Νόμοι — ΦΕΚ A' 52/2013

Type Νόμος
Publication 2013-02-28
State In force
Source ΦΕΚ
articles 103
Reform history JSON API

η πλαστογραφία αναγνωρίστηκε δικαστικά έστω και στο σκεπτικό της δικαστικής απόφασης ή του βουλεύματος.

4.

Αν παρέλθει η παραπάνω ετήσια προθεσμία, αίτηση αναθεώρησης επιτρέπεται στις δύο τελευταίες περιπτώσεις και μέσα σε έξι μήνες από τότε που ο αιτών έλαβε γνώση ότι αναγνωρίστηκε δικαστικά η πλαστότητα των εγγράφων ή η ψευδορκία. Στις ίδιες περιπτώσεις επιτρέπεται και η αυτεπάγγελτη αναθεώρηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο μέσα στην ίδια προθεσμία, η οποία αρχίζει από τότε που το Ελεγκτικό Συνέδριο έλαβε γνώση ότι αναγνωρίστηκε δικαστικά η πλαστότητα των εγγράφων ή η ψευδορκία.

5.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας σε αυτό, να ανακαλεί ή τροποποιεί οποτεδήποτε τις πράξεις του, εφόσον από νεότερα στοιχεία βεβαιωθεί ότι αυτές στηρίχθηκαν σε προϋποθέσεις που δεν υπήρχαν. Επίσης δύναται να διορθώνει πράξεις του που εκδόθηκαν κατά τον έλεγχο των λογαριασμών δημοσίων υπολόγων για επανόρθωση εσφαλμένης κατάταξης διαχειριστικών πράξεων του υπολόγου, εφόσον όμως από τη διόρθωση αυτή δεν επέρχεται χρέωση ή πίστωση του υπολόγου. Επίσης δεν είναι δεκτή αίτηση αναθεώρησης, που στηρίζεται σε άλλο λόγο, για κεφάλαια της πράξης για τα οποία έχει ήδη ασκηθεί η αίτηση αναθεώρησης.

7.

Η αίτηση αναθεώρησης του υπολόγου ή του εγγυητή είναι απαράδεκτη αν δεν προσαρτάται σε αυτή γραμμάτιο είσπραξης από το δημόσιο ταμείο για την καταβολή παραβόλου ίσου προς το δέκα τοις εκατό του αμφισβητούμενου με την αίτηση αναθεώρησης ποσού, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των δεκαπέντε ευρώ. Το παραπάνω ποσό μπορεί να αυξάνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από πρόταση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αν η αίτηση αναθεώρησης γίνει δεκτή εν μέρει ή στο σύνολο, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου. Αν απορριφθεί η αίτηση, το παράβολο καταπίπτει υπέρ του δημοσίου.

8.

Η ετήσια προθεσμία, για μεν την άσκηση της αίτησης αναθεώρησης από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αρχίζει από την περιέλευση της πράξης στη Γραμματεία της Γενικής Επιτροπείας, για δε την αυτεπάγγελτη αναθεώρηση εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από την έκδοση της πράξης που προσβάλλεται.

9.

Επί των αιτήσεων αναθεώρησης το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται με πράξη.

10.

Όταν ασκηθεί αίτηση αναθεώρησης κατά πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά των ίδιων πράξεων παρατείνεται για εξήντα ακόμα ημέρες.

11.

Κάθε αίτηση προς το Ελεγκτικό Συνέδριο που αφορά πράξη η οποία εκδόθηκε από αυτό, εφόσον στηρίζεται σε νέα έγγραφα, για το περιεχόμενο των οποίων δεν έκρινε σχετικώς η πράξη αυτή, δεν θεωρείται ένδικο μέσο αναθεώρησης αλλά ως νέα αίτηση που εξετάζεται για πρώτη φορά.

12.

Επιτρέπεται η αναθεώρηση χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής δαπανών, που έχουν θεωρηθεί από Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πλαίσιο του διενεργούμενου από αυτό προληπτικού ελέγχου των δαπανών του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και πράξεων του αρμόδιου Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τις οποίες επιλύθηκε διαφωνία υπέρ της θεώρησης χρηματικού εντάλματος ή πράξεως επί λογαριασμών, κατόπιν αιτήσεως του Υπουργού Οικονομικών ή των κατά νόμο εξουσιοδοτημένων από αυτόν οργάνων. Στην περίπτωση αυτή ως λόγοι αναθεώρησης των ανωτέρω πράξεων δύνανται να προβάλονται, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου, και οι ακόλουθοι: α) πλάνη περί το νόμο, β) εντοπισμός, κατά τη διενέργεια επιγενόμενων διοικητικών ελέγχων νέων κρίσιμων εγγράφων (στοιχείων) που στοιχειοθετούν εξ αντικειμένου την απόρριψη της θεωρηθείσας δαπάνης. Οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 11 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και εν προκειμένω. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 49

Έλεγχος διαχείρισης υλικού του Δημοσίου

1.

Οι διαχειριστές υλικού του Δημοσίου, κάθε έτος ή μετά τη με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της διαχείρισής τους, οφείλουν να λογοδοτούν μέσα σε προθεσμία δύο μηνών, η οποία μπορεί να παρατείνεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο για εύλογο χρονικό διάστημα. Οι διατάξεις των άρθρων 38, 39, και 43 έως 46 εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

2.

Ο αρμόδιος Επίτροπος δύναται να προβαίνει σε εξακρίβωση του υπολοίπου που βρίσκεται στις αποθήκες στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου ή οποτεδήποτε κρίνει τούτο αναγκαίο.

3.

Κατά τον ίδιο τρόπο οι διαχειριστές υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας υποβάλλουν για έλεγχο τους λογαριασμούς της διαχείρισής τους, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση της αρμόδιας Υπηρεσίας Επιτρόπου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 50

Έλεγχος λογαριασμών Ο.Τ.Α.

1.

Κατά τον έλεγχο των λογαρισμών των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος νόμου που αφορούν στον έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων άρθρων.

2.

Οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιοι οργανισμοί, τα πιστωτικά ιδρύματα γενικά και τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν έγγραφα, πληροφορίες ή στοιχεία σχετιζόμενα οπωσδήποτε με τα αντικείμενα του ελέγχου ή με λογαριασμούς ή δραστηριότητες κάθε Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού που τελεί υπό έλεγχο, οφείλουν, αν τους ζητηθεί, να τα θέτουν στη διάθεση των αρμόδιων οργάνων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3.

Οι Επίτροποι ή υπάλληλοι που ενεργούν τους ελέγχους, έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ανακριτικών υπαλλήλων.

Άρθρο 51

Κατασταλτικός έλεγχος Ο.Τ.Α.

1.

Από το Ελεγκτικό Συνέδριο διεξάγεται υποχρεωτικά κατασταλτικός έλεγχος των λογαριασμών των δήμων, των περιφερειών και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των κοινωφελών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων ύδρευσης αποχέτευσης και των δημοτικών ανωνύμων εταιρειών του άρθρου 266 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Ο έλεγχος είναι ετήσιος τακτικός και δειγματοληπτικός, εκτός εάν από το δειγματοληπτικό έλεγχο προέκυψαν λόγοι που επιβάλλουν τη γενίκευση του κατασταλτικού ελέγχου και διενεργείται μετά το τέλος κάθε οικονομικής χρήσης ή είναι έκτακτος γενικός ή ειδικός ή θεματικός και συνίσταται στον έλεγχο νομιμότητας και κανονικότητας της διαχείρισης. Σε κάθε περίπτωση ο έλεγχος διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

2.

Κατά τον κατασταλτικό έλεγχο ελέγχονται ιδίως:

  • α) η τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής

διαχείρισης, β) η ορθή τήρηση του κατά περίπτωση ισχύοντος λογιστικού ή διαχειριστικού συστήματος, ώστε να απεικονίζουν με ακρίβεια το περιεχόμενο των οικονομικών πράξεων και δημοσιονομικών ενεργειών,

  • δ) η νόμιμη καταβολή του μεριδίου τυχόν συμμετοχής

ενός ή περισσοτέρων Ο.Τ.Α. σε κάθε φύσεως νομικά πρόσωπα αυτών ή σε προγραμματικές συμβάσεις,

  • ε) η νόμιμη λήψη δανείων, η παροχή εγγυήσεων και

η τήρηση των όρων των σχετικών συμβάσεων, στ) η νόμιμη διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας και ζ) η έγκαιρη και κανονική απόδοση των υπέρ τρίτων εισπραττόμενων νομίμων δικαιωμάτων και η είσπραξη και η διαχείριση των ανταποδοτικών τελών ή άλλων ειδικών εσόδων ή των εσόδων από δάνεια ή των βεβαιωθέντων εσόδων από οφειλές και πρόστιμα σε βάρος τρίτων.

3.

Αρμόδιος για τον κατασταλτικό έλεγχο, είναι ο ίδιος Επίτροπος, που είναι αρμόδιος για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών των υπόχρεων φορέων. Για τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες αρμόδιος είναι ο Επίτροπος της έδρας τους. Ειδικά για την Μητροπολιτική Περιφέρεια Αττικής, αρμόδιοι για τις οικείες περιφερειακές ενότητες, είναι οι Επίτροποι, που ορίζονται από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

4.

Ο κατασταλτικός έλεγχος πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία αποστολής του αντιγράφου του απολογισμού ή ισολογισμού του υπόχρεου για κατασταλτικό έλεγχο φορέα, ο οποίος συνοδεύεται: α) από τις σχετικές εκθέσεις και πράξεις των αρμοδίων οργάνων του, β) την έκθεση των ορκωτών λογιστών ελεγκτών και γ) από κάθε σχετικό με τον έλεγχο στοιχείο, που καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και σε κάθε περίπτωση εντός του επομένου διαχειριστικού έτους, από αυτό που αφορά ο κατασταλτικός έλεγχος.

5.

Η σχετική έκθεση περί των αποτελεσμάτων του διενεργηθέντος κατασταλτικού ελέγχου, για το σύνολο των υπόχρεων φορέων, διαβιβάζεται στους Υπουργούς Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, καθώς και στην Επιτροπή Διαφάνειας και Θεσμών της Βουλής.

6.

Σε κάθε περίπτωση ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορεί να διατάξει έκτακτο διαχειριστικό έλεγχο της διαχείρισης ενός Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αυτού.

7.

Σε περίπτωση μη υποβολής του απολογισμού ή και του ισολογισμού Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού στο Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 163 παρ. 5 εδάφιο α΄ του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, επιβάλλονται σε βάρος των υπαιτίων οι κυρώσεις του άρθρου 45 του παρόντος νόμου και παράλληλα διενεργείται έκτακτος έλεγχος σύμφωνα με το άρθρο 163 παρ.5 εδάφιο β΄ του ίδιου Κώδικα.

8.

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, με κοινές αποφάσεις του αρμόδιου Yπουργού και των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο έλεγχος της διαχείρισης των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού να ενεργείται στο Κατάστημά τους, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

Άρθρο 52

Έλεγχος είσπραξης εσόδων Ο.Τ.Α.

1.

Ο αρμόδιος για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών Επίτροπος, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους μπορεί να παρακολουθεί την κανονική είσπραξη των εσόδων των Ο.Τ.Α. και των νομικών τους προσώπων και να ασκεί τον έλεγχο για την είσπραξη των νομίμως βεβαιωθέντων χρεών, οφειλών ή προστίμων σε βάρος τρίτων.

2.

Σε περίπτωση που διαπιστώσει αδράνεια είσπραξής τους από τα αρμόδια όργανα διοίκησης ή τις οικονομικές υπηρεσίες καλεί τούτους, με έγγραφό του που κοινοποιείται στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και στον Ελεγκτή Νομιμότητας, να ενεργήσουν μέσα σε τασσόμενη εύλογη προθεσμία για την είσπραξη τούτων.

3.

Εάν η αδράνεια συνεχίζεται, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια των διοικούντων το δήμο και τα νομικά του πρόσωπα ή των προϊσταμένων των οικονομικών υπηρεσιών αυτών παραπέμπει: α) τα μεν αιρετά υπαίτια πρόσωπα με αιτιολογημένη εισήγησή του στην Επιτροπή του άρθρου 232 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) για προσωπικό καταλογισμό τούτων με το ποσό της θετικής ζημίας που προξένησαν και β) τους υπαλλήλους των ανωτέρω προσώπων που προκάλεσαν ζημία στην περιουσία του στο Ελεγκτικό Συνέδριο για καταλογισμό τούτων.

Άρθρο 53

Έλεγχος απολογισμών λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. και άλλων νομικών προσώπων

1.

Κατά τον έλεγχο των απολογισμών των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων ελεγχόμενων φορέων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος που αφορούν τον έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων.

2.

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, με κοινές αποφάσεις του αρμόδιου Yπουργού και των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο έλεγχος της διαχείρισης των Ν.Π.Δ.Δ. να ενεργείται στο Κατάστημά τους, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

3.

Ο έλεγχος του Ειδικού Λογαριασμού Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων ασκείται στο Κατάστημα του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και του ν. 992/ 1979.

4.

Κάθε δημόσια υπηρεσία υποχρεούται να ανακοινώνει χωρίς καθυστέρηση στο Ελεγκτικό Συνέδριο τη σύσταση ή κατάργηση κάθε Ν.Π.Δ.Δ. ή άλλου φορέα που τελεί υπό την εποπτεία της.

Άρθρο 54

Δειγματοληπτικός έλεγχος λογαριασμών Ν.Π.Δ.Δ.

1.

Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκδίδει κατ’ έτος πρόγραμμα ελέγχου λογαριασμών των Ν.Π.Δ.Δ. εκτός από τους Ο.Τ.Α.. Με το πρόγραμμα καθορίζονται:

  • α) τα Ν.Π.Δ.Δ. που θα ελεγχθούν,
  • β) η περίοδος της διαχείρισης ανά οικονομικά έτη που

θα υποβληθεί στον έλεγχο,

  • γ) το ποσοστό της δειγματοληψίας, το οποίο σε κάθε

περίπτωση δεν μπορεί να αφορά λιγότερες από τριάντα πράξεις διαχείρισης και το πέντε τοις εκατό των πιστώσεων του προϋπολογισμού κάθε οικονομικού έτους που ελέγχεται, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ενάμισι τοις εκατό των πράξεων διαχείρισης ή του ύψους των πιστώσεων που ελέγχθηκαν,

  • ε) ο χώρος διενέργειας του ελέγχου, που μπορεί να είναι

και το Κατάστημα του νομικού προσώπου που ελέγχεται ή άλλος χώρος όπου φυλάσσονται τα κρίσιμα στοιχεία,

  • στ) Η ημερομηνία περάτωσης του ελέγχου.
2.

Το πρόγραμμα ελέγχου κοινοποιείται, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή του, στους αρμόδιους για την εποπτεία των νομικών προσώπων Yπουργούς και στα νομικά πρόσωπα, τα οποία θα υποβληθούν στον έλεγχο.

3.

Ο έλεγχος διενεργείται από τις αρμόδιες καθ’ ύλην Υπηρεσίες Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή από ομάδες ελέγχου οριζόμενες από τον Πρόεδρο για το σκοπό αυτόν. Το νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποφασίστηκε ο επιτόπιος έλεγχος, ενημερώνεται από τον αρμόδιο Επίτροπο ή τον Πρόεδρο για την ημερομηνία έναρξης του ελέγχου πέντε εργάσιμες ημέρες πριν από την έναρξη του ελέγχου. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο μπορεί να παρίσταται και εκπρόσωπος του νομικού προσώπου. Για κάθε νομικό πρόσωπο συντάσσεται μετά τον έλεγχο και ειδική έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αιτιολογημένα παρατηρήσεις σχετικές με τη βελτίωση της διαχείρισης του νομικού προσώπου και η οποία αποστέλλεται στους αρμόδιους φορείς.

4.

Η Ολομέλεια προγραμματίζει τους ανωτέρω ελέγχους έτσι ώστε τα νομικά πρόσωπα να υποβάλονται σε έλεγχο τουλάχιστον κάθε τέσσερα χρόνια.

5.

Σε επείγουσες ή έκτακτες περιπτώσεις, το πρόγραμμα ελέγχου για μεμονωμένα νομικά πρόσωπα δύναται να εκδώσει και ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οπότε ισχύουν τα ανωτέρω αναλόγως εφαρμοζόμενα.

6.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος νόμου και του π.δ.1225/1981.

Άρθρο 55

Συμμετοχή Ν.Π.Δ.Δ. στις δαπάνες λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δύναται να καθορίζεται η συμμετοχή των Ν.Π.Δ.Δ. στις δαπάνες λειτουργίας των υπηρεσιών του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε σε ποσοστό επί των ελεγχόμενων δαπανών είτε με άλλο τρόπο.

Άρθρο 56

Λογαριασμοί υπολόγων χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής

1.

Τα δικαιολογητικά των ενταλμάτων προπληρωμής θεωρούνται από τους Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι επικουρούνται στο έργο του ελέγχου από το προσωπικό που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

2.

Κατά τον έλεγχο και τη θεώρηση των δικαιολογητικών απόδοσης λογαριασμού των ενταλμάτων προπληρωμής, το Ελεγκτικό Συνέδριο ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου Επιτρόπου, που ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του υπολόγου, αποφαίνεται και για τις δαπάνες που τυχόν απορρίφθηκαν από τα αρμόδια όργανα για την αναγνώριση και εκκαθάρισή τους.

3.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και για τα δικαιολογητικά απόδοσης λογαριασμού των ενταλμάτων προπληρωμής δευτερευόντων διατακτών που δεν υπόκεινται σε προληπτικό έλεγχο.

4.

Ο καταλογισμός σε βάρος εκείνων που έλαβαν χρήματα από το Δημόσιο με την υποχρέωση να αποδώσουν λογαριασμό και δεν τον υπέβαλαν εμπρόθεσμα ή τον υπέβαλαν μόνο για μέρος των χρημάτων που έλαβαν, ασκείται με πράξη των Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την επιφύλαξη κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 6 παρ.4 και 5 του π.δ.136/1998 (Α΄ 107).

5.

Οι Επίτροποι προβαίνουν σε ανάκληση των ανωτέρω καταλογιστικών πράξεών τους, εφόσον θεωρηθούν από αυτούς τα οικεία δικαιολογητικά.

6.

Δαπάνες οι οποίες αναγνωρίστηκαν και εκκαθαρίστηκαν από τα αρμόδια όργανα, αλλά κρίνονται ως μη νόμιμες ή ως μη στηριζόμενες σε νόμιμα δικαιολογητικά, καταλογίζονται από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

7.

Κατά των καταλογιστικών πράξεων του παρόντος άρθρου επιτρέπεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 48 ένδικο μέσο της αναθεώρησης, το οποίο ασκείται ενώπιον του οργάνου που τις εξέδωσε χωρίς την καταβολή παραβόλου.

8.

Η αίτηση αναθεώρησης δεν υπόκειται σε περιορισμό προθεσμίας, εφόσον στηρίζεται στην υποβολή νέων δικαιολογητικών για τη διάθεση των χρημάτων ή στη συμπλήρωση εκείνων που υποβλήθηκαν. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 38 παρ.3 και 7, 46 και

47.

Επίσης επιτρέπεται και η κατά το άρθρο 80 έφεση ενώπιον του αρμόδιου Τμήματος.

Άρθρο 57

Λογαριασμοί υπολόγων λοιπών χρηματικών προκαταβολών

1.

Οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες όσων διαχειρίζονται με οποιονδήποτε τρόπο δημόσια χρήματα που προκαταβάλλονται με την υποχρέωση απόδοσης λογαριασμού έστω και χωρίς την έκδοση εντάλματος προπληρωμής, καθώς και οι αρμοδιότητες και υποχρεώσεις των διατακτών των παραπάνω προκαταβολών, ρυθμίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 2362/1995 (Α΄ 247).

2.

Οι υπόλογοι της προηγούμενης παραγράφου, μπορούν να προσβάλουν την σε βάρος τους καταλογιστική πράξη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 56 παρ. 12 του ν. 2362/1995.

Άρθρο 58

Λογαριασμοί δευτερευόντων διατακτών και έλεγχος αυτών

1.

Οι δευτερεύοντες διατάκτες που από τις οικείες διατάξεις είναι επιφορτισμένοι με την έκδοση χρηματικών ενταλμάτων υπόκεινται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και υποβάλλουν σε αυτό τους λογαριασμούς της χρήσης των πιστώσεων που τους έχουν μεταβιβασθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατυπώσεις και προθεσμίες.

2.

Σε βάρος των ανωτέρω διατακτών καταλογίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο κάθε υπέρβαση πίστωσης ή δαπάνη που αναγνωρίσθηκε παρανόμως αν, και μετά την προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις άρνηση του Ταμία, απαιτήσουν με ευθύνη τους την πληρωμή της. νήσεως, ρυθμίζονται τα σχετικά με τη λογοδοσία των δευτερευόντων διατακτών.

Άρθρο 59

Έλεγχος συντάξεων, βοηθημάτων και λοιπών δαπανών Ο έλεγχος των δαπανών για συντάξεις και βοηθήματα ή άλλων δαπανών που εντέλλονται με τη βοήθεια μηχανογραφικού συστήματος και δεν καταβάλλονται μέσω των δημόσιων ταμείων, ασκείται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 60

Παρακολούθηση δημοσίων εσόδων Το Ελεγκτικό Συνέδριο παρακολουθεί τα δημόσια έσοδα, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται κατά το άρθρο 94.

Άρθρο 61

Επιτήρηση δημοσίων υπολόγων

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο επιτηρεί τους δημόσιους υπολόγους όσον αφορά την τήρηση από αυτούς των κανόνων που διέπουν το δημόσιο λογιστικό και δικαιούται να ενεργεί επιθεώρηση, κάθε φορά που το κρίνει αναγκαίο, με υπαλλήλους του που ορίζονται για το σκοπό αυτόν ή να προκαλεί αυτήν από οικονομικούς επιθεωρητές των δημοσίων υπολόγων.

2.

Κάθε υπηρεσία, στην οποία υποβάλλεται έκθεση ελέγχου διαχείρισης δημοσίου υπολόγου ή υπολόγου Ο.Τ.Α. ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ., υποχρεούται χωρίς καθυστέρηση να διαβιβάσει αντίγραφο της έκθεσης αυτής στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

3.

Κάθε δημόσια υπηρεσία υποχρεούται να ανακοινώνει χωρίς καθυστέρηση στο Ελεγκτικό Συνέδριο το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και το αντικείμενο της διαχείρισης κάθε υπολόγου που τελεί υπό την εποπτεία της.

Άρθρο 62

Εποπτεία εγγυήσεων δημοσίων υπολόγων

1.

Κάθε ελάττωση, μετατροπή, μεταφορά ή άρση εγγύησης δημοσίου υπολόγου υπόκειται στην έγκριση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2.

Όταν ο νόμος δεν καθορίζει το είδος και το ποσό της εγγύησης που πρέπει να παρασχεθεί από τους δημόσιους υπολόγους, αυτά καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 63

Απώλειες χρημάτων, υλικού, δικαιολογητικών και παραστατικών πληρωμής

1.

Το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ύστερα από αίτηση του υπολόγου ή και αυτεπαγγέλτως, αποφαίνεται για την απαλλαγή από την ευθύνη των υπολόγων που λογοδοτούν ενώπιόν του για κάθε απώλεια, έλλειψη ή φθορά χρημάτων, υλικού ή δικαιολογητικών και παραστατικών πληρωμής κάθε είδους, είτε με την πράξη που εκδίδεται κατά τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών είτε και προηγουμένως με ιδιαίτερη πράξη. Ο υπόλογος που ζητεί την απαλλαγή υποχρεούται να αποδείξει την απώλεια, έλλειψη ή φθορά που επήλθε και επιπλέον ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα, διότι έχει συμμορφωθεί πλήρως με όσα ορίζονται από τις κείμενες διατάξεις και επιδείξει την επιμέλεια που δείχνει στις δικές του υποθέσεις.

2.

Το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφαίνεται επίσης με πράξη του, ύστερα από αίτηση των υπολόγων ή και αυτεπαγγέλτως, για την απαλλαγή από την ευθύνη τους από εντάλματα προπληρωμής, προσωρινά εντάλματα, εντάλματα πάγιας προκαταβολής ή χρηματικές προκαταβολές από το δημόσιο ταμείο, καθώς και από την ευθύνη τους για την απώλεια, έλλειψη ή φθορά χρημάτων ή δικαιολογητικών της διαχείρισης των χρημάτων που έλαβαν. Ο υπόλογος υποχρεούται να αποδείξει την απώλεια των χρημάτων ή την προσήκουσα διάθεση αυτών και την απώλεια των δικαιολογητικών της διάθεσής τους και επιπλέον ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα.

Άρθρο 64

Καταστροφή ή απώλεια διαχειριστικών στοιχείων από ανώτερη βία ή τυχαίο γεγονός

1.

Ο έλεγχος των διαχειρίσεων, των οποίων τα στοιχεία καταστράφηκαν ή απολέσθηκαν ολικά ή μερικά στο Ελεγκτικό Συνέδριο από ανώτερη βία ή τυχαίο γεγονός και των οποίων η απώλεια ή καταστροφή διαπιστώνεται με πράξη του αρμόδιου Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ενεργείται κατά τα οριζόμενα με αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.

Οι αποφάσεις αυτές, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση της αρμόδιας Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζουν τον τρόπο του ελέγχου των διαχειρίσεων αυτών, τα στοιχεία που θα υποβληθούν σε αναπλήρωση εκείνων που απολέσθηκαν ή καταστράφηκαν, τους υπόχρεους και την προθεσμία για την υποβολή τους, καθώς και κάθε άλλη χρήσιμη λεπτομέρεια για τον έλεγχο.

Άρθρο 65

Ληξιπρόθεσμα χρέη ανεπίδεκτα είσπραξης

1.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, καθώς και οι συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους, που έχουν βεβαιωθεί κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και θεωρούνται ανεπίδεκτες είσπραξης από την υπηρεσία στην οποία είναι βεβαιωμένες καταχωρίζονται σε ειδικά βιβλία της υπηρεσίας, με απόφαση Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που συγκροτείται με απόφαση της Ολομέλειάς του. Το Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει οριστικά μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής που προβλέπεται στην παράγραφο 5 και εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2.

Ως ανεπίδεκτες είσπραξης οφειλές χαρακτηρίζονται εκείνες για τις οποίες έχουν εξαντληθεί όλες οι ενέργειες εντοπισμού πηγών αποπληρωμής και αναγκαστικής είσπραξης και σε κάθε περίπτωση οι εξής: α. Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες και δεν προέκυψε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων. β. Έχει ολοκληρωθεί, εφόσον έχουν εντοπιστεί ακίνητα ή κινητά πράγματα, ικανά να καλύψουν μέρος ή το σύνολο των οφειλών, η διαδικασία αναγκαστικής περιουσιακών στοιχείων και προσόδων του οφειλέτη δεν εξοφλήθηκαν πλήρως οι απαιτήσεις του Δημοσίου. γ. Έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά οριζόμενο για το σκοπό αυτόν ελεγκτή, ο οποίος πιστοποιεί με βάση εμπεριστατωμένη έκθεση ελέγχου ότι δεν υφίσταται άλλη πηγή αποπληρωμής. δ. Δεν υφίσταται πτωχευτική και μεταπτωχευτική περιουσία ή έχει εκποιηθεί η υπάρχουσα, εφόσον πρόκειται για πτωχό. ε. Έχει ολοκληρωθεί, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση υπό εκκαθάριση, η διαδικασία αυτής και δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία. στ. Έχουν ολοκληρωθεί, προκειμένου για χρέη για την καταβολή των οποίων υπάρχουν συνυπόχρεοι, και ως προς αυτούς τουλάχιστον οι ενέργειες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄. ζ. Έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η ποινική διαδικασία σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43) και ο οφειλέτης έχει υποβληθεί σε εκτέλεση της ποινής που έχει καταγνωσθεί σε βάρος του.

3.

Η πρόταση για την καταχώρηση στα ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης υποβάλλεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή προς την αρμόδια Κεντρική Υπηρεσία, με τα πλήρη στοιχεία και την αιτιολογημένη άποψη αυτού. Από τα στοιχεία πρέπει να αποδεικνύεται ότι έχουν εξαντληθεί όλες οι απαραίτητες ενέργειες για την είσπραξη της οφειλής η οποία θεωρείται ανεπίδεκτη είσπραξης και ότι δεν υπάρχει πλέον καμία πηγή αποπληρωμής της. Έλεγχος και επαλήθευση των υποβαλλόμενων στοιχείων διενεργείται από την αρμόδια Κεντρική Υπηρεσία, η οποία και εισηγείται στην Επιτροπή που προβλέπεται στην παράγραφο 5.

4.

Η πρόταση δεν υποβάλλεται εφόσον υπάρχει πιθανότητα έστω και μερικής είσπραξης της οφειλής. Αν εντοπιστούν κενά στην πρόταση ο φάκελος με τα επισυναπτόμενα στοιχεία επιστρέφεται από την Κεντρική Υπηρεσία για να συμπληρωθεί ενώ, αν εντοπιστεί πηγή μερικής ή ολικής αποπληρωμής, ο φάκελος επιστρέφεται και η απαίτηση, κατά το μέρος που μπορεί να εισπραχθεί, χαρακτηρίζεται εισπράξιμη.

5.

Η πρόταση αναρτάται στο διαδίκτυο (Πρόγραμμα Διαύγεια) και μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από την ανάρτησή της, η πρόταση και τα παραστατικά της στοιχεία υποβάλλονται σε επιτροπή που αποτελείται από:

  • α) έναν Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου

του Κράτους, ως πρόεδρο, με αναπληρωτή του Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ.,

  • β) έναν προϊστάμενο Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας, ως μέλος,
  • γ) έναν προϊστάμενο Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων, ως μέλος.

Εισηγητής στην Επιτροπή είναι, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Αν η αίτηση αφορά τελωνειακή οφειλή συμμετέχει στην Επιτροπή και ένας προϊστάμενος Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, με εισηγητή τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τελωνειακών Διαδικασιών. Η Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με την απόφαση αυτή ορίζονται και οι αναπληρωτές των μελών της Επιτροπής, καθώς και υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ της Διεύθυνσης Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων ως Γραμματείς της Επιτροπής.

6.

Η Επιτροπή αξιολογεί τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, αναζητά εφόσον το κρίνει σκόπιμο συμπληρωματικά στοιχεία από οποιαδήποτε υπηρεσία ή τρίτο και γνωμοδοτεί θετικά ή αρνητικά, για την καταχώριση της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης ή για την απόρριψη του αιτήματος. Το Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αφού λάβει υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής, αποφασίζει για την καταχώριση ή μη του συνόλου ή μέρους της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.

7.

Με απόφαση του Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας για τον οφειλέτη φορολογικής αρχής, ή ύστερα από αίτηση του οφειλέτη και μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής που προβλέπεται στην παράγραφο 5 και εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οφειλή που έχει καταχωρισθεί κατά τα ανωτέρω στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης διαγράφεται από τα βιβλία αυτά και επανεγγράφεται στα βιβλία των εισπράξιμων, εάν σε χρονικό διάστημα είκοσι ετών από την εγγραφή της διαπιστωθεί ότι υπάρχει ή αποκτήθηκε περιουσιακό στοιχείο από τον οφειλέτη ή συνυπόχρεο πρόσωπο που καλύπτει μερικά ή ολικά την οφειλή. Κατά το χρονικό διάστημα από την καταχώριση της οφειλής στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης μέχρι και την ημερολογιακή λήξη του εικοστού έτους από αυτή, αναστέλλεται αυτοδίκαια η παραγραφή της, δεν χορηγείται φορολογική ενημερότητα στον οφειλέτη και σε όλα τα συνυπόχρεα πρόσωπα για οποιαδήποτε αιτία, δεσμεύονται οι τραπεζικοί λογαριασμοί κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 και δεν χορηγούνται πιστοποιητικά για μεταβίβαση ή απόκτηση περιουσιακών στοιχείων.

8.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και για τις διαγραφές που διενεργούνται με το άρθρο 82 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

9.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να προστίθενται περαιτέρω κριτήρια και προϋποθέσεις καταχώρισης στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και διαγραφής από τα βιβλία αυτά και επανεγγραφής τους στην κατηγορία των εισπράξιμων των παραπάνω οφειλών και να ρυθμίζεται ο ειδικότερος τρόπος, η διαδικασία και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση, την παρακολούθηση, τις συνέπειες και τα χρονικά όρια ισχύος των συνεπειών καταχώρισης στα ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 66

Έλεγχος απολογισμού και γενικού ισολογισμού του Κράτους − Διαδηλώσεις Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.

Ο έλεγχος της δημόσιας διαχείρισης ολοκληρώνεται με τον έλεγχο του απολογισμού και του γενικού ισολογισμού του Κράτους.

2.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει τον απολογισμό και τον ισολογισμό του Κράτους με βάση τις κείμενες της Κυβερνήσεως. Η εξέταση γίνεται με την παραβολή αυτών προς τον προϋπολογισμό, τα στοιχεία που έχει ελέγξει το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα βιβλία που τηρούνται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Το Ελεγκτικό Συνέδριο επιστρέφει τον απολογισμό και ισολογισμό του Κράτους στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μαζί με τις σχετικές διαδηλώσεις του εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 76 παρ.1 του ν. 2362/1995.

3.

Οι διαδηλώσεις εκδίδονται από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 67

Ετήσια έκθεση προς τη Βουλή

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κάθε έτος, με έκθεση της Ολομέλειάς του προς τη Βουλή, που εγχειρίζεται στον Πρόεδρό της από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκθέτει το αποτέλεσμα των εργασιών του με τις παρατηρήσεις του από την παραβολή των εσόδων και εξόδων με τους οικείους νόμους και την άσκηση γενικά των καθηκόντων του, καθώς και τις σκέψεις του για μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις.

2.

Οι παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί της οικονομικής διαχείρισης του Κράτους, που περιέχονται στην ετήσια έκθεσή του, γνωστοποιούνται απαραίτητα, πριν από την εγχείριση της έκθεσης στον Πρόεδρο της Βουλής, στους διατάκτες υπουργούς μέσω του Υπουργού Οικονομικών. Οι απαντήσεις των υπουργών περιλαμβάνονται σε ιδιαίτερο τεύχος και αποστέλλονται με μέριμνα του Υπουργού Οικονομικών, μέσα σε διάστημα δύο μηνών από τη γνωστοποίηση της έκθεσης, στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος στη συνέχεια τις διαβιβάζει, μαζί με την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου στον Πρόεδρο της Βουλής. Η ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου μαζί με τις απαντήσεις των διατακτών υπουργών συνδημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 68

Αστική ευθύνη υπαλλήλων Δημοσίου

1.

Κάθε δημόσιος υπάλληλος, ανεξάρτητα από την κατά το άρθρο 44 ευθύνη των δημοσίων υπολόγων, ευθύνεται για κάθε θετική ζημία που επήλθε στο Δημόσιο από δόλο ή αμέλεια, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

2.

Αν περισσότεροι υπάλληλοι προξένησαν από κοινού τη ζημία στο Δημόσιο, ευθύνονται εις ολόκληρον.

3.

Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται στους υπουργούς όσον αφορά την εν γένει άσκηση των καθηκόντων τους και στους λοιπούς διατάκτες μόνο για τις δαπάνες που εντέλλονται από αυτούς. Στους λειτουργούς αυτούς εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ευθύνης τους.

4.

Για την ευθύνη κατά το παρόν άρθρο το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιτρόπου σε αυτό, ο οποίος ενεργεί είτε κατόπιν εγγράφου του οικείου Υπουργού είτε αυτεπαγγέλτως, εφόσον η ευθύνη προκύπτει από τα στοιχεία που υποβάλλονται κατά νόμο στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

5.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο μόνο σε περίπτωση ευθύνης από αμέλεια και ανάλογα με τις περιστάσεις δύναται να καταλογίσει τον υπάλληλο και για μέρος μόνο της θετικής ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο.

6.

Εφόσον οι υπάλληλοι καταβάλουν το ποσό που τους καταλογίστηκε, υπεισέρχονται κατά το ποσό που πλήρωσαν στα δικαιώματα του Δημοσίου.

Άρθρο 69

Αστική ευθύνη υπαλλήλων Ο.Τ.Α. και λοιπών Ν.Π.Δ.Δ.

1.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφαίνεται για την αστική ευθύνη των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. ύστερα από αίτηση του εκπροσώπου κάθε οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 100 του ν.1188/1981 (Α΄ 204).

2.

Για την αστική ευθύνη των υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. κατά το άρθρο 38 του ν. 3528/2007 (Α΄ 19) αποφαίνεται το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου.

ΤΜΗΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 70

Άσκηση δικαιοδοσίας

1.

Η δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκείται από τα Τμήματα και την Ολομέλεια.

2.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο δικάζει σε Ολομέλεια τις αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων των Τμημάτων του. Σε κάθε άλλη περίπτωση δικάζει με τα Τμήματά του.

Άρθρο 71

Διαδικασία ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν την οργάνωση, συγκρότηση και εποπτεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τη Γραμματεία του, την εκδίκαση από Κλιμάκιο της ένστασης του άρθρου 90 του παρόντος, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά των αποφάσεών του, τον τόπο και χρόνο των συνεδριάσεων, τα αποδεικτικά μέσα, τον τρόπο κλήτευσης των διαδίκων προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, τη διαδικασία και ευταξία στο ακροατήριο, την κατάρτιση, δημοσίευση και κοινοποίηση των αποφάσεων και γενικά τη δικονομία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την τήρηση της αρχής της δημοσιότητας των δικαστικών συνεδριάσεων και του αιτιολογημένου των αποφάσεων, καθώς και τον τρόπο άσκησης των μη δικαστικών αρμοδιοτήτων του.

Άρθρο 72

Αποδεικτικό κοινοποίησης ένδικων μέσων

1.

Το αποδεικτικό κοινοποίησης στον ενδιαφερόμενο (αρμόδιο Υπουργό, νομικό πρόσωπο ή ιδιώτη) των ένδικων μέσων της έφεσης, αναίρεσης ή αναθεώρησης, που ασκούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, πρέπει να κατατίθεται το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από την περιέλευση του δικογράφου στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2.

Η εκπρόθεσμη κατάθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο του αποδεικτικού κοινοποίησης της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης του ένδικου μέσου.

1.

Το ένδικο βοήθημα ή μέσο, πλην αυτού που ασκείται από τους Υπουργούς, τα Ν.Π.Δ.Δ. και το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν, έως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, δεν προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Το δικαστήριο, αν μέχρι την πρώτη συζήτηση δεν καταβληθεί παράβολο ή αυτό που καταβλήθηκε είναι ελλιπές, κατ’ αίτηση του υπόχρεου για την καταβολή, χορηγεί σ’ αυτόν προθεσμία μέχρι πέντε ημερών, η οποία αρχίζει από την επομένη της συζήτησης της υπόθεσης, για την καταβολή ή τη συμπλήρωση του παραβόλου και την προσκόμιση του αποδεικτικού καταβολής τους. Σε περίπτωση που η συζήτηση διεξαχθεί χωρίς να παρασταθεί ο υπόχρεος, το παράβολο μπορεί να καταβληθεί και να προσκομισθεί το αποδεικτικό καταβολής του εντός της ως άνω προθεσμίας των πέντε ημερών.

2.

Σε περίπτωση άσκησης κοινού ενδίκου βοηθήματος ή μέσου από περισσότερους, ο καθένας καταβάλλει το προβλεπόμενο πάγιο παράβολο. Σε περίπτωση χρηματικής διαφοράς, αν μεν η απαίτηση ή οφειλή είναι εις ολόκληρον, καταβάλλεται από όλους μαζί ένα μόνο παράβολο, ενώ αν η απαίτηση ή οφειλή είναι διαιρετή, καταβάλλεται από τον καθένα το αναλογούν σε αυτόν παράβολο.

3.

Το παράβολο ορίζεται: α) για τις εφέσεις, αιτήσεις αναθεωρήσεως, αιτήσεις ανακοπής και τριτανακοπής και αιτήσεις διορθώσεως ή ερμηνείας στις συνταξιοδοτικές διαφορές σε είκοσι ευρώ, β) για τις αιτήσεις αναιρέσεως στις συνταξιοδοτικές διαφορές σε πενήντα ευρώ, γ) για τις αιτήσεις ανάκλησης κατά των πράξεων των Κλιμακίων του άρθρου 35 του παρόντος ή των Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε πενήντα ευρώ,

  • δ) για τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα κατά καταλογιστικών πράξεων ή αποφάσεων και για τις χρηματικού

αντικειμένου διαφορές σε ποσοστό ένα τοις εκατό του αμφισβητούμενου ποσού, χωρίς τις τυχόν προσαυξήσεις. Το αναλογικό παράβολο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριάντα ευρώ. Αν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ, καταβάλλεται το ποσό αυτό και το τυχόν επιπλέον οφειλόμενο παράβολο καταλογίζεται με την απόφαση, σε περίπτωση απόρριψης ή εν μέρει αποδοχής του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσά ή τα ποσοστά των παραβόλων.

4.

Το παράβολο, αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο γίνει δεκτό ή υποβληθεί παραίτηση ή καταργηθεί η δίκη για οποιονδήποτε λόγο, αποδίδεται σε αυτόν που το κατέβαλε. Αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορριφθεί, καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου, ενώ αν γίνει δεκτό εν μέρει, το παράβολο αποδίδεται κατά ένα μέρος του, το οποίο καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. Οι έννομες αυτές συνέπειες επέρχονται ακόμα και αν δεν υπάρχει σχετική ρητή διάταξη στην απόφαση.

5.

Το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να διατάξει την απόδοση του παραβόλου ακόμα και όταν απορρίπτεται το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Επίσης, μπορεί να διατάξει το διπλασιασμό του παραβόλου αν το ένδικο βοήθημα ή μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Στην περίπτωση αυτή, το επιπλέον ποσό που καταλογίζεται εισπράττεται κατά τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Προς τούτο, ο γραμματέας του δικαστηρίου αποστέλλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αντίγραφο της απόφασης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Άρθρο 74

Διενέργεια διαδικαστικών πράξεων Τα Τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορούν να αναθέτουν σε άλλες αρμόδιες κατά τόπο δικαστικές ή διοικητικές αρχές τη διενέργεια επί μέρους διαδικαστικών πράξεων. Η παράλειψη έγκαιρης διενέργειας των παραπάνω πράξεων συνιστά το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος.

Άρθρο 75

Δαπάνες πραγματογνωμοσύνης Αν διαταχθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο πραγματογνωμοσύνη, η αμοιβή των πραγματογνωμόνων και όλες οι αναγκαίες δαπάνες για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, που εκκαθαρίζονται από τον Πρόεδρο του Τμήματος με βάση την αίτηση των πραγματογνωμόνων, καταβάλλονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου για το Δημόσιο Λογιστικό και καταλογίζονται με την οριστική απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την κρίση του, ολικά ή μερικά, σε βάρος του διαδίκου που ηττήθηκε, βεβαιώνονται δε και εισπράττονται μαζί με το τέλος ή το πρόστιμο που επιβάλλεται με την απόφαση. Η εκκαθάριση των ανωτέρω αμοιβών και δαπανών που ενεργείται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος, επιτρέπεται να τροποποιείται από τον Υπουργό Οικονομικών με μείωση των ποσών που έχουν καθορισθεί με αυτή.

Άρθρο 76

Ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα Σε δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στις οποίες τίθενται ζητήματα που αφορούν σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2472/1997 (Α΄ 50) εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 40 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77).

Άρθρο 77

Κατάθεση στο Ελεγκτικό Συνέδριο απορριφθέντος ενδίκου μέσου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας δικαστηρίου, στο αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 41 του ν. 3659/ 2008.

Άρθρο 78

Θέσπιση ηλεκτρονικών διαδικασιών

1.

Οι δικαστικές αποφάσεις και πράξεις, οι εκθέσεις, τα δικόγραφα και κάθε άλλο έγγραφο που απευθύνεται στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή εκδίδεται από αυτό επιτρέπεται να κατατίθενται, να επιδίδονται και να διακινούνται με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 3659/2008. Με όμοιο τρόπο και με τις προϋποθέσεις του ίδιου άρθρου 42 είναι δυνατόν να καταβάλλονται παρά εξετάζονται, κατ’ αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μάρτυρες, πραγματογνώμονες και διάδικοι χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου και να τηρούνται τα βιβλία που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για τη διεκπεραίωση των εργασιών του.

2.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, οι τεχνικές λεπτομέρειες, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 74 του ν. 4055/2012.

Άρθρο 79

Εκτελεστότητα αποφάσεων

1.

Οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι εκτελεστές.

2.

Τα ποσά που καταλογίζονται με αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ

Άρθρο 80

Έφεση κατά πράξεων ή αποφάσεων καταλογισμού

1.

Κατά καταλογιστικών πράξεων των Υπουργών, Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μονοπρόσωπων ή συλλογικών διοικητικών οργάνων, διοικητικών αρχών, Οικονομικών Επιθεωρητών ή άλλου φορέα επί διαχείρισης υλικού, αξιών ή χρηματικού του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους, επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση ή την καθ’ οποιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης. Εάν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης διαμένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα ημέρες.

2.

Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης κατά των ανωτέρω πράξεων για το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους και για τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την περιέλευση της προσβαλλόμενης πράξης σε αυτούς.

3.

Με την άσκηση της έφεσης εξαντλείται η αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη.

Άρθρο 81

Εκδίκαση εφέσεων επί ειδικών υποθέσεων καταλογισμού Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου τη έφεσης ενώπιον του Τμημάτων του, καθώς και κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της αίτησης αναιρέσεως ενώπιον της Ολομελείας του, σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αιτία σε βάρος των μελών των Επιτροπών Διαχείρισης των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) των Α.Ε.Ι. και των ερευνητικών κέντρων αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, σε βάρος Επιστημονικών Υπευθύνων έργων που διαχειρίζονται οι Ε.Λ.Κ.Ε. ή σε βάρος υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, από μονομελή ή συλλογικά όργανα της Διοίκησης ή από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του βαρυνόμενου με τον καταλογισμό, που υποβάλλεται με το δικόγραφο του ένδικου μέσου ή των πρόσθετων λόγων αυτού, να μειώσει το ποσό του καταλογισμού ως το ένα δέκατο του καταλογισθέντος ποσού, καθώς και να απαλλάξει τον υπαίτιο από τις προσαυξήσεις ή τόκους επί του καταλογισθέντος κεφαλαίου αν υφίσταται ελαφρά αμέλεια αυτού. Για την πιο πάνω μείωση ή απαλλαγή το Δικαστήριο συνεκτιμά το βαθμό της υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, την προσωπική και οικογενειακή οικονομική του κατάσταση, τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσής της και το επελθόν από αυτήν αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει, επίσης, τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, αν κρίνει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του καταλογισθέντος συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν έλλειμμα. Εξαιρούνται των ρυθμίσεων της παρούσας καταλογιστικές πράξεις οι οποίες αφορούν έξοδα παράστασης αιρετών οργάνων Α.Ε.Ι. ή κατάχρηση δημοσίου χρήματος προς ίδιον όφελος.

Άρθρο 82

Έφεση κατά πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεων

1.

Οι κατά τις διατάξεις του α.ν. 599/1968 (Α΄ 258) πράξη κανονισμού σύνταξης και η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η έφεση ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, η οποία αρχίζει για τον Υπουργό Οικονομικών και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου από την περιέλευση σε αυτούς της προσβαλλόμενης πράξης και για όποιον έχει έννομο συμφέρον από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης. Εάν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης διαμένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα ημέρες. Επί των εφέσεων αυτών, καθώς και επί των ένδικων μέσων που ασκούνται κατά των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται επί των εφέσεων, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του παρόντος. Όταν ασκηθεί έφεση εξαντλείται η αρμοδιότητα των κατά το άρθρο 1 του α.ν. 599/1968 οργάνων.

2.

Κάθε αίτηση σχετική με εκδοθείσα πράξη κανονισμού σύνταξης ή με απόφαση της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., η οποία στηρίζεται σε έγγραφα για το περιεχόμενο των οποίων δεν έγινε κρίση, δεν θεωρείται ως ένδικο μέσο αλλά ως αίτηση που εξετάζεται για πρώτη φορά.

3.

Κατά των πράξεων της Επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 4 του α.ν. 599/1968 επιτρέπεται η άσκηση του ένδικού μέσου της έφεσης ενώπιον του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών είτε από τον Υπουργό Οικονομικών είτε από όποιον έχει έννομο συμφέρον. Η προθεσμία αρχίζει έννομο συμφέρον από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης. Εάν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης διαμένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα ημέρες.

4.

Για την άσκηση, συζήτηση και εκδίκαση των εφέσεων που ασκούνται κατά την προηγούμενη παράγραφο, καθώς και των ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί των εφέσεων αυτών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος.

5.

Με την άσκηση της έφεσης της παραγράφου 3 του παρόντος εξαντλείται η αρμοδιότητα της Επιτροπής του άρθρου 4 παρ.1 του α.ν. 599/1968.

Άρθρο 83

Έφεση κατά αποφάσεων του άρθρου 5 του ν. 3163/1955 Οι αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων που εκδίδονται επί ενστάσεων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3163/1955 (Α΄ 71), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ.183/1973 (Α΄ 262), υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, η οποία ασκείται από τον Διοικητή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή όποιον έχει έννομο συμφέρον. Η προθεσμία αρχίζει για τον Διοικητή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου από την περιέλευση σε αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης και για όποιον έχει έννομο συμφέρον από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επί των εφέσεων αυτών, καθώς και επί των ένδικων μέσων που ασκούνται κατά των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται επί των εφέσεων, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 84

Ανασταλτικό αποτέλεσμα έφεσης Η έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν αναστέλλει την εκτέλεση της πράξης ή απόφασης, εκτός αν η αναστολή διαταχθεί με απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδεται, ύστερα από αίτηση του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, πριν αυτό αποφανθεί για την έφεση ή αν από το νόμο ορίζεται ότι η έφεση αναστέλλει την εκτέλεση της πράξης ή απόφασης κατά της οποίας στρέφεται. Η αίτηση αναστολής είναι απαράδεκτη αν δεν αποδεικνύεται ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αιτούντα έφεση κατά της πράξης ή απόφασης της οποίας επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης. Αν ματαιωθεί η συζήτηση της έφεσης για οποιονδήποτε λόγο, παύει η ισχύς της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η αναστολή.

Άρθρο 85

Αποδεικτικά μέσα Αν ασκηθεί έφεση, το Ελεγκτικό Συνέδριο δύναται προς διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης να χρησιμοποιήσει κατά την ελεύθερη κρίση του, κάθε αποδεικτικό μέσο, δηλαδή έγγραφα, μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη, αυτοψία και ομολογία. Για το σκοπό αυτόν μπορεί να ζητεί έγγραφα από τις δημόσιες υπηρεσίες ή να διατάσσει την προσκόμισή τους από τα ενδιαφερόμενα μέρη, την εξέταση μαρτύρων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 86

Αναίρεση Το ένδικο μέσο της αίτησης αναιρέσεως, όπου προβλέπεται η άσκησή του, επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων των Τμημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 87

Λόγοι αναίρεσης − Προθεσμία

1.

Η αίτηση αναίρεσης ασκείται για κακή σύνθεση του Τμήματος που δίκασε, για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελή εφαρμογή του νόμου που διέπει την επίδικη υπόθεση.

2.

Η αίτηση αναίρεσης ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή από τον αρμόδιο Υπουργό ή Ν.Π.Δ.Δ..

3.

Η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης είναι εξήντα ημερών και αρχίζει για το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους και τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας από την περιέλευση της απόφασης στην υπηρεσία τους και για τον ιδιώτη διάδικο από την επίδοση ή την καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εάν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση αίτησης αναίρεσης διαμένει στην αλλοδαπή, η προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα ημέρες.

4.

Αν γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελή εφαρμογή του νόμου, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει περαιτέρω για την υπόθεση, εκτός αν αυτή χρήζει διερεύνησης κατά το πραγματικό της μέρος, οπότε την αναπέμπει στο αρμόδιο Τμήμα. Αν η απόφαση αναιρεθεί για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η Ολομέλεια αναπέμπει την υπόθεση στο Τμήμα που εξέδωσε την απόφαση για την εκ νέου εξέτασή της.

Άρθρο 88

Αναίρεση υπέρ του νόμου Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας δύναται κατ’ εξαίρεση και μετά την παρέλευση της οικείας προθεσμίας να ασκεί αίτηση αναίρεσης υπέρ του νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η απόφαση που αναιρεσιβάλλεται παραμένει αμετάβλητη, αναιρείται όμως υπέρ του νόμου με σκοπό τη συμμόρφωση σε παρόμοια περίπτωση του αρμόδιου Τμήματος ή Κλιμακίου προς την απόφαση της Ολομέλειας.

Άρθρο 89

Αναθεώρηση αποφάσεων Τμημάτων

1.

Οι οριστικές αποφάσεις των Τμημάτων υπόκεινται στο έκτακτο ένδικο μέσο της αναθεώρησης, το οποίο ασκεί στο Τμήμα που εξέδωσε την απόφαση, σύμφωνα ενδιαφερόμενος με την καταβολή του παραβόλου που ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 73. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε επί εφέσεως δεν επιτρέπεται αναθεώρηση αν για το ίδιο κεφάλαιο ασκήθηκε αίτηση αναθεώρησης της πράξης κατά το άρθρο 48.

2.

Η αίτηση αναθεώρησης κατά αποφάσεων των Τμημάτων που εκδόθηκαν επί εφέσεων του άρθρου 1 περίπτωση κε΄ του παρόντος νόμου, ασκείται μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 28 παρ. 6 περίπτωση γ΄ του ν. 2520/ 1997.

ΤΜΗΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

ΠΛΗΡΩΜΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ – ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

Άρθρο 90

Ενστάσεις ενώπιον Κλιμακίων

1.

Κατά πράξεων ή παραλείψεων του Υπουργού Οικονομικών κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του για εκτέλεση των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης σε βάρος του Δημοσίου ή της πληρωμής των συντάξεων εν γένει, συμπεριλαμβανομένων και όσων αφορούν καταλογισμό αχρεωστήτως ληφθείσας σύνταξης μπορεί να ασκηθεί ένσταση εντός εξήντα ημερών από την επίδοση ή την καθ’ οποιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης. Εάν ο έχων έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένστασης διαμένει στην αλλοδαπή, η αντίστοιχη προθεσμία ορίζεται σε ενενήντα ημέρες. Σε περίπτωση παράλειψης η ως άνω προθεσμία αρχίζει μετά την πάροδο διμήνου από την ημέρα κατά την οποία δημιουργήθηκε η υποχρέωση προς έκδοση της παραλειφθείσας πράξης. Η ένσταση κρίνεται από το αρμόδιο Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και εφαρμόζονται περαιτέρω οι διατάξεις των άρθρων 47, 48, 70, 72, 73, 74, 75, 79, 80, 84, 86, 87, 88, 89 και 92 του παρόντος νόμου. Η ένσταση απορρίπτεται εάν κατά την κατάθεσή της δεν συνοδεύεται από αποδεικτικό καταβολής παραβόλου, το οποίο ορίζεται ίσο με είκοσι ευρώ και επιστρέφεται σε αυτόν σε περίπτωση μερικής ή στο σύνολο παραδοχής αυτής.

2.

Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πράξεις ή παραλείψεις του Υπουργού Οικονομικών προσβάλλονται μόνο σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή.

3.

Κατά της άρνησης της υπηρεσίας να χορηγήσει την οικογενειακή παροχή σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ασκείται τόσο από τους συνταξιούχους, των οποίων η σύνταξη κανονίζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όσο και από τους συνταξιούχους, στους οποίους η σύνταξη δεν καταβάλλεται από το δημόσιο ταμείο, αλλά κανονίζεται είτε κατά παραπομπή προς τις ισχύουσες διατάξεις περί απονομής συντάξεων του Δημοσίου είτε με ιδιαίτερα νομοθετήματα που επαναλαμβάνουν τις διατάξεις αυτές, η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 ένσταση.

4.

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας, καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 91

Πρότυπη διαδικασία επί ενστάσεων

1.

Ένσταση ασκηθείσα κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου, μπορεί, ύστερα από αίτημα ενός των ενδιαφερόμενων μερών ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, να εισαχθεί για εξέταση στη Διοικητική Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με πράξη τριμελούς Επιτροπής, η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του Κλιμακίου στο οποίο εκκρεμεί η ένσταση, όταν με αυτή τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Η πράξη αυτή, που δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες των Αθηνών, συνεπάγεται την αναστολή εξέτασης των εκκρεμών, ενώπιον του Κλιμακίου, υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Στη διαδικασία δικαιούται να διατυπώσει απόψεις κάθε ενδιαφερόμενος που έχει ήδη ασκήσει ένσταση ενώπιον του Κλιμακίου, με την οποία τίθεται το ίδιο ζήτημα. Μετά την επίλυση του ζητήματος, η Ολομέλεια παραπέμπει την ένσταση στο αρμόδιο Κλιμάκιο για περαιτέρω εξέταση. Η κρίση της Ολομέλειας δεσμεύει το Κλιμάκιο και τα μέρη που συμμετείχαν στη διαδικασία ενώπιόν της.

2.

Το Κλιμάκιο, όταν επιλαμβάνεται ένστασης, με την οποία τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων ή κρίνει, κατά την εξέταση ένστασης, ότι διάταξη τυπικού νόμου είναι αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί με πράξη του, που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα στη Διοικητική Ολομέλεια. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Η κρίση της Ολομέλειας είναι υποχρεωτική για το κλιμάκιο που υπέβαλε το ερώτημα και δεσμεύει τα μέρη που συμμετείχαν στη διαδικασία ενώπιόν της. Μετά την επίλυση του ζητήματος η Ολομέλεια παραπέμπει την ένσταση στο αρμόδιο Κλιμάκιο, εφόσον καταλείπεται έδαφος για περαιτέρω εξέταση.

3.

Σε υποθέσεις στις οποίες τίθεται νομικό ζήτημα για το οποίο έχει ήδη αποφανθεί η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, το Κλιμάκιο μπορεί να αποφαίνεται επί της ενστάσεως με συνοπτικά αιτιολογημένη πράξη. Ύστερα από πράξη του Προέδρου του, επιτρέπεται η ενιαία εξέταση με την ίδια πράξη περισσότερων ενστάσεων, εφόσον τίθενται όμοια ζητήματα με αυτές.

ΤΜΗΜΑ ΕΚΤΟ

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ − ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 92

Αναστολή προθεσμιών Για την αναστολή των προθεσμιών που τάσσονται από τις διατάξεις του παρόντος εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο του άρθρου 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26.6/10.7.1944 (Α΄ 139) «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006 (Α΄ 266). λοιπών εγγράφων – Διαδικασία

1.

Τα δικαιολογητικά ενταλμάτων πληρωμής και κάθε διαχείρισης φυλάσσονται για δέκα χρόνια από το οικονομικό έτος το οποίο αφορούν, εφόσον ελεγχθούν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα. Σε κάθε άλλη περίπτωση φυλάσσονται για είκοσι χρόνια, χωρίς πάντως να επιτρέπεται η καταστροφή ή η εκποίησή τους πριν παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων.

2.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται, και πριν από την παρέλευση των προθεσμιών της προηγούμενης παραγράφου, η καταστροφή των παραπάνω δικαιολογητικών που έχουν ελεγχθεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

3.

Με αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τον τρόπο χαρακτηρισμού των σχετικών φακέλων ή εγγράφων του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως διατηρητέων στο διηνεκές ή για ορισμένο χρονικό διάστημα ή δυνάμενων να καταστραφούν αμέσως ή ύστερα από ορισμένο χρόνο. Με όμοιες αποφάσεις ρυθμίζονται επίσης θέματα που αφορούν την εκκαθάριση των αρχείων με σκοπό τον καθορισμό των διατηρητέων ή μη εγγράφων, την απολύμανση ορισμένων φακέλων και τη δαπάνη που απαιτείται για το σκοπό αυτό, τη σύσταση επιτροπών από υπαλλήλους με σκοπό την παραπάνω εκκαθάριση, καθώς και συνεργείων από υπαλλήλους βοηθητικών των επιτροπών αυτών, τη σύνθεση των επιτροπών και των συνεργείων τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

4.

Τα έγγραφα, τα οποία κρίνονται με τις αποφάσεις της προηγούμενης παραγράφου μη διατηρητέα και δυνάμενα να καταστραφούν, εκποιούνται με δημοπρασία ως άχρηστο χαρτί με σκοπό την πολτοποίησή τους. Οποιαδήποτε άλλη χρήση τους απαγορεύεται.

5.

Ο τρόπος προκήρυξης και διεξαγωγής της δημοπρασίας της προηγούμενης παραγράφου, οι εγγυήσεις που απαιτούνται για τη συμμετοχή σε αυτήν και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

6.

Μετά το χαρακτηρισμό των εγγράφων ως δυνάμενων να καταστραφούν και πριν από την εκποίησή τους για πολτοποίηση καλείται υποχρεωτικά με έγγραφη απόδειξη η αρμόδια Διεύθυνση των Γενικών Αρχείων του Κράτους, προκειμένου να επιλέξει τα έγγραφα που τυχόν παρουσιάζουν ιστορικό ενδιαφέρον και να τα μεταφέρει με μέριμνα και δαπάνη της στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

7.

Η εκποίηση εγγράφων για πολτοποίηση μπορεί να γίνει και χωρίς την τήρηση των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο αν η Διεύθυνση των Γενικών Αρχείων του Κράτους, που έχει ειδοποιηθεί αρμοδίως, δεν ολοκληρώσει την επιλογή τους μέσα στην προθεσμία που τάσσεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 94

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1.

Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κανονίζονται τα αντικείμενα που προβλέπονται στα άρθρα 1, 3, 4 παρ.1, 5, 6, 7 παρ.1, 8, 9, 11, 32, 38, 43, 44, 46 παρ.1 και 2, 47, 56, 61, 70, 73, 75, 86, 87 και 88.

2.

Με όμοιο διάταγμα δύναται να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εκτέλεση των διατάξεων του παρόντος νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 95

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπηρετούν σε προσωποπαγείς θέσεις προσωρινού κλάδου ΠΕ Κατηγορίας δύο υπάλληλοι πτυχιούχοι Παιδαγωγικής Ακαδημίας και σε προσωποπαγείς θέσεις προσωρινού κλάδου ΤΕ Διοικητικού − Λογιστικού επτά υπάλληλοι. Επίσης, υπηρετούν, σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εικοσιένα υπάλληλοι σε προσωρινό κλάδο ΠΕ, έξι υπάλληλοι σε προσωρινό κλάδο ΠΕ Οικονομολόγων, δεκατέσσερις υπάλληλοι σε προσωρινό κλάδο ΔΕ Γραμματέων, οκτώ υπάλληλοι σε προσωρινό κλάδο ΔΕ Ταξινόμων και εννέα υπάλληλοι σε προσωρινό κλάδο ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων.

Άρθρο 96

Κατ’ εξαίρεση των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 35, δεν θίγεται το κύρος συμβάσεων εκτέλεσης δημοσίων έργων, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής και των οποίων η περίληψη της διακήρυξης δημοπράτησης δημοσιεύθηκε πριν από τις 28.9.1999.

Άρθρο 97
1.

Οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 35 εφαρμόζονται σε όλες τις συμβάσεις έργων, υπηρεσιών ή προμηθειών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3978/2011 και η έναρξη της διαδικασίας σύναψης των οποίων λαμβάνει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Ως έναρξη διαδικασίας σύναψης νοείται: α) η αποστολή προκήρυξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις συμβάσεις του δεύτερου Μέρους, β) η δημοσίευση προκήρυξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για τις συμβάσεις του τρίτου Μέρους,

  • γ) η ανάρτηση στην ιστοσελίδα της αναθέτουσας αρχής,

για τις συμβάσεις που ανατίθενται με τη διαδικασία του συνοπτικού διαγωνισμού και δ) η λήψη απόφασης σύναψης σύμβασης, για τις υπόλοιπες περιπτώσεις.

2.

Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων έργων, υπηρεσιών ή προμηθειών, οι οποίες έχουν ξεκινήσει πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, συνεχίζονται και ολοκληρώνονται σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έναρξής τους.

Άρθρο 98

Το Ελεγκτικό Συνέδριο δικάζει και τις εφέσεις κατά των αποφάσεων της Επιτροπής του άρθρου 24 του ν.1586/1985 (Α΄ 73), που ασκούνται είτε από τον Υπουργό Οικονομικών με το άρθρο 26 του παραπάνω νόμου.

Άρθρο 99

Από την έναρξη ισχύος του ν. 3082/2002 (Α΄ 316) παύει η υπηρεσία του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.

Άρθρο 100

Κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με την παράγραφο 1, εδάφιο β΄, περίπτωση κη΄ του άρθρου 1 καταργείται.

Άρθρο 101

Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 35 εφαρμόζονται και για τα συγχρηματοδοτούμενα έργα της περιόδου 2000 – 2006, καθώς και για έργα που συγχρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης και το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αλιεία».

Άρθρο 102

Αγωγές συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών και μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με αντικείμενο τη βελτίωση της σύνταξής τους βάσει συνταγματικών ή άλλων διατάξεων, που παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά από παραπομπή με αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, αρχειοθετούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 3660/2008 (Α΄ 78).

Άρθρο 103

Οι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, όταν οι κενές οργανικές θέσεις εισηγητών στο Ελεγκτικό Συνέδριο δεν επαρκούν, διορίζονται σε προσωποπαγείς θέσεις. Οι θέσεις αυτές συστήνονται με την απόφαση διορισμού και καταργούνται μόλις κενωθούν αντίστοιχες οργανικές.

Άρθρο 104

Μέχρι τη σύσταση των προβλεπόμενων στο άρθρο 32Β παρ. 2 του ν. 1756/1988 θέσεων Εισηγητών και Παρέδρων στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι σχετικές ανάγκες καλύπτονται, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, με απόσπαση, χρονικής διάρκειας δύο ετών που μπορεί να παραταθεί, ισάριθμων Παρέδρων και Εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 105

Το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του, καθώς και κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Ολομελείας του, σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν από οποιαδήποτε αιτία σε βάρος των αιρετών οργάνων Δήμων και Κοινοτήτων ή σε βάρος υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, καθώς και σε βάρος υπαλλήλων δημοτικών και κοινοτικών Ν.Π.Δ.Δ. και ιδρυμάτων αυτών, από Υπουργούς ή από μονομελή ή συλλογικά όργανα της Διοίκησης ή από όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μέχρι 1.7.2005, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του βαρυνομένου με τον καταλογισμό, που υποβάλλεται με το δικόγραφο του ένδικου μέσου ή των προσθέτων λόγων αυτού, να μειώσει το ποσό του καταλογισμού ως το ένα δέκατο του καταλογισθέντος ποσού, καθώς και να απαλλάξει τον υπαίτιο από τις προσαυξήσεις ή τόκους επί του καταλογισθέντος κεφαλαίου και αν ακόμα υφίσταται ελαφρά αμέλεια αυτού. Για την πιο πάνω μείωση ή απαλλαγή το Δικαστήριο συνεκτιμά το βαθμό της υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, την προσωπική και οικογενειακή οικονομική του κατάσταση, τη βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, τις συνθήκες τέλεσής της και το επελθόν από αυτή αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει, επίσης, τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, αν κρίνει ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του καταλογισθέντος συγγνωστή πλάνη για το δημιουργηθέν έλλειμμα. Εξαιρούνται των ρυθμίσεων της παρούσας καταλογιστικές πράξεις, οι οποίες αφορούν αποδοχές και αποζημιώσεις εν γένει υπαλλήλων δήμων, κοινοτήτων, Ν.Π.Δ.Δ. και ιδρυμάτων αυτών, καθώς και έξοδα παράστασης αιρετών οργάνων δήμων και κοινοτήτων.

Άρθρο 106

Οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 33 καταλαμβάνουν και τις καταλογιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί πριν από την ισχύ του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 (Α΄ 163), καθώς και τις καταλογιστικές πράξεις που εκκρεμούν για εκδίκαση ενώπιον των Τμημάτων ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή εκδικάστηκαν αλλά δεν έγινε η διάσκεψη του Δικαστηρίου μέχρι την ισχύ του άρθρου αυτού.

Άρθρο 107
1.

Οι απολογισμοί και ισολογισμοί των πρωτοβάθμιων δήμων και κοινοτήτων που συνενώνονται σύμφωνα με το ν. 3852/2010, έτους 2010 ή παλαιότερων ετών, υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο από το νέο δήμο. Οι απολογισμοί των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων που καταργούνται, έτους 2010 ή παλαιότερων ετών, υποβάλλονται στο Ελεγκτικό Συνέδριο από την περιφέρεια.

2.

Παρατείνονται για το έτος 2012 και κατά δύο μήνες οι προθεσμίες των άρθρων 72 παρ. 2, 74 παρ. 2 και 76 παρ. 1 του ν. 2362/1995, που αναφέρονται στην κατάρτιση του Απολογισμού και Ισολογισμού του Κράτους και την αποστολή τους από τον Υπουργό Οικονομικών στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο μετά τη διαπίστωση της ορθότητας αυτών τους επιστρέφει στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα αποστολής τους μαζί με τη σχετική διαδήλωση αυτού.

Άρθρο 108

Κατά τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 33 παρ. 1 του παρόντος για τις δαπάνες των περιφερειών.

Άρθρο 109

Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 38 δεν εφαρμόζονται στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4055/2012 (2.4.2012), υποθέσεις ενώπιον του αρμόδιου Κλιμακίου και οι διατάξεις των άρθρων 80, 82 παρ. 1 και 3, 83, 87 παρ. 3 και 90 παρ. 1 ισχύουν από 16.9.2012 και εφαρμόζονται στις πράξεις και στις δικαστικές αποφάσεις που θα εκδοθούν από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, αυτή αναφέρεται στις διατάξεις όπως ισχύουν κάθε φορά. Άρθρο δεύτερο

1.

Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 109, από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται το π.δ. 774/1980 (Α΄ 189), καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη αντίθετου περιεχομένου.

2.

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ 01000522802130028 ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ 34 * ΑΘΗΝΑ 104 32 * ΤΗΛ. 210 52 79 000 * FAX 210 52 21 004 Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους. Αθήνα, 26 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)