Νόμοι — ΦΕΚ A' 184/2020

Type Νόμος
Publication 2020-09-24
Τελευταία ενημέρωση 2020-09-23
State In force
Source ΦΕΚ
articles 454
Reform history JSON API
3.

Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) είναι αποκλειστικά αρμόδια για την παροχή υπηρεσιών επαλήθευσης ταυτότητας των φυσικών προσώπων προς τους φορείς του δημόσιου τομέα και για την αντιστοίχιση των Π.Α. με τους αναγνωριστικούς αριθμούς των μητρώων (ειδικούς τομεακούς αριθμούς) των φορέων του δημόσιου τομέα, ιδίως Α.Φ.Μ. και Α.Μ.Κ.Α., με σκοπό την επαλήθευση της ταυτότητας των φυσικών προσώπων και την επίτευξη διαλειτουργικότητας των πληροφοριακών συστημάτων των αρμόδιων φορέων μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας, υπό τους όρους προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως προβλέπονται στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων και την εθνική νομοθεσία.

4.

Η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. είναι υπεύθυνη επεξεργασίας για τους σκοπούς της επαλήθευσης της ταυτότητας των φυσικών προσώπων και τηρεί το Μητρώο Προσωπικού Αριθμού. επώνυμο, πατρώνυμο, μητρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, τόπο γέννησης, Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας, Α.Μ.Κ.Α., Α.Φ.Μ. Η τήρηση των δεδομένων του Μητρώου Π.Α. λαμβάνει χώρα, ακόμα και ύστερα από την απενεργοποίηση του ΠΑ για τους λόγους που προβλέπονται στην παρ. 1, στο πλαίσιο εκπλήρωσης καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον και κατά την άσκηση της ειδικής δημόσιας εξουσίας τήρησης του Μητρώου Π.Α., που έχει ανατεθεί στον Υπεύθυνο Επεξεργασίας και υπό τους όρους που προβλέπονται στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων και την εθνική νομοθεσία.

5.

Ο Π.Α. χορηγείται στα φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τη διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα που ορίζεται στο προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 107. Με την διαδικασία αυτή χορηγείται ο Π.Α. και σε όσα φυσικά πρόσωπα έχει χορηγηθεί Α.Φ.Μ. ή/και Α.Μ.Κ.Α.

6.

Οι φορείς του δημόσιου τομέα επεξεργάζονται τον Π.Α., μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ., με μόνο και αποκλειστικό σκοπό την επαλήθευση της ταυτότητας των φυσικών προσώπων για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, την εν γένει διεκπεραίωση των υποθέσεων των φυσικών προσώπων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, χωρίς να τον συλλέγουν και αποθηκεύουν στα πληροφοριακά συστήματα ή στα συστήματα αρχειοθέτησης και τηρώντας τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που ορίζονται στο προεδρικό διάταγμα της παρ. 6 του άρθρου 107.

7.

Ο Π.Α. δεν τηρείται από τους επιμέρους φορείς του δημόσιου τομέα, οι οποίοι αποδίδουν στα φυσικά πρόσωπα αναγνωριστικό αριθμό εσωτερικού τους μητρώου, για την επίτευξη της λειτουργικότητας των πληροφοριακών συστημάτων τους και των ειδικών ανεξάρτητων μητρώων τους. Όταν σύμφωνα με τη νομοθεσία απαιτείται η συλλογή και επεξεργασία του Α.Φ.Μ., ιδίως για φορολογικούς ή τελωνειακούς σκοπούς ή για σκοπούς είσπραξης δημοσίων εσόδων χρησιμοποιούνται και αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας μόνο τα τελευταία εννέα (9) αριθμητικά στοιχεία του Π.Α.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΓΙΑ ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Άρθρο 12

Πεδίο εφαρμογής διατάξεων ηλεκτρονικών εγγράφων

1.

Οι διατάξεις του παρόντος καθορίζουν τις διαδικασίες έκδοσης, διακίνησης, πρωτοκόλλησης και αρχειοθέτησης, καθώς και το κύρος και την αποδεικτική ισχύ των ηλεκτρονικών εγγράφων και των εκτυπώσεών τους.

2.

Τα ηλεκτρονικά έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, εκδίδονται, διακινούνται και γίνονται αποδεκτά σύμφωνα με τα άρθρα 13 έως 18, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης.

Άρθρο 13

Έκδοση Ηλεκτρονικών Δημοσίων Εγγράφων

1.

Όλες οι διαδικασίες για τη διαχείριση δημοσίων εγγράφων από τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως η σύνταξη, η προώθηση για υπογραφή, η θέση υπογραφής, η έκδοση, η χρέωση προς ενέργεια εισερχομένων εγγράφων, η  εσωτερική και η  εξωτερική διακίνηση, η πρωτοκόλληση, καθώς και η αρχειοθέτησή τους πραγματοποιούνται αποκλειστικά μέσω ΤΠΕ.

2.

Τα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα παράγονται είτε πλήρως αυτοματοποιημένα μέσω ειδικού πληροφοριακού συστήματος που συνθέτει κατάλληλα στοιχεία δεδομένων, είτε μέσω ηλεκτρονικής εφαρμογής γραφείου, είτε μέσω ψηφιοποίησης έντυπου εγγράφου. Τα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα εκδίδονται σε μία από τις ακόλουθες μορφές: α) ως πρωτότυπα ηλεκτρονικά έγγραφα της παρ. 3, β) ως ηλεκτρονικά ακριβή αντίγραφα της παρ. 4, γ) ως ψηφιοποιημένα ηλεκτρονικά αντίγραφα της παρ. 5.

3.

Τα πρωτότυπα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα φέρουν: α) εγκεκριμένη ηλεκτρονική χρονοσφραγίδα και

  • β) είτε την εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του φορέα είτε την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του

αρμόδιου οργάνου.

4.

Τα ηλεκτρονικά ακριβή αντίγραφα φέρουν υποχρεωτικά: α) εγκεκριμένη ηλεκτρονική χρονοσφραγίδα, β) είτε την εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του φορέα είτε την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του αρμόδιου για την έκδοση του αντιγράφου οργάνου, γ) την ένδειξη «ακριβές αντίγραφο» και δ) τα στοιχεία του οργάνου που υπέγραψε το έγγραφο ως τελικώς υπογράφων.

5.

Τα ψηφιοποιημένα ηλεκτρονικά αντίγραφα εκδίδονται από τους φορείς του δημόσιου τομέα μέσω ψηφιοποίησης ή αναπαραγωγής με χρήση ΤΠΕ έντυπων δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων που κατέχουν στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων τους. Τα ψηφιοποιημένα ηλεκτρονικά αντίγραφα φέρουν: α) εγκεκριμένη ηλεκτρονική χρονοσφραγίδα β) είτε την εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του φορέα είτε την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του οργάνου που κάνει την ψηφιοποίηση ή αναπαραγωγή με χρήση ΤΠΕ σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο και γ) βεβαίωση ταύτισής τους με το έντυπο έγγραφο. Σε περίπτωση καταστροφής έντυπων εγγράφων μετά από την έκδοση των αντίστοιχων ψηφιοποιημένων ηλεκτρονικών αντιγράφων, στο πρωτόκολλο καταστροφής μνημονεύονται τα ειδικότερα στοιχεία που αναφέρονται στην παραγωγή και αρχειοθέτηση του ψηφιοποιημένου ηλεκτρονικού αντιγράφου.

6.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων για την Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης, πιστοποιητικά και βεβαιώσεις κάθε είδους μπορούν να εκδίδονται με χρήση είτε προηγμένης ή εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής είτε προηγμένης ή εγκεκριμένης ηλεκτρονικής σφραγίδας.

Άρθρο 14

Κύρος και αποδεικτική ισχύς των ηλεκτρονικών δημοσίων εγγράφων

1.

Τα πρωτότυπα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα της παρ. 3 και τα πιστοποιητικά και οι βεβαιώσεις της παρ. 6 από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, κατά την ηλεκτρονική διακίνησή τους.

2.

Τα ηλεκτρονικά ακριβή αντίγραφα της παρ. 4 του άρθρου 13 έχουν ισχύ ακριβούς αντιγράφου και γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, κατά την ηλεκτρονική διακίνησή τους.

3.

Τα  ψηφιοποιημένα ηλεκτρονικά αντίγραφα της παρ. 5 του άρθρου 13 έχουν ισχύ ακριβούς αντιγράφου και γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, κατά την ηλεκτρονική διακίνησή τους.

4.

Εκτύπωση πρωτότυπου ηλεκτρονικού δημοσίου εγγράφου ή ηλεκτρονικού ακριβούς αντιγράφου ή ψηφιοποιημένου ηλεκτρονικού αντιγράφου γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή με ισχύ ακριβούς αντιγράφου από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας, καθώς και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, εφόσον είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν η ακρίβεια και η ισχύς της εκτύπωσης με χρήση ΤΠΕ, ιδίως στην περίπτωση που το πρωτότυπο ηλεκτρονικό δημόσιο έγγραφο ή το ηλεκτρονικό ακριβές αντίγραφο ή το ψηφιοποιημένο ηλεκτρονικό αντίγραφο φέρει μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό επαλήθευσης και εφόσον παρέχεται η δυνατότητα επαλήθευσης μέσω πληροφοριακού συστήματος του Δημοσίου. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν η ακρίβεια και η ισχύς της κατά το προηγούμενο εδάφιο, απαιτείται η επικύρωση της εκτύπωσης από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) ή δικηγόρο.

Άρθρο 15

Ηλεκτρονικά ιδιωτικά έγγραφα

1.

Ηλεκτρονικά ιδιωτικά έγγραφα που εκδίδονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες με χρήση εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής ή εγκεκριμένης ηλεκτρονικής σφραγίδας, γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κατά την ηλεκτρονική διακίνησή τους.

2.

Εκτύπωση των ηλεκτρονικών εγγράφων της παρ. 1 γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από τους φορείς του δημόσιου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, εφόσον φέρει επικύρωση από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή ΚΕΠ ή δικηγόρο, η οποία γίνεται μέσω της διαπίστωσης της ταύτισης του περιεχομένου του εκτυπωμένου εγγράφου με το ηλεκτρονικό ιδιωτικό έγγραφο.

Άρθρο 16

Δικονομικές ρυθμίσεις για τα ηλεκτρονικά έγγραφα

1.

Ηλεκτρονικό έγγραφο που φέρει απλή ή προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή προηγμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του εκδότη του αποτελεί μηχανική απεικόνιση, κατά την έννοια του άρθρου 444 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην περίπτωση του άρθρου 160 του Αστικού Κώδικα και του Άρθρου 443 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας απαιτείται εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα.

2.

Ηλεκτρονικά έγγραφα με απλή ή προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή εκτιμώνται ελεύθερα ως νόμιμα αποδεικτικά μέσα κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΕΝΔΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Άρθρο 17

Ηλεκτρονική διακίνηση δημοσίων εγγράφων εντός του ίδιου φορέα

1.

Τα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα που εκδίδονται και διακινούνται εντός κάθε φορέα του δημοσίου τομέα σε κλειστά πληροφοριακά συστήματα, όπως τα εσωτερικά συστήματα ηλεκτρονικής διακίνησης εγγράφων (Σ.Η.Δ.Ε.), φέρουν α) προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική χρονοσφραγίδα και β) είτε την προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του φορέα είτε την προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του αρμόδιου οργάνου.

2.

Η χρήση των εσωτερικών συστημάτων ηλεκτρονικής διακίνησης εγγράφων προϋποθέτει την αυθεντικοποίηση κάθε χρήστη.

Άρθρο 18

Ηλεκτρονική διακίνηση δημοσίων εγγράφων μεταξύ δημοσίων φορέων

1.

Η διακίνηση, διαβίβαση, κοινοποίηση και ανακοίνωση δημοσίων εγγράφων μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα πραγματοποιείται αποκλειστικά με χρήση ΤΠΕ, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την προστασία κρατικών ή άλλων απορρήτων και την απαγόρευση χορήγησης αντιγράφων.

2.

Οι φορείς του δημόσιου τομέα διακινούν ή ανταλλάσσουν με χρήση ΤΠΕ έγγραφα και δεδομένα στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι όροι ασφαλείας στο επίπεδο που κάθε φορά επιβάλλεται από τη φύση των διακινούμενων εγγράφων και εξασφαλίζεται η αυθεντικοποίηση των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων. Οι όροι ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται για τη διακίνηση εγγράφων μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

4.

Στην περίπτωση των φορέων του δημοσίου τομέα, πλην των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005, η διακίνηση κάθε εγγράφου μεταξύ των ανωτέρω φορέων, καθώς και η διακίνηση εγγράφων με φορείς άλλων χωρών πραγματοποιείται μέσω του Κεντρικού Συστήματος Ηλεκτρονικής Διακίνησης Εγγράφων (Κ.Σ.Η.Δ.Ε.), το οποίο αναπτύσσεται και λειτουργεί στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Το Κ.Σ.Η.Δ.Ε. παρέχεται ως υπηρεσία σε όλους τους ως άνω φορείς και αξιοποιεί, για τη λειτουργία του, το Ψηφιακό Οργανόγραμμα του άρθρου 16 του ν. 4440/2016. Κάθε φορέας του πρώτου εδαφίου μεριμνά για τη διασύνδεση της υφιστάμενης υποδομής ηλεκτρονικής διαχείρισης εγγράφων ή του εσωτερικού του συστήματος ηλεκτρονικής διακίνησης εγγράφων (Σ.Η.Δ.Ε.) με το Κ.Σ.Η.Δ.Ε., καθώς και για την απόκτηση εγκεκριμένων ηλεκτρονικών υπογραφών και εγκεκριμένων ηλεκτρονικών σφραγίδων για το σύνολο των στελεχών του, από την Αρχή Πιστοποίησης Ελληνικού Δημοσίου (Α.Π.Ε.Δ.) ή από άλλο εγκεκριμένο πάροχο υπηρεσιών εμπιστοσύνης. Όσοι φορείς διαθέτουν Σ.Η.Δ.Ε. συνεχίζουν την αυτοτελή λειτουργία του μέχρι την ολοκλήρωση της διασύνδεσής του με το Κ.Σ.Η.Δ.Ε. Η έναρξη διασύνδεσης του Σ.Η.Δ.Ε. κάθε φορέα με το Κ.Σ.Η.Δ.Ε. διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να υπερβεί την 31 Δεκεμβρίου 2020. Μέχρι την έκδοση των πράξεων του προηγούμενου εδαφίου, η διακίνηση εγγράφων μεταξύ των ως άνω φορέων γίνεται με τη χρήση κάθε ΤΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.

Άρθρο 19

Ηλεκτρονικό πρωτόκολλο

1.

Κάθε φορέας του δημόσιου τομέα τηρεί ηλεκτρονικό πρωτόκολλο, στο οποίο καταχωρίζονται πράξεις, όπως η έκδοση, παραλαβή, κοινοποίηση, διαβίβαση εγγράφων, τα οποία είτε εκδίδονται από αυτόν είτε βρίσκονται ή περιέρχονται στην κατοχή του στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων του.

2.

Η καταχώριση στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο που τηρείται από τον φορέα του δημόσιου τομέα πραγματοποιείται, ανεξάρτητα από το εάν η παραγωγή, έκδοση ή διακίνηση εγγράφων πραγματοποιείται με ηλεκτρονικό ή μη τρόπο και ανεξάρτητα από το εάν η διοικητική πράξη ή ενέργεια διεκπεραιώνεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει με ηλεκτρονικό τρόπο.

3.

Τα συστήματα ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου εκδίδουν ηλεκτρονικό αποδεικτικό καταχώρισης που περιλαμβάνει στοιχεία ταυτοποίησης του εγγράφου, όπως εκδότης, θέμα, ημερομηνία και ώρα καταχώρισης, καθώς και τον μοναδικό αριθμό ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου. Ως χρόνος καταχώρισης στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο λογίζεται η ημερομηνία και ώρα που αναγράφεται στο αποδεικτικό καταχώρισης.

4.

Η βεβαίωση καταχώρισης στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο γνωστοποιείται στο συναλλασσόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα με χρήση ΤΠΕ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29, εκτός εάν αυτό έχει αιτηθεί ή επιλέξει διαφορετικά κατά την αρχική επικοινωνία. Με την προϋπόθεση της αυθεντικοποίησης, τα συναλλασσόμενα με τον φορέα του δημόσιου τομέα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μπορούν να ενημερώνονται με χρήση ΤΠΕ αναφορικά με τη διακίνηση των εγγράφων που έχουν πρωτοκολληθεί και εν γένει για την πορεία της υπόθεσης που τα αφορά.

Άρθρο 20

Ηλεκτρονική αρχειοθέτηση

1.

Η δημιουργία ή επικύρωση επιμέρους αρχείου της εκάστοτε διαδικασίας ή υπόθεσης πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικής ένδειξης από το κάθε φορά προς τούτο εξουσιοδοτημένο όργανο του φορέα δημόσιου τομέα κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της διαδικασίας.

2.

Κάθε φορέας του δημόσιου τομέα τηρεί αποκλειστικά ηλεκτρονικά αρχεία των ηλεκτρονικών εγγράφων, τα οποία εκδίδει, κατέχει ή διακινεί και σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του ή το πεδίο των δραστηριοτήτων του.

3.

Οι διαδικασίες και τα μέσα καταχώρισης, τήρησης και εν γένει της επεξεργασίας των ηλεκτρονικών εγγράφων στα ηλεκτρονικά αρχεία πρέπει να πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις ασφαλείας και να εγγυώνται ιδίως την ακεραιότητα, αυθεντικότητα, εμπιστευτικότητα, προσβασιμότητα, αναγνωσιμότητα και ποιότητα των εγγράφων, καθώς και των δεδομένων και πληροφοριών που περιέχονται σε αυτά.

4.

Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων για την αρχειοθέτηση εγγράφων των Ενόπλων Δυνάμεων, τα έντυπα έγγραφα διατηρούνται για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών μετά από την ψηφιοποίησή τους. Με την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος καταστρέφονται.

Άρθρο 21

Στατιστική επεξεργασία δεδομένων

1.

Οι φορείς του δημόσιου τομέα επεξεργάζονται και εξάγουν στατιστικά στοιχεία που προκύπτουν από τις ολοκληρωμένες διοικητικές διαδικασίες ή από την έκδοση δημοσίων εγγράφων με χρήση ΤΠΕ. Τα στατιστικά στοιχεία τηρούνται ηλεκτρονικά από τους φορείς του δημόσιου τομέα, με σκοπό την εξαγωγή αναφορών και στοιχείων σχετικά με τη διεκπεραίωση δημοσίων εγγράφων και συναλλαγών, όπως ιδίως ο χρόνος και το κόστος διεκπεραίωσης της διαδικασίας.

2.

Τα στατιστικά στοιχεία που εξάγονται από την επεξεργασία, σύμφωνα με την παρ. 1, δημοσιεύονται περιοδικά στον ιστότοπο του φορέα του δημόσιου τομέα. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στα διαβαθμισμένα στατιστικά στοιχεία.

3.

Αν στα δεδομένα που θα υποστούν στατιστική επεξεργασία περιλαμβάνονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία λαμβάνει χώρα αφού αυτά καταστούν ανώνυμα. ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΕΝΙΑΙΑ ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Άρθρο 22

Παροχή ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών

1.

Η παροχή ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και ιδίως η διακίνηση ηλεκτρονικών εγγράφων, δημόσιων ή ιδιωτικών, μεταξύ αφενός των φορέων του δημόσιου τομέα και αφετέρου των φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων πραγματοποιείται μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr ΕΨΠ) και σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Για την παροχή των ψηφιακών δημοσίων υπηρεσιών της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης απαιτείται η έγκριση της ΕΥΠ.

2.

Κάθε φορέας του δημόσιου τομέα υποχρεούται να συνεργάζεται με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ώστε η παροχή των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών του να διενεργείται αποκλειστικά μέσα από την ΕΨΠ και σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

3.

Η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης είναι αρμόδια για την παραγωγική λειτουργία, καθώς και τον τεχνικό σχεδιασμό της ΕΨΠ. Η Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών (Γ.Γ.Ψ.Δ.Α.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης είναι αρμόδια για την επιχειρησιακή λειτουργία της ΕΨΠ.

Άρθρο 23

Κανόνες για την παροχή νέων ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και την τροποποίηση ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών

1.

Οι φορείς του δημόσιου τομέα οφείλουν, κατά τον σχεδιασμό νέων ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και σε κάθε περίπτωση πριν από την παροχή αυτών, καθώς και κατά την τροποποίηση ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών, να υποβάλουν προς αξιολόγηση και έγκριση στην Υπηρεσία Συντονισμού ΕΨΠ της Γενικής Γραμματείας Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών (Γ.Γ.Ψ.Δ.Α.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης σχετική αίτηση για την παροχή νέων ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών ή την τροποποίηση ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών. Η αίτηση αποσκοπεί στην αξιολόγηση εκ μέρους του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης της τήρησης των κανόνων της προσβασιμότητας, των απαραίτητων τεχνικών μέτρων, της ενιαίας εικόνας και ταυτότητας της Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και ευρύτερα της τήρησης των κανόνων για την ΕΨΠ.

2.

Η απόφαση έγκρισης της Υπηρεσίας Συντονισμού ΕΨΠ εκδίδεται εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της αίτησης, άλλως εντός της ίδιας προθεσμίας η αίτηση αποστέλλεται από την ανωτέρω Υπηρεσία στους αιτούμενους φορείς για συμπλήρωση ή διόρθωση και για επανυποβολή. Σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της ως άνω προθεσμίας χωρίς καμία ενέργεια εκ μέρους της Υπηρεσίας Συντονισμού ΕΨΠ, η πρόταση της δημιουργίας νέας ψηφιακής δημόσιας υπηρεσίας ή η πρόταση τροποποίησης ψηφιακής δημόσιας υπηρεσίας θεωρείται εγκεκριμένη.

Άρθρο 24

Τρόποι αυθεντικοποίησης για χρήση υπηρεσιών μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης

1.

Ο χρήστης της ΕΨΠ αποκτά πρόσβαση στις υπηρεσίες που παρέχονται μέσα από αυτήν, αφού προηγουμένως προβεί σε αυθεντικοποίηση. Η αυθεντικοποίηση γίνεται μετά από επιλογή του χρήστη με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

  • α) Με τη χρήση των κωδικών-διαπιστευτηρίων της

Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

  • β) Με τη χρήση των κωδικών-διαπιστευτηρίων των

συστημάτων ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking) των πιστωτικών ιδρυμάτων όπως ορίζονται στο στοιχείο 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 (ΕΕ L 176), περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όπως ορίζονται στο στοιχείο 17 της παρ. 1 του άρθρου 4 του εν λόγω Κανονισμού, όταν τα υποκαταστήματα αυτά βρίσκονται στην Ελλάδα είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σύμφωνα με το άρθρο 36 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) σε τρίτη χώρα, του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος και των ιδρυμάτων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρο 1 του ν. 4537/2018 (Α΄ 84).

  • γ) Με τη χρήση εγκεκριμένου πιστοποιητικού ηλεκτρονικής υπογραφής.
2.

Για τους σκοπούς του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ L 119) και του ν. 4624/2019 (Α΄ 137), το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης ενεργεί ως Υπεύθυνος Επεξεργασίας ως προς την πρόσβαση, την επεξεργασία και τη διατήρηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που είναι αναγκαία για τις υπηρεσίες αυθεντικοποίησης με σκοπό την παροχή ψηφιακών δημοσίων υπηρεσιών μέσω της ΕΨΠ.

3.

Το πρόσωπο, στο οποίο αποδίδονται διαπιστευτήρια, οφείλει να λαμβάνει όλα τα προσήκοντα μέτρα για την εμπιστευτικότητα των διαπιστευτηρίων και την ασφαλή φύλαξη των μέσων που τυχόν έχουν διατεθεί για την αποθήκευση και χρησιμοποίηση των διαπιστευτηρίων. Οφείλει να ειδοποιεί αμελλητί εγγράφως ή ηλεκτρονικά την αρμόδια υπηρεσία της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. για οποιαδήποτε παραβίαση της εμπιστευτικότητας ή ηλεκτρονική επικοινωνία ή συναλλαγή που έλαβε χώρα χωρίς τη γνώση και έγκρισή του.

Άρθρο 25

Ταυτοποίηση για την έκδοση διαπιστευτηρίων

1.

Για την έκδοση διαπιστευτηρίων της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 24, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης είναι απο των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών. Η ταυτοποίηση φυσικών προσώπων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διαπιστευτηρίων, με σκοπό την αυθεντικοποίησή τους.

2.

Η ταυτοποίηση διενεργείται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

  • α) Μέσω της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων,

σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αρ. 1178/2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Εγγραφή νέων χρηστών στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες TaxisNet» (Β΄ 1916).

  • β) Με φυσική παρουσία του φυσικού προσώπου στα

Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ).

  • γ) Με τη χρήση εξ αποστάσεως ταυτοποίησης που παρέχει διασφάλιση ισοδύναμη με τη φυσική παρουσία.

Η ταυτοποίηση αυτή μπορεί να διενεργείται μέσω του Εθνικού Μητρώου Επικοινωνίας Πολιτών του άρθρου 17 του ν. 4704/2020 (Α΄ 133).

Άρθρο 26

Θυρίδες στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης

1.

Στην ΕΨΠ τηρούνται θυρίδες χρηστών και θυρίδες φορέων. Για την πρόσβαση στη θυρίδα απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίηση.

2.

Στις θυρίδες των χρηστών τηρούνται τα έγγραφα που εκδίδουν τα φυσικά πρόσωπα μέσα από την ΕΨΠ, καθώς και τα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται από τους φορείς του δημόσιου τομέα κατόπιν αίτησης των φυσικών προσώπων. Οι φορείς του δημόσιου τομέα μπορούν να αποστέλλουν δημόσια έγγραφα στη θυρίδα του χρήστη μετά από αίτησή του. Η αποστολή του προηγούμενου εδαφίου επέχει θέση επίδοσης με τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 29. Τα έγγραφα του πρώτου εδαφίου αποθηκεύονται προσωρινά στις θυρίδες των χρηστών για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών και μετά από επιλογή των χρηστών μπορούν να παραμένουν αποθηκευμένα στις θυρίδες τους για χρονικό διάστημα έως πέντε (5) ετών.

3.

Κάθε φορέας που επιθυμεί τη δημιουργία θυρίδας στην ΕΨΠ υποβάλλει αίτημα στην Υπηρεσία Συντονισμού Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης. Στις θυρίδες των φορέων τηρούνται τα έγγραφα που απευθύνονται σε αυτούς και αποστέλλονται μέσω της ΕΨΠ. Υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων που τηρούνται στη θυρίδα κάθε φορέα ορίζεται ο ίδιος ο φορέας, ο οποίος είναι υπεύθυνος ιδίως για τον ορισμό των εσωτερικών όρων χρήσης της θυρίδας του και των εξουσιοδοτημένων χρηστών αυτής, καθώς και για τον χρόνο τήρησης και τον τρόπο διαχείρισης και διαγραφής των δεδομένων.

Άρθρο 27

Έκδοση εγγράφων μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης

1.

Κάθε φυσικό πρόσωπο που ενεργεί για τον εαυτό του ατομικά ή ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου (χρήστης) δύναται να εκδίδει έγγραφα μέσω της ΕΨΠ. Στην έννοια του χρήστη περιλαμβάνονται και τα φυσικά πρόσωπα που ενεργούν ως δικαστικοί συμπαραστάτες.

2.

Για την έκδοση εγγράφων μέσω της ΕΨΠ απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίηση του χρήστη, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 24.

3.

Τα έγγραφα της παρ. 1 φέρουν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό επαλήθευσης και προηγμένη ή εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από όλους τους φορείς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες:

  • α) Ως ηλεκτρονικά έγγραφα διακινούμενα με χρήση

Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), χωρίς να απαιτείται ηλεκτρονική υπογραφή ή άλλη ηλεκτρονική σφραγίδα και με ισχύ πρωτότυπου εγγράφου.

  • β) Ως έντυπα έγγραφα, εφόσον εκτυπωθούν από τη

διαδικτυακή εφαρμογή της ΕΨΠ, χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις ή διαδικασία επικύρωσης και με ισχύ αντιγράφου.

4.

Η επαλήθευση του περιεχομένου του εγγράφου από τον λήπτη γίνεται μέσω της υπηρεσίας επαλήθευσης που παρέχεται από την ΕΨΠ με τη χρήση του μοναδικού αναγνωριστικού αριθμού επαλήθευσης.

Άρθρο 28

Αιτήσεις φυσικών προσώπων μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης

1.

Τα πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 27 μπορούν να αιτούνται την έκδοση δημοσίων εγγράφων από τους φορείς του δημόσιου τομέα μέσω της ΕΨΠ.

2.

Για την πρόσβαση στην ως άνω υπηρεσία απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίηση του χρήστη, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 24.

3.

Ο φορέας του δημόσιου τομέα, στον οποίο απευθύνεται η αίτηση, οφείλει να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο με τον πλέον πρόσφορο τρόπο για τη δυνατότητα διορθωτικής ή συμπληρωματικής υποβολής αίτησης και τις έννομες συνέπειες της διορθωτικής ή συμπληρωματικής υποβολής.

4.

Τα δικαιολογητικά, δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, που απαιτούνται:

  • α) είτε αναζητούνται αυτεπαγγέλτως από τον φορέα

του δημόσιου τομέα, εφόσον τα έγγραφα αυτά τηρούνται ήδη σε ηλεκτρονικό αρχείο ή με οποιονδήποτε τρόπο σε φορέα του δημόσιου τομέα. Ο φορέας που διαθέτει τα έγγραφα αυτά επιβεβαιώνει την ακρίβεια και την ισχύ τους. Για τον σκοπό αυτόν τεκμαίρεται ότι παρέχεται σχετική εξουσιοδότηση από τον ενδιαφερόμενο με την υποβολή της αίτησής του,

  • β) είτε αναζητούνται από τον φορέα του δημόσιου

τομέα κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου, η οποία επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης για την ακρίβεια των αναγραφόμενων ή βεβαιούμενων στοιχείων σε αυτά, εφόσον τα έγγραφα αυτά τηρούνται ήδη σε ηλεκτρονικό αρχείο ή με οποιονδήποτε τρόπο σε φορέα του δημόσιου τομέα,

  • γ) είτε υποβάλλονται από τον ενδιαφερόμενο με επισύναψη στην αίτηση μέσω της ΕΨΠ.

μεταξύ δημοσίων φορέων και φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων

1.

Η διακίνηση δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων μεταξύ αφενός των φορέων του δημόσιου τομέα και αφετέρου των φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, πραγματοποιείται με χρήση ΤΠΕ, ιδίως μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ή μέσω της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπηρεσίας συστημένης παράδοσης του άρθρου 51 ή μέσω των θυρίδων που τηρούνται στην ΕΨΠ.

2.

Οι υπάλληλοι των φορέων του δημόσιου τομέα υποχρεούνται να παραλαμβάνουν τα ηλεκτρονικά έγγραφα των άρθρων 13 και 15, καθώς και τα έγγραφα που εκδίδονται ή διακινούνται μέσω της ΕΨΠ. Κατ’  εξαίρεση γίνονται δεκτά έντυπα έγγραφα ή εκτυπώσεις ηλεκτρονικών εγγράφων ή των εγγράφων που εκδίδονται μέσω της ΕΨΠ όταν:

  • α) είτε υφίσταται πρόσκαιρη αντικειμενική αδυναμία

παραλαβής ηλεκτρονικού εγγράφου από τον φορέα,

  • β) είτε υφίσταται άλλου τύπου αδυναμία παραλαβής

που διαπιστώνεται με πράξη του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης,

  • γ) είτε στην περίπτωση που το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα έχει επιλέξει μη ηλεκτρονικό

τρόπο επικοινωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 34. Η αναιτιολόγητη μη διεκπεραίωση ηλεκτρονικού εγγράφου συνιστά επιβαρυντική περίσταση για την επιμέτρηση της πειθαρχικής ποινής του πειθαρχικού παραπτώματος της περ. ιγ΄ της παρ. 1 του άρθρου 107 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26).

3.

Η αποστολή στον ενδιαφερόμενο με χρήση ΤΠΕ δημοσίου εγγράφου, το οποίο έχει εκδοθεί μετά από αίτησή του, επέχει θέση επίδοσης ή κοινοποίησης. Η αποστολή στον ενδιαφερόμενο με χρήση ΤΠΕ δημοσίου εγγράφου, το οποίο έχει εκδοθεί χωρίς αίτησή του, επέχει θέση επίδοσης ή κοινοποίησης, μόνο όταν ο ενδιαφερόμενος έχει προηγουμένως επιλέξει την ηλεκτρονική επίδοση εγγράφων στο Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας Πολιτών. Οι φορείς του δημόσιου τομέα που επιδίδουν ή κοινοποιούν έγγραφα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες με χρήση ΤΠΕ υποχρεούνται να αντλούν τα στοιχεία επικοινωνίας των ανωτέρω προσώπων από το Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας Πολιτών.

4.

Η επίδοση ή κοινοποίηση με χρήση ΤΠΕ δημοσίου εγγράφου στις περιπτώσεις της παρ. 3 διενεργείται μέσω συστήματος, το οποίο επιτρέπει την εξακρίβωση του ακριβούς χρόνου, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η αποστολή, παραλαβή και η πρόσβαση στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η οποία συνεπάγεται έναρξη των έννομων συνεπειών και των προθεσμιών, όπως ιδίως αυτές που αφορούν την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων. Τεκμαίρεται ότι το πρόσωπο που είναι αποδέκτης του εγγράφου αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο του εγγράφου το αργότερο δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση ή κοινοποίηση αυτού, εκτός εάν ο αποδέκτης αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο του εγγράφου ή εφόσον αυτή η αδυναμία οφείλεται σε λόγους που αφορούν στον φορέα του δημόσιου τομέα.

5.

Η αποστολή των εγγράφων της παρ. 1 σε έντυπη μορφή είναι δυνατή μόνο κατόπιν αιτήματος των φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων.

6.

Από τη διάταξη της παρ. 1 εξαιρούνται τα έγγραφα που αφορούν κρατικά ή άλλα απόρρητα ή έχουν χαρακτηριστεί ως εμπιστευτικά έγγραφα ή για τα οποία προβλέπεται από τον νόμο απαγόρευση χορήγησης αντιγράφων. Ο φορέας του δημόσιου τομέα υποχρεούται να ενημερώνει εγκαίρως και με τον πλέον πρόσφορο κάθε φορά τρόπο τον ενδιαφερόμενο, εάν τα έγγραφα εμπίπτουν σε μία από τις εξαιρέσεις του προηγούμενου εδαφίου.

Άρθρο 30

Προσδιορισμός χρόνου παραλαβής και υπολογισμός προθεσμιών κατάθεσης

1.

Ο προσδιορισμός του χρόνου παραλαβής δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων που διακινούνται ηλεκτρονικά γίνεται από τους φορείς του δημόσιου τομέα αποκλειστικά ως εξής:

  • α) είτε με χρήση της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπηρεσίας συστημένης παράδοσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 51,
  • β) είτε με χρήση αυτόματης ηλεκτρονικής επιβεβαίωσης παραλαβής,
  • γ) είτε με χρήση μη αυτόματης ηλεκτρονικής επιβεβαίωσης παραλαβής.
2.

Με την αυτόματη ηλεκτρονική επιβεβαίωση παραλαβής, το πληροφοριακό σύστημα του φορέα αποστέλλει στο πρόσωπο που υπέβαλε το ηλεκτρονικό δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο αυτοματοποιημένο μήνυμα παραλαβής με εγκεκριμένη χρονοσφραγίδα, στο οποίο αναφέρονται τουλάχιστον ο ακριβής χρόνος και τα στοιχεία καταχώρισης στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, ως χρόνος υποβολής θεωρείται ο χρόνος της ηλεκτρονικής επιβεβαίωσης της παραλαβής, ο οποίος αναγράφεται στην εγκεκριμένη ηλεκτρονική χρονοσφραγίδα.

3.

Με την μη αυτόματη ηλεκτρονική επιβεβαίωση παραλαβής, ο φορέας καταχωρίζει αυθημερόν ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα το ηλεκτρονικό δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που έλαβε στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο και αποστέλλει αμελλητί με χρήση ΤΠΕ, ιδίως με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στο πρόσωπο που υπέβαλε το έγγραφο αποδεικτικό υποβολής, στο οποίο αναφέρονται τουλάχιστον ο ακριβής χρόνος και τα στοιχεία καταχώρισης στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, ως χρόνος υποβολής θεωρείται ο χρόνος καταχώρισης στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο, ο οποίος αναγράφεται στο αποδεικτικό υποβολής.

4.

Οι ως άνω φορείς υποχρεούνται να παρέχουν κάθε πληροφόρηση σχετικά με τη διαθέσιμη σε αυτούς μέθοδο προσδιορισμού χρόνου παραλαβής ηλεκτρονικών εγγράφων, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα στις παρ. 1 έως 3. Η πληροφόρηση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται με κάθε πρόσφορο τρόπο και ιδίως στον οικείο δικτυακό τόπο. αιτήσεων, δηλώσεων, δικαιολογητικών και άλλων εγγράφων, η προθεσμία αυτή λήγει την δωδέκατη νυχτερινή ώρα Ελλάδας της ημέρας κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία ή της επόμενης εργάσιμης εάν η καταληκτική ημέρα είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή αργία. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης ηλεκτρονικής υποβολής ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται αμελλητί και με τον πλέον πρόσφορο τρόπο για τον εκπρόθεσμο χαρακτήρα της υποβολής.

Άρθρο 31

Αυτοματοποιημένη παροχή ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών

1.

Η παροχή ψηφιακών δημοσίων υπηρεσιών από τους φορείς του δημόσιου τομέα, η έκδοση δημοσίων εγγράφων από τους φορείς αυτούς και η εκπλήρωση αιτημάτων που υποβάλλονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες ηλεκτρονικά ή μη, μπορεί να γίνεται με μερικώς ή πλήρως αυτοματοποιημένο τρόπο με την υποστήριξη ΤΠΕ, με την προϋπόθεση της αυθεντικοποίησης των αιτούντων και των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων και της τήρησης των όρων ασφαλείας στο επίπεδο που επιβάλλεται από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών και των αντίστοιχων δεδομένων.

2.

Η  παροχή ψηφιακών δημοσίων υπηρεσιών και η ανταπόκριση σε αιτήματα φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων είτε με διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ φορέων του δημόσιου τομέα είτε με διασύνδεση ηλεκτρονικών αρχείων ή βάσεων δεδομένων που τηρούνται από φορείς του δημόσιου τομέα είτε με πλήρως αυτοματοποιημένο τρόπο με την υποστήριξη πληροφοριακών συστημάτων και βάσεων δεδομένων, πραγματοποιείται με τήρηση των προϋποθέσεων και εγγυήσεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) και του ν. 4624/2019 (Α΄ 137).

Άρθρο 32

Ηλεκτρονικές πληρωμές

1.

Επιτρέπεται η είσπραξη ειδικών φόρων, παραβόλων, τελών ενσήμων, χαρτοσήμων, προστίμων και εν γένει η οικονομική εκκαθάριση οφειλών φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων προς φορείς του δημόσιου τομέα, με χρέωση τραπεζικών λογαριασμών ή λογαριασμών πληρωμής που τηρούν οι υπόχρεοι ή με χρέωση καρτών πληρωμής που έχουν εκδοθεί στο όνομά τους.

2.

Με την προϋπόθεση της αυθεντικοποίησης του υπόχρεου, η πληρωμή μπορεί να πραγματοποιείται είτε άμεσα από τον ίδιο είτε μέσω των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) και των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛΤΑ).

3.

Για την εκτέλεση πράξης ηλεκτρονικής πληρωμής ο υπόχρεος υποβάλλει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες: α) κωδικό υποχρέωσης που αντιστοιχεί στην οφειλή, β) ποσό καταβολής, γ) ημερομηνία και προθεσμία καταβολής. Η ηλεκτρονική πληρωμή ολοκληρώνεται, όταν στον υπόχρεο κοινοποιηθεί με χρήση ΤΠΕ η επιβεβαίωση της συναλλαγής, η χρέωση του αντίστοιχου λογαριασμού ή της κάρτας που χρησιμοποιείται ως μέσο ηλεκτρονικής καταβολής και ο ακριβής χρόνος που ολοκληρώθηκε η συναλλαγή. Εάν η ηλεκτρονική πληρωμή δεν είναι επιτυχής ή δεν ολοκληρωθεί, ο υπόχρεος ενημερώνεται αυτόματα για την αδυναμία χρήσης της συγκεκριμένης ψηφιακής δημόσιας υπηρεσίας και, εφόσον είναι δυνατόν, για τους λόγους της ανεπιτυχούς συναλλαγής. Η ως άνω ενημέρωση δεν αντικαθιστά την υποχρέωση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για πληροφόρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4537/2018 (Α΄ 84).

Άρθρο 33

Ηλεκτρονική καταβολή οφειλών των δημοσίων φορέων Με την προϋπόθεση της αυθεντικοποίησης του δικαιούχου, μπορούν να καταβάλλονται οφειλές των φορέων του δημόσιου τομέα προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μέσω της πίστωσης λογαριασμών του δικαιούχου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

Άρθρο 34

Επικοινωνία μεταξύ δημοσίων φορέων και φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων Οι φορείς του δημόσιου τομέα οφείλουν να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό τρόπο επικοινωνίας με φυσικά ή νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες έχουν δικαίωμα να επιλέξουν στο Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας Πολιτών μη ηλεκτρονικό τρόπο επικοινωνίας με τους ανωτέρω φορείς.

Άρθρο 35

Ιστοσελίδες δημοσίων φορέων

1.

Όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα υποχρεούνται να διατηρούν δικτυακούς τόπους ως τόπους ελεύθερης και χωρίς περιορισμούς πρόσβασης, με σκοπό την πληροφόρηση και την ενημέρωση των φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων, σχετικά με δημόσιες πολιτικές, δράσεις ή προγράμματα που σχεδιάζουν και εφαρμόζουν, εκτός αν προβλέπεται άλλως από τον οικείο φορέα για λόγους διαφύλαξης κρατικού απορρήτου ή απορρήτου που προστατεύεται από διάταξη νόμου.

2.

Όλοι οι φορείς του δημοσίου τομέα μεριμνούν για την εγκυρότητα, νομιμότητα, ποιότητα και επικαιροποίηση των πληροφοριών, δεδομένων και εγγράφων που αναρτούν ή κοινοποιούν προς ανάρτηση στον δικτυακό τους τόπο, καθώς και για την ευρετηρίαση και τεκμηρίωση της πληροφορίας που διαθέτουν, όπως και για την

3.

Οι δικτυακοί τόποι οφείλουν να παρέχουν με κάθε πρόσφορο τρόπο τη δυνατότητα επικοινωνίας των φυσικών ή νομικών προσώπων ή των νομικών οντοτήτων με τον δημόσιο φορέα, ιδίως με τη διάθεση της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τη διαμόρφωση ειδικού χώρου για τη διατύπωση των ερωτημάτων κάθε ενδιαφερόμενου ή ειδικού χώρου με τις απαντήσεις των φορέων επί των συνηθισμένων ερωτήσεων των ενδιαφερομένων. Για την επικοινωνία σύμφωνα με το παρόν δεν απαιτείται αυθεντικοποίηση του χρήστη.

4.

Οι δικτυακοί τόποι οφείλουν να παρέχουν τα δεδομένα, τις πληροφορίες και τα έγγραφα με προσιτό και εύληπτο τρόπο στους ενδιαφερόμενους, προκειμένου να διευκολύνεται η άσκηση δικαιωμάτων ή η εκπλήρωση υποχρεώσεων που προβλέπει ο νόμος και να είναι εναρμονισμένοι με τις εθνικές και ενωσιακές διατάξεις σχετικά με την προσβασιμότητα των ιστότοπων, καθώς και την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

5.

Οι περιορισμοί και οι όροι χρήσης των πληροφοριών και εγγράφων που αναρτώνται πρέπει να δημοσιεύονται κατά σαφή και εμφανή τρόπο στον δικτυακό τόπο του φορέα του δημόσιου τομέα. Οι τροποποιήσεις των περιορισμών και των όρων χρήσης πρέπει να είναι άμεσα και ευχερώς αναγνωρίσιμες, ενώ πρέπει ρητά να αναφέρεται η ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης των όρων χρήσης.

6.

Σε κάθε δημόσιο φορέα ορίζεται Διαχειριστής του ιστοτόπου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την επικαιροποίηση και αναβάθμιση του δικτυακού τόπου όποτε αυτό απαιτείται. Ο Διαχειριστής του ιστοτόπου συνεργάζεται με όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς και με τα Γραφεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης του ν. 4622/2019, προκειμένου να ασκεί τα καθήκοντά του.

7.

Οι δικτυακοί τόποι της Προεδρίας της Κυβέρνησης, των Υπουργείων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που εποπτεύονται από αυτά, των αυτοτελών δημοσίων υπηρεσιών που ανήκουν στην Κεντρική Διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), καθώς και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων οφείλουν να τηρούν τις εξής υποχρεώσεις: (α) να έχουν όνομα χώρου στο Διαδίκτυο με κατάληξη gov.gr και (β) να τηρούν τις οδηγίες της Ελληνικής Κυβέρνησης σχετικά με την ενιαία και ομοιόμορφη εικόνα και ταυτότητα και (γ) να μην παρέχουν απευθείας ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες παρέχονται αποκλειστικά μέσω της ΕΨΠ. Από τις διατάξεις της παρούσας εξαιρούνται τα ΑΕΙ, οι ερευνητικοί και ακαδημαϊκοί φορείς του ν. 4310/2014, καθώς και τα εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

8.

Οι φορείς του δημόσιου τομέα, πλην των οριζομένων στην παρ. 7, δύνανται να αποκλίνουν από τις υποχρεώσεις των περ. α΄ και ΄ της παρ. 7. Η απόκλιση από την υποχρέωση της περ. γ΄ της παρ. 7 επιτρέπεται μόνο μετά από σχετική έγκριση που παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η οποία αναρτάται στη Διαύγεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ανεξαρτήτως εάν η ψηφιακή δημόσια υπηρεσία απαιτεί αυθεντικοποίηση του χρήστη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄

ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ (ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2016/2102 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 26ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΙΣΤΟΤΟΠΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΓΙΑ ΦΟΡΗΤΕΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ)

Άρθρο 36

Αντικείμενο ψηφιακής προσβασιμότητας (άρθρο 1 παρ. 1 της Οδηγίας (EE) 2016/2102) Αντικείμενο των διατάξεων της ψηφιακής προσβασιμότητας είναι η εισαγωγή ρυθμίσεων για την προσβασιμότητα σε ιστότοπους και εφαρμογές για φορητές συσκευές των οργανισμών του δημόσιου τομέα, προκειμένου οι υπηρεσίες τους να καταστούν περισσότερο προσβάσιμοι στους χρήστες και ιδίως στα άτομα με αναπηρίες.

Άρθρο 37

Πεδίο εφαρμογής ψηφιακής προσβασιμότητας (άρθρο 1 παρ. 2, 3 και 4 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου θεσπίζονται οι κανόνες, οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις για την κατασκευή, το περιεχόμενο και τη λειτουργία των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές των οργανισμών του δημόσιου τομέα, όπως αυτοί ορίζονται στο επόμενο άρθρο, που εξασφαλίζουν ότι οι ιστότοποι, ανεξάρτητα από τη συσκευή που χρησιμοποιείται για την πρόσβαση σε αυτούς, και οι εφαρμογές για φορητές συσκευές, τις οποίες χρησιμοποιούν για την παροχή των υπηρεσιών τους, πληρούν τις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου  39 και είναι ευχερώς προσβάσιμοι στους χρήστες και ιδίως στα άτομα με αναπηρίες.

2.

Εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος Μέρους: α) οι ιστότοποι και οι εφαρμογές για φορητές συσκευές των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων και των θυγατρικών τους, καθώς και άλλων φορέων ή των θυγατρικών τους που εκπληρώνουν αποστολή ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής δημόσιας υπηρεσίας, (β) οι ιστότοποι και οι εφαρμογές για φορητές συσκευές των μη κυβερνητικών οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.) που δεν παρέχουν υπηρεσίες βασικές για το κοινό ή υπηρεσίες που εξειδικεύονται στην κάλυψη των αναγκών των ατόμων με αναπηρίες ή προορίζονται για τα άτομα αυτά.

3.

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στο περιεχόμενο των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές που ακολουθούν: (α) μορφοτύπους αρχείων γραφείου που δημοσιεύθηκαν πριν από τις 23 Σεπτεμβρίου 2018, εκτός αν το περιεχόμενο αυτό είναι αναγκαίο για τις ενεργές διοικητικές διαδικα μέσα με διάσταση χρόνου (prerecorded time based media) που δημοσιεύθηκαν πριν από τις 23 Σεπτεμβρίου 2020, (γ) μέσα με διάσταση χρόνου σε ζωντανή μετάδοση (live timebased media), (δ) επιγραμμικούς χάρτες (online maps) και υπηρεσίες χαρτογράφησης, εφόσον παρέχονται αναγκαίες πληροφορίες με προσβάσιμο ψηφιακό τρόπο για χάρτες που προορίζονται για χρήσεις πλοήγησης, (ε) περιεχόμενο τρίτων που ούτε χρηματοδοτείται ούτε επιχορηγείται ούτε αναπτύσσεται από τον οικείο οργανισμό του δημόσιου τομέα ούτε είναι υπό τον έλεγχό του, (στ) αναπαραγωγές αντικειμένων συλλογών κληρονομιάς που δεν μπορεί να γίνουν πλήρως προσβάσιμα, λόγω είτε: στα. της ασυμβατότητας των απαιτήσεων προσβασιμότητας είτε με τη συντήρηση του οικείου αντικειμένου είτε με την αυθεντικότητα της αναπαραγωγής, στβ. της μη διαθεσιμότητας αυτοματοποιημένων και οικονομικά αποδοτικών λύσεων που θα μπορούσαν εύκολα να εξάγουν το κείμενο χειρογράφων ή άλλων αντικειμένων συλλογών κληρονομιάς και να το μετατρέψουν σε μορφή περιεχομένου συμβατή με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας, (ζ) το περιεχόμενο εξωδικτύων (extranets) και ενδοδικτύων (intranets), δηλαδή ιστότοπων αποκλειστικά διαθέσιμων σε μια κλειστή ομάδα ατόμων και όχι στο ευρύ κοινό, περιεχόμενο το οποίο δημοσιεύθηκε πριν από την 23η Σεπτεμβρίου 2019, εωσότου οι συγκεκριμένοι ιστότοποι υποστούν ουσιαστική αναθεώρηση, (η) το περιεχόμενο των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές που χαρακτηρίζονται ως αρχεία (archived), υπό την έννοια ότι αυτά περιέχουν αποκλειστικά περιεχόμενο που ούτε είναι αναγκαίο για ενεργές διοικητικές διαδικασίες ούτε επικαιροποιείται ούτε είναι πλέον ενεργό μετά την 23η Σεπτεμβρίου 2019. Η αμιγώς τεχνική συντήρηση δεν θεωρείται επικαιροποίηση του περιεχομένου του ιστότοπου ή της εφαρμογής για φορητές συσκευές.

Άρθρο 38

Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας (EE) 2016/2102) Για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου ισχύουν, πλέον των ορισμών του άρθρου 2, οι εξής ορισμοί:

1.

«Οργανισμός του δημόσιου τομέα»: το κράτος, κατά την έννοια της περ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), οι περιφερειακές ή οι τοπικές αρχές (Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού), οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου της περ. 4 της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), ή οι ενώσεις μίας ή περισσότερων από αυτές τις αρχές ή ενός ή περισσότερων από αυτούς τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, εφόσον οι ενώσεις αυτές έχουν συσταθεί για τον συγκεκριμένο σκοπό της κάλυψης αναγκών γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα.

2.

«Εφαρμογές για φορητές συσκευές»: το λογισμικό εφαρμογών που σχεδιάζεται και αναπτύσσεται από οργανισμούς του δημόσιου τομέα ή για λογαριασμό τους από τρίτους για χρήση, από το ευρύ κοινό, υπαλλήλους και εργαζομένους στους οργανισμούς του δημόσιου τομέα, σε φορητές συσκευές, όπως έξυπνα τηλέφωνα και ταμπλέτες. Οι εφαρμογές για φορητές συσκευές δεν περιλαμβάνουν το λογισμικό που ελέγχει τις εν λόγω συσκευές (λειτουργικά συστήματα για φορητές συσκευές) ή το ίδιο το λογισμικό.

3.

«Πρότυπο»: το πρότυπο, σύμφωνα με το σημείο 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1025/2012 (EEL 316).

4.

«Ευρωπαϊκό πρότυπο»: το ευρωπαϊκό πρότυπο σύμφωνα με το στοιχείο β΄ του σημείου 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1025/2012.

5.

«Εναρμονισμένο πρότυπο»: το εναρμονισμένο πρότυπο, σύμφωνα με το στοιχείο γ΄ του σημείου 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1025/2012.

6.

«Μέσα με διάσταση χρόνου» (time-based media): τα μέσα μίας από τις εξής μορφές: αποκλειστικά ήχου, αποκλειστικά βίντεο, ήχου και βίντεο, συνδυασμό ήχου ή και βίντεο με διαδραστικότητα.

7.

«Αντικείμενα πολιτιστικών συλλογών»: τα αγαθά που μπορεί να ανήκουν στο Δημόσιο ή σε ιδιώτη, τα οποία παρουσιάζουν ιστορικό, καλλιτεχνικό, αρχαιολογικό, αισθητικό, επιστημονικό ή τεχνικό ενδιαφέρον και αποτελούν μέρος συλλογών που συντηρούνται από πολιτιστικά ιδρύματα, όπως βιβλιοθήκες, αρχεία και μουσεία.

8.

«Δεδομένα μέτρησης»: τα ποσοτικά αποτελέσματα της δραστηριότητας παρακολούθησης που διενεργείται, προκειμένου να διαπιστωθεί η συμβατότητα των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές των οργανισμών του δημόσιου τομέα με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39. Καλύπτουν τόσο ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με το δείγμα ιστότοπων και εφαρμογών για φορητές συσκευές που ελέγχονται όπως, ιδίως, αριθμό ιστότοπων και εφαρμογών δυνητικά με τον αριθμό επισκεπτών και χρηστών τους, καθώς και ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο προσβασιμότητας.

9.

«Άτομα με αναπηρίες» (Α.μεΑ.): τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, διανοητικές ή αισθητηριακές δυσχέρειες, οι οποίες, σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, ιδίως θεσμικά, περιβαλλοντικά ή εμπόδια κοινωνικής συμπεριφοράς, μπορεί να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων αυτών στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους (άρθρο 60 παρ. 1 του ν. 4488/2017, Α΄ 137, και άρθρο 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των Α.μεΑ. που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012, Α΄ 88).

10.

«Προσβασιμότητα»: οι αρχές και οι τεχνικές που πρέπει να τηρούνται κατά τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη λειτουργία, τη συντήρηση και την επικαιροποίηση ιστότοπων και εφαρμογών για φορητές συσκευές, προκειμένου να καθίστανται προσβάσιμοι στους χρήστες, ιδίως στα άτομα με αναπηρίες.

Άρθρο 39

Απαιτήσεις για την προσβασιμότητα των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές (άρθρο 4 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα σχεδιάζουν, αναπτύσσουν, λειτουργούν και συντηρούν ιστότοπους και εφαρμογές για φορητές συσκευές, τηρώντας τις αρχές

2.

Οι επιμέρους αρχές της προσβασιμότητας έχουν την ακόλουθη έννοια: (α) αντιληπτικότητα, που σημαίνει ότι οι πληροφορίες και τα συστατικά στοιχεία της διεπαφής με τον χρήστη παρουσιάζονται στους χρήστες με τρόπους που αυτοί μπορούν να αντιληφθούν, (β) χρηστικότητα, που σημαίνει ότι τα συστατικά στοιχεία διεπαφής με τον χρήστη, καθώς και η πλοήγηση είναι εύχρηστα, (γ) κατανοησιμότητα, που σημαίνει ότι οι πληροφορίες και η λειτουργία της διεπαφής με τον χρήστη είναι κατανοητές, (δ) στιβαρότητα, που σημαίνει ότι το περιεχόμενο είναι αρκετά στιβαρό, ώστε να ερμηνεύεται αξιόπιστα από ευρύ φάσμα πρακτόρων χρηστών, συμπεριλαμβανομένων και υποστηρικτικών τεχνολογιών.

Άρθρο 40

Δυσανάλογη επιβάρυνση (άρθρο 5 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα μπορεί να μην συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39, μόνον αν η εφαρμογή των τελευταίων συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση για αυτούς.

2.

Για να εκτιμηθεί ο βαθμός, στον οποίο η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση, οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές περιστάσεις, όπως: (α) το μέγεθος, τους πόρους και τον χαρακτήρα του οργανισμού του δημόσιου τομέα, (β) το εκτιμώμενο κόστος και τα οφέλη για τον σχετικό οργανισμό του δημόσιου τομέα σε σχέση με τα εκτιμώμενα οφέλη για τα άτομα με αναπηρίες, λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα και τη διάρκεια της χρήσης του συγκεκριμένου ιστότοπου ή της εφαρμογής για φορητές συσκευές.

3.

Με την επιφύλαξη της παρ. 1, οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα διενεργούν την αρχική εκτίμηση και αξιολόγηση του βαθμού, στον οποίο η συμμόρφωση στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39 συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση.

4.

Όταν ένας οργανισμός του δημόσιου τομέα κάνει χρήση της προβλεπόμενης από την παρ. 1 παρέκκλισης για έναν συγκεκριμένο ιστότοπο ή εφαρμογή για φορητές συσκευές, μετά τη διενέργεια της εκτίμησης και αξιολόγησης της παρ. 2, διευκρινίζει, με ειδική αιτιολογία, στη δήλωση προσβασιμότητας του άρθρου 42 τα μέρη των απαιτήσεων προσβασιμότητας, με τα οποία δεν ήταν δυνατή η συμμόρφωση και παρέχει τυχόν προσβάσιμες εναλλακτικές επιλογές.

Άρθρο 41

Τεκμήριο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας (άρθρο 6 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Το περιεχόμενο των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές που συμμορφώνονται στα εναρμονισμένα πρότυπα ή στα μέρη τους και στα στοιχεία αναφοράς που έχει δημοσιεύσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1025/2012, θεωρείται ότι συμμορφώνεται στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39 των εν λόγω προτύπων ή των μερών τους.

2.

Εφόσον δεν έχουν δημοσιευθεί στοιχεία αναφοράς των εναρμονισμένων προτύπων της παρ. 1, το περιεχόμενο των εφαρμογών για φορητές συσκευές που συμμορφώνεται στις τεχνικές προδιαγραφές ή τα μέρη τους θεωρείται ότι συμμορφώνεται στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39, τις οποίες καλύπτουν οι τεχνικές προδιαγραφές ή τα μέρη τους, εφόσον ανταποκρίνεται προς τις σχετικές τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3.

Εφόσον δεν έχουν δημοσιευθεί στοιχεία αναφοράς του εναρμονισμένου προτύπου της παρ. 1, το περιεχόμενο των ιστότοπων που πληροί τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού προτύπου ΕΝ 301 549 V1.1.2 (2015-04) ή μέρη τους θεωρείται ότι συμμορφώνεται στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39, και που καλύπτουν οι εν λόγω σχετικές απαιτήσεις ή τα μέρη τους. Εφόσον δεν έχουν δημοσιευθεί στοιχεία αναφοράς του εναρμονισμένου προτύπου της παρ. 1, ελλείψει των τεχνικών προδιαγραφών της παρ. 2, το περιεχόμενο των ιστότοπων που πληροί τις οικείες απαιτήσεις του ευρωπαϊκού προτύπου ΕΝ 301 549 V1.1.2 (2015-04) ή των μερών τους θεωρείται ότι συμμορφώνεται στις απαιτήσεις προσβασιμότητας που ορίζονται στο άρθρο 39 και που καλύπτουν οι εν λόγω σχετικές απαιτήσεις ή τα μέρη τους.

4.

Εφόσον έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στοιχεία αναφοράς που παραπέμπουν σε μια πιο πρόσφατη έκδοση του ευρωπαϊκού προτύπου ΕΝ 301 549 V1.1.2 (2015-04) ή σε ευρωπαϊκό πρότυπο που το αντικαθιστά, εφαρμόζεται η πιο πρόσφατη έκδοση του προτύπου αυτού, ή το πρότυπο που το αντικαθιστά.

Άρθρο 42

Μορφή και περιεχόμενο της δήλωσης προσβασιμότητας (άρθρο 7 παρ. 1 εδάφια πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο και παρ. 2 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα παρέχουν και επικαιροποιούν χωρίς καθυστέρηση, μόλις επέλθει ουσιώδης μεταβολή και σε κάθε περίπτωση σε ετήσια βάση, λεπτομερή, περιεκτική και σαφή δήλωση προσβασιμότητας για τη συμμόρφωση των ιστοτόπων και των εφαρμογών τους για φορητές συσκευές προς τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

2.

Για τους ιστότοπους των οργανισμών του δημόσιου τομέα, η δήλωση προσβασιμότητας παρέχεται σε προσβάσιμη μορφή, σύμφωνα με το υπόδειγμα δήλωσης προσβασιμότητας της παρ. 4 και αναρτάται στον ιστότοπο του οικείου φορέα.

3.

Για τις εφαρμογές για φορητές συσκευές, η δήλωση προσβασιμότητας παρέχεται σε προσβάσιμη μορφή, σύμφωνα με την παρ. 4 και το υπόδειγμα δήλωσης της παρ. 5 και είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του οργανισμού του δημόσιου τομέα, ο οποίος ανέπτυξε την οικεία (α) εξήγηση σχετικά με τα εν λόγω τμήματα του περιεχομένου που δεν είναι προσβάσιμα και τους λόγους για την απουσία προσβασιμότητας και, ενδεχομένως, προσβάσιμες εναλλακτικές δυνατότητες που παρέχονται, (β) περιγραφή και σύνδεσμο προς τον μηχανισμό διαδικασίας ενημέρωσης και υποβολής παρατηρήσεων, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε πρόσωπο να ενημερώνει τον οργανισμό του δημόσιου τομέα για τυχόν αδυναμία του ιστοτόπου του ή των εφαρμογών του για φορητές συσκευές να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39 και να ζητεί τις πληροφορίες που ελλείπουν σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 37 και το άρθρο 40, (γ) ενημέρωση για τη δυνατότητα επικοινωνίας από κάθε ενδιαφερόμενο με θεσμικούς φορείς, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, σε περίπτωση μη ικανοποιητικής απάντησης στην ενημέρωση ή στα αιτήματα του άρθρου 45.

5.

Η δήλωση προσβασιμότητας διαμορφώνεται σύμφωνα με τα υποδείγματα που καθορίζονται από εκτελεστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφόσον έχουν εκδοθεί.

Άρθρο 43

Μητρώο Δημόσιων Ιστότοπων και Εφαρμογών

1.

Στη Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης τηρείται «Μητρώο Δημόσιων Ιστότοπων και Εφαρμογών» (ΜΗ.Δ.ΙΣ.ΕΦ.).

2.

Στο ΜΗ.Δ.ΙΣ.ΕΦ. εντάσσονται οι  ιστότοποι και οι εφαρμογές για φορητές συσκευές οργανισμών του δημόσιου τομέα που συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις προσβασιμότητας των άρθρων 39 και 41. Στο ΜΗ.Δ.ΙΣ. ΕΦ. τηρούνται και οι ισχύουσες και επικαιροποιημένες, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 42, δηλώσεις προσβασιμότητας των οικείων φορέων.

Άρθρο 44

Υποχρέωση δημοσιοποίησης στοιχείων Οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα αναρτούν στον ιστότοπο τους πλήρη στοιχεία για την κατάσταση συμμόρφωσης των ιστότοπων και των εφαρμογών τους για φορητές συσκευές προς τις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 45

Υποβολή παρατηρήσεων, αιτημάτων για παροχή πληροφοριών και αναφορών (άρθρο 7 παρ. 1 εδάφιο πέμπτο και άρθρο 9 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Κάθε ενδιαφερόμενος, μέσω του μηχανισμού της περ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 42, έχει δικαίωμα να υποβάλλει παρατηρήσεις ή αίτηση για ενημέρωση ως προς την κατάσταση συμμόρφωσης των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές οργανισμών του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου ή αίτηση για πληροφορίες που ελλείπουν, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 37 και το άρθρο 40.

2.

Οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα αποφαίνονται για τα αιτήματα της παρ. 1 μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Αν η αίτηση υποβάλλεται σε αναρμόδια υπηρεσία, η υπηρεσία αυτή τη διαβιβάζει μέσα σε πέντε (5) ημέρες στον αρμόδιο φορέα. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία αρχίζει από την περιέλευση της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία.

3.

Αν η αίτηση δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί στην προβλεπόμενη από την παρ. 2 προθεσμία, λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, ειδικά αιτιολογημένης, η αρμόδια υπηρεσία, το αργότερο μέσα σε πέντε (5) ημέρες, γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο στον αιτούντα τους λόγους της καθυστέρησης, καθώς και κάθε χρήσιμη πληροφορία.

4.

Οι αιτήσεις της παρ. 1 και οι αποφάσεις της παρ. 2 κοινοποιούνται χωρίς καθυστέρηση, με μέριμνα των οργανισμών του δημόσιου τομέα, στη Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

5.

Ειδικά για ζητήματα δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες, εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 72 του ν. 4488/2017 (Α΄ 137) περί του πλαισίου προαγωγής για την εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες.

Άρθρο 46

Επιμόρφωση υπαλλήλων και ευαισθητοποίηση του κοινού (άρθρο 7 παρ. 4 και 5 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα μεριμνούν για την κατάρτιση και την επιμόρφωση του προσωπικού τους σε θέματα προσβασιμότητας των δικτυακών τόπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές. Η εκπόνηση, η διαχείριση και ο συντονισμός προγραμμάτων κατάρτισης και επιμόρφωσης του προηγούμενου εδαφίου διενεργούνται από το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.Α.), σε συνεργασία με την Ε.Σ.Α.μεΑ., ύστερα από σχετικό αίτημα οργανισμού του δημόσιου τομέα.

2.

Οι οργανισμοί του δημόσιου τομέα ενημερώνουν και ευαισθητοποιούν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, τους υπαλλήλους και τους εργαζομένους τους, καθώς και το κοινό, σχετικά με τις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39, τα οφέλη για τους χρήστες και τους ιδιοκτήτες ιστότοπων και εφαρμογών για φορητές συσκευές, καθώς και για τη δυνατότητα υποβολής αναφορών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης στις διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 47

Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων (άρθρο 7 παρ. 3 και άρθρο 8 της Οδηγίας (EE) 2016/2102)

1.

Η Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης είναι αρμόδια για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές των οργανισμών του δημόσιου τομέα προς τις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39. επί τη βάσει των κανόνων του ανοιχτού λογισμικού, καθώς και των ανοιχτών προτύπων και μορφότυπων. (β) Σε κάθε περίπτωση, τηρείται η μεθοδολογία παρακολούθησης που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με εκτελεστικές πράξεις.

3.

Μέχρι τον καθορισμό της μεθοδολογίας παρακολούθησης με εκτελεστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μεθοδολογία αυτή μπορεί να λαμβάνει υπόψη εκθέσεις εμπειρογνωμόνων και περιλαμβάνει: (α) την περιοδικότητα της παρακολούθησης, καθώς και τη δειγματοληψία των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές που υπόκεινται σε παρακολούθηση, (β) σε επίπεδο ιστότοπου, τη δειγματοληψία των ιστοσελίδων και του περιεχομένου τους, (γ) σε επίπεδο εφαρμογών για φορητές συσκευές, το προς εξέταση περιεχόμενο, λαμβανομένων υπόψη της στιγμής της αρχικής θέσης σε λειτουργία της εφαρμογής και των μεταγενέστερων λειτουργικών ενημερώσεων, (δ)  την περιγραφή του τρόπου με τον οποίο πρέπει να αποδεικνύεται επαρκώς η συμμόρφωση ή η παράλειψη συμμόρφωσης στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39, με άμεση παραπομπή, κατά περίπτωση, στις σχετικές περιγραφές του εναρμονισμένου προτύπου ή, ελλείψει αυτού, στις τεχνικές προδιαγραφές της παρ. 2 του άρθρου 41 ή στο ευρωπαϊκό πρότυπο της παρ. 3 του άρθρου 41, (ε) σε περίπτωση εντοπισμού αδυναμιών συμμόρφωσης των οργανισμών του δημόσιου τομέα, μηχανισμό για την παροχή στοιχείων και πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39, σε μορφή που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους οργανισμούς του δημόσιου τομέα για τη διόρθωση των αδυναμιών αυτών, (στ) τις κατάλληλες ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον απαιτούνται, παραδειγμάτων και καθοδήγησης, για αυτόματες και χειροκίνητες δοκιμές και για δοκιμές χρηστικότητας, σε συνδυασμό με τις παραμέτρους δειγματοληψίας, κατά τρόπο συμβατό με την περιοδικότητα της παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων.

4.

Η Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνει την εφαρμογή των απαιτήσεων προσβασιμότητας του άρθρου  39 σε τύπους ιστότοπων και εφαρμογών για φορητές συσκευές, πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 1 του άρθρου 37, και ειδικότερα σε ιστότοπους και εφαρμογές για φορητές συσκευές των οποίων η λειτουργία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής διατάξεων που ισχύουν για την προσβασιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό η Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών, σε συνεργασία με επιστημονικούς, ερευνητικούς και άλλους σχετικούς φορείς, ορίζει κατευθυντήριες οδηγίες και συντάσσει οδηγούς εφαρμογής της προσβασιμότητας για ιστότοπους, μορφότυπους αρχείων γραφείου, προεγγεγραμμένα μέσα με διάσταση χρόνου και εφαρμογές για φορητές συσκευές των οργανισμών του δημόσιου τομέα.

5.

Έως την 23η Δεκεμβρίου 2021 και στη συνέχεια ανά τριετία, το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης υποβάλλει έκθεση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα αποτελέσματα της παρακολούθησης της παρ. 1, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων των μετρήσεων. Για το περιεχόμενο της έκθεσης εφαρμόζονται οι σχετικές εκτελεστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

6.

Η πρώτη έκθεση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλύπτει, για τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 42, 43, 44, 45 και 46, τα εξής: (α) διαδικασίες για τη δημοσιοποίηση εξελίξεων της πολιτικής για την προσβασιμότητα σε ιστότοπους και σε εφαρμογές για φορητές συσκευές, (β) εμπειρίες και ευρήματα από την εφαρμογή των κανόνων για τη συμμόρφωση στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του άρθρου 39, (γ) πληροφορίες συναφείς με την κατάρτιση των υπαλλήλων και των εργαζομένων των οργανισμών του δημόσιου τομέα, καθώς και τις δραστηριότητες ευαισθητοποίησης του κοινού, (δ) πληροφορίες για την εφαρμογή της διαδικασίας υποβολής παρατηρήσεων και αναφορών, όπως προβλέπεται από το άρθρο 45.

7.

Το περιεχόμενο των εκθέσεων προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το οποίο δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τον κατάλογο των ιστότοπων, των εφαρμογών για φορητές συσκευές ή των οργανισμών του δημόσιου τομέα που εξετάστηκαν, δημοσιοποιείται σε προσβάσιμη μορφή στον ιστότοπο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

8.

Μέσα στο πρώτο δίμηνο κάθε έτους ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης υποβάλλει στον Πρόεδρο της Βουλής ετήσια έκθεση αποτελεσμάτων για τη συμμόρφωση των οργανισμών του δημόσιου τομέα στις απαιτήσεις προσβασιμότητας του παρόντος. Πριν από την υποβολή της η έκθεση τίθεται σε δημόσια διαβούλευση για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες. Μετά από την ολοκλήρωση της διαβούλευσης η έκθεση αναρτάται στον ιστότοπο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Η έκθεση συζητείται στις αρμόδιες Επιτροπές της Βουλής, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Άρθρο 48

Αρμοδιότητες Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης είναι αρμόδιο για τον προσδιορισμό του απαραίτητου θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου για τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης.

Άρθρο 49

Υπηρεσίες εμπιστοσύνης

1.

Άλλες υπηρεσίες εμπιστοσύνης, πέραν των προβλεπόμενων στον Κανονισμό (ΕΕ) 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/93/ΕΚ (Κανονισμός eIDAS), που ρυθμίζονται από την εθνική νομοθεσία, αναγνωρίζονται τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, τηρουμένης της παρ. 2 μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.

Ο Υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύναται να υπογράφει συμφωνίες με τρίτα κράτη, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την αμοιβαία αναγνώριση υπηρεσιών εμπιστοσύνης με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 14 του Κανονισμού eIDAS.

Άρθρο 50

Νομική ισχύς ηλεκτρονικών υπογραφών και σφραγίδων

1.

Τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα υπογράφονται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου τους, και τίθεται σε αυτά η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα της περ. 27 του άρθρου 3 του Κανονισμού eIDAS, όπου η τελευταία απαιτείται. Στα ως άνω έγγραφα η εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου και η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα επέχουν θέση ιδιόχειρης υπογραφής και πρωτότυπης σφραγίδας αντίστοιχα.

2.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν ότι απαιτείται η ιδιόχειρη υπογραφή σε κάθε φύλλο ή σελίδα του εγγράφου, αρκεί η θέση της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπογραφής ή της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής σφραγίδας στην αρχή ή στο τέλος του ηλεκτρονικού εγγράφου.

Άρθρο 51

Εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπηρεσία συστημένης παράδοσης

1.

Με τη χρήση της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπηρεσίας συστημένης παράδοσης τεκμαίρεται η ακεραιότητα των δεδομένων που αποστέλλονται και λαμβάνονται, η αποστολή από τον ταυτοποιημένο αποστολέα και η παραλαβή από τον ταυτοποιημένο αποδέκτη των δεδομένων, καθώς και η ακρίβεια της ημερομηνίας και της ώρας της αποστολής και της λήψης των δεδομένων. Όπου ο νόμος ή οι διοικητικές πράξεις απαιτούν την αποστολή εγγράφων με ή χωρίς συστημένη αλληλογραφία, αρκεί η χρήση της εγκεκριμένης ηλεκτρονικής υπηρεσίας συστημένης παράδοσης. Η υπηρεσία αυτή δύναται να χρησιμοποιείται από τους φορείς τους δημόσιου τομέα, καθώς και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ιδίως σε διαδικασίες στις οποίες προβλέπεται η τήρηση συγκεκριμένων προθεσμιών.

2.

Υπάρχοντα συστήματα συστημένης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας παραμένουν σε ισχύ.

Άρθρο 52

Πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης Οι πάροχοι υπηρεσιών εμπιστοσύνης εγγυώνται την ακρίβεια των πιστοποιητικών που εκδίδουν, ευθύνονται δε για τη ζημία που προκαλείται από πρόθεση ή αμέλεια σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του Κανονισμού eIDAS και με την επιφύλαξη του ν. 2251/1994 (Α΄ 191), ιδίως του άρθρου 8.

Άρθρο 53

Πιστοποιητικά υπηρεσιών εμπιστοσύνης

1.

Τα πιστοποιητικά υπηρεσιών εμπιστοσύνης αποτελούν ηλεκτρονικές βεβαιώσεις που εκδίδονται από έναν πάροχο υπηρεσιών εμπιστοσύνης, με τα οποία: α) καθίσταται δυνατή η χρήση υπηρεσιών εμπιστοσύνης από τον κάτοχο αυτού και β) ταυτοποιείται ο κάτοχος του πιστοποιητικού μέσω της επιβεβαίωσης του ονόματος ή του ψευδωνύμου του.

2.

Το περιεχόμενο και οι απαιτήσεις των εγκεκριμένων πιστοποιητικών ορίζονται στον Κανονισμό eIDAS και τα Παραρτήματα αυτού.

3.

Η ισχύς του πιστοποιητικού άρχεται από την ημερομηνία που αναγράφεται πάνω σε αυτό και σε κάθε περίπτωση όχι νωρίτερα από την καταχώριση των δεδομένων του κατόχου, κατά τη διαδικασία ηλεκτρονικής ταυτοποίησης του άρθρου 57, στη βάση δεδομένων που τηρεί ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης.

4.

Η ισχύς του πιστοποιητικού λήγει: α) με την παρέλευση της ημερομηνίας λήξης που αναγράφεται πάνω σε αυτό, ή β) κατόπιν ανάκλησης του πιστοποιητικού σύμφωνα με το άρθρο 55.

Άρθρο 54

Αναστολή ισχύος πιστοποιητικού

1.

Ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης έχει δικαίωμα να αναστείλει την ισχύ ενός εγκεκριμένου πιστοποιητικού σε περίπτωση που υφίστανται ενδείξεις ότι: α) λανθασμένα δεδομένα ενσωματώθηκαν στο πιστοποιητικό ή β) είναι πιθανό το ιδιωτικό κλειδί του κατόχου που ανταποκρίνεται στο ενσωματωμένο στο πιστοποιητικό δημόσιο κλειδί να χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου.

2.

Ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης υποχρεούται να αναστείλει άμεσα την ισχύ ενός εγκεκριμένου πιστοποιητικού στις εξής περιπτώσεις:

  • α) Κατόπιν αίτησης του κατόχου του εγκεκριμένου

πιστοποιητικού ή του νομίμως εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου.

  • β) Κατόπιν αίτησης της Ε.Ε.Τ.Τ., εφόσον συντρέχει μία

από τις περιπτώσεις της παρ. 1.

  • γ) Κατόπιν αίτησης δικαστικών αρχών σε περίπτωση

προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης.

  • δ) Σε περίπτωση που απόφαση ασφαλιστικών μέτρων

ή προσωρινή διαταγή διατάσσει την αναστολή ισχύος, ύστερα από κοινοποίηση της σχετικής απόφασης ή της διαταγής στον πάροχο υπηρεσιών εμπιστοσύνης.

3.

Ο πάροχος ενημερώνει τον κάτοχο του εγκεκριμένου πιστοποιητικού αμέσως μετά από την αναστολή ισχύος, η οποία καταχωρίζεται στη βάση δεδομένων που τηρεί ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης.

4.

Η χρήση του εγκεκριμένου πιστοποιητικού μετά από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της αναστολής συνεπάγεται την ακυρότητα των ηλεκτρονικών υπογραφών ή των ηλεκτρονικών σφραγίδων που τέθηκαν για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναστολή. Το εγκεκριμένο πιστοποιητικό, η ισχύς του οποίου έχει ανασταλεί, έχει ως συνέπεια την προσωρινή μη ισχύ του πιστοποιητικού για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναστολή. σε περίπτωση ανάκλησης ή παύσης ισχύος της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ή της προσωρινής διαταγής που διέταξε την αναστολή ισχύος είτε σε περίπτωση έκδοσης δικαστικής απόφασης, οπότε κατά περίπτωση το πιστοποιητικό διατηρεί την ισχύ του ή ανακαλείται.

Άρθρο 55

Ανάκληση πιστοποιητικού

1.

Ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης υποχρεούται να προβεί σε άμεση ανάκληση ενός εγκεκριμένου πιστοποιητικού στις εξής περιπτώσεις:

  • α) Κατόπιν αίτησης του κατόχου του εγκεκριμένου

πιστοποιητικού ή του νομίμως εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου.

  • β) Εφόσον διαπιστωθεί από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) ότι το εγκεκριμένο πιστοποιητικό περιέχει ψευδείς ή ανακριβείς

πληροφορίες ως προς τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014.

  • γ) Σε περίπτωση εγκεκριμένου πιστοποιητικού η έκδοση του οποίου βασίστηκε σε ψευδείς ή ανακριβείς

πληροφορίες.

  • δ) Σε περίπτωση τερματισμού των εργασιών του παρόχου υπηρεσιών εμπιστοσύνης, εκτός εάν, πριν την

ημερομηνία παύσης των εργασιών, άλλος εγκεκριμένος πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης αναλάβει τη συνέχιση της λειτουργίας του μέρους της υπηρεσίας που απαιτείται.

  • ε) Σε περίπτωση απώλειας της δικαιοπρακτικής ικανότητας, κήρυξης σε αφάνεια ή σε περίπτωση θανάτου του

κατόχου του εγκεκριμένου πιστοποιητικού, εάν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, ή σε περίπτωση λύσης ή κήρυξης σε πτώχευση, εάν πρόκειται για νομικό πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση, το πιστοποιητικό δημιουργίας ηλεκτρονικής υπογραφής και το πιστοποιητικό δημιουργίας ηλεκτρονικής σφραγίδας είναι αμεταβίβαστα.

  • στ) Σε περίπτωση που τελεσίδικη δικαστική απόφαση

διατάσσει την ανάκληση, ύστερα από κοινοποίηση της σχετικής απόφασης στον πάροχο υπηρεσιών εμπιστοσύνης.

  • ζ) Αν από τη σύμβαση μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών

εμπιστοσύνης και του κατόχου του εγκεκριμένου πιστοποιητικού απορρέει σχετική προς τούτο υποχρέωση ή δικαίωμα ενός εκ των συμβαλλομένων μερών.

  • η) Σε περίπτωση που υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι

τα δεδομένα δημιουργίας ηλεκτρονικής υπογραφής ή ηλεκτρονικής σφραγίδας του κατόχου του εγκεκριμένου πιστοποιητικού έχουν γίνει γνωστά ή χρησιμοποιούνται από τρίτους.

  • θ) Σε περίπτωση κατά την οποία τα δεδομένα δημιουργίας ηλεκτρονικής υπογραφής ή ηλεκτρονικής σφραγίδας του παρόχου υπηρεσιών εμπιστοσύνης έχουν γίνει

γνωστά σε τρίτους.

  • ι) Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία στοιχεία που

περιλαμβάνονται στο εγκεκριμένο πιστοποιητικό τροποποιηθούν.

2.

Ο πάροχος ενημερώνει τον κάτοχο του εγκεκριμένου πιστοποιητικού αμέσως μετά από την ανάκληση, η οποία καταχωρίζεται στη βάση δεδομένων που τηρεί ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης. Εγκεκριμένο πιστοποιητικό που έχει ανακληθεί δεν είναι δυνατόν να επανατεθεί σε ισχύ.

3.

Η ανάκληση εγκεκριμένου πιστοποιητικού συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακυρότητα των ηλεκτρονικών υπογραφών ή των ηλεκτρονικών σφραγίδων που τέθηκαν μετά την ημερομηνία της ανάκλησης.

4.

Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης ανακάλεσε, με δόλο ή βαριά αμέλεια, εγκεκριμένο πιστοποιητικό ηλεκτρονικής υπογραφής ή εγκεκριμένο πιστοποιητικό ηλεκτρονικής σφραγίδας χωρίς να συντρέχει περίπτωση της παρ. 1 ενέχεται σε αποζημίωση κάθε ζημίας που προκλήθηκε στον κάτοχο του εγκεκριμένου πιστοποιητικού από την ανάκληση.

Άρθρο 56

Διοικητικές κυρώσεις

1.

Στην περίπτωση παράβασης των διατάξεων που διέπουν τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης, η Ε.Ε.Τ.Τ. με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της και ύστερα από προηγούμενη ακρόαση των ενδιαφερομένων, δύναται να επιβάλει ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης μία ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις:

  • α) Σύσταση.
  • β) Πρόστιμο έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
  • γ) Αναστολή ή ανάκληση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις σχετικές αποφάσεις της Ε.Ε.Τ.Τ., σε περίπτωση σοβαρών και επανειλημμένων παραβάσεων.
2.

Η απόφαση της Ε.Ε.Τ.Τ. κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών. Πριν από την κοινοποίηση αυτή, η Ε.Ε.Τ.Τ. δεν δημοσιοποιεί την απόφαση ή τμήμα αυτής σε οποιονδήποτε τρίτο και με οποιονδήποτε τρόπο.

3.

Στην περίπτωση επιβολής της διοικητικής κυρώσεως του προστίμου, εάν ο υπόχρεος για την καταβολή του το καταβάλλει εντός τριάντα (30) ημερών, από την κοινοποίηση σε αυτόν της σχετικής απόφασης της Ε.Ε.Τ.Τ., το πρόστιμο μειώνεται αυτοδικαίως στα 2/3 του επιβληθέντος ποσού.

4.

Τα πρόστιμα που προβλέπονται στο παρόν εισπράττονται στο όνομα και για λογαριασμό της Ε.Ε.Τ.Τ. και αποδίδονται σε αυτήν.

Άρθρο 57

Μέθοδοι ταυτοποίησης

1.

Πριν από την έκδοση πιστοποιητικού υπηρεσίας εμπιστοσύνης, ο πάροχος υπηρεσιών εμπιστοσύνης προβαίνει με κατάλληλα μέσα στην εξακρίβωση της ταυτότητας και των ειδικών χαρακτηριστικών του αιτούντος (ταυτοποίηση). Τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου δύναται να διενεργεί και τρίτος δυνάμει σύμβασης με τον πάροχο υπηρεσιών εμπιστοσύνης. Η δυνατότητα ταυτοποίησης από τρίτο ενεργοποιείται μετά από την ενημέρωση προς την Ε.Ε.Τ.Τ. σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 24 του Κανονισμού eIDAS. ταυτοποίησης με διασφάλιση ισοδύναμη με τη φυσική παρουσία, όπως την ηλεκτρονική ή την εξ αποστάσεως ταυτοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κανονισμού eIDAS. Η ισοδύναμη διασφάλιση εξετάζεται και επιβεβαιώνεται από οργανισμό αξιολόγησης συμμόρφωσης, όπως ορίζεται στην περ. 18 του άρθρου 3 του ανωτέρω Κανονισμού.

Άρθρο 58

Αρχή Πιστοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου

1.

Η  Αρχή Πιστοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου (Α.Π.Ε.Δ.) αποτελεί τον πάροχο υπηρεσιών εμπιστοσύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Είναι αρμόδια για την έκδοση και διαχείριση πιστοποιητικών για την παροχή υπηρεσιών εμπιστοσύνης σε όλους τους φορείς του δημόσιου τομέα. Δύναται να παρέχει εγκεκριμένες και μη εγκεκριμένες υπηρεσίες εμπιστοσύνης. Η δομή της Α.Π.Ε.Δ. περιλαμβάνει την Πρωτεύουσα Αρχή Πιστοποίησης, τις Υποκείμενες Αρχές Πιστοποίησης, τις Αρχές Εγγραφής και τα Εντεταλμένα Γραφεία.

2.

Η Πρωτεύουσα Αρχή Πιστοποίησης είναι αρμόδια για την πιστοποίηση, τον καθορισμό των κατευθύνσεων και τον συντονισμό των φορέων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι αποτελούν τις Υποκείμενες Αρχές Πιστοποίησης. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για την εθνική άμυνα και ασφάλεια, η Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Απλούστευσης Διαδικασιών του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ασκεί τις αρμοδιότητες της Πρωτεύουσας Αρχής Πιστοποίησης. Οι Υποκείμενες Αρχές Πιστοποίησης είναι αρμόδιες για την παροχή υπηρεσιών εμπιστοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό, είναι υπεύθυνες για τον κύκλο ζωής των εγκεκριμένων πιστοποιητικών, όπως την έκδοση, την αναστολή ισχύος, την ανάκληση και την ανανέωση αυτών. Οι Αρχές Εγγραφής αναφέρονται στις Υποκείμενες Αρχές Πιστοποίησης και είναι αρμόδιες για τον έλεγχο των αιτήσεων έκδοσης, αναστολής ισχύος, ανάκλησης και ανανέωσης πιστοποιητικών και των εγγραφών των τελικών χρηστών. Τα Εντεταλμένα Γραφεία αναφέρονται στις Αρχές Εγγραφής και είναι αρμόδια για την παραλαβή των αιτήσεων έκδοσης, αναστολής ισχύος, ανάκλησης και ανανέωσης.

3.

Η ταυτοποίηση των τελικών χρηστών γίνεται είτε από τα Εντεταλμένα Γραφεία είτε από τις Αρχές Εγγραφής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό eIDAS, το  άρθρο  57 και τον Κανονισμό Πιστοποίησης της Α.Π.Ε.Δ. Οι Αρχές Εγγραφής ή τα Εντεταλμένα Γραφεία δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες ταυτοποίησης και σε άλλους παρόχους υπηρεσιών εμπιστοσύνης.

4.

Ο Κανονισμός Πιστοποίησης της Α.Π.Ε.Δ. καθορίζει τους όρους για την παροχή υπηρεσιών εμπιστοσύνης, ορίζει ποιες υπηρεσίες εμπιστοσύνης (εγκεκριμένες ή

  • μη) παρέχει η Α.Π.Ε.Δ. και ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά

στην παροχή υπηρεσιών εμπιστοσύνης και τη συμμόρφωση με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄

ΑΝΟΙΚΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΧΡΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/1024 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 20ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 2019, ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΟΙΚΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΧΡΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΝΑΔΙΑΤΥΠΩΣΗ)

Άρθρο 59

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής ανοικτών δεδομένων (άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024)

1.

Αντικείμενο του παρόντος Κεφαλαίου είναι: (α) η αναδιατύπωση των διατάξεων για την καθιέρωση και διεύρυνση της αρχής της ανοικτής διάθεσης και περαιτέρω χρήσης: (αα) των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή φορέων του δημόσιου τομέα και δημοσίων επιχειρήσεων κατά την έννοια της περ. 3 του άρθρου 60 και (αβ) των ερευνητικών δεδομένων, που βρίσκονται στην κατοχή είτε των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων είτε των δημόσιων ερευνητικών οργανισμών και των τεχνολογικών ή ερευνητικών φορέων του άρθρου 3 του ν. 4310/2014 (Α΄ 258) ή των οργανισμών χρηματοδότησης της έρευνας, (β) ο καθορισμός όρων, προϋποθέσεων και τρόπων διευκόλυνσης για την υλοποίηση της περαιτέρω χρήσης των δημόσιων δεδομένων ως ανοικτών δεδομένων, και (γ) η προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ης Ιουνίου 2019 για τα ανοικτά δεδομένα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα, με σκοπό να προαχθεί η χρήση των ανοικτών δεδομένων και να ενθαρρυνθεί η καινοτομία στον τομέα των προϊόντων και των υπηρεσιών.

2.

Οι κείμενες διατάξεις για την πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα, καθώς και τις πληροφοριακές υποχρεώσεις των φορέων της παρ. 1 εξακολουθούν να ισχύουν, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων αυτού του νόμου.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)