Νόμοι — ΦΕΚ A' 178/2007

Type Νόμος
Publication 2007-08-06
Τελευταία ενημέρωση 2007-08-01
State In force
Source ΦΕΚ
articles 88
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 178 1 Αυγούστου 2007

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘM. 3601

Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και λοιπές διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΣΚΟΠΟΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1

Σκοπός Με το νόμο αυτόν σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, υπ’ αριθμ. 2006/48/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30.6.2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30.6.2006).

Άρθρο 2

Ορισμοί Με την επιφύλαξη των ειδικών ορισμών που περιέχονται στα Κεφάλαια Ζ΄ και ΙΓ΄, κατά τον παρόντα νόμο νοούνται ως:

1.

Πιστωτικό ίδρυμα:

  • α) επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων

κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων για λογαριασμό της, ή

  • β) ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, κατά την έννοια

της παραγράφου 19 του παρόντος άρθρου.

2.

Άδεια λειτουργίας: Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος από την οποία απορρέει η δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος. Προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε άλλα κράτημέλη ή σε τρίτες χώρες η αντίστοιχη πράξη των αρμόδιων αρχών τους.

3.

Υποκατάστημα: Μονάδα εκμετάλλευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος, η οποία δεν έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και η οποία διενεργεί απευθείας όλες ή μερικές από τις πράξεις που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος.

4.

Αρχικό κεφάλαιο: Η αξία του καταβεβλημένου κεφαλαίου, με εξαίρεση την αξία των προνομιούχων μετοχών που παρέχουν δικαίωμα σωρευτικού μερίσματος για παρελθούσες χρήσεις, η διαφορά από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο και τα αποθεματικά πάσης φύσεως με εξαίρεση αυτά από αναπροσαρμογή στοιχείων του ενεργητικού.

5.

Ίδια κεφάλαια: Τα ίδια κεφάλαια, όπως εκάστοτε ορίζονται με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.

6.

Αρμόδιες αρχές: Οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες βάσει νόμου ή κανονιστικών διατάξεων να ασκούν την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

7.

Κράτος−μέλος: Κάθε κράτος−μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε άλλο κράτος που έχει κυρώσει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.).

8.

Κράτος−μέλος καταγωγής: Το κράτος−μέλος όπου έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα.

9.

Κράτος−μέλος υποδοχής: Το κράτος−μέλος όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο εδρεύει σε άλλο κράτοςμέλος, έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες.

10.

Τρίτες χώρες: Οι λοιπές, πέραν των κρατών−μελών, χώρες.

11.

Χρηματοδοτικό ίδρυμα: Επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα υπό στοιχεία β΄−ιβ΄, της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου.

12.

Έλεγχος: Η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής επιχείρησης προς θυγατρική κατά την έννοια του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, ή η παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης.

13.

Ειδική συμμετοχή: Η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή η άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής. Για το σκοπό της εφαρμογής του ορισμού «ειδική συμμετοχή» λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 10 του ν. 3556/2007. 3753 άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει.

15.

Θυγατρική επιχείρηση: Η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των διατάξεων του εδαφίου α΄ της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Κάθε θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.

16.

Στενοί δεσμοί: Η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται:

  • α) δια μέσου συμμετοχής, δηλαδή της άμεσης ή με

δεσμό ελέγχου κατοχής του 20% ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή

  • β) με δεσμό ελέγχου, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου, ή
  • γ) με μόνιμο τρόπο με το ίδιο πρόσωπο με δεσμό

ελέγχου, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του παρόντος άρθρου.

17.

Κίνδυνος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων: ο κίνδυνος ότι ένα εισπρακτέο ποσό θα μειωθεί με πίστωση μετρητών προς τον οφειλέτη ή πίστωση άλλου είδους προς αυτόν.

18.

Λειτουργικός κίνδυνος: ο κίνδυνος επέλευσης ζημιών οφειλόμενων είτε στην ανεπάρκεια ή στην αστοχία εσωτερικών διαδικασιών, φυσικών προσώπων και συστημάτων είτε σε εξωτερικά γεγονότα, ο οποίος περιλαμβάνει και το νομικό κίνδυνο.

19.

Ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος: Επιχείρηση, εκτός του πιστωτικού ιδρύματος της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η οποία εκδίδει μέσα πληρωμής υπό μορφή ηλεκτρονικού χρήματος.

20.

Ηλεκτρονικό χρήμα: Νομισματική αξία, η οποία αντιστοιχεί σε απαίτηση έναντι του εκδότη και η οποία επιπλέον:

  • α) είναι αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό υπόθεμα,
  • β) έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού, και
  • γ) γίνεται δεκτή ως μέσο πληρωμής από επιχειρήσεις

άλλες, εκτός από την εκδότρια.

21.

Κεντρικές τράπεζες: Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών−μελών και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.

α. Ο νόμος αυτός ρυθμίζει την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας, καθώς και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επίσης περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την εποπτεία της κεφαλαιακής επάρκειας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και με την άσκηση δραστηριότητας και την εποπτεία των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. β. Οι διατάξεις των άρθρων 34 έως 49 και 66 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, καθώς και στις μεικτές εταιρείες συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 33 (παράγραφοι 7 και 8) που εδρεύουν στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη−μέλη. γ. Για την εφαρμογή των αναφερόμενων στο εδάφιο β΄ της παρούσας παραγράφου διατάξεων ως χρηματοδοτικά ιδρύματα νοούνται και τα πιστωτικά ιδρύματα, εκτός των κεντρικών τραπεζών των κρατών−μελών, τα οποία εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

2.

Εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος νόμου η Τράπεζα της Ελλάδος και, πλην του άρθρου 88 του παρόντος νόμου, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

3.

Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 του παρόντος νόμου περί ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί από τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

Άρθρο 4

Απαγόρευση άσκησης δραστηριοτήτων από μη πιστωτικά ιδρύματα

1.

Απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα η κατ’ επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων χρημάτων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό.

2.

α. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας, απαγορεύεται επίσης η κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, εφόσον δεν έχει παρασχεθεί προς το σκοπό αυτόν ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι όροι για τη χορήγηση άδειας για την κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. β. Η απαγόρευση του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου δεν καταλαμβάνει τη χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων με οποιονδήποτε τρόπο (περιλαμβανομένης της εκδόσεως πιστωτικών καρτών), εφόσον πρόκειται είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων μεταξύ επιχειρήσεων συνδεδεμένων, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, είτε περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από επιχειρήσεις προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών που διατίθενται από την ίδια την παρέχουσα την πίστωση ή το δάνειο επιχείρηση.

3.

Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει:

  • α) για την έκδοση τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο ή

από νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και

  • β) για τη λήψη μετρητών ή επιστρεπτέων κεφαλαίων

από επιχειρήσεις που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά την άσκηση της κύριας επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας που τους έχει παρασχεθεί, με βάση τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας.

4.

Για το ύψος του επιτοκίου και τον εν γένει εκτοκισμό, καθώς και τις λοιπές επιβαρύνσεις των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούνται από τις επιχειρήσεις παροχής πιστώσεων ή από άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην άδεια λειτουργίας που τους έχει χορηγηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από επιχειρήσεις, που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών με βάση το ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄/ 12.10.2000), όπως ισχύει, εφαρμόζεται η ισχύουσα για τα πιστωτικά ιδρύματα νομοθεσία. στωτικά ιδρύματα. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει αναφορικά με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που εξαιρούνται από διατάξεις του παρόντος νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 58 του παρόντος νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΥΤΗΣ

Άρθρο 5

Όροι και προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία πιστωτικού ιδρύματος

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να ιδρύονται και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας ή με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α΄), όπως ισχύει.

2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που ιδρύονται και λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να έχουν και την πραγματική κεντρική διοίκησή τους στην Ελλάδα.

3.

Ο πιστωτικός συνεταιρισμός που λαμβάνει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, συναλλάσσεται με τα μέλη του, με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με το Ελληνικό Δημόσιο. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή τυχόν θέτει κατά περίπτωση, ο συνεταιρισμός μπορεί να συναλλάσσεται και με μη μέλη του μέχρι ποσού που σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει ποσοστό 50% επί των χορηγήσεών του ή των καταθέσεών του. Κατόπιν έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος και υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αυτή τυχόν θέτει, στον ανωτέρω περιορισμό δεν υπόκεινται οι συναλλαγές: i) οποιασδήποτε φύσεως όταν συμμετέχει και μέλος του συνεταιρισμού, καθώς και ii) αυτές που αφορούν δευτερεύουσες τραπεζικές εργασίες διαμεσολαβητικού χαρακτήρα.

4.

Απαιτείται η κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ίσου τουλάχιστον με τα ακόλουθα ποσά, για τη χορήγηση, κατά περίπτωση, από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας:

  • α) πιστωτικού ιδρύματος, με το ποσό των δεκαοκτώ

εκατομμυρίων (18.000.000) ευρώ,

  • β) υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος που

εδρεύει σε τρίτη χώρα, με το ποσό των εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) ευρώ,

  • γ) πιστωτικού ιδρύματος, σε πιστωτικό συνεταιρισμό,

με το ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) ευρώ.

5.

Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου όρια μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε ποσά όχι μικρότερα των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ.

6.

α. Σε περίπτωση που το αρχικό κεφάλαιο δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά, η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζει, με απόφασή της, κατά περίπτωση, τα λοιπά στοιχεία με τα οποία μπορεί αυτό να καλύπτεται και καθορίζει την απαιτούμενη αναλογία των μετρητών προς τα εν λόγω στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα κριτήρια για την επάρκεια της ρευστότητας και τη φερεγγυότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων. β. Ειδικότερα στην περίπτωση μετατροπής λειτουργούντος νομικού προσώπου σε πιστωτικό ίδρυμα, ποσοστό τουλάχιστον 80% του ενεργητικού του υπό μετατροπή νομικού προσώπου θα πρέπει να είναι συνολικά τοποθετημένο σε μετρητά, καταθέσεις, τίτλους διαπραγματεύσιμους σε οργανωμένες αγορές και βραχυπρόθεσμα δάνεια ή λοιπές πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί με τραπεζικά κριτήρια.

7.

Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος πρέπει καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του να μην είναι κατώτερο του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

8.

Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με απόφασή της την προθεσμία εντός της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν:

  • α) να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαιά τους προς

το εκάστοτε απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο,

  • β) να επαναφέρουν τα ίδια κεφάλαιά τους, σε περίπτωση μείωσής τους, στο ύψος του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου.

Η ανωτέρω προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες στην περίπτωση α΄ και τους δώδεκα (12) μήνες στην περίπτωση β΄ της παρούσας παραγράφου.

9.

Προκειμένου περί αύξησης των ιδίων κεφαλαίων λειτουργούντων πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει ειδικούς όρους για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.

10.

Για τη λήψη άδειας λειτουργίας, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, οι ενδιαφερόμενοι προβαίνουν στις ακόλουθες ενέργειες: α. Υποβάλλουν σχετική αίτηση και, πριν από τη χορήγηση της άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, προβαίνουν στην κάλυψη του αρχικού κεφαλαίου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ίδρυση πολυμετοχικού πιστωτικού ιδρύματος, την αίτηση υποβάλλει δεόντως εξουσιοδοτημένη ιδρυτική επιτροπή, η οποία τηρεί τις ισχύουσες διατάξεις περί προσέλκυσης κεφαλαίων από επενδυτές και διαλύεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας σύστασης του νομικού προσώπου του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να ζητά την κατάθεση, σε εύλογη προθεσμία από την υποβολή της αίτησης, ισόποσης με το μετοχικό κεφάλαιο του υπό ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος εγγυητικής επιστολής πιστωτικού ιδρύματος, που υπόκειται σε καθεστώς εποπτείας ισοδύναμο με το προβλεπόμενο στον παρόντα νόμο, η οποία θα καταπίπτει υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος, σε πίστωση λογαριασμού για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου του υπό ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος σε περίπτωση που δεν καλυφθεί το μετοχικό κεφάλαιο μέχρι και την ημερομηνία κοινοποίησης της εγκριτικής απόφασης. Η εγγυητική επιστολή καλύπτει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου του υπό ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ιδρυτών − μετόχων του, και επιστρέφεται ή μετά την κατά τα προαναφερθέντα κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου ή μετά την κοινοποίηση της τυχόν απορριπτικής απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος. i) των μετόχων, φυσικών ή νομικών προσώπων, που θα κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ποσοστό συμμετοχής ή δικαιωμάτων ψήφου ίσο ή ανώτερο του 5% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και το ποσοστό της συμμετοχής αυτής, ii) των δέκα μεγαλύτερων μετόχων και το ποσοστό συμμετοχής ή των δικαιωμάτων ψήφου εκάστου στο πιστωτικό ίδρυμα και iii) των φυσικών προσώπων που αν και δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα των παραπάνω περιπτώσεων (i) και (ii) ασκούν, μέσω γραπτών ή άλλων συμφωνιών ή μέσω κοινής δράσης, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος. γ. Γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος: i) τα πρόσωπα που θα είναι υπεύθυνα για τον καθορισμό του προσανατολισμού της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία θα συμμετέχουν, ως μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος. Η ύπαρξη δύο, τουλάχιστον, προσώπων επιφορτισμένων με τις αρμοδιότητες αυτές αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας και για τη συνέχιση της λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος. ii) τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και iii) τους επικεφαλής των λειτουργιών του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις ισχύουσες αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος περί των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων. δ. Υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος πρόγραμμα επιχειρηματικής δραστηριότητας στο οποίο αναφέρονται ιδίως το είδος και η έκταση των εργασιών, το χρονοδιάγραμμα επίτευξης των στόχων του πιστωτικού ιδρύματος, η διάρθρωση του ομίλου στον οποίο τυχόν ανήκει το πιστωτικό ίδρυμα, καθώς και το πλαίσιο της οργανωτικής του δομής, του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου, περιλαμβανομένων των λειτουργιών της Εσωτερικής Επιθεώρησης, Διαχείρισης Κινδύνων και Κανονιστικής Συμμόρφωσης, και των διαδικασιών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με το άρθρο 26 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα προτίθεται να παρέχει και επενδυτικές υπηρεσίες πρέπει να καλύπτονται και οι εκάστοτε προβλεπόμενες υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα.

11.

Πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, αλλά και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται επίσης, για την επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας:

  • α) να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και την προέλευση των χρηματικών μέσων των:
i)

φυσικών ή νομικών προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, συμμετοχή ή δικαιώματα ψήφου σε ποσοστό ανώτερο του 1% στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος, ii) φυσικών προσώπων που εμπίπτουν στην περίπτωση (iii) του εδαφίου β΄ της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου ή που ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα νομικά πρόσωπα, τα οποία εμπίπτουν στις περιπτώσεις (i) και (ii) του εν λόγω εδαφίου, iii) των προσώπων του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου·

  • β) να επιβάλλει στα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων (i) και (ii) του εδαφίου β΄ της παραγράφου 10 του

παρόντος νόμου και της περίπτωσης (i) του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου την υποχρέωση να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου·

  • γ) να απαιτεί, όπως συγκεκριμένα ποσοστά του συνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα

ψήφου ανήκουν σε ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα, που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισης της Τράπεζας της Ελλάδος·

  • δ) να απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα να της παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να βεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσεις που

προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας με βάση τον παρόντα νόμο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγηση της άδειας αυτής.

12.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να καθορίζει για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων:

  • α) τα αναγκαία δικαιολογητικά και στοιχεία, καθώς

και τις λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου,

  • β) τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους ως προς

τις δραστηριότητες ή τα καθήκοντα που τυχόν ανατίθενται σε σχέση με τη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος στα φυσικά πρόσωπα, που αναφέρονται στα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 10 και στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 11 του παρόντος άρθρου για την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντων ή επιρροών, που αποβαίνουν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,

  • γ) τους ειδικότερους περιορισμούς και όρους για τις

δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος,

  • δ) τα κριτήρια βάσει των οποίων θεωρείται ότι φυσικά

και νομικά πρόσωπα διατηρούν ειδική σχέση, άμεσα ή έμμεσα, με το πιστωτικό ίδρυμα,

  • ε) κατά παρέκκλιση από τις γενικώς ισχύουσες περί

ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, τις διαδικασίες, τα ανώτατα όρια και τους λοιπούς όρους των πάσης φύσεως δανείων, λοιπών πιστώσεων, εγγυήσεων, καθώς και συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων, στα πρόσωπα του εδαφίου δ΄ της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συναλλαγές δεν διενεργούνται με προνομιακούς όρους σε σχέση με τους γενικούς όρους που το πιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει ή με τρόπο που μπορεί να αποβεί σε βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος και

  • στ) την υποχρέωση υποβολής αίτησης εισαγωγής

των μετοχών του πιστωτικού ιδρύματος σε οργανωμένη αγορά, για τη διασφάλιση μεγαλύτερης διασποράς, εντός προθεσμίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή το ελάχιστο διάστημα που απαιτείται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης εισαγωγής μετοχών των επιχειρήσεων σε οργανωμένη αγορά.

13.

α. Πριν από την οριστική της απόφαση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, η Τράπεζα της Ελλάδος διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους−μέλους, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων ή πρόκειται να ιδρυθεί είναι: i) θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αντίστοιχα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος−μέλος ή ii) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αντίστοιχα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος−μέλος ή iii) ελεγχόμενο από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα ή ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αντίστοιχα, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος−μέλος. β. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο εδάφιο α΄ της παρούσας παραγράφου διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν αξιολογούν την ποιότητα των μετόχων, καθώς και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης επιχείρησης του ίδιου ομίλου. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν οποιαδήποτε σημαντική πληροφορία σχετικά με την ποιότητα των μετόχων και την εντιμότητα και ικανότητα των διευθυντικών στελεχών, που είναι σχετική με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, καθώς και με τον έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας των επιχειρήσεων του ομίλου.

14.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 24, σε περίπτωση που οι μέτοχοι είναι νομικά πρόσωπα, οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης αφορούν τα φυσικά πρόσωπα που ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα. Για το σκοπό υπολογισμού της σχετικής συμμετοχής λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 10 του ν. 3556/2007.

Άρθρο 6

Χρήση του όρου «τράπεζα»

1.

Η χρήση του όρου «τράπεζα» ή οποιασδήποτε ξενόγλωσσης απόδοσής του στην επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο επιχείρησης επιτρέπεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα, εκτός εάν το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης, όπως αυτή προκύπτει από το καταστατικό της και όπως πρέπει παράλληλα να υποδηλώνεται στην επωνυμία και στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησης, αποκλείει τον κίνδυνο σύγχυσης του κοινού.

2.

Οι αμιγείς πιστωτικοί συνεταιρισμοί, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως πιστωτικά ιδρύματα, δύνανται να χρησιμοποιούν στην επωνυμία τους τον όρο «Συνεταιριστική Τράπεζα».

3.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος δύνανται να χρησιμοποιούν, για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στην Ελλάδα, την ίδια επωνυμία και τον ίδιο διακριτικό τίτλο, που χρησιμοποιούν στο κράτος καταγωγής τους. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαιτεί την προσθήκη στην επωνυμία ή στο διακριτικό τίτλο μιας επεξηγήσεως σε περίπτωση ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης.

Άρθρο 7

Λόγοι άρνησης χορήγησης άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος από την Τράπεζα της Ελλάδος

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, εάν:

  • α) κρίνει ότι τα πρόσωπα, που αναφέρονται στο εδάφιο

β΄, στα στοιχεία (i) και (ii) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10, καθώς και στα στοιχεία (i) και (ii) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, δεν είναι αξιόπιστα ή εν γένει κατάλληλα να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και την αποτροπή ή ελαχιστοποίηση καταστάσεων σημαντικής σύγκρουσης συμφερόντων ή επιρροών, που αποβαίνουν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος,

  • β) κρίνει ειδικότερα ότι τα πρόσωπα, που αναφέρονται

στα στοιχεία (i) και (ii) του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, και το Διοικητικό Συμβούλιο, ως σύνολο, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους κατάρτιση και εμπειρία, όπως η εμπειρία αυτή προκύπτει από προϋπηρεσία τους σε θέσεις ανάλογης ευθύνης, κατά προτίμηση σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα,

  • γ) διατηρεί αμφιβολίες για τη νομιμότητα προέλευσης,

την αληθή κυριότητα ή για την επάρκεια των οικονομικών πόρων των μετόχων του εδαφίου β΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, και των φυσικών προσώπων που ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχεία (i) και (ii) του ίδιου εδαφίου,

  • δ) κρίνει ότι η διάρθρωση του ομίλου των επιχειρήσεων που συνδέονται με το πιστωτικό ίδρυμα, κατά την

έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, δεν είναι ικανοποιητικά διαφανής, ώστε να διασφαλίζει την απρόσκοπτη άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων,

  • ε) δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις

του άρθρου 5 του παρόντος νόμου,

  • στ) κρίνει ότι στενοί δεσμοί μεταξύ ενός υπό ίδρυση

πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της Τράπεζας της Ελλάδος στον τομέα της εποπτείας.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να εγκρίνει ή να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας λειτουργίας εντός εξαμήνου από τη λήψη της αίτησης ή, εάν αυτή δεν είναι πλήρης, εντός εξαμήνου από τη διαβίβαση υπό του αιτούντος των απαιτούμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος πληροφοριών. Απόφαση πάντως εκδίδεται εντός έτους από τη λήψη της αίτησης. Η απόφαση για την άρνηση χορήγησης άδειας λειτουργίας αιτιολογείται και κοινοποιείται στον αιτούντα. Η παράλειψη της Τράπεζας της Ελλάδος να χορηγήσει άδεια λειτουργίας εντός της ανωτέρω προθεσμίας ισοδυναμεί με άρνηση χορήγησής της.

Άρθρο 8

Ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) Το πιστωτικό ίδρυμα:

(i) δεν κάνει χρήση της άδειας μέσα σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη χορήγησή της, εκτός αν η άδεια παρέχει μεγαλύτερη προθεσμία, χρονική περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών, (iv) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του, (v) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, (vi) παραβαίνει διατάξεις νόμων σχετικών με την εποπτεία ή την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, σε βαθμό που είναι δυνατόν να τίθενται σε διακινδύνευση η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει η επίτευξη των στόχων της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας.

  • β) Η άδεια λειτουργίας έχει χορηγηθεί με βάση ψευδείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές δηλώσεις.
  • γ) Το πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια, δεν προσφέρει τα εχέγγυα ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως δεν διασφαλίζει

τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι πιστωτές του.

  • δ) Δεν πληρούνται οι όροι υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας.
  • ε) Δημιουργούνται καταστάσεις που αναφέρονται στο

εδάφιο στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου ή η διάρθρωση του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανακαλεί επίσης την άδεια πιστωτικού ιδρύματος στις περιπτώσεις που προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος αιτιολογεί και κοινοποιεί στους ενδιαφερόμενους και στις αρμόδιες αρχές των κρατών, όπου το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί υποκαταστήματα, την απόφασή της για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος.

Άρθρο 9

Υποβολή αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 10

Ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τραπεζών και του Συμβουλίου

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για:

  • α) κάθε χορηγούμενη άδεια λειτουργίας πιστωτικού

ιδρύματος,

  • β) κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας πιστωτικού

ιδρύματος,

  • γ) το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν

απορριπτικές αποφάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος νόμου ή των περιπτώσεων στις οποίες ελήφθησαν μέτρα ή κυρώσεις, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 65 του παρόντος νόμου,

  • δ) τη χρήση των διακριτικών ευχερειών, κατά τα προβλεπόμενα στις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα των

πιστωτικών ιδρυμάτων.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει επίσης:

  • α) την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών για όλες τις

άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων που χορηγούνται σε πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα και

  • β) το Συμβούλιο για τις διαδικασίες που αποσκοπούν

στην αποτροπή των πιστωτικών ιδρυμάτων από την υπέρβαση, μέσω εικονικών συναλλαγών, των ισχυόντων, με βάση αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ορίων για τα μεγάλα χρηματοδοτικά τους ανοίγματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

|ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ – ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ – ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 11

Δραστηριότητες πιστωτικών ιδρυμάτων

1.

Ο κατάλογος δραστηριοτήτων για την εφαρμογή των άρθρων 12 έως 20 του παρόντος νόμου έχει ως εξής: α. αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων· β. χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων συμπεριλαμβανομένων και των πράξεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων· γ. χρηματοδοτική μίσθωση (leasing)· δ. πράξεις διενέργειας πληρωμών, περιλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων· ε. έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής (πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών)· στ. εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων· ζ. συναλλαγές για λογαριασμό του ίδιου του ιδρύματος ή της πελατείας του, που αφορούν: i. μέσα χρηματαγοράς (αξιόγραφα, πιστοποιητικά καταθέσεων κ.λπ.), ii. συνάλλαγμα, iii. προθεσμιακά συμβόλαια χρηματοπιστωτικών τίτλων ή χρηματοπιστωτικά δικαιώματα, iv. συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων και συναλλάγματος, v. κινητές αξίες. η. συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών περιλαμβανομένων ειδικότερα και των υπηρεσιών αναδόχου εκδόσεων τίτλων· θ. παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα παροχής συμβουλών, καθώς και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της εξαγοράς επιχειρήσεων· ι. διαμεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές· ια. διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου· ιβ. φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών· ιγ. συλλογή και επεξεργασία εμπορικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων και των υπηρεσιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας πελατών· ιδ. εκμίσθωση θυρίδων· ιε. έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος· ιστ. οι δραστηριότητες, πέραν των προαναφερθεισών, που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει. δραστηριότητες, να επιτρέπει σε πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον καλύπτονται οι σχετικοί κίνδυνοι, την άσκηση και λοιπών χρηματοπιστωτικών ή δευτερευουσών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται για το σκοπό αυτόν να καθορίζει, γενικώς ή κατά περίπτωση, και άλλα κριτήρια, καθώς και ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις.

Άρθρο 12

Ίδρυση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη−μέλη από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα

1.

Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου σε άλλα κράτη−μέλη, μέσω υποκαταστήματος, εφόσον αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του και τηρείται η διαδικασία των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.

2.

Το πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος−μέλος προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει:

  • α) το κράτος−μέλος στο οποίο πρόκειται να ιδρυθεί

το υποκατάστημα,

  • β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται ιδίως το είδος των εργασιών τις οποίες προτίθεται να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική

του δομή που καλύπτει και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων,

  • γ) τη διεύθυνση του υποκαταστήματος στο κράτοςμέλος υποδοχής, στην οποία μπορεί να ζητούνται έγγραφα στοιχεία,
  • δ) τα ονόματα των υπευθύνων για τη διεύθυνση του

υποκαταστήματος.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μέσα σε τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση των πληροφοριών και των στοιχείων της προηγούμενης παραγράφου τα κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί, επίσης, στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους υποδοχής το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος.

5.

Εάν η Τράπεζα της Ελλάδος έχει λόγους να αμφιβάλλει ως προς την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος που σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος−μέλος, είτε περιορίζει τις προτεινόμενες δραστηριότητες του εν λόγω υποκαταστήματος είτε αρνείται να κοινοποιήσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής τις πληροφορίες των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου και γνωστοποιεί τους λόγους στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου. Η παράλειψη απάντησης εντός της προθεσμίας αυτής ισοδυναμεί με άρνηση.

6.

Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να κοινοποιήσει εγγράφως τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν γίνει η μεταβολή αυτή, έτσι ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να μπορεί να ενεργήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

7.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και η εν γένει διαδικασία για την ίδρυση νέων υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από τα πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από αυτή.

Άρθρο 13

Ίδρυση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη

1.

Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος−μέλος, μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητες που προβλέπονται στην παραγράφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου μέσω υποκαταστήματος στην Ελλάδα, εφόσον οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος−μέλος καταγωγής και υπό την προϋπόθεση της κοινοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους καταγωγής όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, καθώς και αναλυτικών πληροφοριών ως προς το σύστημα εγγύησης καταθέσεων που λειτουργεί στο κράτος−μέλος καταγωγής. Μέχρι την εναρμόνιση των σχετικών διατάξεων σε κοινοτικό επίπεδο η προϋπόθεση της κοινοποίησης πληροφοριών ως προς το σύστημα εγγύησης καταθέσεων ισχύει για τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, μόνον εφόσον υπάρχει σχετική κάλυψη στο κράτος−μέλος καταγωγής τους. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, περισσότερες της μιας μονάδες εκμετάλλευσης, που λειτουργούν στην Ελλάδα, θεωρούνται ως ένα μόνον υποκατάστημα.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης της προηγούμενης παραγράφου, οργανώνει την εποπτεία του υποκαταστήματος σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στα άρθρα 21 και 65 του παρόντος νόμου και, αν το κρίνει αναγκαίο, κοινοποιεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι δραστηριότητες του υποκαταστήματος αυτού πρέπει να ασκούνται στην Ελλάδα για λόγους δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος νόμου.

3.

Το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μόλις λάβει σχετική κοινοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ή, σε περίπτωση μη απάντησης εκ μέρους της, μόλις λήξει η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

4.

Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου ή που αφορούν τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το πιστωτικό ίδρυμα κοινοποιεί εγγράφως αυτήν τη μεταβολή στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν την επέλευσή της, άρθρου.

Άρθρο 14

Παροχή υπηρεσιών, με ή χωρίς εγκατάσταση, σε τρίτες χώρες από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα − Παροχή υπηρεσιών, με ή χωρίς εγκατάσταση, στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτες χώρες

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει για τη χορήγηση άδειας σε πιστωτικά ιδρύματα, που εδρεύουν στην Ελλάδα, προκειμένου να ιδρύσουν υποκατάστημα σε τρίτες χώρες.

2.

Για την ίδρυση και λειτουργία στην Ελλάδα υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα, η άδεια χορηγείται από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 38 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Πριν από την έναρξη λειτουργίας του πρώτου υποκαταστήματος υφίσταται προικώο κεφάλαιο, σύμφωνα

με την περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5, που θα επέχει θέση ιδίων κεφαλαίων για τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος στην Ελλάδα. Τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων του υποκαταστήματος καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.

  • β) Το πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει τα στοιχεία και

τις πληροφορίες που ζητούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου αυτή να διαμορφώσει σαφή εικόνα για τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο άσκησης της εποπτικής της αρμοδιότητας.

3.

Για την ίδρυση στην Ελλάδα περισσότερων υποκαταστημάτων πιστωτικού ιδρύματος που εδρεύει σε τρίτη χώρα εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες όταν δεν εκπληρώνονται πλέον οι όροι της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια αυτή, ή συντρέχει οποιοσδήποτε από τους όρους των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου και ιδιαίτερα όταν έχει ανακληθεί η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας.

5.

α) Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παρέχει σε τρίτη χώρα, χωρίς εγκατάσταση, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή στην Τράπεζα της Ελλάδος.

  • β) Για την παροχή από πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει

σε τρίτη χώρα, μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου στην Ελλάδα, χωρίς εγκατάσταση, απαιτείται προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος με την οποία καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις άσκησης της δραστηριότητας, λαμβανομένου υπόψη του ισχύοντος καθεστώτος εποπτείας στη τρίτη χώρα. Η εν λόγω άδεια χορηγείται, με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας, υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 38 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

6.

Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να είναι ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν και λειτουργούν σε άλλο κράτος−μέλος και ασκούν δραστηριότητα με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα.

7.

Η κατά το άρθρο αυτό άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 16 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 15

Παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο κράτος−μέλος − Παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση σε άλλο κράτος−μέλος από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα

1.

Πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει στην Ελλάδα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες για πρώτη φορά σε άλλο κράτος−μέλος χωρίς να εγκατασταθεί σε αυτό, γνωστοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος εκείνες από τις δραστηριότητες, που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, τις οποίες προτίθεται να ασκήσει.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την παραλαβή της.

3.

Για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους−μέλους για πρώτη φορά πρέπει προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος η αντίστοιχη γνωστοποίηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

4.

Η κατά το παρόν άρθρο άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα επιτρέπεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 16 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 16

Λόγοι δημοσίου συμφέροντος

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη ή σε τρίτες χώρες και ασκούν δραστηριότητες του καταλόγου της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, είτε μέσω υποκαταστημάτων είτε μέσω παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητες αυτές με τον ίδιο τρόπο που τις ασκούν στη χώρα καταγωγής τους, εφόσον δεν παραβιάζουν τις διατάξεις, οι οποίες, στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί πιστωτικών ιδρυμάτων, κεφαλαιαγοράς και προστασίας του καταναλωτή, αποβλέπουν στην προστασία των επενδυτών και καταναλωτών τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος.

2.

Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα επιτρέπεται να διαφημίζουν τις παρεχόμενες από αυτά υπηρεσίες, υποκείμενα στις ισχύουσες στην Ελλάδα διατάξεις, που διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της 01001780108070044

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της για τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών και των όρων συναλλαγών των εποπτευόμενων από αυτήν προσώπων, μπορεί να απαιτεί την προσαρμογή του περιεχομένου των διαφημίσεών τους.

Άρθρο 17

Ίδρυση Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με αποφάσεις της τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, καθώς και τα της ανάκλησης της άδειάς τους, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα για την ίδρυση και λειτουργία υποκαταστημάτων.

Άρθρο 18

Παροχή υπηρεσιών, με ή χωρίς εγκατάσταση, στην Ελλάδα από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο κράτος−μέλος και είναι θυγατρικές επιχειρήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων

1.

Χρηματοδοτικό ίδρυμα, που εδρεύει σε άλλο κράτος−μέλος και είναι θυγατρική ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων, επιτρέπεται να ασκεί στην Ελλάδα οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες του καταλόγου των στοιχείων β΄ έως ιβ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 16, 21 παρ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 65 του παρόντος νόμου, εφόσον το καταστατικό του επιτρέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών και επιπλέον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • α) Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις

έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος−μέλος στο οποίο εδρεύει το χρηματοδοτικό ίδρυμα.

  • β) Οι ανωτέρω δραστηριότητες ασκούνται ήδη από το

χρηματοδοτικό ίδρυμα στο εν λόγω κράτος−μέλος.

  • γ) Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις

κατέχουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μετοχών ή μεριδίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος.

  • δ) Η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις,

μετά από προηγούμενη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του κράτους−μέλους καταγωγής, δηλώνουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα.

  • ε) Το χρηματοδοτικό ίδρυμα υπάγεται, ιδίως ως

προς τις δραστηριότητες του παρόντος άρθρου, στο καθεστώς εποπτείας σε ενοποιημένη βάση στο οποίο υπόκειται η μητρική του επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές επιχειρήσεις, με βάση τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους−μέλους καταγωγής, ιδίως σε σχέση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και με τον περιορισμό των ειδικών συμμετοχών σε επιχειρήσεις, κατά τα προβλεπόμενα από την κοινοτική νομοθεσία.

2.

α) Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να επαληθεύεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους καταγωγής, οι οποίες χορηγούν στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό που πρέπει να επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ενημερώνουν επίσης την Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τη διαδικασία του άρθρου 13 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, για την παύση της ισχύος οποιασδήποτε από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για το ύψος των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ιδρύματος που είναι μητρική ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μητρικές του επιχειρήσεις.

  • β) Στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιαδήποτε

από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η δυνατότητα και οι όροι υπό τους οποίους το χρηματοδοτικό ίδρυμα θα συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του καθορίζονται σύμφωνα με την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία.

3.

Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και στις θυγατρικές επιχειρήσεις ενός χρηματοδοτικού ιδρύματος, εφόσον αυτές οι θυγατρικές είναι επίσης χρηματοδοτικά ιδρύματα.

Άρθρο 19

Παροχή υπηρεσιών, με ή χωρίς εγκατάσταση, σε άλλα κράτη−μέλη από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα

1.

Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα και εποπτεύονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, από την Τράπεζα της Ελλάδος ιδίως όσον αφορά την τήρηση ελάχιστου ύψους ιδίων κεφαλαίων άνω του ποσού των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ, την απόκτηση «ειδικών συμμετοχών» στο κεφάλαιό τους, την υιοθέτηση άρτιου και αποτελεσματικού πλαισίου διακυβέρνησης, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα για τα πιστωτικά ιδρύματα, με βάση τον παρόντα νόμο, επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητές τους σε άλλο κράτος−μέλος είτε μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος είτε με τη μορφή παροχής υπηρεσιών, εφόσον:

  • α) Συντρέχουν, εφαρμοζομένων αναλόγως των σχετικών διατάξεων, οι ειδικότερες προϋποθέσεις της

παραγράφου 1 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου. Ειδικότερα για την ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του εδαφίου δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του παρόντος νόμου απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάληψη από τα πιστωτικά ιδρύματα, που αποτελούν τη μητρική ή τις μητρικές επιχειρήσεις του χρηματοδοτικού ιδρύματος, της ευθύνης για την κάλυψη του συνόλου των υποχρεώσεων που αυτό αναλαμβάνει.

  • β) Τα χρηματοδοτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην

Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου, προκειμένου περί εγκατάστασης μέσω υποκαταστήματος ή το είδος της δραστηριότητας που προτίθενται να ασκήσουν για πρώτη φορά, στο συγκεκριμένο κράτος − μέλος, προκειμένου περί παροχής υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση. ΦΕΚ 179 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3761 του παρόντος άρθρου και χορηγεί στα χρηματοδοτικά ιδρύματα πιστοποιητικό, στο οποίο επισυνάπτονται: (i) οι πληροφορίες του εδαφίου β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και (ii) η κοινοποίηση του ύψους των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων και ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων του πιστωτικού ή των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι η μητρική ή οι μητρικές του επιχειρήσεις. Όσον αφορά τη γνωστοποίηση της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος στο χρηματοδοτικό ίδρυμα, τη διαδικασία εγκατάστασης και τη μεταβολή των πληροφοριών του εδαφίου β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3, 5 και 6 του άρθρου 12 και της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου.

3.

Στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους ή των κρατών−μελών, στα οποία το χρηματοδοτικό ίδρυμα ασκεί τις δραστηριότητές του και η δραστηριότητα που ασκεί υπόκειται στο εξής στη νομοθεσία του κράτουςμέλους υποδοχής.

4.

Για την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 22, 25 παρ. 1 και 60 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 20

Παροχή υπηρεσιών, με ή χωρίς εγκατάσταση, στην Ελλάδα ή την αλλοδαπή από χρηματοδοτικά ιδρύματα που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του παρόντος νόμου

1.

Χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος−μέλος, αλλά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18 του παρόντος νόμου, επιτρέπεται να παρέχουν στην Ελλάδα τις υπηρεσίες των στοιχείων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος ή χωρίς εγκατάσταση μετά από άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται:

  • α) να καθορίζει, κατά περίπτωση, τα απαιτούμενα

στοιχεία, τους όρους και προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένου του ελάχιστου ύψους του ποσού που θα επέχει θέση ιδίων κεφαλαίων για την εγκατάσταση του χρηματοδοτικού ιδρύματος στην Ελλάδα,

  • β) να καθορίζει ειδικότερους εποπτικούς κανόνες ή

προϋποθέσεις, κατά περίπτωση, για την άσκηση της δραστηριότητάς του στην Ελλάδα λαμβανομένου υπόψη του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου στη χώρα έδρας,

  • γ) να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας και να λαμβάνει

μέτρα ή να επιβάλλει κυρώσεις, αντιστοίχως, προς τα ισχύοντα για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα.

3.

Κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί σε αυτήν εκείνες από τις δραστηριότητες των στοιχείων β΄ έως στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του παρόντος νόμου, που προτίθεται να παρέχει με ή χωρίς εγκατάσταση σε τρίτη χώρα. Για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά δεν εμπίπτουν στο άρθρο 19 του παρόντος νόμου η εν λόγω υποχρέωση γνωστοποίησης ισχύει και για την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος−μέλος.

4.

Κάθε άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό χορηγείται με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και υπό την επιφύλαξη των συμφωνιών που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την παράγραφο 3 του άρθρου 38 της Οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

5.

Το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες δεν θα είναι σε καμία περίπτωση ευνοϊκότερο από το αντίστοιχο των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε κράτος−μέλος και ασκούν δραστηριότητα με ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα.

6.

Για την άσκηση δραστηριοτήτων στην Ελλάδα ισχύουν αναλόγως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 21

Αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος για την άσκηση εποπτείας ως αρμόδιας αρχής της χώρας υποδοχής

1.

α) Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τη ρευστότητα των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών αυτών, καθώς και των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες.

  • β) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει για

το σκοπό της παρούσας παραγράφου κανόνες γενικής εφαρμογής, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά δεν προβλέπουν άνιση ή περιοριστική μεταχείριση σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη και λειτουργούν στην Ελλάδα.

  • γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αίρει, κατά περίπτωση, την υποχρέωση τήρησης ορισμένων ή όλων των

προαναφερθέντων κανόνων, προκειμένου περί υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη ή σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεσμεύεται έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος ότι θα καλύπτει διαρκώς με ισοδύναμο τρόπο τις ανάγκες ρευστότητας των υποκαταστημάτων του στην Ελλάδα.

2.

Για την άσκηση των πιο πάνω αρμοδιοτήτων της, η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα υποκαταστήματα στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη ή τρίτες χώρες τις ίδιες πληροφορίες και τα ίδια στοιχεία με αυτά που απαιτεί για το σκοπό αυτόν από τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα. Επίσης για στατιστικούς σκοπούς η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαιτεί την υποβολή περιοδικών εκθέσεων για τις πράξεις που πραγματοποιούν στην Ελλάδα τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη ή τρίτες χώρες. κρατών − μελών − Επιτόπιοι έλεγχοι

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών όπου εδρεύουν πιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται στην εποπτεία τους και διατηρούν υποκαταστήματα στην Ελλάδα, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές των κρατώνμελών όπου τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα διατηρούν υποκαταστήματα. Επίσης, κοινοποιεί στις εν λόγω αρμόδιες αρχές όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τη διεύθυνση, διαχείριση και ιδιοκτησία, που δύνανται να διευκολύνουν την εκ μέρους τους ασκούμενη εποπτεία, την εξέταση της εκπλήρωσης των όρων υπό τους οποίους παρασχέθηκε η άδεια λειτουργίας των υποκαταστημάτων, καθώς και τον εν γένει έλεγχο, ιδίως ως προς τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση καταθέσεων, τη συγκέντρωση κινδύνων, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.

2.

Μετά από προηγούμενη σχετική ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών−μελών που έχουν χορηγήσει άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν πιστωτικό ίδρυμα, που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα μέσω εγκατάστασης υποκαταστήματος στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος νόμου, να προβαίνουν είτε οι ίδιες είτε μέσω εξουσιοδοτημένων από αυτές προσώπων σε επιτόπιο έλεγχο για επαλήθευση της ακρίβειας των στοιχείων και πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών επιτρέπεται κατά τους όρους του άρθρου 60 του παρόντος νόμου. Για τον επιτόπιο έλεγχο των υποκαταστημάτων μπορεί επίσης να ακολουθηθεί μια από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 48 του παρόντος νόμου.

3.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν το δικαίωμα της Τράπεζας της Ελλάδος να διενεργεί, υπό την ιδιότητα της εποπτικής αρχής του κράτους−μέλους υποδοχής, επιτόπιους ελέγχους στα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου.

4.

Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Τράπεζα της Ελλάδος ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών−μελών, δυνάμει του παρόντος νόμου και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας περί άσκησης της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΕΙΔΙΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΣΕ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ

Άρθρο 23

Ειδικές συμμετοχές πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλες επιχειρήσεις

1.

Απαγορεύεται στα πιστωτικά ιδρύματα να κατέχουν σε επιχείρηση ειδική συμμετοχή μεγαλύτερη του 15% των ιδίων κεφαλαίων τους.

2.

Το σύνολο των ειδικών συμμετοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων σε επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 60% των ιδίων κεφαλαίων τους.

3.

Οι ειδικές συμμετοχές των πιστωτικών ιδρυμάτων σε: (i) πιστωτικά ιδρύματα, (ii) χρηματοδοτικά ιδρύματα, (iii) ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, (iv) επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και (v) επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα αποτελεί άμεση προέκταση της τραπεζικής δραστηριότητας ή αφορά δευτερεύουσες υπηρεσίες της (όπως διαχείριση υπηρεσιών πληροφορικής ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα) δεν υπόκεινται στα όρια των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Η Τράπεζα της Ελλάδος, όμως, δικαιούται να καθορίζει ότι για την πραγματοποίησή τους απαιτείται, κατά περίπτωση, η προηγούμενη έγκρισή της.

4.

Κατά τον υπολογισμό των ορίων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν συμπεριλαμβάνονται οι μετοχές ή τα μερίδια:

  • α) που κατέχονται από το πιστωτικό ίδρυμα στο πλαίσιο χρηματοδοτικής ενίσχυσης ή στήριξης που αποσκοπεί στην εξυγίανση ή τη διάσωση μιας επιχείρησης

για χρονικό διάστημα μέχρι ενός (1) έτους, με ευχέρεια παράτασης ενός (1) ακόμη έτους με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος,

  • β) που κατέχονται από το πιστωτικό ίδρυμα λόγω

παροχής υπηρεσιών αναδόχου εκδόσεως τίτλων (underwriting) και για χρονικό διάστημα μέχρι έξι (6) μηνών από την ημερομηνία λήξης της περιόδου διάθεσης των τίτλων,

  • γ) που κατέχονται στο όνομα του πιστωτικού ιδρύματος αλλά για λογαριασμό τρίτου,
  • δ) που εντάσσονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, όπως ισχύει.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέπει την υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και την παράταση της προθεσμίας που αναφέρεται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μέχρι χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί είτε την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος είτε τη λήψη άλλων μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί επίσης να επιτρέπει, κατ’ εξαίρεση, την υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και πέραν του χρονικού διαστήματος που ορίζεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό κατά το οποίο οι ειδικές συμμετοχές υπερβαίνουν το ατομικό ή και το συνολικό όριο καλύπτονται κατά 100% από ίδια κεφάλαια, τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Σε περίπτωση που υπάρχει υπέρβαση σε σχέση και με τα δύο προαναφερθέντα όρια, το ποσό που πρέπει να καλύπτεται με ίδια κεφάλαια είναι αυτό που αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη υπέρβαση.

7.

Η τήρηση των ορίων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου αποτελεί αντικείμενο εποπτείας και ελέγχου σε ατομική και ενοποιημένη βάση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 30 και 35 του παρόντος νόμου.

1.

α) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο σκοπεύει να αποκτήσει ή να παύσει να κατέχει συμμετοχή που αντιπροσωπεύει, άμεσα ή έμμεσα, ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο από το 5% του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου πιστωτικού ιδρύματος, που εδρεύει στην Ελλάδα, ενημερώνει προηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος και της γνωστοποιεί το ποσοστό της νέας συμμετοχής.

  • β) Η υποχρέωση του εδαφίου α΄ της παρούσας παραγράφου ισχύει επίσης όταν:
i)

ήδη υφιστάμενη συμμετοχή αυξάνεται ή μειώνεται ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει ένα πρόσωπο, άμεσα ή έμμεσα, να οδηγεί στην κατοχή ή παύση κατοχής ενός από τα όρια του 5%, του 10%, του 20%, του 33% ή του 50% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου, ή ii) φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά ή παύει να έχει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο του πιστωτικού ιδρύματος, κατά την έννοια της παραγράφου 12 του άρθρου 2.

2.

Εφόσον τις συμμετοχές της πιο πάνω παραγράφου προτίθενται να πραγματοποιήσουν νομικά πρόσωπα, αυτά γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα των φυσικών προσώπων που, άμεσα ή έμμεσα, τα ελέγχουν, καθώς και κάθε μεταγενέστερη μεταβολή. Αντίστοιχη υποχρέωση γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος υπέχουν και τα φυσικά πρόσωπα που αποκτούν τον έλεγχο του εν λόγω νομικού προσώπου ή παύουν να το ελέγχουν.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, για την αποτελεσματικότερη επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας, δικαιούται να ζητά από τα νομικά πρόσωπα που εμπίπτουν στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συμμόρφωση προς τα προβλεπόμενα στα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου.

4.

Για το σκοπό υπολογισμού της συμμετοχής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου λαμβάνεται υπόψη και το άρθρο 10 του ν. 3556/2007 (ΦΕΚ 91 Α΄).

5.

Εντός τριών (3) μηνών από τη σύμφωνα με τα προαναφερθέντα γνωστοποίηση περί απόκτησης ή αύξησης συμμετοχής, η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται είτε να εγκρίνει τη συμμετοχή είτε να αντιταχθεί σε αυτή με αιτιολογημένη απόφασή της, εφόσον δεν έχει πειστεί ότι τα πρόσωπα που προτίθενται να την πραγματοποιήσουν, περιλαμβανομένων και των φυσικών προσώπων που ελέγχουν, άμεσα ή έμμεσα, τα συμμετέχοντα νομικά πρόσωπα, είναι κατάλληλα για να εξασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος. Για το σκοπό αυτόν, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ζητά από τα πρόσωπα που αφορά η κατά την παρούσα παράγραφο αξιολόγηση τα κατά την κρίση της απαιτούμενα στοιχεία και πληροφορίες. Η έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την απόκτηση ή αύξηση της συμμετοχής.

6.

α) Σε περίπτωση θανάτου προσώπου που είναι κάτοχος συμμετοχής άνω του 5% η ως άνω υποχρέωση ενημέρωσης επιτρέπεται να εκπληρωθεί από τους κληρονόμους του εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία θανάτου του. Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομίας, η προαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχως μέχρι την παρέλευση τριών (3) μηνών από την επαγωγή της κληρονομίας στους περαιτέρω κληρονόμους, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης.

  • β) Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται, εφόσον κρίνει

ότι οι κληρονόμοι δεν είναι κατάλληλοι για να διασφαλίσουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, να επιβάλει τις κυρώσεις του στοιχείου (ii) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου.

7.

Στην περίπτωση που αποκτάται ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα από: i) άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος−μέλος ή ii) μητρική άλλου πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος−μέλος ή iii) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος−μέλος, και εάν, λόγω αυτής της απόκτησης, το πιστωτικό ίδρυμα θα καταστεί θυγατρική του προτιθέμενου να αποκτήσει τη συμμετοχή ή θα περιέλθει υπό τον έλεγχό του, η αξιολόγηση της απόκτησης της συμμετοχής υπόκειται στη διαδικασία της προηγούμενης διαβούλευσης που προβλέπεται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 13 του άρθρου 5 και στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου.

8.

Με την επιφύλαξη υποχρεώσεων που προκύπτουν από διεθνείς συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες, οι οποίες διέπουν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος από νομικά ή φυσικά πρόσωπα κατοίκους των χωρών αυτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αντιτάσσεται στην απόκτηση συμμετοχών από νομικά ή φυσικά πρόσωπα κατοίκους τρίτων χωρών στο μετοχικό κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα.

9.

Πέραν των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι κάτοχοι ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιούν εκ των προτέρων στην Τράπεζα της Ελλάδος κάθε αύξηση που υπερβαίνει την υφιστάμενη συμμετοχή τους κατά ποσό που αντιστοιχεί σε πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος της συμμετοχής τους που έχει γνωστοποιηθεί προηγουμένως. Η υποχρέωση αυτή ισχύει μέχρι η συνολική συμμετοχή να φτάσει το όριο του 33%.

10.

α) Τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέχρι την 15η Ιουλίου κάθε έτους, τα ονόματα των μετόχων που κατέχουν συμμετοχή άνω του 1%, καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους, δυνάμει ιδίως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία στις εταιρείες, οι μετοχές των οποίων αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά.

  • β) Τα πιστωτικά ιδρύματα, εντός δέκα (10) εργάσιμων

ημερών αφότου λάβουν γνώση, γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος την απόκτηση ή εκχώρηση συμμετο όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και οποιαδήποτε αλλαγή στην ταυτότητα ή στα στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται στα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 10 και στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 11 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου και λήφθηκαν υπόψη κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

11.

α) Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί συμμετοχή ή αυξηθεί υφιστάμενη συμμετοχή χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη, βάσει του παρόντος άρθρου, γνωστοποίηση ή έγκρισή της από την Τράπεζα της Ελλάδος, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή. Επιπλέον η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει τις κυρώσεις, που προβλέπονται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου, διαζευκτικά ή σωρευτικά.

  • β) Σε περίπτωση, επίσης, που:
i)

δεν πραγματοποιηθεί γνωστοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος, περί της αλλαγής της ταυτότητας φυσικού προσώπου που ελέγχει νομικό πρόσωπο κάτοχο συμμετοχής μεγαλύτερης του 5%, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ή ii) δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπομένων στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, παύει αυτοδικαίως να έχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπου στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει στα φυσικά πρόσωπα που αφορά η σχετική παράλειψη ή η μη συμμόρφωση τις κυρώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου.

12.

Για τους σκοπούς της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να ζητά από τα πιστωτικά ιδρύματα τη γνωστοποίηση των στοιχείων της ταυτότητας και το ύψος του ποσοστού συμμετοχής των μεγαλύτερων μετόχων τους, που αθροιστικά συγκεντρώνουν στην κατοχή τους την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου του πιστωτικού ιδρύματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Άρθρο 25

Περιεχόμενο και μέσα άσκησης της εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί την εποπτεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου:

  • α) επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην

Ελλάδα, περιλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων τους στην αλλοδαπή σε ατομική βάση και σε ενοποιημένη βάση,

  • β) επί των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν

σε τρίτες χώρες.

2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 21 του παρόντος νόμου, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη−μέλη της Ε.Ε. υπάγονται στην εποπτεία των αρμόδιων αρχών του κράτους−μέλους καταγωγής.

3.

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας και των διατάξεων του Καταστατικού της, η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, τη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και την εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως μέσω της αποφυγής συγκέντρωσης κινδύνων και της διασφάλισης της συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 26, 27, 28 και 29 του παρόντος νόμου.

4.

Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά πιστωτικό ίδρυμα, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας εκ μέρους της επιτόπιων ελέγχων.

5.

Στο πλαίσιο των προβλεπομένων στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ιδίως τις ακόλουθες επί μέρους αρμοδιότητες:

  • α) Αξιολογεί: i) τις στρατηγικές, τις εσωτερικές ρυθμίσεις τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, θεσπίζοντας τα απαιτούμενα κριτήρια, με στόχο τη διασφάλιση της συμμόρφωσής

τους προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος νόμου και ii) τους κινδύνους τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβουν. Η εξέταση και η αξιολόγηση, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο, πραγματοποιούνται κατά το εύρος και με τη συχνότητα που απαιτείται προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εκτίμηση από την Τράπεζα της Ελλάδος του βαθμού κατά τον οποίο οι στρατηγικές, οι εσωτερικές ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα ίδια κεφάλαιά τους διασφαλίζουν την ορθολογική διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων που αυτά αναλαμβάνουν ή ενδέχεται να αναλάβουν, περιλαμβανομένου του κινδύνου επιτοκίου από τις δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Η κατά τα ανωτέρω εξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιούνται σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση και για τον προσδιορισμό του εύρους τους λαμβάνονται υπόψη το μέγεθος, η συστημική σπουδαιότητα, η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του κάθε πιστωτικού ιδρύματος, με βάση την αρχή της αναλογικότητας.

  • β) Καθορίζει τα κριτήρια και τις εν γένει υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εκ μέρους τους ή και την παράλειψη της

δημοσιοποίησης στοιχείων πληροφοριών, με βάση το άρθρο 29 του παρόντος νόμου και επιπλέον δύναται να καθορίζει: i) περισσότερα στοιχεία για δημοσιοποίηση και μεγαλύτερη συχνότητα για μια ή περισσότερες από τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιούνται κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω περιπτώσεως (i), ii) προθεσμίες δημοσιοποίησης, οικονομικές καταστάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, iv) τη χρησιμοποίηση ειδικών μέσων επαλήθευσης για τις δημοσιοποιήσεις που δεν καλύπτονται από τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και vi) τις δημοσιοποιήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων που πραγματοποιούνται δυνάμει άλλων διατάξεων της νομοθεσίας, τις οποίες θεωρεί ισοδύναμες προς τις απαιτούμενες κατ’ εφαρμογή της περίπτωσης (i) του παρόντος εδαφίου.

  • γ) Καθορίζει τα κριτήρια:
i)

Για την αναγνώριση των εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης ως επιλέξιμων, ανεξαρτήτως της χώρας έδρας τους, για τους σκοπούς εφαρμογής των αποφάσεών της περί των «Σταθμισμένων κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση», ώστε να διασφαλίζεται ότι η μεθοδολογία αξιολόγησης που εφαρμόζουν πληροί τις προϋποθέσεις αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας και διαφάνειας, υπόκειται σε διαρκή αναθεώρηση για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή της, καθώς και ότι η εκάστοτε προκύπτουσα αξιολόγηση είναι αξιόπιστη και διενεργείται με διαφανή τρόπο. ii) Για τον προσδιορισμό με αντικειμενικό και συνεπή τρόπο των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας που καθορίζονται με βάση την αναφερόμενη στην πιο πάνω περίπτωση (i) απόφασή της, με τις οποίες πρέπει να αντιστοιχίζεται κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση που πραγματοποιείται από επιλέξιμο εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης.

  • δ) Δύναται να αναγνωρίζει, χωρίς να προβεί ή ίδια,

κατά περίπτωση, σε αξιολόγηση ή αντιστοίχιση: i) έναν εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης ως επιλέξιμο σύμφωνα με την περίπτωση (i) της ως άνω υποπαραγράφου γ΄ του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτός ο οργανισμός έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών−μελών, καθώς και ii) την αντιστοίχιση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων του κατά την ανωτέρω περίπτωση αναγνωρισμένου οργανισμού, την οποία έχουν καθορίσει οι αρμόδιες αρχές άλλων κρατών−μελών.

  • ε) Καθορίζει το είδος και τη συχνότητα υποβολής

στοιχείων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην εποπτεία της με βάση τον παρόντα νόμο.

  • στ) Δύναται να επιτρέπει τη χρήση από τα πιστωτικά

ιδρύματα των πιστοληπτικών αξιολογήσεων οργανισμών εξαγωγικών πιστώσεων για τους σκοπούς στάθμισης ανοιγμάτων έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, σύμφωνα με τις αποφάσεις της περί των «Σταθμισμένων κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση», εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: i) πρόκειται για συναινετική βαθμολόγηση κινδύνου από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων που συμμετέχουν στο «Διακανονισμό περί κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα των εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες τυγχάνουν δημόσιας στήριξης» του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) ή ii) ο οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων δημοσιεύει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του και εφαρμόζει τη μεθοδολογία που έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Ο.Ο.Σ.Α. και η πιστοληπτική αξιολόγηση συνδέεται με ένα από τα οκτώ ελάχιστα ασφάλιστρα εξαγωγικών πιστώσεων (Ε.Α.Ε.Π.) που προβλέπονται από τη μεθοδολογία αυτή.

6.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας.

7.

Οι κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται με Πράξη του Διοικητή της ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν οργάνου. Με όμοια Πράξη δύνανται να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των κοινοτικών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν κατά κύριο λόγο τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Για την άσκηση, ειδικώς, της νομοθετικής εξουσίας, που αφορά στην ενσωμάτωση της κοινοτικής νομοθεσίας, απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.

Άρθρο 26

Πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης και συστήματα εσωτερικού ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων

1.

Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα οφείλει να διαθέτει άρτιο και αποτελεσματικό σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών.

2.

Το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο πρέπει να είναι επαρκείς και ανάλογοι προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος και να καλύπτουν, πλην των άλλων, και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις παρεχόμενες από το πιστωτικό ίδρυμα επενδυτικές υπηρεσίες, κατά τα εκάστοτε προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα.

Άρθρο 27

Ίδια κεφάλαια – Κεφαλαιακές απαιτήσεις

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν ίδια κεφάλαια, τα στοιχεία των οποίων ορίζονται με γενικής ισχύος απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία, σε διαρκή βάση πρέπει να υπερβαίνουν ή να ισούνται με το άθροισμα των κάτωθι κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος:

  • α) των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του πιστωτικού κινδύνου, περιλαμβανομένου και του κινδύνου απο

δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα αφαιρούμενα από τα ίδια κεφάλαια στοιχεία ενεργητικού. Οι κεφαλαιακές αυτές απαιτήσεις θα πρέπει να είναι ίσες με το 8% του συνόλου των σταθμισμένων κατά κίνδυνο χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, όπως αυτά υπολογίζονται σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος,

  • β) των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι των κινδύνων

συναλλάγματος, βασικών εμπορευμάτων και του λειτουργικού κινδύνου για το σύνολο των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και

  • γ) των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι των κινδύνων

θέσης, διακανονισμού και αντισυμβαλλομένου και των υπερβάσεων των ορίων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, που απορρέουν από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και επιτρέπονται με βάση τις ισχύουσες σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.

α. Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να επιλέγουν μεταξύ: i) των μεθοδολογιών, οι οποίες βασίζονται σε προκαθορισμένους συντελεστές, που έχουν καθοριστεί ανά κατηγορία κινδύνου, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα από τις σχετικές αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος με βάση την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία και ii) των πιο εξελιγμένων μεθοδολογιών, οι οποίες βασίζονται σε εσωτερικά υποδείγματα των πιστωτικών ιδρυμάτων. β. Στην περίπτωση που η, κατά τα ανωτέρω, επιλογή αφορά μια εκ των πιο εξελιγμένων μεθοδολογιών που βασίζονται σε εσωτερικά υποδείγματα, η εφαρμογή της από το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται μόνον ύστερα από έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία παρέχεται εφόσον κρίνει ότι εκπληρώνονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια, που έχει θέσει.

3.

Σε περίπτωση αίτησης χορήγησης δανείου ή λοιπών πιστώσεων από πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, οι αιτούντες παρέχουν πλήρη και ακριβή πληροφόρηση για την αξιολόγηση από το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα της φερεγγυότητας και της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους, κατά τη διαβάθμιση των σχετικών κινδύνων με βάση το άρθρο αυτό τυχόν μερική ή ολική άρνηση του αιτούντος να χορηγήσει τέτοιες πληροφορίες. Στις πληροφορίες αυτές δεν περιλαμβάνονται αυτές που σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.

Άρθρο 28

Στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση κεφαλαίων από τα πιστωτικά ιδρύματα ανάλογα με το επίπεδο των κινδύνων

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες, για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των ιδίων κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν (εσωτερικό κεφάλαιο).

2.

Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες θα πρέπει να υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση και αξιολόγηση από τα πιστωτικά ιδρύματα ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος.

Άρθρο 29

Δημοσιοποίηση πληροφοριών από τα πιστωτικά ιδρύματα

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να δημοσιοποιούν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τα κατάλληλα, με βάση τα κριτήρια που καθορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το άρθρο 25 του παρόντος νόμου, στοιχεία και πληροφορίες, όσον αφορά την οικονομική τους θέση και την ακολουθούμενη από αυτά πολιτική ως προς την ανάληψη και διαχείριση κινδύνων με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς. Επίσης, οφείλουν, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 26 του παρόντος νόμου, να υιοθετούν πολιτική συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που εκάστοτε θεσπίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει του άρθρου 25 του παρόντος νόμου, καθώς και πολιτικές αξιολόγησης των δημοσιοποιήσεων όσον αφορά ιδίως την καταλληλότητα, την επαλήθευση και τη συχνότητά τους.

2.

α) Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να προσδιορίζουν τον κατάλληλο τρόπο, τόπο, συχνότητα και μέσο επαλήθευσης για την αποτελεσματική συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης, που απορρέουν από τον παρόντα νόμο. Στο μέτρο του δυνατού, όλες οι δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούνται με τα ίδια μέσα ή στον ίδιο τόπο. Εάν οι σχετικές δημοσιοποιήσεις δεν περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, στις τελευταίες θα πρέπει να αναφέρεται το μέσο και ο τόπος, όπου οι εν λόγω δημοσιοποιήσεις υπάρχουν διαθέσιμες.

  • β) Κατά παρέκκλιση του εδαφίου α΄ της παρούσας

παραγράφου τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να μην προβούν σε μία ή περισσότερες δημοσιοποιήσεις βάσει των κριτηρίων της ουσιαστικότητας ή και της εμπιστευτικότητας που καθορίζονται με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τα πιστωτικά ιδρύματα. Στις περιπτώσεις αυτές το πιστωτικό ίδρυμα δηλώνει στις δημοσιοποιήσεις του το γεγονός ότι δεν δημοσιοποιούνται τα συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία και το λόγο της μη δημοσιοποίησής τους και αντ’ αυτών δημοσιοποιεί γενικότερου τύπου πληροφορίες σχετικά με το θέμα για το οποίο υπάρχει υποχρέωση δημοσιοποίησης, εκτός εάν για τα σχετικά στοιχεία πληρούνται οι προϋποθέσεις των δύο προαναφερθέντων κριτηρίων.

3.

α) Τα πιστωτικά ιδρύματα, εάν υποβληθεί σχετικό αίτημα, οφείλουν να επεξηγούν, στις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που έχουν υποβάλει αίτηση χορήγησης δανείου την απόφασή τους σχετικά με την πιστοληπτική διαβάθμιση της αιτούσας που έχουν διενεργήσει, στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος περί υπολογισμού των σταθμισμένων χρηματοδοτικών τους ανοιγμάτων με τη μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων.

  • β) Οι επεξηγήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο α΄ της

παρούσας παραγράφου παρέχονται γραπτώς εφόσον ζητηθεί, σύμφωνα με Κώδικα Δεοντολογίας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών που θεσπίζεται για το σκοπό ποσού του δανείου.

  • γ) Σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα δεν προβούν σε εύλογο χρονικό διάστημα στην υιοθέτηση του

σχετικού Κώδικα Δεοντολογίας ή εφόσον η εφαρμογή του καταδειχθεί ανεπαρκής, η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει τις κατάλληλες ρυθμίσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Άρθρο 30

Εποπτεία σε ατομική βάση

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 26 και 27 του παρόντος νόμου και στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, σε ατομική βάση.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)