Νόμοι — ΦΕΚ A' 13/2016
Εάν το προϊόν ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης υστερεί της αναγραφόμενης στα μητρώα της, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής αιτιολογεί το αποτέλεσμα αυτό στην Εποπτική Αρχή.
Επί της περιουσίας της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης ακολουθείται η εξής σειρά προνομίων:
- α) έξοδα εκκαθάρισης και αμοιβές ασφαλιστικού εκκαθαριστή, εφόσον δεν υπερβαίνουν το 10% της συνολικής περιουσίας της επιχείρησης. Κατά παρέκκλιση
του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, κατόπιν σχετικής εισήγησης είτε του Εγγυητικού Κεφαλαίου είτε του Επικουρικού Κεφαλαίου είτε και των δύο, κατά περίπτωση, το ποσοστό αυτό δύναται να αναπροσαρμόζεται. Οι ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις για τις οποίες το άθροισμα των εξόδων εκκαθάρισης και των αμοιβών των οργάνων εκκαθάρισης μέχρι την 31.12.2015, ισούται ή έχει υπερβεί, σωρευτικά, ποσοστό 10% της συνολικής περιουσίας της επιχείρησης όπως προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ισολογισμό έναρξης αυτής της επιχείρησης, υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή αίτημα αναπροσαρμογής του ανωτέρω ποσοστού συνοδευόμενο από τα κατάλληλα στοιχεία και δικαιολογητικά. Η Εποπτική Αρχή λαμβάνει απόφαση αναπροσαρμογής του ανωτέρω ποσοστού κατόπιν γνώμης είτε του Επικουρικού Κεφαλαίου είτε του Εγγυητικού Κεφαλαίου, είτε και των δύο, κατά περίπτωση.
- β) Οι απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας
και έμμισθης εντολής, εκτός των απαιτήσεων προσώπων που ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στις απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή της έμμισθης εντολής, η οποία αποζημίωση όμως περιορίζεται στη συμπλήρωση του υπολοίπου του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός για τη κάλυψη ασφαλισμένου του σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.
- γ) Οι απαιτήσεις των δικαιούχων απαιτήσεων από
ασφαλίσεις ζωής, των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, αποκλειστικά όμως στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές.
Μέσα σε δέκα (10) ημέρες από το διορισμό του, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής καλεί τους δικαιούχους από ασφάλιση, με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μία (1) φορά την εβδομάδα, επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες σε τρεις (3) ημερήσιες, πανελλαδικής κυκλοφορίας, εφημερίδες, καθώς και στην ιστοσελίδα της επιχείρησης, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία. Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Οι αναγγελίες απαιτήσεων γίνονται δεκτές εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την πρώτη δημοσίευση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή ολοκληρώνεται εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας με τη σύνταξη κατάστασης δικαιούχων και την υποβολή της στην Εποπτική Αρχή. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που επαληθεύονται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου, η αγωγή ακύρωσης της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας του άρθρου 899 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύει, είτε έχει απορριφθεί τελεσίδικα. Στην κατάσταση δικαιούχων περιλαμβάνονται:
- α) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής,
συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τους οποίους επήλθε λήξη του συμβολαίου και εκείνων που υπέβαλαν αίτημα εξαγοράς πριν την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας,
- β) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις κατά
ζημιών που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης,
- γ) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις κατά
ζημιών οι οποίοι δεν είχαν αναγγείλει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας,
- δ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία
χωρίς να τυγχάνουν των προνομίων της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, οι οποίοι θα ικανοποιηθούν κατά τις διαδικασίες της κοινής εκκαθάρισης,
- ε) οι απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή
εξώδικα με το ποσό που εκτιμά ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος από ασφάλιση. Η κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της Εποπτικής Αρχής εντός τριών (3) ημερών από την υποβολή της και διατηρείται εκεί τουλάχιστον για εξήντα (60) μέρες. Αντιρρήσεις κατά της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης αναφορικά με την πιο πάνω κατάσταση ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την ανάρτηση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα της υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, διαχειρίζεται από κοινού με τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή το χαρτοφυλάκιο κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και υποχρεούται να καταβάλει στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή το ποσό που αντιστοιχεί στην αναλογική συμμετοχή του στα έξοδα εκκαθάρισης και στην ικανοποίηση των προνομιακών απαιτήσεων των εργαζομένων, η οποία υπολογίζεται κατά το λόγο της ασφαλιστικής τοποθέτησης του κλάδου αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων προς το σύνολο της ασφαλιστικής τοποθέτησης της εταιρείας σε όλους τους κλάδους που ασκούσε. Το τυχόν εναπομένον υπόλοιπο μετά την καταβολή του κατά τα άνω ποσού και την ικανοποίηση των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση, επιστρέφεται στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή.
Η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιτρέψει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση των λοιπών κλάδων ασφάλισης, πλην του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, μετά από αίτημα του ασφαλιστικού εκκαθαριστή.
Επιτρέπεται η μεταβίβαση από υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρηση, του συνόλου ή μέρους των απαιτήσεων και των περιουσιακών στοιχείων, που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα και τα οποία καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα εκκρεμών ζημιών (μεταβίβαση χαρτοφυλακίου εκκρεμών ζημιών) ύστερα από αίτημα που υποβάλλεται από κοινού από το Επικουρικό Κεφάλαιο και τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή και σχετική έγκριση της Εποπτικής Αρχής. Το ως άνω αίτημα συνοδεύεται από έκθεση του ασφαλιστικού εκκαθαριστή και του Επικουρικού Κεφαλαίου, από την οποία προκύπτει η συνδρομή των όρων που ορίζονται στο επόμενο εδάφιο και από έκθεση του υποψήφιου αναδόχου προς την Εποπτική Αρχή περί της διατήρησης του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας μετά την απόκτηση του ως άνω χαρτοφυλακίου και περί των δεσμεύσεων που αναλαμβάνει, για την εξόφληση των υποχρεώσεων του μεταβιβαζομένου χαρτοφυλακίου. Η μεταβίβαση εγκρίνεται από την Εποπτική Αρχή με απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθοι όροι:
- α) η επιχείρηση προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση
δραστηριοποιείται νόμιμα στην Ελλάδα και διαθέτει άδεια λειτουργίας του κλάδου αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων,
- β) η επιχείρηση διασφαλίζει ότι θα διαθέτει το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας τόσο κατά το χρόνο
της μεταβίβασης όσο και μετά από αυτήν,
- γ) δεν θίγονται συμφέροντα των δικαιούχων αποζημίωσης.
Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής που εγκρίνει τη μεταβίβαση περιλαμβάνει τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου εκκρεμών ζημιών στην ανάδοχο επιχείρηση. Μετά τη δημοσίευσή της δεν δύναται να αντιταχθούν κατά αυτής οι ασφαλισμένοι, οι συμβαλλόμενοι στην ασφαλιστική σύμβαση, οι δικαιούχοι του ασφαλίσματος και οι πιστωτές της ασφαλιστικής επιχείρησης. H εκπλήρωση από την ανάδοχο επιχείρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το χαρτοφυλάκιο εκκρεμών ζημιών της υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης επιχείρησης λόγω συνδρομής της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 5 του ιδίου άρθρου του ως άνω διατάγματος. Η μεταβίβαση ολοκληρώνεται με τη σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής των μεταβιβαζόμενων στοιχείων μεταξύ του αναδόχου, του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ασφαλιστικού εκκαθαριστή, στο οποίο αναφέρεται το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων εκκρεμών ζημιών κατά την ημερομηνία σύνταξης του πρωτοκόλλου, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται στην ανάδοχο ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία με τη μεταβίβαση καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνη για την εξόφληση των υποχρεώσεων εκ του χαρτοφυλακίου, η δε ασφαλιστική εκκαθάριση λήγει καθ’ όσον αφορά το Επικουρικό Κεφάλαιο, εξοφλουμένης και της υποχρέωσής του προς συμμετοχή στα έξοδα εκκαθάρισης σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου. Η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των προηγουμένων παραγράφων και κάθε άλλη πράξη που συνδέεται με αυτήν απαλλάσσεται από κάθε φόρο εισφορά ή τέλος, συμπεριλαμβανομένης και τυχόν υπεραξίας που προκύπτει από τη μεταβίβαση αυτή με εξαίρεση τη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων. Κάθε ειδικότερο θέμα της μεταβίβασης ρυθμίζεται με απόφαση της Εποπτικής Αρχής.
Αναφορικά με τις εκκαθαρίσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το Επικουρικό Κεφάλαιο διοικεί και διαθέτει όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε τοποθέτηση ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα. Τα εκ των μεταβιβαζομένων περιουσιακών στοιχείων ακίνητα εκποιούνται από το Επικουρικό Κεφάλαιο με πλειοδοτικό διαγωνισμό, που διενεργείται με υποβολή κλειστών και σφραγισμένων έγγραφων προσφορών. Η τιμή πρώτης προσφοράς δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 2/3 της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής ορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η διακήρυξη διενέργειας του πλειοδοτικού διαγωνισμού και ενδεικτικά ο τρόπος κατάθεσης των προσφορών, η διαδικασία αποσφράγισής τους, η αξιολόγηση αυτών, τα κριτήρια επιλογής του τελικού πλειοδότη, η δημοσίευση της διακήρυξης και η διαδικασία διενέργειας επαναληπτικού διαγωνισμού σε περίπτωση που ο πρώτος δεν τελεσφορήσει, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Τίτλοι, ομόλογα και λοιπά παρόμοια και άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία εκποιούνται στην τρέχουσα χρηματιστηριακή τους αξία ή στην τρέχουσα ή συνήθη αξία τους στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Καταθέσεις σε τράπεζες περιέρχονται στην άμεση διάθεση και διαχείριση του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο επίσης δικαιούται, με ιδιωτικό συμφωνητικό:
- α) να αναδέχεται από την υπό εκκαθάριση επιχείρηση
τυχόν εκκρεμείς οφειλές του κλάδου αστικής ευθύνης
- β) να παραιτείται από απαιτήσεις του κατά της υπό
εκκαθάριση επιχείρησης, με σκοπό τη λήξη της εκκαθάρισης του κλάδου αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα.
Τακτική γενική συνέλευση συγκαλείται από τον εκκαθαριστή κατά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής διορίζει ανεξάρτητο ελεγκτή για κάθε χρήση και ενημερώνει για το διορισμό και τα αποτελέσματα του ελέγχου την Εποπτική Αρχή.
Εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή, σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει έκθεση για τις μέχρι τότε εργασίες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και τους λόγους της καθυστέρησης και προτείνει μέτρα για την ταχεία περάτωσή της. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν παραίτηση της επιχείρησης από δικαιώματα, δικόγραφα και αιτήσεις, αν η επιδίωξη τούτων είναι ασύμφορη σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη ή αβέβαιη ή απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα ανωτέρω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν και συμβιβασμούς, αναδιαπραγματεύσεις ή καταγγελία συμβάσεων, όπως και σύναψη νέων. Εφόσον το σχέδιο εγκριθεί από την Εποπτική Αρχή, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ολοκληρώνει την ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτό.
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Άρθρο 249
Δικαίωμα ένδικης προσφυγής (άρθρο 297 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν το δικαίωμα ένδικης προσφυγής για κάθε απόφαση που λαμβάνεται για αυτές δυνάμει του παρόντος νόμου, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών και διοικητικών πράξεων.
Άρθρο 250
Συνεργασία Εποπτικής Αρχής με άλλες εποπτικές αρχές και Ευρωπαϊκή Επιτροπή (άρθρο 298 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η Εποπτική Αρχή συνεργάζεται με τις λοιπές αρμόδιες αρχές στα άλλα κράτη−μέλη με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εφαρμογή του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
Η Εποπτική Αρχή συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με σκοπό την διευκόλυνση της εποπτείας των ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εξέταση τυχόν δυσκολιών που προκύπτουν ή είναι δυνατόν να προκύψουν κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τις σημαντικότερες δυσκολίες, οι οποίες προκύπτουν κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου ή της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και συνεργάζεται με τις λοιπές αρμόδιες εποπτικές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εξέταση των δυσκολιών αυτών, το ταχύτερο δυνατόν, με σκοπό την εξεύρεση πρόσφορης λύσης.
Άρθρο 251
Ισοτιμία με ευρώ (άρθρο 299 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Όπου ο παρών νόμος αναφέρεται σε ευρώ, το ισόποσο σε εθνικό νόμισμα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους υπολογίζεται βάσει των τιμών της τελευταίας ημέρας του Οκτωβρίου του ίδιου έτους για την οποία είναι γνωστές οι ισοτιμίες του ευρώ ως προς όλα τα νομίσματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 252
Αναθεώρηση των ποσών που εκφράζονται σε ευρώ (άρθρο 300 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αναπροσαρμόζονται, ανά πενταετία, τα ποσά του παρόντος νόμου που εκφράζονται σε ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη την ποσοστιαία μεταβολή του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή όλων των κρατών−μελών, όπως δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Eurostat) από τις 31 Οκτωβρίου 2015 έως την ημερομηνία της αναπροσαρμογής, στρογγυλεμένα σε ανώτερο πολλαπλάσιο των εκατό χιλιάδων (100.000) Ευρώ. Η Εποπτική Αρχή λαμβάνει την απόφαση του προηγουμένου εδαφίου εντός δώδεκα (12) μηνών από την δημοσίευσή τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 253
Υποβληθείσες κοινοποιήσεις πριν την 31η Δεκεμβρίου 2015 για τη συμμόρφωση προς το άρθρου 43 του παρόντος (άρθρο 302 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Για περιπτώσεις προτεινομένων αποκτήσεων συμμετοχής, των οποίων οι κοινοποιήσεις κατά το άρθρο 43 του παρόντος για συμμόρφωση με το εν λόγω άρθρο, είχαν υποβληθεί στην Εποπτική Αρχή πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2015, η Εποπτική Αρχή διενεργεί τη διαδικασία αξιολόγησης σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργούμενου δια του παρόντος ν.δ. 400/1970 που ίσχυαν κατά τη στιγμή της εν λόγω κοινοποίησης.
Άρθρο 254
Υποενότητα κινδύνου μετοχών επί τη βάσει της μέσης οικονομικής διάρκειας (άρθρο 304 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Κατόπιν σχετικής άδειας η οποία χορηγείται από την Εποπτική Αρχή, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, για τον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, μπορούν να εφαρμόζουν υποενότητα κινδύνου μετοχών βαθμονομημένη με τη χρήση μέτρου της αξίας σε κίνδυνο, για χρονικό διάστημα που συνάδει με την τυπική διάρκεια κατοχής των επενδύσεων σε μετοχές από τη συγκεκριμένη επιχείρηση, με επίπεδο εμπιστοσύνης που να παρέχει στους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με αυτή που προβλέπεται στο άρ αιτούσας επιχείρησης επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2003/41/ ΕΚ, ή συνταξιοδοτικών παροχών που είναι καταβαλλόμενες με τη συμπλήρωση ή ενόψει της συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης και τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται έναντι των παροχών αυτών απολαμβάνουν οποιαδήποτε μορφή φορολογικής μείωσης ή απαλλαγής για τον αντισυμβαλλόμενο, και
- β) τα στοιχεία ενεργητικού στα οποία εφαρμόζεται
η εν λόγω υποενότητα κινδύνου και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των εργασιών της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου είναι κλειστής διάρθρωσης (ring−fenced), ήτοι η διαχείριση και η οργάνωσή τους πραγματοποιούνται χωριστά από τις υπόλοιπες δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς καμία δυνατότητα μεταφοράς, και
- γ) η μέση οικονομική διάρκεια των υποχρεώσεων που
αντιστοιχούν στη συγκεκριμένη δραστηριότητα της επιχείρησης υπερβαίνει τα δώδεκα (12) έτη.
Με την επιφύλαξη της ανάγκης για προάσπιση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων σε άλλα κράτη−μέλη, στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, τα στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος λαμβάνονται πλήρως υπόψη για την αξιολόγηση των επιπτώσεων επί της διαφοροποίησης.
Η Εποπτική Αρχή χορηγεί την άδεια της παραγράφου 1 του παρόντος μόνον διασφαλίζεται, σε διαρκή βάση, ότι η αιτούσα επιχείρηση είναι σε θέση να διακρατά επενδύσεις σε μετοχές για χρονικό διάστημα συνεπή προς τη συνήθη διάρκεια κατοχής, από τη συγκεκριμένη επιχείρηση, των επενδύσεων σε μετοχές. Η διασφάλιση του προηγουμένου εδαφίου θα βασίζεται στην κατάσταση φερεγγυότητας και ρευστότητας της επιχείρησης, καθώς στις στρατηγικές, τις μεθόδους και τις διαδικασίες δημοσίευσης που διαθέτει η εν λόγω επιχείρηση αναφορικά με την διαχείριση συγχρονισμού των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν επανέρχονται στην εφαρμογή της προσέγγισης που αναφέρεται στο άρθρο 81 του παρόντος, παρά μόνον κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής και εφόσον υφίσταται πλήρως τεκμηριωμένος λόγος.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονταιτα κριτήρια κάτω από τα οποία στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις θεωρούνται κλειστής διάρθρωσης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΖΗΜΙΩΝ, ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 255
Αντιπρόσωπος ζημιών
Ο αντιπρόσωπος ζημιών, που διορίζεται σύμφωνα με τις περιπτώσεις ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 130 του παρόντος, επιλέγεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και πρέπει να είναι γνώστης των επισήμων γλωσσών του κράτους που έχει διορισθεί. Ο αντιπρόσωπος ζημιών έχει την διαμονή ή εγκατάσταση του στο κράτος−μέλος όπου έχει διορισθεί, διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση έναντι των ζημιωθέντων με μόνιμη κατοικία σ’ αυτό το κράτος−μέλος, από ατυχήματα που προκαλούνται στα άλλα κράτη−μέλη από αυτοκίνητα που έχουν τόπο συνήθους στάθμευσης την Ελλάδα ή άλλο κράτος− μέλος και είναι ασφαλισμένα σε εγκατεστημένες στην Ελλάδα ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις οποίες εκπροσωπεί, ώστε να ικανοποιεί ολοσχερώς τις αξιώσεις τους.
Ο υποχρεωτικός διορισμός αντιπροσώπου σε καμία περίπτωση δεν περιορίζει τον ζημιωθέντα ή την ασφαλιστική επιχείρηση του να στρέφονται απευθείας κατά του υπαίτιου του ατυχήματος ή της ασφαλιστικής του επιχείρησης.
Τα καθήκοντα του ανωτέρω αντιπροσώπου είναι να συγκεντρώνει, όσον αφορά τις σχετικές αξιώσεις, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον διακανονισμό των ζημιών και να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την διαπραγμάτευση του διακανονισμού των ζημιών. Να διαθέτει επαρκείς εξουσίες για να αντιπροσωπεύει την επιχείρηση έναντι των προσώπων που υπέστησαν ζημίες και μπορούν να προβάλλουν αξίωση αποζημίωσης, συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης αυτών των αξιώσεων, καθώς και να την αντιπροσωπεύει ή εφόσον απαιτείται, να φροντίζει για την αντιπροσώπευσή της ενώπιον των διοικητικών αρχών σχετικά με τις αξιώσεις αυτές.
Ο αντιπρόσωπος ζημιών υποχρεούται εντός τριών (3) μηνών από τη λήψη της αίτησης αποζημίωσης του ζημιωθέντος :
- α) να υποβάλει αιτιολογημένη προσφορά αποζημίωσης σε περίπτωση που η ευθύνη δεν αμφισβητείται και
η ζημιά έχει αποτιμηθεί,
- β) να υποβάλει αιτιολογημένη απάντηση επί των σημείων που περιέχονται στην αίτηση στην περίπτωση
που η ευθύνη αμφισβητείται ή δεν έχει ακόμα διαπιστωθεί σαφώς ή σε περίπτωση που η ζημιά δεν έχει αποτιμηθεί πλήρως. Σε περίπτωση παράβασης των ανωτέρω επιβάλλονται οι κυρώσεις όπως προβλέπονται στο άρθρο 38 παρ. 2 του κ.ν. 489/1976 (Α΄ 331).
Ο ορισμός ειδικού αντιπροσώπου δεν αποτελεί διορισμό νομίμου αντιπροσώπου κατά την έννοια του άρθρου 261 του παρόντος, ούτε αποτελεί ίδρυση υποκαταστήματος κατά την έννοια του άρθρου 115 του παρόντος ή εγκατάσταση της ασφαλιστικής επιχείρησης κατά την έννοια της παραγράφου 11 του άρθρου 3 του παρόντος.
Άρθρο 256
Διοικητικές Κυρώσεις
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών ειδικότερων διατάξεων, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στα μέλη της διοίκησής της ως και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις ευρωπαϊκού δικαίου αμέσου εφαρμογής, του παρόντος νόμου, των κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεών του ή την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία, επίπληξη ή πρόστιμο ύψους μέχρι δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ. ειδικότερων διατάξεων, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλει πρόστιμο μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στα μέλη της διοίκησής της ως και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο αρνείται τη συνεργασία ή παρακωλύει έρευνα ή έλεγχο, που αυτή διενεργεί σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, τον παρόντα νόμο, των κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεών του ή την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικών ειδικότερων διατάξεων, και με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο ύψους μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που παραβαίνει τις διατάξεις της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων και ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης.
α) Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί ειδική συμμετοχή ή αυξηθεί η υφιστάμενη συμμετοχή στο κεφάλαιο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς την, βάσει του άρθρου 43 του παρόντος, απαιτούμενη κατά περίπτωση γνωστοποίηση ή έγκρισή της από την Εποπτική Αρχή, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει στους κατόχους των συμμετοχών αυτών τις παρακάτω κυρώσεις, διαζευκτικά ή σωρευτικά:
- αα) Πρόστιμο μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των
μετοχών που απέκτησαν τα πρόσωπα αυτά.
- αβ) Αποκλεισμό από το διοικητικό συμβούλιο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και
από μέλος διοίκησης ή οποιαδήποτε διευθυντική θέση σε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.
- β) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Εποπτική Αρχή περί της αλλαγής της
ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους ειδικής συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 15 του άρθρου 43 του παρόντος, ή δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Εποπτικής Αρχής για την εφαρμογή των προβλεπομένων στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει στα φυσικά πρόσωπα που αφορά η σχετική παράλειψη ή η μη συμμόρφωση, τις κυρώσεις της υποπερίπτωσης αβ΄ της προηγούμενης περίπτωσης της παρούσας παραγράφου.
- γ) Στα πρόσωπα που δεν τηρούν την υποχρέωση ενημέρωσης της Εποπτικής Αρχής, βάσει της περίπτωσης
β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του παρόντος, ως προς τη μείωση συμμετοχής, η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλει πρόστιμο ύψους μέχρι ποσοστού 5% της αξίας των μετοχών που μεταβιβάσθηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 15 του άρθρου 43 στις υποδείξεις της Εποπτικής Αρχής για τη λήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η Εποπτική Αρχή μπορεί, διαζευκτικά ή σωρευτικά:
- α) να επιβάλλει την απομάκρυνση των ανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, από το διοικητικό
συμβούλιο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και από μέλος διοίκησης ή οποιαδήποτε διευθυντική θέση σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,
- β) να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που
επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικά πρόσωπα που αυτά ελέγχουν,
- γ) να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με τα πρόσωπα αυτά ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα που
ελέγχονται από αυτά, καθώς και να κηρύσσει ληξιπρόθεσμα και αμέσως απαιτητά τα δάνεια που έχουν λάβει όλα τα πιο πάνω πρόσωπα από την εν λόγω επιχείρηση.
Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς, ο κίνδυνος διατάραξης της συστημικής σταθερότητας, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των ασφαλιζομένων, το ύψος της πραγματικά προκληθείσας ζημίας σε αυτούς ως και η τυχόν ανόρθωσή της, η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Εποπτική Αρχή κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων του παρόντος νόμου ή της λοιπής νομοθεσίας για τις ασφαλίσεις.
Τα πρόστιμα που επιβάλλει η Εποπτική Αρχή αποτελούν δημόσιο έσοδο και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Οι αποφάσεις της Εποπτικής Αρχής με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις μπορεί να δημοσιοποιούνται, για την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά, εφόσον αυτή κρίνει ότι η σχετική δημοσιοποίηση δεν συνδέεται με τις εποπτικές απαιτήσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο και δεν είναι πιθανό να δημιουργήσει κίνδυνο σοβαρής διατάραξης των χρηματοπιστωτικών αγορών ή δυσανάλογης ζημίας στα ενδιαφερόμενα μέρη.
Τα όργανα διοίκησης της Εποπτικής Αρχής, όπως και το προσωπικό αυτής δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης εντός των λοιπών αρμοδιοτήτων τις οποίες ασκεί η Εποπτική Αρχή κατά ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός εάν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο.
Άρθρο 257
Έγγραφες Συμφωνίες – Εκχώρηση εποπτικής αρμοδιότητας Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η εποπτεία που ασκεί, η Εποπτική Αρχή, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου, δύναται να συνάπτει έγγραφες συμφωνίες με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών για θέματα συντονισμού και συνεργασίας. Βάσει των συμφωνιών αυτών μπορούν να ανατεθούν πρόσθετα καθήκοντα στην Εποπτική Αρχή ή σε άλλες αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση εποπτείας σε επίπεδο ομίλου και να προσδιοριστούν διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων και την εν γένει μεταξύ τους συνεργασίας. σε θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, να εκχωρεί, με διμερή συμφωνία, την εποπτική της αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους−μέλους που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν τη μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με σκοπό οι τελευταίες αρχές να αναλάβουν την εποπτεία της θυγατρικής, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Με ανάλογη διμερή συμφωνία, η Εποπτική Αρχή ως αρμόδια αρχή μητρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δύναται να αναλαμβάνει τη με βάση τον παρόντα νόμο εποπτεία θυγατρικής του επιχείρησης.
Άρθρο 258
Ποινικές κυρώσεις
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος με γνώση του προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς:
- α) την Εποπτική Αρχή με σκοπό να επιτύχει την άδεια
λειτουργίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, την παράταση της άδειας ή την έγκριση του καταστατικού της ή κλάδου αυτής,
- β) το κοινό με δημοσιεύματα (ηλεκτρονικών ή εντύπων)
ή κάθε άλλου μέσου με σκοπό την παραπλάνησή του.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται κάθε πρόσωπο που άμεσα ή έμμεσα ασκεί διοίκηση ή διαχείριση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όταν με γνώση του έπραξε τα εξής:
- α) πρότεινε ή επέτρεψε τη διανομή μερίσματος κατά
παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή κανονιστικών πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου,
- β) παραβίασε τις διατάξεις περί υπολογισμού των
τεχνικών προβλέψεων ή της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, και
- γ) συνέταξε ή ενέκρινε ισολογισμό ή έκθεση σχετικά
με την φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του καταστατικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος άμεσα ή έμμεσα κατά τη διάρκεια της εποπτικής αξιολόγησης με γνώση του προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός μηνός και με χρηματική ποινή τιμωρούνται πραγματογνώμονες οι οποίοι κατά την εκτίμηση της εκτάσεως πραγματοποιηθείσας ζημίας και καθορισμό της οφειλομένης αποζημίωσης προς τον ζημιωθέντα εν γνώσει πραγματοποιούν ψευδείς εκτιμήσεις ή δηλώσεις προς όφελος της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή του ζημιωθέντα ασφαλισμένου.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος παραβιάζει τις απαγορεύσεις του άρθρου 147 του παρόντος.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 259 του παρόντος.
Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων διοικητικών κυρώσεων του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων όπου το αδίκημα τιμωρείται βαρύτερα, με φυλάκιση τιμωρείται όποιος άμεσα ή έμμεσα κατά τον έλεγχο του ισολογισμού ή της έκθεσης σχετικά με την φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση με γνώση του προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις.
Άρθρο 259
Πραγματογνώμονες
Οι υπό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων οριζόμενοι πραγματογνώμονες για την εκτίμηση πραγματοποιηθείσας ζημίας και τον καθορισμό της οφειλομένης αποζημιώσεως, υποχρεούνται όπως αντίγραφο της εκθέσεώς τους κοινοποιούν στον ζημιωθέντα. Η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται όπως εντός δεκαπέντε (15) ημερών από της υποβολής της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης γνωστοποιήσει στον δικαιούχο τυχόν αποζημίωσης με βάση τους γενικούς και ειδικούς όρους του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου την αποδοχή αυτής ή μη, εκτός εάν επέλθει εν τω μεταξύ φιλικός διακανονισμός.
Σε περίπτωση αποδοχής από την ασφαλιστική επιχείρηση και του δικαιούχου της προσδιορισθείσας από την πραγματογνωμοσύνη ασφαλιστικής αποζημίωσης, η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται αμελλητί στην καταβολή αυτής στον δικαιούχο.
Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ορίζονται ως πραγματογνώμονες από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ενεργούν αμερόληπτα, ανεξάρτητα και χωρίς προκατάληψη με σκοπό την εξέταση και εκτίμηση δηλωθείσας ζημιάς ή/και απώλειας σύμφωνα τους γενικούς και ειδικούς όρους ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Οι ανωτέρω πραγματογνώμονες, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ευθύνονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 256 και 258 του παρόντος.
Άρθρο 260
Διανομή κερδών στους ασφαλισμένους και σώρευση πλεοναζόντων κεφαλαίων
Οι επιχειρήσεις που ασκούν ασφαλίσεις ζωής δύνανται να συσσωρεύουν πλεονάζοντα κεφάλαια, αποτελούμενα από μέρος των κερδών που πραγματοποιούν κάθε έτος, για κάλυψη αποκλειστικά μελλοντικών ζημιών των αντίστοιχων εργασιών ασφαλίσεων ζωής ή για μελλοντική διανομή στους αντισυμβαλλόμενους και δικαιούχους. Το συνολικό ποσοστό κέρδους προς συσσώρευση ανά κατηγορία ασφαλιστικών εργασιών, το ποσοστό διανομής προς τους αντισυμβαλλομένους και δικαιού καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης. Η διανομή πραγματοποιείται με έναν από τους εξής τρόπους:
- α) σε μετρητά,
- β) με μείωση των επόμενων δόσεων των ασφαλίστρων,
- γ) με αύξηση του ασφαλισμένου κεφαλαίου (ασφαλιστικού ποσού),
- δ) με πίστωση σχετικού λογαριασμού του ασφαλισμένου εντόκως.
Επίσης μπορούν να συνάπτουν ασφαλιστήρια ζωής, τα οποία προβλέπουν την, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση ετήσιων κερδών, υποχρεωτική επιστροφή στους δικαιούχους, ποσοστού από την προς διάθεση απόδοση των επενδύσεων. Η ως άνω απόδοση, το ποσοστό και η βάση υπολογισμού, κοινοποιούνται υποχρεωτικά στους ασφαλισμένους. Η επιστροφή πραγματοποιείται, με τους ίδιους τρόπους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύοι όροι και οι προϋποθέσεις που δύνανται να συσσωρεύονται τα ετήσια κέρδη και να χρησιμοποιούνται τα πλεονάζοντα κεφάλαια για απορρόφηση ζημιών των επιχειρήσεων.
Άρθρο 261
Νόμιμος αντιπρόσωπος
Ο νόμιμος αντιπρόσωπος όπως ορίζεται στο άρθρο 115 του παρόντος υποχρεούται να έχει μόνιμη κατοικία εντός της Ελλάδας και εκπροσωπεί την επιχείρηση ενώπιον όλων των αρχών, δικαστικώς και εξωδίκως και στις σχέσεις της με το δημόσιο. Ο διορισμός από την ίδια επιχείρηση δύο νομίμων αντιπροσώπων είτε με αρμοδιότητα επί ορισμένου μέρους της επικρατείας, είτε προς άσκηση ορισμένου κλάδου, δεν επιτρέπεται.
Ο νόμιμος αντιπρόσωπος υπέχει την ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα.
Ελλείψει νομίμου αντιπροσώπου, ως και εν απουσία τούτου, όλες οι επιδόσεις γίνονται προς τον Γραμματέα Πρωτοδικών της έδρας του.
Σε περίπτωση παύσης του αντιπροσώπου από την επιχείρηση, η παύση ισχύει από της ημερομηνία επιδόσεως στην Εποπτική Αρχή σχετικής έγγραφης δήλωσης.
Η επιχείρηση υποχρεούται να πληροί τη θέση του νομίμου αντιπροσώπου εντός δύο (2) μηνών από της κενώσεως αυτής.
Η Εποπτική Αρχή με απόφασή της που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δύναται να απαιτεί την υπογραφή κάθε ασφαλιστηρίου από τον νόμιμο αντιπρόσωπο κάθε επιχείρησης ή από συγκεκριμένα άλλα πρόσωπα.
Άρθρο 262
Γλώσσα Τα πάσης φύσεως έγγραφα που υποβάλλονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Εποπτική Αρχή σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές πράξεις είναι στην ελληνική γλώσσα. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να λαμβάνει υπόψη της έγγραφα σε άλλες επίσημες ευρωπαϊκές γλώσσες, εφόσον κατά την απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση της έχει, κατά τον χρόνο εκείνο, την δυνατότητα να το πράξει.
Άρθρο 263
Περί ασκήσεως του κλάδου κεφαλαιοποιήσεων
Κεφαλαιοποίηση υπό την έννοια του παρόντος θεωρείται η εξασφάλιση ορισμένου κεφαλαίου καταβλητέου σε ορισμένο χρόνον αντί ορισμένων καταβολών, ενιαίων ή περιοδικών.
Απαγορεύεται η δια του αυτού συμβολαίου κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης ζωής και κεφαλαιοποίησης.
Επιτρέπεται η προ της λήξεως του συμβολαίου καταβολή του δια της κεφαλαιοποιήσεως εξασφαλιζομένου ποσού, σε συνδυασμό με κληρώσεις. Τα συμβόλαια κεφαλαιοποιήσεως είναι ονομαστικά, επιτρεπομένης της μεταβιβάσεως αυτών κατόπιν γνωστοποίησης στην επιχείρηση και έγκρισης δια πρόσθετης πράξης. Η διάρκεια των συμβολαίων δεν δύναται να υπερβαίνει τα εικοσι πέντε (25) έτη.
Ο αριθμός των ενεργουμένων κατ’ έτος κληρώσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δώδεκα (12), το δε ποσοστό των κληρουμένων ετησίως συμβολαίων να μην υπερβαίνει το δώδεκα επί της χιλίοις (12‰) .
Η χορήγηση δανείων προς ασφαλισμένους κλάδου κεφαλαιοποιήσεως επιτρέπεται μόνον δια την εξακολούθηση της ισχύος των σχετικών συμβολαίων.
Κάθε δημοσίευση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων διά του τύπου, τοιχοκολλήσεων κ.λπ. εν σχέσει προς την ενέργειαν κληρώσεων, επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγουμένης θεώρησης του δημοσιεύματος από την Εποπτική Αρχή η οποία χορηγείται εντός δεκαημέρου από την υποβολή της σχετικής αίτησης.
Κάθε διενέργεια κλήρωσης ανακοινώνεται στην Εποπτική Αρχή προ δέκαπέντε (15) τουλάχιστον ημερών. Οι κληρώσεις ενεργούνται ενώπιον Επιτροπής αποτελουμένης από ένα μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου υποδεικνυομένου από το Σώμα αυτό για ένα έτος, από έναν εκπρόσωπο της Εποπτικής Αρχής και από έναν εκ των Διευθυντών ή Συμβούλων της ενδιαφερομένης επιχείρησης.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής καθορίζεται η κατά κλήρωση αμοιβή των μελών της Επιτροπής, η οποία καταβάλλεται από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση.
Άρθρο 264
(άρθρο 303 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Η οντότητα η οποία παρέχει ή διαχειρίζεται συνολικά, συνταξιοδοτικά προγράμματα παροχών και η οποία αναλαμβάνει η ίδια, αντί των χρηματοδοτουσών επιχειρήσεων, την ευθύνη για την κάλυψη βιομετρικών κινδύνων ή εγγυάται ορισμένη απόδοση των επενδύσεων ή ορισμένο ύψος παροχών, διαθέτει σε συνεχή βάση, πέραν των τεχνικών προβλέψεων, επιπρόσθετα περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την παροχή επιπλέον προστασίας. Το ύψος των επιπρόσθετων αυτών περιουσιακών στοιχείων αντανακλά τον κίνδυνο και την περιουσιακή βάση της οντότητας αυτής αναφορικά με το πλήρες φάσμα των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων παροχών που παρέχει ή διαχειρίζεται. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία κάλυψη των αποκλίσεων μεταξύ των προβλεπομένων και των πραγματικών δαπανών και κερδών.
Το ελάχιστο ποσό των συμπληρωματικών στοιχείων ενεργητικού υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 265, 266 και 267 του παρόντος.
Άρθρο 265
(άρθρο 303 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Οι οντότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 264 του παρόντος συγκροτούν και διατηρούν συνεχώς επαρκές διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας ανάλογο προς το σύνολο των δραστηριοτήτων, το οποίο αντιστοιχεί στην ελεύθερη από κάθε υποχρέωση που δύναται να προβλεφθεί περιουσία του, μείον τα άυλα περιουσιακά στοιχεία της.
Τα στοιχεία, τα οποία απαρτίζουν το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας είναι:
- α) Το ποσό που αρχικά έχει καταβληθεί, καθώς και
τυχόν λογαριασμούς μελών της οντότητας που ικανοποιούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
- αα) το καταστατικό ή ο κανονισμός λειτουργίας ορίζει
ότι από τους λογαριασμούς αυτούς μπορούν να γίνονται πληρωμές στα μέλη της οντότητας μόνον εφόσον αυτό δεν προκαλεί πτώση του διαθέσιμου περιθωρίου φερεγγυότητας κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο ή εάν, μετά τη διάλυση της οντότητας, έχουν εξοφληθεί όλα τα άλλα χρέη αυτής,
- αβ) το καταστατικό ή ο κανονισμός λειτουργίας ορίζει
ότι, όσον αφορά οποιαδήποτε πληρωμή που αναφέρεται στην υποπερίπτωση αα΄ της παρούσας περίπτωσης για άλλους λόγους εκτός από την ατομική καταγγελία της ιδιότητας του μέλους της οντότητας, η αρμόδια εποπτική αρχή ειδοποιείται τουλάχιστον ένα μήνα πριν και μπορεί μέσα στο διάστημα αυτό να απαγορεύσει την πληρωμή,
- αγ) οι σχετικές καταστατικές διατάξεις ή οι διατάξεις
του κανονισμού λειτουργίας μπορούν να τροποποιηθούν μόνον εφόσον η αρμόδια εποπτική αρχή δηλώσει ότι δεν έχει αντιρρήσεις για την τροποποίηση, υπό την επιφύλαξη των κριτηρίων που απαριθμούνται στις υποπεριπτώσεις αα΄ και αβ΄ της παρούσας.
- β) Τυχόν αποθεματικά (νόμιμα και ελεύθερα) που δεν
αντιστοιχούν σε ασφαλιστικές υποχρεώσεις.
- γ) Τυχόν κέρδη ή ζημίες που μεταφέρονται στη νέα
οικονομική χρήση, μετά την αφαίρεση των τυχών πληρωτέων μερισμάτων, εφόσον τούτο επιτρέπεται.
Κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης της οντότητας και αφού δοθεί η σχετική έγκριση της αρμόδιας εποπτικής αρχής, το διαθέσιμο περιθώριο φερεγγυότητας μπορεί να αποτελείται από:
- α) το ήμισυ του μη καταβληθέντος μετοχικού ή αρχικού κεφαλαίου, εφόσον το καταβληθέν τμήμα ισούται
με το είκοσι πέντε επί τοις εκατό (25%) του αρχικού κεφαλαίου, μέχρι ποσοστού πενήντα επί τοις εκατό (50%) του μικρότερου ποσού μεταξύ του διαθεσίμου περιθωρίου φερεγγυότητας και του απαιτουμένου περιθωρίου φερεγγυότητας,
- β) τυχόν υπεραξίες που προκύπτουν λόγω υποεκτίμησης στοιχείων του ενεργητικού εφόσον δεν οφείλονται
σε εξαιρετικές περιστάσεις.
Άρθρο 266
Απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας (άρθρο 303 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 267 του παρόντος, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας ισούται προς το άθροισμα των ακόλουθων δύο στοιχείων:
- α) Πρώτο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής:
Ποσοστό 4% των μαθηματικών αποθεμάτων που αφορούν πρωτασφαλιστικές εργασίες (χωρίς να αφαιρεθούν οι τυχόν αντασφαλιστικές εκχωρήσεις) και αντασφαλιστικές αναλήψεις πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία οικονομική χρήση λόγο του συνόλου των μαθηματικών αποθεμάτων (μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων) προς τα ακαθάριστα συνολικά μαθηματικά αποθέματα πριν αφαιρεθούν οι αντασφαλιστικές εκχωρήσεις. Ο λόγος αυτός, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος του ογδόντα πέντε επί τοις εκατό (85%).
- β) Δεύτερο αποτέλεσμα. Αυτό υπολογίζεται ως εξής:
Για ασφαλιστικές υποχρεώσεις των οποίων το κεφάλαιο κινδύνου δεν είναι αρνητικό, ποσοστό τρία δέκατα επί τοις εκατό (0,3%) από αυτό το κεφάλαιο, το οποίο έχει αναληφθεί από την οντότητα, πολλαπλασιάζεται με τον κατά την τελευταία χρήση λόγο του συνολικού κεφαλαίου κινδύνου με ίδια κράτηση της οντότητας μετά την αφαίρεση των αντασφαλιστικών εκχωρήσεων και αντεκχωρήσεων, προς το συνολικό κεφάλαιο κινδύνου στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αντασφαλίσεις. Ο λόγος αυτός, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του πενήντα επί τοις εκατό (50%). Για τις ασφαλίσεις θανάτου μικρής διάρκειας και μέχρι τρία το πολύ χρόνια, το επί του κεφαλαίου κινδύνου ποσοστό σύμφωνα με τα ανωτέρω ορίζεται σε ένα δέκατο επί τοις εκατό (0,1%). Στην περίπτωση που η διάρκεια των ασφαλίσεων αυτών είναι μεταξύ τριών και το πολύ πέντε ετών το ποσοστό ορίζεται σε δεκαπέντε εκατοστά επί τοις εκατό (0,15%).
Για τις συμπληρωματικές ασφαλίσεις που περιγράφονται στον Κλάδου Ι.3 της περίπτωσης α΄ του άρθρου 5 του παρόντος, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 268 του παρόντος.
Για τις εργασίες της περίπτωσης (στ) του άρθρου 5 του παρόντος το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το ένα επί τοις εκατό (1%) του ενεργητικού τους.
Για τις εργασίες των περιπτώσεων γ΄, ζ΄ και η΄ του άρθρου 5 του παρόντος, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας είναι ίσο με το άθροισμα:
- α) Του τέσσερα επί τοις εκατό (4%) των τεχνικών
προβλέψεων, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το καθοριζόμενο στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος πρώτο αποτέλεσμα, εφόσον η οντότητα φέρει κινδύνους επενδύσεων και του ένα επί τοις εκατό (1%) των τεχνικών προβλέψεων, το οποίο υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο, εφόσον η οντότητα δεν φέρει κινδύνους επενδύσεων και η κατανομή για την κάλυψη των εξόδων διοίκησης είναι σταθερή για περίοδο που υπερβαίνει τα 5 χρόνια, και
- β) του τρία δέκατα επί τοις εκατό (0,3%) του κεφαλαίου κινδύνου, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το
καθοριζόμενο στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1
- γ) Του 25% των καθαρών διοικητικών εξόδων της
τελευταίας οικονομικής χρήσης, που αφορά στις εργασίες αυτές, εφόσον η οντότητα δεν φέρει κινδύνους επενδύσεων και υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό που προορίζεται να καλύψει τα έξοδα διαχείρισης δεν καθορίζεται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών.
Άρθρο 267
Ελάχιστο απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας (άρθρο 303 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Για τις οντότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 264 του παρόντος, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας δεν μπορεί να είναι μικρότερο:
- α) των δύο εκατομμυρίων διακοσίων πενήντα χιλιάδων
(2.250.000) ευρώ, για οντότητες που έχουν αλληλασφαλιστική μορφή,
- β) των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ, για οντότητες κάθε άλλης μορφής.
Άρθρο 268
(άρθρο 303 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)
Το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας των εργασιών που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 266 του παρόντος καθορίζεται με βάση είτε το ετήσιο ποσό των ασφαλίστρων και των εισφορών είτε τη μέση επιβάρυνση από αποζημιώσεις των τριών τελευταίων οικονομικών χρήσεων. Το ύψος του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας είναι ίσο προς το μεγαλύτερο από τα δύο αποτελέσματα που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3
Για τη βάση υπολογισμού των ασφαλίστρων επιλέγεται το μεγαλύτερο μεταξύ του ποσού των δεδουλευμένων ασφαλίστρων ή εισφορών που υπολογίζονται κατωτέρω, και του ποσού των ακαθάριστων εγγεγραμένων ασφαλίστρων ή εισφορών. Αθροίζονται τα ασφάλιστρα ή οι εισφορές (συμπεριλαμβανομένων τυχών παρεπόμενων δικαιωμάτων) που κατεβλήθησαν για πρωτασφαλίσεις κατά την τελευταία εταιρική χρήση. Στο σύνολο αυτό, προστίθεται το ποσό των αντασφάλιστρων που έγιναν δεκτά κατά την τελευταία οικονομική χρήση. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων και εισφορών που ακυρώθηκαν κατά την τελευταία εταιρική χρήση, όπως επίσης και το συνολικό ποσό των φόρων και τελών που αναλογούν στα ασφάλιστρα και εισφορές που περιέχονται στο ως άνω άθροισμα. Το κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέρχεται μέχρι πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό: Το δεκαοχτώ επί τοις εκατό (18%) του πρώτου μέρους και το δεκαέξι επί τοις εκατό (16%) του δεύτερου, αθροίζονται. Το κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό πολλαπλασιάζεται επί το πηλίκο που προκύπτει από την κατά τα τελευταία τρία οικονομικά έτη υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ποσού των σε βάρος της οντότητας εκκρεμών απαιτήσεων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών στο πλαίσιο της αντασφάλισης και του ακαθάριστου ποσού των απαιτήσεων, ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από πενήντα επί τοις εκατό (50%).
Η βάση των αποζημιώσεων υπολογίζεται ως εξής: Αθροίζονται τα ποσά των αποζημιώσεων (χωρίς αφαίρεση των σε βάρος των εκδοχέων ή αντεκδοχέων απαιτήσεων) που καταβάλλονται για τις πρωτασφαλίσεις κατά τις περιόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος. Στο άθροισμα αυτό, προστίθεται το ποσό των απαιτήσεων που έχει καταβληθεί λόγω αποδοχής αντασφαλίσεων ή αντεκχωρήσεων κατά τη διάρκεια των ιδίων αυτών περιόδων και το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις, που πραγματοποιούνται στο τέλος της τελευταίας οικονομικής χρήσης, τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και για τις αποδοχές αντασφαλίσεων. Από το άθροισμα αυτό αφαιρείται το ποσό των ανακτήσεων που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των περιόδων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος. Από το εναπομένον αυτό ποσό, αφαιρείται το ποσό των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις, που πραγματοποιούνται κατά την έναρξη της δεύτερης οικονομικής χρήσης που προηγείται της τελευταίας κλεισθείσας οικονομικής χρήσης, τόσο για τις πρωτασφαλίσεις όσο και τις αναληφθείσες αντασφαλίσεις. Το ένα τρίτο των ποσών που προκύπτουν από τον υπολογισμό διαιρείται σε δύο μέρη, από τα οποία το πρώτο μπορεί να ανέρχεται μέχρι τριάντα πέντε εκατομμύρια (35.000.000) ευρώ, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει το επιπλέον ποσό: το είκοσι έξι επί τοις εκατό (26%) του πρώτου μέρους και το είκοσι τρία επί τοις εκατό (23%) του δεύτερου, αθροίζονται. Το κατ’ αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενο ποσό πολλαπλασιάζεται επί το πηλίκο που προκύπτει από την κατά τα τελευταία τρία οικονομικά έτη υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ποσού των σε βάρος της οντότητας εκκρεμών αποζημιώσεων μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλίσεις και του ακαθάριστου ποσού των αποζημιώσεων• ο λόγος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος από πενήντα επί τοις εκατό (50%).
Εάν το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό υπολογίζεται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος, είναι κατώτερο από το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας λαμβάνεται τουλάχιστον ίσο προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας του προηγούμενου έτους πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμητικό λόγο του ποσού των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά τη λήξη της τελευταίας οικονομικής χρήσης, προς το ποσό των τεχνικών προβλέψεων για τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν κατά την έναρξη της τελευταίας οικονομικής χρήσης. Στους υπολογισμούς αυτούς, οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται χωρίς τις τυχόν αντασφαλίσεις, αλλά ο αριθμητικός λόγος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από ένα (1).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
ΕΝΟΤΗΤΑ 1 ΑΣΦΑΛΙΣΗ
Άρθρο 269
Άδειες λειτουργίας υφισταμένων επιχειρήσεων
Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας πριν τις 31.12.2015 θεωρείται αυτοδικαίως ότι κατέχει άδεια λειτουργίας για τους αντίστοιχους κλάδους των άρθρων 4 και 5 του παρόντος με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις:
- α) Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια
άσκησης του κλάδου IV.1 του άρθρου 13 του ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10) πριν τις 31.12.2015 θεωρείται αυτοδικαίως ότι κατέχει άδεια άσκησης του κλάδου ΙV «Διαρκής ασφάλιση ασθένειας» του άρθρου 5 του παρόντος.
- β) Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει
άδεια άσκησης του κλάδου IV.2 του άρθρου 13 του ν.δ. 400/1970 (Α’ 10) πριν τις 31.12.2015 θεωρείται αυτοδικαίως ότι κατέχει άδεια άσκησης των κλάδων 1 «Ατυχήματα» και 2 «Ασθένειες» της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου τελουμένων υπό χωριστή διαχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 49 του παρόντος. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής του προηγουμένου εδαφίου δεν έχουν δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης της άδειας σε λοιπούς κλάδους ασφάλισης κατά ζημιών.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος τηρούν τους λογιστικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. Όσον αφορά τους κανόνες περί εκκαθαρίσεως, οι ως άνω επιχειρήσεις πρέπει να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες με τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, για τις δραστηριότητές τους που έχουν σχέση με τους κινδύνους που υπάγονται στους κλάδους 1 «Ατυχήματα» και 2 «Ασθένειες» της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 49 του παρόντος.
Άρθρο 270
Δικαιώματα υφιστάμενων υποκαταστημάτων (άρθρο 306 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος, που έχουν αρχίσει τις δραστηριότητές τους πριν την 1η Ιουλίου 1994 θεωρούνται ότι έχουν αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 115 και 116 του παρόντος. ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
Άρθρο 271
Δικαιώματα υφιστάμενων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων (άρθρο 308 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια ή το δικαίωμα να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κράτους−μέλους στο οποίο έχουν την έδρα τους πριν από τις 10 Δεκεμβρίου 2005 θεωρείται ότι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του παρόντος και το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Οι εν λόγω αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τηρούν τις διατάξεις του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ που αναφέρονται στην άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, καθώς και τις απαιτήσεις των περιπτώσεων α΄, γ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14, της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και των Ενοτήτων 2, 3 και 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος. ΕΝΟΤΗΤΑ 3 ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ
Άρθρο 272
Σταδιακή εφαρμογή (άρθρο 308α της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 80 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ )
Η Εποπτική Αρχή δύναται, από την δημοσίευση του παρόντος και εφεξής, να λαμβάνει αποφάσεις και να χορηγεί εγκρίσεις σύμφωνα με τις διαδικασίες και προϋποθέσεις που καθορίζονται στα σχετικά άρθρα του παρόντος νόμου αναφορικά με τις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα
με το άρθρο 69 του παρόντος,
- β) της ταξινόμησης των ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 73 του παρόντος,
- γ) ειδικών ανά επιχείρηση παραμέτρων σύμφωνα με
την παράγραφο 7 του άρθρου 80 του παρόντος,
- δ) πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με τα άρθρα 87 και 88 του παρόντος,
- ε) των φορέων ειδικού σκοπού που εγκαθίστανται
στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 169 του παρόντος
- στ) των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων μιας ενδιάμεσης εταιρείας ασφαλιστικών συμμετοχών ή ενδιάμεσης μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών
σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 184 του παρόντος,
- ζ) εσωτερικού υποδείγματος ομίλου σύμφωνα με τα
άρθρα 188, 189 του παρόντος, καθώς και την παράγραφο 5 του άρθρου 191 του παρόντος,
- η) της χρήσης της υποενότητας κινδύνου μετοχών επί
τη βάσει της μέσης οικονομικής διάρκειας σύμφωνα με το άρθρο 254 του παρόντος,
- θ) της χρήσης της προσαρμογής αντιστοίχισης σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 55 του παρόντος,
- ι) της χρήσης της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στη σχετική χρονική διάρθρωση των επιτοκίων
άνευ κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 56 του παρόντος,
- ια) της χρήσης του μεταβατικού μέτρου για τα επιτόκια άνευ κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 274 του
παρόντος,
- ιβ) της χρήσης του μεταβατικού μέτρου για τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με το άρθρο 275 του παρόντος.
Από τη δημοσίευση του παρόντος, η Εποπτική Αρχή:
- α) καθορίζει το επίπεδο και την έκταση της εποπτείας των ομίλων, σύμφωνα με τις Ενότητες 2 και 3 του
Κεφαλαίου Α΄ του Τρίτου Μέρους του παρόντος, για
- β) προσδιορίζει την αρχή εποπτείας του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 202 του παρόντος νόμου,
- γ) συγκροτεί Κολλέγια εποπτικών αρχών και συμμετέχει στις εργασίες Κολλεγίων εποπτικών αρχών σύμφωνα με το άρθρο 203 του παρόντος,
Η Εποπτική Αρχή δύναται, από την δημοσίευση του παρόντος και εφεξής, να λαμβάνει αποφάσεις σύμφωνα με τις διαδικασίες και προϋποθέσεις που καθορίζονται στα σχετικά άρθρα του παρόντος νόμου αναφορικά με τις ακόλουθες περιπτώσεις:
- α) να αποφασίζει την αφαίρεση οποιασδήποτε συμμετοχής σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου
186 του παρόντος,
- β) να καθορίζει την επιλογή μεθόδου για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου,
σύμφωνα με το άρθρο 178 του παρόντος,
- γ) να προβαίνει σε εξακριβώσεις περί ισοδυναμίας
σύμφωνα με τα άρθρα 185 και 215 του παρόντος,
- δ) να επιτρέπει σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υπάγονται στα άρθρα 195 και 196
σύμφωνα με το άρθρο 193 του παρόντος,
- ε) να ασκεί τις αρμοδιότητές της οι οποίες καθορίζονται άρθρα 217 και 218 του παρόντος,
- στ) να αποφασίζει, όπου είναι αναγκαίο, την εφαρμογή μεταβατικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 273
Η Εποπτική Αρχή εξετάζει τις αιτήσεις που υποβάλλουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για χορήγηση έγκρισης ή άδειας σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος, στις δε αντίστοιχες αποφάσεις που λαμβάνει δεν θέτει ημερομηνία εφαρμογής προγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 2016.
Άρθρο 273
Μεταβατικά μέτρα (άρθρο 308β της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ παράγραφος 80 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ )
Με την επιφύλαξη της περίπτωσης β΄ του άρθρου 6 του παρόντος, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έως την 1η Ιανουαρίου 2016 θα έχουν πάψει να συνάπτουν νέες συμβάσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης και θα διαχειρίζονται αποκλειστικά το υπάρχον χαρτοφυλάκιό τους με σκοπό να τερματίσουν τη δραστηριότητά τους δεν υπάγονται στις διατάξεις του Πρώτου, Δεύτερου και Τρίτου Μέρους του παρόντος, και υπάγονται στις αντίστοιχες διατάξεις του ν.δ. 400/1970 όπως ίσχυε την 31.12.2015, μέχρι τις ημερομηνίες που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος, εφόσον πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) η Εποπτική Αρχή έχει πειστεί ότι οι επιχείρησης
αυτές θα τερματίσουν τη δραστηριότητά τους πριν από την 1η Ιανουαρίου 2019, είτε
- β) έχουν υπαχθεί σε μέτρα εξυγίανσης που καθορίζονται στο Κεφάλαιο Β΄ του Τετάρτου Μέρους του
παρόντος και έχει οριστεί ασφαλιστικός διαχειριστής.
Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εμπίπτουν:
- α) στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος υπάγονται στις διατάξεις του Πρώτου, Δεύτερου
και Τρίτου Μέρος του παρόντος από την 1η Ιανουαρίου
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, επιχείρηση που εμπίπτει στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος υπάγεται στις διατάξεις του Πρώτου, Δεύτερου και Τρίτου Μέρους του παρόντος νωρίτερα από την 1η Ιανουαρίου 2019 σε περίπτωση που η Εποπτική Αρχή δεν είναι ικανοποιημένη με την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά στον τερματισμό της δραστηριότητας τις συγκεκριμένης επιχείρησης,
- β) στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος
υπάγονται στις διατάξεις του Πρώτου, Δεύτερου και Τρίτου Μέρους του παρόντος από την 1η Ιανουαρίου 2021. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, επιχείρηση που εμπίπτει στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος υπάγεται στις διατάξεις του Πρώτου, Δεύτερου και Τρίτου Μέρους του παρόντος νωρίτερα από την 1η Ιανουαρίου 2021 σε περίπτωση που η Εποπτική Αρχή δεν είναι ικανοποιημένη με την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά στον τερματισμό της δραστηριότητας τις συγκεκριμένης επιχείρησης.
Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπάγεται στα μεταβατικά μέτρα των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος μόνο εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) η επιχείρηση δεν ανήκει σε όμιλο ή, αν ανήκει, όλες
οι επιχειρήσεις που ανήκουν στον όμιλο έχουν πάψει να συνάπτουν νέες συμβάσεις ασφάλισης η αντασφάλισης,
- β) η επιχείρηση υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή ετήσια
έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνει όσον αφορά στον τερματισμό της δραστηριότητάς της,
- γ) η επιχείρηση έχει προηγουμένως κοινοποιήσει στην
Εποπτική Αρχή ότι εφαρμόζει τα μεταβατικά μέτρα. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος νόμου δεν εμποδίζουν τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις να λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Πρώτου, Δεύτερου και Τρίτου Μέρους του παρόντος.
Η Εποπτική Αρχή καταρτίζει κατάλογο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εφαρμόζουν τα μεταβατικά μέτρα των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος και τον κοινοποιεί στις εποπτικές αρχές όλων των άλλων κρατών−μελών.
Αναφορικά με τις πληροφορίες που, δυνάμει του άρθρου 24 του παρόντος, υποβάλλονται, σε ετήσια ή με μικρότερη συχνότητα βάση, από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Εποπτική Αρχή, τίθενται οι ακόλουθες μέγιστες ημερομηνίες υποβολής:
- α) για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση της
οποίας το οικονομικό έτος τελειώνει από την 30ή Ιουνίου 2016 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2016, όχι αργότερα από 20 εβδομάδες από το τέλος της οικονομικής χρήσης της επιχείρησης,
- β) η μέγιστη προθεσμία υποβολής των είκοσι (20)
εβδομάδων μειώνεται κατά δύο (2) εβδομάδες για κάθε επόμενο οικονομικό έτος, με μέγιστο τα τέσσερα (4) έτη από την 1η Ιανουαρίου 2016, έως ότου διαμορφωθεί σε δεκατέσσερεις (14) εβδομάδες, από το τέλος της οικονομικής χρήσης της επιχείρησης, για τη χρήση της που τελειώνει από τις 30ή Ιουνίου 2019 μέχρι και την 31ή Δεκεμβρίου 2019.
Αναφορικά με τις πληροφορίες που, δυνάμει του άρθρου 38 του παρόντος, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιεύουν, τίθενται ακόλουθες μέγιστες ημερομηνίες δημοσίευσης:
- α) για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση της
οποίας το οικονομικό έτος τελειώνει από την 30ή Ιουνί χρήσης της επιχείρησης,
- β) η μέγιστη προθεσμία υποβολής των είκοσι (20)
εβδομάδων μειώνεται κατά δύο (2) εβδομάδες για κάθε επόμενο οικονομικό έτος, με μέγιστο τα τέσσερα (4) έτη από την 1η Ιανουαρίου 2016, έως ότου διαμορφωθεί σε δεκατέσσερεις (14) εβδομάδες, από το τέλος της οικονομικής χρήσης της επιχείρησης, για τη χρήση της που τελειώνει από τις 30 Ιουνίου 2019 μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2019.
Αναφορικά με τις πληροφορίες που, δυνάμει του άρθρου 24 του παρόντος, υποβάλλονται, σε τριμηνιαία βάση, από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Εποπτική Αρχή, τίθενται οι ακόλουθες μέγιστες ημερομηνίες υποβολής:
- α) για οποιοδήποτε τρίμηνο τελειώνει από την 1η Ιανουαρίου 2016 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2016, όχι
αργότερα από 8 εβδομάδες από το τέλος του αντίστοιχου τριμήνου,
- β) η μέγιστη προθεσμία υποβολής των οκτώ (8) εβδομάδων μειώνεται κατά μία (1) εβδομάδα για κάθε επόμενο οικονομικό έτος, με μέγιστο τα τέσσερα (4) έτη
από την 1η Ιανουαρίου 2016, έως ότου διαμορφωθεί σε πέντε (5) εβδομάδες, από το τέλος των τριμήνων που τελειώνουν από την 1η Ιανουαρίου 2019 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2019.
Οι παράγραφοι 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, στις εταιρείες ασφαλιστικών συμμετοχών και στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών στο επίπεδο του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 209 και 211, ενώ οι προθεσμίες που αναφέρονται στις παραγράφους 5, 6 και 7 παρατείνονται κατά έξι (6) εβδομάδες αντίστοιχα.
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 72, στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων περιλαμβάνονται στην κατηγορία 1 (Tier 1) των βασικών ιδίων κεφαλαίων για διάστημα έως δέκα (10) ετών από την 1η Ιανουαρίου 2016, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω στοιχεία:
- α) έχουν εκδοθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016
ή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 97 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον έχει προηγούμενη της 1ης Ιανουαρίου 2016 ημερομηνία έναρξης ισχύος,
- β) την 31η Δεκεμβρίου 2015 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη του διαθέσιμου περιθωρίου
φερεγγυότητας σε ποσοστό έως πενήντα επί τοις εκατό (50%) του περιθωρίου φερεγγυότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία αυτή,
- γ) δεν μπορούν με άλλο τρόπο να ταξινομηθούν στην
κατηγορία 1 (Tier 1) ή την κατηγορία 2 (Tier 2) σύμφωνα με το άρθρο 72 του παρόντος.
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 72 του παρόντος, στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων περιλαμβάνονται στην κατηγορία 2 (Tier 2) των βασικών ιδίων κεφαλαίων για διάστημα έως δέκα (10) ετών από την 1η Ιανουαρίου 2016, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω στοιχεία:
- α) έχουν εκδοθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016
ή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 97 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον έχει προηγούμενη της 1ης Ιανουαρίου 2016 ημερομηνία έναρξης ισχύος,
- β) την 31η Δεκεμβρίου 2015 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη του διαθέσιμου περιθωρίου
φερεγγυότητας σε ποσοστό έως είκοσι πέντε επί τοις εκατό (25%) του περιθωρίου φερεγγυότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία αυτή.
Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που επενδύουν σε διαπραγματεύσιμους τίτλους ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα βασισμένα σε επανασυσκευασμένα δάνεια που εκδόθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2011 εφαρμόζουν την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 135 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ μόνο σε περιπτώσεις νέων επενδύσεων οι οποίες προστέθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν ως αντικατάσταση υφισταμένων μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014.
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 76, των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 και του άρθρου 80 του παρόντος, ισχύουν τα ακόλουθα:
- α) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 οι τυπικές παράμετροι
που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκέντρωσης και της υποενότητας κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου με την τυποποιημένη μέθοδο θα είναι, για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών−μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε κράτους−μέλους, ίδιες με εκείνες που εφαρμόζονται για τέτοια ανοίγματα που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εθνικό τους νόμισμα,
- β) το έτος 2018, οι τυπικές παράμετροι που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκέντρωσης και της υποενότητας κινδύνου
πιστωτικού περιθωρίου με την τυποποιημένη μέθοδο θα μειωθούν κατά 80% για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατών−μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε άλλου κράτους−μέλους,
- γ) το έτος 2019, οι τυπικές παράμετροι που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκέντρωσης και της υποενότητας κινδύνου
πιστωτικού περιθωρίου με την τυποποιημένη μέθοδο θα μειωθούν κατά πενήντα επί τοις εκατό (50%) για τα ανοίγματα έναντι κε− μελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε άλλου κράτους−μέλους,
- δ) από την 1η Ιανουαρίου 2020, οι τυπικές παράμετροι
που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου συγκέντρωσης και της υποενότητας κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου με την τυποποιημένη μέθοδο δεν θα μειωθούν για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών κρατώνμελών που έχουν γίνει και έχουν καλυφθεί στο εγχώριο νόμισμα οποιουδήποτε άλλου κράτους−μέλους.
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 76, των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 77 και του άρθρου 80 του παρόντος, οι τυποποιημένοι παράμετροι που χρησιμοποιούνται για τις μετοχές που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αγόρασε έως και την 1η Ιανουαρίου 2016, κατά τον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου μετοχών σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, χωρίς την επιλογή που αναφέρεται στο άρθρο
- α) της τυποποιημένης παραμέτρου που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου μετοχών σύμφωνα με το άρθρο 254 του παρόντος, και
- β) της τυποποιημένης παραμέτρου που χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό της υποενότητας κινδύνου μετοχών σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο, χωρίς την
επιλογή που αναφέρεται στο άρθρο 254 του παρόντος. Ο συντελεστής στάθμισης για την παράμετρο της περίπτωσης β΄ της παρούσας παραγράφου αυξάνεται τουλάχιστον γραμμικά στο τέλος κάθε έτους, από μηδέν επί τοις εκατό (0%) για το έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2016 σε εκατό επί τοις εκατό (100%) για το έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2023.
Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3 του άρθρου 109 του παρόντος και με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η Εποπτική Αρχή καλεί τις ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες συμμορφώνονται μεν κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 προς το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας που προβλέπεται στα άρθρα 17α, 17β, 17γ και 98 του ν.δ.400/1970, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία αυτή, αλλά δεν συμμορφώνονται προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας κατά το έτος 2016, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτύχουν το επίπεδο επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας ή να μειώσουν το προφίλ κινδύνου τους για να αποκαταστήσουν τη συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν κληθεί από την Εποπτική Αρχή σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας, υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή κάθε τρεις μήνες έκθεση προόδου, στην οποία να προσδιορίζουν τα μέτρα που λαμβάνουν και την πρόοδο που έχουν σημειώσει τόσο στην επίτευξη του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τα οποία καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας όσο και στη μείωση του προφίλ κινδύνου για τη εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας. Η Εποπτική Αρχή αίρει την παράταση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας σε περίπτωση που η έκθεση προόδου δείχνει ότι δεν έχει σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος στην επίτευξη του επιπέδου των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων Φερεγγυότητας ή στη μείωση του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Φερεγγυότητας, μεταξύ της ημερομηνίας που διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας και της ημερομηνίας υποβολής της έκθεσης προόδου.
H τελική μητρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δύναται, για περίοδο έως την 31η Μαρτίου 2022, να υποβάλει αίτηση για την έγκριση εφαρμογής εσωτερικού υποδείγματος του ομίλου που να περιλαμβάνει μόνο ένα τμήμα του ομίλου, εφόσον τόσο η θυγατρική όσο και η τελική μητρική επιχείρηση βρίσκονται στο ίδιο κράτος − μέλος και εφόσον το συγκεκριμένο τμήμα αποτελεί ξεχωριστό μέρος με σημαντικά διαφορετικό προφίλ κινδύνου από τον υπόλοιπο όμιλο.
Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 176 του παρόντος, οι μεταβατικές διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 8 έως 12 του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 274, 275 και 276 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και στο επίπεδο του ομίλου. Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 176 του παρόντος, οι μεταβατικές διατάξεις της παραγράφου 14 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στο επίπεδο του ομίλου και εφόσον οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενός ομίλου συμμορφώνονται κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 προς την προσαρμοσμένη φερεγγυότητα του άρθρου 6β του ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10) όπως ίσχυε κατά τη χρονική αυτή στιγμή αλλά δεν συμμορφώνονται προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου.
Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται διατάξεις για τη γλώσσα δημοσίευσης των πληροφοριών του άρθρου 211 του παρόντος.
Άρθρο 274
Μεταβατικό μέτρο για τα επιτόκια άνευ κινδύνου (άρθρο 308γ της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 80 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ )
Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν με αίτησή τους, υποβαλλόμενη μέχρι τις 31η Δεκεμβρίου 2031 και κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, να εφαρμόζουν σε συγκεκριμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις τους μεταβατική προσαρμογή στη σχετική χρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου σε σχέση με τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις.
Για κάθε νόμισμα, η προσαρμογή υπολογίζεται ως τμήμα της διαφοράς μεταξύ:
- α) του εγγυημένου επιτοκίου που εφαρμόζουν κατά
την 31η Δεκεμβρίου 2015, σε κάθε ασφαλιστικό προϊόν, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δυνάμει της απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−4382/7.6.2001 (Β΄ 847) και
- β) του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, υπολογιζόμενο
ως το ενιαίο επιτόκιο προεξόφλησης το οποίο, όταν εφαρμόζεται στις ταμειακές ροές του εγκεκριμένου χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, καταλήγει σε τιμή ίση προς την αξία της βέλτιστης εκτίμησης του εγκεκριμένου χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων η οποία έχει λάβει υπόψη ως χρονική αξία του χρήματος αυτή που προκύπτει από τη χρήση της σχετικής χρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 52 του παρόντος. Το τμήμα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας μειώνεται γραμμικά στο τέλος κάθε έτους, από 100% το έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2016 σε 0% την 1η Ιανουαρίου 2032. Όταν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 56 του παρόντος, η σχετική χρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου που αναφέρεται στην περίπτωση β΄ της παρούσας είναι η προσαρμοσμένη σχετική χρονική διάρθρωση των επι
Η Εποπτική Αρχή χορηγεί την έγκριση της παραγράφου 1 του παρόντος μόνο σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) οι συμβάσεις από τις οποίες προκύπτουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις είχαν συναφθεί πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2015, εξαιρουμένων
των ανανεώσεων συμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν την ή μετά από την ημερομηνία αυτή,
- β) η αιτούσα επιχείρηση συμμορφώνεται με τις διατάξεις της απόφασης Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ34382/7.6.2001 (Β΄ 847) κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015,
- γ) το άρθρο 54 δεν εφαρμόζεται για τις εν λόγω
ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.
Η έγκριση της Εποπτικής Αρχής χορηγείται εφόσον διασφαλίζεται ότι οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν την παράγραφο 1 του παρόντος:
- α) δεν περιλαμβάνουν τις εγκεκριμένες ασφαλιστικές
και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας που καθορίζεται στο άρθρο 56 του παρόντος,
- β) δεν εφαρμόζουν το άρθρο 275 του παρόντος,
- γ) στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης που δημοσιοποιούν σύμφωνα με το
άρθρο 38 του παρόντος αναγράφουν ότι εφαρμόζουν τη μεταβατική χρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου και περιλαμβάνουν την επίπτωση στην οικονομική τους θέση, σε ποσοτικούς όρους, από τη μη εφαρμογή του συγκεκριμένου μεταβατικού μέτρου.
Άρθρο 275
Μεταβατικό μέτρο για τις τεχνικές προβλέψεις (άρθρο 308δ της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 80 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ )
Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν με αίτησή τους, υποβαλλόμενη μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2031 και κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, να εφαρμόζουν μεταβατική μείωση των τεχνικών τους προβλέψεων. Η μείωση αυτή μπορεί να εφαρμόζεται στο επίπεδο των ομογενών ομάδων κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 61 του παρόντος.
Η μεταβατική μείωση αντιστοιχεί σε τμήμα της διαφοράς μεταξύ των ακόλουθων δύο ποσών:
- α) των τεχνικών προβλέψεων μετά τη αφαίρεση των
ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού, υπολογιζόμενων σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος κατά την 1η Ιανουαρίου 2016,
- β) των τεχνικών προβλέψεων μετά τη αφαίρεση
των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης, υπολογιζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10), της απόφασης Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−4382/7.6.2001 (Β΄ 847) και της απόφασης ΕΠΕΙΑ 3/133/18.11.2008) (Β΄ 2577) κατά την 1η Ιανουαρίου 2016. Το τμήμα της διαφοράς μεταξύ των δύο ανωτέρω ποσών μειώνεται γραμμικά στο τέλος κάθε έτους, από 100% το έτος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2016 σε 0% την 1η Ιανουαρίου 2032. Μείωση που οδηγεί σε ποσοστό 0% πριν την 1η Ιανουαρίου 2032 επιτρέπεται. Όταν οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν κατά την 1η Ιανουαρίου 2016 την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 56 του παρόντος, το ποσό που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ της παρούσας υπολογίζεται συμπεριλαμβάνοντας την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας κατά την ίδια ημερομηνία.
Η Εποπτική Αρχή μπορεί να απαιτήσει τον επανυπολογισμό των ποσών των τεχνικών προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένου, όπου έχει εφαρμογή, του ποσού της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της μεταβατικής μείωσης που αναφέρεται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος ανά 24 μήνες, ή και συχνότερα αν υπάρξει ουσιαστική μεταβολή στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης. Ο επανυπολογισμός του προηγουμένου εδαφίου μπορεί να γίνει και κατόπιν αίτησης της ενδιαφερόμενης επιχείρησης η οποία υπόκειται στην έγκριση της Εποπτικής Αρχής.
Η Εποπτική Αρχή μπορεί να περιορίζει ή να θέτει όρια στη μείωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος αν η εφαρμογή της θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιδείνωση ή χειροτέρευση της οικονομικής θέσης ή σε μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων που έχει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σχέση με τις αντίστοιχες κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 υπολογιζόμενες σύμφωνα με το ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10).
Η έγκριση της Εποπτικής Αρχής χορηγείται εφόσον διασφαλίζεται ότι οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν την παράγραφο 1 του παρόντος:
- α) δεν εφαρμόζουν το άρθρο 274 του παρόντος,
- β) στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν θα συμμορφώνονταν προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας χωρίς εφαρμογή της μεταβατικής μείωσης, υποβάλλουν σε ετήσια βάση έκθεση στην Εποπτική Αρχή,
αναφέροντας τα μέτρα που έλαβαν και την πρόοδο που έχουν σημειώσει όσον αφορά την αποκατάσταση, στο τέλος της μεταβατικής περιόδου που καθορίζεται στην παράγραφο 2 το παρόντος, επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων το οποίο καλύπτει την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, ή τη μείωση του προφίλ κινδύνου τους ώστε να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας,
- γ) στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης που δημοσιοποιούν σύμφωνα με το
άρθρο 38 του παρόντος αναγράφουν ότι εφαρμόζουν τη μεταβατική μείωση στις τεχνικές προβλέψεις και περιλαμβάνουν την επίπτωση στην οικονομική τους θέση, σε ποσοτικούς όρους, από τη μη εφαρμογή της μεταβατικής αυτής μείωσης.
Άρθρο 276
Σχέδιο σταδιακής εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων για τα επιτόκια άνευ κινδύνου και τις τεχνικές προβλέψεις (άρθρο 308ε της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 80 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ ) Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τα μεταβατικά μέτρα τα οποία καθορίζονται στο άρθρο 274 ή στο άρθρο 275 του παρόντος ενημερώνουν αμελλητί την Εποπτική Αρχή μόλις διαπιστώσουν ότι δεν θα συμμορφώνονταν προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας χωρίς την εφαρμογή κές επιχειρήσεις να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας στο τέλος της μεταβατικής περιόδου. Μέσα σε δύο (2) μήνες από τη διαπίστωση της μη συμμόρφωσης προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας χωρίς την εφαρμογή αυτών των μεταβατικών μέτρων, η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή σχέδιο σταδιακής εφαρμογής στο οποίο καθορίζονται τα μέτρα που προορίζονται για τον καθορισμό του επιπέδου επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας ή για τη μείωση του προφίλ κινδύνου της ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας στο τέλος της μεταβατικής περιόδου. Η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να ενημερώνει το σχέδιο σταδιακής εφαρμογής κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Οι ενδιαφερόμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν ετήσια έκθεση στην Εποπτική Αρχή, στην οποία να προσδιορίζονται τα μέτρα που έχουν ληφθεί και η πρόοδος που έχει σημειωθεί για τη εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας στο τέλος της μεταβατικής περιόδου. Η Εποπτική Αρχή ανακαλεί την έγκριση της εφαρμογής του μεταβατικού μέτρου σε περίπτωση που η έκθεση προόδου δείχνει ότι η προοπτική συμμόρφωσης προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας στο τέλος της μεταβατικής περιόδου δεν είναι ρεαλιστική.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Άρθρο 277
Αναφορές σε καταργούμενες οδηγίες ή νόμους (άρθρο 310 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ) Αναφορές διατάξεων νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων σε διατάξεις των Οδηγιών 64/225/ΕΟΚ, 73/239/ ΕΟΚ, 73/240/ΕΟΚ, 76/580/ΕΟΚ, 78/473/ΕΟΚ, 84/641/ΕΟΚ, 87/344/ΕΟΚ, 88/357/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 98/78/ΕΚ, 2001/17/ ΕΚ, 2002/83/ΕΚ και 2005/68/ΕΚ νοούνται ως αναφορές στις αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
Άρθρο 278
Καταργούμενες διατάξεις και τροποποιούμενες διατάξεις
Από την 1η Ιανουαρίου 2016 καταργείται το ν.δ. 400/1970 (Α΄ 10) και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτό νοείται εφεξής αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου.
Από την 1η Ιανουαρίου 2016 καταργούνται:
- α) τα άρθρα 2, 4, 5 και 6 του ν.δ. 551/1970 (Α΄ 114),
- β) τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του ν. 1380/1983 (Α 101),
- γ) η παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1796/1988 (Α΄ 152),
- δ) το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ.
6 του άρθρου 4θ του ν. 2251/94 (Α΄ 191),
- ε) το άρθρο 33 του π.δ. 252/1996 (Α΄ 186)
- στ) τα άρθρα 1 ως και 12 του ν. 3229/2004 (Α΄ 38),
- ζ) οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5 το άρθρο 1 του ν.
3867/2010 (Α΄ 128),
- η) το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου
8 του ν. 2496/1997,
- θ) το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου
4 του ν. 1569/1985 (Α΄ 183).
Οι κανονιστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από Υπουργούς, Υφυπουργούς, ή αρμόδιες αρχές, βάσει διατάξεων που καταργούνται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή της αμέσου εφαρμογής ευρωπαϊκής νομοθεσίας, διατηρούνται σε ισχύ μέχρι την αντικατάστασή τους με νέες κανονιστικές αποφάσεις, εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου.
Οι ακόλουθες κανονιστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από Υπουργούς, Υφυπουργούς ή αρμόδιες αρχές καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2016:
- α) η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ4−5845/1986
(ΑΕ − ΕΠΕ 3369),
- β) η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−4298/1995
(Β΄ 505),
- γ) η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−3974/
11.10.1999 (ΑΕ − ΕΠΕ 8334),
- δ) η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−7714/
5.2.2001 (Β΄ 119),
- ε) η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−4382/
7.6.2001 (Β΄ 847),
- στ) η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−9124/
5.12.2001 (Β΄ 1616),
- ζ) η απόφαση Υφυπουργού Ανάπτυξης Κ3−4814/
11.6.2004 (Β΄ 860),
- η) η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠΕΙΑ
133/3/19.12.2008 (Β΄ 2577),
- θ) η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠΕΙΑ
143/7/30.4.2009 (Β΄ 922),
- ι) η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠΕΙΑ
144/2/7.5.2009 (Β΄ 1354),
- ια) η απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος 3/5/26.1.2011
(B΄ 706),
- ιβ) η απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και
Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος 37/6/20.4.2012 (Β΄ 1662),
- ιγ) η απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και
Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος 49/21/12.9.2012 (Β΄ 3102),
- ιδ) η απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος 30/30.9.2013 (Β΄ 2556).
Από την 1η Ιανουαρίου 2016 το άρθρο 1 του π.δ. 53/2013 τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Ως ειδικευμένος εμπειρογνώμονας της παραγράφου 1 του άρθρου 34 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 καθορίζεται αποκλειστικά ο αναλογιστής, το επάγγελμα του οποίου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος. Το επάγγελμα του αναλογιστή, του οποίου, αντικείμενο αποτελούν οι αρμοδιότητες ελέγχου των εργασιών του άρθρου 34 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 εντός του συστήματος εσωτερικού ελέγχου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 266 και 267 του ανωτέρω Κανονισμού, ασκείται ελεύθερα μετά πάροδο τριμήνου από την αναγγελία έναρξης του στη Διεύθυνση Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων, της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής, του Υπουργείου Οικονομικών, εφεξής «Αρμόδια Διοικητική Αρχή». Η αναγ της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η Αρμόδια Διοικητική Αρχή μπορεί εντός τριών (3) μηνών από την αναγγελία έναρξης του επαγγέλματος από τον ενδιαφερόμενο, να απαγορεύσει την έναρξη του επαγγέλματος του αιτούντος, στην περίπτωση που δεν συγκεντρώνονται οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία. Εφόσον πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, η Αρμόδια Διοικητική Αρχή εγγράφει τον αιτούντα στο Μητρώο Αναλογιστών του άρθρου 6 του παρόντος.
Στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν προκύπτει η συνδρομή τους από τα υποβληθέντα στοιχεία, η Αρμόδια Διοικητική Αρχή, ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο, ότι δεν είναι δυνατή η εγγραφή του στο μητρώο, γνωστοποιώντας και τους σχετικούς λόγους.»
Από την 1η Ιανουαρίου 2016 η παρ. 1 του άρθρου 6 του π.δ. 53/2013 τροποποιείται ως ακολούθως: «1. Συνιστάται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, πενταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο πιστοποιημένων αναλογιστών, το οποίο αποτελείται από:
- α) Έναν Πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας με
τον αναπληρωτή του.
- β) Έναν Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τον
αναπληρωτή του.
- γ) Τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεωντης Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου
Οικονομικών, με τον αναπληρωτή του.
- δ) Ένας υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, με τον
αναπληρωτή του.
- ε) Έναν πιστοποιημένο αναλογιστή με ελάχιστη αναλογιστική εμπειρία 10 ετών, με τον αναπληρωτή του, ο
οποίος επιλέγεται μετά από κλήρωση. Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται ο αρχαιότερος εκ των δύο Παρέδρων και γραμματέας υπάλληλος της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, με τον αναπληρωτή του. Η θητεία του Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι τριετής με δυνατότητα ανανέωσης.»
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)