρμόδιος είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.

3.

Αν η αρχή που παραλαμβάνει την απόφαση δεν είναι αρμόδια για την αναγνώριση και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την εκτέλεσή της, διαβιβάζει την απόφαση αυτή στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών και ενημερώνει τη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης.

4.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται ως Κεντρική Αρχή για να επικουρεί τις αρμόδιες δικαστικές αρχές για τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των αποφάσεων δήμευσης. Το ανωτέρω Υπουργείο ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ε.Ε. για τις δικαστικές αρχές που είναι αρμόδιες.

Άρθρο 21

Διαδικασία διαβίβασης απόφασης δήμευσης

1.

Η απόφαση δήμευσης ή επικυρωμένο αντίγραφό της, μαζί με το πιστοποιητικό του Παραρτήματος Β΄, αφού μεταφραστούν στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες ή σε άλλη δηλωθείσα γλώσσα του κράτους εκτέλεσης, διαβιβάζονται από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών στην αρμόδια αρχή του τελευταίου. Η διαβίβαση γίνεται απευθείας, με κάθε μέσο, υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους.

2.

Αν η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης δεν είναι γνωστή, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών προβαίνει σε κάθε αναγκαία έρευνα, όπως μέσω των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου ή της Eurojust, προκειμένου να λάβει πληροφορίες εκ μέρους του κράτους εκτέλεσης, άλλως απευθύνεται στην Κεντρική Αρχή.

3.

Η απόφαση δήμευσης διαβιβάζεται σε ένα (1) μόνο κράτος εκτέλεσης κάθε φορά.

4.

Απόφαση δήμευσης που αφορά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να διαβιβάζεται συγχρόνως σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης, όταν:

  • α) υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι τα περιουσιακά

στοιχεία ευρίσκονται σε διαφορετικά κράτη εκτέλεσης,

  • β) η δήμευση κάποιου περιουσιακού στοιχείου προϋποθέτει ενέργειες σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης ή
  • γ) υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες, ότι κάποιο συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ευρίσκεται σε ένα από τα

περισσότερα προσδιοριζόμενα κράτη εκτέλεσης.

5.

Απόφαση δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό, μπορεί να διαβιβάζεται συγχρόνως σε περισσότερα του ενός κράτη εκτέλεσης, όταν ο αρμόδιος Εισαγγελέας

  • α) Δεν έχουν δεσμευθεί σε ένα κράτος - μέλος περιουσιακά στοιχεία αντίστοιχης αξίας, για τους σκοπούς της

ποινικής διαδικασίας για την οποία εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης.

  • β) Η αξία των περιουσιακών στοιχείων που μπορούν

να δημευθούν στην ημεδαπή και σε ένα μόνο κράτος εκτέλεσης, ενδέχεται να μην επαρκεί για την κάλυψη του συνολικού ποσού που προβλέπει η απόφαση δήμευσης.

6.

Όταν η απόφαση δήμευσης που αφορά χρηματικό ποσό διαβιβάζεται σε ένα ή περισσότερα κράτη εκτέλεσης, η συνολική αξία που προκύπτει από την εκτέλεσή της, δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγιστο ποσό που προσδιορίζεται στην απόφαση δήμευσης.

7.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών εκτέλεσης, με οποιοδήποτε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη:

  • α) αν θεωρεί ότι υπάρχει κίνδυνος να λάβει χώρα εκτέλεση πέρα από το μέγιστο ποσό,
  • β) αν, μετά από αναβολή εκτέλεσης της απόφασης στο

κράτος εκτέλεσης, έπαυσε να υφίσταται ο προαναφερόμενος κίνδυνος,

  • γ) αν η απόφαση δήμευσης έχει εκτελεστεί εν όλω ή

εν μέρει στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος εκτέλεσης. Στην περίπτωση αυτή γίνεται μνεία του ακριβούς ποσού που απομένει για την πλήρη εκτέλεση της απόφασης.

8.

Η διαβίβαση της απόφασης δήμευσης σε ένα ή περισσότερα κράτη δεν εμποδίζει την Ελλάδα να την εκτελέσει ή να λάβει σε εκτέλεση αυτής χρηματικά ποσά που καταβάλλονται αυτοβούλως από τον καθ’ ου. Στις περιπτώσεις αυτές ενημερώνει το κράτος ή τα κράτη στα οποία έχει διαβιβάσει την απόφαση για το εναπομείναν χρηματικό ποσό, ως προς το οποίο μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση.

9.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη, για οποιαδήποτε απόφαση ή μέτρο συνεπεία του οποίου, η απόφαση δήμευσης παύει να είναι εκτελεστή.

Άρθρο 22

Διατυπώσεις της αναγνώρισης και εκτέλεσης απόφασης δήμευσης

1.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών αναγνωρίζει χωρίς άλλη διατύπωση, κάθε απόφαση δήμευσης που του διαβιβάζεται και λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, εκδίδοντας διάταξη περί κατάσχεσης του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ή του χρηματικού ποσού που αφορά η απόφαση, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους μη αναγνώρισης, μη εκτέλεσης ή αναβολής των επόμενων άρθρων. Η διάταξη επιδίδεται στον καθ’ ου η εκτέλεση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ο Εισαγγελέας ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης για την ολική ή μερική εκτέλεση της απόφασης.

2.

Αν μία απόφαση δήμευσης αφορά συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο και αυτό δεν υπάρχει πλέον, δεν έχει βρεθεί ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχεται και δημεύεται χρηματικό ποσό ίσης αξίας προς εκείνη του περιουσιακού στοιχείου, εφόσον το ποσό αυτό έχει προσδιορισθεί από το δικαστήριο του κράτους έκδοσης.

3.

Αν μία απόφαση δήμευσης αφορά χρηματικό ποσό και δεν επιτευχθεί η καταβολή αυτού, η απόφαση εκτελείται επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου διαθέσιμου προς το σκοπό αυτόν.

4.

Στην περίπτωση δήμευσης προϊόντων εγκλήματος, αν η απόφαση έχει εκτελεσθεί εν μέρει σε άλλη χώρα, εκτελείται στην Ελλάδα μόνο κατά το υπόλοιπο μέρος.

5.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών μετατρέπει, εφόσον απαιτείται, το προς δήμευση ποσό σε ευρώ, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης δήμευσης.

6.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών διακόπτει την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης:

  • α) αν ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους

έκδοσης για οποιαδήποτε απόφαση ή μέτρο, συνεπεία του οποίου η απόφαση δήμευσης παύει να είναι εκτελεστή,

  • β) αν το έγκλημα αμνηστεύθηκε σύμφωνα με τους

ελληνικούς νόμους.

Άρθρο 23

Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης

1.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών αρνείται την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δήμευσης αν:

  • α) το προβλεπόμενο πιστοποιητικό του Παραρτήματος Β΄ δεν προσκομισθεί, είναι ελλιπές ή προδήλως δεν

αντιστοιχεί στην απόφαση δήμευσης,

  • β) η εκτέλεση της απόφασης θα παραβίαζε την αρχή

ne bis in idem,

  • γ) η απόφαση δεν συνδέεται με συμπεριφορά η οποία

συνιστά αδίκημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού της χαρακτηρισμού, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11. Ωστόσο, όσον αφορά φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα και αδικήματα περί το συνάλλαγμα, η εκτέλεση της απόφασης δήμευσης δεν επιτρέπεται να απορριφθεί λόγω του γεγονότος ότι το ελληνικό δίκαιο δεν επιβάλλει τον ίδιο τύπο δασμών ή φόρων ή δεν περιέχει τον ίδιο τύπο ρυθμίσεων περί δασμών ή φόρων, τελωνείων και συναλλάγματος με τον προβλεπόμενο από το δίκαιο του κράτους έκδοσης,

  • δ) σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους η

δήμευση έχει παραγραφεί και η απόφαση δήμευσης συνδέεται με αξιόποινες πράξεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων,

  • ε) η απόφαση δήμευσης συνδέεται με πράξεις οι οποίες τελέσθηκαν εκτός του εδάφους του κράτους έκδοσης

και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους απαγορεύεται η δίωξη για τέτοια αδικήματα, αν έχουν διαπραχθεί εκτός του ελληνικού εδάφους,

  • στ) σύμφωνα με το πιστοποιητικό του Παραρτήματος

Β΄ το συγκεκριμένο πρόσωπο, κατά του οποίου εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης, δεν παρέστη αυτοπροσώ πρόσωπο, βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης:

  • αα) είχε κλητευθεί σε εύλογο χρόνο αυτοπροσώπως ή

είχε ενημερωθεί, πραγματικά και επίσημα, με άλλα μέσα, σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης, κατά τρόπο ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει αυτών, και είχε επίσης ενημερωθεί σε εύλογο χρόνο, ότι μπορούσε να εκδοθεί σε βάρος του απόφαση δήμευσης ακόμη και αν το ίδιο δεν εμφανιζόταν στη δίκη ή

  • ββ) τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης,

είχε δε δώσει εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ίδιο είτε το κράτος να το εκπροσωπήσει στη δίκη και εκπροσωπήθηκε όντως απ’ αυτόν ή

  • γγ) αφού του επιδόθηκε η απόφαση δήμευσης και

ενημερώθηκε ρητά ότι είχε το δικαίωμα να δικασθεί εκ νέου ή να ασκήσει ένδικο μέσο, ότι θα μπορούσε να παρασταθεί στη νέα δίκη, ότι η ουσία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, θα επανεξεταζόταν και ότι η δίκη μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της αρχικής απόφασης, αυτό είτε δήλωσε ρητώς ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση δήμευσης είτε δεν ζήτησε να δικασθεί εκ νέου ή δεν άσκησε ένδικο μέσο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας,

  • ζ) προσβάλλονται δικαιώματα του καθ’ ου ή καλόπιστων τρίτων τα οποία καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση

της απόφασης δήμευσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναγνωρίζονται μετά από άσκηση προσφυγής κατ’ άρθρο 25 ή

  • η) σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους υφίσταται

ασυλία ή η πράξη έχει αμνηστευθεί.

2.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης δήμευσης αν η τελευταία συνδέεται με πράξεις οι οποίες τελέσθηκαν εν όλω ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό έδαφος.

3.

Αν η απόφαση δήμευσης εμπίπτει στις περιπτώσεις γγ΄ ή δδ΄ του στοιχείου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 10, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών την εκτελεί κατά το βαθμό που προβλέπεται σε παρόμοιες εσωτερικές υποθέσεις, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

4.

Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών, προτού αποφανθεί για τη μη αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης, προχωρά σε διαβούλευση με κάθε κατάλληλο και πρόσφορο μέσο με την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για να διακριβωθεί η συνδρομή των ουσιαστικών τους προϋποθέσεων.

5.

Εφόσον η απόφαση δήμευσης είναι αδύνατον να εκτελεσθεί, διότι το υπό δήμευση περιουσιακό στοιχείο έχει ήδη εν όλω ή εν μέρει δημευθεί, έχει εξαφανισθεί, έχει καταστραφεί, δεν ανευρίσκεται στον τόπο που μνημονεύεται στο πιστοποιητικό ή διότι ο τόπος του περιουσιακού στοιχείου δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμη και έπειτα από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, ενημερώνεται αμελλητί η αρμόδια αρχή του τελευταίου. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης μιας απόφασης για οποιονδήποτε λόγο.

Άρθρο 24

Λόγοι αναβολής της εκτέλεσης

1.

Ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών αναβάλλει την εκτέλεση μίας απόφασης δήμευσης που διαβιβάστηκε σύμφωνα με το άρθρο 20:

  • α) όταν υπάρχει κίνδυνος η συνολική αξία που θα

προέλθει από την εκτέλεση να υπερβεί το ποσό που αναφέρεται σε αυτή λόγω ταυτόχρονης εκτέλεσής της σε περισσότερα από ένα κράτη - μέλη,

  • β) όταν η εκτέλεση μπορεί να παραβλάψει διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή διαδικασία και για όσο χρονικό

διάστημα κρίνεται εύλογο,

  • γ) στις περιπτώσεις όπου κρίνεται αναγκαίο, η απόφαση ή μέρος αυτής να μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα με έξοδα του ελληνικού κράτους, για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη μετάφραση της απόφασης,
  • δ) στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη κινηθεί στην Ελλάδα

διαδικασία, που μπορεί να οδηγήσει στη δήμευση των ίδιων περιουσιακών στοιχείων.

2.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν διαθέσιμα για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών εφαρμόζει τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του άρθρου 48 του ν. 3691/2008.

3.

Σε περίπτωση αναβολής εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη. Στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1, κοινοποιείται αμελλητί, με τον ίδιο τρόπο, έκθεση προς την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης, η οποία αναφέρει τους λόγους της αναβολής αυτής, και αν είναι δυνατόν την προβλεπόμενη διάρκειά της.

4.

Όταν εκλείψει ο λόγος αναβολής, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών λαμβάνει αμελλητί τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δήμευσης και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο υπό προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη.

Άρθρο 25

Ένδικα μέσα - εγγυήσεις

1.

Ο καθ’ ου η εκτέλεση και κάθε τρίτος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον δικαιούνται να προσφύγουν εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της διάταξης που αναφέρεται στο άρθρο 22, ενώπιον του αρμόδιου κατά τόπο Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν. Η προσφυγή ασκείται κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 322 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατά του βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον προσφεύγοντα μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοση του βουλεύματος.

2.

Με την προσφυγή δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης της απόφασης δήμευσης.

4.

Σε περίπτωση προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, ενημερώνεται σχετικά η αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης.

Άρθρο 26

Πολλαπλές αποφάσεις δήμευσης Αν στον αρμόδιο για την εκτέλεση Εισαγγελέα Εφετών έχουν διαβιβασθεί:

  • α) δύο ή περισσότερες αποφάσεις δήμευσης, οι οποίες

αφορούν χρηματικό ποσό και έχουν εκδοθεί σε βάρος του ίδιου φυσικού ή νομικού προσώπου, ενώ δεν υπάρχουν επαρκή περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα για την εκτέλεση όλων των αποφάσεων, ή

  • β) δύο ή περισσότερες αποφάσεις δήμευσης, οι οποίες

αφορούν το ίδιο περιουσιακό στοιχείο, ο Εισαγγελέας αποφασίζει ποια απόφαση θα εκτελεσθεί, με βάση καταρχήν την ημερομηνία διαβίβασης των αποφάσεων αυτών, μετά από συνεκτίμηση όλων των περιστάσεων, ιδίως της ημερομηνίας έκδοσης των αποφάσεων, της ύπαρξης δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, της βαρύτητας των αντίστοιχων αδικημάτων και του τόπου τέλεσής τους.

Άρθρο 27

Διάθεση δημευμένων περιουσιακών στοιχείων

1.

Αν δεν συμφωνηθεί άλλως μεταξύ του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών και της αρμόδιας αρχής του κράτους έκδοσης,

  • α) χρηματικά ποσά αξίας μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000)

ευρώ περιέρχονται στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 552Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ

  • β) μεγαλύτερα ποσά περιέρχονται κατά 50% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά το υπόλοιπο μέρος μεταβιβάζονται στο κράτος έκδοσης.
2.

Μη χρηματικά περιουσιακά στοιχεία:

  • α) είτε περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού

Δημοσίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 552Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εκποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, όπως αυτές κάθε φορά ισχύουν, και στη συνέχεια εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος,

  • β) είτε μεταφέρονται στο κράτος έκδοσης, εκτός αν

αυτά αποτελούν πολιτιστικά αγαθά που ανήκουν στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 133/1998 (Α΄ 106).

3.

Ο τρόπος διάθεσης των δημευμένων περιουσιακών στοιχείων κατά τις προηγούμενες παραγράφους ορίζεται με τη διάταξη που εκδίδει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 22.

Άρθρο 28

Αποζημίωση

1.

Όταν το κράτος εκτέλεσης καθίσταται με αμετάκλητη απόφαση, βάσει του δικαίου του, υπεύθυνο για βλάβη που προκλήθηκε στον καθ’ ου ή στον καλόπιστο τρίτο από την εκτέλεση απόφασης που του διαβιβάστηκε από το Ελληνικό Κράτος, το τελευταίο αποζημιώνει το κράτος εκτέλεσης για το ποσό που αυτό υποχρεώθηκε να καταβάλει, στο μέτρο που η ζημιά δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κράτους εκτέλεσης. Υπό τις αυτές προϋποθέσεις, η Ελλάδα ως κράτος εκτέλεσης ζητεί από το κράτος έκδοσης αποζημίωση για κάθε ποσό που κατέβαλε σε εκτέλεση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.

2.

Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει τις αξιώσεις φυσικών ή νομικών προσώπων προς αποκατάσταση της ζημίας.

3.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να καθορισθεί κάθε αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά τη διαδικασία αποζημίωσης της παραγράφου 1.

Άρθρο 29

Έξοδα

1.

Αν από την εκτέλεση της απόφασης στην Ελλάδα προκαλούνται δαπάνες επί του Ελληνικού εδάφους, αυτές βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο.

2.

Αν από την εκτέλεση της απόφασης στην Ελλάδα προκαλούνται δαπάνες που θεωρούνται υπερβολικά υψηλές ή έκτακτες, ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών προτείνει στη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης τον επιμερισμό των δαπανών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 30

Σχέση με άλλες συμφωνίες Διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις μεταξύ Ελλάδας και κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θίγονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος Μέρους στο μέτρο που συμβάλλουν στην απλούστευση ή την περαιτέρω διευκόλυνση της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης των αποφάσεων δέσμευσης και δήμευσης.

Άρθρο 31

Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

1.

Ο τίτλος του άρθρου 552 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής».

2.

Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 552Α με το εξής περιεχόμενο: «Άρθρο 552Α Εκτέλεση της ποινής της δήμευσης

1.

Αν η δήμευση αφορά απαίτηση, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση ή βούλευμα, αντίστοιχα, επιμελείται της άμεσης λήψης των αναγκαίων αναγκαστικών μέτρων από τον διευθυντή του δημόσιου ταμείου, κατ’ εφαρμογή του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, εκτός αν ειδική διάταξη ορίζει διαφορετικά.

2.

Αν η δήμευση αφορά ακίνητο, ο εισαγγελέας του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση ή βούλευμα, αντίστοιχα, κοινοποιεί αντίγραφό τους στον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών ή προϊστάμενο του κτηματολογικού γραφείου, ο οποίος υποχρεούται να προβεί την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσει το έγγραφο

Άρθρο 32

Συλλογή και τήρηση στατιστικών δεδομένων (άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/42/EE)

1.

Όλες οι εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές, περιλαμβανομένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, των Υποθηκοφυλακείων ή Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας και των δικαστικών, εισαγγελικών και φορολογικών αρχών και υπηρεσιών, τηρούν πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τομείς ή θέματα της αρμοδιότητάς τους.

2.

Τα στατιστικά στοιχεία περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

  • α) τον αριθμό των αποφάσεων δέσμευσης που εκτελέστηκαν,
  • β) τον αριθμό των αποφάσεων δήμευσης που εκτελέστηκαν,
  • γ) την εκτιμώμενη αξία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, τουλάχιστον εκείνων που δεσμεύονται

ενόψει πιθανής επακολουθούσας δήμευσης κατά τη στιγμή της δέσμευσης,

  • δ) την εκτιμώμενη αξία των ανακτηθέντων περιουσιακών στοιχείων κατά τη στιγμή της δήμευσης,
  • ε) τον αριθμό των αιτήσεων έκδοσης αποφάσεων δέσμευσης που πρόκειται να εκτελεστούν σε άλλο κράτος - μέλος,
  • στ) τον αριθμό των αιτήσεων έκδοσης αποφάσεων

δήμευσης που πρόκειται να εκτελεστούν σε άλλο κράτος - μέλος,

  • ζ) την αξία ή την εκτιμώμενη αξία των περιουσιακών

στοιχείων που ανακτήθηκαν κατόπιν εκτέλεσης απόφασης σε άλλο κράτος - μέλος.

3.

Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μεριμνούν επίσης για τη συλλογή, καταχώρηση και επεξεργασία των ως άνω στατιστικών στοιχείων, ζητώντας πληροφορίες από τις ανωτέρω αρχές.

4.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζονται η διαδικασία και οι τεχνικές λεπτομέρειες για τη συλλογή, ταξινόμηση και επεξεργασία των ανωτέρω στατιστικών στοιχείων. ΙΙ. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΣΕ ΙΔΡΥΜΑ Ή ΑΝΑΔΟΧΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΚΡΑΤΗ - ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 56 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) ΑΡΙΘ. 2201/2003 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 27ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2003, ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΕ ΓΑΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΚ) 1347/2000

Άρθρο 33

Κεντρική Αρχή

1.

Κεντρική Αρχή για τη λήψη αιτημάτων τοποθέτησης ανηλίκων σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα, που υποβάλλονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 56 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, ορίζεται το Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ανωτέρω υπηρεσία πληροφορεί άμεσα την αιτούσα αρχή ότι απαιτείται έγκριση των ελληνικών αρχών για την τοποθέτηση του ανηλίκου και την ενημερώνει για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, όπως αυτή περιγράφεται στα άρθρα 34, 35, 36, και 37 του παρόντος.

2.

Αρμόδιοι για την έγκριση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 αιτημάτων για την τοποθέτηση των ανηλίκων σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα είναι ο Εισαγγελέας του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και ο αναπληρωτής του. Ο παραπάνω Εισαγγελέας, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή σε αυτόν του αιτήματος και των συνοδευτικών εγγράφων από το Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εγκρίνει ή απορρίπτει το αίτημα με Πράξη του αφού λάβει τη γνώμη ενός επιμελητή της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων Αθηνών, τον οποίο ορίζει ανά υπόθεση. Ο Επιμελητής Ανηλίκων συλλέγει πληροφορίες για την υπάρχουσα διαθεσιμότητα στα ιδρύματα ή στις δομές παιδικής προστασίας, καθώς και αν αυτά πληρούν τις σύμφωνα με το άρθρο 35 προϋποθέσεις για την ασφαλή εγκατάστασή του και υποβάλλει έκθεση στον παραπάνω Εισαγγελέα προτείνοντας το καταλληλότερο για την τοποθέτηση του ανηλίκου. Έκθεση υποβάλλεται από τον Επιμελητή Ανηλίκων και όταν το αίτημα από τις αλλοδαπές αρχές αφορά στην τοποθέτηση του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα.

Άρθρο 34

Απαραίτητα δικαιολογητικά

1.

Με το αίτημα έγκρισης της τοποθέτησης του ανηλίκου συνυποβάλλονται από την αιτούσα αρχή του κράτους - μέλους τα ακόλουθα έγγραφα και στοιχεία, επίσημα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα:

  • α) Ονοματεπώνυμα και εθνικότητα γονέων, ονοματεπώνυμο, ημερομηνία, τόπος γέννησης και τόπος κατοικίας του ανηλίκου, καθώς και αριθμός κοινωνικής

ασφάλισης, εφόσον υπάρχει.

  • β) Ονοματεπώνυμο, ημερομηνία, τόπος γέννησης και

τόπος κατοικίας του προσώπου που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια του ανηλίκου, αριθμός τηλεφώνου και ηλεκτρονική διεύθυνση αυτού, αριθμός κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον υπάρχει, καθώς και δήλωση συναίνεσής του για την τοποθέτηση. Αν δεν επισυνάπτεται δήλωση συναίνεσης, αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο αυτή δεν απαιτείται.

  • γ) Πιστοποιητικό ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο της αρμόδιας αρχής από το οποίο προκύπτει η ποινική κατάσταση του ανηλίκου. Αν δεν υφίσταται τέτοιο πιστοποιητικό ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο, σχετική βεβαίωση

αρμόδιας αρχής. την προσωπικότητα του ανηλίκου, την αναγκαιότητα και τους λόγους της τοποθέτησης, καθώς και την προτεινόμενη διάρκεια αυτής (ημερομηνία έναρξης – λήξης). Στην έκθεση αναφέρονται ιδίως το αναλυτικό οικογενειακό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ιστορικό του ανηλίκου, οι λόγοι απομάκρυνσης από το οικογενειακό του περιβάλλον, οι λόγοι για τους οποίους το αρμόδιο όργανο εισηγείται την απομάκρυνση του ανηλίκου και την τοποθέτησή του σε άλλο κράτος - μέλος ως μέτρο προστασίας του, οι διαπροσωπικές σχέσεις του ανηλίκου με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του, οι ασχολίες του και τα ενδιαφέροντά του, καθώς και συνοπτική αξιολόγηση του χαρακτήρα του και της προσωπικότητάς του. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται και η άποψη του ανηλίκου και, αν δεν ελήφθη, οι λόγοι που δεν ελήφθη αυτή. Μπορεί, επίσης, να προτείνεται ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια τοποθέτησης.

  • ε) Πιστοποιητικό υγειονομικής (ιατροφαρμακευτικής)

κάλυψης του ανηλίκου από δημόσιο φορέα κοινωνικής ασφάλισης και πιστοποιητικό της κατάστασης της υγείας του, το οποίο πρέπει να έχει εκδοθεί μέσα στο τελευταίο τρίμηνο πριν την αποστολή του και να αναφέρει ιδίως την εμβολιαστική κάλυψη του ανηλίκου, αν χρήζει και ποιας φαρμακευτικής περίθαλψης, αν πάσχει και από ποιο μεταδοτικό νόσημα, καθώς και αν έχει νοσηλευθεί για οποιαδήποτε αιτία.

  • στ) Πλήρη στοιχεία ταυτότητας και διεύθυνση των

ενήλικων μελών της ανάδοχης οικογένειας, όταν αυτή προτείνεται, καθώς και αριθμό φορολογικού μητρώου ή μητρώου κοινωνικής ασφάλισης, όπου αυτοί υπάρχουν.

  • ζ) Προτάσεις για την επικοινωνία του ανηλίκου με γονείς ή άλλα οικεία πρόσωπα και τα πλήρη στοιχεία αυτών.
  • η) Πλήρη τεκμηρίωση από αρμόδια υπηρεσία του τόπου της τελευταίας κατοικίας του ανηλίκου για τις ειδικές

εκπαιδευτικές του ανάγκες, εφόσον υπάρχουν.

  • θ) Έγγραφη δήλωση του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου ή άλλου αρμόδιου φορέα για την ανάληψη της υποχρέωσης περί

καλύψεως όλων των εξόδων τοποθέτησης και παραμονής του ανηλίκου. Η δήλωση αυτή συνιστά ρητή αναγνώριση χρέους και πρέπει να περιέχει τα πλήρη στοιχεία του δηλούντος, τη διεύθυνση κατοικίας του, καθώς και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου ή τον αριθμό κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον αυτά προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους - μέλους στο οποίο ο αιτών έχει την κατοικία του ή, αν πρόκειται περί νομικού προσώπου, την έδρα του.

  • ι) Αποφάσεις δικαστηρίων ή άλλων αρχών που αφορούν στον ανήλικο, αν υφίστανται.
Άρθρο 35

Δομές παιδικής προστασίας

1.

Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο αν το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας διαθέτει τις απαιτούμενες εγκρίσεις και εποπτεύεται από τις ελληνικές αρχές, όπως αυτές ορίζονται κάθε φορά από τον νόμο.

2.

Όταν πρόκειται να γίνει τοποθέτηση του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αν η οικογένεια είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Αναδόχων Ανηλίκων που προβλέπεται στο άρθρο 6 του π.δ. 86/2009 ή αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 2082/1992, όπως αυτά κάθε φορά ισχύουν.

Άρθρο 36

Διαδικασία τοποθέτησης ανηλίκων Η Πράξη του Εισαγγελέα του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία εγκρίνεται ή απορρίπτεται το αίτημα τοποθέτησης του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια διαβιβάζεται μέσω του Τμήματος Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην αιτούσα αρχή του κράτους μέλους. Η Πράξη με την οποία εγκρίνεται το παραπάνω αίτημα συνοδεύεται από κατάλογο των ιδρυμάτων ή των δομών παιδικής προστασίας ή των αναδόχων οικογενειών, στα οποία ο ανήλικος μπορεί να τοποθετηθεί.

Άρθρο 37

Δικαστική απόφαση

1.

Η αιτούσα αρχή, μετά τη λήψη της Πράξης του Εισαγγελέα του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία εγκρίνεται η τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια, αποστέλλει στον παραπάνω Εισαγγελέα δικαστική απόφαση ή απόφαση άλλης αρμόδιας αρχής του κράτους - μέλους, επίσημα μεταφρασμένη στα ελληνικά, με την οποία αποφασίζεται η τοποθέτηση του ανηλίκου σε συγκεκριμένο ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα. Η απόφαση συνοδεύεται από βεβαίωση για το ότι αυτή, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους - μέλους, έχει ισχύ δεδικασμένου και παράγει άμεσα τις έννομες συνέπειες που η ίδια καθορίζει.

2.

Ο Εισαγγελέας του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών εισάγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση για την αναγνώριση του δεδικασμένου της απόφασης που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο. Η αίτηση εκδικάζεται κατά προτεραιότητα με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Με την αίτηση αυτή προτείνεται και το κατάλληλο για την τοποθέτηση του ανηλίκου ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα μέτρο από όσα αντίστοιχα αναφέρονται στο αίτημα έγκρισης της τοποθέτησης που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο

34.

Η πρόταση δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο που αποφαίνεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου. Οι διατάξεις των άρθρων 904 και 905 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως.

3.

Όταν η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο και κάνει δεκτή τη σχετική εισαγγελική αίτηση καταστεί του Τμήματος Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην αιτούσα αρχή του κράτους - μέλους, οπότε ο ανήλικος μπορεί να τοποθετηθεί (εγκατασταθεί) στο ίδρυμα, στη δομή παιδικής προστασίας ή στην ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα.

Άρθρο 38

Προκαταβολή εξόδων – Διαδικασία ανατροπής Το ποσό που αφορά στις συνήθεις ανάγκες διαβίωσης του ανηλίκου προκαταβάλλεται από το φυσικό πρόσωπο ή το νομικό πρόσωπο ή τον φορέα που ανέλαβε την κάλυψη των εξόδων του απευθείας στο ίδρυμα, στη δομή παιδικής προστασίας ή στην ανάδοχη οικογένεια, καλύπτει τουλάχιστον διάστημα τεσσάρων (4) μηνών και δεν μπορεί να είναι μικρότερο εκείνου που προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία για την κάλυψη των εν γένει αναγκών διαβίωσης των ανηλίκων που τοποθετούνται σε ιδρύματα ή δομές παιδικής προστασίας ή σε ανάδοχες οικογένειες. Για την κάλυψη ιδιαίτερων αναγκών του ανηλίκου, ιδίως εκπαιδευτικών και ιατρικών, εφόσον υπάρχουν, το ίδρυμα, η δομή παιδικής προστασίας ή η ανάδοχη οικογένεια ενημερώνει το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο ή τον φορέα που ανέλαβε την κάλυψη των εξόδων του. Αν δεν προκαταβληθούν τα έξοδα αυτά, ο δικαιούχος της προκαταβολής μπορεί να ζητήσει την ανατροπή της διαδικασίας τοποθέτησης του ανηλίκου. Η αίτηση απευθύνεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και δικάζεται κατά προτεραιότητα, εντός τριάντα (30) ημερών, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Αν η αίτηση περί ανατροπής γίνει δεκτή, ο ανήλικος, εφόσον είχε ήδη έρθει στην Ελλάδα, επιστρέφει στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, με πρωτοβουλία του οποίου είχε υποβληθεί η αίτηση του άρθρου 34 και με έξοδα του τελευταίου, με μέριμνα όμως του αιτούντος την ανατροπή. Στην τελευταία περίπτωση, η απόφαση περί ανατροπής της διαδικασίας τοποθέτησης του ανηλίκου, ορίζει σαφώς τον τρόπο επιστροφής του ανηλίκου στην αλλοδαπή, καθώς και το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία θα το συνοδεύουν μέχρι την ασφαλή παράδοσή του στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό (ή στον πληρεξούσιο ή νόμιμο αντιπρόσωπο του τελευταίου) που είχε υποβάλει την αίτηση του άρθρου 34.

Άρθρο 39

Μεταβολή στοιχείων

1.

Σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου που ασκεί τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια του ανηλίκου, η αιτούσα αρχή οφείλει να γνωστοποιήσει αμέσως τη μεταβολή αυτή και τα νέα στοιχεία του προσώπου ή των προσώπων αυτών στην Κεντρική Αρχή της παραγράφου 1 του άρθρου 33, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο στοιχείο β΄ του άρθρου 34. Επίσης, οφείλει να διαβιβάζει στην Κεντρική Αρχή κάθε νέο στοιχείο, καθώς και κάθε δικαστική ή άλλη απόφαση που αφορά τον ανήλικο, τα οποία ανέκυψαν μετά την τοποθέτησή του. Η Κεντρική Αρχή υποβάλλει τα έγγραφα αυτά προς εκτίμηση στον Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών.

2.

Μετά την τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια, ο Εισαγγελέας Ανηλίκων Αθηνών ενημερώνεται εγγράφως κάθε έξι (6) μήνες και πιο τακτικά, αν το ζητήσει, για την κατάσταση και εξέλιξη του ανηλίκου. Η ενημέρωση γίνεται από το ίδρυμα ή τη δομή παιδικής προστασίας ή από τον κοινωνικό λειτουργό που παρακολουθεί την ανάδοχη οικογένεια. Σε κάθε περίπτωση, αρμόδια να παρέχει σχετικές πληροφορίες είναι και η κατά τόπον αρμόδια Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων. Τα έγγραφα με τα οποία γίνεται η παραπάνω ενημέρωση κοινοποιούνται και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία της Περιφέρειας όπου κατοικεί η ανάδοχη οικογένεια ή έχει την έδρα του το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας, στα οποία έχει τοποθετηθεί ο ανήλικος.

3.

Το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας ή η ανάδοχη οικογένεια όπου τοποθετήθηκε ο ανήλικος οφείλουν να γνωστοποιούν αμέσως στην Κεντρική Αρχή την επιστροφή του ανηλίκου στο κράτος - μέλος που υπέβαλε το αίτημα τοποθέτησης.

Άρθρο 40

Τοποθέτηση ημεδαπών ανηλίκων στην αλλοδαπή Για την τοποθέτηση ανηλίκου σε ίδρυμα που εδρεύει σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε ανάδοχη οικογένεια άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτείται τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Ο Εισαγγελέας Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας του ανηλίκου, μετά από έγγραφο αίτημα των γονέων ή του επιτρόπου ή του προσώπου, στο οποίο έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση η άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανηλίκου ή και αυτεπαγγέλτως, καταθέτει σχετική αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Άρθρο 41

Έγκριση από δημόσια αρχή Πριν την κατάθεση της αίτησης στο Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά το προηγούμενο άρθρο, ο Εισαγγελέας Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, απευθύνεται στο Τμήμα Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις του Δικαιωμάτων, για να διερευνήσει μέσω της Κεντρικής Αρχής του άλλου κράτους - μέλους αν για την τοποθέτηση ανηλίκου σε ίδρυμα ή σε ανάδοχη οικογένεια απαιτείται έγκριση από δημόσια αρχή του συγκεκριμένου κράτους, τη διαδικασία που ακολουθείται για την έγκριση και για την ολοκλήρωση της τοποθέτησης του ανηλίκου, καθώς και αν το ίδρυμα ή η δομή παιδικής προστασίας ή η ανάδοχη οικογένεια όπου πρόκειται να τοποθετηθεί ο ανήλικος, είτε αυτό προτείνεται από τις ελληνικές αρχές είτε ορίζεται από την αρμόδια αρχή του άλλου κράτους - μέλους, εποπτεύεται και λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους του τελευταίου. Αν απαιτείται έγκριση για την τοποθέτηση του ανηλίκου, ο Εισαγγελέας Ανη Δικαιωμάτων στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους - μέλους αίτηση έγκρισης.

Άρθρο 42

Απαραίτητα δικαιολογητικά για την τοποθέτηση ημεδαπών ανηλίκων Ο Εισαγγελέας Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, καταθέτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, μαζί με την αίτηση του άρθρου 40, τα ακόλουθα έγγραφα:

  • α) Έγγραφα από τα οποία προκύπτουν τα πλήρη στοιχεία του ανηλίκου (ονοματεπώνυμο και εθνικότητα,

ονοματεπώνυμα και εθνικότητα γονέων, ημερομηνία και τόπος γέννησης, τόπος κατοικίας).

  • β) Έκθεση Κοινωνικού Λειτουργού ή Επιμελητή Ανηλίκων για την κατάσταση και την προσωπικότητα του

ανηλίκου, τους λόγους που υπαγορεύουν την απομάκρυνσή του από το περιβάλλον του και την αναγκαιότητα της τοποθέτησής του σε ίδρυμα ή ανάδοχη οικογένεια άλλου κράτους - μέλους. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται η προτεινόμενη χρονική διάρκεια τοποθέτησης του ανηλίκου (έναρξη – λήξη αυτής), ο τρόπος επικοινωνίας του με τους οικείους του και αναφέρονται οι ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες του ανηλίκου, εφόσον υπάρχουν.

  • γ) Έγκριση της τοποθέτησης του ανηλίκου από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους στο οποίο ζητείται να

γίνει η τοποθέτηση ή, αν τέτοια έγκριση δεν απαιτείται, το έγγραφο της Κεντρικής Αρχής του άλλου κράτους - μέλους από το οποίο να προκύπτει η μη αναγκαιότητά της.

  • δ) Έγγραφο με τα στοιχεία του ιδρύματος ή της δομής

παιδικής προστασίας ή της ανάδοχης οικογένειας που πρόκειται να τοποθετηθεί ο ανήλικος.

  • ε) Βεβαίωση από την αρμόδια αρχή του κράτους - μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ότι το ίδρυμα

ή η δομή παιδικής προστασίας λειτουργεί και εποπτεύεται ή ότι η ανάδοχη οικογένεια υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία με βάση τους νόμους του κράτους αυτού.

  • στ) Δήλωση των προσώπων που ασκούν τη γονική

μέριμνα ή επιμέλεια του ανηλίκου ότι συναινούν στην τοποθέτηση, αν η αίτηση του Εισαγγελέα Ανηλίκων υποβάλλεται μετά από αίτημα των προσώπων αυτών.

  • ζ) Πιστοποιητικά περί της κατάστασης της υγείας του

ανηλίκου.

  • η) Δήλωση του φυσικού ή του νομικού προσώπου που

έχει την επιμέλεια του ανηλίκου ή άλλου αρμόδιου φορέα για την ανάληψη της υποχρέωσης για κάλυψη των εξόδων τοποθέτησης και παραμονής του.

  • θ) Κάθε άλλο σχετικό έγγραφο, ιδίως δικαστικές αποφάσεις ή αποφάσεις διοικητικών οργάνων, που αφορούν

στον υπό τοποθέτηση ανήλικο.

Άρθρο 43

Συζήτηση της υπόθεσης Το δικαστήριο αποφασίζει για την τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια άλλης χώρας, αφού συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα στο άρθρο 42 έγγραφα. Πριν από την έκδοση της απόφασης μπορεί να καλεί σε ακρόαση τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου και κάθε άλλο πρόσωπο που συνδέεται με αυτόν. Με διαταγή του δικαστηρίου που επιδίδεται στο πρόσωπο με το οποίο διαμένει ο ανήλικος καλείται να παρουσιαστεί και ο ανήλικος, εκτός αν η ακρόασή του αντενδείκνυται λόγω της ηλικίας ή του βαθμού ωριμότητάς του. Η επικοινωνία με τον ανήλικο γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να παρευρίσκεται άλλο πρόσωπο, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει διαφορετικά. Για το περιεχόμενο της συνομιλίας δεν συντάσσεται έκθεση. Κατά της συζήτηση της υπόθεσης παρίσταται υποχρεωτικά ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ο οποίος κλητεύεται προς τούτο με επιμέλεια της Γραμματείας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Άρθρο 44

Διαβίβαση απόφασης Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την τοποθέτηση του ανηλίκου, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, διαβιβάζεται από τον οικείο Εισαγγελέα Ανηλίκων και, όπου αυτός δεν υπάρχει, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, μέσω της ελληνικής Κεντρικής Αρχής, στην Κεντρική Αρχή του άλλου κράτους - μέλους. Η τοποθέτηση (εγκατάσταση) του ανηλίκου ολοκληρώνεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άλλο κράτος - μέλος.

Άρθρο 45

Ενημέρωση για την κατάσταση του ανηλίκου Μετά την τοποθέτηση του ανηλίκου σε ίδρυμα ή δομή παιδικής προστασίας ή σε ανάδοχη οικογένεια σε άλλο κράτος - μέλος, ο Εισαγγελέας Ανηλίκων ζητά εγγράφως κάθε έξι (6) μήνες και πιο τακτικά, αν το κρίνει σκόπιμο, να ενημερώνεται για την κατάσταση και εξέλιξη του ανηλίκου. Το αίτημα ενημέρωσης υποβάλλεται στην Κεντρική Αρχή του κράτους - μέλους ή απευθείας στην αρχή του κράτους - μέλους που θα υποδειχθεί από την Κεντρική Αρχή ότι εποπτεύει το ίδρυμα, τη δομή παιδικής προστασίας ή την ανάδοχη οικογένεια.

Άρθρο 46

Για τα αιτήματα τοποθέτησης ανηλίκων σε ίδρυμα, δομή παιδικής προστασίας ή ανάδοχη οικογένεια στην Ελλάδα, τα οποία έχουν υποβληθεί από κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκκρεμούν προς έγκριση, η ελληνική Κεντρική Αρχή ενημερώνει την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους - μέλους για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 33 έως και 39 και ζητά την εντός τριών (3) μηνών συμπλήρωση του φακέλου προκειμένου να τον υποβάλει στον Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών. Αν δεν αποσταλούν εμπρόθεσμα τα αιτούμενα στοιχεία από την αιτούσα αρχή του άλλου κράτους - μέλους, ο φάκελος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Τμήματος Ανηλίκων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη. ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 22ας ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΡΙΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΡΟΞΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΤΕΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Άρθρο 47

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής (άρθρα 1 και 2 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ)

1.

Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια στέρησης της ελευθερίας.

2.

Τα δικαιώματα της παραγράφου 1 ισχύουν για όποιους είναι ύποπτοι ή κατηγορούνται για την τέλεση αξιόποινης πράξης, από το χρόνο κατά τον οποίον ενημερώνονται σχετικά από τις αρμόδιες αρχές, με επίσημη κοινοποίηση ή με άλλον τρόπο, και καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, καθώς και για τα πρόσωπα που υπάγονται στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (εκζητούμενοι) από το χρόνο σύλληψής τους στο κράτος - μέλος εκτέλεσης.

Άρθρο 48

Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (άρθρα 3 και 9 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ)

1.

Μετά το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται πέμπτο εδάφιο ως εξής: «Οι διατάξεις των άρθρων 96 παράγραφος 3 και 97 παράγραφος 1 εφαρμόζονται αναλόγως.».

2.

Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται τελευταίο εδάφιο ως εξής: «Σε κάθε περίπτωση, η επικοινωνία του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, με τον συνήγορό του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είναι απόρρητη.».

Άρθρο 49

Τροποποίηση άρθρου 100 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 4 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στην παράγραφο 4 του άρθρου 100 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Η επικοινωνία αυτή είναι απόρρητη.»

Άρθρο 50

Προσθήκη άρθρου 99Β στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 5, 7, 8 και 13 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 99Β ως εξής: «1. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει να ενημερωθεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για τη στέρηση της ελευθερίας του ένα πρόσωπο της επιλογής του. Εφόσον ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, ενημερώνεται ο ασκών τη γονική μέριμνα, εκτός αν αυτό αντιβαίνει στο συμφέρον του ανηλίκου, οπότε ενημερώνεται κάποιο άλλο ενδεδειγμένο ενήλικο πρόσωπο ή η αρμόδια για την προστασία των ανηλίκων αρχή.

2.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην επιτρέπουν προσωρινά την ενημέρωση τρίτου προσώπου για τη στέρηση της ελευθερίας του κατηγορουμένου όταν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν, για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

  • α) όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αποτραπούν

σοβαρές συνέπειες για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπου ή

  • β) όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αποτραπεί μια

κατάσταση κατά την οποία μπορεί να παρουσιαστεί σημαντικός κίνδυνος για την ποινική διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται αν ένα άλλο τρίτο πρόσωπο, που έχει υποδειχθεί από τον κατηγορούμενο, μπορεί να ενημερωθεί σχετικά. Αν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος, η αρμόδια για την προστασία των ανηλίκων αρχή ενημερώνεται στην περίπτωση αυτή.

3.

Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός και στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα να ζητήσει να ενημερωθούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οι προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος.».

Άρθρο 51

Προσθήκη άρθρου 99Γ στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 6, 7 και 8 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 99Γ ως εξής: «1. Ο κατηγορούμενος που στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα επικοινωνίας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με ένα τουλάχιστον τρίτο πρόσωπο που έχει υποδείξει ο ίδιος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για να αποτραπεί άμεσος κίνδυνος, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να περιορίζουν ή να αναβάλλουν την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή εξετάζεται πρώτα αν ο κατηγορούμενος μπορεί να επικοινωνήσει με ένα άλλο πρόσωπο που αυτός υποδεικνύει.

2.

Ο κατηγορούμενος που είναι αλλοδαπός και στερείται την ελευθερία του έχει δικαίωμα να επικοινωνεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Έχει επίσης δικαίωμα επίσκεψης από τις προξενικές του αρχές, δικαίωμα συνομιλίας και αλληλογραφίας μαζί τους και δικαίωμα να κανονίζεται η νομική του εκπροσώπηση από αυτές, εφόσον οι εν λόγω αρχές δεν έχουν αντίρρηση.». Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 9 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ) Στο άρθρο 96 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που απαιτούν την υποχρεωτική παράσταση συνηγόρου, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να παραιτηθεί από το διορισμό του συνηγόρου. Η παραίτηση γίνεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 και πρέπει να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του προσώπου και να μην περιέχει όρο ή αίρεση. Ο κατηγορούμενος μπορεί να ανακαλέσει την παραίτηση μεταγενέστερα, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας.».

Άρθρο 53

Δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, ενημέρωσης τρίτου προσώπου και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (άρθρο 10 της Οδηγίας 2013/48/ΕΕ)

1.

Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 3251/2004 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο εισαγγελέας εφετών, αφού βεβαιώσει την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα στο κράτος - μέλος εκτέλεσης και στο κράτος - μέλος έκδοσης, για το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοος, καθώς και για τη δυνατότητα που του παρέχεται να συγκατατεθεί στην προσαγωγή του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του παρόντος. Για την ανωτέρω ενημέρωση και τις σχετικές δηλώσεις του εκζητουμένου συντάσσεται έκθεση σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 148 έως 153 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.».

2.

Η παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 3251/2004 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Τα άρθρα 99Β, 99Γ, 233 παράγραφος 1 και 236Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση συλληφθέντος εκζητουμένου βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.». IV. ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2012/29/ΕΕ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟ 2001/220/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 54

Σκοποί (άρθρο 1 της Οδηγίας 2012/29/ΕΕ)

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)