Νόμοι — ΦΕΚ A' 94/2015
Με απόφαση της ΡΑΕ, ύστερα από εισήγηση του Διαχειριστή Δικτύου Διανομής, θεσπίζεται Κώδικας Διαχείρισης του Δικτύου Διανομής, σύμφωνα με τον οποίο διενεργείται η διαχείριση, η συντήρηση και η ανάπτυξή του. Ο Κώδικας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και δύναται να τροποποιηθεί είτε με πρωτοβουλία της ΡΑΕ είτε κατόπιν αιτήματος του Διαχειριστή. Με τον Κώδικα Διαχείρισης του Δικτύου δύνανται να ρυθμίζονται ενδεικτικά τα ακόλουθα: (α) Τεχνικές προδιαγραφές και απαιτήσεις σχεδιασμού, λειτουργίας και συντήρησης του Δικτύου και στόχοι απόδοσης για τη δραστηριότητα της Διανομής, ιδίως όσον αφορά στις απώλειες και τις ιδιοκαταναλώσεις, την ασφαλή και αξιόπιστη τροφοδοσία, την αντιμετώπιση συνθηκών έκτακτης ανάγκης και την ποιότητα εξυπηρέτησης των πελατών. (β) Οι όροι και οι προϋποθέσεις, σύμφωνα με τους οποίους ο Διαχειριστής Δικτύου Διανομής υποχρεούται να παρέχει πρόσβαση στο Δίκτυο, διασφαλίζοντας την πρόσβαση των χρηστών του Δικτύου κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή και άμεσο τρόπο, χωρίς διακρίσεις μεταξύ των χρηστών και των κατηγοριών χρηστών του Δικτύου. (γ) Οι όροι και προϋποθέσεις για τη σύνδεση εγκαταστάσεων πελατών με το δίκτυο διανομής, βάσει αντικειμενικών τεχνοοικονομικών κριτηρίων, καθώς και η διαδικασία προσωρινής άρνησης της σύνδεσης στο δίκτυο, η οποία πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς. Τα στοιχεία που ο Διαχειριστής Δικτύου Διανομής υποχρεούται να παρέχει στους αιτούντες σε περίπτωση προσωρινής άρνησης σύνδεσης, σχετικά με δυνατότητες μελλοντικής εξυπηρέτησης του αιτήματός τους, όπως τυχόν προγραμματιζόμενη ή σχεδιαζόμενη ανάπτυξη του Δικτύου που θα επιτρέψει τη σύνδεσή τους και το χρόνο υλοποίησής της, επέκταση ή/και ενίσχυση του Δικτύου που θα επέτρεπε τη σύνδεσή τους, καθώς και το σχετικό κόστος και τον απαιτούμενο χρόνο για την υλοποίησή της, δυνατότητες ομαδοποίησης εκκρεμών αιτήσεων σύνδεσης για τον επιμερισμό του κόστους της απαιτούμενης ανάπτυξης του Δικτύου. Η παροχή των παραπάνω στοιχείων μπορεί να γίνεται έναντι χρέωσης, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 88. (δ) Η προθεσμία, εντός της οποίας ο Διαχειριστής Δικτύου Διανομής υποχρεούται να αποφασίζει αιτιολογημένα για τις αιτήσεις σύνδεσης και να ενημερώνει τους αιτούντες. (ε) Οι προδιαγραφές ποιότητας και οι συνθήκες παράδοσης και παραλαβής του φυσικού αερίου που διακινείται μέσω του Δικτύου. (στ) Οι υποχρεώσεις του Διαχειριστή Δικτύου Διανομής για την αντιμετώπιση συνθηκών έκτακτης ανάγκης και ιδίως η σειρά κατά προτεραιότητα διακοπής των συνδεδεμένων χρηστών, λαμβανομένων υπόψη των μέτρων που λαμβάνονται σε εκτέλεση των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 994/2010 (ΕΕΕΕ L 295/1). (ζ) Οι διαδικασίες προγραμματισμού της συντήρησης και ανάπτυξης του δικτύου διανομής, σύμφωνα με την παράγραφο 8, καθώς και οι διαδικασίες ενημέρωσης των χρηστών του Δικτύου και των Διαχειριστών Διασυνδεδεμένων Συστημάτων Φυσικού Αερίου. (η) Οι πληροφορίες και τα στοιχεία σχετικά με τη Διαχείριση του Δικτύου τα οποία χορηγούνται στους χρήστες του δικτύου και ο τρόπος χορήγησης αυτών. (θ) Οι συμβατικές υποχρεώσεις μεταξύ του Διαχειριστή Δικτύου Διανομής και των Χρηστών του Δικτύου και οι σχετικές δεσμεύσεις του, καθώς και οι ποινικές ρήτρες που καταπίπτουν σε περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων του Κώδικα. Με τον Κώδικα καθορίζονται ιδίως οι υποχρεώσεις των προμηθευτών για τη διαδικασία είσπραξης και απόδοσης στο Διαχειριστή των χρεώσεων χρήσης του δικτύου, μέσω διακριτών χρεώσεων στα τιμολόγια. (ι) Το περιεχόμενο των πρότυπων συμβάσεων σύνδε υπηρεσίες εξισορρόπησης, την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών κατά τρόπο αντικειμενικό, διαφανή και αμερόληπτο, και τη μεθοδολογία υπολογισμού των χρεώσεων για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. (ιβ) Οι διαδικασίες έκδοσης τιμολογίων και τήρησης λογαριασμών και οι διαδικασίες εκκαθάρισης των λογαριασμών. (ιγ) Οι διαδικασίες εφαρμογής μέτρων διαχείρισης της δυναμικότητας. (ιδ) Οι υποχρεώσεις του Διαχειριστή Δικτύου Διανομής για την παρακολούθηση της εξέλιξης της ζήτησης και το περιεχόμενο και η διαδικασία υποβολής σχετικών εκθέσεων στη ΡΑΕ. (ιε) Κάθε άλλη λεπτομέρεια, απαραίτητη για τη ρύθμιση του τρόπου διαχείρισης του Δικτύου.
Ο Διαχειριστής Δικτύου Διανομής υποχρεούται να καταρτίσει Κανονισμό Μετρήσεων και να τον υποβάλει έως την 31η Ιουνίου 2016 προς έγκριση στη ΡΑΕ, η οποία οφείλει να αποφασίσει επ’ αυτού εντός τριών (3) μηνών από το χρόνο υποβολής. Ο Κανονισμός Μετρήσεων ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τον εν λόγω Κανονισμό Μετρήσεων καθορίζονται ενδεικτικά ο τρόπος διεξαγωγής μετρήσεων της ποσότητας φυσικού αερίου που παραδίδεται στο Δίκτυο Διανομής και παραλαμβάνεται από αυτό, οι προδιαγραφές ακρίβειας των μετρητών και ο τρόπος επίλυσης διαφορών που ανακύπτουν σε σχέση με τις μετρήσεις. Οι κανόνες παροχής στοιχείων και ανταλλαγής δεδομένων σχετικά με τις μετρήσεις, ώστε να διασφαλίζεται η ακρίβεια, η διαφάνεια, η απρόσκοπτη άσκηση του δικαιώματος αλλαγής προμηθευτή και η πρόσβαση όσων έχουν έννομο συμφέρον στα δεδομένα ατελώς.
Ο Διαχειριστής Δικτύου Διανομής οφείλει να υλοποιήσει το Δίκτυο Διανομής με πόρους του κατόχου της Άδειας Διανομής, σύμφωνα με το πρόγραμμα ανάπτυξης, το οποίο καταρτίζεται από τον Διαχειριστή και υποβάλλεται στη ΡΑΕ προς έγκριση, σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχειρισης. Με το πρόγραμμα ανάπτυξης καθορίζονται ιδίως τα έργα και το χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης του Δικτύου, λαμβανομένων υπόψη ιδίως της εξέλιξης της ζήτησης, των αναγκών σύνδεσης νέων χρηστών, των αναγκών βελτίωσης της αποδοτικότητας, της ασφάλειας λειτουργίας και της ποιότητας υπηρεσιών του Διαχειριστή Δικτύου Διανομής, της εφαρμογής νέων τεχνολογιών και ενιαίων, κατά το δυνατόν, τεχνικών προδιαγραφών και της προστασίας του περιβάλλοντος. Οι βασικοί άξονες ανάπτυξης Δικτύου καθορίζονται για χρονικό ορίζοντα πέντε ετών. Έργα επέκτασης του Δικτύου, λόγω σύνδεσης, εκτελούνται νομίμως, ακόμη και εάν δεν έχουν προβλεφθεί στο εγκεκριμένο πρόγραμμα ανάπτυξης. Το Αρχικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης συνυποβάλλεται με την αίτηση για τη χορήγησή της Άδειας Διανομής. Ως πρώτο έτος του Αρχικού Προγράμματος Ανάπτυξης νοείται το έτος εντός του οποίου τίθεται σε ισχύ η Άδεια Διανομής.
Με απόφαση της ΡΑΕ εγκρίνονται οι μεθοδολογίες, οι υπολογισμοί, οι ειδικές εγκρίσεις και οι λεπτομέρειες που απαιτούνται για την εφαρμογή του Κώδικα Διαχείρησης, τις οποίες καταρτίζει ο Διαχειριστής του Δικτύου Διανομής και υποβάλλει προς έγκριση.» Μετά το άρθρο 80 του ν. 4001/2011 προστίθενται άρθρα 80Α, 80Β και 80Γ ως ακολούθως: «Άρθρο 80Α Σύσταση Εταιρειών Διανομής Αερίου
Έως την 30ή Μαΐου 2016, η ΔΕΠΑ ΑΕ και οι ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης υποχρεούνται να υποβάλουν προς έγκριση τις αρχές και τους κανόνες κατανομής για το λογιστικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων τους στη ΡΑΕ, η οποία οφείλει να αποφασίσει επ’ αυτών εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από το χρόνο υποβολής.
Από την 1η Ιανουαρίου 2016, η ΔΕΠΑ ΑΕ και οι ΕΠΑ υποχρεούνται να τηρούν, στα εσωτερικά τους λογιστικά, χωριστούς λογαριασμούς για κάθε μία από τις δραστηριότητές τους κατά τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 89 του παρόντος, όσον αφορά στις δραστηριότητες της Διανομής, της Προμήθειας για Επιλέγοντες Πελάτες, της Προμήθειας για μη Επιλέγοντες Πελάτες και της παροχής των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας και Τελευταίου Καταφυγίου.
Έως την 1η Ιανουαρίου 2017 οι ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλονίκης και Θεσσαλίας υποχρεούνται να προβούν στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας Διαχείρισης των Δικτύων Διανομής Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης από τις λοιπές δραστηριότητές τους, με την εισφορά του κλάδου Διανομής έκαστης εξ αυτών, κατά το στάδιο ιδρύσεως νέας ΕΔΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του κ.ν. 2190/1920. Οι ΕΠΑ Θεσσαλονίκης και Θεσσαλίας δύνανται να εισφέρουν από κοινού τον κλάδο Διανομής έκαστης εξ αυτών, κατά το στάδιο ιδρύσεως μίας κοινής ΕΔΑ, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας μετέχουν οι δύο ΕΠΑ κατ’ αναλογία της εισφοράς τους. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως κλάδος Διανομής νοείται η ομώνυμη αυτόνομη οργανωμένη λειτουργική μονάδα της εκάστοτε υφιστάμενης ΕΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων έκαστης εκ των ανωτέρω ΕΠΑ και των συναφών με αυτά απαιτήσεων και υποχρεώσεων, που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των ως άνω μονάδων.
Εντός 90 ημερών από τη σύσταση των ΕΔΑ της παραγράφου 3, οι ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλονίκης και Θεσσαλίας υποχρεούνται να μεταβιβάσουν άνευ ανταλλάγματος τις μετοχές που θα κατέχουν στις αντίστοιχες ΕΔΑ στους μετόχους των ΕΠΑ, κατ’ αναλογία της συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο έκαστης ΕΠΑ. Η μεταβίβαση αυτή απαλλάσσεται από την καταβολή φόρου μεταβίβασης ή οποιουδήποτε άλλου φόρου ή τέλους ή άλλης επιβάρυνσης.
Η απόσχιση των κλάδων Διανομής των παραγράφων 3 και 4 πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920 και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/ 1993, κατά παρέκκλιση της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού και με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98 του παρόντος νόμου. Ομοίως, μη ισχυουσών ούτε αναλογικώς των προβλεπομένων στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2166/1993 και για τους σκοπούς εφαρμογής του παρό γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της εισφέρουσας εταιρείας που αφορούν στον εισφερόμενο κλάδο, ιδίως όσον αφορά στα δικαιώματα χρήσης των παγίων, και απολαμβάνουν των φορολογικών προνομίων και ατελειών που είχαν θεσπιστεί υπέρ της εισφέρουσας τον κλάδο εταιρείας. Η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή και από την ημερομηνία της καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. της σχετικής εγκριτικής απόφασης, η εισφέρουσα τον κλάδο εταιρεία απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε τρίτου, περιλαμβανομένου του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, η οποία αφορά τον εισφερόμενο κλάδο Διανομής, ως προς τις οποίες υποκαθίσταται κατά τα ανωτέρω η αντίστοιχη ΕΔΑ. Ομοίως, η ΕΔΑ απαλλάσσεται από υποχρεώσεις, τίτλους ή δικαιώματα που τυχόν είναι αμεταβίβαστα, με νόμο ή σύμβαση, ή αφορούν στα πάγια των δικτύων που παραμένουν στην κυριότητα της ΔΕΠΑ ΑΕ, κατά τους ορισμούς των διατάξεων του άρθρου 80Β. Οποιοσδήποτε λογιστικός ή φορολογικός χειρισμός διενεργήθηκε από την εισφέρουσα εταιρεία που αφορά τον κλάδο διανομής και ενέχει μελλοντικά οφέλη ή βάρη, μεταφέρεται συνεπεία της απόσχισης στην απορροφώσα τον κλάδο ΕΔΑ προς όφελος ή βάρος αυτής.
Οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν στον εισφερόμενο κλάδο συνεχίζονται αυτοδικαίως από την αντίστοιχη ΕΔΑ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της.
Κάθε μορφής διοικητικές άδειες, εγκρίσεις και παραχωρήσεις που έχουν χορηγηθεί στην εισφέρουσα εταιρεία, σχετικά με τον εισφερόμενο κλάδο Διανομής, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στην απορροφώσα τον κλάδο ΕΔΑ. Τα υφιστάμενα κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού φορολογικά, δικονομικά ή άλλα προνόμια ή δικαιώματα απαλλοτριώσεως, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων των άρθρων 7 και 8 του ν. 2364/1995 και των κατ’ εξουσιοδότηση του διοικητικών πράξεων παραμένουν σε ισχύ και εφαρμόζονται αναλόγως και υπέρ των ΕΔΑ που συστήνονται δυνάμει του παρόντος.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 5 έως 10 του ν. 3959/2011 (Α΄ 93), δύνανται να συγχωνεύονται τόσο οι ΕΠΑ μεταξύ τους όσο και οι ΕΔΑ μεταξύ τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Για τη συγχώνευση αυτή, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των παραγράφων 4, 6, 7 και 8 του παρόντος. Σε περίπτωση συγχώνευσης, με απόφαση της ΡΑΕ, οι ΕΔΑ υποχρεούνται να τηρούν διακριτούς λογαριασμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 του παρόντος για τις δραστηριότητες διανομής ανά γεωγραφική περιοχή.
Η ΔΕΠΑ κατά το στάδιο ιδρύσεως της νέας ΕΔΑ για την κάλυψη της Λοιπής Ελλάδας υποχρεούται κατά τη συγκρότηση νέας διαχείρισης του δικτύου διανομής, να προβεί στο νομικό διαχωρισμό της δραστηριότητας Διαχείρισης του Δικτύου Διανομής Λοιπής Ελλάδος από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της με την εισφορά του κλάδου Διανομής, κατά το στάδιο ιδρύσεως νέας ΕΔΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του κ.ν. 2190/1920 και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των παραγράφων 3 έως 9 του παρόντος. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως κλάδος Διανομής νοείται η αντίστοιχη αυτόνομη οργανωμένη λειτουργική μονάδα της ΔΕΠΑ ΑΕ, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΠΑ ΑΕ και των συναφών με αυτά απαιτήσεων και υποχρεώσεων, που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ως άνω μονάδας. Η ΕΔΑ του Δικτύου Διανομής Λοιπής Ελλάδος υποχρεούται, ως Διαχειριστής του Δικτύου Λοιπής Ελλάδος, να τηρεί διακριτούς λογαριασμούς για κάθε μία από τις δραστηριότητες Διανομής και Διαχείρισης στις γεωγραφικές περιοχές της Νοτίου και της Βορείου Ελλάδος. Οι δραστηριότητες Διανομής σε επιμέρους γεωγραφικές περιοχές της Νοτίου και της Βορείου Ελλάδος δύνανται να εισφέρονται ως διακριτοί κλάδοι σε άλλη ΕΔΑ κατά το στάδιο ίδρυσής της, κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.
Η έγκριση των μελετών αερίων καυσίμων κατά την έκδοση οικοδομικής άδειας, ο έλεγχος κατασκευής εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου, όπως αυτά προβλέπονται στον Τεχνικό Κανονισμό Εσωτερικών Εγκαταστάσεων Φυσικού Αερίου, καθώς και κάθε αρμοδιότητα και ενέργεια που προβλέπεται ήδη από το ν. 3175/2003 και τις κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσες διοικητικές πράξεις διενεργούνται από τις ΕΔΑ κατόπιν της σύστασής τους κατά τις διατάξεις του παρόντος.
Τα προνόμια ή δικαιώματα χρήσεως οδών, πλατειών, πεζοδρομίων, κοινοχρήστων και ιδιωτικών χώρων, διέλευσης, εκτελέσεως υπέργειων ή υπόγειων εργασιών, τοποθέτησης μετρητικών διατάξεων, εγκατάστασης σταθμών, άνευ ανταλλάγματος ή υποχρέωσης καταβολής οποιουδήποτε τέλους για εργασίες που είναι αναγκαίες για την κατασκευή, συντήρηση, επισκευή, εκμετάλλευση, ανάπτυξη και διατήρηση της λειτουργικής και τεχνικής αρτιότητας του Συστήματος Φυσικού Αερίου και των Δικτύων Διανομής Φυσικού Αερίου, τα οποία έχουν παραχωρηθεί στις υφιστάμενες ΕΠΑ, εφαρμόζονται αναλόγως και υπέρ των συνιστώμενων με το παρόν ΕΔΑ.
Οι διαδικασίες διαγωνισμών έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών, οι οποίοι προκηρύχθηκαν από τις ΕΠΑ ή τη ΔΕΠΑ ΑΕ πριν από την απόσχιση του εισφερόμενου κλάδου και αφορούν δραστηριότητες που αποσχίζονται και εισφέρονται στις ΕΔΑ, μετά την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού αναλαμβάνονται και συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρεία, σύμφωνα με την οικεία διακήρυξη. Η ανάθεση και σύναψη των συμβάσεων του προηγούμενου εδαφίου γίνεται με χωριστές συμβάσεις από τις ΕΠΑ, τη ΔΕΠΑ ΑΕ και τις ΕΔΑ κατά το μέρος που τις αφορά.
Το προσωπικό που απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στον ομώνυμο κλάδο Διανομής των ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης και της ΔΕΠΑ ΑΕ μεταφέρεται κατά την απόσχιση του ομώνυμου κλάδου στην ΕΔΑ στην οποία εισφέρεται. Η μεταφορά είναι υποχρεωτική και λαμβάνει χώρα με την επίδοση σχετικής ατομικής πρόσκλησης της αρμόδιας διεύθυνσης προσωπικού της εισφέρουσας εταιρείας.
Με απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΠΑ ΑΕ και των ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης, που εκδίδεται εντός προθεσμίας 30 ημερών από τη σύσταση των αντίστοιχων ΕΔΑ, μεταφέρονται στις αντίστοιχες ΕΔΑ όσοι από το προσωπικό της εισφέρουσας εταιρείας διαθέτουν επαγγελματική εμπειρία, ειδικότητα ή προσόντα είτε συναφή με τις δραστηριότητες της ΕΔΑ είτε απαραίτητα όρους εργασίας του εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 178/2002 και διατηρούνται σε ισχύ τα προβλεπόμενα σχετικά με τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα σε νόμο, σε εφαρμοστέες Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, στον Κανονισμό Εργασίας, στις εν γένει υφιστάμενες υπηρεσιακές ρυθμίσεις της εισφέρουσας εταιρείας και σε ατομική σύμβαση εργασίας. Ομοίως, εξακολουθούν να ισχύουν για το ανωτέρω προσωπικό, με τους ίδιους όρους, τα τυχόν πρόσθετα ασφαλιστικά προγράμματα, όπως αποταμιευτικό πρόγραμμα, καθώς και τα προγράμματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ασφάλειας ζωής. Η προϋπηρεσία που έχει αναγνωριστεί από την εισφέρουσα εταιρεία αναγνωρίζεται πλήρως για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή και δεν επιτρέπεται συνεπεία της παραπάνω μεταφοράς βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.
Για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών από την έναρξη λειτουργίας της ΕΔΑ και για τη διευκόλυνση της πλήρους ανάπτυξης των δικών της υπηρεσιών, η εισφέρουσα εταιρεία, είτε πρόκειται για τη ΔΕΠΑ ΑΕ είτε για τις ΕΠΑ, δύναται να υποστηρίζει τη λειτουργία της ΕΔΑ παρέχοντάς της υπηρεσίες, έναντι εύλογου ανταλλάγματος που θα καλύπτει το κόστος παροχής τους και εγκρίνεται από τη ΡΑΕ. Η παροχή υπηρεσιών των ΕΔΑ προς τη ΔΕΠΑ ΑΕ επιτρέπεται όσον αφορά στη σχέση που δημιουργεί η ιδιοκτησία των παγίων από τη ΔΕΠΑ ΑΕ, σε συνδυασμό με την ανάληψη των εργασιών ανάπτυξης και εκμετάλλευσης των παγίων από τις ΕΔΑ. Πέραν των ανωτέρω, η παροχή υπηρεσιών μεταξύ των ΕΔΑ και οποιουδήποτε ανταγωνιστικού μέρους των Κάθετα Ολοκληρωμένων Επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν, επιτρέπεται μόνο στα πλαίσια των ισότιμων σχέσεων που θα έχουν οι ΕΔΑ με όλους τους παραγωγούς και προμηθευτές της αγοράς. Η παροχή των υπηρεσιών της παρούσας παραγράφου επιτρέπεται μόνο εφόσον: (α) δεν περιορίζει, στρεβλώνει ή παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό και (β) οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής των εν λόγω υπηρεσιών έχουν προηγουμένως εγκριθεί από τη ΡΑΕ.
Η αρμοδιότητα υλοποίησης συγχρηματοδοτούμενων έργων στα πλαίσια των διαρθρωτικών ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης οποιουδήποτε φορέα που μετασχηματίζεται με τον παρόντα νόμο μεταβιβάζεται στον αντίστοιχο νέο φορέα.
Άρθρο 80Β
Κυριότητα των Δικτύων Διανομής
Τα Δίκτυα Διανομής που έχουν κατασκευαστεί εντός της ελληνικής επικράτειας είτε από τη ΔΕΠΑ ΑΕ είτε από τις ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο των Αδειών Διανομής που έχουν εκδοθεί δυνάμει των διατάξεων του ν. 2364/1995 παραμένουν στην αποκλειστική κυριότητα της ΔΕΠΑ ΑΕ.
Έργα επέκτασης των υφιστάμενων Δικτύων Διανομής που θα εκτελεσθούν από τις ΕΔΑ που συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80Α, βάσει του εγκεκριμένου προγράμματος ανάπτυξης των Δικτύων, όπως συντάσσεται σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης Δικτύων Διανομής Φυσικού Αερίου και τις αντίστοιχες Άδειες Διαχείρισης των Δικτύων Διανομής του άρθρου 80, ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα αυτών. Η αξία έργων αντικατάστασης ή αποκατάστασης υφισταμένων Δικτύων Διανομής που ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα της ΔΕΠΑ ΑΕ και διενεργούνται από τις ΕΔΑ λογίζεται ως εισόδημα της ΔΕΠΑ ΑΕ. Για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος, το εισόδημα αυτό κατανέμεται και φορολογείται ισόποσα στη διαχειριστική περίοδο, εντός της οποίας ολοκληρώνεται η αντικατάσταση ή αποκατάσταση των Δικτύων του προηγούμενου εδαφίου και σε όσες διαχειριστικές περιόδους απομένουν μέχρι τη λήξη της διάρκειας της Άδειας Διαχείρισης Δικτύου Διανομής σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 80Γ.
Άρθρο 80Γ
Άδειες Διανομής και Διαχείρισης των Δικτύων Διανομής Λοιπής Ελλάδος, Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης
Οι ΕΔΑ που συστήνονται σύμφωνα με το άρθρο 80Α υποχρεούνται, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη σύστασή τους, να αιτηθούν τη λήψη Άδειας Διανομής και Άδειας Διαχείρισης Δικτύου Διανομής, οι οποίες χορηγούνται από τη ΡΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Αδειών του άρθρου 90. Η Άδεια Διαχείρισης Δικτύου Διανομής καλύπτει και κάθε μελλοντική επέκταση των πιο πάνω Δικτύων εντός των πιο πάνω γεωγραφικών περιοχών. Για τα Δίκτυα, των οποίων η κυριότητα παραμένει στη ΔΕΠΑ ΑΕ, με την Άδεια ορίζονται επιπλέον οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του Διαχειριστή των Δικτύων σχετικά με την παραχώρηση της διαχείρισής τους σε αυτόν και οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του κυρίου. Η ΔΕΠΑ ΑΕ, ως κυρία των Δικτύων, δεν δικαιούται αντάλλαγμα για την παραχώρηση της διαχείρισης και εκμετάλλευσης των Δικτύων Διανομής Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης μέχρι την απόσβεση του δικαιώματος χρήσης και κάρπωσής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2364/1995 και ειδικότερα μέχρι τη λήξη της άδειας διανομής που χορηγείται στις ΕΔΑ κατά τη διάταξη της παραγράφου 2.
Η διάρκεια των Αδειών που χορηγούνται στις ΕΔΑ καθορίζεται με απόφαση της ΡΑΕ και ορίζεται τουλάχιστον εικοσαετής με δυνατότητα παράτασης για είκοσι (20) επιπλέον έτη.
Οι ΕΔΑ που συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80Α αποτελούν Διαχειριστές των αντίστοιχων Δικτύων Διανομής μέσα στα γεωγραφικά όρια που προβλέπουν οι Άδειες Διαχείρισης Δικτύου Διανομής που τους χορηγούνται. Για επιμέρους περιοχές εντός των γεωγραφικών ορίων που έχει χορηγηθεί Άδεια Διαχείρισης Δικτύου Διανομής και οι οποίες: (α) δεν εντάσσονται στο εγκεκριμένο πρόγραμμα ανάπτυξης του εκάστοτε Δικτύου ή (β) εντάσσονται στο εγκεκριμένο πρόγραμμα ανάπτυξης, αλλά έχουν παρέλθει δεκαοκτώ (18) μήνες χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη από το χρονοδιάγραμμα που περιέχεται στην Άδεια Διανομής ανάπτυξη του Δικτύου, κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις του Κανονισμού Αδειών, δύναται να υποβάλει αίτηση στη ΡΑΕ για τη χορήγηση Άδειας Διανομής και Άδεια Διαχείρισης Δικτύου Διανομής για την ανάπτυξη Δικτύου στην εν λόγω επιμέρους περιοχή.» Το άρθρο 82 του ν. 4001/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 82
Επιλέγοντες πελάτες πρέπει να είναι οι ακόλουθοι: (α) Οι κάτοιχοι άδειας ηλεκτροπαραγωγής οι οποίοι χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για την παραγωγή ενέργειας. (β) Εντός των γεωγραφικών περιοχών που ανήκουν στην αρμοδιότητα των ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλονίκης και Θεσσαλίας: (αα) Όλοι οι Πελάτες που προμηθεύονται φυσικό αέριο με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο σε κινητήρες μέσων θαλάσσιας και χερσαίας μεταφοράς. (ββ) Όλοι οι Πελάτες που προμηθεύονται φυσικό αέριο για βιομηχανική χρήση, συμπεριλαμβανομένης της συμπαραγωγής, η οποία, κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες είχαν πραγματική κατανάλωση μεγαλύτερη των 2,2 GWh ανά θέση κατανάλωσης. (γγ) Από 1ης Ιανουαρίου 2017 όλοι οι Μη Οικιακοί Πελάτες, οι οποίοι είχαν πραγματική κατανάλωση μεγαλύτερη των 2,2 GWh ανά θέση κατανάλωσης. (δδ) Από 1ης Ιανουαρίου 2018 όλοι οι Μη Οικιακοί Πελάτες ανεξαρτήτως κατανάλωσης. (εε) Από 1η Ιανουαρίου 2018 όλοι οι Οικιακοί Πελάτες. (γ) Οι υφιστάμενες ΕΠΑ που συστάθηκαν δυνάμει των διατάξεων του ν. 2346/1995 και ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 3428/2005, πριν από το νομικό διαχωρισμό που περιγράφεται στο άρθρο 80Α, καθίστανται Επιλέγοντες Πελάτες: (αα) τόσο για την προμήθεια Ποσοτήτων Φυσικού Αερίου, πέραν της ετήσιας συμβατικής ποσότητας η οποία καθορίζεται για το έτος 2010 από την ισχύουσα, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 3428/2005, σύμβαση καθεμιάς ΕΠΑ με τη ΔΕΠΑ ΑΕ, και έως τη λήξη κάθε σύμβασης και από τη λήξη των συμβάσεων αυτών για κάθε Ποσότητα Φυσικού Αερίου (ββ) όσο και για Ποσότητες Φυσικού Αερίου που προορίζονται για την Προμήθεια αποκλειστικά Πελατών που καθίστανται Επιλέγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Για την κατάταξη Πελάτη στην κατηγορία των Μεγάλων Πελατών, κατά την έννοια της περίπτωσης ιζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2, η Ποσότητα Φυσικού Αερίου που προμηθεύεται ο Πελάτης ανά θέση κατανάλωσης, προσδιορίζεται: (α) Από το μέσο όρο της κατανάλωσης καυσίμου κατά τα τελευταία δύο δωδεκάμηνα πριν από τη σύναψη συμβάσεως προμήθειας Φυσικού Αερίου ή την παράταση υφιστάμενης σύμβασης προμήθειας Φυσικού Αερίου. (β) Προκειμένου για νέες εγκαταστάσεις, από την ισχύ αυτών. (γ) Προκειμένου για επέκταση της εγκατεστημένης ισχύος υφιστάμενων εγκαταστάσεων, από τις ποσότητες που υπολογίζονται σύμφωνα με το στοιχείο α΄ και τη νέα εγκατεστημένη ισχύ.
Πελάτες, περιλαμβανομένων των Οικιακών, που είναι εγκατεστημένοι εντός των γεωγραφικών περιοχών που ανήκουν στην αρμοδιότητα των ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης και δεν έχουν ακόμη καταστεί Επιλέγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 και δεν έχουν ακόμη συνδεθεί με το Δίκτυο, δύνανται να απευθύνουν έγγραφη εκδήλωση ενδιαφέροντος σύνδεσης με το Δίκτυο προς τις εκάστοτε ΕΠΑ ή τις ΕΔΑ που συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80Α. Οι ΕΠΑ, ή από τη σύστασή τους οι ΕΔΑ, οφείλουν εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ως άνω εκδήλωση ενδιαφέροντος, να γνωστοποιήσουν εγγράφως προς τον ενδιαφερόμενο πελάτη αν είναι εφικτή η πραγματοποίηση του έργου σύνδεσης εντός τριών (3) μηνών, σύμφωνα με το εγκεκριμένο πρόγραμμα ανάπτυξης. Εφόσον η σύνδεση είναι εφικτή, κοινοποιείται εντός της ως άνω προθεσμίας του ενός μηνός και η προσφορά σύνδεσης.
Πελάτης που έχει υποβάλει έγγραφη εκδήλωση ενδιαφέροντος σύνδεσης με το Δίκτυο, κατά τα οριζόμενα στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, προς τις εκάστοτε ΕΠΑ ή τις ΕΔΑ που συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80Α, καθίσταται Επιλέγων, ανεξαρτήτως κατανάλωσης: (α) από την ημερομηνία κοινοποίησης, εντός της προθεσμίας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, της άρνησης σύνδεσης, (β) σε περίπτωση που παρέλθει η προθεσμία της παραγράφου 2, χωρίς η εκάστοτε ΕΠΑ ή η ΕΔΑ, ανά περίπτωση, να κοινοποιήσει εγγράφως στον πελάτη την προσφορά σύνδεσης και έχει δικαίωμα να προμηθεύεται φυσικό αέριο από εναλλακτικούς προμηθευτές.
Πελάτες που δεν έχουν ακόμη καταστεί Επιλέγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, προμηθεύονται φυσικό αέριο από τις εκάστοτε ΕΠΑ, σύμφωνα με Ρυθμιζόμενα Τιμολόγια Προμήθειας που εκδίδονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 87.
Οι ΕΠΑ υποχρεούνται, τουλάχιστον δύο μήνες πριν από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ανά κατηγορία πελατών να ενημερώσουν εγγράφως τους μη Επιλέγοντες Πελάτες που προμηθεύονται φυσικό αέριο από τις ΕΠΑ για τη δυνατότητά τους να αλλάξουν Προμηθευτή, όταν καταστούν Επιλέγοντες. Προς το σκοπό αυτόν οι ΕΠΑ οφείλουν να κοινοποιήσουν στους εν λόγω Πελάτες: (α) τα σχετικά ιστορικά στοιχεία κατανάλωσης, κατά το προηγούμενο έτος, συμπεριλαμβανομένων της συνολικής χρέωσης του Πελάτη και της χρέωσης ανά MWh κατανάλωσης, (β) σύγκριση με τα στοιχεία κατανάλωσης κατά την αντίστοιχη περίοδο χρέωσης του αμέσως προηγούμενου έτους ή την εξέλιξη κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο του κυλιόμενου μέσου όρου κατανάλωσης ανά περίοδο χρέωσης.
Η κατά την παράγραφο 6 έγγραφη ενημέρωση δύναται να παρέχεται είτε σε ειδικό χώρο του λογαριασμού κατανάλωσης είτε με ξεχωριστό ενημερωτικό σημείωμα που επισυνάπτεται στο λογαριασμό. Επιπλέον των πληροφοριών της παραγράφου 6, η έγγραφη ενημέρωση περιλαμβάνει ευκρινή παραπομπή στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ, όπου αναρτάται κατάλογος των κατόχων άδειας προμήθειας.
Οι ΕΠΑ ή οι ΕΔΑ, που συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80Α, υποχρεούνται να επιτρέπουν την πρόσβαση Προμηθευτών στα Δίκτυα Διανομής τα οποία διαχειρίζονται, εφόσον αυτό απαιτείται για την τροφοδότηση Πελατών που καθίστανται Επιλέγοντες σύμ τις οποίες η πρόσβαση συνεπάγεται παράβαση από τις ΕΠΑ ή τις ΕΔΑ των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας ή των όρων της Άδειας Διαχείρισης Δικτύου Διανομής φυσικού αερίου ή θέτει σε κίνδυνο την ασφαλή λειτουργία του Δικτύου Διανομής. Για την πρόσβαση σε Δίκτυο Διανομής, οφείλεται στις ΕΠΑ ή τις ΕΔΑ αντάλλαγμα χρήσης του Δικτύου αυτού, το ύψος του οποίου καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 88.»
Άρθρο 6
Το άρθρο 87 του ν. 4001/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Άρθρο 87 Τιμολόγια Προμήθειας Φυσικού Αερίου
Η Προμήθεια Φυσικού Αερίου σε μη Επιλέγοντες Πελάτες από τις ΕΠΑ διενεργείται βάσει Ρυθμιζόμενων Τιμολογίων που εγκρίνονται από τη ΡΑΕ, μετά από εισήγηση των ΕΠΑ, η οποία πρέπει να υποβληθεί στη ΡΑΕ μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2015.
Τα Ρυθμιζόμενα Τιμολόγια Προμήθειας: (α) πληρούν τις αρχές της απλότητας και διαφάνειας της πληροφόρησης σχετικά με τις εφαρμοζόμενες χρεώσεις και τις προσφερόμενες υπηρεσίες, τη μη διακριτική μεταχείριση μεταξύ των μη Επιλεγόντων Πελατών και των Επιλεγόντων Πελατών που παρουσιάζουν ανάλογα χαρακτηριστικά κατανάλωσης, (β) εξασφαλίζουν την ανάκτηση του πραγματικού κόστους της προσφερόμενης υπηρεσίας και αντανακλούν το πραγματικό κόστος Προμήθειας, επιπλέον των τυχόν ρυθμιζόμενων χρεώσεων που μετακυλίονται στους Πελάτες για τη χρήση των Δικτύων και των διασυνδεδεμένων συστημάτων φυσικού αερίου, το κόστος της δραστηριότητας εμπορίας και διαχείρισης των Πελατών και το εύλογο κέρδος των ΕΠΑ, (γ) δεν δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ μη Επιλεγόντων Πελατών της ίδιας κατηγορίας και με ανάλογα χαρακτηριστικά κατανάλωσης, (δ) δεν επιφέρουν σταυροειδείς επιδοτήσεις μεταξύ των διάφορων κατηγοριών Επιλεγόντων και μη Επιλεγόντων Πελατών, (ε) εφόσον επέλθει ο λογιστικός και ο νομικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων Διανομής κατά τις διατάξεις του άρθρου 80Α, εμφανίζουν ως διακριτές χρεώσεις την παροχή των υπηρεσιών διανομής και μεταφοράς.
Για τη θέσπιση των Ρυθμιζόμενων Τιμολογίων λαμβάνονται υπόψη: (α) το συνολικό απολογιστικό κόστος των ΕΠΑ κατά το αμέσως προηγούμενο έτος, (β) ο προϋπολογισμός του κόστους για το τρέχον έτος, (γ) το ποσοστό της εύλογης απόδοσης για τη δραστηριότητα των ΕΠΑ.
Η προμήθεια φυσικού αερίου σε Επιλέγοντες Πελάτες από τις ΕΠΑ διενεργείται βάσει των όρων της Άδειας Προμήθειας που χορηγείται σε αυτές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 για όλη την Ελληνική Επικράτεια και των διατάξεων του Κώδικα Προμήθειας που εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 85.
Για την αντιμετώπιση της διαμόρφωσης τιμών του φυσικού αερίου σε επίπεδα που δεν δικαιολογούνται, σύμφωνα με τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού και τις ειδικές συνθήκες της διεθνούς και εγχώριας αγοράς, επιτρέπεται ο καθορισμός ανώτατου περιθωρίου κέρδους των Προμηθευτών για όλες ή ορισμένες κατηγορίες Πελατών με απόφαση της ΡΑΕ. Η ισχύς της ανωτέρω απόφασης διαρκεί για όσο χρόνο επιβάλλεται από τις συνθήκες και πάντως για διάστημα που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Μετά τη λήξη της ισχύος της ανωτέρω απόφασης η ΡΑΕ μπορεί να παρατείνει την ισχύ αυτής για ίσο χρονικό διάστημα, μετά από επανεξέταση των συνθηκών και εφόσον κρίνεται αναγκαίο.
Για τον καθορισμό ανώτατου περιθωρίου κέρδους, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές πώλησης φυσικού αερίου, όπως η μεσοσταθμική τιμή προμήθειας Φυσικού Αερίου στα σημεία εισόδου Συστήματος Φυσικού Αερίου, που διαμορφώνεται βάσει των συμβάσεων προμήθειας τις οποίες έχουν συνάψει οι Προμηθευτές, το κόστος χρήσης του Συστήματος Φυσικού Αερίου που χρησιμοποιείται για την παράδοση του Φυσικού Αερίου στις επί μέρους κατηγορίες καταναλωτών και η φορολογική επιβάρυνση του Φυσικού Αερίου.»
Η παρ. 1 του άρθρου 88 του ν. 4001/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «1. Με τον Κανονισμό Τιμολόγησης, ο οποίος εκδίδεται από τη ΡΑΕ, μετά από εισήγηση του κατά περίπτωση αρμόδιου Διαχειριστή Δικτύου Διανομής Φυσικού Αερίου και δημόσια διαβούλευση, ρυθμίζεται η μεθοδολογία καθορισμού τιμολογίων για τη χρέωση κάθε Βασικής Δραστηριότητας. Κατά τη ρύθμιση της μεθοδολογίας τιμολόγησης για κάθε Βασική Δραστηριότητα επιδιώκεται: (α) Η σταθερότητα των τιμών προς όφελος των Χρηστών. (β) Η εύλογη απόδοση των απασχολούμενων, από τον Διαχειριστή του Συστήματος ή του Δικτύου Φυσικού Αερίου, κεφαλαίων. (γ) Η παροχή υπηρεσιών, περιλαμβανόμενων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, κατά τον πλέον αξιόπιστο, οικονομικό και φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο. (δ) Η κάλυψη των δαπανών του Διαχειριστή Συστήματος ή Διανομής Φυσικού Αερίου για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων κοινής ωφέλειας που του έχουν επιβληθεί. (ε) Η ενίσχυση του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά Φυσικού Αερίου. (στ) Η τήρηση της αρχής της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και της αμεροληψίας. (ζ) Η παροχή βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κινήτρων για την αποδοτική λειτουργία, το συνετό προγραμματισμό και την ανάπτυξη της υποδομής που απαιτείται για την άσκηση της Βασικής Δραστηριότητας, την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού και την υποστήριξη ερευνητικών δραστηριοτήτων των διαχειριστών που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές τους. (η) Η συνεκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της εκάστοτε αγοράς, όπως η τυχόν διαφοροποίηση κόστους που οφείλεται στην τοπολογία του Συστήματος ή του Δικτύου. τροφοδοσία, τη βιωσιμότητά τους και την εξυπηρέτηση της αναμενόμενης μελλοντικής ζήτησης. (ια) Η κάλυψη του κόστους του ανταλλάγματος που καταβάλλεται από τον Διαχειριστή του Δικτύου Διανομής στον κύριο αυτού για την παραχώρηση της χρήσης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Δικτύου.»
Η παρ. 4 του άρθρου 88 του ν. 4001/2011 αντικαθίσταται ως ακολούθως: «4. Τα τιμολόγια με βάση τα οποία ο Διαχειριστής Δικτύου Διανομής εισπράττει οποιοδήποτε αντάλλαγμα για κάθε Βασική Δραστηριότητα καταρτίζονται από τον Διαχειριστή, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που προσδιορίζεται στον Κανονισμό Τιμολόγησης, υποβάλλονται προς έγκριση στη ΡΑΕ, η οποία οφείλει να αποφασίσει επ’ αυτών εντός τριών (3) μηνών από το χρόνο υποβολής τους, και ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»
Η περίπτωση ιδ΄ της παρ. 2 του άρθρου 94 του ν. 4001/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «(ιδ) Τηρεί τους αναγκαίους διαχειριστικούς λογιστικούς λογαριασμούς για την είσπραξη των εσόδων από τη διαχείριση συμφόρησης των διασυνδέσεων ή άλλων χρεώσεων που προκύπτουν από τη λειτουργία και τη διαχείριση του ΕΣΜΗΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 7
Τροποποίηση Αδειών Φυσικού Αερίου
Σε περίπτωση αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης κατόχου Αδείας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Κανονισμού Αδειών Φυσικού Αερίου (Β΄ 464), λόγω μεταβίβασης μετοχών από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» προς άλλο πρόσωπο, η οποία επέρχεται στο πλαίσιο διαδικασίας αξιοποίησης περιουσιακού στοιχείου που έχει περιέλθει σε αυτήν, και εφόσον δεν συντρέχει άλλος λόγος τροποποίησης της Άδειας, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) αποφασίζει σχετικά με την τροποποίηση ή μη της Άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 14 και 15 του Κανονισμού Αδειών Φυσικού Αερίου.
Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η απόφαση της ΡΑΕ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εκδίδεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την υποβολή στη ΡΑΕ: (α) επικυρωμένου αντιγράφου της σύμβασης, δυνάμει της οποίας επέρχεται η αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης του κατόχου της Αδείας και (β) της τυχόν εγκριτικής απόφασης των αρχών ανταγωνισμού, όταν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης συνιστά μεταβολή ελέγχου και εμπίπτει στη διαδικασία προληπτικού ελέγχου συγκεντρώσεων. Η ΡΑΕ μπορεί, εντός της ανωτέρω προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, να ζητήσει από τον αιτούντα την υποβολή, εντός τακτής προθεσμίας που δεν θα υπερβαίνει τις δέκα (10) ημέρες, διευκρινίσεων ή στοιχείων συμπληρωματικών των ήδη υποβληθέντων, που κατά την κρίση της απαιτούνται για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της αίτησης. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών για την απόφαση της ΡΑΕ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, άρχεται από την υποβολή των ως άνω πρόσθετων στοιχείων.
Με την άπρακτη παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η Άδεια θα θεωρείται σιωπηρώς τροποποιηθείσα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΤΕΛΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 8
Τελικές και μεταβατικές διατάξεις
Εντός τριών (3) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος, η ΔΕΠΑ ΑΕ, υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστριας του Δικτύου Διανομής Λοιπής Ελλάδος, και οι ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης, υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστών των Δικτύων των αντίστοιχων γεωγραφικών περιοχών, εισηγούνται στη ΡΑΕ, η οποία, κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης και αφού προβεί σε τυχόν τροποποιήσεις και προσθήκες, υποχρεούται να εκδώσει το τελικό κείμενο εντός τριών (3) μηνών από το χρόνο υποβολής, (α) για την έκδοση του Κανονισμού Τιμολόγησης των εν λόγω Δικτύων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 88 του ν. 4001/2011, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, (β) για την έκδοση του Κώδικα Διαχείρισης Δικτύου Διανομής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 80 του ν. 4001/2011, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο.
Εντός ενός (1) μηνός από τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού Τιμολογίων της παρ. 1 του άρθρου 88 του ν. 4001/2011, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, η ΔΕΠΑ ΑΕ, υπό την ιδιότητά της ως Διαχειριστή του Δικτύου Διανομής Λοιπής Ελλάδος, και οι ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης, υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστών των Δικτύων των αντίστοιχων γεωγραφικών περιοχών υποβάλλουν προς έγκριση στη ΡΑΕ τα τιμολόγια με βάση τα οποία εισπράττουν αντάλλαγμα για κάθε Βασική Δραστηριότητα που παρέχουν στους Χρήστες, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ν. 4001/ 2011, όπως τροποποιείται δια του παρόντος. Από το χρόνο θέσης του παρόντος σε ισχύ έως και τον χρόνο θέσης σε ισχύ των ανωτέρω τιμολογίων, η τιμή για την παροχή Βασικών Δραστηριοτήτων προς τους Χρήστες από τη ΔΕΠΑ ΑΕ και τις ΕΠΑ Αττικής, Θεσσαλίας και Θεσσαλονίκης ορίζεται σε τέσσερα (4) ευρώ ανά MWh.
Με την έκδοση των Αδειών Διανομής που προβλέπονται στο άρθρο 80Γ του ν. 4001/2011, καταργούνται οι ρυθμίσεις των Αδειών Διανομής που έχουν χορηγηθεί δυνάμει των διατάξεων του ν. 2364/1995 (Α’ 256).
Κατόπιν του λειτουργικού διαχωρισμού που λαμβά 4001/2011, άδεια προμήθειας εντός έξι (6) μηνών από την έκδοση της Άδειας Διανομής στις ΕΔΑ που συστήνονται σύμφωνα δια του παρόντος. Μέχρι την έκδοση άδειας προμήθειας του προηγούμενου εδαφίου στις ΕΠΑ, οι υφιστάμενες ΕΠΑ που συστάθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 2364/1995 δύνανται να ασκούν τη δραστηριότητα προμήθειας φυσικού αερίου σε Πελάτες που καθίστανται Επιλέγοντες κατά τις διατάξεις του παρόντος. Η ΡΑΕ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της κατά τα άρθρα 23 και 83 του ν. 4001/2011, δύναται να επιβάλει στις ΕΠΑ μέτρα και όρους, οι οποίοι κρίνονται αναγκαίοι προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των Πελατών και η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, μέχρι την έκδοση των αδειών προμήθειας. Τα μέτρα αυτά δεν δύνανται να περιορίζουν τη γεωγραφική επέκταση των δραστηριοτήτων προμήθειας των ΕΠΑ σε Πελάτες που καθίστανται Επιλέγοντες δυνάμει του άρθρου 82 και βρίσκονται εκτός των γεωγραφικών ορίων των αδειών που είχαν χορηγηθεί στις ΕΠΑ δυνάμει των διατάξεων του ν. 2364/ 1995.
Οι διατάξεις του παρόντος νόμου και η τυχόν μεταβολή που επιφέρουν στο νομικό πλαίσιο που διέπει τις συμβάσεις Προμήθειας Φυσικού Αερίου μεταξύ της ΔΕΠΑ ΑΕ και των ΕΠΑ, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δεν συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας των συμβάσεων αυτών. Οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου τροποποιούνται το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του παρόντος.
Εντός έξι (6) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος τροποποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 90 του ν. 4001/2011, ο Κανονισμός Αδειών Φυσικού Αερίου, προκειμένου να προσαρμοστεί στις διατάξεις του παρόντος.
Με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας θεσπίζονται Τεχνικοί Κανονισμοί Εγκαταστάσεων που σχετίζονται με τη συμπίεση, αποσυμπίεση και αποθήκευση υγροποιημένου και συμπιεσμένου Φυσικού Αερίου για σκοπούς μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου εκτός δικτύων αγωγών. Μέχρι την έκδοση της ως άνω απόφασης δύνανται να ισχύουν Τεχνικοί Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Προδιαγραφών (C.E.N.).
Άρθρο 9
Καταργούμενες διατάξεις 1.Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 και η παρ. 3 του άρθρου 81 του ν. 4001/2011 καταργούνται.
Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με το περιεχόμενο των διατάξεων του νόμου αυτού ή αναφέρεται σε θέμα που ρυθμίζεται από αυτόν. Έναρξη ισχύος Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.2: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
Από 1.1.2020, καμία επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται σε αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα και δίκτυο της χώρας, δεν επιτρέπεται να παράγει ή εισάγει σ’ αυτό, άμεσα ή έμμεσα, ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου της ηλεκτρικής ενέργειας από εγχώριες μονάδες παραγωγής και εισαγωγές, σε ετήσια βάση.
Μέχρι την 1.1.2019, η Επιτροπή Ανταγωνισμού θα εκτιμήσει τη δυνατότητα εκπλήρωσης του ανωτέρω στόχου και στην περίπτωση που διαπιστώσει αδυναμία επίτευξης, θα προτείνει τα κατάλληλα μέτρα.
Σε περίπτωση που επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται σε αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα και δίκτυο της χώρας, δεν συμμορφώνεται με μέτρο ή μέτρα που της έχουν επιβληθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω, της επιβάλλεται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, με αιτιολογημένη απόφασή της, πρόστιμο κατ’ ελάχιστο πέντε τοις εκατό (5%) και μέγιστο δέκα τοις εκατό (10%) επί του ετήσιου κύκλου εργασιών της επιχείρησης, κατά το προηγούμενο έτος. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.1: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν. 2318/ 1995 (Α΄126)
Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2318/1995 (Α΄126) τροποποιείται ως εξής : «3. Ο δικαστικός επιμελητής ασκεί τα καθήκοντά του μόνο στην περιφέρεια του Εφετείου που είναι διορισμένος με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 43 του παρόντος. Οι δικαστικοί επιμελητές όμως των περιφερειών των Εφετείων Αθηνών-Πειραιά μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους στις περιφέρειες των δύο Εφετείων αντίστοιχα. Η γεωγραφική κατανομή των οργανικών θέσεων των Δικαστικών Επιμελητών θα διασφαλίζει την ευρύτερη δυνατή κάλυψη των αναγκών των υπηρεσιών του δικαστικού επιμελητή και της ίσης πρόσβασης σε αυτές. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία θα εκδοθεί το αργότερο μέχρι 31.12.2015 θα καθορισθούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής και ο τρόπος κάλυψης των θέσεων που θα λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρας όπως απομακρυσμένες ορεινές περιοχές και εκτεταμένα νησιωτικά συμπλέγματα.»
Το άρθρο 43 του ν. 2318/1995 τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 43 Αν υπάρχουν τόσες κενές θέσεις σε περιφέρεια Εφετείου, στην οποία ο αριθμός των οργανικών θέσεων δεν υπερβαίνει τις είκοσι έξι ή έκτακτα κωλύματα των υπηρετούντων σε αυτό, ώστε οι απομένοντες δικαστικοί επιμελητές να μην επαρκούν για τις ανάγκες της περιφέρειας αυτής, μπορεί ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά από γνώμη των προέδρων εφετών και των προέδρων των οικείων συλλόγων δικαστικών επιμελητών, με απόφασή του, να αποσπάσει προσωρινά δικαστικό επιμελητή, που το ζητά, από περι προέδρων να επιτρέπει προσωρινά στους δικαστικούς επιμελητές της περιφέρειας ενός ή περισσότερων γειτονικών εφετείων να ασκούν τα καθήκοντά τους και στην περιφέρεια του εφετείου αυτού. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποχρεούται μέσα σε τριάντα ημέρες από την πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων ή την άρση των παραπάνω κωλυμάτων να εκδώσει απόφαση, με την οποία παύουν να ισχύουν οι ρυθμίσεις αυτές. Η απόφαση κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους. Στην περίπτωση αυτή οι εκκρεμείς εκτελέσεις συνεχίζονται από άλλο δικαστικό επιμελητή, που ορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη της περιπτώσεως β` του άρθρου 26 του παρόντος. Αν η κατά τα πρώτο εδάφιο απόσπαση διαρκέσει περισσότερο από δύο χρόνια, δικαιούται ο αποσπασμένος με αίτησή του στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να ζητήσει την οριστική του μετάθεση στην περιφέρεια του εφετείου που έχει αποσπασθεί. Στην περίπτωση αυτή ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μεταθέτει υποχρεωτικά το δικαστικό επιμελητή, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση, χωρίς άλλη διατύπωση.»
Το άρθρο 50 του ν. 2318/1995 τροποποιείται και αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 50 Οι αμοιβές των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται κάθε φορά, και για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την πενταετία, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως . Η απόφαση λαμβάνει υπόψη τις διενεργούμενες πράξεις σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της άσκησης του επαγγέλματος και τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρας, καθώς και το βαθμό δυσκολίας πρόσβασης στις πράξεις αυτές. Επίσης, περιλαμβάνονται στην απόφαση η περιγραφή και το κόστος των πράξεων λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της διαφάνειας και της απλότητας. Το κόστος των πράξεων θα αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διενεργούμενη πράξη. Μέχρι τις 31. 10.2015 θα εκδοθεί η κοινή υπουργική απόφαση που θα λάβει υπόψη τις ανωτέρω αρχές μετά από γνώμη της Ομοσπονδίας των Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδας και της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών.»
Όπου στο ν. 2318/1995 αναφέρεται ο όρος «Πρωτοδικείο» ή «περιφέρεια Πρωτοδικείου», «γραμματεία Πρωτοδικείου» ή «Γραμματέας Πρωτοδικείου» αντικαθίσταται η λέξη «Πρωτοδικείο» με τη λέξη «Εφετείο» ή «Εφετείου». ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.2: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ Μέχρι 31.10.2015 θα εκδοθεί κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, που θα τροποποιεί το άρθρο 1 της υπ' αριθμ.111376 απόφασης (Β΄13/2012) για τη μείωση του ποσοστού αμοιβής των συμβολαιογραφικών πράξεων για ποσό αντικειμένου συναλλαγής από 00 έως 120.000 ευρώ, από 1% σε 0,80%. Τα υπόλοιπα ποσοστά αμοιβής παραμένουν αμετάβλητα, όπως αναφέρονται στην ανωτέρω ισχύουσα κοινή υπουργική απόφαση. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Γ.3: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3588 /2007 (Α΄153)
H παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο νόμο. Εξαιρούνται οι χρηματοοικονομικές συμβάσεις οι οποίες μπορούν να πάψουν να ισχύουν ή να τροποποιηθούν ως συνέπεια της πτώχευσης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτές.»
Η παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) καταργείται.
Η παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Η προθεσμία της αναγγελίας των απαιτήσεων των πιστωτών είναι ένας (1) μήνας από τη δημοσίευση της Απόφασης που κήρυξε την πτώχευση στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.»
Η παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Η επαλήθευση των απαιτήσεων διενεργείται από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή και αρχίζει τρεις (3) ημέρες μετά από την πάροδο της προθεσμίας για τις αναγγελίες. Η προθεσμία των επαληθεύσεων ορίζεται από τον εισηγητή και δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα, μπορεί δε αυτή να παραταθεί από τον εισηγητή για δύο (2) επιπλέον μήνες σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες η παράταση κρίνεται απαραίτητη λόγω του ύψους και της φύσης των απαιτήσεων και του αριθμού των πιστωτών. Ο εισηγητής ορίζει επίσης την ημέρα και ώρα της έναρξης των επαληθεύσεων, η οποία γνωστοποιείται στους πιστωτές από τον σύνδικο με την πρόσκληση του άρθρου 89.»
Η παρ. 2 του άρθρου 95 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) τροποποιείται ως ακολούθως: «2. Οι αντιρρήσεις εισάγονται από κοινού στο σύνολό τους, εντός δέκα (10) ημερών από την ολοκλήρωση των επαληθεύσεων, ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη Διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με έκθεση του εισηγητή, εντός είκοσι (20) ημερών από την εισαγωγή των αντιρρήσεων. Στη συζήτηση κλητεύονται ο οφειλέτης και οι πιστωτές των οποίων αμφισβητήθηκαν οι απαιτήσεις, καθώς και αυτοί που υπέβαλαν τις αντιρρήσεις, με επιμέλεια του συνδίκου. Στη Διαδικασία μπορεί να παρέμβει όποιος έχει έννομο συμφέρον και η επιτροπή πιστωτών. Κατά της Απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο έφεση. Αναίρεση δεν επιτρέπεται κατά των αποφάσεων του παρόντος άρθρου.»
Η παρ. 2 του άρθρου 96 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) τροποποιείται ως ακολούθως: «2. Η αίτηση του άρθρου 5 παράγραφος 2 επί νομικών προσώπων υποβάλλεται από το όργανο της διοίκησης.»
Η παρ. 1 του άρθρου 99 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1, το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία στη διαδικασία του παρόντος κεφαλαίου και όταν δεν συντρέχει παρούσα ή επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης, αν κατά την κρίση του Δικαστηρίου υφίσταται απλώς πιθανότητα αφερεγγυότητάς του, η οποία δύναται να αρθεί με τη διαδικασία αυτή. Νεότερη διαδικασία εξυγίανσης για τον ίδιο οφειλέτη δεν είναι επιτρεπτή, αν δεν έχει παρέλθει τριετία από την επικύρωση προηγούμενης συμφωνίας εξυγίανσης, εκτός αν πρόκειται για συμφωνία που επικυρώνεται κατά το άρθρο 106β.»
Η παρ. 5 του άρθρου 100 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) καταργείται.
Η παρ. 1 του άρθρου 101 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Το πτωχευτικό δικαστήριο, εφόσον προβλέπει ότι η επίτευξη της συμφωνίας είναι δυνατή, ότι υπάρχουν βάσιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης και ότι δεν παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παράγραφος 2, αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης για περίοδο όχι μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) μηνών από την έκδοση της απόφασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ορίζει μεσολαβητή, σύμφωνα με το άρθρο 102. Ο πρόεδρος του πτωχευτικού δικαστηρίου δύναται με πράξη του ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, του μεσολαβητή ή πιστωτή να παρατείνει την περίοδο αυτή εφόσον αποδεικνύεται πρόοδος στις διαπραγματεύσεις. Η συνολική διάρκεια της περιόδου της διαδικασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες.»
Στο άρθρο 103 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) μετά την παράγραφο 1, προστίθεται παράγραφος 1α ως ακολούθως: «1α. Η παραπάνω αναστολή χορηγείται σε κάθε περίπτωση, όταν: (α) πιστωτές, οι οποίοι εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον 30% του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένου του 20% των τυχόν εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων πιστωτών, δηλώνουν είτε με προφορική δήλωσή τους ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου ή του προέδρου του που δικάζει την αίτηση λήψης προληπτικών μέτρων είτε με έγγραφη επιστολή τους που προσκομίζει ο αιτών, την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν ή ότι συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης και (β) το δικαστήριο πιθανολογεί την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης και την αποτροπή περιέλευσης του οφειλέτη σε κατάσταση παύσης πληρωμών.»
Η παρ. 7 του άρθρου 103 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) αντικαθίσταται ως ακολούθως: «7. Προληπτικά μέτρα που διατάχθηκαν σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή τυχόν προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε παύουν να ισχύουν μετά την παρέλευση της περιόδου που καθορίζεται από το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 1.»
Η παρ. 2 του άρθρου 106β του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) αντικαθίσταται ως ακολούθως: «2. Στην περίπτωση αυτή, από την κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης προς επικύρωση και μέχρι τη λήψη απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου για την επικύρωση ή μη της συμφωνίας εξυγίανσης, αναστέλλονται αυτόματα τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν την κατάθεση της συμφωνίας εξυγίανσης. Η ανωτέρω αναστολή δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες. Για τη χορήγηση άλλων προληπτικών μέτρων, εφαρμόζεται το άρθρο 103. Για την ως άνω διάρκεια αναστέλλεται η λήψη οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά του οφειλέτη, εκτός εάν με αυτό επιδιώκεται η αποτροπή της απομάκρυνσης ή αφαίρεσης ή μετακίνησης κινητών πραγμάτων της επιχείρησης, τεχνολογικού ή εν γένει εξοπλισμού της που δεν έχει συμφωνηθεί και ενέχει τον κίνδυνο απαξίωσης της επιχείρησης του οφειλέτη. Για την ως άνω διάρκεια αναστέλλονται οι αποκλειστικές προθεσμίες άσκησης αξιώσεων και παραγραφής, υπό τις οποίες τελούν οι απαιτήσεις των πιστωτών και τα δικαιώματα των υπέρ του οφειλέτη εγγυητών και συνοφειλετών του εις ολόκληρον, καθώς και οι προθεσμίες και η άσκηση διαδικαστικών πράξεων. Η παρούσα παράγραφος ισχύει και σε περίπτωση αίτησης επικύρωσης συμφωνίας κατά το άρθρο 106στ και για τις υφιστάμενες κατά την ημέρα ανοίγματος της διαδικασίας απαιτήσεις. Η ως άνω αυτόματη αναστολή διώξεων μπορεί να εφαρμοστεί μόνον μία φορά. Στο Μητρώο Πτωχεύσεων του άρθρου 8 παράγραφος 3 σημειώνεται η έναρξη ισχύος της αυτόματης αναστολής διώξεων κατά την πρώτη υποβολή αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης κατά το άρθρο 106β ή 106στ.»
Η παρ. 2 του άρθρου 106στ του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) τροποποιείται ως ακολούθως: «2. Η αίτηση συνοδεύεται από την υπογεγραμμένη συμφωνία εξυγίανσης και από έκθεση εμπειρογνώμονα που πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 100 παράγραφος 4. Δεν αποκλείεται εμπειρογνώμονας να είναι ο εμπειρογνώμονας του άρθρου 100 παράγραφος 3. Στην έκθεση πρέπει να εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα σε σχέση με τη συνδρομή των προϋποθέσεων επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 106ζ παράγραφοι 1 έως και 3. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2α του άρθρου 106ζ, δεν απαιτείται να εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα σε σχέση με τη συνδρομή της προϋπόθεσης του στοιχείου α΄ της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου. Σε περίπτωση που έχει λάβει χώρα συνέλευση των πιστωτών κατατίθεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 105 παράγραφος 5 έκθεση, η οποία σε περίπτωση που κατά τη συνέλευση επήλθαν τροποποιήσεις της συμφωνίας εξυγίανσης συνοδεύεται από συμπλήρωμα, στο οποίο εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα για τις τροποποιήσεις αυτές.»
Η παρ. 2 του άρθρου 106ζ του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) τροποποιείται ως ακολούθως: «2. Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης όταν, επιπλέον των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, πληρούνται σωρευτικά και τα ακόλουθα: α. Πιθανολογείται ότι κατόπιν της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης η επιχείρηση του οφειλέτη θα καταστεί βιώσιμη. β. Πιθανολογείται ότι η συλλογική ικανοποίηση των διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ιδίως του δικαίου του ανταγωνισμού. δ. Η συμφωνία εξυγίανσης αντιμετωπίζει με βάση την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης τους πιστωτές, που βρίσκονται στην ίδια θέση. Αποκλίσεις από την Αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών επιτρέπονται για σπουδαίο επιχειρηματικό ή κοινωνικό λόγο που εκτίθεται ειδικά στην Απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου ή αν ο θιγόμενος πιστωτής συναινεί στην απόκλιση. Ενδεικτικά, δύνανται να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης απαιτήσεις πελατών της επιχείρησης του οφειλέτη, η μη ικανοποίηση των οποίων βλάπτει ουσιωδώς τη φήμη της ή τη συνέχισή της, απαιτήσεις, η εξόφληση των οποίων είναι αναγκαία για τη διατροφή του πιστωτή και της οικογένειάς του, καθώς και εργατικές απαιτήσεις.»
Στο άρθρο 106ζ του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153), μετά την παρ. 2 προστίθεται παράγραφος 2α , ως ακολούθως: «2α. Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης χωρίς να ελέγχει τη συνδρομή της προϋπόθεσης υπό στοιχείο α΄ της προηγούμενης παραγράφου εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις: α. Η συμφωνία περιλαμβάνει ρητή δήλωση των συμβαλλόμενων πιστωτών ότι συμφωνούν με το περιεχόμενο του επιχειρηματικού σχεδίου του άρθρου 106ε παράγραφος 7. β. Η συμφωνία περιλαμβάνει: (αα) λεπτομερή καταγραφή της ταυτότητας των συμβαλλομένων και μη πιστωτών και των απαιτήσεών τους και (ββ) σαφή αναφορά των πιστωτών, συμβαλλομένων και μη, οι απαιτήσεις των οποίων αναμένεται να επηρεαστούν από την υλοποίηση της συμφωνίας και ο τρόπος επηρεασμού τους. γ. Η συμφωνία μαζί με το επιχειρηματικό σχέδιο έχουν κοινοποιηθεί σε όλους τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων επηρεάζονται από τη συμφωνία, και ειδικότερα: (αα) σε εκείνους που το ύψος της απαίτησής τους ανέρχεται σε ποσοστό 10% και άνω του συνολικού ύψους των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, με νόμιμη επίδοση δικαστικού επιμελητή, (ββ) σε εκείνους που το ύψος της απαίτησής τους είναι μικρότερο του 10% του συνολικού ύψους των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως ηλεκτρονική ή συστημένη ταχυδρομική επιστολή, τηλεομοιοτυπικό μήνυμα ή καταχώρηση περίληψής της στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του άρθρου 101 παράγραφος 2.»
Οι παράγραφοι 1,2,5,6,7, 8 και 9 του άρθρου 106ια του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) τροποποιούνται ως ακολούθως: «1. Νομικά πρόσωπα που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3 μπορούν να υπάγονται με απόφαση του κατ` άρθρο 4 δικαστηρίου στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία.
Η αίτηση υποβάλλεται από τον οφειλέτη ή πιστωτές του οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον 20% των συνολικών απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Η συζήτηση της αίτησης ενώπιον του δικαστηρίου ορίζεται εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της και η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται εντός ενός (1) μηνός από τη συζήτηση. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του προτεινομένου ως εκκαθαριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδοχής του σχετικού έργου και έκθεσής του για το σχεδιασμό και την πορεία της εκκαθάρισης και της λειτουργίας της επιχείρησης σε εκκαθάριση. Ως εκκαθαριστής ορίζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στο ν. 3693/2008 (Α΄174) ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄τάξεως του ν. 2515/1997 (Α΄154). Eκκαθαριστής μπορεί να ορισθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄τάξεως του ν. 2515/1997. Για τον εκκαθαριστή ισχύουν οι παράγραφοι 1, 5 και 6 του άρθρου 106ι. Ο εκκαθαριστής ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Με την κατάθεση της αίτησης μπορεί να λαμβάνονται από το Δικαστήριο Προληπτικά μέτρα κατά το άρθρο 103.
Η αίτηση κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο του άρθρου 101 παράγραφος 2 πριν από δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η ημέρα της επίδοσης και της δικασίμου. Κύριες παρεμβάσεις μπορούν να ασκηθούν μόνον από πιστωτές που εκπροσωπούν ποσοστό τουλάχιστον 60% του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένου του 40% των τυχόν εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων πιστωτών. Οι κύριες παρεμβάσεις κατατίθενται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, με τον ίδιο παραπάνω υπολογισμό των ημερών, και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς, όπως και οι τυχόν πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αίτηση. Σε περίπτωση που οι κυρίως παρεμβαίνοντες αιτούνται την υπαγωγή του οφειλέτη στην Ειδική εκκαθάριση, ισχύουν, για το παραδεκτό του αιτήματός τους τα οριζόμενα στην παράγραφο 2. Το πτωχευτικό δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση, αν προβλέπει, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την έκθεση του εκκαθαριστή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ότι η υπαγωγή στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης βελτιώνει τις πιθανότητες διατήρησης της επιχείρησης και διάσωσης θέσεων εργασίας χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει και στην περίπτωση που οι κυρίως παρεμβαίνοντες του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου αιτούνται την υπαγωγή του οφειλέτη στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης. Το πτωχευτικό δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση διορίζει με την Απόφαση του τον προτεινόμενο στην αίτηση εκκαθαριστή, εκτός εάν υπάρχει πέραν της μίας αίτηση ή κύρια παρέμβαση με το αυτό αίτημα (θέση σε Ειδική εκκαθάριση) και διαφορετική πρόταση ως προς τον εκκαθαρι στο παρόν. Η Απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) και στο Δελτίο του άρθρου 101 παράγραφος 2. Τριτανακοπή κατά της Απόφασης που δέχεται την αίτηση δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση και δεν είχε κλητευθεί νόμιμα σε αυτήν εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της Απόφασης κατά το προηγούμενο εδάφιο. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επιτρέπεται έφεση. Η έφεση ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, για τη δε συζήτηση της έφεσης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Με τη δημοσίευση της Απόφασης για θέση της επιχείρησης σε εκκαθάριση η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολό της στον διοριζόμενο εκκαθαριστή. Η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά του οφειλέτη καθ’ όλη τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013. Η θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία δεν συνιστά από μόνη της σπουδαίο λόγο για την καταγγελία εκκρεμών συμβάσεων, ούτε αποτελεί λόγο ανάκλησης διοικητικών αδειών.
Ο εκκαθαριστής εγκαθίσταται με τη βοήθεια της Δημόσιας Αρχής στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης, σύμφωνα με την έκθεση της παραγράφου 2 και κατά το σχετικό χρονοδιάγραμμα και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή Υπόμνημα Προσφοράς, στο οποίο, πλην των απογραφέντων στοιχείων της επιχείρησης, περιλαμβάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του ενεργητικού της. Ο ειδικός εκκαθαριστής, προκειμένου να διατηρήσει τη λειτουργία της επιχείρησης και να καλύψει δαπάνες και έξοδα της ειδικής εκκαθάρισης, δύναται να λάβει κατά τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης χρηματοδοτήσεις ή εισφορές αγαθών ή υπηρεσιών, οι οποίες φέρουν το ειδικό προνόμιο του άρθρου 154 περίπτωση α΄. Μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την εγκατάστασή του στην επιχείρηση, ο εκκαθαριστής δημοσιεύει με ολοσέλιδη καταχώρηση σε δύο καθημερινής πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδες, στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Τομέας Νομικών) και αναρτά επίσης, στον τυχόν ιστότοπο της επιχείρησης στο διαδίκτυο Πρόσκληση Διενέργειας Δημόσιου Πλειοδοτικού Διαγωνισμού για την αγορά του συνόλου του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση επιχείρησης ή / και αν αυτό προβλέπεται ως εναλλακτική δυνατότητα στην κατά την παράγραφο 2 έκθεση επί μέρους λειτουργικών συνόλων αυτής, ορίζοντας ημερομηνία για την ενώπιόν του στα γραφεία της επιχείρησης ή κατά την κρίση του στο κατάστημα του πτωχευτικού δικαστηρίου υποβολή δεσμευτικών με εγγυητική επιστολή προσφορών, απέχουσα είκοσι (20) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες και όχι πέραν των σαράντα (40) εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση της Πρόσκλησης, καθορίζοντας και τους λοιπούς όρους του σχετικού Πλειοδοτικού Διαγωνισμού, μεταξύ των οποίων δέσμευση ότι με την υπογραφή της Σύμβασης Μεταβίβασης θα καταβάλλεται τοις μετρητοίς το σύνολο του τιμήματος. Οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές παραλαμβάνουν από τον εκκαθαριστή το Υπόμνημα Προσφοράς και διεξάγουν έλεγχο για τα πωλούμενα στοιχεία της επιχείρησης, αφού υπογράψουν Συμφωνία Εχεμύθειας.
Μετά τη σύμφωνα με την Πρόσκληση λήξη της Διαδικασίας υποβολής και αποσφράγισης των προσφορών ακολουθεί η συγκριτική εκτίμησή τους από τον εκκαθαριστή, ο οποίος συντάσσει σχετική έκθεση στην οποία προτείνει τη σειρά των προσφορών, την αποδοχή της συμφερότερης προσφοράς και την κατακύρωση του διαγωνισμού. Η έκθεση αυτή κοινοποιείται σε όσους νόμιμα κατέθεσαν Προσφορές και υποβάλλεται στο πτωχευτικό δικαστήριο με σχετική αίτηση αποδοχής της. Για τη συζήτηση της αίτησης αυτής, τις τυχόν παρεμβάσεις και λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα για την αίτηση υπαγωγής σε εκκαθάριση, αναλόγως εφαρμοζόμενα. Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυρώνει ή απορρίπτει τη σχετική Διαδικασία, αποδέχεται ή μη την υποβληθείσα αίτηση θέτοντας τυχόν επιπλέον όρους και ανακηρύσσει τον Αγοραστή ή τους Αγοραστές, κατά περίπτωση με Απόφασή του, που δεν υπάγεται σε ένδικα μέσα. Η Απόφασή του πτωχευτικού δικαστηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο του άρθρου 101 παράγραφος 2. Τριτανακοπή κατά της αποφάσεως δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση και δεν είχε κλητευθεί νόμιμα σε αυτήν εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της Απόφασης κατά το προηγούμενο εδάφιο. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης το πτωχευτικό δικαστήριο ορίζει και εισηγητή δικαστή για τις ανάγκες της διανομής του πλειστηριάσματος κατά την παράγραφο 9 του άρθρου αυτού. Με τη δημοσίευση της τυχόν θετικής Απόφασης ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί σχέδιο Σύμβασης Μεταβίβασης του Ενεργητικού της Επιχείρησης, το οποίο κοινοποιεί εγγράφως με σχετική πρόσκλησή του για υπογραφή, μετά από πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, προς τον Αγοραστή ή τους Αγοραστές. Οι καλούμενοι υπογράφουν τη σχετική Σύμβαση, αποδεχόμενοι και τους τυχόν επιπλέον όρους της δικαστικής Απόφασης ή απαντούν αρνητικά μέσα στην προθεσμία των πέντε (5) εργάσιμων ημερών, οπότε η ίδια Διαδικασία ακολουθείται για τον τυχόν Δεύτερο Αγοραστή κ.ο.κ.. Η παραπάνω υπογραφόμενη Σύμβαση επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του 1003 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αν η δικαστική Απόφαση δεν έχει επιβάλει πρόσθετους όρους, ο Αγοραστής υποχρεούται να υπογράψει τη Σύμβαση Μεταβίβασης σύμφωνα με τους όρους του Υπομνήματος Προσφοράς και της προσφοράς του Αγοραστή. Μετά την καταβολή του τιμήματος, ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί πράξη εξόφλησης. Η πράξη αυτή προσαρτάται στη Σύμβαση Μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζοντας ως προς αυτήν αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας και έχει, στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υπο παραπάνω Σύμβαση Μεταβίβασης, τις εκκρεμείς συμβάσεις της επιχείρησης και τις διοικητικές άδειες ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 106θ του παρόντος. Η όλη Διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού κατά τα προεκτεθεντα διαρκεί κατ` ανώτατο χρονικό όριο δώδεκα (12) μήνες, από την έναρξη των ενεργειών του εκκαθαριστή με τη σύνταξη της προβλεπόμενης στην παράγραφο 4 του παρόντος απογραφής με δυνατότητα παράτασης από το πτωχευτικό δικαστήριο έξι (6) επιπλέον μηνών. Σε περίπτωση υπέρβασης των άνω χρονικών ορίων, η εκκαθάριση παύει αυτοδικαίως και σε περίπτωση που εκκρεμεί Αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέτασή της. Ως προς τη Διαδικασία μεταβιβάσεώς τους, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης αυτής, ισχύουν τα ανωτέρω, αναλόγως εφαρμοζόμενα.
Ο εκκαθαριστής μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες από τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης κατά τα προαναφερόμενα υποχρεούται να δημοσιοποιήσει, με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος, Πρόσκληση Αναγγελίας Απαιτήσεων των πιστωτών. Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσιοποίηση της Πρόσκλησης. Στη συνέχεια ο εκκαθαριστής, αφού αφαιρέσει από το προϊόν της εκκαθάρισης τα έξοδα εκκαθάρισης, μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και οι δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης κατά την εκκαθάριση και αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά συμμέτρως προς τους δικαιούχους, συντάσσει, για το απομένον υπόλοιπο, Πίνακα Κατάταξης κατά τις διατάξεις των άρθρων 153-161 του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμοζομένων αναλόγως. Αρμόδιο για την εκδίκαση τυχόν ανακοπών κατά του Πίνακα είναι το πτωχευτικό δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις.»
Το άρθρο 110 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) καταργείται.
Το άρθρο 154 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) τροποποιείται ως ακολούθως: «Άρθρο 154 Μετά από την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η προσωρινή και οριστική αντιμισθία του συνδίκου και των τυχόν ομαδικών πιστωμάτων, οι πιστωτές κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά: (α) Οι απαιτήσεις από χρηματοδοτήσεις του οφειλέτη οποιασδήποτε φύσεως, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητάς του και των πληρωμών του με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης ή το σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης. Το ίδιο προνόμιο έχουν και απαιτήσεις προσώπων που, με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης, συνεισέφεραν αγαθά ή υπηρεσίες προς το σκοπό συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη και των πληρωμών, για την αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών που συνεισέφεραν. Επίσης, το ίδιο προνόμιο έχουν και απαιτήσεις από χρηματοδότηση κάθε φύσης, παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς τον οφειλέτη κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αίτηση ανοίγματος Διαδικασίας εξυγίανσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης για την επικύρωση της συμφωνίας ή τη λήξη της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 1, στο μέτρο που η παροχή του προνομίου αυτού προβλέπεται από τη Διαδικασία εξυγίανσης. Το προνόμιο των προηγούμενων εδαφίων δεν αφορά σε μετόχους ή εταίρους για τις εισφορές τους σε μετρητά ή σε είδος στα πλαίσια αύξησης του κεφαλαίου του οφειλέτη.
- β) Οι απαιτήσεις για την κηδεία ή τη νοσηλεία του οφειλέτη, της συζύγου και των τέκνων του, εφόσον προέκυψαν κατά τους τελευταίους δώδεκα (12) μήνες πριν
την κήρυξη της πτώχευσης. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις αποζημίωσης δανειστών, λόγω αναπηρίας ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, με εξαίρεση την ικανοποίηση για ηθική βλάβη, εφόσον προέκυψαν έως την κήρυξη της πτώχευσης.
- γ) Οι απαιτήσεις για την παροχή τροφίμων αναγκαίων
για τη συντήρηση του οφειλέτη, του συζύγου και των τέκνων του, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι (6) μήνες πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.
- δ) Οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, που αμείβονται με πάγια
περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης. Απαιτήσεις από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν. Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρο προστιθέμενης αξίας και παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι απαιτήσεις αποζημίωσης σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου προς διατροφή, καθώς και οι απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω αναπηρίας ποσοστού εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, εφόσον προέκυψαν έως την κήρυξη της πτώχευσης.
- ε) Οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών
από πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τον τελευταίο χρόνο πριν την κήρυξη της πτώχευσης.
- στ) Οι απαιτήσεις του Δημοσίου και των οργανισμών
τοπικής αυτοδιοίκησης από κάθε αιτία, με τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές.
- ζ) Οι απαιτήσεις του Συνεγγυητικού κατά του οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος έχει ή είχε στο παρελθόν την ιδιότητα της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 και
οι απαιτήσεις του Συνεγγυητικού έχουν προκύψει εντός δύο (2) ετών πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.»
Το άρθρο 156 του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄ 153) τροποποιείται ως ακολούθως: «Άρθρο 156 Επί διανομής προϊόντος εκποίησης πράγματος ή χρηματικής ποσότητας, εφαρμόζεται το άρθρο 977 του «Άρθρο 162 Αν η Πτωχευτική περιουσία έχει εκτιμηθεί κατά την απογραφή του άρθρου 68 σε ποσό μικρότερο από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, ακολουθείται η Διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Κώδικα.»
Μετά το άρθρο 170 προστίθεται άρθρο 170α στο ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας» (Α΄153) ως ακολούθως: «Άρθρο 170α Περίοδος απαλλαγής Ο οφειλέτης φυσικό πρόσωπο ο οποίος επιπλέον έχει κηρυχθεί συγγνωστός σύμφωνα με το άρθρο 167 θα απαλλάσσεται πλήρως από τις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας μετά από την παρέλευση τριών ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.»
Από 1.1.2016, οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στον Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007) ως αρμοδιότητες του συνδίκου, του μεσολαβητή, του ειδικού εντολοδόχου και του ειδικού εκκαθαριστή θα ασκούνται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, ύστερα από καταχώρηση σε επαγγελματικό μητρώο, θα έχει το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα του διαχειριστή αφερεγγυότητας. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, καθορίζονται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την πρόσβαση στο επάγγελμα, ο τρόπος οργάνωσης του επαγγέλματος, ο διορισμός και η παύση του διαχειριστή, η εποπτεία του, οι επιμέρους αρμοδιότητές του σε σχέση με τις προβλεπόμενες διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδικα μαζί με την ευθύνη και τις κυρώσεις από τη μη άσκησή τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση μεταβατικού χαρακτήρα, ιδίως για τις εκκρεμείς διαδικασίες.
Η παρούσα υποπαράγραφος εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, με την εξαίρεση της παραγράφου 21 η οποία θα ισχύσει από 1.1.2016. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Δ.1: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν.Δ. 356/1974 (Α΄90), 4152/2013 (Α΄107), 4172/2013 (Α΄167), 4174/2013 (Α΄170), 4305/2014 (Α΄237), 4321/2015 (Α΄32)
Στην περίπτωση α΄ της πρώτης παρ. του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ Α΄90) μετά τις λέξεις «οι έρευνες» προστίθενται οι λέξεις «με βάση τα εκάστοτε πρόσφορα διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσα της φορολογικής διοίκησης».
Στην ίδια ως άνω περίπτωση μετά τη λέξη «τρίτων» διαγράφεται το κόμμα και αντικαθίστανται οι λέξεις «ο έλεγχος της πτωχευτικής και μεταπτωχευτικής περιουσίας» με τις λέξεις «ή με διαδικασία εκκαθάρισης και η παύση των εργασιών της πτώχευσης».
Στην ίδια ως άνω περίπτωση μετά τη λέξη «πτωχό» τίθεται τελεία και διαγράφονται οι λέξεις «ή ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης, εφόσον πρόκειται για οφειλέτη υπό καθεστώς εκκαθάρισης».
Στην περίπτωση β΄ της πρώτης παρ. του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 μετά τη λέξη «δίωξης» και πριν από τη λέξη «κατά» διαγράφονται οι λέξεις «εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ».
Στην περίπτωση γ΄ της τρίτης παρ. του άρθρου 82 του ν.δ. 356/1974 μετά τη λέξη «λογαριασμοί» προστίθενται οι λέξεις «και το περιεχόμενο των θυρίδων σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα».
Στην ίδια ως άνω περίπτωση αντικαθίστανται οι λέξεις «του άρθρου 14 του ν. 2523/1997» με τις λέξεις «των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 46 του ν. 4174/ 2013 όπως ισχύει».
Στο άρθρο 30Β του ν.δ. 356/1974 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων δύναται να αποστέλλει ηλεκτρονικά στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας τα στοιχεία των οφειλετών του Δημοσίου, με συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή πάνω από εβδομήντα χιλιάδες ευρώ. Τα πιο πάνω ιδρύματα υποχρεούνται να προβαίνουν αυθημερόν στις ενέργειες που απαιτούνται για τη δέσμευση των χρημάτων, που ευρίσκονται ή κατατίθενται στους λογαριασμούς των οφειλετών, μέχρι του ύψους της συνολικής οφειλής. Μετά τη δέσμευση και εντός δύο ημερών, ενημερώνεται για το ύψος του δεσμευθέντος ποσού η Φορολογική Διοίκηση, η οποία οφείλει να επιβάλει κατάσχεση, κατά τις διατάξεις του πρώτου άρθρου του παρόντος, το αργότερο σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την ηλεκτρονική παραλαβή της ενημερωτικής απάντησης, άλλως το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει οίκοθεν στην άμεση άρση της επιβληθείσης δέσμευσης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζεται η αρμόδια υπηρεσία για τη συλλογή και αποστολή των στοιχείων, κατά το εδάφιο 1 ως και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου. Με όμοια απόφαση μπορεί να μεταβάλλεται το ύψος της οφειλής του εδαφίου 1.»
α. Η περίπτωση ε΄της πρώτης παραγράφου του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) αντικαθίσταται ως εξής: «ε) Οι απαιτήσεις από μισθούς, συντάξεις και κάθε είδους ασφαλιστικά βοηθήματα που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο από χίλια (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση για τα χρέη προς το Δημόσιο επί του ½ του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καθώς και επί του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ». Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται στις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ανεξαρτήτως του χρόνου γένεσης των απαι του. Τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ καταργούνται. 8β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 31 ΚΕΔΕ αντικαθίσταται ως εξής: «Καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα σε ατομικό ή κοινό λογαριασμό είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.»
α) Στον τίτλο του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974, όπως ισχύει, μετά τη λέξη «πτωχών» και πριν από τη λέξη «οφειλετών» προστίθενται οι λέξεις «και υπό εξυγίανση ή συνδιαλλαγή».
- β) Στο τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 62Α του ν.δ.
356/1974, όπως ισχύει, μετά τις λέξεις «καταβολή τους» και πριν από την τελεία προστίθενται κόμμα και λέξεις ως εξής: «, οπότε επιβάλλεται επί του καθυστερούμενου ποσού προσαύξηση ίση με ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) για κάθε μήνα καθυστέρησης».
- γ) Η παρ. 6 του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Από την ημέρα υποβολής της αίτησης ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή των χρεών που υπάγονται σε αυτή. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο αναστολή λήγει με την πάροδο της προθεσμίας καταβολής της τελευταίας δόσης της ρύθμισης κατά τα οριζόμενα στην απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος ή με την έκδοση απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ή με την έγγραφη άρνηση αποδοχής της ρύθμισης ή με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την αποδοχή αυτής, κατά περίπτωση, η δε παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο ενός έτους από το χρονικό σημείο λήξης της αναστολής.»
- δ) Η παρ. 9 του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974 αναριθμείται σε 10 και προστίθεται νέα παράγραφος 9 ως εξής:
«9. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως για τη ρύθμιση χρεών οφειλετών που έχουν συνάψει συμφωνία συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης, η οποία επικυρώθηκε δικαστικά κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι τα χρέη δεν ρυθμίζονται από τη συμφωνία και γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από τη δικαστική επικύρωσή της ανεξαρτήτως χρόνου βεβαίωσης. Στην περίπτωση αυτή αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο για την εξέταση του αιτήματος ρύθμισης είναι η επιτροπή της παραγράφου 1 του παρόντος ανεξαρτήτως ύψους οφειλής.»
α. Η ισχύς της υποπερίπτωσης γ΄ της περίπτωσης 6 της υποπαραγράφου Α.2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107), όπως ισχύει, ως προς τις προϋποθέσεις πιστοποίησης από ανεξάρτητο εκτιμητή, παροχής εγγύησης ή διασφάλισης ή εμπράγματης ασφάλειας, καθώς και της βιωσιμότητας του διακανονισμού αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις, διασφαλίσεις ή εμπράγματες ασφάλειες που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων εξακολουθούν να ισχύουν. β. Οι λέξεις «οκτώ εκατοστιαίων μονάδων» της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Α.2 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄107), όπως ισχύει, αντικαθίστανται με τις λέξεις «πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων». γ. Η περίπτωση β΄ ισχύει μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, για τις νέες ρυθμίσεις και για τις ανεξόφλητες δόσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων.
α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) καταργείται. β. Η παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) αντικαθίσταται ως ακολούθως: «2. Το ποσοστό της παραγράφου 1 ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων β΄, γ΄ , ε΄ και στ΄ μόνο για τις κοινοπραξίες των προσωπικών εταιρειών του άρθρου 45.» γ. H παρ. 36 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως προστέθηκε με την περίπτωση β΄ της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 4334/2015 (Α΄ 80), αντικαθίσταται ως εξής: «36. Το ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) της προκαταβολής του φόρου εισοδήματος της παραγράφου 1 του άρθρου 71 εφαρμόζεται για τα κέρδη που προκύπτουν σε φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά. Ειδικά, για τα κέρδη που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 71 στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, το ποσοστό της προκαταβολής φόρου ορίζεται σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) και για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους το ποσοστό αυτό ορίζεται σε εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%).» δ. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «Με βάση τη δήλωση που υποβάλλει ο φορολογούμενος και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας βεβαιώνεται ποσό ίσο με το εκατό τοις εκατό (100%) του φόρου που προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου φορολογικού έτους.» ε. Στο άρθρο 72 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παράγραφος 38 που έχει ως εξής: «38. Το ποσοστό της προκαταβολής του φόρου εισοδήματος της παραγράφου 1 του άρθρου 69 ορίζεται σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και σε εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) για τα κέρδη που προκύπτουν στο φορολογικό έτος που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως και την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.». στ.i. Στο άρθρο 72 του ν. 4172/2013 προστίθεται νέα παράγραφος 39 ως εξής: «39. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες με φορολογικό έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2014 και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους η καταβολή του φόρου σύμφωνα με το άρθρο 68 γίνεται σε πέντε (5) ισόποσες μηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη κα των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2015.» ii. Η ισχύς της περίπτωσης i αρχίζει από την επομένη ημέρα της δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αφορά δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που υποβάλλονται από την ημερομηνία αυτή και μετά. ζ. Η παρ. 1 του άρθρου 21 του ν. 4321/2015 (Α΄ 32) καταργείται από τότε που ίσχυσε. η. Η παράγραφος 8 του άρθρου 26, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 67 και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 68 του ν. 4172/ 2013 (Α΄ 167), όπως προστέθηκαν με τις παραγράφους 2, 4 και 5 του άρθρου 2 του ν. 4328/2015 (Α΄ 51), καταργούνται για τα εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2015 και μετά. θ. Η παρ. 34 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 4328/ 2015, καταργείται για εισοδήματα που αποκτήθηκαν στο φορολογικό έτος 2014.
α. Στο άρθρο 48 του ν. 4174/2013 (Α΄170) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιλέγει κατά προτεραιότητα τις προς επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υποθέσεις με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή εξαιρετικά και με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα και δεν δημοσιοποιούνται. Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά, εκ των υστέρων, στοιχεία από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τα κριτήρια του προηγούμενου εδαφίου.» β. Στο τέλος του άρθρου 9 του ν.δ. 356/1974 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής: «Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να επιλέγει κατά προτεραιότητα τις προς επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υποθέσεις με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου ή εξαιρετικά και με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα και δεν δημοσιοποιούνται. Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται να ζητά, εκ των υστέρων, στοιχεία από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τα κριτήρια του προηγούμενου εδαφίου.»
α. Η ισχύς της περίπτωσης γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις ή εμπράγματα βάρη που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω υποπερίπτωσης γγ΄ εξακολουθούν να ισχύουν. β. Στην παρ. 6 του άρθρου 43 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Ο τόκος του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο.» γ. Η περίπτωση β΄ ισχύει μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, για τις νέες ρυθμίσεις και για τις ανεξόφλητες δόσεις υφιστάμενων ρυθμίσεων. 14.α. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (Α΄237) οι λέξεις «Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης έχει ως συνέπειες:» αντικαθίστανται ως εξής: «Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης, καθώς και η μη τακτοποίηση κατά νόμιμο τρόπο από τον οφειλέτη των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ατομικών καθώς και αυτές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 47 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) και του άρθρου 7 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύουν, κατά περίπτωση, έχει ως συνέπειες:». β. Στην παρ. 15 του άρθρου 51 του ν. 4305/2014, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο δ΄ ως εξής: «δ) Να μειώνει τη διάρκεια της ήδη χορηγηθείσας ρύθμισης εάν ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να πληρώνει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες, οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.» 15.α. H παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «Βασικές οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης των άρθρων 1-17 του παρόντος αντί των κατά ΚΕΔΕ και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής από την υπαγωγή τους σε ρύθμιση επιβαρύνονται με τόκο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Βασικές συνολικές οφειλές μέχρι 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: αα. ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο που δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, ββ. η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη, όπως προκύπτει από τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (Ε9) είναι αντικειμενικής αξίας μέχρι 150.000 ευρώ και γγ. η υπαγόμενη στη ρύθμιση βασική οφειλή υπερβαίνει το 50% του δηλωθέντος ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη.» β. Στο άρθρο 12 του ν. 4321/2015 προστίθεται εδάφιο δ΄ ως εξής: «δ) δεν έχει τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ατομικές, καθώς και αυτών για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 47 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) και του άρθρου 7 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύουν κατά περίπτωση.» γ. Η περίπτωση α΄ ισχύει για τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος. δ. Στο άρθρο 8 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο ως εξής: «δ) δεν έχει τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, ατομικές καθώς και αυτές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά και το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής τους.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)