Νόμοι — ΦΕΚ A' 93/2011

Type Νόμος
Publication 2011-04-21
Τελευταία ενημέρωση 2011-04-20
State In force
Source ΦΕΚ
articles 52
Reform history JSON API
11.

Οι υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, καθώς και οι αποσπασμένοι σε αυτήν υπάλληλοι, λαμβάνουν ειδική πρόσθετη αμοιβή που καθορίζεται κατά κατηγορία με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και καταβάλλεται από τον προϋπολογισμό της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Στην περίπτωση που οι αποσπασμένοι υπάλληλοι λαμβάνουν από την υπηρεσία τους ειδικές πρόσθετες αμοιβές, υποχρεούνται να επιλέξουν με δήλωσή τους προς τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής Ανταγωνισμού που κοινοποιείται και στην υπηρεσία από την οποία είναι αποσπασμένοι, την ειδική πρόσθετη αμοιβή της παρούσας παραγράφου ή τις ειδικές πρόσθετες απολαβές που προβλέπονται στην οργανική τους θέση. Οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού που προσλαμβάνεται κατά την παράγραφο 6 καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Η πρόσληψη δικηγόρου σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού συνεπάγεται αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος. Η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989 (Α΄ 230), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 37 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88), εφαρμόζεται αναλόγως, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989, από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους, για τους δικηγόρους που υπηρετούν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματός τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται για τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού που είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, εφόσον είναι δικηγόροι.

Άρθρο 22

Διαδικασία αξιολόγησης της Επιτροπής Ανταγωνισμού Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υποχρεούται να κινεί ανά χρονικά διαστήματα, τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνουν την τετραετία, διαδικασία αξιολόγησης της λειτουργίας της, της αποτελεσματικότητας εφαρμογής των διατάξεων του νόμου και του ευρωπαϊκού δικαίου, καθώς και των συνθηκών προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού γενικότερα από ελεγκτές αναγνωρισμένου κύρους και αξιοπιστίας. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης αποστέλλονται χωρίς υπαίτια βραδύτητα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Άρθρο 23

Γνωμοδοτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού

1.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρέχει τη γνώμη της για θέματα της αρμοδιότητάς της είτε με δική της πρωτοβουλία είτε ύστερα από αίτημα που υποβάλλει ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή άλλος αρμόδιος Υπουργός.

2.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού παρέχει τη γνώμη της επί προτάσεων τροποποίησης του παρόντος νόμου ή εισηγείται κατά περίπτωση τροποποιήσεις.

3.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διατυπώνει γνώμη σχετικά με σχέδια νόμων και λοιπών κανονιστικών ρυθμίσεων που μπορούν να εισαγάγουν εμπόδια στη λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Η γνώμη της Επιτροπής Ανταγωνισμού μπορεί να ζητείται από το αρμόδιο κάθε φορά κυβερνητικό όργανο στο οποίο και διαβιβάζεται. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού διατυπώνει τη γνώμη της μέσα σε προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των σαράντα πέντε ημερών από τη γνωστοποίηση σε αυτή του θέματος. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών η έλλειψη σχετικής γνώμης δεν εμποδίζει τη συνέχιση της διαδικασίας. Το άρθρο 38 εφαρμόζεται αναλόγως.

4.

Σε περίπτωση που η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπιστώσει, κατά την εφαρμογή του άρθρου 11, ότι η έλλειψη συνθηκών αποτελεσματικού ανταγωνισμού οφείλεται, μεταξύ άλλων, και σε νομοθετικές διατάξεις, γνωμοδοτεί για την κατάργηση ή τροποποίηση αυτών. Η γνωμοδότηση της Επιτροπής υποβάλλεται στον καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργό και κοινοποιείται στον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

1.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού συνεργάζεται με τις ρυθμιστικές ή άλλες αρχές που ασκούν έλεγχο σε συγκεκριμένους τομείς της εθνικής οικονομίας και παρέχει τη συνδρομή της, εφόσον της ζητηθεί, στις εν λόγω αρχές, όταν αυτές είναι κατά νόμο αρμόδιες για την εφαρμογή, στους ειδικούς αυτούς τομείς, των άρθρων 1 και 2 του παρόντος και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, η Επιτροπή μπορεί να ζητεί τη συνδρομή των αρχών αυτών επί υποθέσεων, για τις οποίες η ίδια έχει αρμοδιότητα εφαρμογής των εν λόγω άρθρων στους πιο πάνω ειδικούς τομείς.

2.

Τα οριζόμενα στην ανωτέρω παράγραφο ισχύουν ανάλογα και για την εφαρμογή των άρθρων 5 μέχρι και 10 στις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων, στις οποίες συμμετέχουν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους πιο πάνω ειδικούς τομείς της εθνικής οικονομίας.

Άρθρο 25

Εξουσίες της Επιτροπής επί παραβάσεων

1.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αν, ύστερα από σχετική έρευνα που διεξάγεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν καταγγελίας ή αίτησης του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, διαπιστώσει παράβαση των άρθρων 1, 2 και 11 ή των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μπορεί:

  • α) να απευθύνει συστάσεις σε περίπτωση παράβασης

των άρθρων 1 και 2 του παρόντος ή των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

  • β) να υποχρεώσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή

τις ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν την παράβαση και να παραλείπουν αυτή στο μέλλον,

  • γ) να επιβάλει μέτρα συμπεριφοράς ή διαρθρωτικού

χαρακτήρα, τα οποία πρέπει να είναι αναγκαία και πρόσφορα για την παύση της παράβασης, ανάλογα με το είδος και τη βαρύτητα αυτής. Μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο στην περίπτωση που είτε δεν υφίστανται εξίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς είτε όλα τα εξίσου αποτελεσματικά μέτρα συμπεριφοράς είναι ενδεχομένως επαχθέστερα από τα μέτρα διαρθρωτικού χαρακτήρα,

  • δ) να επιβάλει πρόστιμο κατά την παράγραφο 2α στις

επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που υπέπεσαν στην παράβαση ή που δεν εκπληρώνουν αναληφθείσα από τις ίδιες δέσμευση η οποία έχει καταστεί υποχρεωτική, σύμφωνα με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6,

  • ε) να απειλήσει πρόστιμο κατά την παράγραφο 2α ή

την παράγραφο 2β ή και τα δύο σε περίπτωση συνέχισης ή επανάληψης της παράβασης,

  • στ) να επιβάλει το επαπειλούμενο πρόστιμο κατά την

παράγραφο 2α ή την παράγραφο 2β ή και τα δύο όταν με απόφασή της βεβαιώνεται η συνέχιση ή επανάληψη της παράβασης ή η παράλειψη εκπλήρωσης αναληφθείσας από τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δέσμευσης, η οποία έχει καταστεί υποχρεωτική με απόφαση κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6,

2.

α) Το πρόστιμο που επαπειλείται ή επιβάλλεται κατά την περίπτωση δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 μπορεί να φτάνει μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης της χρήσης κατά την οποία έπαυσε η παράβαση ή, αν αυτή συνεχίζεται μέχρι την έκδοση της απόφασης, της προηγούμενης της έκδοσης της απόφασης χρήσης. Σε περίπτωση ομίλου εταιρειών, για τον υπολογισμό του προστίμου, λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός κύκλος εργασιών του ομίλου. Για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα, η διάρκεια, η γεωγραφική έκταση της παράβασης, η διάρκεια και το είδος της συμμετοχής στην παράβαση της συγκεκριμένης επιχείρησης, καθώς και το οικονομικό όφελος που αποκόμισε. Εφόσον είναι δυνατόν να υπολογιστεί το ύψος του οικονομικού οφέλους της επιχείρησης από την παράβαση, το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου δεν μπορεί να είναι μικρότερο από αυτό, ακόμα και αν υπερβαίνει το ποσοστό που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας.

  • β) Το πρόστιμο που προβλέπεται στις περιπτώσεις ε΄

και στ΄ της παραγράφου 1 ανέρχεται μέχρι του ποσού των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης συμμόρφωσης προς την απόφαση και από την ημερομηνία που θα ορίσει η απόφαση.

  • γ) Υπεύθυνοι για την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 5 μέχρι 10 και 11 παράγραφοι 5 και 6, καθώς και

των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επί ατομικών επιχειρήσεων οι επιχειρηματίες, επί αστικών και εμπορικών εταιρειών και κοινοπραξιών οι διαχειριστές τους και όλοι οι ομόρρυθμοι εταίροι, ειδικώς δε επί ανωνύμων εταιρειών τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τα αρμόδια για την υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων πρόσωπα. Διορισμός άλλου υπευθύνου για την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού απαγορεύεται και δεν ισχύει. Επί αποφάσεων συλλογικών οργάνων της επιχείρησης που ελήφθησαν κατά πλειοψηφία ευθύνονται μόνον οι υπερψηφίσαντες. Τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα ευθύνονται με την προσωπική τους περιουσία εις ολόκληρον με το οικείο νομικό πρόσωπο, για την καταβολή του ποσού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να επιβάλει στα παραπάνω φυσικά πρόσωπα, μετά από προηγούμενη ακρόασή τους και αυτοτελές πρόστιμο από διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, εφόσον αποδεδειγμένα συμμετείχαν σε προπαρασκευαστικές πράξεις, στην οργάνωση ή την διάπραξη της παράνομης συμπεριφοράς της επιχείρησης. Για την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη η θέση τους στην επιχείρηση και ο βαθμός συμμετοχής τους στην παράνομη πράξη.

3.

Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το πρόστιμο που επαπειλείται ή επιβάλλεται μπορεί να ανέρχεται μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού κύκλου εργασιών των μελών αυτής, της χρήσης κατά την οποία έπαυσε η παράβαση ή, αν αυτή συνεχίζεται μέχρι την έκδοση της απόφασης, της προηγούμενης της έκδοσης της απόφασης χρήσης. Σε περίπτωση που επιβάλλεται πρόστιμο σε ένωση επιχειρήσεων, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού κύκλου εργασιών των μελών της, και η ένωση δεν είναι αξιόχρεη, η ένωση είναι υποχρεωμένη να ζητήσει εισφορές από τα μέλη της προκειμένου να καλύψει το ποσό του προστίμου. Εάν δεν πραγματοποιηθούν οι συνεισφορές αυτές μέσα στην προθεσμία που έχει ορίσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να απαιτήσει την καταβολή του προστίμου απευθείας από καθεμία από τις επιχειρήσεις, οι εκπρόσωποι των οποί τήσει πληρωμή σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, μπορεί, στην περίπτωση που είναι απαραίτητη για την εξασφάλιση της ολοσχερούς πληρωμής του προστίμου, να απαιτήσει πληρωμή του υπολοίπου από οποιοδήποτε μέλος της ένωσης που είχε ενεργή δράση στην αγορά στην οποία συνέβη η παράβαση. Ωστόσο, η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν απαιτεί πληρωμή βάσει των προηγούμενων εδαφίων από επιχειρήσεις που αποδεικνύουν ότι δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξη της παράνομης απόφασης της ένωσης ή ότι δεν την εφάρμοσαν ή ότι αποστασιοποιήθηκαν ενεργά από αυτήν πριν αρχίσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού να διερευνά την υπόθεση. Η οικονομική ευθύνη κάθε επιχείρησης όσον αφορά την καταβολή του προστίμου δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού κύκλου εργασιών της τρέχουσας ή της προηγούμενης της παράβασης χρήσης.

4.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με προγενέστερη απόφασή της. Το πρόστιμο που επιβάλλεται κατά το προηγούμενο εδάφιο μπορεί να ανέρχεται μέχρι ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού κύκλου εργασιών της επιχείρησης της τρέχουσας ή της προηγούμενης της παράβασης χρήσης.

5.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι αποκλειστικώς αρμόδια να λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, όταν πιθανολογείται παράβαση των άρθρων 1, 2 και 11 ή των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συντρέχει επείγουσα περίπτωση για την αποτροπή άμεσα επικείμενου κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στο δημόσιο συμφέρον. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να απειλήσει πρόστιμο μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την απόφασή της και να επιβάλει αυτό με απόφασή της που βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση. Κατά τον υπολογισμό του προστίμου συνεκτιμούνται τα οφέλη που αποκομίζει η επιχείρηση, καθώς και οι επιπτώσεις στη σχετική αγορά από τη μη συμμόρφωση στην απόφαση. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υποχρεούται να αποφανθεί το αργότερο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, αφού πρώτα ακουστούν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η απόφαση αυτή υπόκειται μόνο σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 30 εφαρμόζονται αναλόγως. Με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν θίγεται η αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία ιδιωτικών συμφερόντων.

6.

Αν η Επιτροπή Ανταγωνισμού πιθανολογεί, κατά τη διάρκεια σχετικής έρευνας που διεξάγεται είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ή καταγγελίας, παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 ή των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί με απόφασή της να αποδέχεται, εκ μέρους των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, την ανάληψη δεσμεύσεων προς παύση της πιθανολογούμενης παράβασης και να καθιστά τις δεσμεύσεις αυτές υποχρεωτικές για τις επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων. Η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εφόσον κρίνεται ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω δράση αυτής. Η Επιτροπή μπορεί, ύστερα από αίτηση που υποβάλλει κάθε ενδιαφερόμενος ή αυτεπαγγέλτως, να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία όταν υπήρξε ουσιαστική μεταβολή των γεγονότων στα οποία βασίσθηκε η απόφαση, ή οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις αθετήσουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει, ή η απόφαση βασίσθηκε σε ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. Οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία αποδοχής δεσμεύσεων εκ μέρους των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων και θέματα σχετικά με την αναστολή των προθεσμιών των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 15 καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που λαμβάνεται σε Ολομέλεια.

7.

Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων υποχρεούνται μέσα σε δέκα πέντε (15) ημέρες από τη γνωστοποίηση της απόφασης με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση ή η πιθανολόγηση της παράβασης και διατάσσεται η παύση της να ενημερώσουν τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις ενέργειες, στις οποίες προέβησαν ή πρόκειται να προβούν για την παύση της παράβασης. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν οι επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, όταν πρόκειται για συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση που εκδόθηκε ύστερα από προσφυγή κατά απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

8.

Με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού που λαμβάνεται σε Ολομέλεια, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις απαλλαγής ή μείωσης των προστίμων που επιβάλλονται σε βάρος επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων που συμβάλλουν στη διερεύνηση οριζόντιων συμπράξεων του άρθρου 1 ή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρόγραμμα επιείκειας). Σε περίπτωση υπαγωγής επιχείρησης ή φυσικού προσώπου στο πρόγραμμα επιείκειας, εφαρμόζονται αντίστοιχα οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 44.

Άρθρο 26

Άρση αρμοδιότητας, αναστολή ή περάτωση διαδικασίας

1.

Η κίνηση διαδικασίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με σκοπό την έκδοση απόφασης κατ’ εφαρμογή του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Κανονισμού 1/2003, στερεί από την Επιτροπή Ανταγωνισμού την αρμοδιότητά της να εφαρμόζει τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, όταν η ίδια και αρχή ανταγωνισμού άλλου κράτους−μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 101 ή 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επιληφθεί, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, υπόθεσης που αφορά συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή πρακτική επιχείρησης ή επιχειρήσεων, μπορεί ή να απορρίψει την καταγγελία ή να τερματίσει, για το λόγο αυτόν, τη διαδικασία που κινήθηκε αυτεπαγγέλτως ή να αναστείλει τη διαδικασία ή να προχωρήσει κανονικά στη συζήτηση της υπόθεσης, εκδίδοντας απόφαση επί της ουσίας.

Άρθρο 27

Δημοσίευση αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού

1.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ατομικού χαρακτήρα, οι οποίες προβλέπονται από τις διατά αναρτώνται στο διαδίκτυο σύμφωνα με το ν. 3861/2010 (Α΄ 112).

2.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να διατάξει την επιχείρηση ή την ένωση επιχειρήσεων που παρέβη τον παρόντα νόμο να δημοσιεύσει την απόφαση που εκδίδεται κατά το άρθρο 25 σε εφημερίδα, η οποία κυκλοφορεί σε πανελλαδική ή τοπική κλίμακα, ανάλογα με την εμβέλεια της αγοράς, στην οποία εκδηλώνεται η παράβαση, τη σοβαρότητα και τα αποτελέσματα της τελευταίας. Αν η απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η Επιτροπή υποχρεούται να δημοσιεύσει με έξοδά της την απόφαση του Δικαστηρίου στην ίδια εφημερίδα.

Άρθρο 28

Εθνική Αρχή Ανταγωνισμού

1.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, ως Εθνική Αρχή Ανταγωνισμού, είναι αρμόδια για τη συνεργασία:

  • α) με τις αρχές ανταγωνισμού της Επιτροπής της

Ευρωπαϊκής Ένωσης και την παροχή στα εντεταλμένα όργανα αυτής της απαραίτητης συνδρομής για την πραγματοποίηση των ελέγχων, που προβλέπονται από διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου και

  • β) με τις αρχές ανταγωνισμού άλλων χωρών.
2.

Αν επιχείρηση, η οποία έχει την έδρα της ή ασκεί τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα, αρνείται να δεχθεί τον έλεγχο που προβλέπεται από διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή Ανταγωνισμού και το εξουσιοδοτημένο από αυτή όργανο, ενεργώντας αυτεπάγγελτα ή ύστερα από σχετικό αίτημα των εντεταλμένων για τον έλεγχο από την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης οργάνων, μεριμνά για την εν γένει ομαλή διεξαγωγή του ελέγχου, ιδιαίτερα με την παροχή απαραίτητης συνδρομής, κατά το άρθρο 38.

3.

Οι αρχές ανταγωνισμού της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης νοούνται, για τον παρόντα νόμο, ως Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Άρθρο 29

Ετήσια έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού Η Επιτροπή Ανταγωνισμού υποβάλλει μέχρι την 31η Μαρτίου κάθε έτους στον Πρόεδρο της Βουλής ετήσια έκθεση, η οποία περιέχει στοιχεία για τη δραστηριότητά της, την εφαρμογή των κριτηρίων κατά προτεραιότητα εξέτασης και την επιδίωξη των στρατηγικών στόχων, τις αποφάσεις της και τις εκτιμήσεις της για την κατάσταση και τις εξελίξεις στον τομέα της αρμοδιότητάς της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΝΔΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Άρθρο 30

Προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών

1.

Οι αποφάσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την κοινοποίησή τους.

2.

Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Αν όμως υπάρχει αποχρών λόγος, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών σε Συμβούλιο μπορεί να αναστείλει εν όλω ή εν μέρει ή υπό όρους την εκτέλεση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 200 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97). Ειδικά, στην περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού περί επιβολής προστίμου, ύστερα από αίτηση του προσφεύγοντος, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών σε Συμβούλιο μπορεί, με αιτιολογημένη απόφασή του, να διατάξει την αναστολή μέρους του προστίμου, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 80% αυτού. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μέχρι το πιο πάνω ανώτατο μέρος προστίμου, και υπό την επιφύλαξη όσων επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας στη συγκεκριμένη υπόθεση, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής. Αν το δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, την αίτηση αναστολής, ακόμη και ως προς το σύνολο του προστίμου, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Με την απόφαση, με την οποία διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης ή άλλο κατάλληλο μέτρο, το Δικαστήριο, ακόμη και χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα, λαμβάνει και κάθε αναγκαίο μέτρο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος όπως: α) την κατάθεση στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, μέσα σε τακτή προθεσμία, εγγυητικής επιστολής πληρωτέας σε πρώτη ζήτηση, αξιόχρεου πιστωτικού ιδρύματος, για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό που καθορίζεται με την ίδια απόφαση, β) την εγγραφή από την Επιτροπή Ανταγωνισμού προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του αιτούντος, για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό που καθορίζεται με την ίδια απόφαση, γ) την κατάθεση ορισμένου χρηματικού ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Το Δικαστήριο μπορεί, αντί των παραπάνω ή και συμπληρωματικά, να διατάξει την τήρηση οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου όρου κρίνει αναγκαίο για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος από την αναστολή. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη πράξη έχει ήδη εκτελεσθεί. Η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί, ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης του αιτούντος, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος.

3.

Δικαίωμα προσφυγής έχουν:

  • α) οι επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, κατά των

οποίων εκδόθηκε η απόφαση,

  • β) εκείνος που υπέβαλε καταγγελία για παράβαση

των διατάξεων του παρόντος νόμου,

  • γ) το Δημόσιο δια του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας,
  • δ) οποιοσδήποτε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον.
4.

Η προσφυγή εκδικάζεται κατά προτεραιότητα, μετά από κλήτευση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Αναβολή της συζητήσεως είναι δυνατή μόνο μία φορά για αποχρώντα λόγο στην κατά το δυνατόν πλησιέστερη

5.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Δ.Δ..

6.

Στις δίκες του παρόντος άρθρου μπορούν να παρεμβαίνουν και επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που συνέπραξαν, κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2, με τη διάδικο επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, καθώς και οποιοσδήποτε τρίτος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον.

7.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αναρτά στο διαδικτυακό της τόπο τις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του παρόντος άρθρου, μεριμνώντας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και του επαγγελματικού απορρήτου των διαδίκων.

Άρθρο 31

Χορήγηση προσωρινής διαταγής

1.

Αν το δικαστήριο πιθανολογεί την αποδοχή αιτήματος προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης απόφασης της Επιτροπής, καλεί υποχρεωτικά την Επιτροπή, με τον πλέον πρόσφορο τρόπο, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες, πριν από τη συζήτηση της αίτησης, να εκφέρει τις απόψεις της επί του σχετικού αιτήματος.

2.

Αν γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα η αίτηση για τη χορήγηση αναστολής προσδιορίζεται για συζήτηση το ταχύτερο δυνατόν. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν αυτή παραταθεί από το δικαστήριο που εκδικάζει την αίτηση.

Άρθρο 32

Ένδικα μέσα

1.

Κατά των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στους διατελέσαντες διαδίκους κατά την ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δίκη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

2.

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, επί των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων δικαιούται σε άσκηση αναιρέσεως και αν δεν υπήρξε διάδικος κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου είναι τρίμηνη από τη δημοσίευση της αποφάσεως.

3.

Η αίτηση αναιρέσεως εκδικάζεται κατά προτεραιότητα. Αναβολή της συζητήσεως επιτρέπεται μόνο μία φορά για αποχρώντα λόγο στην κατά το δυνατόν πλησιέστερη στην αρχική δικάσιμο, εκτός εάν υφίσταται περίπτωση συνεκδικάσεως περισσότερων αιτήσεων αναιρέσεως.

4.

Οι διατάξεις του άρθρου 52 του π.δ.18/1989 (Α΄ 8) για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως διοικητικών πράξεων που προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως εφαρμόζονται αναλόγως και για αναστολή εκτελέσεως των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σε περίπτωση άσκησης κατ’ αυτών αναιρέσεως, σύμφωνα με το νόμο αυτόν.

5.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

6.

Στις δίκες του παρόντος άρθρου μπορούν να παρεμβαίνουν και επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων που συνέπραξαν, κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2, με τη διάδικο επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, καθώς και οποιοσδήποτε τρίτος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον.

7.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αναρτά στο διαδικτυακό της τόπο τις αποφάσεις των δικαστηρίων που εκδίδονται βάσει του παρόντος άρθρου, μεριμνώντας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και του επαγγελματικού απορρήτου των διαδίκων.

Άρθρο 33

Ειδικά Τμήματα στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, συγκροτούνται στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, ειδικά τμήματα για την εκδίκαση των προσφυγών, παρεμβάσεων, ανακοπών, εφέσεων και αιτήσεων αναθεώρησης που ασκούνται κατά τον παρόντα νόμο και ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την ενώπιον αυτών διαδικασία.

Άρθρο 34

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας

1.

Η διάταξη του άρθρου 29 περίπτωση η΄ του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35) εφαρμόζεται και κατά την εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων που ασκεί κατά τον παρόντα νόμο ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας.

2.

Ο Γενικός Επίτροπος δεν υποχρεούται σε παράσταση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά την εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων που ασκήθηκαν από αυτόν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Τα ένδικα βοηθήματα εκδικάζονται και κατά την απουσία του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας σαν να ήταν παρών.

3.

Ο Γενικός Επίτροπος μπορεί να αναθέτει την άσκηση των αρμοδιοτήτων του βάσει του παρόντος νόμου στον Αντεπίτροπο ή κάθε νόμιμο αναπληρωτή του.

4.

Το δικαίωμα του Γενικού Επιτρόπου να ζητήσει την αναίρεση υπέρ του νόμου κάθε απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, συμφώνα με το άρθρο 29 περίπτωση η΄του ν.1756/1988, είναι ανεξάρτητο από το δικαίωμά του σε άσκηση αναίρεσης κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 32.

Άρθρο 35

Δικαιοδοσία ετέρων δικαστηρίων

1.

Οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδίδονται κατόπιν προσφυγής σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, έχουν ισχύ δεδικασμένου.

2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, τα δικαστήρια, πολιτικά και ποινικά, εφαρμόζουν τα άρθρα 1 και 2, καθώς και τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από την κρίση αυτή δεν δεσμεύονται η Επιτροπή Ανταγωνισμού, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν κρίνουν με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού.

3.

Τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας, τα οποία εφαρμόζουν κατά την παράγραφο 2 τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορούν να ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διαβιβάσει σε αυτά πληροφορίες που κατέχει ή να διατυπώσει τη γνώμη της επί ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Μπορούν, επίσης, να ζητούν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού να διατυπώνει τη γνώμη της

4.

Οι γραμματείς των δικαστηρίων οφείλουν να αποστέλλουν, ατελώς, αντίγραφα των αποφάσεων με τις οποίες εφαρμόζονται διατάξεις του παρόντος νόμου και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής Ανταγωνισμού υπέχοντες, σε περίπτωση παράλειψης, πειθαρχική ευθύνη. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μεριμνά για την άμεση αποστολή των ανωτέρω αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ

Άρθρο 36

Καταγγελίες

1.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να καταγγέλλει ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία ενεργεί ως δημόσια αρχή εφαρμογής του παρόντος νόμου, παραβάσεις των άρθρων 1 και 2, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.

Με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο, τα διαδικαστικά αποτελέσματα, καθώς και ο τρόπος υποβολής και καταχώρισης των καταγγελιών της παραγράφου 1.

3.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να δίδει διαφορετικούς βαθμούς προτεραιότητας στις καταγγελίες που λαμβάνει, σύμφωνα με την περίπτωση ιε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14.

4.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού αξιολογεί αν τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί που τίθενται υπόψη της από τον καταγγέλλοντα συνιστούν ενδείξεις παράβασης των άρθρων 1 και 2, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν από την αξιολόγηση αυτή δεν προκύπτουν ενδείξεις παράβασης των εν λόγω άρθρων, η καταγγελία λογίζεται ως προφανώς αβάσιμη σύμφωνα με το άρθρο 37.

5.

Οι καταγγελίες αξιολογούνται και κατατάσσονται το συντομότερο δυνατό σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ιδ΄, υποπερίπτωση αα΄, και στην περίπτωση ιε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 και εξετάζονται από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 ή του άρθρου 37.

6.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι υπάλληλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι εργαζόμενοι σε δημόσιες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και οι εντεταλμένοι προσωρινά την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας οφείλουν να ανακοινώνουν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, ό,τι περιέρχεται στη γνώση τους με οποιονδήποτε τρόπο και σχετίζεται με την παράβαση των άρθρων 1 και 2, καθώς και των άρθρων των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσοι δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση του προηγούμενου εδαφίου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή από τριακόσια (300) μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Άρθρο 37

Συνοπτική διαδικασία επί καταγγελιών

1.

Καταγγελίες περί ζητημάτων που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου τίθενται στο αρχείο της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού με πράξη του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ύστερα από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης, μέσα σε προθεσμία πέντε μηνών από την υποβολή τους. Εάν η καταγγελία εμπίπτει στις αρμοδιότητες άλλης ανεξάρτητης ή διοικητικής ή δικαστικής αρχής η Επιτροπή Ανταγωνισμού οφείλει να τη διαβιβάσει αρμοδίως μέσα στην παραπάνω προθεσμία.

2.

Προφανώς αβάσιμες καταγγελίες για παραβάσεις των άρθρων 1 και 2, καθώς και των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες υποβάλλονται μόνο στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και όχι και σε αρχή ανταγωνισμού άλλου κράτους−μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τίθενται στο αρχείο της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού με πράξη του Προέδρου της Επιτροπής Ανταγωνισμού, ύστερα από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, μέσα σε προθεσμία εννέα μηνών από την υποβολή τους.

3.

Η αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού κοινοποιεί στον καταγγέλλοντα τις παραπάνω πράξεις, κατά των οποίων αυτός έχει δικαίωμα προσφυγής, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στο τέλος του έτους, ο Πρόεδρος ενημερώνει την Ολομέλεια για τον αριθμό και τη φύση των υποθέσεων που τέθηκαν στο αρχείο κατά το έτος αυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Άρθρο 38

Παροχή πληροφοριών

1.

Όταν είναι αναγκαίο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που ορίζονται στον παρόντα νόμο, ο Πρόεδρος της Επιτροπής ή ο εξουσιοδοτημένος από αυτόν Αντιπρόεδρος, Γενικός Διευθυντής, Διευθυντής ή υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, μπορεί να ζητά με έγγραφο πληροφορίες από επιχειρήσεις, ενώσεις επιχειρήσεων ή άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή δημόσιες ή άλλες αρχές. Στο έγγραφο αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου, οι οποίες θεμελιώνουν το αίτημα, ο σκοπός της αίτησης, η προθεσμία που τάσσεται για την παροχή των πληροφοριών, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των πέντε ημερών για τις πληροφορίες που αφορούν υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αποφάσεις βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 9 ή υποθέσεις συγκεντρώσεων και των δέκα ημερών για τις λοιπές περιπτώσεις, καθώς και οι κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση παροχής πληροφοριών. Εκείνοι, στους οποίους απευθύνεται το έγγραφο υποχρεούνται σε άμεση, πλήρη και ακριβή παροχή των πληροφοριών που ζητούνται. Όταν οι πληροφορίες ζητούνται από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, υποχρεούνται σε παροχή των πληροφοριών τα υπεύθυνα πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 25 και οι αρμόδιοι υπάλληλοι των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων. Δεν υπέχουν υποχρέωση παροχής πληροφοριών τα πρόσωπα που δεν εξετάζονται σε ποινικές δίκες, εφόσον τηρήσουν την υποχρέωση της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Με τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο δε θίγονται οι διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου.

2.

Με την επιφύλαξη ειδικών νόμων που καθιερώνουν υποχρέωση εχεμύθειας, όλες οι δημόσιες αρχές και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υπέχουν υποχρέωση λους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

3.

Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης παροχής των αιτούμενων κατά περίπτωση πληροφοριών ή σε περίπτωση παροχής πληροφοριών ανακριβών ή ελλιπών, με την επιφύλαξη των ποινικών κυρώσεων του άρθρου 44, η Επιτροπή Ανταγωνισμού:

  • α) όταν πρόκειται για επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, διευθυντές και υπαλλήλους τους, όπως και

ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλει πρόστιμο δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ με ανώτατο όριο το 1% του κύκλου εργασιών, όπως αυτός υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 10 στο καθένα από τα πρόσωπα και για κάθε παράβαση,

  • β) όταν πρόκειται για δημόσιους υπαλλήλους ή υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αναφέρεται αρμοδίως, προκειμένου να κινηθεί πειθαρχική δίωξη

για τις πιο πάνω παραβάσεις οι οποίες συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα.

Άρθρο 39

Διεξαγωγή ερευνών

1.

Για τη διαπίστωση των παραβάσεων των άρθρων 1, 2 και 5 μέχρι 10 και για την εφαρμογή του άρθρου 11, καθώς και για τη διαπίστωση παραβάσεων των άρθρων 101 και 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εντεταλμένοι υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού ασκούν εξουσίες φορολογικού ελεγκτή και έχουν την αρμοδιότητα ιδίως:

  • α) να ελέγχουν κάθε είδους και κατηγορίας βιβλία,

στοιχεία και λοιπά έγγραφα των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς και την ηλεκτρονική εμπορική αλληλογραφία των επιχειρηματιών, διοικητών, διευθυνόντων συμβούλων, διαχειριστών και γενικά εντεταλμένων τη διοίκηση ή διαχείριση προσώπων, καθώς και του προσωπικού των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής τους, και οπουδήποτε και εάν αυτά φυλάσσονται και να λαμβάνουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους,

  • β) να προβαίνουν σε κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων

και άλλων στοιχείων, καθώς και ηλεκτρονικών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς δεδομένων, τα οποία αποτελούν επαγγελματικές πληροφορίες,

  • γ) να ελέγχουν και να συλλέγουν πληροφορίες και

δεδομένα κινητών τερματικών, φορητών συσκευών, καθώς και των εξυπηρετητών τους σε συνεργασία με τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές, που βρίσκονται μέσα ή έξω από τις κτιριακές εγκαταστάσεις των ελεγχόμενων επιχειρήσεων ή ενώσεων αυτών,

  • δ) να ενεργούν έρευνες στα γραφεία και τους λοιπούς

χώρους και τα μεταφορικά μέσα των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων,

  • ε) να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο,

βιβλία ή έγγραφα, κατά την περίοδο που διενεργείται ο έλεγχος και στο μέτρο των αναγκών αυτού,

  • στ) να ενεργούν έρευνες στις κατοικίες των επιχειρηματιών, διοικητών, διευθυνόντων συμβούλων, διαχειριστών και

γενικά εντεταλμένων τη διοίκηση ή διαχείριση προσώπων, καθώς και του προσωπικού των επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες, ότι φυλάσσονται εκεί βιβλία ή άλλα έγγραφα που συνδέονται με την επιχείρηση και το αντικείμενο του ελέγχου,

  • ζ) να λαμβάνουν, κατά την κρίση τους, ένορκες ή ανωμοτί καταθέσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων του

άρθρου 212 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και να ζητούν από κάθε αντιπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού της επιχείρησης ή ένωσης επιχειρήσεων, επεξηγήσεις για τα γεγονότα ή τα έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και το σκοπό του ελέγχου και να καταγράφουν τις σχετικές απαντήσεις. Η διαδικασία συλλογής, φύλαξης και επεξεργασίας ηλεκτρονικών αρχείων και αλληλογραφίας, που συλλέγονται για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους, σύμφωνα με τις περιπτώσεις α΄ μέχρι ζ΄, οι υπάλληλοι Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 9 του Συντάγματος για το άσυλο της κατοικίας.

2.

Η σχετική εντολή παρέχεται εγγράφως από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού ή τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν Αντιπρόεδρο, Γενικό Διευθυντή ή Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής Ανταγωνισμού και περιέχει το αντικείμενο της έρευνας και τις συνέπειες της παρεμπόδισης ή δυσχέρανσης αυτής ή άρνησης εμφάνισης των αιτούμενων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων ή χορήγησης αντιγράφων ή αποσπασμάτων τους.

3.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής ή ο εξουσιοδοτημένος από αυτόν Αντιπρόεδρος, Γενικός Διευθυντής ή Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μπορούν να ζητούν, εγγράφως, τη συνδρομή των δημόσιων αρχών και υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, για τη διεξαγωγή των ερευνών που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ μέχρι ζ΄ της παραγράφου 2.

4.

Για τους ελέγχους και τις έρευνες που έγιναν, συντάσσεται από αυτόν που τις διεξήγαγε έκθεση, αντίγραφο της οποίας κοινοποιείται στις οικείες επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων.

5.

Με την επιφύλαξη των κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 44, επιβάλλεται με απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού πρόστιμο τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ με ανώτατο όριο τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ στις επιχειρήσεις, στις ενώσεις επιχειρήσεων ή σε αυτούς που κατά οποιονδήποτε τρόπο παρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν τις έρευνες των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και στις επιχειρήσεις, στις ενώσεις επιχειρήσεων ή σε αυτούς που αρνούνται να επιδείξουν τα αιτούμενα βιβλία, στοιχεία και λοιπά έγγραφα και να χορηγήσουν αντίγραφα ή αποσπάσματά τους. Κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη η σοβαρότητα της εξεταζόμενης υπόθεσης, η απαξία των πράξεων και η επίπτωσή τους στην έκβαση της έρευνας.

6.

Σε περίπτωση άρνησης ή παρεμπόδισης με οποιονδήποτε τρόπο των εντεταλμένων υπαλλήλων της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού ή των εντεταλμένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην άσκηση των καθηκόντων τους, αυτοί μπορούν να ζητούν τη συνδρομή των εισαγγελικών αρχών και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής. Η συνδρομή αυτή μπορεί να ζητηθεί και προληπτικά.

Άρθρο 40

Έρευνες σε κλάδους της οικονομίας ή σε τύπους συμφωνιών

1.

Όταν η διαμόρφωση των τιμών ή άλλες περιστάσεις δημιουργούν υπόνοιες για πιθανό περιορισμό ή στρέ της οικονομίας ή σε συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών σε διάφορους κλάδους, εφόσον υπάγονται στην αρμοδιότητά της.

2.

Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί να ζητήσει από επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2, καθώς επίσης και να διενεργήσει κάθε αναγκαίο προς τούτο έλεγχο. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μπορεί ιδίως να ζητήσει από τις παραπάνω επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων να της καταστήσουν γνωστή οποιαδήποτε συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική.

3.

Η Επιτροπή Ανταγωνισμού δύναται να δημοσιεύσει έκθεση για το αποτέλεσμα της έρευνάς της σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας ή συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών σε διάφορους κλάδους και να ζητήσει από τους ενδιαφερόμενους να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

4.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή Ανταγωνισμού αποφασίζει σε Ολομέλεια. Για τη συλλογή των αναγκαίων στοιχείων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 38, 39 και 41.

Άρθρο 41

Υποχρέωση εχεμύθειας

1.

Οι πληροφορίες, οι οποίες συλλέγονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για το σκοπό που επιδιώκεται με την αίτηση παροχής πληροφοριών, τον έλεγχο ή την ακρόαση.

2.

Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 37 παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής Ανταγωνισμού και οι υπάλληλοι των δημόσιων αρχών και υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στους οποίους παρέχεται εντολή κατά τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 39 και οι οποίοι λαμβάνουν, με αφορμή την υπηρεσία τους, γνώση απόρρητων στοιχείων επιχειρήσεων, ενώσεων επιχειρήσεων ή άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχουν σχέση με την εφαρμογή του παρόντος νόμου, υποχρεούνται να τηρούν για τα στοιχεία αυτά εχεμύθεια.

3.

Τα απόρρητα στοιχεία, τα οποία έχουν σχέση με την εφαρμογή του παρόντος νόμου, αποτελούν μέρος του διοικητικού φακέλου. Οι υπάλληλοι της παραγράφου 2 υποχρεούνται να τηρούν εχεμύθεια, με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 37 του Κ.Π.Δ., για τα στοιχεία που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο. Οι προϋποθέσεις, η έκταση, οι εξαιρέσεις, ο χρόνος και η διαδικασία πρόσβασης στο διοικητικό φάκελο των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων, κατά των οποίων κινήθηκε η ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού διαδικασία, και των φυσικών ή νομικών προσώπων, που υπέβαλαν καταγγελία, η διαδικασία χρήσης και δημοσιοποίησης των προαναφερόμενων απόρρητων στοιχείων από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις περί του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα, από τον Κανονισμό Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Τα απόρρητα στοιχεία της παραγράφου αυτής αποτελούν μέρος του φακέλου, ο οποίος υποβάλλεται στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, διατηρώντας τον απόρρητο χαρακτήρα τους. Προς το σκοπό αυτόν τα παραπάνω στοιχεία διαβιβάζονται σε ξεχωριστό τμήμα του διοικητικού φακέλου, το οποίο φέρει την ένδειξη «απόρρητα στοιχεία». Αρμόδιος υπάλληλος του δικαστηρίου διασφαλίζει ότι τα μέρη δε θα έχουν πρόσβαση στα απόρρητα για αυτούς τμήματα του φακέλου, εκτός εάν η πρόσβαση κριθεί αναγκαία για την προάσπιση υπέρτερου συμφέροντός τους, και τους παρασχεθεί σχετική άδεια, κατά το αναγκαίο μέτρο, κατόπιν αιτήσεώς τους, από το δικάζον δικαστήριο.

4.

Σε όποιον παραβαίνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους:

  • α) επιβάλλεται η ποινή του άρθρου 252 του Ποινικού

Κώδικα, καθώς και χρηματική ποινή από χίλια (1.000) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ,

  • β) ασκείται πειθαρχική δίωξη για την παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας που συνιστά πειθαρχικό αδίκημα.
5.

Στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους επιβάλλεται η ποινή του άρθρου 252 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και χρηματική ποινή από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ με ανώτατο όριο τα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ και με την ίδια απόφαση εκπίπτουν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

6.

Με τις ποινές της παραγράφου 5 τιμωρείται και κάθε πρόσωπο, στο οποίο η Επιτροπή Ανταγωνισμού αναθέτει την εκπόνηση μελέτης για λογαριασμό της, ή συμμετέχει σε ομάδα έργου την οποία έχει συστήσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, εφόσον στη σχετική σύμβαση έχει περιληφθεί ρήτρα για υποχρέωση εχεμύθειας κατά τις παραγράφους 2 και 3, καθώς και οι δικηγόροι οι οποίοι συμμετέχουν στο Νομικό Γραφείο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, εφόσον παραβαίνει τις υποχρεώσεις των παραγράγων 1 μέχρι 3. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για τους προστηθέντες του αναδόχου εκπόνησης μελέτης, εφόσον έλαβαν γνώση της παραπάνω ρήτρας εχεμύθειας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Άρθρο 42

Παραγραφή για την επιβολή κυρώσεων

1.

Οι παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος νόμου που παρέχουν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού την αρμοδιότητα να επιβάλει κυρώσεις υπόκεινται σε πενταετή προθεσμία παραγραφής.

2.

Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα διάπραξης της παράβασης. Ωστόσο, αν μια παράβαση είναι διαρκής ή έχει διαπραχθεί κατ’ εξακολούθηση, η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα παύσης της παράβασης.

3.

Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή της αρχής ανταγωνισμού κράτους−μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αφορά στη διερεύνηση ή σε διαδικασίες κατά της συγκεκριμένης παράβασης. Η διακοπή της παραγραφής ισχύει από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε μια τουλάχιστον επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που μετείχε στην παράβαση. Στις πράξεις που συνεπάγονται τη διακοπή της παραγραφής συγκαταλέγονται ιδίως οι εξής: την παροχή πληροφοριών,

  • β) οι γραπτές εντολές διεξαγωγής ελέγχου που χορηγεί στους υπαλλήλους της η Επιτροπή Ανταγωνισμού ή

άλλη κατά τα παραπάνω αρχή ανταγωνισμού,

  • γ) η κίνηση διαδικασίας από άλλη κατά τα παραπάνω

αρχή ανταγωνισμού,

  • δ) η κλήρωση υπόθεσης σε Εισηγητή και
  • ε) η κοινοποίηση έκθεσης αιτιάσεων ή εισήγησης από

την Επιτροπή Ανταγωνισμού ή άλλη κατά τα παραπάνω αρχή ανταγωνισμού.

4.

Η διακοπή της παραγραφής ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση.

5.

Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου ύστερα από κάθε διακοπή. Ωστόσο, η παραγραφή συμπληρώνεται το αργότερο την ημέρα παρέλευσης προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν έχει επιβάλει πρόστιμο. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο αναστολής της παραγραφής κατά την παράγραφο 6.

6.

Η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων αναστέλλεται για όσο καιρό σχετική με την υπόθεση πράξη ή απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων.

7.

Η αναστολή της παραγράφου 6 ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 43

Υποχρέωση ανακοίνωσης παραβάσεων Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, όταν διαπιστώσει παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 2, και 5 μέχρι 10, ή υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 11, προβαίνει σε σχετικές ανακοινώσεις προς την αρμόδια εισαγγελική αρχή, το αργότερο μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την έκδοση της οικείας απόφασής της.

Άρθρο 44

Ποινικές κυρώσεις

1.

Όποιος συνάπτει συμφωνία, λαμβάνει απόφαση ή εφαρμόζει εναρμονισμένη πρακτική κατά παράβαση του άρθρου 1 ή του άρθρου 101 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τιμωρείται με χρηματική ποινή από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, με τις ιδιότητες της περίπτωσης γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 25, ενεργεί κατά παράβαση των άρθρων 5 μέχρι 10 ή δεν εφαρμόζει τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 11. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου αφορά σε επιχειρήσεις που είναι μεταξύ τους πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.

2.

Όποιος προβαίνει σε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, κατά παράβαση του άρθρου 2 του παρόντος ή του άρθρου 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τιμωρείται με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.

3.

Αν μια επιχείρηση υπαχθεί στο πρόγραμμα επιείκειας κατά την παράγραφο 8 του άρθρου 25 και εν συνεχεία απαλλαγεί πλήρως από την επιβολή προστίμου, τότε οι υπαίτιοι ή συμμέτοχοι των πράξεων της παραγράφου 1 απαλλάσσονται από κάθε ποινή. Η υπαγωγή στο πρόγραμμα επιείκειας, συνεπεία της οποίας επιβλήθηκε μειωμένο πρόστιμο κατά την παράγραφο 8 του άρθρου 25, θεωρείται ελαφρυντική περίσταση κατ’ άρθρο 84 Π.Κ. και στους δράστες των πράξεων αυτών επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 Π.Κ.

4.

Ο υπαίτιος ή οι συμμέτοχοι σε πράξη των παραγράφων 1 και 2 μένουν ατιμώρητοι, αν με δική τους θέληση και πριν εξετασθούν οπωσδήποτε για την πράξη τους, την αναγγείλουν στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, στην Επιτροπή Ανταγωνισμού ή σε οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή, προσκομίζοντας συγχρόνως αποδεικτικά στοιχεία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η ουσιώδης συμβολή των πιο πάνω προσώπων στην αποκάλυψη της συμμετοχής στις πράξεις αυτές, με την προσκόμιση στοιχείων στις αρχές, θεωρείται ελαφρυντική περίσταση κατ’άρθρο 84 Π.Κ. και επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 Π.Κ..

5.

Αν η πράξη των παραγράφων 1 και 2 ερευνάται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια ρυθμιστική αρχή κατ’ οποιονδήποτε τρόπο, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια μέχρι την έκδοση απόφασης από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέως Εφετών. Σε αυτήν την περίπτωση δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του άρθρου 113 παρ. 3 εδάφιο α΄ Π.Κ..

6.

Στις δίκες στις οποίες αφορούν οι παραβάσεις των παραγράφων 1 και 2 μπορεί να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κάθε πρόσωπο, το οποίο θίγεται άμεσα από τις πράξεις αυτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ

ΤΕΛΗ

Άρθρο 45

Τέλη

1.

Οι γνωστοποιήσεις του άρθρου 6 και οι αιτήσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 9 συνοδεύονται, με ποινή το απαράδεκτο αυτών, από γραμμάτιο καταβολής παραβόλου. Το ποσό του παραβόλου ορίζεται στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ για την γνωστοποίηση του άρθρου 6 και για τις αιτήσεις των παραγράφων 9 και 3 των άρθρων 8 και 9, αντιστοίχως.

2.

Η προσφυγή, η αίτηση αναίρεσης, η ανακοπή, η αίτηση αναθεώρησης και η παρέμβαση, που ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου στα διοικητικά δικαστήρια, καθώς και η αίτηση επανασυζήτησης ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, συνοδεύονται, με ποινή το απαράδεκτο αυτών, από γραμμάτιο καταβολής παραβόλου πεντακοσίων ευρώ. Ως προς την απόδοση του παραβόλου εφαρμόζονται οι παράγραφοι 9, 10 και 11 του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ. και της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του π.δ 18/1989. Από την υποχρέωση αυτή απαλλάσσεται το Δημόσιο.

3.

Τα υπέρ του Δημοσίου τέλη χαρτοσήμου στα δικόγραφα και τα προσαγόμενα έγγραφα, καθώς και τα υπέρ του Ταμείου Συντάξεων Νομικών, του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων και του Ταμεί δικογράφων ή υπομνημάτων και την εν γένει συζήτηση των υποθέσεων ορίζονται για τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού ίσα προς τα της διαδικασίας ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου.

4.

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας επί των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων απολαύει ατέλειας, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιο, για κάθε ένδικο βοήθημα που ασκείται από αυτόν, κατά τον παρόντα νόμο, καθώς και την επ’ αυτού, εν γένει, διαδικασία.

5.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 46

Έκταση εφαρμογής του νόμου Ο παρών νόμος εφαρμόζεται σε όλους τους περιορισμούς του ανταγωνισμού, που επενεργούν ή μπορούν να επενεργήσουν στη χώρα, έστω και αν αυτοί οφείλονται σε συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων ή συγκεντρώσεις επιχειρήσεων, που πραγματοποιούνται ή λαμβάνονται έξω από αυτή ή σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, που δεν έχουν εγκατάσταση σε αυτή. Το ίδιο ισχύει και για την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης που εκδηλώνεται στη χώρα.

Άρθρο 47

Δημοσίευση αποφάσεων Οι κοινές αποφάσεις των αρμόδιων Υπουργών και οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας με κανονιστικό περιεχόμενο, καθώς και οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτώνται στο διαδίκτυο σύμφωνα με το ν. 3861/2010 (Α΄ 112).

Άρθρο 48

Εφαρμογή διατάξεων περί κλητεύσεων και επιδόσεων

1.

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, για όλες τις κλητεύσεις ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, καθώς και για όλες τις επιδόσεις αποφάσεων και εισηγήσεων, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί επιδόσεων των άρθρων 47 μέχρι 57 του Κ.Δ.Δ.

2.

Σε περίπτωση αναβολής ή διακοπής της συζήτησης για άλλη μέρα και ώρα, η γνωστοποίηση της ημερομηνίας της μετά την αναβολή ή τη διακοπή συζήτησης στους διαδίκους που δεν παρίστανται, μπορεί να γίνεται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο.

3.

Η επίδοση των υπολοίπων εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι επιστολές συλλογής στοιχείων του άρθρου 38, μπορεί να γίνεται με συστημένη επιστολή.

Άρθρο 49

Είσπραξη προστίμων Τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου βεβαιώνονται ως δημόσια έσοδα και εισπράττονται κατά τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων από την εκάστοτε αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), η οποία οφείλει να ενημερώσει άμεσα την Επιτροπή Ανταγωνισμού περί της είσπραξης ή μη του κάθε προστίμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 50

Μεταβατικές διατάξεις

1.

Από τη θέση σε ισχύ του συστήματος μοριοδότησης που προβλέπεται στην περίπτωση ιε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 και μέσα σε προθεσμία εννέα μηνών, η Επιτροπή προχωρά στην κατάταξη των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν της.

2.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και μέσα σε προθεσμία δώδεκα μηνών η Επιτροπή προβαίνει σε εκκαθάριση των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν της και υπάγονται στη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 37.

3.

Τα υπηρετούντα μέλη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, τα οποία είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, παραμένουν στη θέση τους μέχρι τη λήξη της θητείας τους. Τα λοιπά μέλη παραμένουν στη θέση τους μέχρι το διορισμό Αντιπροέδρου και νέων μελών κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, οπότε και λήγει αυτοδικαίως η θητεία τους. Τα εν λόγω μέλη μπορούν να επιλεγούν εκ νέου, χωρίς η τρέχουσα θητεία τους να λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 12. Η Επιτροπή με την υφιστάμενη σύνθεσή της συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά της μέχρι το διορισμό κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου του Αντιπροέδρου και των νέων μελών, οι δε Εισηγητές εξακολουθούν να διατηρούν το δικαίωμα ψήφου.

4.

Μέσα σε ένα έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, διατίθεται ως έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού ποσοστό ως 80% του συσσωρευμένου πλεονάσματος της Επιτροπής Ανταγωνισμού, σύμφωνα με τον ισολογισμό της τελευταίας πριν την ψήφιση του παρόντος νόμου χρήσης.

5.

Κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου:

  • α) Εισάγονται προς συζήτηση χωρίς να απαιτείται

η σύνταξη νέας εισήγησης, οι εκκρεμείς ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού υποθέσεις για τις οποίες έχει ορισθεί δικάσιμος και κοινοποιηθεί η εισήγηση στα μέρη.

  • β) Οι προθεσμίες για την έκδοση απόφασης κατά το

άρθρο 8 δεν καταλαμβάνουν τις συγκεντρώσεις που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή.

6.

Η παραγραφή του άρθρου 42 καταλαμβάνει και τις παραβάσεις που έχουν τελεστεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας ή αυτεπάγγελτης έρευνας ή αιτήματος έρευνας του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

7.

Οι αποσπασμένοι στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού υπάλληλοι, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, παραμένουν στη θέση τους μέχρι τη λήξη της απόσπασής τους, εφόσον κατά την κρίση της Ολομέ της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μπορούν να μεταταχθούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, σε, αντίστοιχες με τα προσόντα τους, κενές οργανικές θέσεις στην Επιτροπή Ανταγωνισμού. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εξέλιξη τυχόν εκκρεμουσών διαδικασιών επί αιτήσεων μετάταξης που έχουν υποβληθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 38 του ν. 3784/2009 και οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.

8.

Μέχρι τον ορισμό προϊσταμένου του Γραφείου Νομικής Υποστήριξης κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του παρόντος, χρέη προϊσταμένου εξακολουθεί να ασκεί ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

9.

Μέχρι τη σύνταξη και θέση σε εφαρμογή του προβλεπόμενου στην παράγραφο 6 του άρθρου 17 του παρόντος, Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής, η εκμίσθωση ακινήτου προς κάλυψη των άμεσων συμπληρωματικών αναγκών στέγασης της Επιτροπής, πραγματοποιείται κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3130/2003 (Α΄76) «περί μισθώσεων ακινήτων για τη στέγαση Δημοσίων Υπηρεσιών και άλλες διατάξεις».

Άρθρο 51

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται ο ν. 703/1977 (Α΄ 278), καθώς και κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Άρθρο 52

Ρύθμιση θεμάτων Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς

1.

Το άρθρο 2 του ν. 3728/2008 (Α΄ 258) αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 Αποστολή Αποστολή της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς είναι η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς προς όφελος των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και ιδίως η μελέτη του επιπέδου και του τρόπου διαμόρφωσης τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών, η διενέργεια πάσης φύσεως ελέγχων, ερευνών και τιμοληψιών σε κάθε στάδιο παραγωγής και εμπορίας προϊόντων και υπηρεσιών, η ανάπτυξη του εμπορίου, η άρση περιορισμών και εξάλειψη καταχρηστικών πρακτικών σε όλα τα στάδια της παραγωγής, διακίνησης και εμπορίας αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και η παρακολούθηση των συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν στην αγορά. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς μπορεί να συνεργάζεται με την Επιτροπή Ανταγωνισμού και με άλλες δημόσιες υπηρεσίες και αρχές.»

2.

Το άρθρο 7 του ν. 3728/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 7 Διάρθρωση

1.

Η Υπηρεσία Εποπτείας Αγοράς διαρθρώνεται ως εξής:

  • α) Γραφείο Ειδικού Γραμματέα, β) Διεύθυνση Ανάλυσης Συνθηκών Αγοράς και Ανταγωνιστικότητας, γ)

Διεύθυνση Ελέγχων, δ) Διεύθυνση Έρευνας Τιμών και Κόστους, ε) Διεύθυνση Παρατηρητηρίου Τιμών και Τιμοληψιών, στ) Αυτοτελές Γραφείο Νομικής Υποστήριξης. Η έναρξη λειτουργίας του Αυτοτελούς Γραφείου Νομικής Υποστήριξης διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

2.

Mε προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζεται η διάρθρωση των Διευθύνσεων της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς σε Τμήματα και οι επί μέρους αρμοδιότητες αυτών. Με το ίδιο διάταγμα μπορούν να τροποποιούνται οι Διευθύνσεις, τα Τμήματα και οι αρμοδιότητες αυτών σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2503/1997 (Α΄ 107) και να δημιουργούνται οργανικές αποκεντρωμένες μονάδες, σε επίπεδο Διεύθυνσης ή Τμήματος, οι οποίες ασκούν τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εποπτείας, με διοικητική υπαγωγή στην Γενική Γραμματεία Εμπορίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, μπορεί να ανακαθορίζεται η κατά τόπον και η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα των πιο πάνω αποκεντρωμένων μονάδων.

3.

Η στελέχωση των αποκεντρωμένων υπηρεσιών της προηγούμενης παραγράφου γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος νόμου. Η μετάθεση, μετακίνηση, απόσπαση ή μετάταξη των υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας προς τις αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες και αντίστροφα διενεργείται μόνο κατόπιν αίτησής τους.»

3.

Στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3728/2008 (Α΄ 258) προστίθεται περίπτωση δ΄ως εξής: «δ) Το Αυτοτελές Γραφείο Νομικής Υποστήριξης της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς στελεχώνεται από δικηγόρους με έμμισθη εντολή. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού δύνανται να μετατάσσονται ή να αποσπώνται δικηγόροι με έμμισθη εντολή από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, καθώς και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στο ν. 1892/1990, έπειτα από αίτημα των ενδιαφερόμενων και κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων.»

4.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του ιδίου ως άνω νόμου, αντικαθίσταται ως εξής: «Η απόσπαση στις περιπτώσεις α΄, β΄ και δ΄ είναι τριετής.»

5.

Η ενδικοφανής προσφυγή που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3668/2008 (Α΄ 115) κατά της απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται βάσει των άρθρων 1 και 2 του πιο πάνω νόμου, για παραβάσεις που διαπιστώνονται στην Περιφέρεια Αττικής (πρώην Περιφέρεια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών−Πειραιά), ασκείται ενώπιον του οικείου Περιφερειάρχη.

6.

Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 8 του ν. 3668/ 2008 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Ο Περιφερειάρχης αποφαίνεται επί της προσφυγής με έγγραφη πράξη του, η οποία εκδίδεται εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την υποβολή της προσφυγής.

3.

Η παραπάνω πράξη του Περιφερειάρχη υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από την κοινοποίησή της.» ΦΕΚ 93 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 2135 των αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις της ίδιας παραγράφου, για παραβάσεις που τελούνται στην Περιφέρεια Αττικής (πρώην Περιφέρεια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών−Πειραιά), ασκείται ενώπιον του οικείου Περιφερειάρχη.

8.

Στο αυτοτελές Γραφείο Νομικής Υποστήριξης της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς μεταφέρεται η τήρηση και διαχείριση του Μητρώου Κυρώσεων Αγορανομικού Κώδικα που προβλέπεται από το άρθρο 13 του ν. 3668/2008 (Α΄ 115) και η παρακολούθηση των προστίμων που επιβάλλονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του άρθρου 9 του ίδιου νόμου.

9.

Ο έλεγχος της τήρησης των διατάξεων του άρθρου 24 του ν. 2941/2001 (Α΄ 201) «Πωλήσεις κάτω του κόστους», ανατίθεται στη Διεύθυνση Ελέγχων της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς. Από την έναρξη λειτουργίας του Αυτοτελούς Γραφείου Νομικής Υποστήριξης της Υπηρεσίας Εποπτείας Αγοράς, η Επιτροπή Ανταγωνισμού παύει να είναι αρμόδια για την έκδοση της εισήγησης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του πιο πάνω άρθρου και η αρμοδιότητα αυτή περιέρχεται στο παραπάνω Αυτοτελές Γραφείο. Το Τμήμα Μητρώου που προβλέπεται από τις διατάξεις του ιδίου άρθρου καταργείται.

10.

Με την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 3, η παράγραφος 1 του άρθρου 12 και το άρθρο 20 του ν. 3728/2008. Με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του παρόντος καταργούνται τα άρθρα 9, 10 και 11 του ν. 3728/2008.

Άρθρο 53

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3059/2002 «Σύσταση Νομικού Προσώπου με την επωνυμία «Ελληνικό Παρατηρητήριο για την Κοινωνία της Πληροφορίας» (Α΄ 241)»

1.

Το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Παρατηρητήριο για την Κοινωνία της Πληροφορίας», που ιδρύθηκε με το ν. 3059/2002 (Α΄ 241), μετονομάζεται σε «Παρατηρητήριο για την Ψηφιακή Ελλάδα». Όπου στις διατάξεις του ν. 3059/2002 ή άλλου νομοθετήματος αναφέρεται η επωνυμία «Παρατηρητήριο για την Κοινωνία της Πληροφορίας» νοείται η επωνυμία «Παρατηρητήριο για την Ψηφιακή Ελλάδα».

2.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 3059/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «2. Σκοπός του Παρατηρητηρίου είναι η συλλογή και επεξεργασία ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων για τα θέματα που σχετίζονται με την πρόοδο της Ελλάδας σε θέματα κοινωνίας της πληροφορίας και ψηφιακής σύγκλισης στους τομείς των τεχνολογιών πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και σε άλλους τομείς, η εξέλιξη των οποίων διέπεται από τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η διάχυση βέλτιστων πρακτικών και η συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς και έργα, που σχετίζονται με τους παραπάνω τομείς, καθώς και η κατάρτιση σχετικών μελετών και προτάσεων προς την πολιτεία και κάθε άλλο ενδιαφερόμενο. Στο πλαίσιο αυτό, το Παρατηρητήριο συνεργάζεται με τους φορείς διαχείρισης, παρακολούθησης και εφαρμογής των επιχειρησιακών προγραμμάτων «Κοινωνία της Πληροφορίας» και «Ψηφιακή Σύγκλιση» και των επιχειρησιακών προγραμμάτων του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ), που προβλέπονται από το ν. 3614/2007 (Α΄ 267), καθώς και με άλλους φορείς με ανάλογους σκοπούς και επίσης συμμετέχει σε ευρωπαϊκά και διεθνή δίκτυα για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και εμπειρίας.»

3.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3059/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Για τον πιο πάνω σκοπό το Ελληνικό Παρατηρητήριο για την Ψηφιακή Ελλάδα προβαίνει: α. Σε συστηματική έρευνα των εξελίξεων και προοπτικών της κοινωνίας της πληροφορίας, της ψηφιακής σύγκλισης, άλλων σημαντικών εθνικών στρατηγικών, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της διείσδυσης των νέων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας σε όλους τους τομείς στην Ελλάδα, σε τακτική απογραφή, συγκριτική ανάλυση, μελέτη και δημοσιοποίηση των σχετικών στατιστικών στοιχείων, τάσεων και δεικτών. β. Σε επιστημονική και συμβουλευτική υποστήριξη υπουργείων, αρχών, οργανισμών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παρ.6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 «Για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στο δημόσιο τομέα, καθώς και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 65), καθώς και άλλων φορέων σε θέματα που αφορούν τις εξελίξεις στην κοινωνία της πληροφορίας, στην ψηφιακή σύγκλιση και σε άλλες σημαντικές εθνικές στρατηγικές, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών. γ. Στη δημιουργία σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή βιβλιοθήκης, καθώς και στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη τράπεζας πληροφοριών με βάσεις δεδομένων για τις δράσεις και τα έργα, ιδιαίτερα αυτών που συγχρηματοδοτούνται από εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, τα στατιστικά στοιχεία και τους δείκτες, τις εξελίξεις στο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο, τη νομολογία και τη βιβλιογραφία, τους φορείς, τα ιδρύματα, τους οργανισμούς και τους παράγοντες, που αφορούν την κοινωνία της πληροφορίας και την ψηφιακή σύγκλιση στην Ελλάδα, καθώς και άλλες σημαντικές εθνικές στρατηγικές, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών. δ. Στη μεταφορά διεθνούς τεχνογνωσίας αιχμής, στη διάδοση βέλτιστων μεθόδων και πρακτικών, στην υποβοήθηση ανταλλαγής εμπειριών, τεχνογνωσίας και πληροφόρησης μεταξύ φορέων από την Ελλάδα και το εξωτερικό σε θέματα και πολιτικές σχετικά με την κοινωνία της πληροφορίας, την ψηφιακή σύγκλιση και άλλες σημαντικές εθνικές στρατηγικές, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών. ε. Στην καταγραφή και περιοδική επισκόπηση των αποτελεσμάτων των δράσεων και της ευαισθητοποίησης σε θέματα που σχετίζονται με την πορεία προς την κοινωνία της πληροφορίας, την ψηφιακή σύγκλιση, καθώς και άλλες σημαντικές εθνικές στρατηγικές, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στην έκδοση εντύπων και άλλων συναφών μέσων προβολής και ενημέρωσης του κοινού στο πλαίσιο των σκοπών του. στ. Στη διοργάνωση και συμμετοχή σε σεμινάρια, ημερίδες, άλλες ενημερωτικές εκδηλώσεις, εθνικές και ιδιωτικού τομέα, τη διενέργεια περιοδικών ερευνών και μελετών, τη διεξαγωγή προγραμμάτων διάχυσης των δράσεων και ενημέρωσης σε θέματα της κοινωνίας της πληροφορίας, της ψηφιακής σύγκλισης και άλλων σημαντικών εθνικών στρατηγικών, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και την έκδοση ετήσιων και περιοδικών οδηγών. ζ. Στην εκπόνηση μελετών και ερευνών που αφορούν την εκάστοτε ψηφιακή στρατηγική και άλλες σημαντικές εθνικές στρατηγικές, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με σκοπό τη συλλογή στοιχείων, την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και την υποβολή προτάσεων περαιτέρω βελτιώσεων. η. Στην παρακολούθηση της υλοποίησης μελετών και ερευνών ή και της διαχείρισης δράσεων και έργων του επιχειρησιακού προγράμματος «Ψηφιακή Σύγκλιση» και των λοιπών επιχειρησιακών προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, του Δημόσιου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, που χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή και από εθνικούς πόρους, και διεθνών προγραμμάτων, ή και έργων που εκτελούνται με αυτοχρηματοδότηση ή και άλλων ευρωπαϊκών και διεθνών προγραμμάτων, όταν τα έργα και προγράμματα αυτά αφορούν σε θέματα κοινωνίας της πληροφορίας, ψηφιακής σύγκλισης στους τομείς των τεχνολογιών πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών και σε άλλες σημαντικές εθνικές στρατηγικές, η υλοποίηση των οποίων βασίζεται σε τεχνολογίες πληροφορικής και ηλεκτρονικών επικοινωνιών.»

4.

Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 3059/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται με απόφαση του οργάνου αυτού. Ως γραμματέας ορίζεται υπάλληλος του Παρατηρητηρίου ή του Δημόσιου ή και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982.»

5.

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 3059/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «Το Διοικητικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, προσλαμβάνει Γενικό Διευθυντή με σύμβαση ορισμένου χρόνου, διάρκειας τεσσάρων ετών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται, μόνο ύστερα από αντικειμενική αξιολόγηση της απόδοσής του.»

6.

Η παράγραφος 8 του άρθρου 2 του ν. 3059/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «8. Η πρόσληψη του προσωπικού γίνεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), οι οποίες μπορεί να ανανεώνονται, ύστερα από αντικειμενική αξιολόγηση της απόδοσής τους και μόνο σε περιπτώσεις ειδικών από τη φύση και το είδος της εργασίας τους κατηγοριών προσωπικού, που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Εσωτερικού Κανονισμού του Νομικού Προσώπου με την επωνυμία «Παρατηρητήριο για την Κοινωνία της Πληροφορίας», που κυρώθηκε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Β΄169), όπως διευθυντικά στελέχη, προσωπικό που προσλαμβάνεται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς.»

7.

Στο άρθρο 2 του ν. 3059/2002 προστίθεται παράγραφος 11, ως εξής: «11. Η χρονική διάρκεια των συμβάσεων του προσωπικού, οι οποίες έχουν συναφθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 8 του παρόντος και των άρθρων 4 και 5 του Εσωτερικού Κανονισμού του Νομικού Προσώπου με την επωνυμία «Παρατηρητήριο για την Κοινωνία της Πληροφορίας», που κυρώθηκε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Β΄ 169) και οι οποίες λήγουν μέχρι την 30.4.2011, παρατείνεται για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών.»

8.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 3059/2002 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Πόροι του Παρατηρητηρίου για την Ψηφιακή Ελλάδα είναι επιχορηγήσεις από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κοινωνία της Πληροφορίας» του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ), από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ψηφιακή Σύγκλιση» του ΕΣΠΑ, από τα Τομεακά, Περιφερειακά Επιχειρησιακά προγράμματα και από Προγράμματα Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας του ΕΣΠΑ, από προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται ή χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από άλλα διεθνή προγράμματα, από ετήσια επιχορήγηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, καθώς και από άλλες πηγές όπως επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, χορηγίες, από την εκμετάλλευση της περιουσίας του και από κάθε άλλη νόμιμη πηγή.»

Άρθρο 54

Παράταση προθεσμίας υποβολής επενδυτικών σχεδίων Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3908/2011 των επενδυτικών σχεδίων του άρθρου 6 αυτού, υποβάλλονται, ειδικά για την πρώτη εξαμηνιαία περίοδο του έτους 2011, και το μήνα Μάιο, πέραν του μηνός Απριλίου που ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του ιδίου νόμου. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 15 Απριλίου 2011

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟI ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)