Νόμοι — ΦΕΚ A' 178/2007
Η Τράπεζα της Ελλάδος εφόσον διαπιστώσει ότι πιστωτικό ίδρυμα με έδρα σε άλλο κράτος−μέλος που διαθέτει υποκατάστημα στην Ελλάδα ή παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός της δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος νόμου, απαιτεί την εκ μέρους του συμμόρφωση προς αυτές. Εάν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφωθεί προς τις διατάξεις αυτές, η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για τον τερματισμό αυτής της κατάστασης. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα, παρά τη λήψη των μέτρων αυτών από τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους καταγωγής ή λόγω ακαταλληλότητας των μέτρων αυτών ή διότι δεν ελήφθησαν καθόλου τέτοια μέτρα εξακολουθεί να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος, η Τράπεζα της Ελλάδος, αφού ενημερώσει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής, λαμβάνει προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα ή επιβάλλει κυρώσεις, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Εφόσον κρίνει τούτο απαραίτητο, απαγορεύει στο πιστωτικό ίδρυμα να διενεργεί νέες πράξεις στην Ελλάδα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος πριν από την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να προχωρήσει στα αναγκαία κατά την κρίση της εξασφαλιστικά, εξώδικα ή δικαστικά μέτρα προστασίας των συμφερόντων των καταθετών, των επενδυτών ή των άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται υπηρεσίες, ενημερώνοντας προς το σκοπό αυτόν σχετικά την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρμόδιες αρχές του κράτους−μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος.
Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους − μέλους καταγωγής του, η Τράπεζα της Ελλάδος απαγορεύει στο πιστωτικό ίδρυμα τη διενέργεια νέων πράξεων στην Ελλάδα και λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα διασφάλισης των συμφερόντων των καταθετών, των επενδυτών ή άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται υπηρεσίες.
Η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για την επιβολή κυρώσεων κοινοποιείται και στο υποκατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα.
Άρθρο 66
Μέτρα − Κυρώσεις για τους σκοπούς της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση
Με την επιφύλαξη εφαρμογής των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει κατά των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών ή μεικτών εταιρειών συμμετοχών των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 33 του παρόντος νόμου και κατά των υπευθύνων στελεχών τους κυρώσεις ή μέτρα, κατά τα προβλεπόμενα στις επόμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου, με σκοπό είτε την παύση των διαπιστωθεισών παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος νόμου ή των σχετικών με την εφαρμογή του αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, είτε την άρση των αιτίων που προκαλούν τις παραβάσεις αυτές. Οι κυρώσεις επιβάλλονται ιδίως σε περίπτωση άρνησης χορήγησης στοιχείων και πληροφοριών στην Τράπεζα της Ελλάδος ή παροχής ανακριβών στοιχείων ή παρακώλυσης με οποιονδήποτε τρόπο των επιτοπίων ελέγχων που διενεργούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή από τις τυχόν αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση αρχές των άλλων κρατών − μελών.
Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να επιβάλλει στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και τις μεικτές εταιρείες συμμετοχών που υπόκεινται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση πιστωτικού ιδρύματος τα μέτρα της παραγράφου 2 του άρθρου 62 του παρόντος νόμου, εφόσον κρίνει ότι η κεφαλαιακή επάρκεια σε επίπεδο ομίλου δεν είναι ικανοποιητική ή ότι εν γένει θέτουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του ομίλου.
Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να επιβάλλει, διαζευκτικά ή σωρευτικά:
- α) Την απομάκρυνση των υπευθύνων για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις μελών των οργάνων της Διοίκησης
της εταιρείας.
- β) Την απομάκρυνση των υπευθύνων για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις διευθυντικών στελεχών των ως
άνω εταιρειών.
- γ) Στις χρηματοδοτικές ή μεικτές εταιρείες συμμετοχών και στα πρόσωπα που τις διοικούν ή κατέχουν
συμμετοχή σε αυτές, τις κυρώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 64 του παρόντος νόμου, όσον αφορά τη σχέση τους με τα θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα. της, κατά των χρηματοδοτικών ή μεικτών εταιρειών συμμετοχών που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθώς και κατά των νόμιμων εκπροσώπων και των διοικούντων αυτές.
Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών − μελών στην περίπτωση, ιδίως, που η καταστατική έδρα χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μεικτής εταιρείας συμμετοχών ευρίσκεται εκτός του τόπου στον οποίο είναι εγκατεστημένη η κεντρική της διοίκηση ή το κύριο κατάστημά της προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι κυρώσεις ή τα μέτρα που επιβάλλονται βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου, παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Άρθρο 67
Μέτρα, κυρώσεις και απόρρητο για χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας περί λειτουργίας της οικείας κατηγορίας χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, οι διατάξεις των άρθρων 8, 60, της παραγράφου 3 του άρθρου 61, 62 και 64 του παρόντος νόμου με εξαίρεση αυτές που προβλέπουν ποινικές κυρώσεις εφαρμόζονται αναλόγως επί χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται σε ατομική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.
Επιπλέον η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, σε περίπτωση παράβασης από τα χρηματοδοτικά ιδρύματα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, των διατάξεων της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, να επιβάλει την αναστολή της άδειας λειτουργίας τους ή την ανάκληση αυτής, η οποία επιφέρει τη θέση τους σε εκκαθάριση.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και οι όροι αναστολής ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας χρηματοδοτικού ιδρύματος του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 68
Εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (ΦΕΚ 94 Α΄), όπως ισχύει:
- α) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8 του
παρόντος νόμου, αυτό τίθεται υπό εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία διορίζει για το σκοπό αυτόν έναν ή περισσότερους εκκαθαριστές.
- β) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη Διοίκηση
του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ο οριζόμενος από την Τράπεζα της Ελλάδος εκκαθαριστής.
- γ) Ο εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την
εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
- δ) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα της
απόφασης περί εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να περιορίζει και άλλες εργασίες του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος.
- ε) Από τη δημοσίευση της απόφασης περί εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί
σε πτώχευση. Διαδικασία πτώχευσης που τυχόν έχει αρχίσει διακόπτεται.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 69
Επιμέτρηση − Είσπραξη προστίμων − Δημοσιοποίηση αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος περί επιβολής κυρώσεων − Αστική ευθύνη του προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος
Κατά την επιμέτρηση των προστίμων και λοιπών κυρώσεων που επιβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, το είδος και η βαρύτητα της παράβασης, η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία του πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος, η τυχόν καθ’ υποτροπή τέλεση παραβάσεων του παρόντος νόμου, η ανάγκη πρόληψης παρόμοιων παραβάσεων, καθώς και οι τυχόν αρνητικές επιπτώσεις επί των συναλλασσομένων με το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα.
Τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος καταβάλλονται εντός προθεσμίας οριζόμενης με γενικής ισχύος απόφασή της, αποτελούν έσοδα του Δημοσίου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.
Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδονται με βάση τα άρθρα 63 και 68 του παρόντος νόμου, δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις μπορεί να δημοσιοποιούνται, για την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά, εφόσον αυτή κρίνει ότι η σχετική δημοσιοποίηση δεν συνδέεται με τις εποπτικές απαιτήσεις που θεσπίζονται με τον παρόντα νόμο και δεν είναι πιθανό να δημιουργήσει κίνδυνο σοβαρής διατάραξης των χρηματοπιστωτικών αγορών ή δυσανάλογης ζημίας στα ενδιαφερόμενα μέρη.
Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές, τα μέλη συλλογικών οργάνων και το εν γένει προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος δεν ευθύνονται αστικά έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους εντός των κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιοτήτων τους, καθώς επίσης εντός των λοιπών αρμοδιοτήτων τις οποίες ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος κατ’ ανάθεση δημόσιας εξουσίας, εκτός εάν τα υπαίτια πρόσωπα βαρύνονται με δόλο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄
ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΟΜΙΛΩΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ
Άρθρο 70
Ορισμοί − Εφαρμογή των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος νόμου στις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών
Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου νοούνται οι ακόλουθοι ορισμοί:
- α) Ως επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών
νοούνται οι επιχειρήσεις που ορίζονται στην παράγρα
- ββ) τις επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν άδεια μόνο για
την παροχή υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών ή για τη λήψη και διαβίβαση εντολών επενδυτών, χωρίς να κατέχουν χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες τους, και οι οποίες, για το λόγο αυτόν, δεν μπορούν να βρίσκονται ποτέ σε θέση οφειλέτη έναντι των πελατών τους. Για τους σκοπούς της άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, ο όρος «επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών» περιλαμβάνει και τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κρατών − μελών και άλλων χωρών.
- β) Ως ιδρύματα νοούνται τα πιστωτικά ιδρύματα και
οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
- γ) Ως μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εγκατεστημένη στην Ελλάδα νοείται η επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών η οποία:
(αα) έχει ως θυγατρική επιχείρηση ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή (ββ) κατέχει συμμετοχή, κατά την έννοια της παραγράφου 10 του άρθρου 33, σε ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, εφόσον δεν είναι η ίδια θυγατρική άλλου ιδρύματος, το οποίο κατέχει άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος − μέλος, ούτε χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών η οποία έχει συσταθεί στην Ελλάδα.
- δ) Ως μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εγκατεστημένη στην Ε.Ε. νοείται η μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εγκατεστημένη σε κράτος − μέλος η οποία δεν είναι θυγατρική
άλλου ιδρύματος το οποίο κατέχει άδεια λειτουργίας σε κράτος − μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών η οποία έχει συσταθεί σε οποιοδήποτε κράτος − μέλος.
- ε) Ως ίδια κεφάλαια νοούνται, όσον αφορά τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, τα ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο άρθρο 72.
Με τους όρους χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος − μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε. και επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών νοούνται οι επιχειρήσεις που ορίζονται στο άρθρο 33 του παρόντος νόμου, με τη διαφορά ότι κάθε αναφορά σε πιστωτικά ιδρύματα λογίζεται ως αναφορά σε ιδρύματα.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος νόμου σε ομίλους επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν πιστωτικό ίδρυμα, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
- α) Ως χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών νοείται το
χρηματοδοτικό ίδρυμα του οποίου: (αα) οι θυγατρικές είναι, είτε αποκλειστικά είτε κυρίως, επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άλλα χρηματοδοτικά ιδρύματα, εφόσον τουλάχιστον μια από τις επιχειρήσεις αυτές είναι επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, και (ββ) το οποίο δεν είναι μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄).
- β) Ως μεικτή εταιρεία συμμετοχών νοείται η μητρική
επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (ΦΕΚ 84 Α΄), εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές της είναι επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και
- γ) Ως αρμόδια Αρχή νοείται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή, κατά περίπτωση, οι εθνικές αρχές άλλων χωρών
οι οποίες είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Ως αναγνωρισμένες επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών τρίτων χωρών νοούνται οι επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) είναι επιχειρήσεις οι οποίες θα καλύπτονταν από
τον ορισμό της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αν ήταν εγκατεστημένες σε κράτος − μέλος της Ε.Ε.,
- β) είναι επιχειρήσεις που κατέχουν άδεια λειτουργίας
σε τρίτη χώρα,
- γ) είναι επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται σε κανόνες
εποπτείας, τους οποίους οφείλουν να τηρούν σε διαρκή βάση, και οι οποίοι αξιολογούνται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως τουλάχιστον εξίσου αυστηροί με τους κανόνες που επιβάλλει το παρόν Κεφάλαιο.
Οι λοιποί ορισμοί του παρόντος νόμου ισχύουν στο μέτρο που δεν περιλαμβάνονται ή δεν τροποποιούνται στο παρόν άρθρο.
Οι παράγραφοι 5(α) και 5(β) του άρθρου 25 και τα άρθρα 34 και 38 έως 50 εφαρμόζονται και για την εποπτεία και δημοσιοποίηση πληροφοριών των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Όπου στα προαναφερθέντα άρθρα γίνεται αναφορά σε πιστωτικό ίδρυμα ή όπου στα προαναφερθέντα άρθρα και στο παρόν κεφάλαιο γίνεται παραπομπή σε άλλα άρθρα του παρόντος νόμου που αναφέρονται σε πιστωτικό ίδρυμα, λογίζεται, τηρουμένων των αναλογιών, ως αναφορά σε επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εκτός εάν ρητώς ορίζεται διαφορετικά στο παρόν κεφάλαιο. Επίσης κάθε αναφορά στην Τράπεζα της Ελλάδος που περιέχεται στα ίδια ως άνω άρθρα ή στα άρθρα στα οποία αυτά παραπέμπουν, λογίζεται ως αναφορά στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εκτός αν ρητώς ορίζεται διαφορετικά στο παρόν κεφάλαιο. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 47 παράγραφος 1, όταν ένας όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα, οι πρώτες λέξεις του εν λόγω άρθρου «Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα.....» αντικαθίστανται από την ακόλουθη φράση «Όταν μία επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ...».
Οσάκις μια μητρική χρηματοδοτική εταιρία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε. διαθέτει ως θυγατρικές τόσο ένα πιστωτικό ίδρυμα όσο και μια επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, τότε οι διατάξεις για την εποπτεία και δημοσιοποίηση πληροφοριών του παρόντος νόμου εφαρμόζονται για την εποπτεία των ιδρυμάτων με τρόπο ώστε όπου αναφέρεται πιστωτικό ίδρυμα να νοείται ίδρυμα.
Το άρθρο 44 εφαρμόζεται επίσης για την έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων ιδρυμάτων κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο εφόσον η αίτηση υποβάλλεται από μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε. και θυγατρικές του ή από μητρική επιχείρηση παΦΕΚ 179 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3785 μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρίας συμμετοχών εγκατεστημένης στην Ε.Ε.. Η προθεσμία για την ως άνω έγκριση είναι εξάμηνη.
Άρθρο 71
Πλαίσιο διακυβέρνησης και συστήματα εσωτερικού ελέγχου των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών
Κάθε επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που εδρεύει στην Ελλάδα οφείλει να διαθέτει ένα άρτιο και αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς κανόνες ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών.
Το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο πρέπει να είναι λεπτομερείς και ανάλογα προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και να καλύπτουν τις υποχρεώσεις που συνδέονται με τις παρεχόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, κατά τα εκάστοτε προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.
Άρθρο 72
Ίδια κεφάλαια, κεφαλαιακές απαιτήσεις
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών οφείλουν να διαθέτουν, σε ατομική και ενοποιημένη βάση, ίδια κεφάλαια, τα οποία, σε διαρκή βάση πρέπει τουλάχιστον να ισούνται με το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων, για την κάλυψη:
- α) του πιστωτικού κινδύνου, περιλαμβανομένου και του
κινδύνου απομείωσης εισπρακτέων απαιτήσεων,
- β) των κινδύνων συναλλάγματος, βασικών εμπορευμάτων και του λειτουργικού κινδύνου, και
- γ) των κινδύνων θέσης, διακανονισμού και αντισυμβαλλομένου και των υπερβάσεων των ορίων των μεγάλων
χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, που απορρέουν από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ορίζεται:
- α) το είδος και το ύψος των ιδίων κεφαλαίων που
οφείλουν να διαθέτουν οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και
- β) ο τρόπος υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων για την
κάλυψη των αναφερόμενων στην προηγούμενη παράγραφο κινδύνων, ο οποίος περιλαμβάνει τουλάχιστον: (αα) τις μεθόδους, που βασίζονται σε προκαθορισμένους συντελεστές ανά κατηγορία κινδύνου και (ββ) τις εξελιγμένες μεθόδους, οι οποίες βασίζονται σε εσωτερικά υποδείγματα κάθε επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δύνανται να επιλέγουν για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεών τους είτε τις μεθόδους που βασίζονται σε προκαθορισμένους συντελεστές ανά κατηγορία κινδύνου, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, είτε τις εξελιγμένες μεθόδους. Η εφαρμογή των εξελιγμένων μεθόδων επιτρέπεται μόνο ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία παρέχεται εφόσον κρίνει ότι εκπληρούνται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια, που ορίζονται στις σχετικές αποφάσεις της.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφασή του να καθορίζει κατώτερα ίδια κεφάλαια και διαφορετικό τρόπο υπολογισμού τους, από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 έως 3 σε επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών:
- α) οι οποίες δεν διαθέτουν άδεια για την παροχή των
επενδυτικών υπηρεσιών της διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό, της αναδοχής χρηματοπιστωτικών μέσων και της τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, ή
- β) οι οποίες κατέχουν αρχικό κεφάλαιο κατά τα οριζόμενα στην Οδηγία 2006/49/ΕΚ και:
(βα) πραγματοποιούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό με μόνο σκοπό την εκτέλεση εντολών πελατών ή με σκοπό την απόκτηση πρόσβασης σε σύστημα εκκαθάρισης και διακανονισμού ή σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο οσάκις ενεργούν υπό την ιδιότητα πράκτορα ή εκτελούν εντολή πελάτη, και (ββ) δεν κατέχουν χρήματα ή τίτλους πελατών, πραγματοποιούν συναλλαγές μόνο για ίδιο λογαριασμό, δεν διαθέτουν εξωτερικούς πελάτες και πραγματοποιούν συναλλαγές των οποίων η εκτέλεση και ο διακανονισμός τελούν υπό την ευθύνη και την εγγύηση του αναγνωρισμένου φορέα εκκαθάρισης ή
- γ) των οποίων το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών πληροί
σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (αα) οι συναλλαγές του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δεν υπερβαίνουν κανονικά το 5% των συνολικών συναλλαγών τους, (ββ) το σύνολο των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους δεν υπερβαίνει κανονικά το ποσό των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ και (γγ) οι συναλλαγές του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους δεν υπερβαίνει ποτέ το 6% των συνολικών τους συναλλαγών, οι δε θέσεις τους δεν υπερβαίνουν ποτέ συνολικά το ποσό των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ.
Άρθρο 73
Στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση κεφαλαίων από τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών οφείλουν να διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες, για την αξιολόγηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των ιδίων κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν.
Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση και αξιολόγηση από τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ώστε να εξασφαλίζεται ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, το επίπεδο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. από τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών οφείλουν να δημοσιοποιούν, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, στοιχεία και πληροφορίες, όσον αφορά την οικονομική τους θέση και την ακολουθούμενη από αυτά πολιτική ως προς την ανάληψη και διαχείριση κινδύνων με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγορά. Επίσης, οφείλουν, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 71, να υιοθετούν πολιτική συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που εκάστοτε θεσπίζει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δυνάμει των άρθρων 80 και 81, καθώς και πολιτικές αξιολόγησης των δημοσιοποιήσεων όσον αφορά ιδίως την καταλληλότητα, την επαλήθευση και τη συχνότητά τους.
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δύνανται να προσδιορίζουν τον κατάλληλο τρόπο, τόπο, συχνότητα και μέσο επαλήθευσης για την αποτελεσματική συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης, που απορρέουν από το παρόν Κεφάλαιο. Στο μέτρο του δυνατού, όλες οι δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούνται με τα ίδια μέσα ή στον ίδιο τόπο. Η επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών περιλαμβάνει τις σχετικές δημοσιοποιήσεις στις οικονομικές της καταστάσεις ή εναλλακτικά αναφέρει τα μέσα και τον τόπο, όπου υπάρχουν διαθέσιμες οι εν λόγω δημοσιοποιήσεις.
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται: (α) να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης των στοιχείων και πληροφοριών και να καθορίζονται τα κριτήρια για τη δημοσιοποίησή τους και (β) να καθορίζονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 και την παράγραφο 1, η μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων και πληροφοριών.
Άρθρο 75
Υποχρεώσεις εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε ατομική βάση
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που εδρεύουν στην Ελλάδα και υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση συμμορφώνονται σε ατομική βάση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 71 και 72 και στις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που προβλέπονται στα άρθρα 72 και 81, περιλαμβανομένων των αποφάσεων περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που εδρεύουν στην Ελλάδα και δεν υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ελλάδα με βάση τον παρόντα νόμο ή εξαιρούνται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ελλάδα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37, οφείλουν να συμμορφώνονται σε ατομική βάση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 23 και 73.
Οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που εδρεύουν στην Ελλάδα και δεν υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος − μέλος ή εξαιρούνται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη − μέλη, οφείλουν να συμμορφώνονται, σε ατομική βάση, με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 74. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που εδρεύουν στην Ελλάδα και είναι θυγατρικές μητρικής επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών η οποία είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, εφόσον η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κρίνει ότι η υποχρεωτική δημοσιοποίηση στοιχείων και πληροφοριών στην οποία προβαίνει σε ενοποιημένη βάση η μητρική επιχείρηση δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα στοιχεία και πληροφορίες με αυτά που δημοσιοποιούνται δυνάμει του παρόντος νόμου.
Άρθρο 76
επενδυτικών υπηρεσιών σε ατομική βάση
Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιτρέπεται η εξαίρεση από την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 75 κάθε επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών: (α) Η οποία αποτελεί θυγατρική άλλης επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον τόσο η θυγατρική όσο και η μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών έχουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η θυγατρική περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία της μητρικής επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συντρέχουν όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και των θυγατρικών της: (αα) Δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση των υποχρεώσεων της θυγατρικής από τη μητρική επιχείρηση. (ββ) Η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει ή θα αναλάβει η θυγατρική ή ότι οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι. (γγ) Οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν και την εξαιρούμενη θυγατρική. (δδ) Η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50% των δικαιωμάτων ψήφου στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των προσώπων του συλλογικού οργάνου διοίκησης στο οποίο έχουν ανατεθεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στην υποπερίπτωση (i) της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 5. (β) Η οποία αποτελεί θυγατρική χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, εφόσον η εν λόγω μητρική επιχείρηση έχει συσταθεί στην Ελλάδα και υπόκειται στο ίδιο καθεστώς εποπτείας με τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με βάση ιδίως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 77. (γ) Η οποία αποτελεί μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον έχει λάβει άδεια λειτουργίας και υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη θέσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια είναι κατάλληλα κατανεμημένα μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και των θυγατρικών της: (αα) Δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων της μητρικής από τη θυγατρική ή τις θυγατρικές επιχειρήσεις της. (ββ) Οι διαδικασίες της θυγατρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν και την εξαιρούμενη μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Στην απόφαση της παραγράφου 1 καθορίζονται τα κριτήρια, με βάση τα οποία διασφαλίζεται ότι δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την κάλυψη υποχρεώσεων.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών − μελών σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 1 και δημοσιοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) τα κριτήρια, με βάση τα οποία διασφαλίζεται ότι δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την κάλυψη υποχρεώσεων, κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο (αα) του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 και στο στοιχείο (αα) του εδαφίου γ΄ της ίδιας παραγράφου, (β) τον αριθμό των μητρικών επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που εμπίπτουν στην εξαίρεση του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1, καθώς και εκείνων εξ αυτών που διαθέτουν θυγατρικές σε τρίτη χώρα, (γ) συνολικά, όσον αφορά την Ελλάδα: (αα) το συνολικό ύψος των ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση των μητρικών επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που εμπίπτουν στην εξαίρεση του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 1, το οποίο διατηρείται σε θυγατρικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, (ββ) το ποσοστό των συνολικών ιδίων κεφαλαίων του στοιχείου (αα) επί των συνολικών ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση των μητρικών επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, (γγ) το ποσοστό που αντιπροσωπεύει το ύψος των ιδίων κεφαλαίων της υποπερίπτωσης (αα) επί των συνολικών ελάχιστων απαιτούμενων, βάσει του άρθρου 72, ιδίων κεφαλαίων των ανωτέρω μητρικών επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Άρθρο 77
Υποχρεώσεις εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε ενοποιημένη βάση
Με την επιφύλαξη των άρθρων 75, 76 και 79, οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών συμμορφώνονται, σε ενοποιημένη βάση, στο βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 40, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζουν τα άρθρα 23, 72 και 73 και οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που προβλέπονται στα άρθρα 72 και 81, περιλαμβανομένων και των αποφάσεων περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, όσον αφορά την ενοποιημένη οικονομική κατάσταση της μητρικής επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή της μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση. Όταν μια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε άλλο κράτος − μέλος ελέγχει επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα, το προηγούμενο εδάφιο ισχύει μόνο για τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στις οποίες ασκείται εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του παρόντος νόμου.
Οι θυγατρικές επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών τηρούν τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και σε υποενοποιημένη βάση όταν αυτές οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή η μητρική επιχείρηση, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, διαθέτουν σε τρίτη χώρα θυγατρική που αποτελεί επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τον ορισμό της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006, ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.
Οι μητρικές και θυγατρικές επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το άρθρο 71 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι εσωτερικές ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν χαρακτηρίζονται από συνέπεια, ότι είναι ολοκληρωμένοι και ότι μπορούν να χορηγούν όλα τα απαιτούμενα για την εποπτεία στοιχεία και πληροφορίες.
Οι εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση μητρικές επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες υπόκεινται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε ενοποιημένη βάση, δυνάμει του παρόντος νόμου, συμμορφώνονται εκτός από τις υποχρεώσεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου και με τις υποχρεώσεις που θεσπίζει το άρθρο 74, όσον αφορά τη δημοσιοποίηση των οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση.
Στην περίπτωση που μία επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι μητρική επιχείρηση ενός πιστωτικού ιδρύματος, τότε υπόκειται στις απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση μόνο η εν λόγω μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Στην περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα είναι μητρική επιχείρηση μιας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, τότε υπόκειται στις απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση μόνο το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Στην περίπτωση που μία χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών είναι μητρική επιχείρηση ενός πιστωτικού ιδρύματος και μιας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται στις απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση που προκύπτουν με βάση την ενοποιημένη χρηματοοικονομική κατάσταση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών. επενδυτικών υπηρεσιών σε ενοποιημένη βάση
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί στις ακόλουθες περιπτώσεις να εξαιρεί από την υποχρέωση να περιληφθεί στην ενοποίηση επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών οι οποίες αποτελούν θυγατρικές ή στις οποίες υφίσταται συμμετοχή, εφόσον συντρέχει μια τουλάχιστον από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:
- α) η επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στη διαβίβαση των αναγκαίων
πληροφοριών,
- β) η επιχείρηση είναι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής
Κεφαλαιαγοράς, αμελητέα σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή ο συνολικός ισολογισμός της εν λόγω επιχείρησης δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά: (αα) δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, ή (ββ) το 1% του συνολικού ισολογισμού της μητρικής ή της κατέχουσας τη συμμετοχή επιχείρησης,
- γ) κατά τη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η
ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης αντενδείκνυται ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε λανθασμένη εκτίμηση όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Κατ’ εξαίρεση, αν περισσότερες της μιας επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση εφόσον, ως σύνολο, παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον για τους σκοπούς της εποπτείας.
Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δύναται να εξαιρείται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, εν όλω ή εν μέρει, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που είναι θυγατρική άλλης μητρικής επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία εδρεύει σε τρίτη χώρα και υπόκειται σε τουλάχιστον ισοδύναμες υποχρεώσεις δημοσιοποίησης σε ενοποιημένη βάση, εφόσον η θυγατρική επιχείρηση περιλαμβάνεται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της μητρικής επιχείρησης.
Άρθρο 79
Υποχρεώσεις εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στο πλαίσιο μερικής ενοποίησης
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιτρέψει κατά περίπτωση, θέτοντας συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εγκατεστημένη στην Ελλάδα να συμπεριλάβει στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεών της, για τους σκοπούς εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 75, θυγατρικές της που πληρούν τα κριτήρια των υποπεριπτώσεων (γγ) και (δδ) της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 76 και των οποίων τα ουσιώδη χρηματοδοτικά ανοίγματα ή οι ουσιώδεις υποχρεώσεις υφίστανται έναντι της εν λόγω μητρικής επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Solo Consolidation).
Η δυνατότητα της παραγράφου 1 παρέχεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μητρική επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αποδεικνύει πλήρως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των νομικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων δεν υφίσταται ούτε προβλέπεται να υπάρξει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή νομικό κώλυμα στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων που οφείλονται από τη θυγατρική στη μητρική επιχείρηση.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σε ετήσια βάση τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών − μελών ή της τρίτης χώρας, αν η θυγατρική εδρεύει σε τρίτη χώρα, σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου 1 και δημοσιοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50, τις αντίστοιχες πληροφορίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 76.
Άρθρο 80
Αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί την εποπτεία σε ατομική και ενοποιημένη βάση, επί των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που εδρεύουν στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων τους, που είναι εγκατεστημένα σε κράτη − μέλη ή σε τρίτες χώρες.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση επί ομίλων που υπόκεινται με βάση τον παρόντα νόμο σε εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης εφόσον δεν περιλαμβάνουν κανένα πιστωτικό ίδρυμα ή των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εγκατεστημένη στην Ελλάδα.
Η εποπτεία που ασκεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, τη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και την εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ιδίως μέσω της αποφυγής συγκέντρωσης κινδύνων και της συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 71 έως 74.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς:
- α) συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών
− μελών ιδίως οσάκις οι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται βάσει της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ή μέσω της εγκατάστασης υποκαταστημάτων,
- β) ανταλλάσσει με τις ως άνω αρμόδιες αρχές, μετά
από σχετική αίτηση, κάθε πληροφορία που μπορεί να διευκολύνει την εποπτεία της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων και ιδίως τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στην Οδηγία 2006/49/ΕΚ.
Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στον παρόντα νόμο και στην Οδηγία 2006/49/ΕΚ, ως επίσης και κάθε στοιχείο ή πληροφορία που συλλέγονται στο πλαίσιο της εποπτείας, υπόκειται στις ακόλουθες υποχρεώσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου:
- α) για τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ισχύουν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα
άρθρα 54 και 58 της Οδηγίας 2004/39//ΕΚ·
- β) για τα πιστωτικά ιδρύματα, ισχύουν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 60 του παρόντος
νόμου.
Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου:
- α) να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες,
- β) να λαμβάνει γενικά μέτρα, που αφορούν όλες τις
επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή ορισμένη κατηγορία αυτών,
- γ) να λαμβάνει ειδικά μέτρα, που αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, και
- δ) να προβαίνει στην αξιολόγηση και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των
επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας εκ μέρους της δειγματοληπτικών ελέγχων,
- ε) να προβαίνει στη θέσπιση κανόνων σχετικά με τα
μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, δύναται, λαμβάνοντας υπόψη τις Οδηγίες 2006/49/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, να προβαίνει ιδίως στις κάτωθι ενέργειες:
- α) Να αξιολογεί τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις
διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
- β) Να καθορίζει τα απαιτούμενα κριτήρια, για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση των επιχειρήσεων αυτών
προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος νόμου και να αξιολογεί τους κινδύνους τους οποίους έχουν αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβουν οι επιχειρήσεις αυτές.
- γ) Να καθορίζει:
(αα) τα κριτήρια και τις εν γένει υποχρεώσεις των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εκ μέρους τους ή και την παράλειψη της δημοσιοποίησης στοιχείων και πληροφοριών, με βάση το άρθρο 74, (ββ) μεγαλύτερο αριθμό δημοσιοποιήσεων και μεγαλύτερη συχνότητα για μια ή περισσότερες από τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιούνται κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω υποπερίπτωσης (αα), (γγ) τις προθεσμίες δημοσιοποίησης, (δδ) τα μέσα και τόπους δημοσιοποίησης, επιπλέον ή κατά παρέκκλιση από εκείνα που ισχύουν για τις ετήσιες και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, (εε) τη χρησιμοποίηση ειδικών μέσων επαλήθευσης για τις δημοσιοποιήσεις που δεν καλύπτονται από τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και (ζζ) ποιες δημοσιοποιήσεις των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες πραγματοποιούνται δυνάμει άλλων διατάξεων της νομοθεσίας, θεωρεί ισοδύναμες προς τις απαιτούμενες κατ’ εφαρμογή της υποπερίπτωσης (αα).
- δ) Να καθορίζει τα κριτήρια:
(αα) για την αναγνώριση των εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης ως επιλέξιμων, ανεξαρτήτως της χώρας έδρας τους, για τους σκοπούς εφαρμογής των απόφασεών της περί «Σταθμισμένων κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση», ώστε να διασφαλίζεται ότι η μεθοδολογία αξιολόγησης που εφαρμόζουν ικανοποιεί τις απαιτήσεις για αντικειμενικότητα, ανεξαρτησία, διαφάνεια, υπόκειται σε διαρκή αναθεώρηση για ενδεχόμενη αναπροσαρμογή της, καθώς και ότι η εκάστοτε αξιολόγηση που προκύπτει είναι αξιόπιστη και διενεργείται με διαφανή τρόπο, (ββ) για τον προσδιορισμό με αντικειμενικό και συνεπή τρόπο των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας που καθορίζονται με βάση την αναφερόμενη στην ανωτέρω περίπτωση (αα) απόφασή της, με τις οποίες πρέπει να αντιστοιχηθεί κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση που πραγματοποιείται από επιλέξιμο εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης.
- ε) Να αναγνωρίζει, χωρίς να προβεί σε δική της, κατά
περίπτωση, αξιολόγηση ή αντιστοίχηση: (αα) έναν εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης ως επιλέξιμο για τον ανωτέρω σκοπό εφόσον αυτός έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών − μελών ή την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και (ββ) την αντιστοίχηση των πιστωτικών αξιολογήσεων του κατά την ανωτέρω περίπτωση αναγνωρισμένου οργανισμού, την οποία έχουν καθορίσει οι αρμόδιες αρχές άλλων κρατών − μελών ή η Τράπεζα της Ελλάδος.
- στ) Να καθορίζει το είδος και τη συχνότητα υποβολής
στοιχείων από τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην εποπτεία της με βάση τον παρόντα νόμο.
- ζ) Να επιτρέπει τη χρήση από τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών των πιστοληπτικών αξιολογήσεων οργανισμών εξαγωγικών πιστώσεων για
τους σκοπούς στάθμισης ανοιγμάτων έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, σύμφωνα με τις αποφάσεις της περί των «Σταθμισμένων κατά Κίνδυνο Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων, σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση», εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (αα) πρόκειται για συναινετική βαθμολόγηση κινδύνου από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων που συμμετέχουν στο «Διακανονισμό περί κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα των εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες τυγχάνουν δημόσιας στήριξης» του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), ή (ββ) ο οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων δημοσιεύει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του και εφαρμόζει τη μεθοδολογία που έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο του Ο.Ο.Σ.Α., και η πιστοληπτική αξιολόγηση συνδέεται με ένα από τα οκτώ ελάχιστα ασφάλιστρα εξαγωγικών πιστώσεων (ΕΑΕΠ) που προβλέπονται από τη μεθοδολογία αυτή.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου δύναται, στο πλαίσιο άσκησης εποπτείας σε ενοποιημένη βάση να καθορίζει τις πληροφορίες που δημοσιοποιούν σε ατομική ή σε υποενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εγκατεστημένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ρόν Κεφάλαιο, θεσπίζονται, κατ’ εξαίρεση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των κοινοτικών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν κατά κύριο λόγο τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Άρθρο 82
Εποπτικά μέτρα
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί από τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του νόμου αυτού και των σχετικών αποφάσεών της, να προβαίνουν εγκαίρως στις απαραίτητες ενέργειες ή να λαμβάνουν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα προκειμένου να αντιμετωπιστούν ελλείψεις ή αδυναμίες.
Για το σκοπό της παραγράφου 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί από τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τα ακόλουθα: (α) την τήρηση ιδίων κεφαλαίων καθ’ υπέρβαση του ελαχίστου ύψους που ορίζεται με τις εκάστοτε γενικής εφαρμογής σχετικές αποφάσεις της περί κεφαλαιακής επάρκειας, (β) τη βελτίωση των στρατηγικών, πολιτικών, συστημάτων και διαδικασιών που εφαρμόζονται με βάση τα άρθρα 71 και 73 του παρόντος νόμου, (γ) την εφαρμογή μιας ειδικής, από απόψεως κεφαλαιακής επάρκειας, πολιτικής προβλέψεων ή μεταχείρισης των στοιχείων του ενεργητικού, (δ) τον περιορισμό ή την τήρηση ορίων ως προς το είδος και την έκταση των δραστηριοτήτων τους ή το δίκτυό τους, (ε) τη μείωση του κινδύνου τον οποίον ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματά τους, (στ) την απαγόρευση ή τον περιορισμό της διανομής κερδών και τη μεταφορά τους σε ειδικό αποθεματικό ή το σχηματισμό προβλέψεων.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλει ειδικές κεφαλαιακές απαιτήσεις, καθ’ υπέρβαση του ελαχίστου ορίου που καθορίζεται με τις γενικής ισχύος περί κεφαλαιακής επάρκειας αποφάσεις της, στις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που δεν πληρούν τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή των άρθρων 71 και 73 του παρόντος και των αποφάσεών της που προβλέπονται στα άρθρα 72 και 81 ή στις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών για τις οποίες κατέληξε σε αρνητικές διαπιστώσεις στο πλαίσιο της αξιολόγησης που διενήργησε με βάση τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 81 του παρόντος, σε περίπτωση κατά την οποία κρίνει ότι η μεμονωμένη εφαρμογή άλλων μέτρων δεν θα αποφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Άρθρο 83
Κυρώσεις Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ανακλήσεως αδείας λειτουργίας επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλει στην επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, τους νόμιμους εκπροσώπους και τους διοικούντες αυτή επίπληξη ή πρόστιμο μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Η επιβολή των κυρώσεων του προηγούμενου εδαφίου δεν κωλύει τη σωρευτική επιβολή και λοιπών κυρώσεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς σε περίπτωση παράβασης, δια των ιδίων πράξεων ή παραλείψεων, και άλλων διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς.
Άρθρο 84
Απαλλαγή από την υποχρέωση εφαρμογής των κεφαλαιακών απαιτήσεων σε ενοποιημένη βάση
Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως οι κατά περίπτωση αρμόδιες για την άσκηση της Εποπτείας σε ενοποιημένη βάση αρχές, με βάση τον παρόντα νόμο, ομίλων που περιλαμβάνουν πιστωτικό ίδρυμα και επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δύνανται να χορηγούν, κατά περίπτωση, απαλλαγή από την εφαρμογή των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων, καθορίζοντας αντίστοιχα με σχετικές αποφάσεις τους τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω απαλλαγής, καθώς και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η εν λόγω απαλλαγή, σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία.
Σε περίπτωση χρήσης της διακριτικής ευχέρειας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου:
- α) Οι ως άνω εποπτικές αρχές λαμβάνουν άλλα
ανάλογα μέτρα για την εποπτεία των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων σε ολόκληρο τον όμιλο, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που δεν είναι εγκατεστημένες σε κανένα κράτος−μέλος.
- β) Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28
και 29 ή 73 και 74 αντίστοιχα κατά περίπτωση του παρόντος νόμου εφαρμόζονται σε ατομική βάση, τα προβλεπόμενα δε στην παράγραφο 5 του άρθρου 25 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται για την εποπτεία των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε ατομική βάση.
Στην περίπτωση ομίλου που δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαλλάσσει τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την εφαρμογή των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων ορίζοντας τις σχετικές προϋποθέσεις.
Άρθρο 85
Διακριτική ευχέρεια εποπτικών αρχών για αναγνώριση του συμψηφισμού θέσεων H Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως οι κατά περίπτωση αρμόδιες για την άσκηση της Εποπτείας σε ενοποιημένη βάση αρχές με βάση τον παρόντα νόμο, δύνανται να επιτρέπουν, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται αντίστοιχα με σχετικές αποφάσεις τους, κατ’ εφαρμογή των Οδηγιών 2006/48/ ΕΚ και 2006/49/ΕΚ, το συμψηφισμό των θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, των θέσεων σε συνάλλαγμα και σε βασικά εμπορεύματα ενός ιδρύματος με τις αντίστοιχες θέσεις άλλου ιδρύματος ή επιχειρήσεων τρίτων χωρών.
Άρθρο 86
Δαπάνες εποπτείας Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καθορίζει ότι, κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του Καταστατικού της, οι σχετικές με τον έλεγχο δαπάνες βαρύνουν τα εποπτευόμενα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα. Στην περίπτωση αυτή προσδιορίζει επίσης το κατά περίπτωση ύψος των δαπανών, τα κριτήρια βάσει των οποίων αυτές μπορεί να διαφοροποιούνται κατά κατηγορία εποπτευόμενων ιδρυμάτων ή ελεγχόμενων δραστηριοτήτων, τον τρόπο είσπραξης των δαπανών και κάθε λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 87
Τροποποίηση του καταστατικού των πιστωτικών ιδρυμάτων
Η διαδικασία για την έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού των πιστωτικών ιδρυμάτων διέπεται από τις ισχύουσες γενικές διατάξεις. Απαιτείται έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος για την τροποποίηση που αφορά το είδος των δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και σε κάθε περίπτωση μείωσης ή αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου η οποία δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά, είτε οι πράξεις αυτές συνοδεύονται από τροποποίηση των καταστατικών διατάξεων είτε όχι.
Προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α΄), όπως ισχύει, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος για κάθε τροποποίηση του καταστατικού τους. Η έγκριση αυτή αποτελεί προϋπόθεση για την κατά νόμο καταχώριση του περιλαμβάνοντος την τροποποίηση καταστατικού στο μητρώο συνεταιρισμών του αρμόδιου ειρηνοδικείου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος τις τροποποιήσεις που δεν υπόκεινται σε έγκρισή της μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη λήψη της σχετικής απόφασης.
Άρθρο 88
Εκτοκισμός δανείων ή λοιπών πιστώσεων
Τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα υποχρεούνται να παύουν τη λογιστικοποίηση των τόκων των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούν, υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων από χρηματοδοτικές μισθώσεις με βάση το ν. 1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α΄), μετά τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος κατά το οποίο λογισθέντες τόκοι επί των δανείων ή λοιπών πιστώσεων αυτών παραμένουν ανείσπρακτοι και το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες προκειμένου περί οφειλών από δάνεια προς φυσικά πρόσωπα που εξασφαλίζονται πλήρως με ακίνητα και τους τρεις (3) μήνες προκειμένου για οφειλές από λοιπές πιστοδοτήσεις. Μετά την πάροδο του ως άνω διαστήματος επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και εξ ανατοκισμού όπου επιτρέπεται, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται. Ειδικά προκειμένου περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων με τη μορφή αλληλόχρεων λογαριασμών, εφόσον οι λογιζόμενοι και μη εισπραττόμενοι τόκοι προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ισόποση πίστωση των λογαριασμών αυτών εντός του τριμήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού των τόκων προκειμένου να μην παύσει ο εκτοκισμός των δανείων ή λοιπών πιστώσεων.
Απαγορεύεται σε πιστωτικό ίδρυμα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου να χορηγεί νέα δάνεια για την πληρωμή οφειλόμενων σε αυτό ληξιπρόθεσμων τόκων με αποτέλεσμα την αναστολή εφαρμογής της διάταξης της εν λόγω παραγράφου, καθώς και να προβαίνει σε ρύθμιση οφειλών ισοδύναμου αποτελέσματος εκτός εάν πρόκειται για σύμβαση γενικότερης ρύθμισης οφειλών του δανειολήπτη, που θα στηρίζεται σε εμπεριστατωμένη μελέτη από το πιστωτικό ίδρυμα της δυνατότητας εξυπηρέτησης των ρυθμιζόμενων οφειλών με βάση συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Απαγορεύεται επίσης στα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα η κεφαλαιοποίηση τόκων, που δεν προβλέπεται σε αρχική δανειακή σύμβαση μεσομακροπρόθεσμης χρηματοδότησης ή σε σύμβαση γενικότερης ρύθμισης οφειλών, κατά το αμέσως προηγούμενο εδάφιο.
Εξουσιοδοτείται η Τράπεζα της Ελλάδος να παρέχει διευκρινιστικές οδηγίες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν επηρεάζουν τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα για τα πιστωτικά ιδρύματα.
Άρθρο 89
Παροχή ασφάλειας υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος
Επί των κατατιθέμενων υποχρεωτικά ή προαιρετικά εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδος περιουσιακών στοιχείων η Τράπεζα της Ελλάδος έχει νόμιμο ενέχυρο για την κάλυψη των κάθε είδους απαιτήσεών της στο πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής και από συναλλαγές μέσω συστημάτων πληρωμών και εκκαθάρισης εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών. Εφόσον οι ανωτέρω απαιτήσεις δεν καλύπτονται μέσω του ενεχύρου, οι οφειλέτες υποχρεούνται να το συμπληρώνουν αμέσως.
Οι συνιστώμενες από πιστωτικό ίδρυμα ασφάλειες επί κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος ή υπέρ άλλης κεντρικής τράπεζας μέλους του ευρωσυστήματος ασφαλίζουν ως ομάδα με κυμαινόμενη σύνθεση όλες τις απαιτήσεις τους στο πλαίσιο πράξεων νομισματικής πολιτικής και παροχής ενδοημερήσιας ρευστότητας σε βάρος του πιστωτικού ιδρύματος. Στην περίπτωση αυτή το πιστωτικό ίδρυμα δεν επιτρέπεται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της ασφαλειολήπτριας κεντρικής τράπεζας να αποσύρει ή/και να διαθέτει περαιτέρω τα δοθέντα ως ασφάλεια περιουσιακά στοιχεία.
Η αναγγελία προς τον οφειλέτη της σύστασης ασφάλειας από πιστωτικό ίδρυμα υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος ή άλλης κεντρικής τράπεζας μέλους του ευρωσυστήματος, στο πλαίσιο πράξεων νομισματικής μορφής, δημιουργεί προτεραιότητα έναντι κάθε μεταγενέστερης αναγγελίας σύστασης ασφάλειας επί απαιτήσεων από το ίδιο δάνειο ή πίστωση, καθ’ οιονδήποτε τρόπο γενομένης, περιλαμβανομένης της δημοσίευσης βάσει των διατάξεων του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α΄).
Άρθρο 90
Τροποποίηση του ν. 2789/2000
Το εδάφιο ιγ΄ του άρθρου 1 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α΄), όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής: «ιγ) Ασφάλεια: Όλα τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβανομένων και των απαιτήσεων εκ τραπεζικών δανείων ή λοιπών πιστώσεων, ή χρήμα, που παρέχονται δυνάμει ενεχύρου, εγγυοδοσίας, σύμβασης πωλήσεως με σύμφωνο επαναγοράς ή παρεμφερούς συμφωνίας ή με άλλο τρόπο, για την εξασφάλιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που ενδέχεται να προκύψουν σε συνάρτηση με Σύστημα ή που παρέχονται στις κεντρικές τράπεζες των κρατών−μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.»
H παράγραφος 2 του άρθρου 9 του ανωτέρω νόμου τροποποιείται ως εξής: «2. Εφόσον υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή Συμμετέχοντος σε Σύστημα στο πλαίσιο λειτουργίας του ή Αντισυμβαλλομένου κεντρικής τράπεζας των κρατώνμελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά χρηματοπιστωτικά μέσα ή οι απαιτήσεις εκ τραπεζικών δανείων ή λοιπών πιστώσεων επί των οποίων έχει συσταθεί Ασφάλεια, επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί αναγκαστικής εκποίησης, να εκποιούνται από τον Διακανονιστή ή τον Κεντρικό Αντισυμβαλλόμενο του Συστήματος, την κεντρική τράπεζα ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή, εφόσον πρόκειται περί τίτλων ή απαιτήσεων ληξιπρόθεσμων και απαιτητών, να εισπράττονται τα σχετικά ποσά από τον Διακανονιστή ή τον Κεντρικό Αντισυμβαλλόμενο του Συστήματος, την κεντρική τράπεζα ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ιδίω ονόματι. Η εκποίηση γίνεται χρηματιστηριακώς, μέσω μέλους της οργανωμένης αγοράς που ορίζει ο Διακανονιστής, ο Κεντρικός Αντισυμβαλλόμενος, η κεντρική τράπεζα ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή, κατ’ επιλογήν του Διακανονιστή, του Κεντρικού Αντισυμβαλλομένου, της κεντρικής τράπεζας ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και εξωχρηματιστηριακώς, εφόσον αντικείμενο της Ασφάλειας είναι απαιτήσεις εκ τραπεζικών δανείων ή λοιπών πιστώσεων, τίτλοι του Δημοσίου ή και άλλοι τίτλοι τους οποίους διαπραγματεύονται νομίμως κατ’ επάγγελμα πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών διενεργώντας απευθείας συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό με πελάτες τους. Το προϊόν της εκποιήσεως ή το εισπραττόμενο ποσό διατίθεται κατά προτεραιότητα για την ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως. Όταν η Ασφάλεια έχει παρασχεθεί με τη μορφή συμβάσεως πωλήσεως τίτλων με σύμφωνο επαναγοράς και ο υπόχρεος σε επαναγορά Συμμετέχων ή Αντισυμβαλλόμενος καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του για την καταβολή του τιμήματος, ο Διακανονιστής, η κεντρική τράπεζα ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δύνανται αμέσως να διαθέτουν ελεύθερα τους τίτλους που είχαν αγοράσει.»
Άρθρο 91
Καλυμμένες ομολογίες
Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να εκδίδουν καλυμμένες ομολογίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και συμπληρωματικά του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄) άρθρα 1 έως και 9, 12 και 14.
Τα καθήκοντα εκπροσώπου ομολογιούχων ασκεί θεματοφύλακας (trustee) που δύναται να είναι πιστωτικό ίδρυμα ή θυγατρική εταιρεία πιστωτικού ιδρύματος που παρέχουν νομίμως υπηρεσίες στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στους όρους του ομολογιακού δανείου ο θεματοφύλακας ευθύνεται έναντι των ομολογιούχων για δόλο και βαρεία αμέλεια.
Το κάλυμμα των καλυμμένων ομολογιών δύναται να συνίσταται σε απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις κάθε φύσεως και συμπληρωματικά σε απαιτήσεις από παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (όπως ενδεικτικά απαιτήσεις από συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων), σε καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα και σε κινητές αξίες, όπως ορίζεται ειδικότερα με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο λόγος της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν το κάλυμμα προς την αξία των καλυμμένων ομολογιών κατά την έκδοση, ο τρόπος αποτίμησης των περιουσιακών αυτών στοιχείων, καθώς και ο έλεγχος για τη διασφάλιση της επάρκειας του καλύμματος καθ’ όλη τη διάρκεια της έκδοσης. Ο λόγος της αξίας των περιουσιακών στοιχείων προς την αξία των ομολογιών δύναται να ορίζεται διαφορετικός ανάλογα με το είδος των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν το κάλυμμα, ιδίως ανάλογα με το είδος των δανείων ή πιστώσεων οι απαιτήσεις από τα οποία συγκαταλέγονται στο κάλυμμα.
Επί του καλύμματος συνιστάται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και άλλων δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων συνδέονται με την έκδοση των ομολογιών (όπως ενδεικτικά απαιτήσεων από χρηματοοικονομικά παράγωγα συνδεόμενα με την έκδοση των ομολογιών, απαιτήσεων του θεματοφύλακα για συμφωνηθείσες αμοιβές και δαπάνες του, απαιτήσεων τυχόν εγγυητών, απαιτήσεων τυχόν διαχειριστή των δανείων) και οι οποίοι αναφέρονται ως εξασφαλιζόμενοι δανειστές στο πρόγραμμα των ομολογιών. Σε περίπτωση που ορισμένα από τα περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν το κάλυμμα των ομολογιών διέπονται από ξένο δίκαιο, θα συστήνεται εμπράγματη εξασφάλιση επ’ αυτών υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών εξασφαλιζόμενων δανειστών σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου δικαίου.
Οι απαιτήσεις που συγκαταλέγονται στο κάλυμμα των ομολογιών αναφέρονται ονομαστικά σε έγγραφο που υπογράφεται από τον εκδότη και τον θεματοφύλακα και καταχωρείται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη σημεία του, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (ΦΕΚ 220 Α΄). Με τον ίδιο τρόπο δύνανται να αντικαθίστανται απαιτήσεις που συνιστούν μέρος του καλύμματος με άλλες ή να προστίθενται απαιτήσεις στο κάλυμμα. ΦΕΚ 179 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 3793 άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στους όρους του ομολογιακού δανείου.
Από την καταχώριση του εγγράφου της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου το κύρος της έκδοσης του ομολογιακού δανείου, της σύστασης του νομίμου ενεχύρου και της τυχόν διεπόμενης από ξένο δίκαιο εμπράγματης ασφάλειας, των πληρωμών προς τους ομολογιούχους και τους λοιπούς δανειστές που εξασφαλίζονται με το νόμιμο ενέχυρο, καθώς και της σύναψης κάθε σχετικής με την έκδοση των καλυμμένων ομολογιών σύμβασης δεν θίγεται από την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας, όπως ορίζονται στο ν. 3458/2006 (ΦΕΚ 94 Α΄), σε σχέση με τον εκδότη.
Απαγορεύεται η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων που συγκαταλέγονται στο κάλυμμα. Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στους όρους του ομολογιακού δανείου, οποιαδήποτε διάθεσή τους από τον εκδότη χωρίς την έγγραφη συναίνεση του θεματοφύλακα είναι άκυρη.
Με το πρόγραμμα του ομολογιακού δανείου μπορεί να ορίζεται ότι είτε εξ αρχής είτε αν επέλθουν ορισμένα γεγονότα, όπως ενδεικτικά έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας σε σχέση με τον εκδότη, ο θεματοφύλακας θα δύναται να αναθέτει ή να αναλαμβάνει την είσπραξη και εν γένει διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν το κάλυμμα των ομολογιών κατ’ ανάλογη εφαρμογή των παραγράφων 14 έως και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄). Σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εκδότη η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ορίσει διαχειριστή, ανεξάρτητα από τις εξουσίες που τυχόν αναθέτει σε Επίτροπο ή Εκκαθαριστή με βάση τα ανωτέρω άρθρα 63 και 68 του παρόντος, αν δεν το πράξει ο θεματοφύλακας. Τα ποσά που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεων που συγκαταλέγονται στο νόμιμο ενέχυρο και τη ρευστοποίηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε αυτό διατίθενται για την εξόφληση των ομολογιών και των λοιπών εξασφαλιζόμενων με το νόμιμο ενέχυρο απαιτήσεων σύμφωνα με τους όρους του ομολογιακού δανείου.
Με καλυμμένες ομολογίες δύνανται να εξομοιούνται οι ομολογίες που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ειδικού σκοπού, που εδρεύει είτε στην Ελλάδα είτε σε κράτος − μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, και που αποκτά απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις κάθε φύσεως από πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄) περί τιτλοποίησης, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα εγγυάται ευθυνόμενο ως αυτοφειλέτης υπέρ του συνόλου των απαιτήσεων των ομολογιούχων. Επιπλέον, προκειμένου να εξομοιωθούν οι εκδιδόμενες από το νομικό πρόσωπο ειδικού σκοπού ομολογίες με καλυμμένες ομολογίες πρέπει να πληρούνται οι προϋποθέσεις της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος που προβλέπεται να εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σε σχέση με την αξία των ομολογιών και την αξία και το είδος των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου ειδικού σκοπού. Η παράγραφος 8 του παρόντος άρθρου ισχύει και στην περίπτωση αυτή.
Οι καλυμμένες ομολογίες δύνανται να εισάγονται σε οργανωμένη αγορά κατά την έννοια της παραγράφου 14 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύει, καθώς και να διατίθενται με δημόσια προσφορά, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
Σε περίπτωση έκδοσης σύμφωνα με ξένο δίκαιο ομολογιών, οι οποίες χαρακτηρίζονται κατά το οικείο δίκαιο ως καλυμμένες, από πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε κράτος − μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ο εκδότης δύναται να συνιστά νόμιμο ενέχυρο επί απαιτήσεων που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο υπέρ των ομολογιούχων και άλλων δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων συνδέονται με την έκδοση των ομολογιών κατ’ ανάλογη εφαρμογή των παραγράφων 5, 6 και 8 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 14 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄).
Με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 92
Καταργούμενες διατάξεις
- α) Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις και οποιαδήποτε υφιστάμενη αναφορά σε αυτές νοείται στο εξής
ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου:
Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 25, 27 παράγραφοι 1, 2 και 3, 28, 29 και 30 παράγραφος 1 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄), όπως ισχύει.
Οι διατάξεις του π.δ. 267/1995 (ΦΕΚ 149 Α΄), όπως ισχύει.
Οι διατάξεις του ν. 5076/1931 (ΦΕΚ 186 Α΄), όπως ισχύει, και κάθε υφιστάμενη αναφορά στη νομοθεσία στον όρο «τράπεζα» νοείται στο εξής ως αναφορά στον όρο «πιστωτικό ίδρυμα» του εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.
Οι διατάξεις του α.ν. 1665/1951 (ΦΕΚ 31 Α΄), όπως ισχύει.
Το άρθρο 3 του α.ν. 675/1945 (ΦΕΚ 282 Α΄).
Το άρθρο 5 του ν. δ. 588/1948 (ΦΕΚ 85 Α΄).
Τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1387/1950 (ΦΕΚ 1 Α΄).
Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 1665/1986, όπως έχει αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3483/2006 (ΦΕΚ 169 Α΄).
Η παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 1905/1990 (ΦΕΚ 147 Α΄).
Η παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3148/2003 (ΦΕΚ 136 Α΄).
Τα άρθρα 2 παρ. 3, 4, 5, 17, 20 έως και 31, 33 έως και 39, το άρθρο 3 παρ. 5 και 6 και τα άρθρα 9, 32 έως και 38 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α΄), όπως ισχύουν και κάθε αναφορά σε αυτά νοείται στο εξής ως αναφορά στις διατάξεις του παρόντος νόμου και στις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που θα εκδοθούν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 και της παρ. 3 του άρθρου 72 του παρόντος νόμου. Ειδικώς, η κατάργηση των άρθρων αυτών ισχύει από την έναρξη ισχύος των εν λόγω αποφάσεων.
Οι διατάξεις του ν.δ. 1321/1972 (ΦΕΚ 239 Α΄).
Οι διατάξεις του ν.δ. 116/1973 (ΦΕΚ 197 Α΄).
Οι διατάξεις του π.δ. της 22/30.9.1931 (ΦΕΚ 342 Α΄). έχει προστεθεί με το άρθρο 15 του ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 154 Α΄).
- β) Οι αποφάσεις, εγκύκλιοι και διευκρινιστικές οδηγίες
που έχουν εκδοθεί από Υπουργούς ή αρμόδιες αρχές, βάσει διατάξεων που καταργούνται στην παράγραφο α΄ του παρόντος άρθρου, τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή αντικαθίστανται με διατάξεις του παρόντος νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την κατάργηση, τροποποίηση, συμπλήρωση ή αντικατάστασή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος νόμου.
Άρθρο 93
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 31 Ιουλίου 2007
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Γ. ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗΣ Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους. Αθήνα, 1 Αυγούστου 2007 Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΠΩΛΗΣΗΣ Φ.Ε.Κ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ − Βασ. Όλγας 227 23104 23956 ΛΑΡΙΣΑ − Διοικητήριο 2410 597449 ΠΕΙΡΑΙΑΣ − Ευριπίδου 63 210 4135228 ΚΕΡΚΥΡΑ − Σαμαρά 13 26610 89122 ΠΑΤΡΑ − Κορίνθου 327 2610 638109 ΗΡΑΚΛΕΙΟ − Πεδιάδος 2 2810 300781 ΙΩΑΝΝΙΝΑ − Διοικητήριο 26510 87215 ΜΥΤΙΛΗΝΗ − Πλ. Κωνσταντινουπόλεως 1 22510 46654 ΚΟΜΟΤΗΝΗ − Δημοκρατίας 1 25310 22858 ΤΙΜΗ ΠΩΛΗΣΗΣ ΦΥΛΛΩΝ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Σε έντυπη μορφή η μ ρφή • Για τα Φ.Ε.Κ. από 1 μέχρι 16 σελίδες σε 1 €, προσαυξανόμενη κατά 0,20 € για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο ή μέρος αυτού. • Για τα φωτοαντίγραφα Φ.Ε.Κ. σε 0,15 € ανά σελίδα. Σε μορφή DVD/CD μ ρφή Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Τεύχος Ετήσια έκδοση Τριμηνιαία έκδοση Μηνιαία έκδοση Α΄ 150 € 40 € 15 € Α.Α.Π. 110 € 30 € − Β΄ 300 € 80 € 30 € Ε.Β.Ι. 100 € − − Γ΄ 50 € − − Α.Ε.Δ. 5 € − − Υ.Ο.Δ.Δ. 50 € − − Δ.Δ.Σ. 200 € − 20 € Δ΄ 110 € 30 € − Α.Ε. − Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. − − 100 € • Η τιμή πώλησης μεμονωμένων Φ.Ε.Κ. σε μορφή cd−rom από εκείνα που διατίθενται σε ψηφιακή μορφή και μέχρι 100 σελίδες, σε 5 € προσαυξανόμενη κατά 1 € ανά 50 σελίδες. • Η τιμή πώλησης σε μορφή cd−rom/dvd, δημοσιευμάτων μιας εταιρείας στο τεύχος Α.Ε.−Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. σε 5 € ανά έτος. ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΗ Φ.Ε.Κ.: Τηλεφωνικά: 210 4071010 − fax: 210 4071010 − internet: http://www.et.gr ΕΤΗΣΙΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ Φ.Ε.Κ. Τεύχος Έντυπη μορφή Ψηφιακή Μορφή Τεύχος Έντυπη μορφή Ψηφιακή Μορφή Α΄ 225 € 190 € Α.Ε.Δ. 10 € Δωρεάν Β΄ 320 € 225 € Α.Ε. − Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. 2.250 € 645 € Γ΄ 65 € Δωρεάν Δ.Δ.Σ. 225 € 95 € Υ.Ο.Δ.Δ. 65 € Δωρεάν Α.Σ.Ε.Π. 70€ Δωρεάν Δ΄ 160 € 80 € Ο.Π.Κ. − Δωρεάν Α.Α.Π. 160 € 80 € Α΄+ Β΄+ Δ΄ + Α.Α.Π. − 450 € Ε.Β.Ι. 65 € 33 € • Το τεύχος Α.Σ.Ε.Π. (έντυπη μορφή) θα αποστέλλεται σε συνδρομητές ταχυδρομικά, με την επιβάρυνση των 70 €, ποσό το οποίο αφορά τα ταχυδρομικά έξοδα. • Για την παροχή πρόσβασης μέσω διαδικτύου σε Φ.Ε.Κ. προηγουμένων ετών και συγκεκριμένα στα τεύχη: α) Α, Β, Δ, Α.Α.Π., Ε.Β.Ι. και Δ.Δ.Σ., η τιμή προσαυξάνεται, πέραν του ποσού της ετήσιας συνδρομής του 2007, κατά 40 € ανά έτος και ανά τεύχος και β) για το τεύχος Α.Ε.−Ε.Π.Ε. & Γ.Ε.ΜΗ., κατά 60 € ανά έτος παλαιότητας. * Η καταβολή γίνεται σε όλες τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.). Το πρωτότυπο διπλότυπο (έγγραφο αριθμ. πρωτ. 9067/28.2.2005 2η Υπηρεσία Επιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου) με φροντίδα των ενδιαφερομένων, πρέπει να αποστέλλεται ή να κατατίθεται στο Εθνικό Τυπογραφείο (Καποδιστρίου 34, Τ.Κ. 104 32 Αθήνα). * Σημειώνεται ότι φωτοαντίγραφα διπλοτύπων, ταχυδρομικές Επιταγές για την εξόφληση της συνδρομής, δεν γίνονται δεκτά και θα επιστρέφονται. * Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα μέλη της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίου Τύπου Αθηνών και Επαρχίας, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, η Ε.Σ.Η.Ε.Α., τα τριτοβάθμια συνδικαλιστικά Όργανα και οι τριτοβάθμιες επαγγελματικές ενώσεις δικαιούνται έκπτωσης πενήντα τοις εκατό (50%) επί της ετήσιας συνδρομής (τρέχον έτος + παλαιότητα). * Το ποσό υπέρ Τ.Α.Π.Ε.Τ. [5% επί του ποσού συνδρομής (τρέχον έτος + παλαιότητα)], καταβάλλεται ολόκληρο (Κ.Α.Ε. 3512) και υπολογίζεται πριν την έκπτωση. * Στην Ταχυδρομική συνδρομή του τεύχους Α.Σ.Ε.Π. δεν γίνεται έκπτωση. Πληροφορίες για δημοσιεύματα που καταχωρούνται στα Φ.Ε.Κ. στο τηλ.: 210 5279000. Φωτοαντίγραφα παλαιών Φ.Ε.Κ.: Μάρνη 8 τηλ.: 210 8220885, 210 8222924, 210 5279050. Οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα ελεύθερης ανάγνωσης των δημοσιευμάτων που καταχωρούνται σε όλα τα τεύχη της Εφημερίδας της
| Τεύχος | Ετήσια έκδοση | Τριμηνιαία έκδοση | Μηνιαία έκδοση |
|---|---|---|---|
| Α΄ | 150 € | 40 € | 15 € |
| Β΄ | 300 € | 80 € | 30 € |
| Γ΄ | 50 € | − | − |
| Υ.Ο.Δ.Δ. | 50 € | − | − |
| Δ΄ | 110 € | 30 € | − |
| Τεύχος | Ετήσια έκδοση | Τριμηνιαία έκδοση | Μηνιαία έκδοση |
| --- | --- | --- | --- |
| Α.Α.Π. | 110 € | 30 € | − |
| Ε.Β.Ι. | 100 € | − | − |
| Α.Ε.Δ. | 5 € | − | − |
| Δ.Δ.Σ. | 200 € | − | 20 € |
| Α.Ε. − Ε.Π.Ε.και Γ.Ε.ΜΗ. | − | − | 100 € |
| Τεύχος | Έντυπη μορφή | Ψηφιακή Μορφή | |
| --- | --- | --- | |
| Α΄ | 225 € | 190 € | |
| Β΄ | 320 € | 225 € | |
| Γ΄ | 65 € | Δωρεάν | |
| Υ.Ο.Δ.Δ. | 65 € | Δωρεάν | |
| Δ΄ | 160 € | 80 € | |
| Α.Α.Π. | 160 € | 80 € | |
| Ε.Β.Ι. | 65 € | 33 € | |
| Τεύχος | Έντυπη μορφή | Ψηφιακή Μορφή | |
| --- | --- | --- | |
| Α.Ε.Δ. | 10 € | Δωρεάν | |
| Α.Ε.−Ε.Π.Ε.καιΓ.Ε.ΜΗ. | 2.250 € | 645 € | |
| Δ.Δ.Σ. | 225 € | 95 € | |
| Α.Σ.Ε.Π. | 70€ | Δωρεάν | |
| Ο.Π.Κ. | − | Δωρεάν | |
| Α΄+ Β΄+ Δ΄ + Α.Α.Π. | − | 450 € |
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)