Νόμοι — ΦΕΚ A' 52/2013

Type Νόμος
Publication 2013-02-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 103
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 52 28 Φεβρουαρίου 2013

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4129

Κύρωση του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: Άρθρο πρώτο Κυρώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 7 του Συντάγματος, ο παρών Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, με τον οποίο κωδικοποιούνται οι ισχύουσες διατάξεις ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ − ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ − ΟΡΓΑΝΩΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 1

Αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο:

  • α) Ασκεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 98 παρ.1

περίπτωση α΄ του Συντάγματος έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 33 του παρόντος νόμου, και των άλλων νομικών προσώπων που με ειδική διάταξη νόμου υπάγονται κάθε φορά στον έλεγχο αυτόν.

  • β) Διενεργεί υποχρεωτικά κατασταλτικό έλεγχο σε

όλους τους λογαριασμούς ή τους απολογισμούς των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και στον εκτός Κρατικού Προϋπολογισμού λογαριασμό με την ονομασία «Ειδικός Λογαριασμός Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων» του άρθρου 26 παρ. 1 του ν. 992/1979 (Α΄ 280). Σε κατασταλτικό έλεγχο υπόκειται και κάθε φορέας που έλαβε καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρηματοδότηση ή επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

  • γ) Παρακολουθεί τα έσοδα του Κράτους.
  • δ) Παρακολουθεί την κανονική είσπραξη των εσόδων

των Ο.Τ.Α. και των νομικών τους προσώπων σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 52 του παρόντος νόμου.

  • ε) Αποφαίνεται επί του απολογισμού και του γενικού

ισολογισμού του Κράτους.

  • στ) Εποπτεύει τους δημόσιους υπολόγους όσον αφορά

την τήρηση των διατάξεων του Δημοσίου Λογιστικού.

  • ζ) Εποπτεύει τις εγγυήσεις που παρέχουν οι δημόσιοι

υπόλογοι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

  • η) Ελέγχει την τήρηση των απαγορεύσεων που προβλέπονται στα άρθρα 1, 3 και 6 του ν. 1256/1982 (Α΄ 65).
  • θ) Ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής

υπηρεσιών, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 35, 36 και 37.

  • ι) Διενεργεί έλεγχο στην οικονομική διαχείριση ή σε

επί μέρους διοικητικές και διαχειριστικές πράξεις του Κράτους και των νομικών προσώπων και οργανισμών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 85 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101).

  • ια) Δύναται να διενεργεί έλεγχο για κάθε έργο, προμήθεια, επιχορήγηση, ενίσχυση κ.λπ. και γενικά για κάθε

πρόγραμμα που χρηματοδοτείται είτε ολικά είτε μερικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 16 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88).

  • ιβ) Αποφαίνεται για την απαλλαγή από την ευθύνη

των υπολόγων που λογοδοτούν ενώπιόν του για κάθε απώλεια, έλλειψη ή φθορά χρημάτων, υλικού ή παραστατικών στοιχείων πληρωμής κάθε είδους.

  • ιγ) Αποφασίζει οριστικά για την καταχώρηση ή μη

σε ειδικά βιβλία του συνόλου ή μέρους ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο, καθώς και συμβεβαιωμένων οφειλών προς τρίτους, που έχουν βεβαιωθεί κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α΄ 90) και θεωρούνται ανεπίδεκτες είσπραξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 65 του παρόντος.

  • ιδ) Κρίνει τις ενστάσεις κατά των πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού Οικονομικών κατά την άσκηση της

αρμοδιότητάς του προς εκτέλεση των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης σε βάρος του Δημοσίου ή την πληρωμή των συντάξεων γενικά, περιλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν καταλογισμό σύνταξης που εισπράχθηκε αχρεωστήτως.

  • ιε) Δικάζει τις υποθέσεις που αναφέρονται στην αστική ευθύνη των πολιτικών και στρατιωτικών δημοσίων

υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. για ζημία που προκλήθηκε στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. ή σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ..

  • ιστ) Δικάζει τις αμφισβητήσεις που ανακύπτουν από

τον έλεγχο των λογαριασμών των υπολόγων. 729 η΄ του άρθρου αυτού.

  • ιη) Δικάζει τις εφέσεις που υπάγονται με βάση τις

κείμενες διατάξεις στην αρμοδιότητά του κατά καταλογιστικών αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται από τους Υπουργούς ή άλλα αρμόδια προς τούτο συλλογικά ή μη όργανα της διοίκησης και αφορούν τη διαχείριση υλικού ή χρημάτων του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. γενικά.

  • ιθ) Δικάζει τις εφέσεις: αα) κατά των πράξεων των Κλιμακίων και Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπου

αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, ββ) κατά των πράξεων κανονισμού σύνταξης της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, γγ) κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων του άρθρου 1 του α.ν. 599/1968 (Α΄ 258) και δδ) κατά των πράξεων της Επιτροπής του άρθρου 4 του α.ν. 599/1968.

  • κ) Δικάζει τις συνταξιοδοτικές υποθέσεις που αφορούν

δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι από 1.1.2011 υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ.

  • κα) Αίρει την αμφισβήτηση ως προς την πραγματική και

συντάξιμη υπηρεσία υπαλλήλου για την αυτοδίκαιη απόλυσή του λόγω συμπλήρωσης τριακονταπενταετίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του ν. 1232/1982 (Α΄ 22).

  • κβ) Δικάζει τις προσφυγές κατά αποφάσεων του

Υπουργού Οικονομικών περί επιβολής προστίμου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 παρ. 22 του ν. 2166/1993 (Α΄ 137).

  • κγ) Δικάζει τις εφέσεις κατά καταλογιστικών αποφάσεων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 παρ. 15 του

ν. 2190/1994 (Α΄ 28).

  • κδ) Δικάζει τις προσφυγές κατά καταλογιστικών αποφάσεων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 50 παρ. 5 του

ν. 2725/1999 (Α΄ 121).

  • κε) Δικάζει τις εφέσεις κατά αποφάσεων του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με τις οποίες

διατάσσεται η επιστροφή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που θεωρούνται δημόσιοι υπόλογοι, των ποσών που παρανόμως ή αχρεωστήτως εισέπραξαν σε βάρος του Ειδικού Λογαριασμού Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του ν. 2520/ 1997 (Α΄ 173).

  • κστ) Αποφαίνεται για υποθέσεις που ανακύπτουν από

τον έλεγχο περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 1 του ν. 3213/2003 (Α΄ 309) και 1 παρ. 1 του ν. 4065/2012 (Α΄ 77).

  • κζ) Γνωμοδοτεί, σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 2 του

Συντάγματος, σε νομοσχέδια που αναφέρονται στην τροποποίηση των συνταξιοδοτικών νόμων ή στην απονομή σύνταξης ή στην αναγνώριση υπηρεσίας που παρέχει δικαίωμα σε σύνταξη, εφόσον η σύνταξη βαρύνει το δημόσιο ταμείο ή τον προϋπολογισμό Ν.Π.Δ.Δ..

  • κη) Γνωμοδοτεί σε θέματα που θέτουν οι Υπουργοί

εφόσον, κατά την κρίση του, η ζητούμενη γνώμη του δεν αποτελεί πρόκριμα των πράξεων ή των δικαστικών του αποφάσεων. Για θέματα μισθών και συντάξεων γνωμοδοτεί μόνο σε ερωτήματα του Υπουργού Οικονομικών.

  • κθ) Παρέχει υπηρεσίες ελέγχου διαχείρισης διεθνών

οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα και εκτελεί διεθνή εκπαιδευτικά προγράμματα παροχής ελεγκτικής τεχνογνωσίας σε ελεγκτικούς θεσμούς αντίστοιχους προς αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 3038/ 2002 (Α΄ 180).

  • λ) Δικάζει τα ένδικα βοηθήματα και μέσα κατά καταλογιστικών αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών

εις βάρος εκκαθαριστών περιουσιών που περιέρχονται στο Δημόσιο λόγω κληρονομίας, κληροδοσίας ή δωρεάς, καθώς και εκτελεστών διαθηκών, με τις οποίες καταλείπονται στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και σε λοιπά νομικά πρόσωπα, καθώς και σε κοινωφελή ιδρύματα ή σωματεία κληρονομιές ή κληροδοτήματα υπέρ δημόσιων ή κοινωφελών σκοπών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 32, 33, 35, 56, 82, 85 και 102 του α.ν. 2039/1939 (Α΄ 455).

  • λα) Ασκεί επίσης και κάθε άλλη αρμοδιότητα, που του

ανατίθεται με νόμο.

2.

Όλες οι δαπάνες του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. (πρώτου και δεύτερου βαθμού) και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και τα έσοδα αυτών, υπόκεινται σε έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν και τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ

Άρθρο 2

Οργανικές θέσεις

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελείται από:

  • α) τον Πρόεδρο
  • β) οκτώ (8) Αντιπροέδρους
  • γ) τριάντα (30) Συμβούλους
  • δ) σαράντα τέσσερις (44) Παρέδρους και
  • ε) σαράντα πέντε (45) Εισηγητές − δόκιμους Εισηγητές.
2.

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπηρετούν επίσης ένας (1) Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, ένας (1) Επίτροπος της Επικρατείας με βαθμό Αντιπροέδρου Ελεγκτικού Συνεδρίου και τρεις (3) Αντεπίτροποι της Επικρατείας.

Άρθρο 3

Δικαστικοί Σχηματισμοί Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από διατάξεις του παρόντος ή από διατάγματα που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, ασκούνται από την Ολομέλεια, τα Τμήματα και τα Κλιμάκια.

Άρθρο 4

Ολομέλεια

1.

Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτελείται από τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τους Συμβούλους. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται να παρίστανται οι μισοί συν ένας από το συνολικό αριθμό των υπαρχόντων μελών της, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου ή του νόμιμου αναπληρωτή του. Ο αριθμός των μελών διατηρείται περιττός με την αποχώρηση του νεότερου Συμβούλου ή αν αυτός είναι εισηγητής στη δικαζόμενη υπόθεση με την αποχώρηση του αμέσως αρχαιοτέρου του.

2.

Οι συμμετέχοντες στις δημόσιες συνεδριάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου φορούν τήβεννο, η οποία καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3.

Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζεται ελάσσων και μείζων Ολο τον Πρόεδρο και το ένα τρίτο των μελών του και τον γραμματέα. Η μείζων Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτείται από το σύνολο των μελών του και τον γραμματέα. Ο αριθμός των μελών της ελάσσονος και της μείζονος Ολομέλειας πρέπει να είναι περιττός. Στην ελάσσονα και τη μείζονα Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιτρέπεται να προβλέπεται και η συμμετοχή δύο Παρέδρων με συμβουλευτική γνώμη.

4.

Η ελάσσων Ολομέλεια μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στη μείζονα Ολομέλεια. Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να παραπέμπει υπόθεση απευθείας στη μείζονα Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητας.

Άρθρο 5

Τμήματα Κάθε Τμήμα αποτελείται από έναν Αντιπρόεδρο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, δύο Συμβούλους και δύο Παρέδρους. Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να προεδρεύει και σε οποιοδήποτε Τμήμα. Οι Πάρεδροι μετέχουν στα Τμήματα με γνώμη συμβουλευτική.

Άρθρο 6

Κλιμάκια

1.

Κάθε Κλιμάκιο αποτελείται από έναν Σύμβουλο, ως πρόεδρο και δύο Παρέδρους. Τον έναν από τους Παρέδρους μπορεί να αναπληρώνει Εισηγητής ή Δόκιμος Εισηγητής.

2.

Στα Κλιμάκια που ασκούν τις αρμοδιότητες των άρθρων 35 και 36 παρ. 2 του παρόντος, τον Πάρεδρο μπορεί να αναπληρώνει Εισηγητής με διετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του ως δόκιμου Εισηγητή.

3.

Οι Πάρεδροι, οι Εισηγητές και οι δόκιμοι Εισηγητές μετέχουν στα Κλιμάκια με γνώμη αποφασιστική.

Άρθρο 7

Παράσταση Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας– Γραμματέα

1.

Στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου παρίστανται ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας και ο Γραμματέας ή οι νόμιμοι αναπληρωτές αυτών, ενώ στις συνεδριάσεις των Κλιμακίων παρίσταται μόνο ο Γραμματέας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του. Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας ή ο νόμιμος αναπληρωτής του μπορεί να παρίσταται και στις συνεδριάσεις των Κλιμακίων χωρίς όμως να διατυπώνει γνώμη για τις υποθέσεις που εισάγονται προς κρίση ενώπιόν τους, με εξαίρεση εκείνες που αφορούν την εκδίκαση ενστάσεων του άρθρου 90 και των υποθέσεων του άρθρου 32 του παρόντος κατά τις οποίες εκφέρει εγγράφως τη γνώμη του.

2.

Καθήκοντα Γραμματέα Τμήματος ή Κλιμακίου ασκεί ο προϊστάμενος της αντίστοιχης γραμματείας ή αν αυτός δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται, ο ανώτερος κατά βαθμό από τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην ίδια γραμματεία και, μεταξύ ομοιοβάθμων, εκείνος που έχει το μεγαλύτερο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό.

Άρθρο 8

Αρμοδιότητες Τμημάτων − Κλιμακίων και κατανομή δικαστικών λειτουργών

1.

Ο αριθμός των Τμημάτων ορίζεται σε επτά.

2.

Ο καθορισμός, η συγκρότηση και ο αριθμός των Τμημάτων, οι αρμοδιότητες κάθε Τμήματος, η εσωτερική τους οργάνωση, ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών τους και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά την εύρυθμη λειτουργία τους, καθώς και η σύνθεσή τους με κατανομή σε αυτά των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 23 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988).

3.

Ο αριθμός των Κλιμακίων και οι αρμοδιότητες κάθε Κλιμακίου καθορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με πράξη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται στην αρχή κάθε δικαστικού έτους οι πρόεδροι με τους αναπληρωτές τους και τα μέλη των Κλιμακίων. Με όμοιες πράξεις του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους η σύνθεση των Κλιμακίων, εφόσον τούτο επιβάλλεται από τις ανάγκες της υπηρεσίας.

Άρθρο 9

Αναπλήρωση Σε περίπτωση έλλειψης ή κωλύματος, τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναπληρώνονται ως εξής:

  • α) Ο Πρόεδρος από Αντιπρόεδρο κατά σειρά αρχαιότητας και σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός τους

από Σύμβουλο κατά σειρά αρχαιότητας.

  • β) Οι Αντιπρόεδροι από άλλο Αντιπρόεδρο ή Σύμβουλο

κατά σειρά αρχαιότητας.

  • γ) Οι Σύμβουλοι από άλλο Σύμβουλο κατά σειρά αρχαιότητας.
  • δ) Οι Πάρεδροι από άλλο Πάρεδρο κατά σειρά αρχαιότητας.
Άρθρο 10

Λόγοι εξαίρεσης

1.

Οι λόγοι εξαίρεσης του άρθρου 52 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ισχύουν και για τους δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, τον Επίτροπο της Επικρατείας και τους Αντεπιτρόπους.

2.

Για την εξαίρεση αποφαίνεται η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή το αρμόδιο Τμήμα του. Οι δικαστές που μετέχουν στην Ολομέλεια και τα Τμήματα, αν συντρέχει λόγος εξαίρεσης, οφείλουν να το δηλώσουν στον Πρόεδρο του δικαστηρίου. Όταν πρόκειται για Κλιμάκιο, αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο πρόεδρος αυτού.

3.

Η διάταξη του άρθρου 53 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας έχει στην προκείμενη περίπτωση ανάλογη εφαρμογή.

Άρθρο 11

Αποφάσεις − Πράξεις

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται κατά πλειοψηφία των παρόντων μελών του.

2.

Αν κατά την ψηφοφορία σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες και εφόσον δεν υπάρχει πλειοψηφία, εκείνοι που εκφράζουν μεμονωμένη γνώμη ή Στην έκδοση της απόφασης συμμετέχουν τα μέλη που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Σε περίπτωση θανάτου ή κωλύματος μέλους που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση, η απόφαση εκδίδεται έγκυρα από τα υπόλοιπα μέλη που συμμετείχαν σε αυτήν, εφόσον ο αριθμός τους επαρκεί για την ύπαρξη απαρτίας, διαφορετικά η υπόθεση επανασυζητείται. νήσεως, μπορεί να ορισθεί ότι τις αποφάσεις που εκδίδουν η Ολομέλεια και τα Τμήματα υπογράφουν μόνον ο Πρόεδρος, ο Γραμματέας και ο εισηγητής Σύμβουλος ή Πάρεδρος, ο οποίος έχει και την ευθύνη της ορθής διατύπωσης και αντιγραφής τους.

Άρθρο 12

Καθήκοντα Προέδρου – Αντιπροέδρων – Συμβούλων

1.

Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκτός από τα λοιπά καθήκοντά του που ορίζονται στο νόμο αυτόν ή σε άλλες διατάξεις, ασκεί γενική εποπτεία στις εργασίες και στους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διευθύνει τις συνεδριάσεις και τις διασκέψεις και εισηγείται σε όσες υποθέσεις το κρίνει αναγκαίο. Ασκεί επίσης τη διοικητική αρμοδιότητα που του έχει ανατεθεί ύστερα από εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και μπορεί να παραγγείλει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά των υπαλλήλων των υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 5 του ν. 2812/2000 (Α΄ 67).

2.

Οι Αντιπρόεδροι διευθύνουν τις εργασίες των Τμημάτων στα οποία προεδρεύουν, συγχρόνως δε μπορούν να ασκούν και καθήκοντα Συμβούλου.

3.

Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύνανται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους να απευθύνουν ιδιαιτέρως προφορικές συστάσεις και απλώς παρατηρήσεις στους δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

4.

Οι Σύμβουλοι εισηγούνται εγγράφως επί όλων γενικά των δικαστικών και μη υποθέσεων που παραπέμπονται σε αυτούς, με πλήρη έκθεση, η οποία περιλαμβάνει το ιστορικό της υπόθεσης, τα ζητήματα που τυχόν προκύπτουν και την αιτιολογημένη γνώμη τους. Η έκθεση παραμένει στο φάκελο της υπόθεσης.

Άρθρο 13

Καθήκοντα Παρέδρων

1.

Οι Πάρεδροι μετέχουν ως μέλη στα Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στην περίπτωση αυτή συντάσσουν έγγραφη εισήγηση, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του προηγούμενου άρθρου.

2.

Στις συνεδριάσεις των Τμημάτων οι Πάρεδροι μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο και ασκούν καθήκοντα εισηγητή της υπόθεσης.

Άρθρο 14

Καθήκοντα Εισηγητών Οι Εισηγητές βοηθούν τους Συμβούλους και τους Παρέδρους στην προπαρασκευή και διάγνωση των υποθέσεων. Ασκούν επίσης τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 6.

Άρθρο 15

Ειδική άδεια επιμόρφωσης – απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να χορηγείται ειδική άδεια σε δικαστές ή υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μέχρι έξι κατ’ έτος, οι οποίοι γνωρίζουν μία εκ των επισήμων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να απασχοληθούν για επιμορφωτικούς σκοπούς ή για απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά τη διάρκεια της ειδικής αυτής άδειας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πέντε μήνες, καταβάλλονται στους δικαστές ή υπαλλήλους αυτούς οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της οργανικής τους θέσης.

Άρθρο 16

Καθήκοντα Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, Επιτρόπου της Επικρατείας και Αντεπιτρόπων

1.

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας:

  • α) παρίσταται στις συνεδριάσεις της Ολομέλειας και

των Τμημάτων και διατυπώνει τη γνώμη του σε κάθε υπόθεση που συζητείται. Μπορεί επίσης να διατυπώνει τη γνώμη του για τις υποθέσεις που συζητούνται στα Κλιμάκια,

  • β) ασκεί τα ένδικα μέσα των άρθρων 35 παρ.5, 36

παρ. 5, 37 παρ. 1 και 9, 48, 80, 82, 83, 86, 88 και 89 και έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση όλων των αναγκαίων για το σκοπό αυτόν στοιχείων,

  • γ) εισάγει στην Ολομέλεια ζητήματα για τα οποία

ζητείται η συγκατάθεση, η γνώμη ή η απόφαση αυτής και ανακοινώνει το αποτέλεσμα στις αρμόδιες αρχές,

  • δ) παρακολουθεί τις εργασίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναφέρει γι’ αυτές στον Υπουργό Δικαιοσύνης,

Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,

  • ε) διαβιβάζει στις αρμόδιες υπηρεσίες ευχές ή γνώμες

της Ολομέλειας,

  • στ) εποπτεύει το προσωπικό που ανήκει στην υπηρεσία του,
  • ζ) ασκεί τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί με

άλλους νόμους,

  • η) μπορεί να παραγγείλει την άσκηση πειθαρχικής

δίωξης και να ασκεί την πειθαρχική δικαιοδοσία στους υπαλλήλους της υπηρεσίας του, σύμφωνα με τα άρθρα 104 παρ. 5 και 106 παρ. 1 του ν. 2812/2000.

2.

Ο Γενικός Επίτροπος, ο Επίτροπος και οι Αντεπίτροποι Επικρατείας, όταν κωλύονται ή ελλείπουν, αναπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 32Γ παρ. 2, 3 εδάφιο Α και 4 εδάφιο Α του ν. 1756/1988 (Α΄ 35). Επίσης σε περίπτωση κωλύματος ή έλλειψης του Γενικού Επιτρόπου, του Επιτρόπου και των Αντεπιτρόπων Επικρατείας δύναται να τους αναπληρώνει και Σύμβουλος κατά σειρά αρχαιότητας. Τον Γενικό Επίτροπο, τον Επίτροπο και τους Αντεπιτρόπους Επικρατείας επικουρούν στο έργο τους δύο Πάρεδροι και οκτώ Εισηγητές και Δόκιμοι Εισηγητές της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 32Γ παρ. 4 εδάφιο Γ και 5 εδάφιο Α του ως άνω νόμου.

3.

Ο νεότερος Αντεπίτροπος είναι αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της Γενικής Επιτροπείας, σύμφωνα με το άρθρο 104 παρ. 1 του ν. 2812/2000. σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 71Α του ν. 1756/1988 όπως προστέθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του ν. 3659/ 2008 (Α΄ 77), μπορεί, με απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να ανατίθεται προσωρινά και για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την τριετία η άσκηση καθηκόντων Αντεπιτρόπου στις κενές και εφεξής κενούμενες θέσεις Αντεπιτρόπων.

Άρθρο 17

Δικαστικές διακοπές

1.

Από την 1η Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους οι κατά το άρθρο 2 δικαστικοί λειτουργοί δικαιούνται διακοπών, οι οποίες καθορίζονται χρονικά με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας δικαιούνται διακοπών για ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα.

2.

Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή ο προεδρεύων στο τμήμα διακοπών δύναται, αν υπάρχει επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη, να ανακαλεί τους Συμβούλους, Παρέδρους και Εισηγητές που βρίσκονται σε διακοπές, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή. Κατά τη διάρκεια των διακοπών ο δικαστικός λειτουργός δεν στερείται του δικαιώματος να ασκεί, εφόσον το θελήσει, τα καθήκοντά του. νεδρίου καθορίζεται ο αριθμός και η σύνθεση των Τμημάτων κατά τις διακοπές, στη διάρκεια των οποίων η Ολομέλεια, μη ασκούσα δικαστική δικαιοδοσία, συγκροτείται από επτά μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ − ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Άρθρο 18

Οργανικές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων

1.

Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζονται κατά κατηγορία και κλάδο ως εξής: Α. Κατηγορία θέσεων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ)

  • α) Κλάδος ΠΕ Επιτρόπων: τρεις (3) θέσεις Γενικών

Συντονιστών Επιτρόπων (με βαθμό Γενικού Διευθυντή) και εκατόν έντεκα (111) θέσεις Επιτρόπων (με βαθμό Διευθυντή). β1) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ (άρθρου 8 παρ.10 περίπτωση α΄ του ν. 1653/1986): διακόσιες εξήντα τρεις (263) θέσεις. β2) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ (άρθρου 3 παρ.10 του ν. 3274/2004): εβδομήντα (70) θέσεις. γ1) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Οικονομολόγων (άρθρου 18 περίπτωση Α΄παρ. 2 του ν. 2145/1993): δύο (2) θέσεις. γ2) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Οικονομολόγων (άρθρου 24 παρ. 8 του ν. 3202/2003): εκατόν είκοσι (120) θέσεις. δ1) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Οικονομολόγων − Λογιστών (άρθρου 12 παρ.11 περίπτωση δ΄ του ν. 2539/1997): έξι (6) θέσεις. δ2) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Οικονομολόγων − Λογιστών (άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 3060/2002): ογδόντα εννέα (89) θέσεις.

  • ε) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Πληροφορικής:

επτά (7) θέσεις.

  • στ) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Πολιτικών Μηχανικών: μία (1) θέση.
  • ζ) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Ηλεκτρολόγων

Μηχανολόγων: μία (1) θέση.

  • η) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΠΕ Τεχνολόγων

Πολιτικών Μηχανικών: δύο (2) θέσεις. Β. Κατηγορία θέσεων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ). Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΤΕ Πληροφορικής: δύο (2) θέσεις. Γ. Κατηγορία θέσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ).

  • α) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΔΕ Γραμματέων:

διακόσιες είκοσι δύο (222) θέσεις.

  • β) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΔΕ Προσωπικού

Η/Υ: δεκατέσσερις (14) θέσεις.

  • γ) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΔΕ Χειριστών Η/Υ:

είκοσι τέσσερις (24) θέσεις.

  • δ) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΔΕ Δακτυλογράφων: δεκαπέντε (15) θέσεις.
  • ε) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΔΕ Οδηγών: τρεις

(3) θέσεις.

  • στ) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΔΕ Ταξινόμων:

τριάντα έξι (36) θέσεις. Δ. Κατηγορία θέσεων Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ).

  • α) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: εβδομήντα πέντε (75) θέσεις.
  • β) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΥΕ Φυλάκων: δύο

(2) θέσεις.

  • γ) Κλάδος Δικαστικών Υπαλλήλων ΥΕ Καθαριστριών:

δέκα (10) θέσεις.

2.

Οι πιο πάνω θέσεις κατανέμονται κατ’ αριθμό μεταξύ των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναλόγως των υπηρεσιακών αναγκών, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3.

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο συνιστάται επίσης μία (1) θέση ελεγκτή ιατρού με τριετή θητεία που μπορεί να ανανεώνεται.

Άρθρο 19

Υπηρεσίες Γενικών Συντονιστών και Επιτρόπων

1.

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την προεργασία και διεκπεραίωση του έργου του λειτουργούν: Υπηρεσίες Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων και Υπηρεσίες Επιτρόπων.

2.

Με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνήσεως, δύναται να καθορίζεται και να μεταβάλλεται η αρμοδιότητα, ο τίτλος και η δύναμη των παραπάνω υπηρεσιών, να καθορίζεται η διαίρεσή τους σε τμήματα και γραφεία, καθώς και η αρμοδιότητα αυτών και να συνιστώνται Υπηρεσίες Επιτρόπων, ανεξάρτητες υπηρεσίες, τμήματα και γραφεία, με τον περιορισμό ότι ο συνολικός αριθμός των Υπηρεσιών Επιτρόπων και τμημάτων δεν μπορεί να υπερβαίνει ούτε να υπολείπεται του εκάστοτε υφιστάμενου αριθμού των οργανικών θέσεων των Επιτρόπων ή των προϊσταμένων τμήματος αντίστοιχα.

4.

Η τοποθέτηση του αναγκαίου προσωπικού για τη στελέχωση των υπηρεσιών του παρόντος άρθρου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που λαμβάνεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 20

Πλήρωση θέσεων Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων και Επιτρόπων

1.

Οι θέσεις των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων πληρούνται με προαγωγή από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο Επιτρόπους, που έχουν εικοσιπενταετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία σε αυτό, από την οποία τριετή τουλάχιστον στο βαθμό του Επιτρόπου.

2.

Οι θέσεις των Επιτρόπων πληρούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, με μετάταξη, κατόπιν αιτήσεως από τους υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο προϊσταμένους τμήματος, που ανήκουν στην κατηγορία ΠΕ4 (Πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών) και έχουν άνω των δεκαπέντε ετών υπηρεσία σε αυτό. Οι μεταταχθέντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπάλληλοι απαιτείται, για να καταλάβουν θέση Προϊσταμένου Τμήματος, να υπηρετήσουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο πέντε έτη και, για να καταλάβουν θέση Επιτρόπου, τρία έτη σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος και συνολική δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον δεκαοκτώ ετών.

3.

Οι επιλεγόμενοι, κατά την ανωτέρω διαδικασία, Επίτροποι τοποθετούνται εκ περιτροπής, σε κενές θέσεις υπηρεσιών Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκτός των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούν επί ένα έτος, μη συνυπολογιζομένου του χρόνου της αναρρωτικής αδείας. Σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως για μετάθεση σε θέσεις υπηρεσιών Επιτρόπων των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, συνεκτιμάται ο χρόνος υπηρεσίας τους σε παραμεθόριες και νησιωτικές περιοχές της χώρας.

4.

Οι επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υπηρετούν σε Υπηρεσίες αυτού, εκτός της Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης, μετατίθενται υποχρεωτικά και χωρίς αίτησή τους από το αρμόδιο Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ύστερα από τη συμπλήρωση επτά (7) ετών υπηρεσίας από της εμφανίσεώς τους στην Υπηρεσία στην οποία υπηρετούν. Η μετάθεση αυτή γίνεται κατά προτίμηση σε Υπηρεσία Επιτρόπου Νομού ο οποίος υπάγεται στην ίδια διοικητική περιφέρεια στην οποία ανήκει ο Νομός από τον οποίο μετατίθεται, αν υπάρχει κενή θέση επιτρόπου, άλλως σε κενή θέση επιτρόπου Υπηρεσίας Νομού πλησιέστερης Διοικητικής Περιφέρειας ή στην Κεντρική Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αίτηση προτίμησης του επιτρόπου, ο οποίος μετατίθεται υποχρεωτικά, συνεκτιμάται από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που λαμβάνεται μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, το οποίο αποφαίνεται ύστερα από αίτηση σε αυτό του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Επίτροπος μπορεί να απαλλαγεί από την άσκηση των καθηκόντων του για σοβαρό λόγο αναγόμενο σε πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, που διαπιστώνεται με έκθεση του αρμόδιου για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης οργάνου, ή σε αδυναμία ασκήσεως των καθηκόντων του για λόγους υγείας. Στην περίπτωση αυτή, ο Επίτροπος μετατάσσεται σε θέση προϊσταμένου Τμήματος ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικής μονάδας, εκτός αν το υπηρεσιακό συμβούλιο με αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει διαφορετικά.

Άρθρο 21

Αρμοδιότητες Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων Οι αρμοδιότητες των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων συνίστανται στο συντονισμό και την εποπτεία του ελεγκτικού έργου των Υπηρεσιών Επιτρόπων, καθώς και, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 25 του παρόντος και των άρθρων 124 έως 130 του π.δ. 1225/1981 (Α΄ 304), στην επιθεώρηση αυτών. Οι Γενικοί Συντονιστές ασκούν επίσης πειθαρχική δίωξη κατά το άρθρο 104 παρ.1 του ν. 2812/2000. Οι παραπάνω αρμοδιότητες και η κατανομή τους μεταξύ των Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων καθορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 22

Καθήκοντα Επιτρόπων και λοιπού υπαλληλικού προσωπικού

1.

Οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου:

  • α) ασκούν τον προληπτικό έλεγχο της περίπτωσης α΄

του άρθρου 1 του παρόντος,

  • β) ασκούν κατασταλτικό έλεγχο, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 38, 39 και 51 του παρόντος,
  • γ) εξελέγχουν, με τη βοήθεια των υπαλλήλων της

υπηρεσίας τους, τους λογαριασμούς των υπολόγων και συντάσσουν έκθεση σχετικά με αυτούς,

  • δ) επιμελούνται για την έγκαιρη και ακριβή διεξαγωγή

του έργου των υπηρεσιών τους,

  • ε) επιβλέπουν το προσωπικό που ανήκει στην υπηρεσία τους και
  • στ) υπογράφουν με εντολή του Ελεγκτικού Συνεδρίου τα προπαρασκευαστικά έγγραφα των υποθέσεων

της αρμοδιότητάς τους, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο ύστερα από ειδική γι’ αυτό εντολή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2.

Ο Επίτροπος της Υπηρεσίας Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι προϊστάμενοι των τμημάτων αυτής παρίστανται στις συνεδριάσεις και συντάσσουν τα πρακτικά τους, επιμελούνται για την έγκαιρη και ακριβή διεξαγωγή των εργασιών της υπηρεσίας τους και επικυρώνουν τα αντίγραφα των πράξεων και των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και των εγγράφων αλληλογραφίας. Ο Επίτροπος ασκεί επίσης τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και εποπτεύει το προσωπικό που ανήκει στην υπηρεσία του.

3.

Ο Επίτροπος της προηγούμενης παραγράφου, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, αναπληρώνεται από προϊστάμενο τμήματος της ίδιας υπηρεσίας και όταν ο τελευταίος απουσιάζει ή κωλύεται, από υπάλληλο ΠΕ κατηγορίας με βαθμό Β ή Γ΄ της αυτής υπηρεσίας κατά σειρά αρχαιότητας. και την ασφάλεια των εγγράφων και των παραστατικών διαχειρίσεων που φυλάσσονται σε αυτήν και επιβλέπει το προσωπικό της υπηρεσίας του.

5.

Τα καθήκοντα των υπαλλήλων κλάδου ΔΕ Ταξινόμων συνίστανται στην ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των φυλασσόμενων στα Αρχεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου λογιστικών στοιχείων και παραστατικών διαχειρίσεων που ελέγχονται από αυτό, καθώς και στην εκτέλεση κάθε εργασίας συναφούς με τα καθήκοντα αυτά.

6.

Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 94, ορίζονται ειδικότερα τα καθήκοντα των Επιτρόπων και του λοιπού προσωπικού του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

7.

Οι επίτροποι, που καταλαμβάνουν τις θέσεις που συστήθηκαν με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), είναι αρμόδιοι για τον εντοπισμό και την αποτροπή φαινομένων κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, σπατάλης ή διαφθοράς και για την εν γένει διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των καταστημάτων κράτησης. Ασκούν τακτικούς και εκτάκτους ελέγχους στη δημοσιονομική διαχείριση και στις πάγιες προκαταβολές κάθε καταστήματος κράτησης και ελέγχουν αν τα ποσά, που δαπανώνται, χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς, για τους οποίους εγκρίθηκαν ή χορηγήθηκαν. Δικαιούνται άμεσης πρόσβασης σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο στην άσκηση του έργου τους και εισηγούνται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κάθε κατάλληλο και αναγκαίο μέτρο για την αποτελεσματικότερη οικονομική διαχείριση των καταστημάτων κράτησης. Κατά τη διενέργεια του ελέγχου εφαρμόζονται αναλόγως οι περί ελέγχου διατάξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τα ελλείμματα, η πληρωμή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών ή μη νόμιμων δαπανών και η φθορά ή απώλεια τίτλων, απαιτήσεων και περιουσιακών στοιχείων καταλογίζονται από τον αρμόδιο επίτροπο του παρόντος άρθρου σε βάρος των υπευθύνων, των αχρεωστήτως λαβόντων και των τυχόν συνευθυνομένων. Κατά της καταλογιστικής πράξης του επιτρόπου επιτρέπεται έφεση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 80 του παρόντος.

8.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζεται η έδρα των Επιτρόπων, που είναι αρμόδιοι για τους ελέγχους, τα καταστήματα κράτησης που ελέγχει ο επίτροπος, το αναγκαίο προσωπικό από υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που μετακινείται για επικουρία των επιτρόπων αυτών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 23

Αναπλήρωση Γενικών Συντονιστών Επιτρόπων και Επιτρόπων

1.

Ο Γενικός Συντονιστής Επιτρόπων, σε περίπτωση έλλειψης, κωλύματος ή απουσίας του, αναπληρώνεται από άλλον Γενικό Συντονιστή Επιτρόπων και, αν αυτός δεν υπάρχει, από Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο αναπληρωτής ορίζεται με απόφαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου για διάστημα μέχρι τριών μηνών.

2.

Σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος, ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναπληρώνεται σε κάθε περίπτωση με απόφαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου από άλλον Επίτροπο και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από προϊστάμενο τμήματος.

Άρθρο 24

Υπηρεσία στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας, για τη διεξαγωγή του έργου του, επικουρείται από προσωπικό του Ελεγκτικού Συνεδρίου που διατίθεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο.

2.

Οι θέσεις των υπαλλήλων της Υπηρεσίας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου πληρούνται από το προσωπικό του Ελεγκτικού Συνεδρίου με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που λαμβάνεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 25

Επιθεώρηση Επιτρόπων και Υπηρεσιών Επιτρόπων Οι Επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι Υπηρεσίες Επιτρόπων επιθεωρούνται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή από οριζόμενο από αυτόν Αντιπρόεδρο, Σύμβουλο ή Πάρεδρο, ως προς τον τρόπο λειτουργίας της υπηρεσίας και τον τρόπο άσκησης των υπηρεσιακών καθηκόντων. Από τους διενεργούντες την επιθεώρηση συντάσσεται εμπεριστατωμένη έκθεση, που υποβάλλεται στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ανακοινώνεται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 26

Αξιολόγηση υπαλλήλων Οι εκθέσεις αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου συντάσσονται από τον προϊστάμενο του τμήματος ως Α΄ κριτή και από τον Επίτροπο ως Β΄ κριτή και των προϊσταμένων τμήματος από τον Επίτροπο ως Α΄ κριτή και από το Γενικό Συντονιστή ως Β΄ κριτή.

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΛΕΓΧΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 27

Ενέργειες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου Το Ελεγκτικό Συνέδριο:

  • α) Δικαιούται να ζητεί από τα Υπουργεία ή από οποιαδήποτε άλλη αρχή κάθε πληροφορία ή στοιχείο χρήσιμο

για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

  • β) Ανακοινώνει στους Υπουργούς κάθε παράβαση νόμου ή άλλης διάταξης που διαπιστώθηκε από αυτό κατά

την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

  • γ) Αλληλογραφεί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων

του με κάθε άλλη αρχή, τα δε έγγραφα αποστέλλονται σε αντίγραφα τα οποία επικυρώνονται από τον Γραμματέα.

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο:

  • α) Δύναται να ενημερώνεται δια των αρμόδιων Επιτρόπων του για τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί

σε βάρος των πιστώσεων του Προϋπολογισμού, από τα βιβλία που τηρούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες εκκαθάρισης και εντολής πληρωμής των δαπανών.

  • β) Ασκεί, κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος, τον

έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των Ο.Τ.Α. ή άλλων νομικών προσώπων που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στον έλεγχό του, με σκοπό τη βεβαίωση ότι υπάρχει γι’ αυτές πίστωση που έχει νόμιμα χορηγηθεί και ότι κατά την πραγματοποίησή τους τηρήθηκαν οι διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό ή κάθε άλλη διάταξη νόμου, διατάγματος ή κανονιστικής απόφασης.

2.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξελέγχει τους λογαριασμούς που υποβάλλονται σε αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, επιφέρει τις μεταβολές που τυχόν ενδείκνυνται από τον έλεγχο και εκδίδει τα σχετικά με τις μεταβολές αυτές φύλλα χρέωσης και πίστωσης των υπολόγων.

3.

Κατά τον έλεγχο που ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτρέπεται η εξέταση και των ζητημάτων που αναφύονται παρεμπιπτόντως, με την επιφύλαξη των διατάξεων για το δεδικασμένο.

4.

Ο έλεγχος που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, διενεργείται δειγματοληπτικά κατά τα οριζόμενα με αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εφόσον από το δειγματοληπτικό έλεγχο προκύψουν υπόνοιες για την ύπαρξη διαχειριστικών ανωμαλιών ο έλεγχος αυτός επεκτείνεται στο σύνολο της διαχείρισης.

5.

Ο έλεγχος της σκοπιμότητας των διοικητικών πράξεων εκφεύγει της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

6.

Σε περίπτωση αμφιβολιών του Επιτρόπου, που αναφέρονται στο ουσιαστικό μέρος της δαπάνης, θεωρείται μεν το ένταλμα, αναφέρεται δε συγχρόνως η περίπτωση στο αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο ύστερα από αξιολόγηση την ανακοινώνει στον Υπουργό Οικονομικών και στον αρμόδιο κατά περίπτωση Υπουργό.

7.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο μνημονεύει επίσης ύστερα από αξιολόγηση τις περιπτώσεις αυτές στην ετήσια έκθεσή του προς τη Βουλή.

8.

Κατά την άσκηση του ελέγχου των λογαριασμών των υπολόγων δύναται να εξετασθεί από τον αρμόδιο Επίτροπο και το ουσιαστικό μέρος της διαχείρισης. Αν προκύψουν αμφιβολίες, το Κλιμάκιο ανακοινώνει την περίπτωση αυτή στον Υπουργό Οικονομικών και στον αρμόδιο Υπουργό.

9.

Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 3316/2005 (Α΄ 308) εφαρμόζονται αναλόγως και στους Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή τους υπαλλήλους αυτού που ασκούν ελεγκτικό έργο. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προσδιορίζονται ειδικότερα οι όροι και οι λοιπές προϋποθέσεις ανάθεσης, οι καλυπτόμενες δαπάνες και υπηρεσίες, η διαδικασία καταβολής της αμοιβής και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 29

Ακύρωση – Επιστροφή δικαιολογητικών

1.

Τα δικαιολογητικά των ενταλμάτων πληρωμής, καθώς και τα δικαιολογητικά κάθε διαχείρισης, που υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μετά τον έλεγχό τους, ακυρώνονται κατά τα οριζόμενα με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.

Όλα ανεξαιρέτως τα δικαιολογητικά δαπανών των Ο.Τ.Α. ή άλλων Ν.Π.Δ.Δ. και των λοιπών ελεγχομένων, μετά την ακύρωσή τους, επιστρέφονται σε αυτούς για φύλαξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 30

Έλεγχος δαπανών

1.

Ο ασκούμενος από το Ελεγκτικό Συνέδριο προληπτικός έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 17 του άρθρου 282 του ν. 3852/2010 (Α΄87), και πραγματοποιείται σε δαπάνες, το κατώτατο ύψος των οποίων προσδιορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2.

Πάγια κατ’ αποκοπή χορηγήματα για γραφική ύλη, φωτισμό, καθαριότητα, θέρμανση κ.λπ. και μισθώματα κτιρίων των δημοσίων υπηρεσιών, καθώς και οι δαπάνες του άρθρου 37 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 14 του ν. 2892/2001 (Α΄ 46), ελέγχονται και εκκαθαρίζονται από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (Υ.Δ.Ε.). Οι ανωτέρω δαπάνες πληρώνονται αποκλειστικά και μόνο με χρηματικά εντάλματα που εκδίδονται από τις κατά τόπο αρμόδιες Υ.Δ.Ε. και δεν υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 31

Όργανα άσκησης προληπτικού ελέγχου

1.

Ο προληπτικός έλεγχος των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής των δαπανών των υπουργείων και των υπηρεσιών των λοιπών κύριων διατακτών, καθώς και των επιτροπικών ενταλμάτων, με τα οποία μεταβιβάζονται πιστώσεις στους δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό, ασκείται από Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εδρεύουν στα καταστήματα των υπουργείων και των υπηρεσιών των λοιπών κύριων διατακτών. Ο προληπτικός έλεγχος των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής των δαπανών που εκδίδονται σε βάρος πιστώσεων που έχουν μεταβιβαστεί στους δευτερεύοντες διατάκτες, ασκείται από Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις έδρες των διατακτών αυτών.

2.

Ο προληπτικός έλεγχος, κατά τις κείμενες διατάξεις, των δαπανών των Ο.Τ.Α. του άρθρου 33 και των Ν.Π.Δ.Δ., που υπάγονται στον έλεγχο αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 34, ασκείται από Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

1.

Αν από τον έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστωθεί ότι για κάποια δαπάνη δεν συντρέχουν ολικά ή μερικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 1 περίπτωση β΄, ο αρμόδιος Επίτροπος αρνείται με αιτιολογημένη πράξη τη θεώρηση του εντάλματος πληρωμής, το οποίο επιστρέφει μαζί με αντίγραφο της πράξης του στην υπηρεσία που το υπέβαλε. Αν υποβληθεί εκ νέου το ένταλμα για θεώρηση ο Επίτροπος το θεωρεί, εφόσον έχουν αρθεί οι λόγοι της μη θεώρησής του, ή υποβάλλει αυτό με έκθεσή του στο αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο αποφαίνεται με πράξη του είτε για τη θεώρηση του εντάλματος, οπότε το ένταλμα θεωρείται υποχρεωτικά από τον Επίτροπο, είτε για τη μη θεώρησή του. Το Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που επιλαμβάνεται της υπόθεσης κατά το προηγούμενο εδάφιο, δύναται, αν ανακύπτουν ζητήματα μείζονος σπουδαιότητας ή γενικότερης σημασίας, να παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια με πρακτικό που επέχει θέση εισήγησης, την οποία αναπτύσσει ενώπιόν της ο δικαστής που ορίζεται εισηγητής με το ίδιο πρακτικό. Η Ολομέλεια, αφού εκφέρει γνώμη για την υπόθεση που παραπέμφθηκε σε αυτήν, την αναπέμπει στο Κλιμάκιο για περαιτέρω εξέταση. Η γνώμη της Ολομέλειας είναι υποχρεωτική για το Κλιμάκιο.

2.

Σε περίπτωση μη θεώρησης εντάλματος πληρωμής, ο αρμόδιος Υπουργός δύναται να ζητήσει από το Ελεγκτικό Συνέδριο τη θεώρηση αυτού με δική του ευθύνη. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποδέχεται το αίτημα και εντέλλεται τη θεώρηση αυτού από τον αρμόδιο Επίτροπό του. Αφού θεωρηθεί το ένταλμα με ευθύνη του Υπουργού, υποβάλλεται αυθημερόν από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου πίνακας στον Υπουργό Οικονομικών, το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή, στον οποίο αναγράφεται η αιτιολογία της μη θεώρησης. Σε περίπτωση που η Βουλή κατά την πρώτη σύνοδό της μετά την υποβολή σε αυτήν του ανωτέρω πίνακα δεν εγκρίνει το θεωρημένο κατά το προηγούμενο εδάφιο ένταλμα, το Ελεγκτικό Συνέδριο με πράξη της Ολομέλειας καταλογίζει το ποσό του εντάλματος σε βάρος του υπεύθυνου Υπουργού.

3.

Κατά την επανυποβολή του εντάλματος για θεώρηση συνοδεύεται υποχρεωτικά από αποδεικτικό κοινοποίησης στο φερόμενο ως δικαιούχο της εντελλόμενης δαπάνης της πράξης επιστροφής του αρμόδιου Επιτρόπου από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία του διατάκτη. Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση της υποχρέωσης που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα αυτεπαγγέλτως και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία.

4.

Αν κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου καταδειχθεί η τέλεση ποινικώς κολάσιμης πράξης, ανακοινώνεται τούτο στον Υπουργό Οικονομικών, τον οικείο διατάκτη και τον αρμόδιο Εισαγγελέα.

5.

Αν υπάρχουν αμφιβολίες για τη θεώρηση ή μη εντάλματος πληρωμής, μπορεί εκ των προτέρων να προκληθεί, με έκθεση του αρμόδιου Επιτρόπου, η γνώμη του αρμόδιου Κλιμακίου. Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου, της παραγράφου 6 του άρθρου 38 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή.

6.

Αιτήσεις ανάκλησης των πράξεων ή πρακτικών των Κλιμακίων σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο υποβάλλονται στη γραμματεία του αρμόδιου Τμήματος από αυτόν που έχει έννομο συμφέρον μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της πράξης ή του πρακτικού του Κλιμακίου στον οικείο φορέα. Τις αιτήσεις ανάκλησης εξετάζει το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αποφαινόμενο σε συμβούλιο. Δεύτερη αίτηση ανάκλησης κατά της ίδιας πράξης δεν επιτρέπεται.

Άρθρο 33

Προληπτικός έλεγχος δαπανών Ο.Τ.Α.

1.

Οι δαπάνες των δήμων, των περιφερειών, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των κοινωφελών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων ύδρευσης αποχέτευσης και των δημοτικών ανωνύμων εταιρειών του άρθρου 266 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114), ανεξαρτήτως πληθυσμού, εξαιρουμένων των σχολικών επιτροπών, υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις 1 έως 3 του άρθρου 169 του ίδιου ως άνω Κώδικα.

2.

α. Κατά τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού από τα αρμόδια όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θεωρείται για πληρωμή χρηματικό ένταλμα, όταν αυτό αφορά σε δαπάνη που δεν προβλέπεται μεν από το νόμο αλλά είναι λειτουργική για τον οικείο Ο.Τ.Α., σχετίζεται δε με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων εκ μέρους του Ο.Τ.Α., οι οποίες προάγουν τα κοινωνικά, πολιτικά, πνευματικά και οικονομικά συμφέροντα των δημοτών ή συμβάλλει στην ενεργό συμμετοχή τούτων για την προαγωγή των τοπικών υποθέσεων και δραστηριοτήτων του Ο.Τ.Α., εφόσον ανταποκρίνεται στο ανάλογο ή προσήκον μέτρο, χωρίς να υπερβαίνει τα εύλογα όρια που διαγράφονται με την τήρηση της αρχής της οικονομικότητας, εν όψει των συνθηκών πραγματοποίησής της. β. Λειτουργικές δαπάνες κατά την έννοια της προηγούμενης περίπτωσης είναι ιδίως: αα) Η περιοδική ενίσχυση άπορων κατοίκων με είδη ένδυσης, παροχή φαρμάκων και διατακτικών προμήθειας αναγκαίων για τη διατροφή τους ειδών κατά τις εορτές Χριστουγέννων, νέου έτους και Πάσχα. ββ) Η προσωρινή στέγαση άπορων κατοίκων και η προσωρινή λειτουργία ημερήσιων συσσιτίων για άπορους δημότες. Άποροι δημότες για τη λήψη των ως άνω παροχών είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται σε κατάσταση την οποία συντάσσει η Οικονομική Επιτροπή του οικείου Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού, η οποία μπορεί να λάβει πληροφορίες για τους άπορους κατοίκους από τους εφημέριους των Ιερών Ναών του οικείου Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού. γγ) Η παροχή βραβείων πάσης φύσεως σε αριστούχους δημότες μαθητές, σπουδαστές και φοιτητές.

  • δδ) Η παροχή αναμνηστικών ειδών σε συμμετέχοντες σε

πρόγραμμα πολιτιστικών εκδηλώσεων των Ο.Τ.Α..

3.

Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται η διαδικασία και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών των κοινωφελών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων ύδρευσης αποχέτευσης και των δημοτικών ανωνύμων εταιρειών του άρθρου 266 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Οι φορείς της παρούσας παραγράφου υποβάλλουν για προληπτικό έλεγχο χρηματικά εντάλματα για ποσά ύψους 5.000 ευρώ και άνω, εφαρμοζομένου του π.δ. 136/2011.

1.

Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η άσκηση και προληπτικού ελέγχου δαπανών ορισμένων Ν.Π.Δ.Δ. ή και ορισμένης κατηγορίας αυτών.

2.

Με όμοιο διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών επιτρέπεται η επέκταση των διατάξεων που αφορούν τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στα έξοδα διοίκησης και διαχείρισης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων.

Άρθρο 35

Έλεγχος Δημοσίων Συμβάσεων

1.

Στις συμβάσεις προμήθειας αγαθών του άρθρου 1 του ν. 2286/1995 (Α΄ 19), εκτέλεσης έργων και παροχής υπηρεσιών, που συνάπτονται από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τις δημόσιες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ, διενεργείται υποχρεωτικά έλεγχος νομιμότητας της οικείας σύμβασης, πριν από τη σύναψή της, από Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στον έλεγχο του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται οι προγραμματικές συμβάσεις που συνάπτουν το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και οι φορείς διοίκησης της δια βίου μάθησης, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3879/2010 (Α΄ 163), οι συμφωνίες πλαίσιο, καθώς και οι εκτελεστικές αυτών συμβάσεις που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 4038/2012 (Α΄ 14) και οι συμβάσεις που συνάπτει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΛΙΑΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ» ή εταιρείες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα σε αυτή. Για τον προσδιορισμό του ποσού της προϋπολογιζόμενης δαπάνης των οικείων συμβάσεων δεν λαμβάνεται υπόψη το ποσό που αναλογεί στο φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Αν δεν διενεργηθεί ο έλεγχος, η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη. Εξαιρούνται οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται κατά την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2000/1991 (Α΄ 206), τις παραγράφους 3 του άρθρου 1, 1 του άρθρου 3 και 2 του άρθρου 4 του ν. 2526/1997 (Α΄ 205), την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2628/1998 (Α΄ 151), την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 483/1974 (Α΄ 184), την παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 2642/1998 (Α΄ 216) και την περίπτωση δ΄ του άρθρου 13 του π.δ. 60/2007 (Α΄ 64), με εξαίρεση τις συμβάσεις που συνάπτονται με Ο.Τ.Α.. Εξαιρούνται επίσης και οι συμβάσεις που δύναται να συνομολογεί με απευθείας ανάθεση ο Υπουργός Οικονομικών ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, για την προετοιμασία, την έκδοση και τη διάθεση τίτλων προεσόδων, καθώς και για κάθε θέμα που αφορά τους τίτλους αυτούς.

2.

Για το σκοπό του προβλεπόμενου στην παράγραφο 1 ελέγχου υποβάλλεται στο οικείο κατά περίπτωση Κλιμάκιο από τον αρμόδιο Υπουργό ή φορέα ο φάκελος με όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία, ιδίως δε αυτά των οποίων η έλλειψη επιφέρει κατά την κείμενη νομοθεσία τον αποκλεισμό της συμμετέχουσας στο διαγωνισμό επιχείρησης. Ο αρμόδιος Υπουργός ή φορέας μπορεί να ζητεί τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας και για επί μέρους φάσεις της σχετικής διαδικασίας που προηγούνται της σύναψης της οικείας σύμβασης. Ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ολοκληρώνεται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη διαβίβαση σε αυτό του σχετικού φακέλου. Η πράξη που εκδίδεται κοινοποιείται με τηλεομοιοτυπία στον αρμόδιο φορέα, ο οποίος υποχρεούται αμελλητί να την κοινοποιήσει με τηλεομοιοτυπία σε όλους τους συμμετέχοντες στην ελεγχόμενη διαγωνιστική διαδικασία ανάδειξης αναδόχου. Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση της υποχρέωσης που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού κώδικα αυτεπαγγέλτως και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία.

3.

Ο προβλεπόμενος στην παράγραφο 1 έλεγχος νομιμότητας επί των συγχρηματοδοτούμενων συμβάσεων προμηθειών αγαθών, παροχής υπηρεσιών και εκτέλεσης έργων διενεργείται υποχρεωτικά πριν από τη σύναψή τους από Κλιμάκια του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφόσον η προϋπολογιζόμενη δαπάνη υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α.). Ο έλεγχος αυτός περατώνεται εντός τριάντα ημερολογιακών ημερών από της κατάθεσης του σχετικού φακέλου στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Σε περίπτωση που από τον έλεγχο διαπιστωθεί έλλειψη στοιχείων, αυτά ζητούνται από τον αρμόδιο φορέα κατά τρόπο πλήρη και εξαντλητικό πριν την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας. Ο έλεγχος ολοκληρώνεται μετά την κατάθεση και των συμπληρωματικών στοιχείων σε κάθε περίπτωση εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από της καταθέσεως αυτών. Αν παρέλθουν οι ανωτέρω προθεσμίες χωρίς το σχέδιο σύμβασης να έχει απορριφθεί με αιτιολογημένη πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τούτο θεωρείται εγκεκριμένο.

4.

Οι προγραμματικές συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ δύο αναθετουσών αρχών, όπως αυτές ορίζονται στην παρ. 9 του άρθρου 1 του ν. 3316/2005, και αφορούν συγχρηματοδοτούμενα έργα, δεν εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την παράγραφο 1 έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον το ύψος του προϋπολογισμού των έργων τα οποία αφορά η προγραμματική σύμβαση είναι κατώτερο των δέκα εκατομμυρίων ευρώ. Για τις συμβάσεις ανάθεσης έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των μελετών, που συνάπτονται στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου.

5.

Αιτήσεις ανάκλησης των πράξεων των Κλιμακίων σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο υποβάλλονται στη γραμματεία του αρμόδιου Τμήματος από αυτόν που έχει έννομο συμφέρον προς τούτο ή από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας χάριν του δημοσίου συμφέροντος μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης του Κλιμακίου στον οικείο φορέα και στον Γενικό Επίτροπο. Η αίτηση ανάκλησης κοινοποιείται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, με επιμέλεια του αιτούντος, σε καθέναν που έχει έννομο συμφέρον. Ο πρόεδρος του Τμήματος μπορεί να διατάξει τη γνωστοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο της αίτησης ανάκλησης και σε άλλους που έχουν κατά την κρίση του έννομο συμφέρον. Άλλη αίτηση ανάκλησης δεν επιτρέπεται. του παρόντος άρθρου, και οι συμβάσεις που συνάπτει το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Πράσινο Ταμείο» (πρώην Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων) με δικαιούχους για την εκτέλεση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, προϋπολογιζόμενης δαπάνης, χωρίς Φ.Π.Α., ποσού μεγαλύτερου ή ίσου των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ.

7.

Κατ’ εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως για τον προσυμβατικό έλεγχο των συμβάσεων αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου Αξιοποίησης ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου και των εταιρειών των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου άμεσα ή έμμεσα στο Ταμείο που συνάπτονται κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3986/2011 εφόσον το τίμημα ή το χρηματικό αντάλλαγμα της αξιοποίησης υπερβαίνει το ποσό των 500.000 ευρώ και αφού προηγουμένως έχει γνωμοδοτήσει το Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με το όσα ορίζονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ίδιου ως άνω νόμου.

8.

Κατ’ εξαίρεση των προβλεπομένων στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, οι συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας για την εκτέλεση δρομολογίων στις θαλάσσιες ενδομεταφορές, οι οποίες καταρτίζονται με βάση τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου ογδόου του ν. 2932/2001 (Α΄ 145), που προστέθηκαν με το άρθρο 27 του ν. 3511/2006 (Α΄ 258), μπορούν να συναφθούν και χωρίς να έχει υποβληθεί προηγουμένως στο Ελεγκτικό Συνέδριο, για τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητάς τους, σχέδιο σύμβασης με το σχετικό φάκελο ή και πριν την ολοκλήρωση του παραπάνω ελέγχου. Στις περιπτώσεις αυτές, η συναφθείσα σύμβαση και ο σχετικός φάκελος υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο εντός προθεσμίας δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την υπογραφή της. Εάν η σύμβαση και ο σχετικός φάκελος δεν υποβληθούν εντός της ανωτέρω προθεσμίας ή εάν ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποβεί αρνητικός, η σύμβαση θεωρείται ως μηδέποτε συναφθείσα.

9.

Οι συμβάσεις που διέπονται από το ν. 3978/2011 (Α΄ 137) υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που προβλέπεται από το παρόν άρθρο, εφόσον η προϋπολογισθείσα αξία της σύμβασης υπερβαίνει το όριο του ενός εκατομμυρίου ευρώ χωρίς Φ.Π.Α.. Από τον έλεγχο αυτόν εξαιρούνται οι συμβάσεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄, στ΄, ζ΄ και θ΄ του άρθρου 17 του ν. 3978/2011.

10.

Στον έλεγχο νομιμότητας της προηγούμενης παραγράφου υπάγονται και οι τροποποιητικές συμβάσεις που εμπίπτουν στις προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω παραγράφου, ανεξαρτήτως του εάν η κύρια σύμβαση διήλθε από τον προληπτικό έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στο πλαίσιο του ελέγχου των συμβάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις δ΄ και ε΄ του άρθρου 17 του ν. 3978/2011, το Ελεγκτικό Συνέδριο οφείλει να διασφαλίσει το απόρρητο των στοιχείων του φακέλου, ο οποίος μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου του επιστρέφεται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Άρθρο 36

Προληπτικός έλεγχος συμβάσεων Ο.Τ.Α.

1.

Για τις συμβάσεις προμήθειας αγαθών, εκτέλεσης έργων και παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των προγραμματικών συμβάσεων, που συνάπτουν οι Ο.Τ.Α. και τα νομικά τους πρόσωπα, προϋπολογιζόμενης δαπάνης, χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), ποσού άνω των διακοσίων χιλιάδων ευρώ, διενεργείται υποχρεωτικά προληπτικός έλεγχος νομιμότητας αυτών, πριν από τη σύναψή τους, από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που είναι αρμόδιος για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών τους.

2.

Για τις συμβάσεις της προηγούμενης παραγράφου, η προϋπολογιζόμενη δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το ποσό, χωρίς Φ.Π.Α., των πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ, διενεργείται υποχρεωτικά, πριν τη σύναψή τους, έλεγχος νομιμότητας από το καθ’ ύλην αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου.

3.

Ο αρμόδιος φορέας μπορεί να ζητεί τη διενέργεια ελέγχου νομιμότητας και για επί μέρους φάσεις της σχετικής διαδικασίας που προηγούνται της σύναψης της οικείας σύμβασης.

4.

Ο έλεγχος νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ολοκληρώνεται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη διαβίβαση σε αυτό του σχετικού φακέλου. Εάν δεν διενεργηθεί ο έλεγχος νομιμότητας η σύμβαση που συνάπτεται είναι άκυρη.

5.

Κατά των πράξεων των Επιτρόπων και των Κλιμακίων, επιτρέπονται αιτήσεις ανάκλησης, σε περίπτωση πλάνης περί τα πράγματα ή το νόμο, οι οποίες εκδικάζονται από το αρμόδιο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τους όρους, προθεσμίες και τη διαδικασία που ορίζονται στην παράγραφο 5 του προηγούμενου άρθρου από τις φράσεις «υποβάλλονται στη γραμματεία του αρμόδιου Τμήματος» έως τις φράσεις «Άλλη αίτηση ανάκλησης δεν επιτρέπεται», που εφαρμόζονται αναλόγως.

Άρθρο 37

Αίτηση αναθεώρησης – άρση αμφισβήτησης ή αμφιβολίας

1.

Κατά των αποφάσεων του Τμήματος, που δικάζει σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 35 του παρόντος νόμου αιτήσεις ανάκλησης κατά των πράξεων των Κλιμακίων, χωρεί αίτηση αναθεώρησης που μπορεί να ασκηθεί ή από το Δημόσιο ή τον αναθέτοντα φορέα ή αυτόν που έχει παρέμβει κατά την εκδίκαση της αίτησης ανάκλησης ή από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, για παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται κατά τη σύναψη της σύμβασης, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε περίπτωση πλάνης περί τα πραγματικά περιστατικά ή προσαγωγής νέων κρίσιμων στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 48 παρ. 3, 4 και 5 του παρόντος νόμου.

2.

Η αίτηση αναθεώρησης κατατίθεται στη γραμματεία του κατά την παράγραφο 4 Τμήματος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με επιμέλεια της γραμματείας του δικάσαντος την αίτηση ανάκλησης Τμήματος, σε όλους τους διαδίκους που συμμετείχαν στη συζήτηση ενώπιον αυτού του Τμήματος. Για τη συζήτηση της αίτησης αναθεώρησης απαιτείται η κατάθεση παραβόλου, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 73 του παρόντος νόμου, που εφαρμόζονται αναλόγως. και σε όσους είχαν μετάσχει στην εκδίκαση της αίτησης ανάκλησης. Ο Πρόεδρος του κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιου Τμήματος μπορεί να διατάξει τη γνωστοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο της αίτησης αναθεώρησης και σε άλλους που έχουν κατά την κρίση του έννομο συμφέρον. Δεύτερη αίτηση αναθεώρησης κατά της ίδιας απόφασης δεν επιτρέπεται.

4.

Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αίτηση αναθεώρησης εκδικάζεται από Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου μείζονος – επταμελούς σύνθεσης, το οποίο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και έξι μέλη, τα οποία ορίζονται από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου μεταξύ των αρχαιότερων συμβούλων με ισάριθμους αναπληρωματικούς. Η συμμετοχή στη σύνθεση του Κλιμακίου και του Τμήματος που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναθεώρησης απόφαση αποτελεί κώλυμα συμμετοχής στην εκδίκαση της αίτησης αναθεώρησης. Τα μέλη του Τμήματος επικουρούνται από υπηρετούντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο δικαστικούς λειτουργούς που έχουν το βαθμό εισηγητή.

5.

Το Τμήμα επταμελούς σύνθεσης δικάζει την αίτηση αναθεώρησης σε δημόσια συνεδρίαση, επιτρέπεται δε μία μόνο αναβολή της συζήτησης. Όποιος έχει σπουδαίο έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει εγγράφως ή προφορικά παρέμβαση μέχρι τη συζήτηση της αίτησης αναθεώρησης στο ακροατήριο της αίτησης αναθεώρησης. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλλουν υπόμνημα μέσα σε τρεις ημέρες από τη συζήτηση στο ακροατήριο της αίτησης αναθεώρησης.

6.

Η έκδοση μη οριστικής απόφασης επιτρέπεται μία μόνο φορά. Αν εκδοθεί αναβλητική απόφαση λόγω έλλειψης στοιχείων, ορίζεται προθεσμία που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες, εντός της οποίας πρέπει να συμπληρωθούν τα στοιχεία του φακέλου. Μετά την πάροδο της ορισθείσας προθεσμίας η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην αμέσως επόμενη δικάσιμο. Η απόφαση για την αίτηση αναθεώρησης εκδίδεται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη συζήτησή της.

7.

Οι ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων 5 και 6 εφαρμόζονται και κατά την εκδίκαση των αιτήσεων ανάκλησης που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 35 και 36 του παρόντος νόμου, ενώ η ρύθμιση της ως άνω παραγράφου 6 εφαρμόζεται και στην προβλεπόμενη στο άρθρο 35 του παρόντος διαδικασία ενώπιον του Κλιμακίου. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί πράξη του Κλιμακίου ή απόφαση του Τμήματος μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών, η υπόθεση μπορεί να εισάγεται για νέα συζήτηση με Πράξη του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Τμήμα επταμελούς σύνθεσης. Κατά της απόφασης αυτής δεν χωρεί αίτηση αναθεώρησης.

8.

Αν γίνει δεκτή η αίτηση αναθεώρησης, το Τμήμα αποφασίζει οριστικά για την ελεγχόμενη σύμβαση. Κατά της απόφασης του Τμήματος επί της αίτησης αναθεώρησης δεν επιτρέπεται η άσκηση οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου.

9.

Η αμφισβήτηση για την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, που γεννώνται από την έκδοση αντίθετων πράξεων ή πρακτικών Κλιμακίων ή αντίθετων αποφάσεων του κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 35 του παρόντος νόμου Τμήματος που δικάζει αιτήσεις ανάκλησης, καθώς και η αμφιβολία για την έννοια των διατάξεων αυτών σε εκκρεμείς υποθέσεις, αίρονται από το ίδιο Τμήμα επταμελούς σύνθεσης. Η αμφισβήτηση φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του ανωτέρω Τμήματος αυτεπάγγελτα από τον Πρόεδρο του οικείου Κλιμακίου ή του Τμήματος ή από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή με πρωτοβουλία αυτού που έχει σπουδαίο έννομο συμφέρον. Σε περίπτωση αμφιβολίας ή οικεία σύνθεση του Κλιμακίου ή του Τμήματος παραπέμπει αμέσως το ζήτημα στο Τμήμα επταμελούς σύνθεσης με πρακτικό της. Το Τμήμα οφείλει να εκδώσει απόφαση άρσης της αμφισβήτησης ή της αμφιβολίας μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 38

Κατασταλτικός έλεγχος λογαριασμών και απολογισμών − Όργανα − Διαδικασία άσκησης αυτού

1.

Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, των απολογισμών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των ειδικών λογαριασμών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 περίπτωση β΄ του παρόντος νόμου, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού από τον Επίτροπο της Υπηρεσίας Επιτρόπου της Κεντρικής Υπηρεσίας ή των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγονται έως την ημερομηνία αυτή. Αμφισβητήσεις που ανακύπτουν από τον έως άνω καθορισμό των αρμοδιοτήτων, επιλύονται κάθε φορά με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2.

Κατά την άσκηση του ελέγχου αυτού, στον αρμόδιο Επίτροπο της Υπηρεσίας Επιτρόπου της Κεντρικής Υπηρεσίας περιέρχονται όλες οι αρμοδιότητες του αρμόδιου Κλιμακίου και στον αρμόδιο Επίτροπο της Υπηρεσίας Επιτρόπου των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιέρχονται όλες οι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών της Κεντρικής Υπηρεσίας, καθώς και του αρμόδιου Κλιμακίου. Κατά των πράξεων που εκδίδονται από τους ανωτέρω Επιτρόπους ασκούνται όλα τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο.

3.

Κατά τη διενέργεια του ελέγχου των λογαριασμών των υπολόγων δύναται να ζητείται από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, τους υπολόγους, καθώς και από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο κάθε αναγκαία πληροφορία ή στοιχείο, αν δε συντρέχει περίπτωση, μπορεί να διενεργηθεί και επιτόπια έρευνα.

4.

Για τις ελλείψεις που διαπιστώνονται ή τις αμφιβολίες που δημιουργούνται κατά την επεξεργασία των λογαριασμών, συντάσσεται φύλλο μεταβολών και ελλείψεων που αποστέλλεται αρμοδίως για την αναπλήρωση των διαπιστούμενων ελλείψεων και την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών εντός προθεσμίας όχι μεγαλύτερης των δεκαπέντε ημερών, η οποία μπορεί να παραταθεί για εύλογο χρόνο.

5.

Διαφορές, οι οποίες προκύπτουν κατά τον έλεγχο των λογαριασμών σε χρέωση ή πίστωση των υπολόγων και είναι κατώτερες ποσού που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, διαγράφονται και οι λογαριασμοί αυτοί εξισώνονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ίδια ως άνω απόφαση. να προκληθεί εκ των προτέρων η γνώμη του αρμόδιου Κλιμακίου για τα ζητήματα αυτά ύστερα από έκθεση του οικείου Επιτρόπου προς αυτό. Ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται, αν κρίνει τούτο αναγκαίο λόγω της σοβαρότητας ή της γενικότητας του θέματος, να προκαλεί τη γνώμη της Ολομέλειας, η οποία είναι υποχρεωτική για τους Επιτρόπους, τα Κλιμάκια και τα Τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την έκδοση των σχετικών πράξεων και αποφάσεών τους.

7.

Αν κατά τον έλεγχο των λογαριασμών διαπιστωθεί ποινικώς κολάσιμη πράξη, ανακοινώνεται τούτο στον αρμόδιο εισαγγελέα, στον Υπουργό ή άλλο αρμόδιο όργανο στον οποίο υπάγεται ο υπόλογος, καθώς και στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 39

Αντικείμενο και μεθοδολογία ελέγχου λογαριασμών και απολογισμών

1.

Ο έλεγχος είναι ετήσιος τακτικός και δειγματοληπτικός, εκτός εάν από το δειγματοληπτικό έλεγχο προκύψουν λόγοι που επιβάλλουν τη γενίκευση του κατασταλτικού ελέγχου και διενεργείται μετά το τέλος κάθε οικονομικής χρήσης ή είναι έκτακτος γενικός ή ειδικός ή θεματικός και συνίσταται σε έλεγχο νομιμότητας και κανονικότητας της διαχείρισης.

2.

Κατά τον κατασταλτικό έλεγχο ελέγχονται ιδίως: α) η τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ειδικότερα η οικονομικότητα, η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα, β) η ορθή τήρηση του κατά περίπτωση ισχύοντος λογιστικού ή διαχειριστικού συστήματος, σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που το διέπουν, γ) η τήρηση και ενημέρωση των λογαριασμών ώστε να απεικονίζουν με ακρίβεια το περιεχόμενο των οικονομικών πράξεων και δημοσιονομικών ενεργειών, δ) η νόμιμη λήψη δανείων, παροχή εγγυήσεων και η τήρηση των όρων των σχετικών συμβάσεων, ε) η νόμιμη και σύμφωνα με την αρχή που προβλέπεται στην περίπτωση α΄ διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας, στ) η έγκαιρη και κανονική απόδοση των υπέρ τρίτων εισπραττόμενων δικαιωμάτων και η είσπραξη και η διαχείριση των ανταποδοτικών τελών ή άλλων ειδικών εσόδων ή των εσόδων από δάνεια ή των βεβαιωθέντων εσόδων από οφειλές και πρόστιμα σε βάρος τρίτων, ζ) τα συστήματα λειτουργίας του φορέα (έλεγχος συστημάτων) και η) η συμμόρφωση του φορέα σε προηγούμενες υποδείξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3.

Ο κατασταλτικός έλεγχος πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία αποστολής του αντιγράφου του λογαριασμού ή του απολογισμού ή ισολογισμού ή άλλης κατά το νόμο απαιτούμενης οικονομικής κατάστασης του υπόχρεου για κατασταλτικό έλεγχο φορέα, το οποίο συνοδεύεται από τα στοιχεία που ορίζονται με απόφαση της ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

4.

Ο έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και τα ελεγκτικά πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Ανωτάτων Ελεγκτικών Ιδρυμάτων (INTOSAI).

Άρθρο 40

Διενέργεια στοχευμένων ελέγχων

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του προϋπολογισμού στοχευμένους ελέγχους (προληπτικούς και κατασταλτικούς) σε τομείς υψηλού ελεγκτικού ενδιαφέροντος σύμφωνα με το ετήσιο ελεγκτικό πρόγραμμά του που εκπονεί η Ολομέλειά του.

2.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του προϋπολογισμού και στοχευμένους ελέγχους επιδόσεων σε τομείς υψηλού ελεγκτικού ενδιαφέροντος, σύμφωνα με το ετήσιο ελεγκτικό πρόγραμμα που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο.

3.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν κάθε είδους έκτακτο έλεγχο.

Άρθρο 41

Έλεγχος επιχορηγήσεων − χρηματοδοτήσεων

1.

Επιχορήγηση είναι η μεταφορά πίστωσης σε φορέα για την υλοποίηση των αρμοδιοτήτων του και μόνο.

2.

Χρηματοδότηση είναι η μεταφορά πίστωσης σε φορέα, στον οποίο έχει εκχωρηθεί αρμοδιότητα από φορέα της Γενικής Κυβέρνησης με σκοπό την υλοποίηση της συγκεκριμένης και μόνο αρμοδιότητας.

3.

Κάθε έτος οι φορείς που επιχορηγούνται ή και χρηματοδοτούνται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης υποχρεούνται να υποβάλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το πέρας διμήνου από τη λήξη του οικονομικού έτους, απολογισμό της συνολικής οικονομικής τους δραστηριότητας και ξεχωριστό απολογισμό της επιχορήγησης ή χρηματοδότησης που έλαβαν και είναι μικρότερη του 100% των συνολικών χρηματικών ποσών που διαχειρίσθηκαν. Με τα ανωτέρω υποχρεούνται να συνυποβάλουν και τον προϋπολογισμό τους για το επόμενο έτος.

4.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο, διενεργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του, έλεγχο νομιμότητας και κανονικότητας, καθώς και έλεγχο της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης (οικονομικότητα, αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα) για τα ποσά της επιχορήγησης και της χρηματοδότησης που έλαβαν κάθε οικονομικό έτος οι φορείς και συντάσσει έκθεση ελέγχου.

5.

Η ανωτέρω έκθεση υποβάλλεται μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία υποβολής στο Ελεγκτικό Συνέδριο όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως την κατάθεση του προς ψήφιση προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους της Γενικής Κυβέρνησης στη Βουλή.

6.

Χωρίς την υποβολή από τους επιχορηγούμενους ή χρηματοδοτούμενους φορείς των στοιχείων που προβλέπονται στην παράγραφο 3, οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης δεν επιτρέπεται να προβαίνουν σε καμία απολύτως επιχορήγηση ή και χρηματοδότηση των φορέων αυτών. Κάθε επιχορήγηση ή χρηματοδότηση που δίνεται από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 είναι μη νόμιμη και καταλογίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με τις διατάξεις που το διέπουν. Ελεγκτικές Υπηρεσίες, Οικονομικές Επιθεωρήσεις ή άλλες υπηρεσίες που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ασκούν τακτικό διαχειριστικό έλεγχο, υποβάλλουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μετά το τέλος του ελέγχου τους, τα διαχειριστικά στοιχεία μαζί με το πόρισμά τους. Η αρμόδια Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ύστερα από αξιολόγηση των εργασιών και των αποτελεσμάτων του ελέγχου μπορεί, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση, να επαναλάβει από την αρχή τον έλεγχο.

Άρθρο 43

Μηνιαίοι λογαριασμοί ταμιακών υπολόγων και υπολόγου συμψηφισμών

1.

Οι ταμιακοί υπόλογοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, καθώς και ο υπόλογος συμψηφισμών υποβάλλουν απευθείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 20ή ημέρα κάθε μήνα τους λογαριασμούς της διαχείρισής τους κατά τον προηγούμενο μήνα.

2.

Σε βάρος εκείνων που καθυστερούν την υποβολή των ανωτέρω λογαριασμών επιβάλλεται η χρηματική ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 45.

3.

Η ανωτέρω προθεσμία, για εξαιρετικούς λόγους, δύναται να παρατείνεται κατά την κρίση της αρμόδιας Υπηρεσίας Επιτρόπου για εύλογο χρονικό διάστημα, ύστερα από αίτηση του υπολόγου.

4.

Ο τύπος των λογαριασμών, καθώς και τα έγγραφα και δικαιολογητικά που επισυνάπτονται στους λογαριασμούς αυτούς ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.

Σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας υπολόγου, οι λογαριασμοί αποδίδονται από τους κληρονόμους ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του, αντιστοίχως, με επιμέλεια της προϊστάμενης υπηρεσίας αυτού και σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό.

Άρθρο 44

Ετήσιοι λογαριασμοί ταμιακών υπολόγων και υπολόγου συμψηφισμών

1.

Ο κατά τις ανωτέρω διατάξεις έλεγχος των λογαριασμών των ταμείων και του υπολόγου συμψηφισμών συμπληρώνεται με τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών, μετά τον οποίο το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται για το σύνολο της διαχείρισης του δημοσίου υπολόγου σύμφωνα με το άρθρο 46.

2.

Δημόσιος υπόλογος είναι όποιος διαχειρίζεται, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και οποιοσδήποτε άλλος θεωρείται από το νόμο δημόσιος υπόλογος. Οι δημόσιοι υπόλογοι διακρίνονται σε: α) Υπολόγους ενταλμάτων προπληρωμής και προσωρινών.

  • β) Διαχειριστές πάγιων προκαταβολών. γ) Φοροτεχνικούς και τελωνειακούς υπολόγους. δ) Ειδικούς ταμίες.
  • ε) Υπολόγους Ν.Π.Δ.Δ. και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. στ) Διαχειριστές έργων του προγράμματος

δημοσίων επενδύσεων.

3.

Η ευθύνη των δημοσίων υπολόγων έναντι του Ελεγκτικού Συνεδρίου επεκτείνεται και στην ακριβή είσπραξη των δημοσίων εσόδων που έχουν βεβαιωθεί, εφόσον κατά το νόμο δεν αποδίδουν λογαριασμό γι’ αυτό σε άλλη αρχή.

4.

Εντός δύο μηνών το αργότερο από τη λήξη κάθε οικονομικού έτους ή από την με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της διαχείρισής τους, οι δημόσιοι υπόλογοι οφείλουν να αποδίδουν λόγο γι’ αυτήν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, υποβάλλοντας απευθείας σε αυτό τους λογαριασμούς τους, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.

5.

Η ανωτέρω προθεσμία δύναται για εξαιρετικούς λόγους, ύστερα από αίτηση του υπολόγου, να παρατείνεται κατά την κρίση της αρμόδιας Υπηρεσίας Επιτρόπου για εύλογο χρονικό διάστημα.

6.

Με απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται να ορίζεται ότι ορισμένες κατηγορίες υπολόγων υποβάλλουν τους λογαριασμούς της διαχείρισής τους σε χρονικά διαστήματα συντομότερα του έτους.

7.

Σε περίπτωση ελλείμματος ή άλλων ανωμαλιών, οι οποίες προκαλούν υπόνοιες κατάχρησης ή κωλύουν τον έλεγχο των πράξεων του υπολόγου, ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δύναται να διατάξει την υποβολή σε αυτό των λογαριασμών του μέσα σε τακτή προθεσμία και πριν από τη λήξη της διαχείρισης αυτού.

8.

Σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας του υπολόγου, οι λογαριασμοί αποδίδονται από τους κληρονόμους ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του, αντιστοίχως, με επιμέλεια της προϊστάμενης υπηρεσίας αυτού και σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για το δημόσιο λογιστικό.

9.

Ο τύπος των λογαριασμών, καθώς και τα έγγραφα και τα δικαιολογητικά που επισυνάπτονται σε αυτούς ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

10.

Με απόφαση του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι υπόλογοι, που λογοδοτούν κάθε μήνα στο Ελεγκτικό Συνέδριο κατά το προηγούμενο άρθρο, μπορεί να απαλλαγούν από την υποχρέωση υποβολής των ετήσιων λογαριασμών της χρηματικής διαχείρισής τους. Στην περίπτωση αυτή το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται να αποφαίνεται με πράξη που εκδίδεται κατά το άρθρο 46 για τη χρηματική διαχείριση των υπολόγων κάθε οικονομικού έτους και τμηματικά κατά μήνες βάσει των ελεγχθέντων μηνιαίων λογαριασμών, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται με απόφαση του οικείου Τμήματος. Με την πράξη που εκδίδεται κατά το προηγούμενο εδάφιο δύναται το Ελεγκτικό Συνέδριο να επιφυλάσσεται για ορισμένα στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί γι’ αυτά το αργότερο κατά τη λήξη της διαχείρισης ή και πριν από αυτή.

Άρθρο 45

Συνέπειες μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής λογαριασμών

1.

Αν παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα, το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να επιβάλει στον υπόλογο χρηματική ποινή μέχρι το ποσό των μηνιαίων αποδοχών του και συγχρόνως τον καλεί να υποβάλει τους λογαριασμούς του μέσα σε προθεσμία που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της πρόσκλησης.

2.

Αν ο υπόλογος είναι άμισθος, επιβάλλεται σε αυτόν χρηματική ποινή μέχρι το ποσό των οκτακοσίων ογδόντα ευρώ. Το ποσό αυτό δύναται να αυξάνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ενώπιόν του για παραβάσεις σχετικές με τη διενέργεια του ελέγχου ή για μη συμμόρφωση του υπολόγου σε διαταγές που έχουν σχέση με τον έλεγχο της διαχείρισής του.

4.

Κατά των πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τις οποίες επιβάλλονται οι κατά το άρθρο αυτό χρηματικές ποινές, επιτρέπεται εφάπαξ αναθεώρηση που ασκείται με αίτηση του ενδιαφερομένου μέσα σε έξι μήνες από την κοινοποίησή τους.

5.

Αν ο υπόλογος εμμένει στη μη υποβολή των λογαριασμών, διατάσσεται με πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου η σύνταξη των λογαριασμών από υπάλληλό του με δαπάνη του υπολόγου, εφόσον η διοίκηση δεν έχει ήδη προβεί οίκοθεν στη σύνταξή τους. Στην περίπτωση αυτή, ύστερα από αίτηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να επιβληθεί στον υπόλογο η προσωρινή ή η οριστική απόλυσή του από την υπηρεσία σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

6.

Οι δαπάνες της προηγούμενης παραγράφου εκκαθαρίζονται από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προκαταβάλλονται από το Δημόσιο, βεβαιώνονται σε βάρος του υπολόγου και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

7.

Οι παραπάνω διατάξεις δεν εμποδίζουν τη λήψη από την αρμόδια υπηρεσία κάθε νόμιμου μέτρου προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Άρθρο 46

Πράξεις Επιτρόπων Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έχοντας υπόψη την έκθεση που συντάσσεται κατά περίπτωση σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 ή την παράγραφο 5 του άρθρου 22 αποφαίνεται για την ορθότητα ή μη των λογαριασμών και κηρύσσει με πράξη του τους λογαριασμούς ως ορθώς έχοντες ή καταλογίζει τον υπόλογο με το έλλειμμα που διαπιστώθηκε ή με εκείνο που προκύπτει από την παράλειψη είσπραξης ή βεβαιώνει σε πίστωση αυτού το τυχόν πλεόνασμα.

2.

Εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο αρμόδιος Επίτροπος δύναται να προβεί στον καταλογισμό του υπολόγου και πριν αποφανθεί για τους λογαριασμούς του.

3.

Σε βάρος του υπολόγου καταλογίζονται οι προσαυξήσεις που καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό και για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Οι προσαυξήσεις αυτές υπολογίζονται, για μεν την παράλειψη εισπράξεων, από τότε που ο υπόλογος όφειλε να ενεργήσει την είσπραξη, για δε την παράλειψη εισαγωγής των εισπράξεων, από τότε που αυτός όφειλε να εισαγάγει τα εισπραχθέντα στο δημόσιο ταμείο. Σε περίπτωση ελλείμματος, οι προσαυξήσεις υπολογίζονται από την ημέρα κατά την οποία εξακριβώθηκε ότι έλαβε χώρα το έλλειμμα και εφόσον η εξακρίβωση αυτή καθίσταται αδύνατη, από τότε που ανακαλύφθηκε κατά την επιθεώρηση ή την παράδοση της διαχείρισης του υπολόγου το έλλειμμα. Αν η εξακρίβωση του ελλείμματος γίνεται μετά τη λήξη του οικονομικού έτους στη διαχείριση του οποίου αναφέρεται το έλλειμμα και είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της ημέρας ή του μήνα που έλαβε χώρα τούτο, οι προσαυξήσεις υπολογίζονται από τη λήξη του οικονομικού έτους της διαχείρισης. Ο υπόλογος απαλλάσσεται των προσαυξήσεων, εφόσον αποδείξει ότι η παράλειψη ή το έλλειμμα δεν οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλειά του.

4.

Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με τίτλους πληρωμής που δεν εκδίδονται από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου καταλογίζονται σε κάθε περίπτωση από το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2362/1995.

Άρθρο 47

Εκτελεστότητα πράξεων Επιτρόπων – Κοινοποίηση

1.

Οι πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδίδονται από τον αρμόδιο Επίτροπο και κοινοποιούνται στον υπόλογο σύμφωνα με τα οριζόμενα σε προεδρικό διάταγμα, είναι εκτελεστές. Κατά των πράξεων αυτών δεν επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής στα άλλα δικαστήρια, τα ποσά δε που καταλογίζονται με τις πράξεις αυτές εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

2.

Αντίγραφα των πράξεων που εκδίδονται από τους αρμόδιους Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου διαβιβάζονται μαζί με τους σχετικούς φακέλους από τη Γραμματεία τους στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τυχόν άσκηση ένδικων μέσων από αυτόν.

Άρθρο 48

Αναθεώρηση πράξεων

1.

Οι πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 46 υπόκεινται σε αίτηση αναθεώρησης, που ασκείται είτε από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας σε αυτό είτε από τον υπόλογο ή τον εγγυητή του είτε αυτεπαγγέλτως από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.

Η αίτηση αναθεώρησης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης.

3.

Η αίτηση αναθεώρησης επιτρέπεται να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση στον υπόλογο της προσβαλλόμενης πράξης:

  • α) λόγω πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα ή λόγω

λογιστικού λάθους,

  • β) αν προσαχθούν νέα κρίσιμα έγγραφα,
  • γ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε καταθέσεις μαρτύρων

που καταδικάστηκαν για ψευδορκία ή απαλλάχθηκαν αλλά η ψευδορκία αναγνωρίστηκε δικαστικά,

  • δ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε πλαστά έγγραφα, εφόσον

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)