Νόμοι — ΦΕΚ A' 13/2016

Type Νόμος
Publication 2016-02-05
State In force
Source ΦΕΚ
articles 275
Reform history JSON API
4.

Η ενότητα κινδύνου ανάληψης ασφαλίσεων υγείας αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που πηγάζει από την ανάληψη υποχρεώσεων ασφαλίσεων υγείας, είτε γίνεται με τεχνική βάση παρόμοια με εκείνη της ασφάλισης ζωής είτε όχι, όπως προκύπτει τόσο από τις αιτίες κινδύνων που καλύπτονται όσο και τις διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την άσκηση της δραστηριότητας. Καλύπτει τουλάχιστον τους ακόλουθους κινδύνους:

  • α) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην

αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση ή τη μεταβλητότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων,

  • β) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην

αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει στο χρόνο και στο ποσό διακανονισμού των αποζημιώσεων κατά τη στιγμή της πρόβλεψης,

  • γ) τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην

αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από σημαντική αβεβαιότητα στις παραδοχές τιμολόγησης και δημιουργίας προβλέψεων σε σχέση με εκδηλώσεις σοβαρών επιδημιών, καθώς και την ασυνήθη σώρευση κινδύνων κάτω από τέτοιου είδους ακραίες περιστάσεις.

5.

Η ενότητα για τον κίνδυνο αγοράς αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που πηγάζει από το επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των χρηματοοικονομικών μέσων που έχουν επίπτωση στην αξία των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της επιχείρησης. Αντικατοπτρίζει δεόντως τη δομική αναντιστοιχία μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων, ιδίως σε σχέση με την οικονομική μέση διάρκειά τους. Υπολογίζεται, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Παραρτήματος I του παρόντος, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τουλάχιστον ακόλουθες υποενότητες:

  • α) της ευαισθησίας των αξιών περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και χρηματοοικονομικών μέσων σε

μεταβολές στην χρονική διάρθρωση των επιτοκίων, ή στη μεταβλητότητα των επιτοκίων (κίνδυνος επιτοκίου),

  • β) της ευαισθησίας των αξιών περιουσιακών στοιχείων,

υποχρεώσεων και χρηματοοικονομικών μέσων σε μεταβολές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των μετοχών (κίνδυνος μετοχών),

  • γ) της ευαισθησίας των αξιών περιουσιακών στοιχείων,

υποχρεώσεων και χρηματοοικονομικών μέσων σε μεταβολές στο επίπεδο ή στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών ακινήτων (κίνδυνος τιμών ακινήτων),

  • δ) της ευαισθησίας των αξιών περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και χρηματοοικονομικών μέσων

σε μεταβολές στο επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των πιστωτικών περιθωρίων πλέον της χρονικής διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου (κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου),

  • ε) της ευαισθησίας των αξιών περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και χρηματοοικονομικών μέσων σε

μεταβολές στο επίπεδο, ή τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών (συναλλαγματικός κίνδυνος),

  • στ) των πρόσθετων κινδύνων της ασφαλιστικής ή

αντασφαλιστικής επιχείρησης που προέρχονται είτε από έλλειψη διαφοροποίησης στο χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων είτε από μεγάλη έκθεση σε κίνδυνο αθέτησης από ένα και μόνο εκδότη τίτλων ή ομάδα σχετιζόμενων εκδοτών (κίνδυνος συγκέντρωσης αγοράς).

6.

Η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου αντικατοπτρίζει πιθανές ζημίες λόγω μη αναμενόμενης αθέτησης ή επιδείνωσης στην πιστωτική θέση των αντισυμβαλλομένων και οφειλετών των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των προσεχών δώδεκα (12) μηνών. Η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου καλύπτει συμβάσεις μετριασμού του κινδύνου, όπως συμφωνίες αντασφάλισης, τιτλοποιήσεις και παράγωγα προϊόντα, και απαιτήσεις από διαμεσολαβούντες, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες πιστωτικές εκθέσεις οι οποίες δεν καλύπτονται στην υποενότητα κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου. Λαμβάνει κατάλληλα υπόψη εγγυήσεις ή άλλες διασφαλίσεις που διακρατούνται από την, ή για λογαριασμό της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και τους κινδύνους που σχετίζονται με τις ανωτέρω εγγυήσεις ή διασφαλίσεις. Για κάθε αντισυμβαλλόμενο, η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου λαμβάνει υπόψη τη συνολική έκθεση σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης προς τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή των συμβατικών του υποχρεώσεων προς την επιχείρηση αυτή.

Άρθρο 82

Υπολογισμός υποενότητας κινδύνου μετοχών: Μηχανισμός συμμετρικής προσαρμογής (άρθρο 106 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 29 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Η υποενότητα κινδύνου μετοχών υπολογιζόμενη με την τυποποιημένη μέθοδο, περιλαμβάνει συμμετρική προσαρμογή στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στο επίπεδο των τιμών των μετοχών.

2.

Η συμμετρική προσαρμογή της βάσει τυποποιημένης μεθόδου επιβάρυνσης κεφαλαίου λόγω μετοχών, βαθμονομημένη σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 80 του παρόντος, για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στο επίπεδο των τιμών των μετοχών, υπολογίζεται ως συνάρτηση του τρέχοντος επιπέδου κατάλληλου δείκτη μετοχών και ενός σταθμισμένου μέσου επιπέδου του συγκεκριμένου δείκτη. Ο σταθμισμένος μέσος υπολογίζεται επί τη βάσει κατάλληλης χρονικής περιόδου που πρέπει να είναι η ίδια για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

3.

Η συμμετρική προσαρμογή της βάσει τυποποιημένης μεθόδου επιβάρυνσης του κεφαλαίου λόγω μετοχών για την κάλυψη του κινδύνου από μεταβολές στο επίπεδο των τιμών των μετοχών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή επιβάρυνσης κεφαλαίου λόγω κινδύνου μετοχών χαμηλότερης κατά περισσότερες από 10 ποσοστιαίες μονάδες ή υψηλότερης κατά περισσότερο από 10 ποσοστιαίες μονάδες, από αυτή που προκύπτει με βάση την τυποποιημένη επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω κινδύνου μετοχών.

Άρθρο 83

Κεφαλαιακή Απαίτηση για λειτουργικό κίνδυνο (άρθρο 107 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Η κεφαλαιακή απαίτηση για λειτουργικό κίνδυνο αντικατοπτρίζει τους λειτουργικούς κινδύνους, στο βαθμό που αυτοί δεν αντικατοπτρίζονται ήδη στις ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 80 του παρόντος. Η απαίτηση αυτή βαθμονομείται σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77

2.

Όσον αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης ζωής, όπου ο επενδυτικός κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους αντισυμβαλλόμενους, ο υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης για λειτουργικό κίνδυνο λαμβάνει υπόψη το ποσό των ετήσιων εξόδων που καταλογίζονται σε σχέση με τις εν λόγω ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

3.

Όσον αφορά στις εργασίες ασφάλισης και αντα σμός της κεφαλαιακής απαίτησης για λειτουργικό κίνδυνο λαμβάνει υπόψη το μέγεθος των εργασιών αυτών, σε όρους δεδουλευμένων ασφαλίστρων και τεχνικών προβλέψεων που σχηματίζονται σε σχέση με τις εν λόγω ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η κεφαλαιακή απαίτηση για λειτουργικό κίνδυνο δεν υπερβαίνει το τριάντα επί τοις εκατό (30%) της Βασικής Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας που συνδέεται με τις συγκεκριμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εργασίες.

Άρθρο 84

Προσαρμογή για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων (άρθρο 108 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 29 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Η προσαρμογή που αναφέρεται στην περίπτωση γ΄ του άρθρου 79 για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων αντικατοπτρίζει τη δυνητική αντιστάθμιση μη αναμενόμενων ζημιών μέσω ταυτόχρονης μείωσης των τεχνικών προβλέψεων ή των αναβαλλόμενων φόρων ή συνδυασμού και των δύο. Η προσαρμογή αυτή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα του μετριασμού του κινδύνου που παρέχεται από μελλοντικές παροχές των ασφαλιστικών συμβάσεων η εκπλήρωση των οποίων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης, στο βαθμό που αυτή μπορεί να στοιχειοθετήσει ότι μια μείωση των παροχών αυτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη μη αναμενόμενων ζημιών, όταν αυτές προκύψουν. Το αποτέλεσμα μετριασμού του κινδύνου που παρέχεται από τις προαναφερόμενες μελλοντικές παροχές διακριτικής ευχέρειας δεν υπερβαίνει το ποσό των τεχνικών προβλέψεων και αναβαλλόμενων φόρων σε σχέση με τα μελλοντικά προαιρετικά αυτά οφέλη. Για τους σκοπούς του δευτέρου εδαφίου, η αξία των μελλοντικών προαιρετικών παροχών κάτω από δυσμενείς περιστάσεις συγκρίνεται με την αξία των παροχών αυτών λαμβάνοντας υπόψη τις χρησιμοποιούμενες παραδοχές για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

Άρθρο 85

Απλοποιήσεις στην τυποποιημένη μέθοδο (άρθρο 109 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένο υπολογισμό για συγκεκριμένη υποενότητα ή ενότητα κινδύνου όταν η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζουν δικαιολογεί τη στάση αυτή και εφόσον θα ήταν δυσανάλογο να απαιτηθεί από όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τον τυποποιημένο υπολογισμό. Οι απλοποιημένοι υπολογισμοί βαθμονομούνται σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος.

Άρθρο 86

Σημαντικές αποκλίσεις από τις παραδοχές στον υπολογισμό με την τυποποιημένη μέθοδο (άρθρο 110 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 2 της παρούσας Ενότητας, επειδή το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός με την τυποποιημένη μέθοδο, η Εποπτική Αρχή μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή της, να ζητά από την εν λόγω επιχείρηση να αντικαταστήσει ένα υποσύνολο των παραμέτρων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό με την τυποποιημένη μέθοδο από παραμέτρους ειδικές για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, για τον υπολογισμό των ενοτήτων κινδύνου ανάληψης ασφαλίσεων ζωής, κατά ζημιών και υγείας, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 80 του παρόντος. Οι ειδικές αυτές παράμετροι υπολογίζονται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι η επιχείρηση συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος.

ΤΜΗΜΑ 3

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ − ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

Άρθρο 87

Γενικές διατάξεις για την έγκριση πλήρων και μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων (άρθρο 112 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Oι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας με τη χρησιμοποίηση πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος κατόπιν εγκρίσεως από την Εποπτική Αρχή.

2.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν μερικά εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω:

  • α) μίας ή περισσοτέρων ενοτήτων κινδύνου ή υποενοτήτων, της Βασικής Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στα άρθρα 80 και 81 του

παρόντος,

  • β) της κεφαλαιακής απαίτησης για τον λειτουργικό

κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 83 του παρόντος,

  • γ) της προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 84

Παράλληλα, η χρήση μερικού υποδείγματος μπορεί να εφαρμόζεται στο σύνολο της δραστηριότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή μόνο σε μία ή περισσότερες σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες αυτών.

3.

Στην αίτηση για έγκριση από την Εποπτική Αρχή, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν, κατ’ ελάχιστον, τεκμηριωμένα στοιχεία με βάση τα οποία προκύπτει ότι το εσωτερικό υπόδειγμα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 94 έως 99 του παρόντος. Εφόσον η αίτηση για την έγκριση αυτή συνδέεται με μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, οι απαιτήσεις στα άρθρα 94 έως 99 του παρόντος προσαρμόζονται προκειμένου

4.

Η Εποπτική Αρχή αποφασίζει επί της αιτήσεως εντός έξι μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης.

5.

Η Εποπτική Αρχή εγκρίνει την αίτηση μόνον εφόσον βεβαιωθεί ότι τα συστήματα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για τον εντοπισμό, τον υπολογισμό, την παρακολούθηση, τη διαχείριση και την αναφορά του κινδύνου είναι επαρκή, και ιδίως ότι το εσωτερικό υπόδειγμα συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος.

6.

Οποιαδήποτε απόφαση της Εποπτικής Αρχής να απορρίψει την αίτηση για τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος συνοδεύεται από σχετική αιτιολόγηση, αναφέροντας τους λόγους απόρριψης.

7.

Η Εποπτική Αρχή, εφόσον έχει εγκρίνει τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος, μπορεί, με απόφαση στην οποία να αναφέρονται οι λόγοι, να απαιτεί από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να παρέχει σε αυτήν εκτίμηση της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας καθοριζόμενη σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 2 της παρούσας Ενότητας.

Άρθρο 88

Ειδικές διατάξεις για την έγκριση μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων (άρθρο 113 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφοι 30 και 31 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Στην περίπτωση μερικού εσωτερικού υποδείγματος, η έγκριση της Εποπτικής Αρχής δίδεται μόνον εάν το υπόδειγμα συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 του παρόντος και εφόσον πληροί τις ακόλουθες συμπληρωματικές προϋποθέσεις:

  • α) η επιχείρηση έχει δικαιολογήσει επαρκώς το λόγο

για το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος,

  • β) η προκύπτουσα Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας αντικατοπτρίζει καταλληλότερα το προφίλ κινδύνου

της επιχείρησης, και ιδίως ανταποκρίνεται στις αρχές που παρατίθενται στο Τμήμα 1 της παρούσας Ενότητας,

  • γ) ο σχεδιασμός του μερικού εσωτερικού υποδείγματος είναι συνεπής προς τις αρχές που προβλέπονται

στο Τμήμα 1 της παρούσας Ενότητας προκειμένου να επιτρέπει την πλήρη ενσωμάτωσή του στην τυποποιημένη μέθοδο της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας.

2.

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης για τη χρήση μερικού εσωτερικού υποδείγματος το οποίο καλύπτει ορισμένες μόνο υποενότητες μιας συγκεκριμένης ενότητας κινδύνου ή ορισμένες από τις επιχειρηματικές μονάδες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε σχέση με μια ορισμένη ενότητα κινδύνου ή μέρη και των δύο, η Εποπτική Αρχή δύναται να ζητά από την επιχείρηση να υποβάλει ένα ρεαλιστικό μεταβατικό σχέδιο για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του υποδείγματος. Στο μεταβατικό αυτό σχέδιο καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο η ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση προγραμματίζει να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος σε άλλες υποενότητες ή επιχειρηματικές μονάδες, προκειμένου να διασφαλίσει ότι το υπόδειγμα καλύπτει ένα αρκούντως σημαντικό μέρος των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων σε σχέση με τη συγκεκριμένη αυτή ενότητα κινδύνου.

Άρθρο 89

Πολιτική αλλαγής των πλήρων και μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων (άρθρο 115 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 30 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ) Στο πλαίσιο της διαδικασίας αρχικής έγκρισης εσωτερικού υποδείγματος, η Εποπτική Αρχή εγκρίνει την πολιτική για την αλλαγή του υποδείγματος της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επιτρέπεται να τροποποιούν το εσωτερικό τους υπόδειγμα σύμφωνα με την πολιτική αυτή. Η πολιτική περιλαμβάνει τις προδιαγραφές των σημαντικών και των δευτερευουσών αλλαγών στο εσωτερικό υπόδειγμα. Οι σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό υπόδειγμα, καθώς και οι αλλαγές στην πολιτική αυτή, υπόκεινται πάντοτε σε προηγούμενη έγκριση από την Εποπτική Αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 87 του παρόντος. Οι δευτερεύουσες αλλαγές στο εσωτερικό υπόδειγμα δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση της Εποπτικής Αρχής μόνον εφόσον αναπτύσσονται σύμφωνα με την υποβληθείσα πολιτική.

Άρθρο 90

Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 116 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η αίτηση για την έγκριση του εσωτερικού υποδείγματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 87 του παρόντος, καθώς και η αίτηση για την έγκριση μεταγενέστερων σημαντικών αλλαγών στο εν λόγω υπόδειγμα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που υποβάλλονται προς την Εποπτική Αρχή φέρει την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου τους. Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει την ευθύνη για τη θεσμοθέτηση συστημάτων που διασφαλίζουν τη σωστή λειτουργία του εσωτερικού υποδείγματος σε συνεχή βάση.

Άρθρο 91

Επιστροφή στην τυποποιημένη μέθοδο (άρθρο 117 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Αφού λάβουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 87 έγκριση, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν δύναται να επιστρέψουν στον υπολογισμό του συνόλου ή μέρους της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως αναφέρεται στο Τμήμα 2 της παρούσας Ενότητας, εκτός εάν συντρέχουν δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις και με την προϋπόθεση της προηγούμενης έγκρισης της Εποπτικής Αρχής.

Άρθρο 92

Μη συμμόρφωση με το εσωτερικό υπόδειγμα (άρθρο 118 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Εάν, αφού έχει ληφθεί έγκριση από την Εποπτική Αρχή για χρήση εσωτερικού υποδείγματος, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παύσουν να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 94 έως 99 του παρόντος, οι επιχειρήσεις πρέ σε εύλογο χρονικό διάστημα είτε να αποδεικνύουν ότι το αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης είναι ασήμαντο.

2.

Στην περίπτωση που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν εφαρμόσουν το σχέδιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μπορεί να ζητά από τις επιχειρήσεις αυτές να επιστρέψουν στον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 2 της παρούσας Ενότητας.

Άρθρο 93

Σημαντικές αποκλίσεις από τις βασικές παραδοχές για την τυποποιημένη μέθοδο υπολογισμού (άρθρο 119 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Όταν δεν ενδείκνυται ο υπολογισμός της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 2 της παρούσας Ενότητας επειδή το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος υπολογισμού, η Εποπτική Αρχή δύναται, με αιτιολογημένη απόφασή της, να απαιτεί από την εν λόγω επιχείρηση να χρησιμοποιήσει ένα εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας ή των συναφών ενοτήτων κινδύνου της τυποποιημένης προσέγγισης.

Άρθρο 94

Δοκιμή χρήσης (άρθρο 120 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι το εσωτερικό υπόδειγμα χρησιμοποιείται από αυτές ευρέως και ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διακυβέρνησής τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 30 έως 37 του παρόντος και ιδίως:

  • α) στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου όπως προβλέπεται στο άρθρο 32 του παρόντος και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων,
  • β) στη διαδικασία εκτίμησης και κατανομής του οικονομικού κεφαλαίου και του κεφαλαίου φερεγγυότητας,

συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 33 του παρόντος. Επιπλέον, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι η συχνότητα υπολογισμού της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας με τη χρήση του εσωτερικού υποδείγματος συμβαδίζει με τη συχνότητα με την οποία χρησιμοποιούν το εσωτερικό τους υπόδειγμα για τους άλλους σκοπούς που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τη διασφάλιση της συνεχούς καταλληλότητας του σχεδιασμού και της λειτουργίας του εσωτερικού υποδείγματος και ότι το εσωτερικό υπόδειγμα εξακολουθεί να αντικατοπτρίζει κατάλληλα το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 95

Πρότυπα στατιστικής ποιότητας (άρθρο 121 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Το εσωτερικό υπόδειγμα, και ιδίως ο υπολογισμός της υποκείμενης προβλεπτικής πιθανοθεωρητικής κατανομής, πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 9 του παρόντος.

2.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της προβλεπτικής πιθανοθεωρητικής κατανομής βασίζονται σε κατάλληλες, εφαρμόσιμες και συναφείς αναλογιστικές και στατιστικές μεθόδους, είναι συνεπείς με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και βασίζονται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες, καθώς και σε ρεαλιστικές παραδοχές. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να αιτιολογούν στην Εποπτική Αρχή τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται το εσωτερικό τους υπόδειγμα.

3.

Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για το εσωτερικό υπόδειγμα πρέπει να είναι ακριβή, πλήρη και κατάλληλα. Προς τούτο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επικαιροποιούν τα σύνολα δεδομένων που χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό της προβλεπτικής πιθανοθεωρητικής κατανομής τουλάχιστον μία φορά κάθε χρόνο.

4.

Δεν υποδεικνύεται καμία συγκεκριμένη μέθοδος υπολογισμού της προβλεπτικής πιθανοθεωρητικής κατανομής. Ανεξάρτητα από την επιλεγείσα από την επιχείρηση μέθοδο υπολογισμού, η ικανότητα του εσωτερικού υποδείγματος να ταξινομήσει τους κινδύνους πρέπει να είναι επαρκής για να εξασφαλίζει την ευρεία χρήση του και την απαίτηση να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, στην κατανομή των κεφαλαίων και στο σύστημα διακυβέρνησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 94 του παρόντος. Το εσωτερικό υπόδειγμα πρέπει να καλύπτει όλους τους σημαντικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Τα εσωτερικά υποδείγματα καλύπτουν τουλάχιστον τους κινδύνους που αναφέρονται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος.

5.

Όσον αφορά στα αποτελέσματα της διαφοροποίησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να λαμβάνουν υπόψη στο εσωτερικό τους υπόδειγμα τις υφιστάμενες εξαρτήσεις εντός των κατηγοριών κινδύνου, καθώς και μεταξύ των κατηγοριών κινδύνου, υπό τον όρο ότι η Εποπτική Αρχή είναι ικανοποιημένη με το σύστημα που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των αποτελεσμάτων διαφοροποίησης.

6.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να λαμβάνουν πλήρως υπόψη το αποτέλεσμα των τεχνικών μετριασμού του κινδύνου στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, μόνον εφόσον ο πιστωτικός κίνδυνος και οι λοιποί κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση των τεχνικών μετριασμού του κινδύνου αντικατοπτρίζονται κατάλληλα στο εσωτερικό υπόδειγμα.

7.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να εκτιμούν στο εσωτερικό τους υπόδειγμα με ακρίβεια τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνδέονται με τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και συμβατικά δικαιώματα προαιρέσεως, όπου είναι ουσιώδη. Θα πρέπει να εκτιμούν επίσης τους κινδύνους που συνδέονται με τα δικαιώματα επιλογής τόσο του αντισυμβαλλομένου όσο και με τα συμβατικά δικαιώματα επιλογής για τις μπορούν να έχουν στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μελλοντικές αλλαγές στις οικονομικές και μη οικονομικές συνθήκες.

8.

Στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να λαμβάνουν υπόψη τις μελλοντικές ενέργειες της διοίκησης που εύλογα αναμένονται σε ειδικές περιστάσεις, λαμβάνοντας υποχρεωτικά υπόψη τον αναγκαίο χρόνο για την υλοποίηση των ενεργειών αυτών.

9.

Στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλες τις πληρωμές προς τους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους τις οποίες αναμένουν να πραγματοποιήσουν, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές αυτές είναι συμβατικά εγγυημένες.

Άρθρο 96

Πρότυπα βαθμονόμησης (άρθρο 122 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να χρησιμοποιούν διαφορετική χρονική περίοδο ή μέτρο κινδύνου σε σχέση με αυτήν που προβλέπεται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος για τους σκοπούς του εσωτερικού υποδείγματος, μόνον εφόσον τα αποτελέσματα του εσωτερικού υποδείγματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις επιχειρήσεις αυτές για τον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας με τρόπο που να παρέχεται στους αντισυμβαλλομένους και στους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με εκείνο που προβλέπεται στο άρθρο 77 του παρόντος.

2.

Όπου είναι δυνατό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας κατευθείαν από την προβλεπτική πιθανοθεωρητική κατανομή που παράγεται από το εσωτερικό υπόδειγμα των επιχειρήσεων αυτών, με τη χρήση του μέτρου της αξίας σε κίνδυνο που αναφέρεται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος.

3.

Εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να λάβουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας κατευθείαν από την προβλεπτική πιθανοθεωρητική κατανομή που παράγεται από το εσωτερικό υπόδειγμα, η Εποπτική Αρχή δύναται να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση προσεγγίσεων στη διαδικασία υπολογισμού της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, μόνον εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να αποδείξουν στην Εποπτική Αρχή ότι παρέχεται στους αντισυμβαλλόμενους επίπεδο προστασίας τουλάχιστον ισοδύναμο με εκείνο που αναφέρεται στο άρθρο 77 του παρόντος.

4.

Η Εποπτική Αρχή δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να εφαρμόζουν το εσωτερικό τους υπόδειγμα σε κατάλληλα χαρτοφυλάκια αναφοράς χρησιμοποιώντας παραδοχές βασιζόμενες σε εξωτερικά παρά σε εσωτερικά δεδομένα, προκειμένου να ελεγχθεί η βαθμονόμηση του εσωτερικού υποδείγματος και να εξακριβωθεί εάν οι προδιαγραφές του είναι σύμφωνες με τις γενικά αποδεκτές πρακτικές της αγοράς.

Άρθρο 97

Απόδοση κερδών και ζημιών (άρθρο 123 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξετάζουν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τα αίτια και την προέλευση των κερδών και ζημιών για καθεμία από τις σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες. Επίσης, καταδεικνύουν με ποιο τρόπο η επιλεγείσα κατηγοριοποίηση των κινδύνων στο εσωτερικό υπόδειγμα εξηγεί τα αίτια και την προέλευση των κερδών και των ζημιών. Η κατηγοριοποίηση των κινδύνων και η απόδοση των κερδών και ζημιών στους κινδύνους πρέπει να αντικατοπτρίζουν το προφίλ κινδύνου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Άρθρο 98

Πρότυπα επικύρωσης (άρθρο 124 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν τακτικό κύκλο επικύρωσης του υποδείγματος, ο οποίος περιλαμβάνει την παρακολούθηση των επιδόσεων του εσωτερικού υποδείγματος, την επανεξέταση της συνεχούς καταλληλότητας των προδιαγραφών του και τη σύγκριση των αποτελεσμάτων του με τα εμπειρικά αποτελέσματα. Η διαδικασία επικύρωσης του υποδείγματος περιλαμβάνει μια αποτελεσματική στατιστική μέθοδο για την επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος, η οποία επιτρέπει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποδείξουν στην Εποπτική Αρχή ότι η προκύπτουσες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι κατάλληλες. Οι στατιστικές μέθοδοι που εφαρμόζονται χρησιμεύουν για να εξακριβωθεί η καταλληλότητα της προβλεπτικής πιθανοθεωρητικής κατανομής σε σύγκριση τόσο με τις πραγματοποιηθείσες ζημίες, αλλά επίσης και με όλα τα σημαντικά νέα δεδομένα και τις σχετικές πληροφορίες. Η διαδικασία επικύρωσης του υποδείγματος περιλαμβάνει ανάλυση της σταθερότητας του εσωτερικού υποδείγματος και ειδικότερα δοκιμή της ευαισθησίας των αποτελεσμάτων του εσωτερικού υποδείγματος σε μεταβολές ουσιαστικών βασικών παραδοχών. Περιλαμβάνει επίσης αξιολόγηση της ακρίβειας, πληρότητας και καταλληλότητας των στοιχείων που χρησιμοποιούνται από το εσωτερικό υπόδειγμα.

Άρθρο 99

Πρότυπα τεκμηρίωσης (άρθρο 125 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τεκμηριώνουν το σχεδιασμό και τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του εσωτερικού τους υποδείγματος. Η απαιτούμενη αυτή τεκμηρίωση πρέπει να:

  • α) αποδεικνύει τη συμμόρφωση με τα άρθρα 94 έως

98 του παρόντος,

  • β) παρέχει λεπτομερή περιγραφή της θεωρίας, των

παραδοχών και της μαθηματικής και εμπειρικής βάσης στις οποίες στηρίζεται το εσωτερικό υπόδειγμα,

  • γ) αναφέρει κάθε περίσταση στην οποία το εσωτερικό

υπόδειγμα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά.

2.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τεκμηριώνουν επίσης όλες τις σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό τους υπόδειγμα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 89 του παρόντος. (άρθρο 126 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Η χρήση ενός υποδείγματος ή δεδομένων που έχουν ληφθεί από τρίτο μέρος, εκτός της επιχείρησης, δεν δικαιολογεί την απαλλαγή από οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις σχετικά με το εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με τα άρθρα 94 έως 99 του παρόντος. ΕΝΟΤΗΤΑ 5 ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Άρθρο 101

Γενικές διατάξεις (άρθρο 128 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης.

Άρθρο 102

Υπολογισμός της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης (άρθρο 129 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφοι 32 και 33 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση υπολογίζεται επί τη βάσει των ακόλουθων αρχών:

  • α) χρησιμοποιείται σαφής και απλή μέθοδος, έτσι

ώστε να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ελέγχου του υπολογισμού,

  • β) αντιστοιχεί σε ένα ποσό επιλέξιμων βασικών ιδίων

κεφαλαίων, κάτω από το οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση θα εκτίθεντο σε μη αποδεκτό επίπεδο κινδύνου εάν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επιτρεπόταν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους,

  • γ) η γραμμική συνάρτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος και η οποία χρησιμοποιείται για

τον υπολογισμό της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης βαθμονομείται στην αξία σε κίνδυνο των βασικών ιδίων κεφαλαίων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε επίπεδο εμπιστοσύνης 85% για περίοδο ενός έτους,

  • δ) δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ποσό που αντιστοιχεί σε:
  • δα) δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000)

ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης κατά ζημιών, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία καλύπτεται το σύνολο ή μέρος των κινδύνων ενός από τους κλάδους 10 έως 15 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, οπότε το ποσό αυτό πρέπει να είναι τουλάχιστον τρία εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες (3.700.000) ευρώ,

  • δβ) τρία εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες (3.700.000)

ευρώ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων,

  • δγ) τρία εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες (3.600.000)

ευρώ για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εξαιρουμένων των εξαρτημένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των οποίων η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση πρέπει να είναι τουλάχιστον ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες (1.200.000) ευρώ,

  • δδ) στο άθροισμα των ποσών που ορίζονται στις ως

άνω υποπεριπτώσεις δα΄ και δβ΄ για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου 48 του παρόντος.

2.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος, η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση υπολογίζεται ως γραμμική συνάρτηση ενός συνόλου ή υποσυνόλου των εξής μεταβλητών: τεχνικών προβλέψεων, εγγεγραμμένων ασφαλίστρων, κεφαλαίου σε κίνδυνο, αναβαλλόμενων φόρων και διοικητικών δαπανών της επιχείρησης. Οι ως άνω μεταβλητές μετρώνται μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων.

3.

Με την επιφύλαξη των ελάχιστων ποσών της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, η Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση δεν μπορεί να είναι κατώτερη του είκοσι πέντε επί τοις εκατό (25%) ούτε να υπερβαίνει το σαράντα πέντε επί τοις εκατό (45%) της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας της επιχείρησης, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τα Τμήματα 2 και 3 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους, περιλαμβάνει δε οποιαδήποτε πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση επιβαλλόμενη δυνάμει του άρθρου 26 του παρόντος περί πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων. Η Εποπτική Αρχή δύναται για περίοδο που λήγει το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 2017, να απαιτεί από μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να εφαρμόζει τα ποσοστά που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο αποκλειστικά στην Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας της επιχείρησης υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα Τμήματα 2 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους.

4.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση σε τριμηνιαία τουλάχιστον βάση και αναφέρουν τα αποτελέσματα του υπολογισμού αυτού στην Εποπτική Αρχή. Κατά τον υπολογισμό του προηγούμενου εδαφίου οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν απαιτείται να υπολογίζουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας σε τριμηνιαία βάση, για τους σκοπούς της εφαρμογής των ορίων της παραγράφου 3 του παρόντος. Εάν οποιοδήποτε από τα όρια που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος καθορίζει την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση μιας επιχείρησης, αυτή παρέχει στην εποπτική αρχή πληροφορίες που επιτρέπουν την πλήρη κατανόηση των σχετικών λόγων.

5.

Η Εποπτική Αρχή αναρτά ετησίως στην ιστοσελίδα της συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για το επίπεδο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης και τη χρήση του ανώτατου και του κατώτατου ορίου που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος, καθώς και οποιαδήποτε προβλήματα ενδεχομένως αντιμετωπίζει κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 103

Μεταβατικές ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (άρθρο 131 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 34 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ) Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στα άρθρα 110 και 114, εφόσον ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση συμμορφώνεται μεν κατά την 31 Δεκεμβρίου 2015 με το Απαιτούμενο Περιθώριο Φερεγγυότητας που προβλέπεται στα άρθρα 17α,17β, 17γ και 98 του ν.δ.400/1970, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία αυτή, αλλά δεν διαθέτει αυτή οφείλει να έχει συμμορφωθεί με το άρθρο 101 του παρόντος το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2016. Εάν η επιχείρηση δεν έχει συμμορφωθεί με το άρθρο 101 του παρόντος εντός της περιόδου που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο, ανακαλείται αυτοδικαίως και οριστικά η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ΄ του Τετάρτου Μέρους του παρόντος. ΕΝΟΤΗΤΑ 6 ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

Άρθρο 104

Η αρχή του συνετού επενδυτή (άρθρο 132 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Oι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σύμφωνα με την αρχή του συνετού επενδυτή, όπως ορίζεται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος.

2.

Αναφορικά με το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών τους στοιχείων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν μόνο σε περιουσιακά στοιχεία και τίτλους, τους κινδύνους των οποίων είναι δυνατόν επαρκώς να εντοπίζουν, μετρούν, παρακολουθούν, διαχειρίζονται, ελέγχουν και αναφέρουν, καθώς και να λαμβάνουν κατάλληλα υπόψη στην αξιολόγηση των συνολικών αναγκών φερεγγυότητάς τους σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 33 του παρόντος. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως δε εκείνα που καλύπτουν την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση και την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, επενδύονται με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια, την ποιότητα, την ρευστότητα και την κερδοφορία χαρτοφυλακίου ως συνόλου. Επιπλέον, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία επενδύονται σε τόπο και με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται διαρκώς η διαθεσιμότητά τους. Τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων επενδύονται επιπλέον των ανωτέρω αρχών και με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και την οικονομική μέση διάρκεια (duration) των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Τα στοιχεία αυτά επενδύονται με γνώμονα το συμφέρον όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση, λαμβανομένου υπόψη κάθε γνωστοποιημένου σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης. Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών τους στοιχείων, διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται προς το καλύτερο συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση.

3.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται για αντίκρισμα ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής, όπου ο κίνδυνος αναλαμβάνεται από τους αντισυμβαλλομένους, εφαρμόζονται το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μία σύμβαση συνδέονται άμεσα με την αξία μεριδίων σε κάποιον OΣΕΚΑ, όπως ορίζεται στο ν. 4099/2012 (Α΄ 250) ή στην Οδηγία 2009/65/ΕΚ ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε κάποιο εσωτερικό κεφάλαιο που τηρείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συνήθως διηρημένο σε μερίδια, οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει να αντικρίζονται κατά το μέγιστο δυνατόν από τα μερίδια αυτά ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί μερίδια, από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Όταν οι παροχές που προβλέπονται από κάποια σύμβαση συνδέονται άμεσα με δείκτη μετοχών ή κάποια άλλη αξία αναφοράς εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει να αντικρίζονται από τα μερίδια που προορίζονται να αντιπροσωπεύουν την αξία αναφοράς ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από περιουσιακά στοιχεία κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που αντιστοιχούν κατά το μέγιστο δυνατόν με εκείνα στα οποία βασίζεται η συγκεκριμένη αξία αναφοράς. Όταν οι παροχές που αναφέρονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο περιλαμβάνουν εγγύηση επενδυτικής απόδοσης ή κάποια άλλη εγγυημένη παροχή, τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των αντίστοιχων πρόσθετων τεχνικών προβλέψεων υπόκεινται στην παράγραφο 4 του παρόντος.

4.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος, για τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία, εκτός από εκείνα που καλύπτονται από την προηγούμενη παράγραφο 3, εφαρμόζονται το δεύτερο έως και το πέμπτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Η χρήση παράγωγων μέσων είναι δυνατή εφόσον τα μέσα αυτά συμβάλλουν στο μετριασμό των κινδύνων ή διευκολύνουν την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Οι επενδύσεις και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν είναι αποδεκτά προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματοοικονομική αγορά διατηρούνται σε συνετά επίπεδα. Τα περιουσιακά στοιχεία διαφοροποιούνται κατάλληλα με τρόπο ώστε να αποφεύγεται υπερβολική εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, εκδότη ή ομάδα επιχειρήσεων ή γεωγραφική περιοχή, καθώς και η υπερβολική συσσώρευση κινδύνων στο σύνολο του χαρτοφυλακίου. Οι επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη ή από εκδότες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο δεν πρέπει να εκθέτουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου.

Άρθρο 105

Ελευθερία επένδυσης (άρθρο 133 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν τα διαθέσιμά τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο χωρίς άλλο περιορισμό, οι δε επενδυτικές αποφάσεις δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση στην Εποπτική Αρχή ή σε άλλη δημόσια αρχή.

2.

Σε περιπτώσεις στις οποίες φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο αντισυμβαλλόμενοι που είναι φυσικά πρόσωπα, τότε οι ασφαλίσεις συνδέονται αποκλειστικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή δείκτες αναφοράς σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 65 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250). ρούνται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι περιπτώσεις α΄ ως η΄ της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) όσον αφορά στον κανονισμό τους, οι παράγραφοι 1, 3 και 4 του άρθρου 6 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), οι περιπτώσεις α΄ και γ΄ της παραγράφου 1 και η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), τα άρθρα 8, 11, 37, 38 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), η παράγραφος 1, οι περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 2 και η παρ. 3 του άρθρου 75 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), και η παρ. 2 του άρθρου 77 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) εφαρμόζονται αναλόγως. Οι προβλεπόμενες στα αναφερόμενα στην παρούσα παράγραφο άρθρα του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) κοινοποιήσεις, ενημερώσεις, υποβολές, άδειες, αποφάσεις και εποπτικές εξουσίες αφορούν στην Εποπτική Αρχή.

3.

Τα περιουσιακά στοιχεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων καταχωρούνται υποχρεωτικά και φυλάσσονται με κοινή ευθύνη της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και του θεματοφύλακα στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), που προβλέπεται από τα άρθρα 39 επ. του ν. 2396/1996 (Α΄ 73), όπως ισχύουν.

4.

Η φύλαξη όλων των κινητών αξιών, ρευστών διαθεσίμων και λοιπών μέσων χρηματαγοράς που διαθέτουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους θεματοφύλακες που εδρεύουν στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος και ασκούν δραστηριότητες μέσω υποκαταστήματος στην Ελλάδα. Ο θεματοφύλακας ευθύνεται για την ταμειακή παρακολούθηση και διαχείριση των κινήσεων των επενδύσεων του προηγούμενου εδαφίου σύμφωνα με τις οδηγίες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι δε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να παρακολουθούν την ορθή εκτέλεση των οδηγιών τους από τον θεματοφύλακα. Ο θεματοφύλακας δύναται να αναθέτει τη φύλαξη του συνόλου ή μέρους των επενδύσεων του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου σε τρίτα πρόσωπα που είναι πιστωτικά ιδρύματα ή οργανισμοί που παρέχουν υπηρεσίες θεματοφυλακής και εδρεύουν στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος και υπόκεινται σε κανόνες εποπτείας τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που ισχύουν στην Ελλάδα. Ο θεματοφύλακας και το τρίτο πρόσωπο φέρουν ευθύνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έναντι της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Τα στοιχεία του θεματοφύλακα και των τρίτων προσώπων γνωστοποιούνται στην Εποπτική Αρχή, παρέχουν δε σε αυτήν κάθε αναγκαίο στοιχείο για την άσκηση του εποπτικού της έργου και συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων περί εντοπισμού, δέσμευσης, κατάσχεσης και άρσης απορρήτου.

5.

Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται οι οργανωτικές προϋποθέσεις, η τακτική και έκτακτη πληροφόρηση, προσυμβατική ή και μεταγενέστερη της ασφάλισης, προς τους ασφαλισμένους και την Εποπτική Αρχή, και εξειδικεύονται οι διαδικασίες και προϋποθέσεις για τροποποιήσεις κανονισμών και λύσεις, διασπάσεις και συγχωνεύσεις εσωτερικών μεταβλητών κεφαλαίων, καθώς και οι αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του θεματοφύλακα.

Άρθρο 106

Εντοπιότητα και απαγόρευση ενεχυρίασης περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 134 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 35 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, αναφορικά με τους ασφαλιστικούς κινδύνους που βρίσκονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύναται να διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς.

2.

Ανακτήσιμα ποσά και απαιτήσεις από αντασφαλιστικές συμβάσεις έναντι επιχειρήσεων που δεν έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή την Οδηγία 2009/138/ΕΚ ή που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα το καθεστώς φερεγγυότητας της οποίας δεν έχει εξεταστεί ή δεν θεωρείται ισοδύναμο, σύμφωνα με το άρθρο 141 του παρόντος, θεωρούνται ότι έχουν μηδενική αξία, εκτός των περιπτώσεων που οι επιχειρήσεις έναντι των οποίων υφίστανται οι απαιτήσεις διαθέτουν υψηλή πιστοληπτική ικανότητα ή έχουν δοθεί κατάλληλες εγγυήσεις ή δεσμεύσεις ή τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα ανωτέρω ανακτήσιμα ποσά και τις απαιτήσεις βρίσκονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3.

Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το είδος και το ύψος των εγγυήσεων ή δεσμεύσεων και οι ελάχιστες απαιτήσεις πιστοληπτικής ικανότητας, αναφορικά με επενδύσεις σε συσκευασμένα ή λοιπά δομημένα επενδυτικά προϊόντα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΕ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΥΣΧΕΡΕΙΑ Ή ΣΕ ΑΣΥΝΗΘΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Άρθρο 107

Επισήμανση και γνωστοποίηση από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης (άρθρο 136 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες προκειμένου να εντοπίζουν την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης και να ενημερώνουν αμελλητί την Εποπτική Αρχή σε περίπτωση που συμβαίνει τέτοια επιδείνωση.

Άρθρο 108

Μη συμμόρφωση με τις τεχνικές προβλέψεις (άρθρο 137 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Αν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις περί τεχνικών προβλέψεων της Ενότητας 2 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους, η Εποπτική Αρχή, με απόφασή της που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση στοιχείων του ενεργητικού, αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως αμελλητί την πρόθεσή της αυτή στις εποπτικές αρχές των κρατών μελών υποδοχής στην τα στοιχεία του ενεργητικού που πρέπει να καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα, αιτούμενη τη λήψη εκ μέρους τους ανάλογων μέτρων για την υλοποίηση της ως άνω απόφασης.

Άρθρο 109

Μη συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας (άρθρο 138 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 36 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν αμελλητί την Εποπτική Αρχή, μόλις διαπιστώσουν ότι δεν πληρούν ή υπάρχει κίνδυνος να μην πληρούν εντός του προσεχούς τριμήνου την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας.

2.

Εντός δύο μηνών από τη διαπίστωση της ως άνω μη συμμόρφωσής της, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει προς έγκριση στην Εποπτική Αρχή ρεαλιστικό σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης, το οποίο προσδιορίζει και περιέχει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα, ώστε η επιχείρηση να επιτυγχάνει την αποκατάσταση του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, ώστε να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση της επιχείρησης προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας.

3.

Η Εποπτική Αρχή μπορεί να ζητά από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τροποποιήσεις επί του ανωτέρω υποβληθέντος σχεδίου, χορηγεί δε έγκριση επ’ αυτού, μόνο εφόσον πείθεται ότι το σχέδιο πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος και ότι αυτές υλοποιούνται εντός εξαμήνου από τη διαπίστωση της μη συμμόρφωσης της παραγράφου 2 του παρόντος, Παράταση του εξαμήνου κατά τρεις επιπλέον μήνες χορηγείται με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, εφόσον κρίνει ότι είναι απαραίτητο.

4.

Σε περίπτωση που η Εποπτική Αρχή διαπιστώσει ότι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων, είναι πιθανόν να μην είναι σε θέση να εφαρμόσουν κάποιο από τα μέτρα της παραγράφου 2 εντός των χρονικών ορίων της παραγράφου 3 του παρόντος, δύναται να υποβάλει αίτημα στην ΕΑΑΕΣ, ώστε η ΕΑΑΕΣ να διαπιστώσει την ύπαρξη, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έκτακτων δυσμενών καταστάσεων. Η ΕΑΑΕΣ διαπιστώνει, επί τη βάσει είτε του αιτήματος του προηγουμένου εδαφίου είτε του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, την ύπαρξη έκτακτων δυσμενών καταστάσεων που επηρεάζουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων. Στην περίπτωση αυτή, η Εποπτική Αρχή, με απόφασή της, δύναται να παρατείνει, αναφορικά με τις πληττόμενες επιχειρήσεις, την περίοδο που καθορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του παρόντος με επιπλέον κατάλληλο χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα επτά (7) έτη, αφού λάβει υπόψη της όλους τους σχετικούς παράγοντες, τη μέση οικονομική διάρκεια (duration) των τεχνικών προβλέψεων συμπεριλαμβανομένης. Η Εποπτική Αρχή συνεργάζεται με την ΕΑΑΕΣ και παρέχει κάθε αναγκαία πληροφορία ώστε η ΕΑΑΕΣ να μπορεί να αξιολογεί σε τακτική βάση κατά πόσο οι καταστάσεις της παρούσας παραγράφου εξακολουθούν να υφίστανται ή έχουν πάψει να υφίστανται. Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, που εμπίπτει στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος, υποβάλει κάθε τρεις μήνες έκθεση προόδου στην Εποπτική Αρχή, στην οποία προσδιορίζει τα μέτρα που λαμβάνει και την πρόοδο που έχει σημειώσει στην αποκατάσταση του επιπέδου των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου για τη διασφάλιση της συμμόρφωσής της προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας. Η απόφαση περί παράτασης της προθεσμίας, που η Εποπτική Αρχή έχει λάβει δυνάμει της παρούσας παραγράφου, ανακαλείται υποχρεωτικά από την Εποπτική Αρχή, σε περίπτωση που κατά την κρίση της Εποπτικής Αρχής, η επιχείρηση δεν αποδεικνύει στην ως άνω τακτική έκθεση προόδου της ότι έχει σημειώσει αξιόλογη πρόοδο στην αποκατάσταση του επιπέδου των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας ή στη μείωση του προφίλ κινδύνου κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία της διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας μέχρι την ημερομηνία υποβολής της έκθεσης προόδου. Έκτακτες δυσμενείς καταστάσεις υφίστανται όταν η χρηματοοικονομική κατάσταση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων επηρεάζονται σημαντικά ή δυσμενώς από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες καταστάσεις:

  • α) απρόβλεπτη, μεγάλη και απότομη πτώση στις χρηματοπιστωτικές αγορές,
  • β) ύπαρξη παρατεταμένου περιβάλλοντος χαμηλών

επιτοκίων,

  • γ) καταστροφικό συμβάν με σοβαρό αντίκτυπο.
5.

Σε έκτακτες περιπτώσεις που η Εποπτική Αρχή πιθανολογεί περαιτέρω επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης δύναται να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, ενδεικτικά να λαμβάνει τα μέτρα εξυγίανσης του παρόντος νόμου, καθώς και με απόφασή της να περιορίσει ή να απαγορεύσει την ελεύθερη διάθεση στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης αυτής. Στην περίπτωση αυτή, η Εποπτική Αρχή ενημερώνει τις εποπτικές αρχές των κρατών − μελών υποδοχής για κάθε ληφθέν μέτρο, προσδιορίζοντας τα στοιχεία του ενεργητικού που καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα, αιτούμενη τη λήψη εκ μέρους τους ανάλογων μέτρων για την υλοποίηση της ως άνω απόφασης.

6.

Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο χρόνος υποβολής και ενδεικτικό περιεχόμενο της έκθεσης προόδου, το ελάχιστο περιεχόμενο του σχεδίου οικονομικής ανάκαμψης της παραγράφου 2 του παρόντος. Κεφαλαιακή Απαίτηση (άρθρο 139 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 37 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν αμελλητί την Εποπτική Αρχή, μόλις διαπιστώσουν ότι δεν πληρούν ή κινδυνεύουν εντός του προσεχούς τριμήνου να μην πληρούν την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση.

2.

Εντός μηνός από τη διαπίστωση της ως άνω μη συμμόρφωσής της, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει προς έγκριση στην Εποπτική Αρχή, ρεαλιστικό πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, προκειμένου να αποκαταστήσει, εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης, τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια τουλάχιστον στο επίπεδο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης ή να μειώσει το προφίλ κινδύνου της, ώστε να εξασφαλιστεί συμμόρφωση της προς την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση.

3.

Η Εποπτική Αρχή δύναται να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, καθώς και με απόφασή της να περιορίζει ή να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης αυτής. Στην περίπτωση αυτή, η Εποπτική Αρχή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση που δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος − μέλος, ενημερώνει τις εποπτικές αρχές των κρατών − μελών υποδοχής για κάθε ληφθέν μέτρο, προσδιορίζοντας τα στοιχεία του ενεργητικού που καλύπτονται από τα εν λόγω μέτρα, αιτούμενη τη λήψη εκ μέρους τους ανάλογων μέτρων για την υλοποίηση της ως άνω απόφασης.

4.

Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο του προγράμματος βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης.

Άρθρο 111

Απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης των στοιχείων του ενεργητικού που βρίσκονται στο έδαφος της Ελλάδας (άρθρο 140 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 37 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ) Η απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης στοιχείων του ενεργητικού των επιχειρήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 108 έως 110 και της παραγράφου 2 του άρθρου 114 του παρόντος, σημειώνεται κατά περίπτωση στα οικεία βιβλία μεταγραφών ή υποθηκών ή στα βιβλία του πιστωτικού ιδρύματος, όπου υπάρχει σχετική κατάθεση, ύστερα από αίτηση της Εποπτικής Αρχής. Η ως άνω απαγόρευση αίρεται μερικά ή ολικά με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται και οι όροι της άρσης. Τόσο η απαγόρευση όσο και η άρση αυτής κοινοποιούνται στις εποπτικές αρχές των ενδιαφερομένων κρατών−μελών. Η Εποπτική Αρχή υποχρεούται να συνδράμει στην εκτέλεση απόφασης της αρμόδιας αρχής του κράτους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης επιβάλλοντας απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης των στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης που βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος, η οποία έχει ληφθεί δυνάμει των άρθρων 137 έως 139 και της παραγράφου 2 του άρθρου 144 της Οδηγίας 2009/138/ ΕΚ, κατόπιν αίτησης της αρμόδιας αρχής του κράτους καταγωγής, προσδιορίζοντας τα στοιχεία του ενεργητικού, των οποίων η ελεύθερη διάθεση θα πρέπει να απαγορευτεί.

Άρθρο 112

Εποπτικές εξουσίες σε περίπτωση επιδείνωσης των χρηματοοικονομικών συνθηκών (άρθρο 141 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Κατά παρέκκλιση των άρθρων 109 και 110 του παρόντος, εάν η κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εξακολουθήσει να επιδεινώνεται, η Εποπτική Αρχή λαμβάνει κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων της επιχείρησης ως κάθε άλλου δικαιούχου απαιτήσεων από ασφάλιση σε περίπτωση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ή των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης, όπως ενδεικτικά να λαμβάνει τα μέτρα εξυγίανσης του παρόντος νόμου, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί. Τα ανωτέρω μέτρα που λαμβάνονται από την Εποπτική Αρχή πρέπει να είναι επαρκή και ανάλογα με το μέγεθος και τη διάρκεια της επιδείνωσης της κατάστασης φερεγγυότητας της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 113

Σχέδιο ανάκαμψης και πρόγραμμα χρηματοδότησης (άρθρο 142 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 109 του παρόντος και το πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 110 του παρόντος, περιλαμβάνουν τουλάχιστον κατάλληλα στοιχεία ή τεκμήρια που αφορούν τα εξής:

  • α) τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης,

ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες,

  • β) τις προβλέψεις εσόδων και εξόδων, τόσο για τις

δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης,

  • γ) την πρόβλεψη ισολογισμών, τουλάχιστον τριών (3)

ετών,

  • δ) τις προβλέψεις σχετικά με τους χρηματοπιστωτικούς πόρους που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, καθώς και την Κεφαλαιακή Απαίτηση

Φερεγγυότητας και την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση,

  • ε) τη συνολική πολιτική αντασφάλισης της επιχείρησης.
2.

Στις επιχειρήσεις που έχει απαιτηθεί να υποβάλουν πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης ή πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, η Εποπτική Αρχή δεν εκδίδει πιστοποιήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 118 του παρόντος προκειμένου αυτές να δραστηριοποιηθούν σε άλλο κράτος − μέλος, μέσω υποκαταστήματος ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, για όσο χρονικό διάστημα η Εποπτική Αρχή θεωρεί ότι τα δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή οι συμβατικές ασφαλιστικές υποχρεώσεις της αντα που ήδη δραστηριοποιούνται σε άλλο κράτος − μέλος με υποκατάστημα ή ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η Εποπτική Αρχή δύναται να παύει τη δραστηριοποίηση αυτή μέχρι την ολοκλήρωση των προγραμμάτων.

3.

Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται πρόσθετα στοιχεία που μπορούν να αποτελούν περιεχόμενο του υποβλητέου προγράμματος οικονομικής ανάκαμψης ή του προγράμματος βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, όπως ενδεικτικά αποτελέσματα χρήσης, πρόβλεψη ταμειακών ροών, αποτελέσματα ανά κλάδο ασφάλισης ή κατηγορία δραστηριοτήτων, αναλυτική τεκμηρίωση παραδοχών.

Άρθρο 114

Ανάκληση της άδειας (άρθρο 144 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Η Εποπτική Αρχή δύναται να ανακαλεί την άδεια που χορηγήθηκε σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) εάν η επιχείρηση δεν κάνει χρήση της άδειας εντός

δωδεκαμήνου από τη χορήγησή της, παραιτηθεί ρητά από αυτήν ή παύσει να ασκεί τις δραστηριότητές της για περίοδο μεγαλύτερη του εξαμήνου, εκτός και εάν η απόφαση αδειοδότησης σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 του παρόντος προβλέπει ότι, στις περιπτώσεις αυτές, λήγει αυτοδικαίως η ισχύς της άδειας,

  • β) η επιχείρηση δεν πληροί πλέον τους όρους χορήγησης άδειας,
  • γ) η επιχείρηση παραβιάζει σοβαρά τις κάθε είδους

υποχρεώσεις που υπέχει κατ’ εφαρμογήν της ισχύουσας ελληνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας και κανονιστικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή αυτών, περιλαμβανομένης της περίπτωσης καταδίκης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 258 του παρόντος, ή αν απειλούνται τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή η δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη, ή εφόσον αρνείται ή αδικαιολογήτως καθυστερεί την καταβολή του επιδικασθέντος ασφαλίσματος βάσει τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως. Η Εποπτική Αρχή δύναται να ανακαλεί την άδεια που χορηγήθηκε σε ασφαλιστική επιχείρηση, που ασκεί αντασφάλιση κλάδου για τον οποίον δεν διαθέτει άδεια άσκησης πρωτασφάλισης. Η Εποπτική Αρχή ανακαλεί υποχρεωτικά την άδεια που έχει χορηγήσει σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αν η επιχείρηση δεν συμμορφώνεται προς την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση και η Εποπτική Αρχή κρίνει ότι το υποβληθέν πρόγραμμα χρηματοδότησης είναι καταφανώς ανεπαρκές ή η εν λόγω επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με το εγκεκριμένο πρόγραμμα εντός τριών μηνών από τη στιγμή της διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης προς την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση.

2.

Σε περίπτωση ανάκλησης ή λήξης της ισχύος της άδειας, η Εποπτική Αρχή ενημερώνει σχετικά τις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών − μελών, οι οποίες λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εμποδίσουν την εν λόγω ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να αναλάβει νέες εργασίες στο έδαφός τους. Η Εποπτική Αρχή λαμβάνει, σε συνεργασία με αυτές τις αρχές, κάθε κατάλληλο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και περιορίζει ιδίως την ελεύθερη διάθεση των στοιχείων ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 111 του παρόντος.

3.

Κάθε απόφαση ανάκλησης της άδειας πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να γνωστοποιείται στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Αυτό ισχύει και στις περιπτώσεις που η ανάκληση γίνεται για λόγους που στηρίζονται αποκλειστικά στη νομοθεσία σχετικά με ανώνυμες εταιρείες και συνεταιρισμούς.

4.

Με την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται αυτοδίκαια η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της.

5.

Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία μπορεί να μετατραπεί σε άλλου είδους εμπορική ανώνυμη εταιρεία μετά από απόφαση της Εποπτικής Αρχής, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αν έχουν λήξει όλα τα ασφαλιστήριά της και δεν υπάρχουν εκκρεμείς δίκες και απαιτήσεις κατ’ αυτής με αντικείμενο ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές παροχές ή έχει εγκριθεί μεταβίβαση του συνόλου του χαρτοφυλακίου της σύμφωνα με το άρθρο 28 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτήν δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του παρόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Άρθρο 115

Όροι ίδρυσης υποκαταστήματος (άρθρα 145 και 146 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος − μέλος ενημερώνει για την πρόθεσή της αυτή την Εποπτική Αρχή, υποβάλλοντας τις ακόλουθες πληροφορίες και έγγραφα:

  • α) την ονομασία του κράτους − μέλους, στο έδαφος

του οποίου προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα,

  • β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, στο οποίο

πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον το είδος των προτεινόμενων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος,

  • γ) το όνομα του προσώπου το οποίο εξουσιοδοτείται

να τη δεσμεύει έναντι τρίτων και να την αντιπροσωπεύει έναντι των αρχών, δικαστικώς και εξωδίκως (εφεξής καλούμενο «νόμιμος αντιπρόσωπος»),

  • δ) διεύθυνση αντικλήτου στο κράτος − μέλος υποδοχής, από την οποία λαμβάνονται και στην οποία

παραδίδονται έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων όλων των κοινοποιήσεων που απευθύνονται στο νόμιμο αντιπρόσωπο,

  • ε) σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση πρόκειται να ασκήσει στο κράτος − μέλος υποδοχής τον

κλάδο 10 «Ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα», εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα, τη δήλωση εγγραφής της στο αντίστοιχο γραφείο διεθνούς ασφάλισης και στο εθνικό ταμείο εγγυήσεων του κράτους − μέλους υποδοχής. δ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, γνωστοποιείται εγγράφως και με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες στην Εποπτική Αρχή και στην εποπτική αρχή του κράτους − μέλους του υποκαταστήματος τουλάχιστον ένα μήνα πριν πραγματοποιηθεί η τροποποίηση αυτή, ώστε οι εποπτικές αρχές να μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις εποπτείας του άρθρου 116 του παρόντος.

3.

Ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει σε άλλο κράτος − μέλος μπορεί να ιδρύσει υποκατάστημα στην Ελλάδα, εφόσον η εποπτική αρχή καταγωγής της κοινοποιήσει στην Εποπτική Αρχή τις ακόλουθες πληροφορίες και έγγραφα:

  • α) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, στο οποίο

πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον το είδος των προτεινόμενων εργασιών και η διοικητική οργάνωση του υποκαταστήματος,

  • β) πληρεξούσιο διορισμού του νομίμου αντιπροσώπου

κατά την έννοια του άρθρου 261 του παρόντος, ο οποίος πρέπει να έχει επαρκή εξουσία για να δεσμεύει, έναντι τρίτων, την ασφαλιστική επιχείρηση και στην περίπτωση των Lloyd’s, τους ενδιαφερόμενους ασφαλιστές και να την ή τους αντιπροσωπεύει ενώπιον των ελληνικών αρχών και των δικαστηρίων. Εάν ο νόμιμος αντιπρόσωπος είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να ορίσει φυσικό πρόσωπο για την εκπροσώπησή του. Όσον αφορά στην περίπτωση των Lloyd’s, σε περίπτωση ενδεχόμενων διαφορών οι οποίες σχετίζονται με αναληφθείσες υποχρεώσεις, δεν πρέπει να προκύπτουν για τους ασφαλισμένους δυσχέρειες μεγαλύτερες από εκείνες που ήταν ενδεχόμενο να προκύψουν εάν οι διαφορές αυτές αφορούσαν συνήθεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις,

  • γ) διεύθυνση στην Ελλάδα, στην οποία θα ζητούνται

και θα παραδίδονται έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των κοινοποιήσεων που θα απευθύνονται στο νόμιμο αντιπρόσωπο,

  • δ) σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση πρόκειται να ασκήσει στην Ελλάδα τον κλάδο 10 «ασφάλιση

αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα», εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα, τη δήλωση εγγραφής της στο Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης και το Επικουρικό Κεφάλαιο,

  • ε) την πιστοποίηση ότι η ασφαλιστική επιχείρηση

πληροί τις προϋποθέσεις της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας και της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, όπως αυτές προσδιορίζονται στα άρθρα 100 και 129 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

4.

Κάθε τροποποίηση των υποβληθεισών πληροφοριών, υπό στοιχεία α΄, β΄ ή γ΄ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου γνωστοποιείται εγγράφως στην Εποπτική Αρχή και στην εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τουλάχιστον ένα μήνα πριν πραγματοποιηθεί η τροποποίηση αυτή, ώστε οι εποπτικές αρχές να μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις εποπτείας του άρθρου 116 του παρόντος.

5.

Η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί στην εποπτική αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής τις διατάξεις δημοσίου συμφέροντος κατά το ελληνικό δίκαιο, εφόσον είναι αναγκαίο. Η ανωτέρω κοινοποίηση γίνεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας διμήνου από την παραλαβή των πληροφοριών της παραγράφου 3 του παρόντος. Το υποκατάστημα αρχίζει τις εργασίες μετά τη λήψη από την εποπτική αρχή καταγωγής των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας.

6.

Η Εποπτική Αρχή τηρεί μητρώο υποκαταστημάτων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τους ασκούμενους από κάθε ευρωπαϊκή επιχείρηση ασφαλιστικούς κινδύνους ή κλάδους ή τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες. Το μητρώο ενημερώνεται εντός εύλογου χρόνου από την επέλευση οποιασδήποτε αλλαγής.

Άρθρο 116

Γνωστοποίηση πληροφοριών (άρθρο 146 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Η Εποπτική Αρχή αποστέλλει, εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών της παραγράφου 1 του άρθρου 115 του παρόντος, τις πληροφορίες αυτές στις εποπτικές αρχές του κράτους − μέλους υποδοχής ενημερώνοντας παράλληλα την αιτούσα επιχείρηση, εκτός εάν, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις σχεδιαζόμενες εργασίες, η Εποπτική Αρχή έχει λόγους να αμφισβητεί την επάρκεια του συστήματος διακυβέρνησης ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης ή την εκπλήρωση της κατ’ άρθρο 31 του παρόντος υποχρέωσης καταλληλότητας και αξιοπιστίας του νόμιμου αντιπροσώπου. Πέραν των αναφερομένων στο προηγούμενο εδάφιο, η Εποπτική Αρχή πιστοποιεί στις αρμόδιες αρχές υποδοχής ότι η ασφαλιστική επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας και της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, όπως αυτές προσδιορίζονται στα άρθρα 76 και 102

2.

Η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί στην ασφαλιστική επιχείρηση, εντός της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου, τυχόν απόφασή της να μην αποστείλει τις σχετικές πληροφορίες της παραγράφου 1 στις αρμόδιες αρχές υποδοχής. Η απόφαση θα πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η άρνηση αυτή ή η παράλειψη απάντησης υπόκειται στον έλεγχο ακύρωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας και αποτελεί αντικείμενο άσκησης ενδίκων μέσων στην Ελλάδα.

3.

Η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί στην ασφαλιστική επιχείρηση, τυχόν διατάξεις δημοσίου συμφέροντος του κράτους υποδοχής του υποκαταστήματος, εφόσον αυτές της γνωστοποιηθούν από την αρμόδια εποπτική αρχή του υποκαταστήματος, εντός αποκλειστικής προθεσμία διμήνου από την παραλαβή των πληροφοριών της παραγράφου 1 του παρόντος.

4.

Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να ιδρύσει το υποκατάστημα και να αρχίσει τις εργασίες από την ημερομηνία που η Εποπτική Αρχή έλαβε την πληροφόρηση της παραγράφου 3 του παρόντος ή σε περίπτωση μη λήψης πληροφόρησης κατά τη λήξη της δίμηνης περιόδου που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος. ΑΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 117

Πρότερη κοινοποίηση στο κράτος − μέλος καταγωγής (άρθρο 147 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Η άσκηση στην Ελλάδα ασφαλίσεων με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει σε άλλο κράτος − μέλος προϋποθέτει την κοινοποίηση στην Εποπτική Αρχή:

  • α) Από την εποπτική αρχή του κράτους − μέλους καταγωγής της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής επιχείρησης

της επωνυμίας της επιχείρησης και της διεύθυνσης της έδρας της, καθώς και των ακόλουθων δικαιολογητικών και πληροφοριών:

  • αα) βεβαίωση, στην οποία πιστοποιείται ότι η ασφαλιστική επιχείρηση καλύπτει την Κεφαλαιακή Απαίτηση

Φερεγγυότητας και την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 100 και 129 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

  • αβ) τους ασφαλιστικούς κλάδους, στους οποίους η

ασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει άδεια να ασκεί δραστηριότητες,

  • αγ) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται

να καλύψει στην Ελλάδα,

  • β) Από την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση σε

περίπτωση άσκησης του κλάδου 10 «ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα», εκτός της ευθύνης του μεταφορέα,

  • βα) πληρεξούσιο διορισμού του ειδικού αντιπροσώπου

του άρθρου 120 του παρόντος,

  • ββ) δήλωση εγγραφής της ασφαλιστικής επιχείρησης στο

Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης και το Επικουρικό Κεφάλαιο.

2.

Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητες από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώνεται από την εποπτική αρχή καταγωγής της σχετικά με την κοινοποίηση που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της ως άνω παραγράφου 1 του παρόντος.

3.

Η Εποπτική Αρχή τηρεί μητρώο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικών. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τους ασκούμενους από κάθε ευρωπαϊκή επιχείρηση ασφαλιστικούς κινδύνους ή κλάδους. Το μητρώο ενημερώνεται εντός εύλογου χρόνου από την επέλευση οποιασδήποτε αλλαγής.

4.

Επιπλέον, και εφόσον είναι αναγκαίο, η Εποπτική Αρχή μπορεί να γνωστοποιεί εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες για λόγους δημοσίου συμφέροντος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα.

Άρθρο 118

Κοινοποίηση στην Εποπτική Αρχή και σε κράτος − μέλος υποδοχής (άρθρο 148 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Κάθε ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση που προτίθεται να ασκήσει για πρώτη φορά τις δραστηριότητές της υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σε ένα ή περισσότερα κράτη − μέλη, κοινοποιεί προηγουμένως στην Εποπτική Αρχή την πρόθεσή της αυτή, δηλώνοντας τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύπτει.

2.

Εντός μηνός από την προβλεπόμενη στην προηγούμενη παράγραφο κοινοποίηση, η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί σε όλες τις αρμόδιες εποπτικές αρχές υποδοχής τα ακόλουθα:

  • α) βεβαίωση, στην οποία πιστοποιείται ότι η ασφαλιστική επιχείρηση καλύπτει την Κεφαλαιακή Απαίτηση

Φερεγγυότητας και την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 76 και 102 του παρόντος,

  • β) τους ασφαλιστικούς κλάδους, στους οποίους η

ασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει άδεια να ασκεί δραστηριότητες,

  • γ) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται

να καλύψει στο κράτος − μέλος παροχής. Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει αμελλητί την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση σχετικά με την προαναφερόμενη κοινοποίηση.

3.

Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητες από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώνεται από την Εποπτική Αρχή σχετικά με την κοινοποίηση που προβλέπεται από την ως άνω παράγραφο 2.

4.

Η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί στην επιχείρηση, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 2 του παρόντος, τυχόν απόφασή της να μην αποστείλει τις σχετικές πληροφορίες της παραγράφου 2 του παρόντος στις αρμόδιες αρχές υποδοχής. Η απόφαση θα πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η άρνηση αυτή ή η παράλειψη απάντησης υπόκειται στον έλεγχο ακύρωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας και αποτελεί αντικείμενο άσκησης ενδίκων μέσων στην Ελλάδα.

Άρθρο 119

Τροποποίηση της φύσης των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων (άρθρο 149 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 38 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ) Κάθε τροποποίηση που η ασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να επιφέρει στα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 117 του παρόντος υπόκειται στη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 117 και 118 του παρόντος.

ΤΜΗΜΑ 2

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΧΕΡΣΑΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ

Άρθρο 120

Υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, ισότιμη μεταχείριση αιτούντων αποζημίωση και αντιπρόσωπος (άρθρα 150, 151 και 152 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Σε περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μέσω εγκατάστασής της σε άλλο κράτος − μέλος, καλύπτει υπό το καθεστώς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κινδύνους του κλάδου 10 «ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα», εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, στην Ελλάδα, η εν λόγω να καταβάλει τις προβλεπόμενες από τον κ.ν. 489/1976 (Α΄ 331) εισφορές.

2.

Οι ως άνω εισφορές καταβάλλονται αποκλειστικά και μόνο για τους κινδύνους του κλάδου 10 «ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα», εκτός της ευθύνης του μεταφορέα, που καλύπτονται μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οι εισφορές δε αυτές υπολογίζονται υποχρεωτικά επί της ίδιας βάσης, για τις επιχειρήσεις που καλύπτουν τους ίδιους κινδύνους μέσω εγκατάστασης στην Ελλάδα.

3.

Η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί στην Ελλάδα μέσω ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τον κλάδο 10 «ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του κ.ν. 489/1976 (Α΄ 331) και τις εκδοθείσες κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές πράξεις που σχετίζονται με την προστασία του αιτούντος αποζημίωση συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στην Ελλάδα.

4.

Για τους ως άνω αναφερόμενους σκοπούς, η επιχείρηση που καλύπτει κινδύνους του κλάδου 10 «ασφάλιση αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα υποχρεούται να διορίζει ειδικό αντιπρόσωπο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα, ο οποίος θα συλλέγει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις από τα ασφαλιστήρια που καλύπτουν τους οικείους κινδύνους και θα διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και θα μπορούσαν να προβάλουν αξίωση αποζημίωσης, συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης των αξιώσεων αυτών, καθώς και ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών σχετικά με τις αξιώσεις αυτές ή εφόσον απαιτείται να φροντίσει για την εν λόγω αντιπροσώπευση. Ο ειδικός αντιπρόσωπος εκπροσωπεί στην Ελλάδα την ασφαλιστική επιχείρηση ενώπιον της Εποπτικής Αρχής και λοιπών αρχών σχετικά με τον έλεγχο της ύπαρξης και της ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που καλύπτει την αστική ευθύνη του αυτοκινήτου. Ο ορισμός ειδικού αντιπροσώπου δεν αποτελεί διορισμό νομίμου αντιπροσώπου κατά την έννοια του άρθρου 261 του παρόντος, ούτε αποτελεί ίδρυση υποκαταστήματος κατά την έννοια του άρθρου 115 του παρόντος ή εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης κατά την έννοια της παραγράφου 11 του άρθρου 3 του παρόντος.

6.

Σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει διορίσει ειδικό αντιπρόσωπο, τότε ο αντιπρόσωπος στην Ελλάδα για το διακανονισμό ζημιών που έχει ορίσει η επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2000/26/ΕΚ, όπως έχει ενσωματωθεί με το άρθρο 4 του π.δ.10/2003 (Α΄ 7), ασκεί τα καθήκοντα και έχει τις υποχρεώσεις του ειδικού αντιπροσώπου ως ανωτέρω. τα κριτήρια αξιοπιστίας και καταλληλότητας που θα πρέπει να πληρούν σε συνεχή βάση τα πρόσωπα της παραγράφου 4 του παρόντος. ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΩΣ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΥΠΟΔΟΧΗΣ

ΤΜΗΜΑ 1

ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

Άρθρο 121

Γλώσσα (άρθρο 153 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Για τη γλώσσα υποβολής των εγγράφων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που λειτουργούν στην Ελλάδα είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην Εποπτική Αρχή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 262 του παρόντος.

Άρθρο 122

Προηγούμενη κοινοποίηση και προηγούμενη έγκριση (άρθρο 154 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, ή στην περίπτωση της ασφάλισης ζωής, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των τεχνικών προβλέψεων και τυχόν άλλων υποδειγμάτων και εγγράφων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιεί στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους, δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση, ούτε κοινοποιούνται συστηματικά σε καμία διοικητική αρχή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

2.

Κατά παρέκκλιση των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος:

  • α) Στοιχεία επί των τιμολογίων και των αυξήσεων επ’

αυτών μπορούν να κοινοποιούνται αποκλειστικά στην Εποπτική Αρχή, κατόπιν απόφασής της, που εκδίδεται επί τη βάσει του παρόντος άρθρου, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καθορίζει ρητά ότι η κοινοποίηση γίνεται μόνο στο πλαίσιο γενικού ελέγχου τιμών. Στην απόφαση προσδιορίζονται οι λοιπές αρμόδιες διοικητικές αρχές, που μπορούν να λαμβάνουν τη σχετική πληροφορία στο πλαίσιο τυχόν αρμοδιότητάς τους επί του γενικού ελέγχου τιμών και εξειδικεύονται η μορφή, ο χρόνος παροχής και εν γένει κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στην παροχή της ως άνω πληροφορίας και την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Διάταξη που επιβάλλει ή κατ’ αποτέλεσμα καθιερώνει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων από οποιαδήποτε διοικητική αρχή καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

  • β) Η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος

που προτίθενται να ασκήσουν ασφάλιση στην Ελλάδα την υποχρέωση να κοινοποιούν σε αυτήν, σε μη συστηματική βάση, τους όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή των άλλων εγγράφων που προτίθενται να χρη προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητάς της.

Άρθρο 123

Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν τηρούν την κείμενη νομοθεσία (άρθρο 155 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 39 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1.

Ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που λειτουργεί στην Ελλάδα με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και δεν τηρεί την κείμενη νομοθεσία υποχρεούται να συμμορφωθεί άμεσα σε σχετική υπόδειξη της Εποπτικής Αρχής.

2.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η Εποπτική Αρχή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή καταγωγής της επιχείρησης, η οποία λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και ενημερώνει σχετικά την Εποπτική Αρχή. Η Εποπτική Αρχή ως αρμόδια αρχή καταγωγής λαμβάνει αμελλητί τα κατάλληλα μέτρα για ασφαλιστική επιχείρηση που εδρεύει στην Ελλάδα και ασκεί ασφαλίσεις σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε με υποκατάστημα είτε με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εφόσον λάβει ειδοποίηση από αρμόδια αρχή υποδοχής ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν συμμορφώνεται στην κείμενη στο κράτος αυτό νομοθεσία. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν την απαγόρευση ανάληψης νέων εργασιών στην Ελλάδα ή σε ένα ή περισσότερα κράτη που η επιχείρηση ασκεί ασφαλίσεις. Μετά τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή υποδοχής. Σε περίπτωση που η Εποπτική Αρχή, ως αρμόδια αρχή καταγωγής, δεν λάβει μέτρα ή λάβει αλλά αποδείχθηκαν ανεπαρκή και σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως των ληφθέντων μέτρων, εφόσον η ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση εξακολουθεί να παραβιάζει την κείμενη στο κράτος αυτό νομοθεσία και η εποπτική αρχή του εν λόγω κράτους − μέλους λάβει κατάλληλα μέτρα δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 155 της Οδηγίας 2009/138/ ΕΚ, τα μέτρα αυτά έχουν αποτέλεσμα και στην Ελλάδα. Η Εποπτική Αρχή, ως αρμόδια αρχή καταγωγής, δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

3.

Εάν τα μέτρα του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου δεν ελήφθησαν από την αρμόδια αρχή καταγωγής ή ελήφθησαν μεν αλλά αποδείχθηκαν ανεπαρκή και σε κάθε περίπτωση ανεξαρτήτως των ληφθέντων μέτρων εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος εξακολουθεί να παραβιάζει την κείμενη νομοθεσία, η Εποπτική Αρχή μπορεί, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή καταγωγής, να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την επιβολή κυρώσεων για νέες παραβατικές πράξεις και παραλείψεις της επιχείρησης και, εφόσον είναι απόλυτα αναγκαίο, να απαγορεύσει στην επιχείρηση την άσκηση νέων ασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα. Η Εποπτική Αρχή, ως αρμόδια αρχή υποδοχής, δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

4.

Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 έως 3 του παρόντος η Εποπτική Αρχή μπορεί, σε επείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή για αντικείμενες στην κείμενη νομοθεσία πράξεις ή παραλείψεις ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που διενεργούνται σε ελληνικό έδαφος. Στα μέτρα περιλαμβάνεται και η δυνατότητα της Εποπτικής Αρχής να απαγορεύσει στην επιχείρηση την άσκηση νέων ασφαλιστικών εργασιών στην Ελλάδα. Η Εποπτική Αρχή μπορεί, σε επείγουσες περιπτώσεις, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα και να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση η οποία προβαίνει σε άσκηση ασφαλιστικών εργασιών σε άλλο κράτος − μέλος παρά την άρνηση της Εποπτικής Αρχής για γνωστοποίηση ή κοινοποίηση πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 116 και 118 του παρόντος.

5.

Οι παράγραφοι 1 έως 3 του παρόντος δεν θίγουν το δικαίωμα της Εποπτικής Αρχής για επιβολή κυρώσεων επί πράξεων ή παραλείψεων της επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, εφόσον παραβιάζουν την κείμενη νομοθεσία.

6.

Εάν η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει διαπράξει την παράβαση διαθέτει εγκατάσταση ή περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλει επί της εγκατάστασης τις προβλεπόμενες στην κείμενη νομοθεσία κυρώσεις περιλαμβανομένου και του περιορισμού της ελεύθερης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που βρίσκονται στην Ελλάδα.

7.

Κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος και συνεπάγεται περιορισμούς στην άσκηση της ασφαλιστικής δραστηριότητας απαιτεί αιτιολογία και κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση.

8.

Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα υποβάλλουν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία στην Εποπτική Αρχή κάθε στοιχείο που η Εποπτική Αρχή τους ζητά για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων σύμφωνα με το παρόν άρθρο εφόσον και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, των οποίων η έδρα είναι στην Ελλάδα, έχουν την ίδια υποχρέωση.

9.

Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΑΕΣ για τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων στις οποίες σημειώθηκε άρνηση γνωστοποίησης ή κοινοποίησης πληροφοριών κατ’ εφαρμογή των άρθρων 116 και 118 του παρόντος και η Εποπτική Αρχή έλαβε μέτρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος.

10.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την κατά περίπτωση εφαρμογή των κανόνων ποινικού δικαίου περιλαμβανομένων των ποινικών κυρώσεων που προβλέπει η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία στην Ελλάδα.

11.

Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής καθορίζονται ενδεικτικές περιπτώσεις υπέρβασης του καθεστώτος δραστηριοποίησης με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

Άρθρο 124

Διαφήμιση (άρθρο 156 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος μπορούν να διαφημίζουν στην Ελλάδα, τις σία που διέπει τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της διαφήμισης και έχουν θεσπιστεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Άρθρο 125

Φορολογία (άρθρο 157 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1.

Ασφαλιστήρια συμβόλαια υπόκεινται αποκλειστικά στις προβλέψεις του ελληνικού δικαίου ως προς τους οφειλόμενους έμμεσους φόρους, τα τέλη, τα τυχόν δικαιώματα και τις εισφορές υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ή τρίτων προσώπων, εφόσον κράτος − μέλος του κινδύνου ή της ασφαλιστικής υποχρέωσης είναι η Ελλάδα, σύμφωνα με τις παραγράφους 13 και 14 του άρθρου 3 του παρόντος. Επίσης, στους ίδιους έμμεσους φόρους, τέλη, τυχόν δικαιώματα και εισφορές υπόκεινται και τα ασφαλιστήρια που αφορούν κινητά που περιλαμβάνονται σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην Ελλάδα, εκτός από κινητά υπό εμπορική διαμετακόμιση, ακόμη και όταν το ακίνητο και το περιεχόμενό του δεν καλύπτονται με το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

2.

Το φορολογικό καθεστώς του παρόντος άρθρου ισχύει ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου ασφαλιστική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτό ρυθμίζεται στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2008/593.

3.

Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον συνάπτει ασφαλιστήρια συμβόλαια που αφορούν κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα για τα ασφάλιστρα των οποίων εφαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος υποχρεούται να διορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης δ΄ της παρ. 4 του άρθρου 36 του ν. 2859/2000 (Α΄ 248), ο οποίος έχει όλες τις φορολογικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που έχουν οι εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η ύπαρξη του αντιπροσώπου αυτού δεν αποτελεί εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 3 και του άρθρου 120 του παρόντος.

4.

Οι υποχρεώσεις καταβολής των εμμέσων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επί των ασφαλίστρων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος θεωρούνται απαιτητές στο νόμισμα των ασφαλίστρων και καταβάλλονται με βάσει την ισοτιμία ευρώ − ξένου νομίσματος της ημέρας της είσπραξης.

5.

Ο φορολογικός αντιπρόσωπος, μαζί με τη δήλωση καταβολής του φόρου ασφαλίστρων του τελευταίου τριμήνου του προηγούμενου έτους, υποχρεούται να υποβάλλει στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία πλήρη κατάλογο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων της επιχείρησης που αντιπροσωπεύει, τα ασφάλιστρα των οποίων υπόκεινται στους έμμεσους φόρους και επιβαρύνσεις της παραγράφου 1 του παρόντος.

ΤΜΗΜΑ 2

ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

Άρθρο 126

Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν τηρούν την κείμενη νομοθεσία (άρθρο 158 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 40 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)