Αποφάσεις - Ανακοινώσεις — ΦΕΚ A' 31/2019

Type Απόφαση
Publication 2019-02-26
Τελευταία ενημέρωση 2019-02-20
State In force
Source ΦΕΚ
articles 57
Reform history JSON API
4.

Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφασή του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Αναστολή δεν επιτρέπεται σε περίπτωση κατά την οποία το πειθαρχικό παράπτωμα έχει προκαλέσει δημόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας.

5.

Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα,

Άρθρο 42

Πειθαρχικές Ποινές

1.

Πειθαρχικές ποινές, οι οποίες επιβάλλονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το προσωπικό του Ιδρύματος υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, είναι οι εξής: α. έγγραφη επίπληξη, β. πρόστιμο έως τις αποδοχές τριών (3) μηνών, γ. προσωρινή παύση από μία (1) ημέρα έως τρεις (3) μήνες με στέρηση του 65% των αποδοχών, δ. προσωρινή παύση από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και ε. η οριστική παύση - απόλυση.

2.

Η διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος επιφέρει την ανάλογη πειθαρχική ποινή στον υπαίτιο, μόνο όταν αποδειχθεί με την πειθαρχική διαδικασία που ορίζεται στον παρόντα Οργανισμό.

3.

Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του Μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Κατά την επιβολή πειθαρχικής ποινής δέον να λαμβάνονται υπόψη ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον αυτές πληρούνται. Ελαφρυντικές της ποινής περιστάσεις είναι ενδεικτικώς: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το πειθαρχικό παράπτωμα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό τη επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και δ) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.

4.

Η δίωξη και η τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

5.

Η μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος που διαπράχτηκε πριν από την εξέλιξη αυτή.

6.

Σε περίπτωση που ο υπάλληλος διέπραξε περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα επιβάλλεται, κατά συγχώνευση, μία συνολική ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη από το πειθαρχικό όργανο η βαρύτητα όλων των πειθαρχικών παραπτωμάτων.

7.

Κατά την επιμέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι κανόνες των περιπτώσεων β΄, γ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του παρόντος Οργανισμoύ. Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής.

8.

Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν προσμετρείται ως χρόνος πραγματικής προϋπηρεσίας.

9.

Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα: α. πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη σεβασμού του δημοκρατικού πολιτεύματος ή του κοινοβουλευτισμού, β. παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους, γ. πράξη ή παράλειψη που γίνεται με δόλο ή βαριά αμέλεια και μπορεί οπωσδήποτε να βλάψει ή να θέσει σε κίνδυνο το συμφέρον του Οργανισμού, δ. απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, ε. χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για υπάλληλο διαγωγή εντός υπηρεσίας, ζ. παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, η. αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πάνω από είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες συνεχώς ή πάνω από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε διάστημα ενός (1) έτους ή πάνω από πενήντα (50) εντός μίας τριετίας, θ. σοβαρή απείθεια, ι. για οποιοδήποτε παράπτωμα αν κατά την προηγούμενη της διάπραξής του διετία του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός ή κατά το προηγούμενο της διάπραξής του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.

10.

Το πρόστιμο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του εργαζομένου, κατά τον χρόνο της έκδοσης της πειθαρχικής απόφασης, και όταν είναι ίσο ή κατώτερο από το 1/4 των αποδοχών του, παρακρατείται εφάπαξ από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την πειθαρχική απόφαση, όταν είναι μεγαλύτερο, παρακρατείται σε μηνιαίες δόσεις που καθορίζονται με την ίδια απόφαση και σε ποσό όχι ανώτερο από το 1/4 του βασικού μισθού του.

11.

Ο τιμωρηθείς με ποινή προσωρινής παύσης στερείται τις αντίστοιχες αποδοχές του, για το διάστημα που διαρκεί η επιβαλλόμενη σε αυτόν ποινή, και απέχει από κάθε υπηρεσία. Ο χρόνος της ποινής προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος υπηρεσίας.

12.

Η εκ συστήματος ή κατ’ εξακολούθηση διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση στην επιμέτρηση της ποινής.

13.

Η εκ νέου διάπραξη του ιδίου, συγγενούς ή ανάλογου ή παρομοίου αδικήματος, που έχει ήδη τιμωρηθεί (υποτροπή) θεωρείται ως ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής.

14.

Κατά την κρίση κάποιου αδικήματος, εφόσον συντρέχουν ελαφρυντικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να μνημονεύονται στην απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ποινή ελαφρότερη απ’ αυτήν που κανονικά θα επιβαλλόταν.

15.

Για την ίδια πράξη επιβάλλεται μία ποινή, ανεξάρτητα εάν περιέχει τα στοιχεία περισσότερων πειθαρχικών παραπτωμάτων.

Άρθρο 43

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1.

Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα τέλεσής τους. Τα πειθαρχικά παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, γ΄, ημέρα τέλεσής τους. Κατ’ εξαίρεση, για το πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του παρόντος, η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης.

2.

Πειθαρχικό παράπτωμα το οποίο αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν από την παρέλευση του χρόνου παραγραφής του ποινικού αδικήματος. Για τα παραπτώματα αυτά οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας διακόπτουν την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος.

3.

Η κλήση σε απολογία ή η παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο διακόπτουν την παραγραφή. Στις περιπτώσεις αυτές ο συνολικός χρόνος παραγραφής ως την έκδοση της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης δεν μπορεί να υπερβεί τα επτά (7) έτη και προκειμένου περί των παραπτωμάτων των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, θ΄ και ι΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του παρόντος, τα δέκα (10) έτη.

4.

Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται επίσης από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος το οποίο αποσκοπεί στην απόκρυψη ή την παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης του πρώτου. Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο παράπτωμα παραγράφεται όταν παραγραφεί το δεύτερο, εφόσον η παραγραφή του δεύτερου συντελείται σε χρόνο μεταγενέστερο της παραγραφής του πρώτου.

5.

Ο υπάλληλος ο οποίος απώλεσε την υπαλληλική ιδιότητα με οποιονδήποτε τρόπο, δεν διώκεται πειθαρχικώς, η πειθαρχική, όμως, διαδικασία η οποία τυχόν έχει αρχίσει, συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου.

6.

Όταν συντρέχει η περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές. Σε περίπτωση που η επιβλητέα πειθαρχική ποινή είναι ανώτερη του προστίμου, το πειθαρχικό συμβούλιο την μετατρέπει, ανάλογα με τη βαρύτητα του παραπτώματος, σε ποινή προστίμου αντιστοιχούντος σε αποδοχές έως δώδεκα (12) μηνών.

Άρθρο 44

Πειθαρχικά Όργανα

1.

Πειθαρχικά Όργανα είναι ο Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος και το Πειθαρχικό Συμβούλιο. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελείται από τρία (3) μέλη, ήτοι α) από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων, και σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος, αυτός αναπληρώνεται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και ο οποίος ενεργεί ως Πρόεδρός του, β) τον εκάστοτε Γενικό Γραμματέα της Βουλής με αναπληρωτή του τον εκάστοτε Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Υπηρεσιών του Ιδρύματος και γ) τον εκάστοτε Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικής Υποστήριξης της Βουλής των Ελλήνων με αναπληρωτή του τον εκάστοτε Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διοίκησης, Βιβλιοθήκης και Εκδόσεων της Βουλής των Ελλήνων. Γραμματέας του Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζεται υ πάλληλος που υπηρετεί στο Ίδρυμα μαζί με τον αναπληρωτή του, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στην αρχή κάθε έτους από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος.

2.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρό του. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκαλείται κατά τα ανωτέρω, ύστερα από την διαβίβαση του σχετικού φακέλου που εμπεριέχει κάθε στοιχείο που αφορά το υπό κρίση πειθαρχικό παράπτωμα του εγκαλουμένου υπαλλήλου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 45 διά του Τμήματος Διοικητικής Υποστήριξης στον Πρόεδρό του. Στον φάκελο, ο οποίος θα διαβιβασθεί στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, με σκοπό να αποφασίσει για την σύγκληση ή όχι του Πειθαρχικού Συμβουλίου, πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς ο τόπος και χρόνος των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος. Η απόφαση του Προέδρου για την σύγκληση του Πειθαρχικού Συμβουλίου κοινοποιείται στον υπάλληλο που τον αφορά. Το Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης συντρέχει όποτε του ζητηθεί στη λειτουργία του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3.

Ο Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος δύναται να επιβάλλει μονομερώς ενεργώντας ως μονομελές πειθαρχικό όργανο και με αιτιολογημένη απόφασή του τις ποινές της παραγράφου 1 περιπτώσεις α΄ και β΄ του άρθρου 42 του παρόντος, ήτοι της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου, αφού προηγουμένως καλέσει τον υπάλληλο σε απολογία. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλλει οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 42 του παρόντος.

4.

Αν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεσή του, την Εκτελεστική Επιτροπή. Αντίγραφο της έκθεσης χορηγείται στον υπάλληλο και τίθεται στο προσωπικό του Μητρώο. Το αντίγραφο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δυσμενή κρίση του υπαλλήλου.

Άρθρο 45

Πειθαρχική Διαδικασία

1.

Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από τον Γενικό Γραμματέα του Ιδρύματος ή από την παραπομπή του υπαλλήλου από την Εκτελεστική Επιτροπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

2.

Στο έγγραφο, με το οποίο η υπόθεση παραπέμπεται στο πειθαρχικό συμβούλιο πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα και ο διωκόμενος υπάλληλος.

3.

Την πειθαρχική δίωξη την ασκεί κατά τα ανωτέρω η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος όπου υπηρετεί ο εγκαλούμενος προς αυτή. Ο Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής ζητά αμελλητί απότο Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης να μεριμνήσει του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Ο Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος δύναται, πριν ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, να διατάξει Προκαταρτική Διοικητική Εξέταση (Π.Δ.Ε.), για τη διερεύνηση και την εξακρίβωση των τυχόν πειθαρχικών ευθυνών του εγκαλούμενου υπαλλήλου ορίζοντας έναν Προϊστάμενο Τμήματος, ο οποίος διενεργεί το έργο του εντός τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την ανάληψη αυτού, παραδίδει δε το έγγραφο πόρισμά του στον Γενικό Γραμματέα του Ιδρύματος εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος.

4.

Παραπομπή που έγινε, δεν ανακαλείται.

5.

Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την κλήση σε απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Ιδρύματος είτε με παραπομπή ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου εντός δύο (2) μηνών από την παραπομπή.

6.

Η κλήση σε απολογία επιδίδεται από το Ίδρυμα στα χέρια του υπαλλήλου με σχετικό αποδεικτικό.

7.

Η απολογία του εργαζόμενου είναι έγγραφη και υποβάλλεται εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών από την επίδοση σ’ αυτόν της κλήσεως και εφόσον έχει λάβει γνώση των αναγκαίων στοιχείων του φακέλου. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί άπαξ και για ίσο χρόνο, ύστερα από αίτημα του απολογούμενου.

8.

Η μη εμπρόθεσμη υποβολή της απολογίας, όταν αποδεικνύεται ότι η κλήση σε απολογία επιδόθηκε νομίμως, δεν εμποδίζει την έκδοση της απόφασης.

9.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής της απολογίας, ο Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου προσδιορίζει με απόφασή του την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας, η οποία ανακοινώνεται εγγράφως στον διωκόμενο τουλάχιστον πριν από σαράνα οκτώ (48) ώρες.

10.

Η εξέταση του διωκόμενου κατά το στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.

11.

Αν κατά τη διαδικασία ανακύψουν ευθύνες και για άλλους υπαλλήλους που δεν περιλαμβάνονται στο παραπεμπτήριο έγγραφο, το συμβούλιο τους καλεί σε απολογία και συνεχίζει την περαιτέρω διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να αποφασίζει τη συνεκδίκαση των παραπτωμάτων αυτών με τα παραπτώματα των περιλαμβανομένων στο παραπεμπτήριο έγγραφο.

12.

Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία.

13.

Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως και αιτιολογημένα και σε αυτή μνημονεύονται: ο τόπος και ο χρόνος έκδοσής της, τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, τα στοιχεία του κρινομένου, τα περιστατικά που συνιστούν το πειθαρχικό παράπτωμα προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο, η υποβολή ή όχι απολογίας από τον κρινόμενο, η απαλλαγή του κρινόμενου ή η ποινή που του επιβάλλεται.

14.

Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από τον Πρόεδρο και από τον Γραμματέα του Πειθαρχικού Συμβουλίου και με μέριμνατου Τμήματος Διοικητικής Υποστήριξης κοινοποιείται στην Εκτελεστική Επιτροπή, όπως και στον υπάλληλο που κρίθηκε από το Πειθαρχικό Συμβούλιο.

15.

Η πειθαρχική απόφαση εκτελείται υποχρεωτικά και καταχωρίζεται στον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου.

16.

Δεν επιτρέπεται η αποχή των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου από τη ψηφοφορία ή η λευκή ψήφος.

17.

Για τυχόν σχετικά με τη λειτουργία των Πειθαρχικών Συμβουλίων θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον παρόντα Οργανισμό, ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις περί συλλογικών οργάνων του ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45 Α΄/9.3.1999) «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις», όπως κάθε φορά ισχύει.

Άρθρο 46

Περιπτώσεις Καταγγελίας και Λύσης της σύμβασης εργασίας

1.

Η υπαλληλική σχέση του προσωπικού του Ιδρύματος λύεται με: το θάνατο, την παραίτηση, την καταγγελία σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου (απόλυση) για σπουδαίο λόγο, τη λήξη του χρόνου της διάρκειάς της, προκειμένου περί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους σύνταξης γήρατος του εργαζομένου.

2.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ενεργείται με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, που κοινοποιείται στον εργαζόμενο, και αφορά ιδίως τους εξής λόγους: α) επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης,

  • β) σωματική ή πνευματική ανικανότητα (η σωματική

ή πνευματική ανικανότητα), που αποκλείει την άσκηση των καθηκόντων του εργαζομένου, διαπιστώνεται από δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα ή την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία, γ) καταγγελία της σύμβασης για την περίπτωση της απαγγελίας εις βάρος του εργαζομένου κατηγορίας για ποινικό αδίκημα που φέρει χαρακτήρα κακουργήματος, δ) καταγγελία της σύμβασης για την περίπτωση άσκησης δίωξης εις βάρος του εργαζόμενου για ποινικό αδίκημα που φέρει χαρακτήρα ατιμωτικού πλημμελήματος [κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήμηση], κατόπιν υποβολής εναντίον του εργαζομένου μήνυσης - έγκλησης από το Ίδρυμα για αδίκημα που τελέσθηκε σε βάρος του Ιδρύματος κατ’ ενάσκηση ή επ’ αφορμή άσκησης των υπαλληλικών καθηκόντων του, ε) καταγγελία της σύμβασης για την περίπτωση καταδίκης του υπαλλήλου για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και στην υπηρεσία), απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, καθ’ υποτροπή συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Στις περιπτώσεις γ΄, δ΄ και ε΄ ο εργαζόμενος επιστρέφει στην εργασία του, σε περίπτωση αμετάκλητης αθώωσης ή απαλλαγής του για ουσιαστικούς λόγους.

3.

Αν ο λόγος που δικαιολογεί την καταγγελία από την δεν εξαρτάται από την κίνηση ή μη της πειθαρχικής διαδικασίας ή την επιβολή της πειθαρχικής αυτής ποινής.

4.

Στους απολυόμενους εργαζομένους καταβάλλεται αποζημίωση, εφόσον προβλέπεται καταβολή της από διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις αυτές.

5.

Η λύση της εργασιακής σχέσης του προσωπικού που συνδέεται με το Ίδρυμα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, γίνεται αυτοδίκαια, μόλις λήξει ο χρόνος που προβλέπεται στη σύμβαση, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης.

6.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είτε εκ μέρους της Εκτελεστικής Επιτροπής είτε εκ μέρους του εργαζομένου γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην ατομική σύμβαση εργασίας.

7.

Η παραίτηση από το Ίδρυμα αποτελεί δικαίωμα που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Η δήλωση της παραίτησης υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία, που τυχόν περιέχονται στη δήλωση παραίτησης θεωρούνται ως μη τεθέντες και δεν λαμβάνονται υπόψη. Αρμόδιο όργανο για την αποδοχή της παραίτησης είναι η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος.

8.

Η εργασιακή σχέση λύεται μόνον μετά την έγγραφη κοινοποίηση της αποδοχής της παραίτησης από την Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία πρέπει να γίνει υποχρεωτικά μέσα σε έναν (1) μήνα από την υποβολή της παραίτησης. Η παραίτηση θεωρείται ότι έγινε αυτοδίκαια δεκτή μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της. Ο εργαζόμενος μπορεί να ανακαλέσει την παραίτησή του κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την αποδοχή της.

9.

Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε, εάν κατά την υποβολή της εκκρεμούσε ποινική δίκη σε βαθμό κακουργήματος ή πλημμελήματος, πειθαρχική δίωξη ή ποινική δίκη ή η πειθαρχική δίωξη άρχισε πριν από την αποδοχή της.

Άρθρο 47

Ηθικές αμοιβές Η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος, μετά από εισήγηση του Γενικού Γραμματέα ή με πρόταση των Προϊστάμενων Τμημάτων, μπορεί να απονέμει σε υπαλλήλους του Ιδρύματος, με απόφασή της, η οποία κοινοποιείται σε όλο το προσωπικό του Ιδρύματος, ηθικές αμοιβές για εξαιρετικές πράξεις ή για εξαίρετη επίδοση στην εκτέλεση της υπηρεσίας τους, για επωφελή συμβολή στο έργο του Ιδρύματος, όπως είναι: α) εύφημος μνεία β) η ευαρέσκεια, γ) ο έπαινος, δ) άλλες παροχές, εξαιρουμένων των χρηματικών. Ως τιμητική διάκριση μπορεί να απονέμεται σε υπάλληλο έγγραφη ευαρέσκεια για εξαιρετικές πράξεις προσφοράς υπέρ του κοινωνικού συνόλου, καθώς και σε υπάλληλο που αποχωρεί από την υπηρεσία του μετά από ευδόκιμη άσκηση των καθηκόντων του.

Άρθρο 48

Άσκηση ιδιωτικού έργου μεαμοιβή

1.

Μετά από άδεια ο υπάλληλος μπορεί να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία μεαμοιβή, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του, δεν παρέχεται σε φορείς που έχουν οποιαδήποτε σχέση με το Ίδρυμα και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.

2.

Η άδεια χορηγείται για συγκεκριμένο έργο ή εργασία με αιτιολογημένη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής όπου πρέπει να αναφέρονται η διάρκεια και οι λοιποί όροι χορήγησής της, και μπορεί να ανακαλείται με τον ίδιο τρόπο.

3.

Δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας.

Άρθρο 49

Εγκριτικά όρια / Δικαίωμα υπογραφής

1.

Η χορήγηση εγκριτικού ορίου / δικαιώματος υπογραφής στον εργαζόμενο από την Εκτελεστική Επιτροπή γίνεται πάντοτε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Ιδρύματος, αφορά αποκλειστικά και μόνο το πρόσωπο στο οποίο χορηγείται, δεν εκχωρείται σε άλλους και δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με τη θέση που κατέχει στην ιεραρχία ο συγκεκριμένος εργαζόμενος. Το ανωτέρω δικαίωμα είναι ελεύθερα ανακλητό οποτεδήποτε κατά την διακριτική ευχέρεια της Εκτελεστικής Επιτροπής, η δε ανάκλησή του δε σημαίνει σε καμία περίπτωση και ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ως μονομερής βλαπτική μεταβολή της υπηρεσιακής θέσης του εργαζόμενου.

2.

Τα ανωτέρω ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις χωρίς ανάγκη ρητής επανάληψης της άνω επιφύλαξης σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση χορήγησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ

Άρθρο 50

Προϋποθέσεις σύναψης συμβάσεων

1.

Συμβάσεις, από τις οποίες δημιουργούνται υποχρεώσεις σε βάρος του Ιδρύματος, δεν μπορεί να συνομολογηθούν εάν δεν προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, από γενικές ή ειδικές διατάξεις και δεν συντελούν στην εκπλήρωση των σκοπών του Ιδρύματος.

2.

Κάθε σύμβαση για λογαριασμό του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία που έχει αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ή που δημιουργεί διαρκείς υποχρεώσεις αυτού, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού τουλάχιστον εγγράφου. Το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής.

Άρθρο 51

Εκπροσώπηση Νόμιμος εκπρόσωπος για τη συνομολόγηση δημοσίων συμβάσεων του Ιδρύματος είναι ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ. του Ιδρύματος ή ο Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ιδρύματος, που τον εξουσιοδοτεί αυτός γενικά ή ειδικά, με απόφασή του που δημοσιεύεται στην ενότητα παρ. 4 του άρθρου 164ΣΤ του Κανονισμού της Βουλής (Β΄ Μέρος, ΦΕΚ 51/Α/1997), όπως ισχύει, και στον διαδικτυακό τόπο που διατηρεί το Ίδρυμα, αντιστοίχως.

Άρθρο 52

Αρχές Το Ίδρυμα στο πλαίσιο των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, το Ίδρυμα αντιμετωπίζει τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις, και ενεργεί με διαφάνεια, τηρώντας τις αρχές της αναλογικότητας, της αμοιβαίας αναγνώρισης, της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της υπευθυνότητας και λογοδοσίας, της προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών, της ελευθερίας του ανταγωνισμού, της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης.

Άρθρο 53

Νομικό καθεστώς Το Ίδρυμα αποτελεί οργανισμό δημοσίου δικαίου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 περίπτωση 4 του ν. 4412/2016 «Δημόσιες Συμβάσεις Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών».

Άρθρο 54

Διαδικασία Σύναψης συμβάσεων

1.

Για τη σύναψη σύμβασης έργων, προμηθειών, και παροχής υπηρεσιών που συνάπτει το Ίδρυμα εφαρμόζονται, κατ’ αναλογίαν, οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής - Μέρος Β΄ (άρθρα 149 έως 152), οι διατάξεις του ν. 4412/2016, όπως ισχύουν, και άλλες συναφείς διατάξεις. Με απόφαση του Προέδρου της Βουλής μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικό ζήτημα, κατά παρέκκλιση από τις ως άνω διατάξεις. Όπου στη νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις προβλέπεται χρήση ή ανάρτηση στο «Εθνικό Σύστημα Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ.)» ή στο «Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (Κ.Η.Μ.ΔΗ.Σ.)», νοείται χρήση ή ανάρτηση στο Σύστημα Ηλεκτρονικών Συμβάσεων της Βουλής. Όπου στην ως άνω νομοθεσία προβλέπεται ενέργεια ή πράξη Υπουργού, νοείται ενέργεια ή πράξη του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων ή του εξουσιοδοτημένου από αυτόν οργάνου του Ιδρύματος ή της Βουλής.

2.

Η Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος αποφασίζει για την αναγκαιότητα και τη σκοπιμότητα σύναψης των δημοσίων συμβάσεων του Ιδρύματος, για την εκκίνηση, διεξαγωγή και περάτωση των σχετικών διαδικασιών και ορίζει ή συγκροτεί, κατά περίπτωση, τα όργανα που μετέχουν στις διαδικασίες αυτές.

3.

Σε συμβάσεις ιδιαίτερης σημασίας, ιδίως από την άποψη του φυσικού αντικειμένου τους ή της αξίας τους ή της δυσχέρειας ως προς την κατάρτιση ή και την εκτέλεσή τους, με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, τις υπηρεσίες του Ιδρύματος δύνανται να συνδράμουν η Διεύθυνση Προμηθειών και Διαχείρισης Υλικού και η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Βουλής.

4.

Η Επιτροπή του άρθρου 149 παρ. 3 του Κανονισμού της Βουλής των Ελλήνων είναι αρμόδια για την επίλυση, μετά από άσκηση προδικαστικής προσφυγής, των διαφορών που αφορούν το στάδιο το οποίο προηγείται της σύναψης δημοσίων συμβάσεων του Ιδρύματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 55

Νομική εκπροσώπηση και υποστήριξη

1.

Η νομική εκπροσώπηση του Ιδρύματος στις κάθε είδους δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις του, περιλαμβανομένου και του γνωμοδοτικού έργου επί νομικών ζητημάτων, ανήκει στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Κράτους στη Βουλή, που προβλέπεται στα άρθρα 3 παρ. 2 περίπτωση α΄ και 5 του Κανονισμού της (Μέρος Β΄, ΦΕΚ 51/Α/1997).

2.

Το Τμήμα Νομικής Υποστήριξης της Βουλής του άρθρου 3 της περίπτωσης III του Ειδικού Κανονισμού της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (ΦΕΚ 1745/Β/2009, όπως ισχύει) συνεργάζεται με τις Υπηρεσίες του Ιδρύματος επί νομικών ζητημάτων.

Άρθρο 56

Ειδικές διατάξεις

1.

Με αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής δύναται να συμπληρώνεται ο παρών Οργανισμός, ως προς ειδικότερα θέματαή θέματα με τεχνικό ή λεπτομερειακό χαρακτήρα, καθώς και να καθορίζονται λεπτομερέστερα τα στον παρόντα Οργανισμό αντικείμενα των διαφόρων υπηρεσιών του Ιδρύματος και η κατανομή του αντίστοιχου για κάθε αντικείμενο έργου μεταξύ του προσωπικού των Οργανωτικών Μονάδων του Ιδρύματος.

2.

Οι υπάλληλοι του Ιδρύματος, κατά την πρόσληψή τους, δηλώνουν ότι έχουν πλήρη και σαφή γνώση των διατάξεων αυτού του Οργανισμού και τον αποδέχονται ανεπιφύλακτα.

Άρθρο 57

Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις

1.

Το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στο Ίδρυμα, καταλαμβάνει αυτοδικαίως θέσεις του άρθρου 22 του παρόντος Οργανισμού, με διαπιστωτικές πράξεις του Γενικού Γραμματέα του Ιδρύματος με την ίδια σχέση εργασίας.

2.

Ως προς τη διασφάλιση αποδοχών του άρθρου 27 του ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει, υπολογίζεται προσωπική διαφορά βάσει του συνόλου των πάσης φύσεως αποδοχών και επιδομάτων που ελάμβανε το προσωπικό του Ιδρύματος την 31.1.2019. Το προσωπικό του Ιδρύματος κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια του ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει, στην κατηγορία στην οποία ανήκει, την 31.1.2019, με διαπιστωτικές πράξεις που εκδίδονται από τον Γενικό Γραμματέα του Ιδρύματος. Τυχόν, μεταγενέστερη της έναρξης ισχύος της παρούσας τροποποίησης, αναγνώριση πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σε υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε δημόσιες υπηρεσίες περίπτωση αυτή, εκδίδεται νέα διαπιστωτική πράξη από τον Γενικό Γραμματέα, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα. Η κατάταξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και η συνακόλουθη μισθολογική μεταβολή -αύξηση του βασικού μισθού, συνεπάγεται, εφεξής, αντίστοιχη μείωση του ποσού της προσωπικής διαφοράς.

3.

Τα υφιστάμενα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής παραμένουν μέχρι να συμπληρώσουν τη θητεία τους.

4.

Τα υφιστάμενα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής παραμένουν μέχρι τον ορισμό νέων μελών με απόφαση του Προέδρου της Βουλής κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 8 του παρόντος.

5.

Υφιστάμενες αποσπάσεις προσωπικού της Βουλής στο Ίδρυμα λήγουν αυτοδικαίως με την έναρξη ισχύος του παρόντος. Αποσπάσεις προσωπικού της Βουλής, ενεργούνται εφεξής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 23 του παρόντος και τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής (Μέρος Β΄), όπως ισχύει.

6.

Τοποθετήσεις ή αποφάσεις που προβλέπουν ανάληψη καθηκόντων σε θέσεις αυξημένης ευθύνης σε Τομείς ήΤμήματα ή σε Υπηρεσίες του Ιδρύματος εν γένει, λήγουν αυτοδικαίως με την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η Εκτελεστική Επιτροπή εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος υποχρεούται να προχωρήσει στην έκδοση σχετικής πρόσκλησης για την επιλογή προϊσταμένων της Διεύθυνσης και των Τμημάτων του Ιδρύματος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του παρόντος.

7.

Το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος στο Ίδρυμα τοποθετείται με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, που εκδίδεται εντός μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος, στα Τμήματα και τις Υπηρεσίες του Ιδρύματος του άρθρου 19 του παρόντος, λαμβανομένων υπόψη της κατηγορίας εκπαίδευσής του, των εκπαιδευτικών του προσόντων, της προϋπηρεσίας του και όποιων άλλων συναφών, παρεμφερών ή άλλων καθηκόντων έχουν ανατεθεί σε αυτό από την Εκτελεστική Επιτροπή ή τον Γενικό Γραμματέα του Ιδρύματος, και ιδίως, των αναγκών κάθε Τμήματος του Ιδρύματος. Υπεύθυνοι ή Προϊστάμενοι, διά της πρόσληψής τους, Τομέων ή Υπηρεσιών του Ιδρύματος, καταλαμβάνουν εφεξής, ομοίως, αυτοδικαίως θέσεις προσωπικού του άρθρου 22 του παρόντος Οργανισμού, με διαπιστωτικές πράξεις του Γενικού Γραμματέα του Ιδρύματος με την ίδια σχέση εργασίας.

8.

Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, ο προϋπολογισμός για το τρέχον έτος 2019 θα πρέπει να εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο εντός δέκα (10) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Οι νέες οικονομικές διαδικασίες εκκινούν μετά την έγκριση του Προϋπολογισμού του Ιδρύματος. Δαπάνες του Ιδρύματος, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν παρά την απουσία έγκρισης του προϋπολογισμού, δεν πάσχουν ακυρότητας εξ αυτού του λόγου.

9.

Η απόφαση καθιέρωσης υπερωριακής εργασίας, κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση Α΄ του άρθρου 20 του ν. 4354/2015, όπως εκάστοτε ισχύει, που εκδίδεται από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ιδρύματος εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος για το έτος 2019, ισχύει αναδρομικά από 1.1.2019.

10.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Οργανισμού, καταργείται κάθε προηγούμενος Οργανισμός του Ιδρύματος. Αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής αντίθετες στις διατάξεις του παρόντος καταργούνται από την έναρξη ισχύος του.

Άρθρο 58

Ισχύς Ο παρών Οργανισμός, μετά την ψήφισή του από τη Βουλή των Ελλήνων, αποτελεί παράρτημα του Κανονισμού της Βουλής (Μέρος Α΄ Κοινοβουλευτικό), ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος, και δύναται να τροποποιηθεί με απόφαση της Επιτροπής Κανονισμού της Βουλής, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των 3/5 των παρόντων μελών της. Ο Οργανισμός αναρτάται στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος». Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 2019 Ο Πρόεδρος της Βουλής ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΟΥΤΣΗΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ: 210 5279000 - fax: 210 5279054 ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΚΟΙΝΟΥ Πωλήσεις - Συνδρομές: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279178 - 180) Πληροφορίες: (Ισόγειο, Γρ. 3 και τηλεφ. κέντρο 210 5279000) Παραλαβή Δημ. Ύλης: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279167, 210 5279139) Ωράριο για το κοινό: Δευτέρα ως Παρασκευή: 8:00 - 13:30 Ιστότοπος: www.et.gr Πληροφορίες σχετικά με την λειτουργία του ιστότοπου: helpdesk.et@et.gr Αποστολή ψηφιακά υπογεγραμμένων εγγράφων προς δημοσίευση στο ΦΕΚ: webmaster.et@et.gr Πληροφορίες για γενικό πρωτόκολλο και αλληλογραφία: grammateia@et.gr Το Εθνικό Τυπογραφείο αποτελεί δημόσια υπηρεσία υπαγόμενη στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης και έχει την ευθύνη τόσο για τη σύνταξη, διαχείριση, εκτύπωση και κυκλοφορία των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), όσο και για την κάλυψη των εκτυπωτικών - εκδοτικών αναγκών του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ν. 3469/2006/Α΄ 131 και π.δ. 29/2018/Α΄58).

1.

ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΦΕΚ) r Τα ΦΕΚ σε ηλεκτρονική μορφή διατίθενται δωρεάν στο www.et.gr, την επίσημη ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου. Όσα ΦΕΚ δεν έχουν ψηφιοποιηθεί και καταχωριστεί στην ανωτέρω ιστοσελίδα, ψηφιοποιούνται και αποστέλλονται επίσης δωρεάν με την υποβολή αίτησης, για την οποία αρκεί η συμπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων σε ειδική φόρμα στον ιστότοπο www.et.gr. r Τα ΦΕΚ σε έντυπη μορφή διατίθενται σε μεμονωμένα φύλλα είτε απευθείας από το Τμήμα Πωλήσεων και Συνδρομητών, είτε ταχυδρομικά με την αποστολή αιτήματος παραγγελίας μέσω των ΚΕΠ, είτε με ετήσια συνδρομή μέσω του Τμήματος Πωλήσεων και Συνδρομητών. Tο κόστος ενός ασπρόμαυρου ΦΕΚ από 1 έως 16 σελίδες είναι 1,00 €, αλλά για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο (ή μέρος αυτού) προ σαυξάνεται κατά 0,20 €. Το κόστος ενός έγχρωμου ΦΕΚ από 1 έως 16 σελίδες είναι 1,50 €, αλλά για κάθε επιπλέον οκτασέλιδο (ή μέρος αυτού) προσαυξάνεται κατά 0,30 €. To τεύχος Α.Σ.Ε.Π. διατίθεται δωρεάν. r Τρόποι αποστολής κειμένων προς δημοσίευση: Α. Τα κείμενα προς δημοσίευση στο ΦΕΚ, από τις υπηρεσίες και τους φορείς του δημο σίου, αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη διεύθυνση webmaster.et@et.gr με χρήση προηγμέ νης ψηφιακής υπογραφής και χρονοσήμανσης. Β. Κατ’ εξαίρεση, όσοι πολίτες δεν διαθέτουν προηγμένη ψηφιακή υπογραφή μπορούν είτε να αποστέλλουν ταχυδρομικά, είτε να καταθέτουν με εκπρόσωπό τους κείμενα προς δημοσίευση εκτυπωμένα σε χαρτί στο Τμήμα Παραλαβής και Καταχώρισης Δημοσιευμάτων. r Πληροφορίες, σχετικά με την αποστολή/κατάθεση εγγράφων προς δημοσίευση, την ημερήσια κυκλοφορία των Φ.Ε.Κ., με την πώληση των τευχών και με τους ισχύοντες τιμοκαταλόγους για όλες τις υπη ρεσίες μας, περιλαμβάνονται στoν ιστότοπο (www.et.gr). Επίσης μέσω του ιστότοπου δίδονται πληροφορίες σχετικά με την πορεία δημοσίευσης των εγγράφων, με βάση τον Κωδικό Αριθμό Δημοσιεύματος (ΚΑΔ). Πρόκειται για τον αριθμό που εκδίδει το Εθνικό Τυπογραφείο για όλα τα κείμενα που πληρούν τις προϋποθέσεις δημοσίευσης.

2.

ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΕΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Το Εθνικό Τυπογραφείο ανταποκρινόμενο σε αιτήματα υπηρεσιών και φορέων του δημοσίου αναλαμβάνει να σχεδιάσει και να εκτυπώσει έντυπα, φυλλάδια, βιβλία, αφίσες, μπλοκ, μηχανογραφικά έντυπα, φακέλους για κάθε χρήση, κ.ά.

(cid:114) Τρόποι αποστολής κειμένων προς δημο Α. Τα κείμενα προς δημοσίευση στο ΦΕ δημο σίου, αποστέλλονται ηλεκτρονικά στη προηγμέ νης ψηφιακής υπογραφής και χρονο Β. Κατ’ εξαίρεση, όσοι πολίτες δεν διαθέτο είτε να αποστέλλουν ταχυδρομικά, είτε να κ δημοσίευση εκτυπωμένα σε χαρτί στο Τμήμα σίευση: Κ, από τις υπηρεσίες και τους φορείς του διεύθυνση webmaster.et@et.gr με χρήση σήμανσης. υν προηγμένη ψηφιακή υπογραφή μπορούν αταθέτουν με εκπρόσωπό τους κείμενα προς Παραλαβής και Καταχώρισης Δημοσιευμάτων.
(cid:114) Πληροφορίες, σχετικά με την αποστολή/κα ρήσια κυκλοφορία των Φ.Ε.Κ., με την πώληση γους για όλες τις υπη ρεσίες μας, περιλαμβάνο του ιστότοπου δίδονται πληροφορίες σχετικά βάση τον Κωδικό Αριθμό Δημοσιεύματος (ΚΑΔ κό Τυπογραφείο για όλα τα κείμενα που πληρο 2. ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΕΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΕ Το Εθνικό Τυπογραφείο ανταποκρινόμενο σε αναλαμβάνει να σχεδιάσει και να εκτυπώσει έν γραφικά έντυπα, φακέλους για κάθε χρήση, κ. Επίσης σχεδιάζει ψηφιακές εκδόσεις, λογότυ
Ταχυδρομική Διεύθυνση: Καποδιστρίου 34, τ.κ. 1043 2, Αθήνα Ιστότοπος: www.et.gr
ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ: 210 5279000 - fax: 210 5279 054 Πληροφορίες σχετικά με την λειτουργία του ιστότοπου: helpdesk.et@et.gr
ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΚΟΙΝΟΥ Πωλήσεις - Συνδρομές: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279178 - 1 Πληροφορίες: (Ισόγειο, Γρ. 3 και τηλεφ. κέντρο 210 5 Παραλαβή Δημ. Ύλης: (Ισόγειο, τηλ. 210 5279167, 210 80) 279000) 5279139)
Αποστολή ψηφιακά υπογεγραμμένων εγγράφων προς δημοσίευση στο ΦΕΚ: webmaster.et@et.gr
Πληροφορίες για γενικό πρωτόκολλο και αλληλογραφία: grammateia@et.gr
Ωράριο για το κοινό: Δευτέρα ως Παρασκευή: 8:00 - 13:30

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)