Νόμοι — ΦΕΚ A' 141/2022

Type Νόμος
Publication 2022-07-21
Τελευταία ενημέρωση 2022-07-20
State In force
Source ΦΕΚ
articles 953
Reform history JSON API

διαδικασιών εκλογής και εξέλιξης καθηγητών (σύστημα «ΑΠΕΛΛΑ»), συμπεριλαμβάνονται στο Μητρώο Εξωτερικών Εκλεκτόρων Τμημάτων των Α.Ε.Ι. ανάλογα με το γνωστικό τους αντικείμενο και συμμετέχουν στις διαδικασίες εκλογής και εξέλιξης μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι.,

  • β) αναφέρουν τα στοιχεία του Α.Ε.Ι. και του Τμήματος

στα επιστημονικά συνέδρια και τις ημερίδες που συμμετέχουν, στις επιστημονικές δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις τους, καθώς και στις βάσεις δεδομένων καταγραφής του επιστημονικού τους έργου,

  • γ) παρευρίσκονται στην έδρα του Α.Ε.Ι. και ασκούν το

έργο που τους έχει ανατεθεί με φυσική παρουσία για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) μηνών, ενώ κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μπορούν να διεξάγουν το έργο τους εξ αποστάσεως.

6.

Οι συνεργαζόμενοι καθηγητές κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στο Α.Ε.Ι. έχουν τα ακόλουθα δικαιώματα:

  • α) συμμετέχουν στη Συνέλευση του Τμήματος, χωρίς

δικαίωμα ψήφου,

  • β) λαμβάνουν γνώση των αποφάσεων των οργάνων

του Α.Ε.Ι.,

  • γ) χρησιμοποιούν τον επιστημονικό εξοπλισμό, τις

ερευνητικές, εκπαιδευτικές και λοιπές υποδομές και εγκαταστάσεις του Α.Ε.Ι.,

  • δ) αναλαμβάνουν την επιστημονική ευθύνη έργων/

προγραμμάτων,

  • ε) οργανώνουν εκπαιδευτικά προγράμματα μέσω του

Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ. ΒΙ.Μ.) του Α.Ε.Ι. και αναλαμβάνουν την επιστημονική και ακαδημαϊκή τους ευθύνη,

  • στ) παρέχουν υπηρεσίες μέσω των πανεπιστημιακών

εργαστηρίων του Τμήματος.

7.

Οι συνεργαζόμενοι καθηγητές δεν έχουν δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη των οργάνων του Τμήματος και του Α.Ε.Ι.

8.

Με απόφαση της Συγκλήτου του Α.Ε.Ι., κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανεπιστημιακού Κέντρου Έρευνας και Καινοτομίας (ΠΑ.Κ.Ε.Κ.), δύναται να εγκρίνεται η απασχόληση συνεργαζόμενου καθηγητή σε ερευνητικό ινστιτούτο του ΠΑ.Κ.Ε.Κ. για τη διεξαγωγή ερευνητικού και εν γένει επιστημονικού έργου. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται το ακριβές έργο που ανατίθεται στον συνεργαζόμενο καθηγητή, το είδος της απασχόλησής του, το ύψος της δαπάνης και ο τρόπος κάλυψής της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το παρόν.

9.

Η σύμβαση απασχόλησης υπογράφεται μεταξύ του Προέδρου της Επιτροπής Ερευνών του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) του Α.Ε.Ι., του συνεργαζόμενου καθηγητή, του Προέδρου του Τμήματος ή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΑ.Κ.Ε.Κ. αντίστοιχα, αναλόγως αν παρέχει έργο προς Τμήμα ή ερευνητικό ινστιτούτο του ΠΑ.Κ.Ε.Κ του Α.Ε.Ι.

10.

Κάθε Τμήμα του Α.Ε.Ι. αναφέρει τους συνεργαζόμενους καθηγητές στην επίσημη ιστοσελίδα του σε διακριτό πεδίο «συνεργαζόμενοι καθηγητές» και κάθε Α.Ε.Ι. τηρεί κατάλογο με τους συνεργαζόμενους καθηγητές ανά Τμήμα και ερευνητικό ινστιτούτο του ΠΑ.Κ.Ε.Κ. του Α.Ε.Ι., τον οποίο αναρτά στην επίσημη ιστοσελίδα του Α.Ε.Ι.

11.

Καταξιωμένοι Έλληνες επιστήμονες, κάτοχοι ευρωπαϊκής χρηματοδότησης ΕRA chair ή ERC grant είναι δυνατόν να ορίζονται ως συνεργαζόμενοι καθηγητές για χρονικό διάστημα έως έξι (6) έτη, κατόπιν αιτήματός τους και έγκρισης από τη Σύγκλητο των προβλεπόμενων καθηκόντων και υποχρεώσεων όπως αυτά προκύπτουν απευθείας από την εγκεκριμένη πρόταση. Οι συνεργαζόμενοι καθηγητές του παρόντος απολαμβάνουν όλα τα προνόμια και έχουν τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 170

Ομότιμοι Καθηγητές - Αφυπηρετήσαντα μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού Οι Ομότιμοι Καθηγητές των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) δύνανται:

  • α) Να παρέχουν διδακτικό έργο κατά το άρθρο 64

μετά από απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος σε προγράμματα πρώτου κύκλου σπουδών του Α.Ε.Ι. με ανώτατο όριο έξι (6) ωρών εβδομαδιαίως.

  • β) Να παρέχουν διδακτικό έργο σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και να επιβλέπουν διπλωματικές εργασίες, καθώς και σε ξενόγλωσσα προγράμματα

σπουδών.

  • γ) Να συμμετέχουν σε τριμελείς και επταμελείς Επιτροπές για την παρακολούθηση και κρίση διδακτορικών

διατριβών.

  • ε) Να συμμετέχουν ως εξωτερικά μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης άλλου Α.Ε.Ι. από αυτό από το οποίο έχουν

αφυπηρετήσει.

  • στ) Να διεξάγουν ερευνητικό, εν γένει επιστημονικό

έργο και να συμμετέχουν επ’ αμοιβή σε ερευνητικά έργα/ προγράμματα που διαχειρίζεται ο Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) του Α.Ε.Ι., οι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς, καθώς και κλινικό ή εργαστηριακό έργο σε πανεπιστημιακές κλινικές ή πανεπιστημιακά εργαστήρια.

  • ζ) Να αναλαμβάνουν την επιστημονική ευθύνη έργων/

προγραμμάτων, με εξαίρεση των έργων/προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό ή το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης (Ε.Π.Α.) και αυτών που η ανάληψη επιστημονικής ευθύνης προϋποθέτει την κατοχή ιδιότητας μέλους Δ.Ε.Π. του Α.Ε.Ι., όπως προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών και έργα που διαχειρίζονται πόρους κλινικών ή εργαστηρίων του Α.Ε.Ι.

  • η) Να συμμετέχουν ως μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) της Εταιρείας Αξιοποίησης και Διαχείρισης της

Περιουσίας των Α.Ε.Ι. Οι δυνατότητες των περ. α), β), γ), ε) και ζ) υφίστανται και για τα αφυπηρετήσαντα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.

Άρθρο 171

Επισκέπτες καθηγητές - Επισκέπτες ερευνητές

1.

Έλληνες ή αλλοδαποί επιστήμονες, οι οποίοι είτε κατέχουν θέση καθηγητή σε πανεπιστήμιο της αλλοδαπής ή ερευνητή σε ερευνητικό οργανισμό της αλλοδαπής είτε διαθέτουν κατ’ ελάχιστον τα προσόντα που απαιτούνται για την εκλογή σε θέση Επίκουρου Καθηγητή σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής ή ερευνητή Γ’ βαθμίδας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 4310/2014 (Α’ 258), δύνανται να απασχολούνται ως επισκέπτες καθηγητές ή επισκέπτες ερευνητές, αντίστοιχης βαθμίδας, σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής για την κάλυψη εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών Τμήματος ή Σχολής του Α.Ε.Ι.

2.

Η επιλογή των επισκεπτών καθηγητών ή επισκεπτών ερευνητών πραγματοποιείται με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος του Α.Ε.Ι. με την οποία καθορίζονται το διδακτικό έργο που τους ανατίθεται στο πλαίσιο του προπτυχιακού προγράμματος σπουδών και των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών του Τμήματος, το είδος της απασχόλησης, το ύψος των αποδοχών τους και η πηγή χρηματοδότησης για την κάλυψη του κόστους απασχόλησής τους. Ειδικώς στους επισκέπτες ερευνητές δύναται να ανατίθεται και αποκλειστικά ερευνητικό έργο στο πλαίσιο του Τμήματος ή των επιμέρους ακαδημαϊκών του δομών.

3.

Η απασχόληση επισκεπτών καθηγητών ή επισκεπτών ερευνητών της παρ. 1 πραγματοποιείται μέσω των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) των Α.Ε.Ι. δυνάμει σύμβασης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ή σύμβασης έργου για θητεία ενός (1) ακαδημαϊκού εξαμήνου με δυνατότητα ανανέωσης ή παράτασης έως τη συμπλήρωση τριών (3) ακαδημαϊκών ετών. Η θητεία των επισκεπτών ερευνητών δύναται να ορίζεται και σε ημερολογιακά έτη. Με την απόφαση επιλογής του επισκέπτη καθηγητή ή επισκέπτη ερευνητή καθορίζεται αν η απασχόληση είναι αποκλειστική ή μη. Η θητεία δύναται να ανανεωθεί για μία (1) ακόμα τριετία με την ίδια διαδικασία, αφού ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα του έργου του επισκέπτη καθηγητή ή επισκέπτη ερευνητή της πρώτης τριετίας.

4.

Το κόστος απασχόλησης των επισκεπτών καθηγητών και επισκεπτών ερευνητών βαρύνει αποκλειστικά τον προϋπολογισμό έργων/προγραμμάτων του Ε.Λ.Κ.Ε., τα οποία χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς, ίδιους, ευρωπαϊκούς ή διεθνείς πόρους, καθώς και τον προϋπολογισμό συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων και ευρωπαϊκών και διεθνών προγραμμάτων κινητικότητας διδασκόντων και ερευνητών. Το ύψος των αποδοχών των επισκεπτών καθηγητών ή ερευνητών καθορίζεται ελεύθερα από τη Συνέλευση του Τμήματος, εφόσον βαρύνει έργα τα οποία χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς, ίδιους, ευρωπαϊκούς ή διεθνείς πόρους. Αν βαρύνονται συγχρηματοδοτούμενα έργα, το ύψος των αποδοχών δεν δύναται να υπερβαίνει την αμοιβή καθηγητή ή ερευνητή της αντίστοιχης βαθμίδας του επισκέπτη καθηγητή ή ερευνητή, σύμφωνα με τα άρθρα 128 έως 131 και 132 έως 135 του ν. 4472/2017 (Α’ 74, διόρθωση σφάλματος Α’ 75), αντίστοιχα. Η μισθοδοσία επισκεπτών καθηγητών ή ερευνητών του Α.Ε.Ι. δύναται να καλύπτεται με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Το κόστος απασχόλησης δεν μπορεί να επιβαρύνει τον τακτικό προϋπολογισμό του Α.Ε.Ι. Το ύψος της μισθοδοσίας των επισκεπτών καθηγητών και επισκεπτών ερευνητών που απασχολούνται σε έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων.

5.

Οι επισκέπτες καθηγητές και οι επισκέπτες ερευνητές κατά το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους στο Α.Ε.Ι., πέραν του έργου που τους ανατίθεται με την απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος της παρ. 2, δύνανται να:

  • α) παρέχουν διδακτικό έργο σε Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) και σε προπτυχιακά Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών (Ξ.Π.Σ.), που οργανώνονται από το ίδιο ή άλλο Τμήμα του Α.Ε.Ι., κατόπιν

απόφασης του αρμόδιου οργάνου του προγράμματος,

  • β) συμμετέχουν σε ερευνητικά έργα/προγράμματα

που διαχειρίζεται ο Ε.Λ.Κ.Ε. και να ορίζονται ως επιστημονικοί υπεύθυνοι έργων/προγραμμάτων σύμφωνα με το άρθρο 234,

  • γ) συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά

προγράμματα που παρέχονται μέσω του Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) και να ορίζονται ως επιστημονικοί και ακαδημαϊκοί υπεύθυνοι αυτών, του Α.Ε.Ι.,

  • ε) παρέχουν εργαστηριακό έργο στο πλαίσιο εργαστηρίων του Α.Ε.Ι.

Οι επισκέπτες καθηγητές και οι επισκέπτες ερευνητές δύνανται να αμείβονται πρόσθετα για την εκτέλεση δραστηριοτήτων των περ. α), β) και γ), αν το προς ανάθεση έργο υπερβαίνει τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Η αμοιβή βαρύνει αποκλειστικά το έργο/πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου παρέχεται η πρόσθετη απασχόληση.

6.

Με τον Εσωτερικό Κανονισμό του Α.Ε.Ι. καθορίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των επισκεπτών καθηγητών ή ερευνητών του ιδρύματος.

7.

Οι παρ. 1 έως 6 εφαρμόζονται αναλόγως για την απασχόληση επιστημόνων που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1, ως επισκεπτών ερευνητών στα ερευνητικά κέντρα - ινστιτούτα και τους τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α’ 258). Όπου στο παρόν αναφέρονται τα Α.Ε.Ι., νοούνται αντίστοιχα τα ερευνητικά κέντρα - ινστιτούτα ή οι τεχνολογικοί φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014. Όπου ανωτέρω αναφέρεται η Συνέλευση του Τμήματος, νοείται αντίστοιχα το Διοικητικό Συμβούλιο του ερευνητικού κέντρου - ινστιτούτου ή του τεχνολογικού φορέα του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014.

Άρθρο 172

Ερευνητές επί συμβάσει

1.

Στα Ερευνητικά Ινστιτούτα του Πανεπιστημιακού Κέντρου Έρευνας και Καινοτομίας (ΠΑ.Κ.Ε.Κ.) τα πανεπιστημιακά εργαστήρια και τις πανεπιστημιακές κλινικές των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), τα οποία αναφέρονται εφεξής στο παρόν ως ερευνητικές μονάδες του Α.Ε.Ι., δύνανται να απασχολούνται ερευνητές επί συμβάσει για τη διεξαγωγή ερευνητικού και εν γένει επιστημονικού έργου, που στοχεύει ιδίως στην παραγωγή ή τη βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, υπηρεσιών, διατάξεων, διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων. Οι Ερευνητές του παρόντος απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, με θητεία τριών (3) έως πέντε (5) ημερολογιακών ετών.

2.

Ως Ερευνητές επί συμβάσει δύνανται να επιλεγούν επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, μεταδιδάκτορες, κατόπιν ανοιχτής πρόσκλησης της Επιτροπής Ερευνών του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) του Α.Ε.Ι., η οποία εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του Διευθυντή της ερευνητικής μονάδας και η οποία περιλαμβάνει το γνωστικό αντικείμενο και την επιστημονική εξειδίκευση της προκηρυσσόμενης θέσης του Ερευνητή επί θητεία. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 243, με την επιφύλαξη της παρ. 3 του παρόντος.

3.

Η επιλογή των Ερευνητών επί συμβάσει πραγματοποιείται από την Επιτροπή Ερευνών, κατόπιν εισήγησης τριμελούς Επιτροπής Αξιολόγησης. Η Επιτροπή Αξιολόγησης συγκροτείται με απόφαση της Επιτροπής Ερευνών και αποτελείται από τον Διευθυντή της ερευνητικής μονάδας, για τις ανάγκες της οποίας προκηρύσσεται η θέση και από δύο (2) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) του Α.Ε.Ι. ίδιου ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου με το επιστημονικό πεδίο της θέσης που προκηρύσσεται. Ο υποψήφιος που έχει έννομο συμφέρον δύναται να ασκήσει ένσταση κατά των αποτελεσμάτων της επιλογής ενώπιον της Επιτροπής Ενστάσεων του άρθρου 245.

4.

Η μισθοδοσία των Ερευνητών επί συμβάσει βαρύνει τον προϋπολογισμό έργου/προγράμματος της ερευνητικής μονάδας του Α.Ε.Ι., που χρηματοδοτείται αποκλειστικά από ίδιους, ιδιωτικούς ή διεθνείς πόρους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 230.

5.

Στους Ερευνητές επί συμβάσει δύναται να ανατίθεται διοικητικό έργο σχετικό με τις ανάγκες της ερευνητικής Μονάδας όπου απασχολούνται. Επίσης, οι Ερευνητές επί θητεία δύνανται να συμμετέχουν σε επιτροπές του Α.Ε.Ι. για θέματα που σχετίζονται με την ερευνητική μονάδα ή το Α.Ε.Ι., αν δεν απαιτείται από τη νομοθεσία η συμμετοχή μέλους του προσωπικού του Α.Ε.Ι. Οι Ερευνητές δύνανται να απασχολούνται επιπλέον των καθηκόντων τους και:

  • α) να αναλαμβάνουν την επιστημονική ευθύνη έργων/

προγραμμάτων, την οικονομική διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει ο Ε.Λ.Κ.Ε. του Α.Ε.Ι.,

  • β) να απασχολούνται σε έργα/προγράμματα του

Ε.Λ.Κ.Ε.,

  • γ) να αναλαμβάνουν διδακτικό έργο σε μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, ξενόγλωσσα προγράμματα

πρώτου κύκλου σπουδών και επιμορφωτικά προγράμματα του Κέντρου Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.), εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται ανά περίπτωση.

6.

Με τον Εσωτερικό Κανονισμό κάθε ερευνητικής μονάδας καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός Ερευνητών επί συμβάσει που δύναται να απασχοληθεί για τις ανάγκες και το έργο της μονάδας ανά ακαδημαϊκό έτος.

7.

Οι παρ. 1 έως 6 εφαρμόζονται αναλόγως στα ερευνητικά κέντρα - ινστιτούτα και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α’ 258). Όπου στο παρόν αναφέρονται τα Α.Ε.Ι., νοούνται αντίστοιχα τα ερευνητικά κέντρα - ινστιτούτα και οι τεχνολογικοί φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014. Το σύνολο των ως άνω αναφερομένων λοιπών αρμοδιοτήτων ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου φορέα.

Άρθρο 173

Εντεταλμένοι Διδάσκοντες

1.

Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος, κατόπιν έκδοσης προκήρυξης, δύναται να επιλέγονται επιστήμονες, οι οποίοι είναι κατ’ ελάχιστον κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, ως εντεταλμένοι διδάσκοντες του Τμήματος για την κάλυψη διδακτικών αναγκών ενός (1) ή περισσοτέρων προγραμμάτων σπουδών πρώτου κύκλου του Τμήματος σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Η διαδικασία πρόσληψης εξαιρείται από τον ν. 4765/2021 (Α’ 6) και υπάγεται στις εξαιρέσεις της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου 33/2006 (Α’ 280). απασχοληθούν δυνάμει σύμβασης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου ή σύμβασης ανάθεσης έργου. Η διάρκεια απασχόλησής τους ορίζεται σε ένα (1) ακαδημαϊκό εξάμηνο ή ένα (1) ακαδημαϊκό έτος, με δυνατότητα ανανέωσης κατ’ ανώτατο όριο έως τη συμπλήρωση έξι (6) συνεχών ακαδημαϊκών εξαμήνων ή τριών (3) συνεχών ακαδημαϊκών ετών. Στους εντεταλμένους διδάσκοντες δύναται να ανατίθεται διδακτικό έργο, σύμφωνα με το άρθρο 64 στο πλαίσιο προγραμμάτων σπουδών πρώτου κύκλου. Οι εντεταλμένοι διδάσκοντες δύναται να διεξάγουν κλινικό, ερευνητικό και εργαστηριακό έργο, σύμφωνα με το διδακτικό έργο που τους έχει ανατεθεί.

3.

Η προκήρυξη της παρ. 1 περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: α) το γνωστικό αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης, β) το διδακτικό έργο που πρόκειται να ανατεθεί κατά το άρθρο 64, γ) τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων, όπως τίτλοι σπουδών, διδακτική εμπειρία, ερευνητικό και επιστημονικό έργο, δ) το είδος της σύμβασής τους και το καθεστώς απασχόλησής τους και ε) τους πόρους που καλύπτουν την αμοιβή τους. Η προκήρυξη, με την οποία ορίζεται προθεσμία τουλάχιστον δέκα (10) ημερολογιακών ημερών για την υποβολή αιτήσεων των υποψηφίων, δημοσιεύεται με επιμέλεια της Γραμματείας του Τμήματος στο πρόγραμμα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ» και στην ιστοσελίδα του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.).

4.

Η επιλογή εντεταλμένου διδάσκοντος πραγματοποιείται με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος, κατόπιν εισήγησης τριμελούς Επιτροπής Αξιολόγησης, που συγκροτείται με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος και αποτελείται από μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) του Τμήματος του άρθρου 140 με ίδιο ή συναφές γνωστικό αντικείμενο με αυτό της προς πλήρωση θέσης.

5.

Το ύψος των μηνιαίων αποδοχών των εντεταλμένων διδασκόντων καθορίζεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) του βασικού μισθού του Μ.Κ.1 της βαθμίδας του Επίκουρου Καθηγητή των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., καθώς και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) του ειδικού επιδόματος διδασκαλίας και έρευνας της βαθμίδας του Επίκουρου Καθηγητή για πλήρη απασχόληση. Σε περίπτωση επιλογής τους με καθεστώς μερικής απασχόλησης εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 153 του ν. 4472/2017 (Α’ 74).

6.

Η αμοιβή των εντεταλμένων διδασκόντων δύναται να βαρύνει:

  • α) τον προϋπολογισμό συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, εφόσον η εν λόγω δαπάνη είναι επιλέξιμη,
  • β) τον προϋπολογισμό έργων/προγραμμάτων του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) του

Α.Ε.Ι, που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς, διεθνείς ή ιδιωτικούς πόρους που εξασφαλίζει το Τμήμα,

  • γ) τον προϋπολογισμό έργων/προγραμμάτων που

χρηματοδοτούνται από ίδιους πόρους του Α.Ε.Ι. και οι οποίοι διατίθενται, με απόφαση της Συγκλήτου του Α.Ε.Ι., για την κάλυψη των αναγκών του Τμήματος,

  • δ) τον προϋπολογισμό του Α.Ε.Ι. αν υπάρχει έκτακτη

χρηματοδότηση από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων σύμφωνα με την παρ. 7 για την κάλυψη της αμοιβής εντεταλμένων διδασκόντων.

7.

Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να χρηματοδοτεί εκτάκτως τα Α.Ε.Ι., κατόπιν αιτήματός τους για την πρόσληψη εντεταλμένων διδασκόντων, ως έκτακτο διδακτικό προσωπικό, για την κάλυψη διδακτικών αναγκών των προγραμμάτων σπουδών πρώτου κύκλου. Η πρόσληψη πραγματοποιείται σύμφωνα με το παρόν και ο συνολικός αριθμός προσλήψεων εντάσσεται στον ετήσιο προγραμματισμό προσλήψεων έκτακτου προσωπικού του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143).

8.

Η σύμβαση της παρ. 2 περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις και τους ειδικότερους όρους απασχόλησης του ως άνω προσωπικού και υπογράφεται από τον Πρύτανη του Α.Ε.Ι., αν η αμοιβή του βαρύνει τον προϋπολογισμό του Α.Ε.Ι., ή τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ερευνών του Ε.Λ.Κ.Ε., αν η αμοιβή του βαρύνει τον προϋπολογισμό έργων/ προγραμμάτων του Ε.Λ.Κ.Ε. του Α.Ε.Ι.

9.

Δεν επιτρέπεται η απασχόληση ως εντεταλμένων διδασκόντων φυσικών προσώπων που έχουν μία (1) από τις ακόλουθες ιδιότητες:

  • α) Ομότιμοι Καθηγητές και αφυπηρετήσαντα μέλη

Δ.Ε.Π. του οικείου ή άλλου Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή αλλοδαπής,

  • β) μέλη Δ.Ε.Π., Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού

(Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι.,

  • γ) ερευνητές και λειτουργικοί επιστήμονες ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων του άρθρου 13Α του

ν. 4310/2014 (Α’ 258) και λοιπών ερευνητικών οργανισμών,

  • δ) συνταξιούχοι του ιδιωτικού ή ευρύτερου δημόσιου

τομέα,

  • ε) υπάλληλοι με σχέση δημόσιου δικαίου ή Ιδιωτικού

Δικαίου Αορίστου Χρόνου σε φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014,

  • στ) φυσικά πρόσωπα που έχουν υπερβεί το εξηκοστό

έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας.

Άρθρο 174

Μεταδιδακτορικοί ερευνητές

1.

Επιστήμονες, που είναι κατ’ ελάχιστον κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος και διαθέτουν ερευνητική εμπειρία σε επιστημονικό πεδίο ίδιο ή συναφές με αυτό της διδακτορικής τους διατριβής μετά την απόκτηση του διδακτορικού τους διπλώματος δύνανται, με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος, να λαμβάνουν τον τίτλο μεταδιδακτορικού ερευνητή και να απασχολούνται σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της ημεδαπής για την εκπόνηση μεταδιδακτορικής έρευνας και τη διεξαγωγή ερευνητικού, διδακτικού ή εργαστηριακού έργου. Οι μεταδιδακτορικοί ερευνητές δύνανται να συνάπτουν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου του μεταδιδακτορικού ερευνητή, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μεταδιδακτορικών ερευνητών καθορίζονται με τον Εσωτερικό Κανονισμό του Α.Ε.Ι.

2.

Η παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως στα ερευνητικά κέντρα - ινστιτούτα και τεχνολογικούς φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α’ 258). Όπου στο παρόν αναφέρονται τα Α.Ε.Ι., νοούνται αντίστοιχα τα ερευνητικά κέντρα - ινστιτούτα και οι τεχνολογικοί φορείς του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014. Το σύνολο των ως άνω αναφερομένων λοιπών αρμοδιοτήτων ασκείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του οικείου φορέα.

Άρθρο 175

Επικουρικό διδακτικό προσωπικό

1.

Με απόφαση της Συνέλευσης του Τμήματος ή του αρμόδιου οργάνου Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) είναι δυνατή η έγκριση της συμμετοχής μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψηφίων διδακτόρων στην παροχή επικουρικού διδακτικού έργου. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) δύνανται να χορηγούν ανταποδοτικές υποτροφίες σε μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες με την υποχρέωση υποστήριξης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και παροχής επικουρικού διδακτικού έργου.

2.

Ως επικουρικό διδακτικό έργο ορίζεται η επικουρία των μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) κατά την άσκηση του διδακτικού τους έργου, η άσκηση των φοιτητών, η διεξαγωγή φροντιστηρίων, εργαστηριακών ασκήσεων, η εποπτεία εξετάσεων και η διόρθωση ασκήσεων. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές δύναται να ασκούν επικουρικό διδακτικό έργο σε προγράμματα σπουδών πρώτου κύκλου, ενώ οι υποψήφιοι διδάκτορες σε προγράμματα σπουδών πρώτου και δεύτερου κύκλου.

3.

Με τον Εσωτερικό Κανονισμό του Α.Ε.Ι. και τους επιμέρους Εσωτερικούς Κανονισμούς των προγραμμάτων σπουδών δύνανται να καθορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με την επιλογή του επικουρικού διδακτικού προσωπικού, το ανώτατο ποσό χορήγησης ανταποδοτικής υποτροφίας ανά φοιτητή, τον ανώτατο αριθμό των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησής τους και λοιπές λεπτομέρειες σχετικά με τη χορήγηση των υποτροφιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕΛΩΝ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 176

Πεδίο εφαρμογής Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται τα μέλη του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), περιλαμβανομένων και αυτών που κατέχουν προσωποπαγείς θέσεις, του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.).

Άρθρο 177

Πειθαρχικά παραπτώματα

1.

Πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή παράλειψη μέλους Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), εντός ή εκτός υπηρεσίας, η οποία αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις ή είναι ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος του Α.Ε.Ι.

2.

Ειδικότερα πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε παράβαση διάταξης της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διδασκαλία, τη διεξαγωγή έρευνας, την εσωτερική οργάνωση, την οικονομική διαχείριση και λειτουργία των Α.Ε.Ι., την ιδιότητα και την κατάστασή του ως μέλους και ιδίως:

  • α) η μη τήρηση των κανονισμών και των αποφάσεων

των οργάνων του ιδρύματος,

  • β) η άρνηση συμμετοχής στις διαδικασίες και τα όργανα του Α.Ε.Ι., η παρακώλυση του έργου τους και η διατάραξη της ομαλής λειτουργίας τους,
  • γ) η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας έναντι των

φοιτητών, καθώς και κατά τις διαδικασίες επιλογής και εξέλιξης προσωπικού,

  • δ) η χρησιμοποίηση χώρων, εγκαταστάσεων και υποδομών του Α.Ε.Ι. με τρόπο αντίθετο προς τον προορισμό

τους και η αποσιώπηση απασχόλησης σε έργα ξένα προς τα καθήκοντά του ή κατοχής δεύτερης θέσης,

  • ε) η απασχόληση σε έργα ασυμβίβαστα προς την ιδιότητά του ή σε έργα που απαγορεύονται,
  • στ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων του και η ατελής εκπλήρωσή τους,
  • ζ) η λογοκλοπή και κάθε προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συναφών δικαιωμάτων, η συνειδητή αποσιώπηση της άμεσης ή έμμεσης συνεισφοράς

άλλων προσώπων στο αντικείμενο της επιστημονικής του έρευνας και διδασκαλίας και η παράλειψη δήλωσης οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων αναφορικά με έρευνα στην οποία μετέχει,

  • η) η παραβίαση της αρχής της ισότητας, των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών

σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, σύμφωνα με τον ν. 3896/2010 (Α’ 207), η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύ βίας και παρενόχλησης στην εργασία, σύμφωνα με τον ν. 4808/2021 (Α’ 101), κατά την άσκηση των καθηκόντων,

  • θ) η τέλεση πράξεων που προσβάλλουν τη γενετήσια

ελευθερία, τη γενετήσια αξιοπρέπεια άλλου προσώπου ή και οποιαδήποτε πράξη οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, η σεξουαλική παρενόχληση, καθώς και η τέλεση αθέμιτων πράξεων που εμπεριέχουν διακρίσεις λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου,

  • ι) η μη ορθή ή ανακριβής χρήση ακαδημαϊκού τίτλου

που φέρει,

  • ια) κάθε συμπεριφορά που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.

δυνάμει ειδικής διάταξης.

Άρθρο 178

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται πέντε (5) έτη μετά από την ημέρα τέλεσής τους. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος που τελείται κατ’ εξακολούθηση αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έπαυσε η τέλεσή του.

2.

Πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν παραγραφεί το ποινικό αδίκημα. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή.

3.

Ειδικά το πειθαρχικό παράπτωμα της απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), παραγράφεται, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 112 του Κώδικα αυτού.

4.

Η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση πειθαρχικής δίωξης, ο χρόνος όμως της διακοπής αυτής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη.

5.

Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται λόγω τέλεσης νέου πειθαρχικού παραπτώματος που αποσκοπεί στη συγκάλυψη ή στην παρεμπόδιση της άσκησης της πειθαρχικής δίωξης για το πρώτο. Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

6.

Δεν παραγράφεται το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο εκδόθηκε πειθαρχική απόφαση που επιβάλλει πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό.

Άρθρο 179

Πειθαρχικές ποινές

1.

Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στο μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι). είναι οι ακόλουθες:

  • α) έγγραφη επίπληξη,
  • β) πρόστιμο μέχρι του ύψους των αποδοχών έξι (6) μηνών, το οποίο υπολογίζεται στις αποδοχές που λαμβάνει

το μέλος κατά τον χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης,

  • γ) στέρηση δικαιώματος εξέλιξης σε ανώτερη βαθμίδα

από ένα (1) έως τρία (3) έτη,

  • δ) προσωρινή παύση ενός (1) μηνός έως ενός (1) έτους

με πλήρη στέρηση αποδοχών,

  • ε) οριστική παύση, η οποία δύναται να επιβληθεί

ιδίως για τα ακόλουθα παραπτώματα: της τέλεσης πράξεων με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση υπακοής στο Σύνταγμα, της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, της απόκτησης αθέμιτου οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, της τέλεσης των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, της αδικαιολόγητης αποχής από την άσκηση των καθηκόντων άνω των τριάντα (30) ημερών συνεχώς κατά τη διάρκεια του διδακτικού έτους και της χαρακτηριστικώς ανάρμοστης ή ανάξιας συμπεριφοράς εντός ή εκτός υπηρεσίας. Η ποινή της οριστικής παύσης δύναται να επιβληθεί για οποιοδήποτε παράπτωμα αν κατά την προηγούμενη της διάπραξής του πενταετία είχαν επιβληθεί στο μέλος από το αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δύο (2) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες της έγγραφης επίπληξης.

2.

Όταν επιβάλλονται οι ποινές των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλλει επιπλέον την κύρωση της στέρησης του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία εκλογής για την ανάδειξη μονοπρόσωπων οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. για χρονικό διάστημα έως πέντε (5) ετών.

3.

Στις περιπτώσεις τέλεσης των αδικημάτων της δωροληψίας, της δωροδοκίας, της λογοκλοπής και των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, καθώς και της σεξουαλικής παρενόχλησης δεν δύναται να επιβληθεί ποινή κατώτερη της προσωρινής παύσης.

4.

Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία (1) φορά πειθαρχική ποινή. Αν έχουν τελεσθεί περισσότερα παραπτώματα, επιβάλλεται κατά συγχώνευση μία (1) πειθαρχική ποινή.

5.

Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται χωρίς την προηγούμενη κλήση σε απολογία.

6.

Το είδος της ποινής και η επιμέτρησή της προσδιορίζονται κατόπιν συνεκτίμησης της προσωπικότητας και του βαθμού υπαιτιότητας του διωκομένου, της βαρύτητας και της φύσης του παραπτώματος, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε αυτό και ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών περιστάσεων. Η υποτροπή συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου

7.

Σε περίπτωση τέλεσης πράξεων που προσβάλλουν τη γενετήσια αξιοπρέπεια, επιβαρυντική περίσταση συνιστά η τέλεση των πράξεων αυτών σε βάρος ανηλίκων ή κατά κατάχρηση εξουσίας και των καθηκόντων μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. Σε περίπτωση τέλεσης πράξεων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, επιβαρυντική περίπτωση αποτελεί η τέλεση των πράξεων αυτών κατά κατάχρηση εξουσίας και των καθηκόντων μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.

8.

Όταν πρόκειται για παράπτωμα που οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια, το πειθαρχικό όργανο μπορεί, εκτιμώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει τελεστεί και την προσωπικότητα του διωκομένου, να μην επιβάλει ποινή.

9.

Όταν επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης και πρόκειται για το παράπτωμα της απόκτησης αθέμιτου οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλει επιπλέον διοικητική κύρωση από δέκα χιλιάδες (10.000) έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.

Άρθρο 180

Έναρξη και λήξη πειθαρχικής ευθύνης

1.

Η πειθαρχική ευθύνη αρχίζει από την απόκτηση της ιδιότητας μέλους Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.). Με την επιφύλαξη της παρ. 3, παραπτώματα που διαπράχθηκαν πριν την απόκτηση της ως άνω ιδιότητας χωρίς να έχει εκδοθεί επ’ αυτών πειθαρχική απόφαση από όργανο προγενέστερης υπηρεσίας στο Δημόσιο ή σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), τιμωρούνται πειθαρχικώς σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, αν δεν έχουν παραγραφεί. Οι εν λόγω πειθαρχικές υποθέσεις παραπέμπονται στα Πειθαρχικά Συμβούλια των άρθρων 184 και 186.

2.

Αν ασκηθεί πειθαρχική δίωξη πριν από την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π, ή Ε.Τ.Ε.Π. από το Α.Ε.Ι., η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εκτός αν ο πειθαρχικώς διωκόμενος αποβιώσει. Στην περίπτωση αυτή το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να επιβάλλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές. Αν η πειθαρχική ποινή που επιβάλλεται είναι ανώτερη του προστίμου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο τη μετατρέπει, ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, σε ποινή προστίμου.

3.

Η τέλεση, κατά τη διαδικασία επιλογής και έως την αποδοχή του διορισμού, πράξης σχετικής με τη συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής ή τις προϋποθέσεις διορισμού, που είναι παράνομη ή ασυμβίβαστη προς το αξίωμα του μέλους, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού.

Άρθρο 181

Πειθαρχική δίωξη

1.

Η πειθαρχική δίωξη ασκείται είτε με την παραπομπή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου είτε με την κλήση σε απολογία. Το παραπεμπτήριο έγγραφο και η κλήση σε απολογία περιέχουν: α) το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου και β) την περιγραφή, κατά τόπο και χρόνο, των πραγματικών περιστατικών τα οποία στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα των συνθηκών κάτω από τις οποίες τελέσθηκε και μνεία των διατάξεων που το προβλέπουν.

2.

Δεν επιτρέπεται δεύτερη πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα. Δεν επιτρέπεται, μετά από την έκδοση οριστικής απόφασης, η εκ νέου πειθαρχική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

3.

Πειθαρχική δίωξη περισσοτέρων για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα επιτρέπεται εφόσον ανήκουν στην αρμοδιότητα του ιδίου πειθαρχικού οργάνου ή συμβουλίου.

4.

Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα που φέρονται ότι έχουν διαπραχθεί από τον ίδιο διωκόμενο, δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο της ίδιας πειθαρχικής δίωξης. Αν ασκήθηκαν χωριστές πειθαρχικές διώξεις, οι υποθέσεις δύνανται, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών, να συνεκδικασθούν.

5.

Το παραπεμπτήριο έγγραφο δεν ανακαλείται.

6.

Το παραπεμπτήριο έγγραφο και η κλήση σε απολογία επιδίδονται αμελλητί στον διωκόμενο. Η επίδοση αυτών, καθώς και όλων των εγγράφων της διαδικασίας, διενεργείται με την αποστολή τους μέσω του ηλεκτρονικού υπηρεσιακού ταχυδρομείου στην υπηρεσιακή ηλεκτρονική διεύθυνση του διωκομένου. Τεκμαίρεται ότι ο αποδέκτης του εγγράφου αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο αυτού το αργότερο δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση, εκτός αν ο αποδέκτης αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο του εγγράφου ή αν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε λόγους που αφορούν στον φορέα του δημόσιου τομέα. Αν η επίδοση με τον τρόπο αυτόν δεν καθίσταται, για οποιονδήποτε λόγο, εφικτή, τότε διενεργείται με υπάλληλο του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή με δικαστικό επιμελητή, με απόδειξη παραλαβής. Αν ο διωκόμενος αρνηθεί την παραλαβή, αυτός που διενεργεί την επίδοση συντάσσει πράξη, στην οποία βεβαιώνεται η άρνηση.

7.

Η πειθαρχική δίωξη που ασκείται από τον Πρύτανη γνωστοποιείται υποχρεωτικά στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση θέσης του διωκομένου σε κατάσταση αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του.

Άρθρο 182

Σχέση πειθαρχικής διαδικασίας και ποινικής δίκης

1.

Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο δύναται, ωστόσο, με απόφασή του η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει, για εξαιρετικούς λόγω των συνθηκών τέλεσης και αποκάλυψής του, θίγει σοβαρά το κύρος και τη δημόσια εικόνα του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.).

2.

Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος.

3.

Στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και στον αρμόδιο Πρύτανη έχουν υποχρέωση να ανακοινώνουν χωρίς καθυστέρηση, εφόσον αφορούν σε μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.):

  • α) ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, κάθε ποινική δίωξη που

ασκείται, β) ο Γραμματέας του Δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, τα παραπεμπτικά ή απαλλακτικά βουλεύματα καθώς και τις καταδικαστικές ή αθωωτικές αποφάσεις σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και γ) ο Διευθυντής φυλακών, την περίπτωση εγκλεισμού σε σωφρονιστικό κατάστημα. Επί καταδικαστικών αποφάσεων η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική. Στις λοιπές περιπτώσεις, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα οφείλουν, εντός ενός (1) μηνός από την ενημέρωσή τους σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, να αποφαίνονται αιτιολογημένα για την άσκηση ή μη πειθαρχικής δίωξης σε βάρος του μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. του Α.Ε.Ι.

Άρθρο 183

Πειθαρχικά όργανα μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού

1.

Στα μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) την πειθαρχική εξουσία ασκούν:

  • α) ο Πρύτανης ή ασκών χρέη Πρύτανη ή ο Πρόεδρος

της Διοικούσας Επιτροπής και, αν κωλύεται, ο νόμιμος αναπληρωτής του, οι οποίοι δύνανται να επιβάλλουν την ποινή προστίμου μέχρι του ύψους αποδοχών ενός (1) μηνός,

  • β) το Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Δ.Ε.Π. των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), το οποίο δύναται

να επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή.

2.

Ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη για παραπτώματα που προβλέπονται στον παρόντα ή σε άλλον ειδικό νόμο: α) σε βάρος μέλους Δ.Ε.Π. διά του Πρύτανη και β) σε βάρος του Πρύτανη ή Αντιπρύτανη, Κοσμήτορα ή Προέδρου Τμήματος ή του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Διοικούσας Επιτροπής διά της παραπομπής του ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3.

Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο εισάγονται τα πειθαρχικά παραπτώματα μελών Δ.Ε.Π. που, κατά την κρίση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, μπορεί να επισύρουν ποινή ανώτερη του προστίμου μέχρι του ύψους αποδοχών ενός (1) μηνός.

4.

Αν τελεσθεί παράπτωμα σε άλλο Α.Ε.Ι, πειθαρχική εξουσία ασκεί ο Πρύτανης του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκει το μέλος Δ.Ε.Π.

5.

Αν τελεσθεί παράπτωμα από μέλος Δ.Ε.Π. κατά την άσκηση καθηκόντων Πρύτανη ή Αντιπρύτανη, Κοσμήτορα ή Προέδρου Τμήματος ή Προέδρου και Αντιπροέδρου Διοικούσας Επιτροπής Α.Ε.Ι., αρμόδιο πειθαρχικό όργανο καθίσταται, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. Αν κατά τον χρόνο της παραπομπής το μέλος Δ.Ε.Π. δεν ασκεί τα καθήκοντα αυτά, η παραπομπή ενεργείται από τον Πρύτανη ή τον Πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής και, αν κωλύεται, από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων.

6.

Στους ιατρούς μέλη Δ.Ε.Π. που υπηρετούν σε πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και ειδικές μονάδες νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας εφαρμόζεται, κατά την άσκηση του κλινικού τους έργου εντός των νοσοκομείων, το πειθαρχικό δίκαιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και ελέγχονται πειθαρχικά για τις πράξεις ή παραλείψεις τους από τα αντίστοιχα πειθαρχικά όργανα του Ε.Σ.Υ.

Άρθρο 184

Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού

1.

Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) προεδρεύει, κατ’ εναλλαγή ανά διετία, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναπληρώνεται από Αντιπρόεδρο του οικείου δικαστηρίου. Ο αναπληρωτής αυτός, μαζί με έναν (1) ακόμη Αντιπρόεδρο, ορίζονται, με πράξη του Προέδρου, στην αρχή κάθε δικαστικού έτους. Στη σύνθεση του Συμβουλίου μετέχουν ως μέλη:

  • α) ένας (1) Αρεοπαγίτης, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος

του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο αναπληρωτής του ή ένας (1) Σύμβουλος Επικρατείας, όταν προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή ο αναπληρωτής του,

  • β) ένας (1) Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι

οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τα οικεία δικαστικά συμβούλια,

  • γ) ο Αντιπρύτανης στον οποίον ανατίθεται ο τομέας

ευθύνης των ακαδημαϊκών θεμάτων, ή ο Αντιπρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Α.Ε.Ι. στο οποίο ο διωκόμενος είναι μέλος Δ.Ε.Π. και, αν κωλύεται, ο Αντιπρύτανης στον οποίον ανατίθεται ο τομέας ευθύνης των οικονομικών θεμάτων του Α.Ε.Ι. ή το μέλος Δ.Ε.Π. της Διοικούσας Επιτροπής που έχει τα περισσότερα έτη υπηρεσίας στη βαθμίδα του Καθηγητή, του Αναπληρωτή Καθηγητή και, αν δεν υπάρχουν, του Επίκουρου Καθηγητή,

  • δ) ένας (1) Πρύτανης άλλου Α.Ε.Ι. της χώρας, με τον

αναπληρωτή του, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων.

2.

Αν παραπέμπεται Πρύτανης ή Πρόεδρος Διοικούσας Επιτροπής, στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέχει, στη θέση του Αντιπρύτανη ή Αντιπροέδρου Διοικούσας Επιτροπής, ένας (1) επιπλέον Πρύτανης άλλου Α.Ε.Ι., που ορίζεται με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων.

4.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο εδρεύει στην Αθήνα. Οι συνεδριάσεις του διενεργούνται στο κατάστημα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Χρέη γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκεί ο Γραμματέας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ο αναπληρωτής του που ορίζεται από αυτόν.

5.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η θητεία του Συμβουλίου είναι διετής και αρχίζει από την πρώτη ημέρα του ακαδημαϊκού έτους.

Άρθρο 185

Διαδικασία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού

1.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο επιλαμβάνεται της πειθαρχικής υπόθεσης είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν παραπομπής από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο. Με το παραπεμπτήριο έγγραφο συνυποβάλλονται και τα στοιχεία που στηρίζουν την παραπομπή.

2.

Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, αφού λάβει το παραπεμπτήριο, ορίζει εισηγητή από τα μέλη του Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά. Ο ορισμός του εισηγητή επιδίδεται στον διωκόμενο δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Συμβουλίου.

3.

Ο εισηγητής αντικαθίσταται αν κωλύεται ή αν γίνει αποδεκτή από το Πειθαρχικό Συμβούλιο αίτηση εξαίρεσης εκ μέρους του διωκομένου, η οποία υποβάλλεται μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της πράξης ορισμού του εισηγητή.

4.

Ο εισηγητής ασκεί καθήκοντα ανακριτή και μπορεί να ενεργεί κάθε κατά την κρίση του αναγκαία εξέταση, να καλεί μάρτυρες και να ζητά από οποιοδήποτε πρόσωπο ή Αρχή τα απαραίτητα έγγραφα για τη διακρίβωση του πειθαρχικού αδικήματος. Ενώπιον του εισηγητή ο διωκόμενος εξετάζεται ανωμοτί. Ύστερα από τη συμπλήρωση της δικογραφίας, ο εισηγητής την υποβάλλει μαζί με έγγραφη πρότασή του στο Συμβούλιο.

5.

Ο Πρόεδρος ορίζει ημέρα και ώρα μη δημόσιας συνεδρίασης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δύναται να κρίνει, με αιτιολογημένη απόφασή του, ότι δεν στοιχειοθετείται πειθαρχική κατηγορία, αν θεωρήσει αυτήν ως προφανώς αβάσιμη, ή να διατάξει περαιτέρω ανάκριση ή να κρίνει ώριμη την υπόθεση και να διατάξει την κλήση του διωκομένου σε απολογία, σε ημέρα δημόσιας συνεδρίασης που ορίζεται από τον Πρόεδρο.

6.

Η κλήση σε απολογία, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 181, πρέπει να περιέχει και κλήση προς τον διωκόμενο να προσέλθει και να λάβει γνώση, κατόπιν αίτησής του, των στοιχείων του φακέλου, να υποβάλει υπόμνημα, να προσκομίσει αποδείξεις και να παραστεί κατά τη συζήτηση. Ο διωκόμενος μπορεί να προτείνει την εξέταση μέχρι πέντε (5) μαρτύρων.

7.

Η κλήση σε απολογία επιδίδεται δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση στον διωκόμενο, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 181.

8.

Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως ή και προφορικώς κατά τη συνεδρίαση ενώπιον του Συμβουλίου. Ο διωκόμενος μπορεί να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και διά ή μετά πληρεξουσίου. Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή εμπροθέσμως ή δεν προσήλθε λόγω ανυπέρβλητου κωλύματος, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Αν ο διωκόμενος απουσιάζει χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τρίτου εδαφίου, θεωρείται ωσεί παρών. Το Συμβούλιο δύναται, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, να αναβάλει για μια (1) μόνο φορά τη συζήτηση, λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία, ή για άλλον σπουδαίο λόγο. Για την προσαγωγή μαρτύρων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’ 96, διόρθωση σφάλματος Α’ 122).

9.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο εισηγητής διαβάζει περίληψη της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου για εισαγωγή της υπόθεσης προς δημόσια συζήτηση και εκθέτει περαιτέρω κρίσιμα στοιχεία. Στη συνέχεια, καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και δίνεται ο λόγος στον διωκόμενο να αναπτύξει, αν επιθυμεί, αυτοπροσώπως ή και με τον πληρεξούσιό του, την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, καθορίζει, αν παρίσταται ανάγκη και ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, τον χρόνο αγορεύσεων, απευθύνει ερωτήσεις στους μάρτυρες ή στον διωκόμενο και δίνει την άδεια στα μέλη του Συμβουλίου και στον διωκόμενο να υποβάλουν ερωτήσεις. Στο τέλος της συζητήσεως ο Πρόεδρος δύναται, κατά την κρίση του, να χορηγήσει στον διωκόμενο προθεσμία μέχρι επτά (7) ημερών για την υποβολή υπομνήματος. Για τη συνεδρίαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου συντάσσεται από τον γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον Πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο Πρόεδρος δύναται να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση, καθώς και να επιτρέψει την υπαγόρευσή τους.

10.

Στην ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασία εφαρμόζονται οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος. Εφαρμόζονται επίσης οι περί εξαίρεσης δικαστών διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και καλείται για την εκδίκαση της ένστασης, αντί του μέλους για το οποίο ζητείται η εξαίρεση, ο αναπληρωτής αυτού.

11.

Το Συμβούλιο αποφασίζει επί της κατηγορίας σε διάσκεψη, με φανερή ψηφοφορία και απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Η απόφαση περιλαμβάνει τον τόπο και χρόνο της έκδοσης αυτής, τη σύνθεση του Συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο και τον βαθμό του διωκομένου, το πειθαρχικό αδίκημα που του αποδόθηκε, την επιμέτρηση της ποινής, τον τρόπο σχηματισμού της πλειοψηφίας, καθώς και τα ονόματα και τη γνώμη των μελών που τυχόν μειοψήφησαν. Η απόφαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα και απαγγέλλεται δημόσια.

12.

Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.

Άρθρο 186

Πειθαρχικά όργανα μελών Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού

1.

Στα μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.), πειθαρχική εξουσία ασκούν:

  • α) ο Πρύτανης, ή ο ασκών χρέη Πρύτανη ή ο Πρόεδρος

της Διοικούσας Επιτροπής και, αν κωλύεται, ο νόμιμος αναπληρωτής του, ο οποίοι δύνανται να επιβάλλουν ποινή προστίμου μέχρι του ύψους των αποδοχών ενός (1) μηνός,

  • β) ο Κοσμήτορας της Σχολής, ο οποίος δύναται να επιβάλλει ποινή προστίμου μέχρι του ύψους των δύο τρίτων

(2/3) των μηνιαίων αποδοχών,

  • γ) το Πειθαρχικό Συμβούλιο Μελών Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και

Ε.Τ.Ε.Π. του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.), το οποίο δύναται να επιβάλλει οποιαδήποτε ποινή.

2.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Μελών Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π. συγκροτείται με απόφαση του Πρύτανη του Α.Ε.Ι. για θητεία δύο (2) ετών, η οποία αρχίζει την πρώτη ημέρα του ακαδημαϊκού έτους, και αποτελείται από:

  • α) έναν (1) Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων

του Διοικητικού Εφετείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η έδρα του Α.Ε.Ι., ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., ν. 4938/2022, Α’ 35) με τον αναπληρωτή του, ως πρόεδρο,

  • β) τον αρμόδιο για τις ακαδημαϊκές υποθέσεις Αντιπρύτανη, ο οποίος αναπληρώνεται από τον αρμόδιο

για τις οικονομικές υποθέσεις Αντιπρύτανη του Α.Ε.Ι. ή τον Αντιπρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής ο οποίος αναπληρώνεται από το αρχαιότερο μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) της Διοικούσας Επιτροπής του Α.Ε.Ι.,

  • γ) τον Κοσμήτορα άλλης Σχολής από αυτήν στην οποία

υπηρετεί ο διωκόμενος, με τον αναπληρωτή του,

  • δ) δύο (2) μέλη Δ.Ε.Π. που κατέχουν τη βαθμίδα του

Καθηγητή ή του Αναπληρωτή Καθηγητή και αν δεν υπάρχουν, του Επίκουρου Καθηγητή, τα οποία κληρώνονται με τους αναπληρωτές τους από το σύνολο των μελών Δ.Ε.Π., ως μέλη. Η κλήρωση διενεργείται από τον Πρύτανη σε ειδική συνεδρίαση της Συγκλήτου. Χρέη γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκεί διοικητικός υπάλληλος του Α.Ε.Ι., που ορίζεται από τον Πρύτανη, με τον αναπληρωτή του.

3.

Στα μέλη Ε.Δ.Ι.Π. που υπηρετούν ως ιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) σε πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και ειδικές μονάδες νοσοκομείων, εφαρμόζεται, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως ιατρών του Ε.Σ.Υ., το πειθαρχικό δίκαιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και ελέγχονται πειθαρχικά για τις πράξεις ή παραλείψεις τους από τα αντίστοιχα πειθαρχικά όργανα του Ε.Σ.Υ.

Άρθρο 187

Επίδοση και εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων

1.

Η επίδοση των πειθαρχικών αποφάσεων διενεργείται κατά την παρ. 6 του άρθρου 181.

2.

Η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) διαβιβάζεται: α) στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και περίληψή της δημοσιεύεται δι’ αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και β) στον Πρύτανη του Α.Ε.Ι., προκειμένου να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες. Οι απαλλακτικές αποφάσεις δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3.

Οι αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων και των πειθαρχικών συμβουλίων εκτελούνται από την επίδοσή τους, εφόσον καταστούν τελεσίδικες.

4.

Τελεσίδικη είναι η πειθαρχική απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε ένσταση ή της οποίας η προθεσμία άσκησης παρήλθε άπρακτη, καθώς και η απόφαση που εκδόθηκε επ’ αυτής.

5.

Η εκτέλεση της απόφασης που επιβάλλει πρόστιμο γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών. Το ποσό του προστίμου παρακρατείται από τις αποδοχές του πρώτου μήνα από την περιέλευση της πειθαρχικής απόφασης στον εκκαθαριστή. Αν το πρόστιμο είναι ανώτερο από το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών του τιμωρημένου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες ορίζονται από την πειθαρχική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία παρακράτηση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών. Αν ο τιμωρημένος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα ποσά που οφείλει εισπράττονται σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 366/1974, Α’ 90) και περιέρχονται στα δημόσια έσοδα. Αν ο τιμωρημένος αποβιώσει, η οφειλή, κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί, διαγράφεται.

6.

Η εκτέλεση της ποινής της στέρησης δικαιώματος εξέλιξης αρχίζει από την απαγγελία της πειθαρχικής απόφασης, ενώ η εκτέλεση της ποινής της προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης στον τιμωρημένο. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής της προσωρινής παύσης ο τιμωρημένος:

  • α) δεν επιτρέπεται να ασκεί τα καθήκοντά του, ούτε άλλη

αρμοδιότητα που έχει ανατεθεί σ’ αυτόν με την ιδιότητά του ως μέλους Δ.Ε.Π., Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) και β) στερείται το σύνολο των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στα δημόσια έσοδα.

7.

Οι πειθαρχικές αποφάσεις καταχωρίζονται στο σχετικό μητρώο του μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. προσωρινής παύσης διαγράφονται από το μητρώο των μελών Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις τους, μετά ένα (1) έτος, τρία (3), τρία (3) και πέντε (5) έτη αντίστοιχα από την τελεσιδικία της απόφασης, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Αν στα χρονικά διαστήματα του δεύτερου εδαφίου επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι’ αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη.

Άρθρο 188

Ένσταση και προσφυγή

1.

Οι πειθαρχικές αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων, πλην της έγγραφης επίπληξης, υπόκεινται σε ένσταση από το μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), που τιμωρήθηκε ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την επίδοση. Δικαίωμα ένστασης εναντίον κάθε πειθαρχικής απόφασης μονομελούς πειθαρχικού οργάνου έχει ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η άσκηση ένστασης και η προθεσμία για την άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης.

2.

Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. προσβάλλονται με προσφυγή ουσίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τα μέλη Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. δύνανται να ασκήσουν προσφυγή ουσίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των αποφάσεων που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά των αποφάσεων που επιβάλλουν οποιαδήποτε άλλη ποινή.

3.

Δικαίωμα ένστασης και προσφυγής έχει και ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (Ε.Α.Δ.), εφόσον τούτο προβλέπεται στις διατάξεις περί πειθαρχικής αρμοδιότητας του Διοικητή της Αρχής.

4.

Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης. Δύναται, όμως, να χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης, ύστερα από αίτηση του διωκομένου, κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αναστέλλεται η εκτέλεση των αποφάσεων που επιβάλλουν την ποινή της οριστικής παύσης μέχρι την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής ή μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της προσφυγής.

5.

Με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής κατά απόφασης που επιβάλλει την ποινή της οριστικής παύσης ή από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας που απορρίπτει την προσφυγή, επέρχεται αυτοδίκαια η λύση της υπηρεσιακής σχέσης του μέλους που τιμωρήθηκε.

Άρθρο 189

Επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας

1.

Αν μετά από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία απαλλάσσεται μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) ή Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) ή επιβάλλεται ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτωμάτων που δύνανται να επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης, η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται, μετά από αίτηση του Πρύτανη ή του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης.

2.

Η επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται και όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική πειθαρχική απόφαση, χωρίς να προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη καταδικαστική ποινική απόφαση που προηγήθηκε.

3.

Αν μετά από την έκδοση καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης, με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη ή την παράλειψη για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά το μέλος Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π., η πειθαρχική διαδικασία επαναλαμβάνεται, μετά από αίτηση του μέλους που τιμωρήθηκε, εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της αμετάκλητης ποινικής απόφασης ή βουλεύματος.

4.

Αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, κατά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας δύναται να επιβληθεί πειθαρχική ποινή ανώτερη από αυτήν που είχε επιβληθεί. Αν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση, δύναται να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή ή να εκδοθεί απαλλακτική απόφαση. Αν το μέλος Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. είχε τιμωρηθεί με οριστική παύση, δικαιούται, μετά την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας και την έκδοση απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου με διαφορετικό περιεχόμενο, να επαναδιορισθεί στο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Ε.Ι.), με απόφαση του Πρύτανη, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη κενής θέσης.

Άρθρο 190

Ομότιμοι καθηγητές Για τη διάγνωση των πειθαρχικών παραπτωμάτων των ομότιμων καθηγητών και αφυπηρετησάντων μελών Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) που προσφέρουν διδακτικό ή ερευνητικό έργο στο πλαίσιο προγραμμάτων σπουδών πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου σπουδών και ξενόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών ή συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα ή είναι επιστημονικοί υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων, διενεργείται, με εντολή του Πρύτανη του Α.Ε.Ι., Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.), σύμφωνα με το άρθρο 126 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26). Αν κριθεί από το αρμόδιο όργανο ανάθεσης των ανάθεση διδακτικών καθηκόντων και η συμμετοχή στο ερευνητικό πρόγραμμα. Η Σύγκλητος, κατόπιν εισήγησης του Πρύτανη, δύναται να αφαιρέσει τον τίτλο του ομότιμου καθηγητή.

Άρθρο 191

Πρόσθετο προσωπικό

1.

Στο πρόσθετο προσωπικό των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), που παρέχει διδακτικό, ερευνητικό ή κλινικό έργο βάσει συμβάσεως ορισμένου χρόνου, καθώς και στο πρόσθετο προσωπικό που απασχολείται δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε ερευνητικά έργα/προγράμματα μέσω του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας των Α.Ε.Ι. για τη διάγνωση συμπεριφοράς η οποία αντίκειται προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Σύνταγμα, τις κείμενες διατάξεις και τους όρους της σύμβασής του ή είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά του και θίγει το κύρος του ή το κύρος του Α.Ε.Ι., ο Πρύτανης του Α.Ε.Ι. δύναται να διατάσσει Ε.Δ.Ε., που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 126 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26). Στο προσωπικό αυτό δύνανται να επιβληθούν, με απόφαση του Πρύτανη, οι πειθαρχικές ποινές της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου μέχρι του ύψους των αποδοχών ενός (1) μηνός. Αν η σοβαρότητα του παραπτώματος δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης, αυτή γίνεται με απόφαση του Πρύτανη μετά από σύμφωνη γνώμη της Συνέλευσης του Τμήματος. Η λύση της σύμβασης επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο.

2.

Στο πρόσθετο ιατρικό προσωπικό που υπηρετεί σε πανεπιστημιακές κλινικές, εργαστήρια και ειδικές μονάδες νοσοκομείων που έχουν εγκατασταθεί σε νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) εφαρμόζεται, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως ιατρών του Ε.Σ.Υ., το πειθαρχικό δίκαιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και το προσωπικό αυτό ελέγχεται πειθαρχικά για τις πράξεις ή παραλείψεις τους από τα αντίστοιχα πειθαρχικά όργανα του Ε.Σ.Υ.

Άρθρο 192

Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων Οι πειθαρχικές διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) και οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), εφαρμόζονται αναλόγως και συμπληρωματικώς, σε όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται ειδικώς με τις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 193

Οριστική παύση λόγω ποινικής καταδίκης, νόσου, αναπηρίας ή υπηρεσιακής ανεπάρκειας

1.

Τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. δύνανται να παυθούν για τους ίδιους λόγους που παύονται και οι δικαστικοί λειτουργοί, λόγω ποινικής καταδίκης, νόσου, αναπηρίας ή αναίτιας υπηρεσιακής ανεπάρκειας, κατόπιν απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Η σχετική δικαστική απόφαση διαβιβάζεται αμελλητί από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων ή τον Πρύτανη στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

2.

Η υπαλληλική σχέση των μελών Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. λύεται κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26).

Άρθρο 194

Αποχή από την άσκηση καθηκόντων

1.

Το μέλος Δ.Ε.Π. απέχει υποχρεωτικά από την άσκηση των καθηκόντων του με πράξη του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων: (α) Εάν καταδικάστηκε για οποιαδήποτε πράξη σε βαθμό κακουργήματος ή για έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, (β) εάν καταδικάστηκε τελεσίδικα για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, δωροληψία, δωροδοκία, πλαστογραφία, πλαστογραφία πιστοποιητικών κατά την παρ. 3 του άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) ή απιστία, σε στερητική της ελευθερίας ποινή που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, (γ) εάν στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν κρίθηκε προσωρινώς απολυτέος ή απολύθηκε με εγγύηση και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή. Η αποχή στην περ. (α) παύει με την έκδοση τελεσίδικης αθωωτικής ποινικής απόφασης, στην περ. (β) διαρκεί έως την έκδοση απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και στην περ. (γ) διαρκεί μέχρι την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος ή αθωωτικής ποινικής απόφασης.

2.

Το μέλος Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. απέχει υποχρεωτικά από την άσκηση των καθηκόντων του με απόφαση του Πρύτανη ή του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής ή του νόμιμου αναπληρωτή του, εάν καταδικάσθηκε για αδίκημα το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία κατά τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26) ή για ψευδορκία, ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση ή για έγκλημα σχετικά με το νόμισμα. Απέχει επίσης υποχρεωτικά εάν στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση έστω και αν κρίθηκε προσωρινώς απολυτέος ή απολύθηκε με εγγύηση και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή. Η υποχρεωτική αποχή παύει με την έκδοση τελεσίδικης αθωωτικής απόφασης.

3.

Σε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος μέλους Δ.Ε.Π., ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να αποφασίσει, μετά από γνώμη της Συγκλήτου, ότι ο διωκόμενος πρέπει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή, εάν το μέλος Δ.Ε.Π. έχει συγχρόνως την ιδιότητα οργάνου διοίκησης, το ερώτημα του Υπουργού προς την Σύγκλητο μπορεί να περιορισθεί στην αποχή μόνο ως προς καθήκοντα του οργάνου διοίκησης. Σε κάθε περίπτωση για τη λήψη

4.

Σε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης σε βάρος μέλους Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. και Ε.Τ.Ε.Π., ο Πρύτανης δύναται να αποφασίσει ότι ο διωκόμενος πρέπει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του μέχρι την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

5.

Κατά τη διάρκεια αποχής, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, από την άσκηση καθηκόντων του μέλους Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. καταβάλλονται το ήμισυ του βασικού μισθού και η οικογενειακή παροχή. Δεν καταβάλλονται τα επιδόματα που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως εκάστοτε προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία. Αν στο μέλος Δ.Ε.Π., Ε.Ε.Π., Ε.ΔΙ.Π. ή Ε.Τ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την άσκηση των καθηκόντων άνω των τριάντα (30) ημερών κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους, αυτό δεν δικαιούται τις αποδοχές του χρόνου αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του. Οι διατάξεις περί απασχόλησης σε έργα ασυμβίβαστα προς την ιδιότητά του ή σε έργα που απαγορεύονται ισχύουν και κατά τη διάρκεια της αποχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΒ’

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

Άρθρο 195

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται στους φοιτητές του πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου σπουδών.

2.

Για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται ως:

  • α) «Ίδρυμα», το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Ε.Ι.),

οι επιμέρους οργανικές μονάδες του, τα νομικά πρόσωπα και οι ειδικές δομές που συνδέονται θεσμικά ή συνεργάζονται με αυτό, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις του οργανισμού του ιδρύματος και του εσωτερικού του κανονισμού.

  • β) «Προπτυχιακοί φοιτητές», «μεταπτυχιακοί φοιτητές»

και «υποψήφιοι διδάκτορες», οι φοιτητές του πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου σπουδών, αντίστοιχα. Όπου στο παρόν Κεφάλαιο χρησιμοποιείται ο όρος «φοιτητής», χωρίς περαιτέρω διακρίσεις, νοούνται οι φοιτητές και των τριών κύκλων σπουδών.

  • γ) «Μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας», τα μέλη

του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.), του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) και του Ειδικού Τεχνικού Εργαστηριακού Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.), καθώς και το διοικητικό και εν γένει προσωπικό του Α.Ε.Ι., οι επιστημονικοί συνεργάτες, το λοιπό βοηθητικό και έκτακτο διδακτικό-εκπαιδευτικό προσωπικό, οι επισκέπτες καθηγητές, οι επισκέπτες ερευνητές ή εντεταλμένοι διδάσκοντες ή ερευνητές επί συμβάσει, οι μεταδιδακτορικοί ερευνητές και επισκέπτες, οι καθηγητές αλλοδαπής με παράλληλη απασχόληση, οι ομότιμοι και επίτιμοι καθηγητές, οι ερευνητές ή άλλα μέλη που δραστηριοποιούνται ή συνδέονται ακαδημαϊκά, ερευνητικά ή εκπαιδευτικά με το ίδρυμα και το προσωπικό των νομικών προσώπων που αυτό εποπτεύει. Στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας σύμφωνα με την παρούσα περιλαμβάνεται και το προσωπικό που έχει με οποιονδήποτε τρόπο διατεθεί ή υπηρετεί ή εργάζεται στο ίδρυμα και στα νομικά πρόσωπα αυτού, ανεξάρτητα από τη νομική φύση της σχέσης που το συνδέει με αυτό.

Άρθρο 196

Βασικές αρχές

1.

Αρχές και κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται αναλόγως και στο πειθαρχικό δίκαιο των φοιτητών, εφόσον δεν αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος και συνάδουν με τη φύση και τον σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας.

2.

Εφαρμόζονται ιδίως οι αρχές και οι κανόνες που αφορούν:

  • α) στους λόγους αποκλεισμού της υπαιτιότητας και

της ικανότητας προς καταλογισμό,

  • β) στις ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές περιστάσεις για

την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής,

  • γ) στην έμπρακτη μετάνοια,
  • δ) στο δικαίωμα σιγής του πειθαρχικώς διωκομένου,
  • ε) στην πραγματική και νομική πλάνη,
  • στ) στο τεκμήριο αθωότητας του πειθαρχικώς διωκομένου,
  • ζ) στην επιείκεια υπέρ του πειθαρχικώς διωκομένου.
Άρθρο 197

Πειθαρχικά παραπτώματα

1.

Το πειθαρχικό παράπτωμα τελείται με εκ προθέσεως πράξη του φοιτητή η οποία μπορεί να του καταλογιστεί. Το πειθαρχικό παράπτωμα δύναται να τελεστεί και από αμέλεια, εφόσον αυτό ορίζεται ειδικά. Το παράπτωμα δύναται να τελεστεί και με παροχή συνδρομής σε τρίτο πρόσωπο ή διευκόλυνσή του για την τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος.

2.

Πειθαρχικά παραπτώματα για τους φοιτητές συνιστούν:

  • α) η παραβίαση του αδιάβλητου των εξετάσεων,
  • β) η λογοκλοπή ή η αποσιώπηση της άμεσης ή έμμεσης συνεισφοράς άλλων προσώπων στο αντικείμενο

επιστημονικής ενασχόλησης ή έρευνας,

  • γ) η καταστροφή περιουσίας του Α.Ε.Ι., κινητής ή ακίνητης, που χρησιμοποιείται από το Α.Ε.Ι. ή μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας,
  • δ) η παρεμπόδιση της εύρυθμης λειτουργίας του

Α.Ε.Ι., συμπεριλαμβανομένης τόσο της εκπαιδευτικής, ερευνητικής ή διοικητικής λειτουργίας του όσο και της λειτουργίας των μονομελών και συλλογικών οργάνων και των υπηρεσιών του, καθώς και της χρήσης των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού του,

  • ε) η χρήση των στεγασμένων ή ανοικτών χώρων, των

εγκαταστάσεων, των υποδομών και του εξοπλισμού του Α.Ε.Ι. χωρίς την άδεια των αρμόδιων οργάνων του,

  • στ) η χρήση των στεγασμένων ή ανοικτών χώρων, των

εγκαταστάσεων, των υποδομών και του εξοπλισμού του για την τέλεση της πράξης αυτής,

  • ζ) η υπαίτια και με οποιονδήποτε τρόπο ρύπανση των

στεγασμένων ή ανοικτών χώρων του ιδρύματος, συμπεριλαμβανόμενης και της ηχορύπανσης,

  • η) η χρήση απαγορευμένων ουσιών, που εμπίπτουν

στον ν. 4139/2013 (Α’ 74), εντός του Α.Ε.Ι. και η οποιαδήποτε συμβολή στη διακίνηση αυτών,

  • θ) η τέλεση οποιουδήποτε πλημμελήματος ή κακουργήματος εφόσον συνδέεται με τη φοιτητική ιδιότητα.
Άρθρο 198

Πειθαρχικές ποινές

1.

Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται σε φοιτητή, αν διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα, είναι οι εξής:

  • α) έγγραφη επίπληξη,
  • β) απαγόρευση συμμετοχής σε εξετάσεις ενός ή περισσοτέρων μαθημάτων, για μία ή περισσότερες εξεταστικές περιόδους,
  • γ) προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση χρήσης εξοπλισμού ή εγκαταστάσεων του ιδρύματος,
  • δ) προσωρινή αναστολή της φοιτητικής ιδιότητας από

έναν (1) έως είκοσι τέσσερις (24) μήνες και

  • ε) οριστική διαγραφή.
2.

Η προσωρινή αναστολή της φοιτητικής ιδιότητας επιφέρει την αναστολή της ισχύος της ακαδημαϊκής ταυτότητας και την αντίστοιχου χρόνου αποστέρηση των δικαιωμάτων που η ιδιότητα αυτή συνεπάγεται, όπως της συμμετοχής στις εξετάσεις, της λήψης διδακτικών συγγραμμάτων και της λήψης υποστηρικτικού χαρακτήρα χρηματικών ή άλλων παροχών από το ίδρυμα. Ποινή αναστολής της φοιτητικής ιδιότητας άνω των έξι (6) μηνών συνεπάγεται και τη στέρηση του δικαιώματος χρήσης των χώρων και υποδομών του ιδρύματος, καθώς και του δικαιώματος διαμονής στις φοιτητικές εστίες του Α.Ε.Ι. κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.

3.

Για τα πειθαρχικά παραπτώματα της παρ.  2 του άρθρου 197 μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε από τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος, με εξαίρεση την ποινή της οριστικής διαγραφής, η οποία δύναται να επιβληθεί αποκλειστικά για τα πειθαρχικά παραπτώματα των περ. γ), δ), η) και θ) της παρ. 2 του άρθρου 197.

4.

Η πειθαρχική ευθύνη λήγει με την απώλεια της φοιτητικής ιδιότητας. Η πειθαρχική διαδικασία παύει, αν ο πειθαρχικά διωκόμενος απωλέσει καθ’ οιονδήποτε τρόπον τη φοιτητική ιδιότητα.

Άρθρο 199

Πειθαρχικά όργανα

1.

Πειθαρχικά όργανα είναι ο Πρύτανης, ο αρμόδιος Αντιπρύτανης, ο Πρόεδρος του Τμήματος, ο Κοσμήτορας της Σχολής σε περίπτωση Μονοτμηματικής Σχολής, οι αναπληρωτές τους και το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών.

2.

Ο Πρόεδρος του Τμήματος και ο Κοσμήτορας της Σχολής σε περίπτωση Μονοτμηματικής Σχολής είναι αρμόδιοι και για την επιβολή των πειθαρχικών ποινών της έγγραφης επίπληξης και του αποκλεισμού από τη συμμετοχή στις εξετάσεις ενός (1) ή περισσότερων μαθημάτων σε μία (1) εξεταστική περίοδο. Οι ίδιες ποινές επιβάλλονται και από τον Πρύτανη ή τον αρμόδιο ανά περίπτωση Αντιπρύτανη ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, αν λάβουν γνώση ή έχουν σοβαρές ενδείξεις για την τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και δεν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη από τον Πρόεδρο του Τμήματος ή τον Κοσμήτορα της Σχολής. Αν η βαρύτητα του παραπτώματος δικαιολογεί την επιβολή βαρύτερης ποινής, τα όργανα των προηγούμενων εδαφίων παραπέμπουν την υπόθεση στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών, το οποίο έχει την αρμοδιότητα για την επιβολή και κάθε άλλης πειθαρχικής ποινής.

3.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών αποτελείται από:

  • α) τον αρμόδιο για τα ακαδημαϊκά θέματα Αντιπρύτανη, ως Πρόεδρο, με Αναπληρωτή του τον αρμόδιο για τα

διοικητικά θέματα Αντιπρύτανη,

  • β) το αρχαιότερο μέλος της Κοσμητείας, με αναπληρωτή του το αμέσως νεότερο μέλος της,
  • γ) δύο (2) μέλη Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού

(Δ.Ε.Π.) του Τμήματος με τους αναπληρωτές τους,

  • δ) έναν (1) εκπρόσωπο των φοιτητών με τον αναπληρωτή του.
4.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών συγκροτείται με απόφαση του Πρύτανη για θητεία δύο (2) ετών, με εξαίρεση τον εκπρόσωπο των φοιτητών και τον αναπληρωτή του, οι οποίοι ορίζονται για θητεία ενός (1) έτους. Ο εκπρόσωπος των φοιτητών και ο αναπληρωτής του αναδεικνύονται με μυστική ψηφοφορία με ηλεκτρονικά μέσα από το σύνολο των φοιτητών του Α.Ε.Ι., με ανάλογη εφαρμογή της διαδικασίας ανάδειξης εκπροσώπου των φοιτητών στη Σύγκλητο. Αν δεν αναδειχθεί ή απουσιάζει ο εκπρόσωπος των φοιτητών, το πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται, λειτουργεί, συνεδριάζει και λαμβάνει νομίμως αποφάσεις χωρίς τη συμμετοχή του. Χρέη γραμματέα εκτελεί μόνιμος διοικητικός υπάλληλος του Α.Ε.Ι., ο οποίος ορίζεται με την πράξη συγκρότησης.

5.

Η δίωξη και τιμωρία των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων.

Άρθρο 200

Πειθαρχική δίωξη και διαδικασία

1.

Η πειθαρχική δίωξη σε βάρος φοιτητή ασκείται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος ή από τον Κοσμήτορα της Σχολής σε περίπτωση Μονοτμηματικής Σχολής. Δύναται να ασκηθεί και από τον Πρύτανη ή τον αρμόδιο Αντιπρύτανη ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, αν λάβουν γνώση ή έχουν σοβαρές ενδείξεις για την τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και δεν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη από τον Πρόεδρο του Τμήματος ή τον Κοσμήτορα της Σχολής.

2.

Η πειθαρχική δίωξη φοιτητή αρχίζει είτε με την έγγραφη κλήση σε προηγούμενη ακρόαση (απολογία) του πειθαρχικώς διωκόμενου ενώπιον του αρμόδιου μονομελούς πειθαρχικού οργάνου είτε με την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο τον καλεί σε απολογία υποχρεωτικώς μετά την ολοκλήρωση της πειθαρχικής ανάκρισης. Η κλήση σε απολογία γίνεται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και παρατίθενται οι διατάξεις που το τυποποιούν, καθώς και οι ποινές που προβλέπονται γι’ αυτό. Στα ίδια έγγραφα γίνεται αναφορά και στο σχετικό αποδεικτικό υλικό, στο οποίο ο πειθαρχικώς διωκόμενος έχει πρόσβαση είτε με επισκόπησή του είτε με λήψη αντιγράφων. Η προθεσμία που τάσσεται για απολογία είναι εύλογη και, πάντως, δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δεκαπέντε (15) ημερών.

3.

Μετά από το πέρας της ανάκρισης και πριν από την έκδοση απόφασης, το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών καλεί εκ νέου τον φοιτητή σε ακρόαση, παρέχοντάς του εύλογο χρόνο, ο οποίος δεν δύναται να είναι μικρότερος των πέντε (5) ημερών, για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Ο φοιτητής έχει δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο και να προτείνει μάρτυρες υπεράσπισης. Αν ο φοιτητής δεν κατανοεί την ελληνική γλώσσα, λαμβάνεται μέριμνα για τη μετάφραση των σημαντικότερων εγγράφων της διαδικασίας σε γλώσσα που κατανοεί και για την παροχή σε αυτόν διερμηνέα.

4.

Δεύτερη πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας.

Άρθρο 201

Πειθαρχική ανάκριση και ανακριτικές πράξεις

1.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών διεξάγει υποχρεωτικά πειθαρχική ανάκριση. Κατ’ εξαίρεση, δεν είναι υποχρεωτική η ανάκριση όταν:

  • α) τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος

προκύπτουν από τον φάκελο κατά τρόπο αναμφισβήτητο,

  • β) ο φοιτητής ομολογεί με την απολογία του κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι διέπραξε το

πειθαρχικό παράπτωμα,

  • γ) έχει προηγηθεί ανάκριση ή προανάκριση σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α’

96) για ποινικό αδίκημα που αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα,

  • δ) έχει διενεργηθεί, πριν από την έκδοση του παραπεμπτηρίου εγγράφου, Ένορκη Διοικητική Εξέταση ή άλλη

ένορκη εξέταση, κατά την οποία διαπιστώθηκε διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο φοιτητή. Το ίδιο ισχύει όταν η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος προκύπτει από έκθεση δικαστικού οργάνου ή άλλου ελεγκτικού οργάνου της διοίκησης.

2.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών ζητά από τον Κοσμήτορα της Σχολής ή τον Πρόεδρο του Τμήματος, να ορίσει μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού για τη διεξαγωγή της πειθαρχικής ανάκρισης, η οποία περατώνεται εντός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Φοιτητών περί διεξαγωγής πειθαρχικής ανάκρισης. Εκείνος που διενεργεί την πειθαρχική ανάκριση, μπορεί να ζητήσει, με αιτιολογημένη αίτησή του, παράταση της προθεσμίας αυτής. Η παράταση αυτή δεν υπερβαίνει τον έναν (1) μήνα. Η πειθαρχική ανάκριση μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων παραπτωμάτων του ίδιου φοιτητή, εφόσον προκύπτουν επαρκή στοιχεία. Καθήκοντα γραμματέα εκτελεί υπάλληλος ο οποίος ορίζεται από εκείνον που διενεργεί την ανάκριση.

3.

Ανακριτικές πράξεις είναι:

  • α) η αυτοψία,
  • β) η εξέταση μαρτύρων,
  • γ) η πραγματογνωμοσύνη,
  • δ) η ανωμοτί εξέταση του διωκομένου.
4.

Για την ανακριτική πράξη συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από όσους συνέπραξαν. Αν κάποιος από τους μάρτυρες είναι αναλφάβητος ή αρνείται να υπογράψει ή βρίσκεται σε φυσική αδυναμία να υπογράψει, γίνεται σχετική μνεία στην έκθεση.

Άρθρο 202

Ένορκη Διοικητική Εξέταση Αν υφίστανται σοβαρές υπόνοιες ή σαφείς ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος, χωρίς όμως να είναι γνωστά τα πρόσωπα που ευθύνονται, ο Πρόεδρος του Τμήματος ή ο Κοσμήτορας σε περίπτωση Μονοτμηματικής Σχολής, παραγγέλλει Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.), ορίζοντας ταυτόχρονα το μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) που θα τη διεξαγάγει. Η Ε.Δ.Ε. αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και τον προσδιορισμό των προσώπων που ευθύνονται, καθώς και στη διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έχει τελεστεί. Για τον σκοπό αυτόν, ο διενεργών αυτή δύναται να αποφασίζει, πέραν της εξέτασης μαρτύρων, τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Η Ε.Δ.Ε. δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης και ολοκληρώνεται εντός ενός (1) μηνός από την παραγγελία της με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης του διενεργήσαντος. Η έκθεση υποβάλλεται, με όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, στον διατάξαντα τη διενέργεια της Ε.Δ.Ε.

Άρθρο 203

Αποφάσεις πειθαρχικών οργάνων και τρόπος λήψης τους

1.

Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. Σε κάθε άλλη περίπτωση η αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου συνεκτιμάται στην πειθαρχική διαδικασία.

2.

Κατά την επιλογή και επιμέτρηση της ποινής συνεκτιμώνται ιδίως: α) η βαρύτητα της πράξης, β) η μορφή και ο βαθμός της υπαιτιότητας, γ) οι συνθήκες τέλεσης, δ) η δράση βάσει οργανωμένου σχεδίου, ε) αν ο πειθαρχικά διωκόμενος διαδραμάτισε ρόλο ιθύνοντα ή συμμετόχου σε πράξη που τελέστηκε από περισσότερους του (1) ενός.

3.

Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι και τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν το πειθαρ

4.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Φοιτητών λαμβάνει αποφάσεις κατά πλειοψηφία. Αν πειθαρχική απόφαση περί ενοχής του διωκομένου έχει ληφθεί κατά πλειοψηφία, όλα τα μέλη του συμβουλίου ψηφίζουν για την ποινή που επιβάλλεται. Λευκή ψήφος ή αποχή από την ψηφοφορία δεν επιτρέπεται. Η ισοψηφία λειτουργεί υπέρ του διωκομένου.

Άρθρο 204

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών

1.

Με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 198, τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από τον χρόνο τέλεσής τους, εκτός αν αποτελούν και ποινικά αδικήματα, οπότε δεν παραγράφονται πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής που ισχύει για τα τελευταία, καθώς και όσο υπάρχει εκκρεμής διαδικασία ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Η κλήση σε προηγούμενη ακρόαση της παρ. 2 του άρθρου 200 ή η παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο διακόπτουν την παραγραφή. Αν υπάρξει διακοπή, η παραγραφή δεν δύναται να υπερβεί συνολικά τα επτά (7) έτη έως την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης.

2.

Η πειθαρχική δίωξη δεν αναστέλλεται λόγω εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, εκτός αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίσει διαφορετικά. Για όσο χρονικό διάστημα αναστέλλεται η πειθαρχική δίωξη, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, αναστέλλεται και η παραγραφή του παραπτώματος.

3.

Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τον παρόντα δεν εκτελούνται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών από τον χρόνο της αμετάκλητης επιβολής τους.

Άρθρο 205

Δικαστική προστασία Κατά της απόφασης με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή της παρ. 1 του άρθρου 198 πλην της περ. α), ο φοιτητής μπορεί να ασκήσει αίτηση ακύρωσης στο διοικητικό εφετείο του τόπου όπου εδρεύει το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Ε.Ι.).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΓ’

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 206

Οργανισμός

1.

Η οργάνωση και λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) καθορίζονται με τον Οργανισμό τους, ο οποίος καταρτίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Οικονομικών και Εσωτερικών, ύστερα από πρόταση του Συμβουλίου Διοίκησης και γνώμη της Συγκλήτου, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 20 του ν. 4622/2019 (Α’ 133).

2.

Με τον Οργανισμό του Α.Ε.Ι. ορίζονται:

  • α) η αποστολή του Α.Ε.Ι., όπως προκύπτει από το άρθρο 3 που διέπει τη σύσταση και τις αρμοδιότητες του

Α.Ε.Ι.,

  • β) η διάρθρωση των διοικητικών, οικονομικών και λοιπών υπηρεσιών του Α.Ε.Ι. σε οργανικές μονάδες, Γενικές

Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, Υποδιευθύνσεις, Τμήματα, αυτοτελή και μη, αυτοτελή Γραφεία και θεσμοθετημένα συλλογικά όργανα,

  • γ) η ονομασία και η έδρα των οργανικών μονάδων της

περ. β), καθώς και οι στρατηγικοί σκοποί των Γενικών Διευθύνσεων, οι επιχειρησιακοί στόχοι των Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων και οι αρμοδιότητες των Τμημάτων και λοιπών οργανικών μονάδων,

  • δ) το σύνολο των οργανικών θέσεων του προσωπικού,

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)